Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φλωρόφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φλωρόφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ-Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΙΡΕΣΗ (9)

  Συνέχεια από: Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Του Jean Pierre Torrell.
Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ( συνέχεια)

      Σε ένα τόσο υπερυψωμένο πλάσμα, στην ίδια την ζωή του Θεού, η Ευτυχία, η μακαριότης ας πούμε, θα γίνει σύμφυτη. [Tέρμα το κατά χάριν, κατά φύσιν θέωσις]. Η Χάρις δίνεται ακριβώς γι'αυτό, για να φέρει το πλάσμα στο ύψος τού υπερφυσικού του σκοπού, να δημιουργήσει ένα πλάσμα υπερφυσικοποιημένο, το οποίο θα δύναται να είναι αρχή πράξης σ' αυτό το νέο πεδίο. Σ'αυτή την θεοποιημένη φύση ο Θεός προσφέρει επίσης και το δώρο της αγάπης και των άλλων θεολογικών αρετών που επιτρέπουν στον άνθρωπο μέσω τής νοήσεως του και τής θελήσεώς του, υπερφυσικοποιημένες τοιουτοτρόπως, να πράξουν πραγματικά σ' αυτή την τάξη στην οποία θα του ήταν αδύνατον να αποκτήσει πρόσβαση χωρίς αυτό το πρωτογενές δώρο. Παρ'όλα αυτά όμως δέν πρέπει να εννοήσουμε ότι ο Ακινάτης απορρίπτει το μέρος τής αλήθειας που περιέχεται στον λόγο του Λομβάρδου!

        «Είναι αναγκαίο να υπάρχει σ' εμάς μία ποιότητα ελέους η οποία θα είναι η τυπική αρχή τής πράξης της αγάπης. Παρ' όλα αυτά δέν αποκλείεται το Άγιο Πνεύμα, που είναι η άκτιστη αγάπη, να είναι παρόν στον άνθρωπο που κατέχει την αγάπη. Αυτό σπρώχνει την ψυχή στην πράξη τής αγάπης, έτσι όπως ο Θεός καλεί όλα τα πράγματα στην πράξη τους, στην οποία όμως είναι προορισμένα ένεκεν της μορφής τους. Από εδώ προκύπτει και το γεγονός ότι Αυτό διαθέτει τα πάντα με γλυκύτητα, καθόσον δίνει σε όλα τα πράγματα τις μορφές και τις αρετές που τα κατευθύνουν πρός αυτό που τα κινεί μ' έναν τέτοιο τρόπο ώστε να τείνουν όχι από κάποια ανάγκη αλλά αυθόρμητα».
          Θα ξαναθυμηθούμε ετούτο το κείμενο όταν στην συνέχεια θα βρεθούμε μπροστά στο ερώτημα των σχέσεων ανάμεσα στον νόμο και την ελευθερία. Για τον Ακινάτη λοιπόν δέν υπάρχει εδώ κανένα πρόβλημα διότι ο άνθρωπος ο οποίος κατοικείται από το Άγιο Πνεύμα δέν μπορεί παρά να αγαπήσει ελεύθερα αυτό που κατανοεί σαν το θέλημά του Θεού. Πρίν επιστρέψουμε όμως στον Ακινάτη ας δούμε μία άλλη πλευρά της συζητήσεως που προέκυψε από την θέση του Πέτρου Λομβάρδου. Διότι αυτή η θέση φαίνεται να ζεί στην Ορθόδοξη Θεολογία, όπως το επισημαίνει και ο Μέγιεντορφ, στην εισαγωγή στην μελέτη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Δηλαδή η θέση: "ότι καθώς το Άγιο Πνεύμα είναι η αγάπη του πατρός και του Υιού, μέσω αυτής της αγάπης αυτοί αγαπώνται μεταξύ τους και μας αγαπούν". [Αυτή την Ορθοδοξία διδάσκουν οι Ρώσοι. Το Φιλιόκβε].


          Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο λοιπόν, ο Ακινάτης υπογραμμίζει ένα άλλο σημείο που δέν κατανοείται σωστά: σε σχέση με την φύση του ανθρώπου, η χάρις προσδιορίζει και προκρίνει την ψυχή σαν μία τυχαία ποιότητα, συμπτωματική. Εκ' πρώτης όψεως αυτή η θέση δέν μπορεί παρά να εκπλήξει, παρ' όλα αυτά όμως δέν είναι γι' αυτόν τον λόγο λιγότερο θεμελιώδης. Αυτή η θέση δέν σημαίνει πώς είναι ένα τυχαίο συμβάν για τον άνθρωπο να διαθέτει την χάρη -στην οικονομία τής σωτηρίας δέν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί οτιδήποτε χωρίς αυτή- αλλά σημαίνει απλώς ότι η χάρις δέν αποτελεί μέρος του ορισμού της ανθρωπότητος. [Αυτή είναι μία τραγική συνέπεια της αρνήσεως τής υπάρξεως των άκτιστων ενεργειών]. Διότι διαφορετικά, χάνοντας την χάρη θα παύαμε να είμαστε άνθρωποι [δέν υπολογίζεται ήδη η πτώση]. Ή ακόμη, όποιος δέν διαθέτει την χάρη δέν μπορεί να είναι αληθινά ένα ανθρώπινο όν. Εάν όμως υποκύψουμε στον πειρασμό να σκεφθούμε διαφορετικά, λέγοντας πώς ο δίκαιος Θεός δέν μπορεί παρά να δώσει την χάρη, αρκεί να φέρουμε στον νού μας ότι σ' αυτές τις συνθήκες, ο ίδιος ο Θεός θα είναι υποχρεωμένος να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και επομένως η ίδια η χάρις δέν θα ήταν ένα δώρο!
          Αυτός ο τρόπος ομιλίας περί της χάριτος σαν συμπτωματική τυχαιότητα, σαν συμβάν (συμβεβηκός) μάς επιτρέπει έναν σπουδαίο καθορισμό. Και πράγματι το καθ' αυτό συμβεβηκός δέν είναι δημιουργημένο, καθότι δέν διαθέτει το Είναι για τον εαυτό του, αφ' εαυτού, αλλά το προσλαμβάνει απο την πραγματικότητα που προσδιορίζει και προκρίνει, αναβαθμίζει. Υπάρχουν λευκά τείχη ή άνθρωποι λευκοί, αλλά η καθαυτή λευκότης δέν υπάρχει [Αυτή είναι η ρίζα του υπαρξισμού]. Γι'αυτό δέν φανερώνεται αυτή στην ύπαρξη, αλλά μια ουσία η οποία έχει προκριθεί και αναβαθμισθεί από το συμβεβηκός, το συμβάν της λευκότητος, η οποία ξεκινά να υπάρχει σύμφωνα μ' αυτό τον καθορισμό. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για την χάρη: έξω από την πηγή της, τον Θεό, δέν υπάρχει σε ξεχωριστή κατάσταση. Αυτό που υπάρχει είναι τα πρόσωπα τα οποία έχουν δεχθεί αυτό το δώρο που ονομάζουμε "χάρη" και τα οποία ζούν πλέον σύμφωνα μ'αυτή την νέα ποιότητα! [όπως λέει ο Γιανναράς, το κτιστό ζεί με τον τρόπο του ακτίστου]. Γι' αυτό να μιλήσουμε για την χάρη σαν κτιστή πραγματικότητα σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε μία παράκαμψη που θα μπορούσε να μας πλανήσει. Ο Ακινάτης ο οποίος δέν διστάζει να την χρησιμοποιήσει, το κάνει αφού έχει υπενθυμίσει τον τρόπο με τον οποιον το συμβάν, το συμβεβηκός, υπάρχει μέσα στο υποκείμενό του, και έτσι προσθέτει έναν θεμελιώδη προσδιορισμό ο οποίος συνδέεται άμεσα με την διδασκαλία του Απ.Παύλου. 
«Η Χάρις μπορεί να ονομασθεί κτιστή λόγω του γεγονότος ότι οι άνθρωποι, σε σχέση με αυτή, είναι κτιστοί, δηλαδή είναι δομημένοι σ' ένα νέο Είναι, και είναι εκ' του μηδενός δημιουργημένοι, δηλαδή χωρίς καμμία αξία εκ μέρους τους, σύμφωνα και με τον λόγο του Παύλου (Εφεσίους 2,10): "κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού επί έργοις αγαθοίς"»(ST Ia IIae q. 110 a. 2 ad 3).
          Ο τεχνικός χαρακτήρας αυτής της συζητήσεως δέν πρέπει να μας οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα. Εδώ βρισκόμαστε στην καρδιά των διαφόρων κεντρικών θέσεων της σκέψεως τού Ακινάτη και της Χριστιανικής σκέψης κατ' επέκτασιν. Εάν ο Ακινάτης απορρίπτει την λύση τού Λομβάρδου το κάνει επειδή αυτή οδηγεί σε κάτι παράλογο. Προκειμένου να ενεργήσει σε εμάς το Άγιο Πνεύμα την δική μας ενέργεια της αγάπης, είναι απαραίτητο η θέλησή μας να είναι ενωμένη με την δική Του με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη θέληση του Χριστού ήταν ενωμένη με την Θεία θέληση του Λόγου. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να είμαστε ενωμένοι μ' αυτό με μία ένωση προσωπική, μία υποστατική ένωση.
          Ο Ακινάτης δέν το λέει σ' αυτό το σημείο, αλλά αυτό είναι ξεκάθαρο σ'αυτή την προοπτική: Εάν το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στην θέση μας, δέν είμαστε πλέον εμείς που ενεργούμε. Το ανθρώπινο υποκείμενο εξαφανίζεται. Δέν θα έχουμε πλέον ούτε τον έλεγχο της πράξεως τής αγάπης μας, ούτε την ελευθερία της, ούτε την επιβράβευσή της. Θα έχουμε αποκλειστεί από αυτή την πράξη της αγάπης του Θεού και του πλησίον και δέν θα είμαστε παρά το θέατρό της. Εφόσον λαμβάνουμε αληθινά μέρος και είμαστε, στο δικό μας ταπεινό επίπεδο, η ελεύθερη και επάξια αιτία, είναι αναγκαίο να μας δίνει ο Θεός την δυνατότητα, να μας προσφέρει δηλαδή μία αρχή πράξεως σύμφυτης με μας και με τις δυνάμεις μας γνώσεως, να ενεργήσουμε και να αγαπήσουμε. Σ' αυτό απαντά η κτιστή χάρις και οι αρετές που την συνοδεύουν. [Τό πρόσωπο τής νεοορθοδοξίας].
          Χωρίς να επιμείνουμε περισσότερο για την ώρα, αυτή η θέση γύρω από τον κτιστό χαρακτήρα της χάρις θα έχει μεγάλον αντίκτυπο όταν μιλήσουμε για την ευθύνη του Χριστιανού σ' ετούτον τον κόσμο. Η διαμεσολάβηση τής κτιστής χάριτος είναι το μέσον που βρήκε ο Θεός για να σεβαστεί την αυτονομία τής φύσεώς μας και την σύσταση τών πραγμάτων αυτού εδώ του κόσμου. [Δέν υφίσταται η Ενσάρκωση του Κυρίου. Δέν υπάρχει ήδη ο Ιησούς Χριστός]. Και πράγματι ο "τυχαίος" χαρακτήρας της χάριτος δέν αλλοιώνει την δομή του πραγματικού στην ιδιαίτερη τάξη του. Η πραγματικότης αυτού του κόσμου παραμένει αυτή που είναι και διατηρεί τον ιδιαίτερο σκοπό της. Από το άλλο μέρος όμως, η χάρις δέν προσκολλάται απλώς στο λογικό πλάσμα. Ενσαρκώνεται σαν ένα συμβεβηκός στο υποκείμενο στο οποίο υπεισέρχεται, το μεταμορφώνει και το ανυψώνει. Και τοιουτοτρόπως σ'αυτούς τους άνδρες και σ'αυτές τις γυναίκες, τους μεταμορφωμένους από την χάρη γεννιέται ο Νέος κόσμος, του οποίου η ανθρωπότης του Χριστού είναι η πηγή, και τον οποίο ονομάζουμε Εκκλησία. Και τοιουτοτρόπως επίσης, στην πρόθεση αυτών και εκείνων που χρησιμοποιούν τα πράγματα αυτής της γής, αυτός ο κόσμος αποκτά μία νέα σκοπιμότητα, πραγματοποιώντας μ'αυτόν τον τρόπο την νέα κατεύθυνση πρός τον Θεό Δημιουργό, η οποία λόγω της αμαρτίας είχε χαθεί από την ζωή (Ρωμ. 8,19-21). Στον Ακινάτη θα είχε αρέσει αυτός ο βαθύς λόγος του Κλήμη Αλεξανδρείας: "Όπως η θέληση Του (του Θεού) είναι ένα έργο ολοκληρωμένο και φέρει το όνομα του κόσμου, έτσι η αγάπη του είναι σωτηρία για τους ανθρώπους και ονομάζεται Εκκλησία".
          Η Εκκλησιαστική κοινωνία είναι ένα ξεχωριστό έργο του Αγίου Πνεύματος, καθότι αυτό εξασφαλίζει την ενότητα στον χρόνο και στην ιστορία, όπως ακριβώς η αμοιβαία αγάπη του Πατρός και του Υιού στην αιωνιότητα της Τριαδικής κοινωνίας.

Συνεχίζεται

[Η αγάπη για τους Πατέρες είναι άκτιστη ενέργεια, δέν είναι η ουσία του Θεού, διότι το ΕΙΝΑΙ δέν αναπαριστά ούτε την ουσία, ούτε τίς υποστάσεις του θεού του ζώντος. Ας είμαστε λοιπόν προσεκτικοί να μήν ταυτίζουμε την Θεοποιό άκτιστο ενέργεια που καθιερώθηκε από τον Ρωμανίδη, με την υπόσταση του Υιού, τον Ιησού Χριστό ή με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος]
 
 .....Με την πρώτη, η θέση είναι μεγαλειώδης. Τί πιό θαυμάσιο και πιό απλό και πιό ωραίο από αυτή την απευθείας πολλαπλή ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά των πιστών; Και όμως ο Ακινάτης δέν είναι ευχαριστημένος από την θέση αυτή και προσπαθεί να διακρίνει ανάμεσα στο έλεος και την αγάπη στην καταγωγή της, που είναι το Άγιο Πνεύμα, δωρεά απολύτως πρώτη και άκτιστη και την αγάπη σε μας, την δωρεά που λαμβάνουμε από το πνεύμα, η  οποία είναι μία κτιστή πραγματικότης (In I Sent. d. 17 q. 1 a. 1). Το ίδιο πράγμα θα πεί αμέσως για την χάρη και κάθε φορά που θα συναντήσει το θέμα, θα τοποθετήσει την χάρη πρίν από το έλεος και δέν θα πάψει να δηλώνει το κτιστό χαρακτήρα της μίας και της άλλης. Η χάρις για τον Ακινάτη αναβαθμίζει την ψυχή στην ουσία της, κάνοντας την μία ριζική αρχή πράξεως στο υπερφυσικό πεδίο - όπως συμβαίνει για την φύση μας στο φυσικό πεδίο, ενώ το έλεος αναβαθμίζει την θέληση, την δύναμη της ψυχής.

ΜΕ ΤΟΝ ΚΤΙΣΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ  ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟΥ ΔΩΡΟΥ ΣΚΙΑΓΡΑΦΕΙΤΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ.

ΣΤΗΝ 8η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΤΟ ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΜΕ ΤΗΝ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΗΝ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΣΥΜΠΑΡΑΣΥΡΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ. Σ' ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΕΧΟΝΤΑΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΕΙ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΤΟΥ ΠΣΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ.

ΠΑΠΑΣ: ΟΛΟΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΕΟΡΤΑΣΟΥΝ ΤΟ 2033 ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΡΩΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Της Deborah Castellano Lubov, Vatican News

Απευθυνόμενος σε εκπροσώπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στη Ρώμη, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ λέει ότι όλοι οι χριστιανοί καλούνται να είναι αξιόπιστοι μάρτυρες σε αυτή την εποχή πολέμου και πόλωσης, και εκφράζει επίσης την ελπίδα του ότι όλοι οι χριστιανοί θα εργαστούν μαζί για τον εορτασμό του Έτους 2033, κατά το οποίο θα τιμηθούν τα δύο χιλιάδες χρόνια από τη Λύτρωση που πρόσφερε ο Κύριος.

«Είθε η πορεία προς τον εορτασμό της δεύτερης χιλιετίας της Λύτρωσης, το 2033, να αναληφθεί από κοινού από όλες τις χριστιανικές ομολογίες του κόσμου, ανακαλύπτοντας εκ νέου το δώρο και την κλήση να είμαστε μάρτυρες του Αναστάντος».

Αυτό είπε ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ την Τρίτη στο Βατικανό προς την αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με την ευκαιρία της εορτής των Αγίων Πέτρου και Παύλου.

Εκφράζοντας τη χαρά του που τους υποδεχόταν μετά την εορτή, ο Πάπας Λέων είπε ότι η παρουσία τους «εκφράζει την αδελφική εγγύτητα της αδελφής μας Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και του ποιμένα και οδηγού της, της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος Βαρθολομαίου, Οικουμενικού Πατριάρχη».

Κοινή επιθυμία προόδου προς την πλήρη ενότητα


Είπε ότι είναι βαθιά ευγνώμων προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη και όλα τα μέλη της Αγίας Συνόδου για την αποστολή της αντιπροσωπείας στη Ρώμη, ώστε να συνεχιστεί η παραδοσιακή ανταλλαγή επισκέψεων κατά τις εορτές των προστατών αγίων των αντίστοιχων Εκκλησιών τους.

Θυμήθηκε με χαρά τη συμμετοχή του πέρυσι στην εορτή του Αγίου Ανδρέα στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι.

Ανακάλεσε επίσης με ευγνωμοσύνη τις συναντήσεις του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄, οι οποίες εμβάθυναν ακόμη περισσότερο την αμοιβαία φιλία τους και επέτρεψαν μεγαλύτερη ανταλλαγή απόψεων για πολυάριθμα ζητήματα, «πάνω απ’ όλα την κοινή μας επιθυμία να προοδεύσουμε στην πορεία προς την πλήρη ενότητα όλων των χριστιανών».


Μνήμη της 1.700ής επετείου της Α΄ Συνόδου της Νικαίας

Σχετικά με αυτό, ο Πάπας παρατήρησε ότι η μνήμη της 1.700ής επετείου της Α΄ Συνόδου της Νικαίας, που πραγματοποιήθηκε την παραμονή της εορτής του Αγίου Ανδρέα στη İznik, προσέφερε «μια εύγλωττη μαρτυρία για την κοινωνία που ήδη υπάρχει μεταξύ εκείνων που μοιράζονται την πίστη στον Θεό, τον Πατέρα όλων, και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό ως Κύριο και Υιό του Θεού, και στο Άγιο Πνεύμα, το οποίο μας εμπνέει και μας οδηγεί στην πληρότητα της αλήθειας και της ενότητας».

«Εκείνο το μνημονευτικό γεγονός», υπογράμμισε ο Πάπας Λέων, «κατέστησε σαφές ότι το Σύμβολο της Νικαίας πρέπει να είναι το θεμέλιο και η κατευθυντήρια αρχή αυτής της οικουμενικής πορείας, προσφέροντας το πρότυπο της αληθινής ενότητας μέσα στη νόμιμη ποικιλία: Ενότητα στην Τριάδα, Τριάδα στην Ενότητα».


Οι χριστιανοί καλούνται να είναι αξιόπιστο σημείο ειρήνης

«Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από πολέμους και αυξανόμενη πόλωση, καθώς και από πολιτισμικές και κοινωνικές διαιρέσεις», υπογράμμισε ο Άγιος Πατέρας, «οι χριστιανοί —συμφιλιωμένοι μεταξύ τους και ενωμένοι στην ομολογία της μίας πίστης— καλούνται να είναι αξιόπιστο σημείο ειρήνης, συμβάλλοντας αποφασιστικά στις προσπάθειες όλων των ανδρών και γυναικών καλής θελήσεως για την οικοδόμηση της ειρήνης».

Επιπλέον, είπε, στην παρούσα κατάσταση «δεν διακυβεύεται μόνο η αξιοπιστία του χριστιανικού μηνύματος, αλλά το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας».

Ο Πάπας τόνισε ότι «η ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των χριστιανών απέναντι στις σημερινές προκλήσεις —οι οποίες περιλαμβάνουν την ειρήνη, την ορθή χρήση των νέων τεχνολογιών και τη φροντίδα της δημιουργίας— πηγάζει από το ίδιο το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού».

Ευθύνη για τη διαφύλαξη της ζωής και της αξιοπρέπειας κάθε προσώπου

Πράγματι, σημείωσε, «η ευθύνη μας για τη ζωή και την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπινου όντος, αρχίζοντας από τους νεότερους και τους πιο ενδεείς, είναι το κριτήριο που θα καθορίσει την παρούσα και την αιώνια μοίρα μας».

Κλείνοντας τις παρατηρήσεις του, ο Πάπας Λέων εξέφρασε εκ νέου την εγκάρδια ευγνωμοσύνη του για την επίσκεψη, καθώς και για την προσωπική δέσμευση της αντιπροσωπείας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην προώθηση της χριστιανικής ενότητας.

«Σας διαβεβαιώνω για τις προσευχές μου», είπε, προσθέτοντας: «Με τις πρεσβείες των αγίων Αποστόλων Πέτρου και Ανδρέα, αδελφών κατά σάρκα και κατά πίστη, είθε ο Θεός Πατέρας μας να μας συνοδεύει πάντοτε με την ευλογία Του»
.


ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΓΙΟΥΣ, Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ, ΑΦΗΣΕ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥΣ ΤΟΥ, ΚΑΙ ΠΡΩΤΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ. ΤΙΜΗ ΜΑΣ. 
 Η ΔΥΣΗ ΕΧΕΙ ΚΑΠΕΛΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ, ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥπ.χ. ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΧΡΙΣΤΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΚΕΝΩΣΕ ΕΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΑ ΕΙΣΗΛΘΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΕΛΗΣ ΤΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΛΥΜΑΙΝΕΤΑΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

ΟΙ ΝΕΚΡΟΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ. ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΚΑΙ Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ!

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Η διένεξή τους για την οικουμενικότητα και την αποδοχή του διαφορετικού - Θανάσης Ν. Παπαθανασίου



Μέρα που είναι (γιορτή των αποστόλων Πέτρου και Παύλου), μια υπόμνηση από την Καινή Διαθήκη: Η διένεξή τους για την οικουμενικότητα και την αποδοχή του διαφορετικού (στο προκείμενο, διαχωρισμός γινόταν μεταξύ ανθρώπων που προσέρχονταν στην Εκκλησία από τον ιουδαϊκό κόσμο αφενός και από τον εθνικό κόσμο αφετέρου). Ο Παύλος τα στυλώνει αποφασιστικά υπέρ της οικουμενικότητας και της αποδοχής, και «τα χώνει» στον Πέτρο, ο οποίος είχε κάνει πίσω, όχι από άποψη, αλλά επειδή σκιάχτηκε την τρομοκρατία που ασκούσαν (όπως πάντα) οι μισαλλόδοξοι θρησκευόμενοι:

«Όταν ήρθε ο Πέτρος στην Αντιόχεια, του αντιμίλησα κατά πρόσωπο, γιατί ήταν αξιοκατάκριτος. Γιατί πριν έρθουν μερικοί άνθρωποι του Ιακώβου, έτρωγε στα κοινά δείπνα μαζί με τους εθνικούς· όταν όμως ήρθαν, υποχωρούσε και διαχώριζε τη θέση του, επειδή φοβόταν τους Ιουδαίους. Μαζί του άρχισαν να υποκρίνονται και οι υπόλοιποι Ιουδαίοι, σε σημείο που παρασύρθηκε στην υποκρισία τους ακόμα κι ο Βαρνάβας! Εγώ όμως όταν είδα πως δεν βαδίζουν σύμφωνα με την αλήθεια του ευαγγελίου, είπα στον Πέτρο μπροστά σ’ όλους: “Εάν εσύ που είσαι Ιουδαίος συμπεριφέρεσαι σαν εθνικός κι όχι ως πιστός στο νόμο Ιουδαίος, τότε γιατί εξαναγκάζεις τους εθνικούς να συμπεριφέρονται σαν Ιουδαίοι;”».

Λίγο πριν ο Παύλος είχε σκιαγραφήσει τα καλόπαιδα που ασκούσαν την εν λόγω τρομοκρατία:

«...Κι ας ήταν εκεί οι παρείσακτοι ψευδάδελφοι, που γλίστρησαν ανάμεσά μας σαν κατάσκοποι με στόχο την ελευθερία μας, που την έχουμε χάρη στο έργο του Ιησού Χριστού, και θέλουν να μας κάνουν δούλους. Δεν υποχωρήσαμε ούτε στιγμή στις απαιτήσεις τους, για να μείνει ανόθευτο το ευαγγέλιο για χάρη σας» (Γαλ. 2:11-14, 4-5 αντίστοιχα).

Για δες! Για τον Παύλο η αναίρεση της οικουμενικότητας και της αποδοχής συνιστά νόθευση του ευαγγελίου! Οι δε επιδιδόμενοι σε υπονόμευση είναι ψευδάδελφοι. Ακόμα κι αν είχαν καταπιεί ατόφιο ένα εγχειρίδιο Δογματικής!

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου / 29-6-2026


ΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΡΟΘΥΜΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ ΤΟ ΚΟΡΟΙΔΟ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ. 
Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΤΑΝ : ΠΟΡΕΥΘΕΝΤΕΣ ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ.
ΜΑΤΑΙΑ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥΣ Ο ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΔΗΛΩΝΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ. ΟΥΤΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ (1)

  Η Ιεραρχική δομή του κόσμου σύμφωνα με τον ψευδο Διονύσιο Αρεοπαγίτη!

του Rene Roques

"Eἴρηται τοίνυν ἡμῖν ἱερῶς, ὡς οὗτός ἐστι 
τῆς καθ' ἡμᾶς ἱεραρχίας σκοπός• 
ἡ πρὸς θεὸν ἡμῶν ὡς ἐφικτὸν ἀφομοίωσίς τε 
καὶ ἕνωσις."
Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας ΙΙ 1, 392 Α.

Εισαγωγή.
Image result for dionisio el areopagita  Με τις συνδυασμένες επιρροές, πολύ συχνά ακόμη και εχθρικές, των φιλοσοφιών τού Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, τού Φίλωνος, της Γνώσης και των νεοπλατωνικών, επιβλήθηκε μία ιδιαίτερη εννοιολόγηση του σύμπαντος και των νοητών. Ονομάσθηκε κοινώς "αλεξανδρινό όραμα του κόσμου". Συνίσταται ουσιωδώς σε μία βαθμιαία παρουσίαση των διαφόρων τάξεων τής πραγματικότητος, ξεκινώντας απο την πρώτη αρχή απο την οποία προοδεύουν όλες, τόσο άμεσα, εάν πρόκειται για την πρώτη, όσο και για όλες τις άλλες, μέσω τής μεσολαβήσεως των πιό υψηλών τάξεων. Σ'αυτή την παράδοση σκέψης πρέπει να κατατάξουμε τον Ιεραρχικό κόσμο του Διονυσίου. Θέλουμε να προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε αυτόν τον κόσμο, τον τόσο ιδιαίτερο απο πολλές πλευρές σημειώνοντας, όταν θα είναι δυνατόν, τις επιρροές, οι οποίες κατέστησαν δυνατή αυτή ή εκείνη την οπτική γωνία.
          Η έκφραση Ιεραρχικός κόσμος κινδυνεύει να γεννήσει παρεξηγήσεις. Δέν θα πρέπει να την κατανοήσουμε με μία κοσμολογική σημασία, διότι ο κόσμος τού Αρεοπαγίτη είναι ουσιαστικά ο κόσμος των νοητών, και η Ιεραρχία που του αντιστοιχεί -χωρίς να είναι πλεονασμός- ειναι μία ιερή Ιεραρχία.
          Αφορούσα μοναδικώς τήν θέωση των νοητών, αυτή η ιεραρχία ελευθερώνεται, περίπου απο τις κοσμολογικές εξαρτήσεις που επέβαλλαν συνήθως οι Εθνικές θρησκείες στις σωτηριολογικές πρακτικές. Χωρίς αμφιβολία αναφέρεται για να καθορισθεί, σε ένα λεξιλόγιο κοσμολογικής προελεύσεως, αλλά πρόκειται αποκλειστικώς για έναν πνευματικό κόσμο. Ουράνια ιεραρχία για τους καθαρούς νόες, εκκλησιαστική ιεραρχία για τους ανθρώπινους νόες. Αυτό είναι όλο το σύμπαν του Αρεοπαγίτη!
          Παρά το φαινομενικό της μέγεθος η έρευνά μας είναι θεληματικώς περιορισμένη. Δέν θα επεξεργαστεί με ιδιαίτερο τρόπο προβλήματα τόσο ουσιώδη όπως η γνώση του Θεού, η Τριαδική Θεολογία και η Μυστική Θεολογία. Όπως και η ίδια η Χριστολογία αυτά τα θέματα θα υπολογισθούν στο μέτρο που το απαιτεί η κατανόηση του ιεραρχικού σύμπαντος. Για να χρησιμοποιήσουμε μία ορολογία η οποία δέν είναι μάλλον και τόσο ταιριαστή, η παρούσα μελέτη θέλησε να διατηρήσει σαν κέντρο της τήν οικονομία του Αρεοπαγίτη, παρά την Θεολογία του! Αυτή η επιλογή δέν επιφέρει καμμία αξιολογική κρίση στην αντίστοιχη σπουδαιότητα των δύο πλευρών τού συστήματος, οι οποίες είναι απολύτως ουσιώδεις και αναγκαίως συνδεδεμένες στα μάτια τού συγγραφέως τους. Θελήσαμε μόνον να φωτίσουμε μερικά μέρη που δέν είναι πολύ γνωστά ή είναι κακώς κατανοούμενα! Και να βοηθήσουμε μ'αυτόν τον τρόπο, έμμεσα στην ταυτοποίηση η οποία είναι ακόμη αβέβαιη του μυστηριώδους Αρεοπαγίτη!
          Έτσι λοιπόν η έρευνά μας θα πορευθεί γύρω απο τις δύο ιεραρχίες. Θα την οδηγήσουμε κατά μήκος τών κατευθυντηρίων γραμμών οι οποίες ορίσθηκαν απο το ΙΙΙ κεφάλαιο της Ουράνιας Ιεραρχίας τής οποίας ο σκοπός είναι αρκιβώς ο καθορισμός τής Ιεραρχίας και η υπογράμμιση τής χρησιμότητάς της ! "Η Ιεραρχία είναι μία τάξις ιερά, μία επιστήμη, και μία ενέργεια πρός το θεοειδές ώς εφικτόν, αφομοιουμένη και ανεβαίνει και ανάγεται, πρός τας ενδιδομένας (τις προσφερόμενες) αυτή Θεόθεν ελλάμψεις αναλόγως επί το θεομίμητον". Στην συνέχεια τού κειμένου αναπτύσσεται αυτή η ίδια η ορολογία: "Σκοπός λοιπόν τις ιεραρχίας είναι η αφομοίωση και ένωση, κατά το εφικτό, πρός τον Θεό, έχοντας τον ίδιο ώς οδηγό για κάθε ιερή επιστήμη και ενέργεια, που αποβλέπει αταλάντευτα στην Θεϊκότατη ομορφιά του και την αποτυπώνει όσο είναι δυνατό. Όσους τον συμμερίζονται (τους εαυτού θιασώτας), τους κάνει αγάλματα Θεϊκά, καθρέφτες καθαρούς και ακηλίδωτους που δέχονται την αρχίφωτη Θεαρχική ακτίνα και απογεμίζουν με τρόπο ιερό απο την λάμψη που τους δίνεται και αυτή πάλι την ακτινοβολούν πλούσια στα επόμενά τους κατά τους Θεϊκούς ορισμούς".
          Μερικές γραμμές πιό κάτω η ιεραρχία μάς παρουσιάζεται πάλι σαν η ίδρυση μέσω της οποίας μάς χαρίστηκαν στην τάξη που θέλησε ο Θεός, η επιστήμη και η ενέργεια η οποία μας θεώνει: "όποιος λοιπόν μιλάει για ιεραρχία, δηλώνει γενικά μία ιερή διακόσμηση, που είναι εικόνα τής Θεαρχικής ομορφιάς και τελεί τα ιερά μυστήρια τού φωτισμού της με διευθετήσεις και γνώσεις με ιεραρχική σειρά και που όσο είναι επιτρεπτό αφομοιώνεται πρός την αρχή της ".
          Επειδή λοιπόν ο ορισμός είναι τόσο σταθερός και ακριβής μπορούμε φαίνεται να τηρήσουμε ήσυχα την τριπλή οπτική γωνία τής τάξεως, της ενέργειας και της επιστήμης, σαν καθοδηγητική αρχή της μελέτης μας. Χωρίς αμφιβολία δέν πρέπει να χωρίσουμε ποτέ αυτό που ο Διονύσιος κρατά με ζήλο ενωμένα. Αλλά θα τολμήσουμε να μελετήσουμε αργότερα αυτές τις τρείς πλευρές, εάν θέλουμε να μήν τις απομονώσουμε απο το όλον στο οποίο βρίσκονται εναρμονισμένες και βρίσκουν την σημασία τους.
          Θα αναπτύξουμε την έρευνα μας σε τέσσερις φάσεις, θα ξεκινήσουμε ορίζοντας στην μεγαλύτερη γενικότητά τους, τους τρείς συστατικούς χαρακτήρες τού αρεοπαγιτικού κόσμου. Στην συνέχεια θα δούμε πώς ο κόσμος των καθαρών νοητών πραγματοποιεί καθέναν απο αυτούς τους χαρακτήρες. Μία ανάλογη μελέτη θα πρέπει να εφαρμοστεί στον κόσμο των ανθρωπίνων νοητών και αυτό θα είναι το τρίτο μας μέρος. Το τέταρτο, τέλος, θα προσπαθήσει να ορίσει τον ρόλο και τον τόπο τού ενσαρκωθέντος Λόγου σ'αυτό το διπλό σύμπαν των αγγελικών και των ανθρωπίνων νοητών.

       (2)                         ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ.
Οι συστατικοί χαρακτήρες του Ιεραρχικού κόσμου!
Κεφάλαιο πρώτο.
          Ο Κόσμος σάν Τάξις, η ορολογία και οι πηγές της!
          
Image result for dionisio el areopagitaΤα αρχαία συστήματα, στο μεγαλύτερο τους μέρος, υπήρξαν φιλοσοφίες τής τάξης. Η ψυχή, η ορατή πόλις και η κοινωνία των νοητών πρέπει να επαναδημιουργήσουν κάθε μία με το τρόπο της, την τάξη την οποία τους παρουσιάζει το σύμπαν. Απο αυτή την ομοιότητα στην διαφορετικότητα  γεννιέται η εσωτερική συμφωνία κάθε στοιχείου, η αμοιβαία αρμονία των μερών και η συνοχή του όλου. Έτσι ακριβώς συστήνεται μία αληθινή ενότης, πηγή και συνθήκη όλου του πραγματικού κάλλους. Αυτές οι τυπικές έννοιες της κοσμολογίας, της πολιτικής και της αρχαίας ανθρωπολογίας καθόρισαν την σκέψη του ψευδο-Διονυσίου.
          Με ποιά έννοια και σε ποιό μέτρο;
          Δέν θα μπορούσαμε να απαντήσουμε σφαιρικά σ'αυτή την ερώτηση, διότι παράλληλα με μερικά φιλοσοφικά θέματα που μεταθέτει τουλάχιστον εν μέρει, ο Διονύσιος παρουσιάζει πολλά στοιχεία προερχόμενα απο την Βίβλο, την Πατερική ή την εκκλησιαστική γραμματεία. Η πραγματική του σκέψη και οι πηγές του πρέπει να εμφανισθούν περισσότερο μέσω τής μελέτης μερικών όρων και μερικών θεμάτων, στα οποία θα είναι δυνατόν να επισημάνουμε, με αρκετή διαύγεια, το ανακάτωμα των επιρροών και να συλλάβουμε με έναν πιό σίγουρο τρόπο την πραγματική πρωτοτυπία του συγγραφέως. 
          Αλλά ειδικά με τις φιλοσοφικές πηγές αυτό το ξεχώρισμα είναι πολύ αμφίβολο. Δέν μπορούμε να τακτοποιήσουμε με σιγουριά την ακριβέστατη καταγωγή, την άμεση, κάθε δανείου. Μερικές εκλεκτικές συνήθειες και η διαδεδομένη χρήση επιτομών και περιλήψεων έδωσαν κύρος, ταυτοχρόνως και πολύ συχνά για τα ίδια επιχειρήματα, σε εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους τρόπους σκέψης και πολύ συχνά και τους πιό αντιφατικούς. Όλες οι μεγάλες θεωρίες (δόγματα) έχασαν τα πιό ζωντανά χαρακτηριστικά τους, και καμμία δέν διδάσκεται στην καθαρή της μορφή, πολύ άσχημα υπερασπιζόμενο ή πολύ μέτρια επαναελεγχόμενα, τα αντίθετα συστήματα πλησίασαν μεταξύ τους  και συγχύστηκαν για να κρυσταλλώσουν τελικώς σε κάποιον κοινό τόπο. Με τον ίδιο τρόπο θα είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να ερευνήσουμε όλες τις πηγές, ιστορικά επιβεβαιωμένες του Αρεοπαγίτη. Η κατανόηση τής σκέψης του απαιτεί μάλλον περισσότερο να καθορισθούν οι παραδοσιακές θεωρίες, που παραλαμβάνει ή απο τις οποίες αντλεί έμπνευση! Αυτό θα προσπαθήσουμε να πετύχουμε για μερικούς απο τους όρους και τα θέματα που καθορίζουν την Αρεοπαγιτική τάξη ή συνδέονται μ'αυτή την έννοια.
          1. Τάξις και τα παράγωγά της.
          Ανάμεσα σε όλους τους όρους που εκφράζουν την ιδέα της τάξεως και τα παράγωγά της είναι εκείνοι στους οποίους οι διάφορες φιλοσοφίες, έδωσαν την μικρότερη προσοχή. Αυτοί οι όροι βρίσκουν τις πιό τυπικές εφαρμογές τους στην στρατιωτική ή στην πολιτική γλώσσα. Στην πρώτη περίπτωση, τάξις δείχνει την τοποθέτηση των στρατιωτών, την θέση ή τον τόπο κάθε στρατιώτη! Στην δεύτερη μπορεί να αναφέρεται στην πολιτική σύσταση (σύνταγμα) μίας πόλεως ή ενός κράτους. Είναι ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε την σημασία αυτού του ουσιαστικού σ'αυτή την διπλή σειρά συγκεκριμένων χρήσεων. Το βλέπουμε να περνά απο μία έννοια στενά υλική, εξωτερικής σημασίας σε εκείνη των νομοθετικών διαθέσεων, τοποθετήσεων και τάξεων με την κατηγορηματική σημασία του όρου, κοντά στην έννοια τής διαταγής. 
Το χριστιανικό λεξιλόγιο κληρονόμησε μερικούς απο αυτούς τους όρους. Κοινωνία οργανωμένη απο τον Θεό και για τον Θεό, η Εκκλησία έπρεπε αναγκαίως να υιοθετήσει και να διατηρήσει μία δική της σύσταση, ένα σύνταγμα και μία εσωτερική τάξη, όπως ο Εβραϊκός λαός, του οποίου είναι κληρονόμος, μιμούμενη επίσης την Θεία Σοφία η οποία εργάζεται στο Πάν με τάξη! [Δέν είναι τυχαίο ότι η Π.Δ αναφέρεται συχνά σαν ο Νόμος. Τα βιβλία της Πεντατεύχου περιγράφουν λεπτομερώς αυτή την νομοθεσία του Ισραήλ, στην οποία δέν αφήνεται τίποτε στον αυτοσχεδιασμό και στην αταξία]. Αυτή η αλήθεια δέν μπορούσε να διαφύγει της προσοχής των Πατέρων. Αυτή μάλιστα επιβεβαιώθηκε στις συνόδους. Όπως π.χ. οι κανόνες τής Νίκαιας. Οι κανόνες π.χ. 24 και 27 της συνόδου της Λαοδίκειας δείχνουν την Εκκλησιαστική τάξη, το Εκκλησιαστικό κράτος όπως το εννοούμε σήμερα!
          Μερικά δέ κείμενα, λειτουργικά και κανονικά, επέβαλλαν καθοριστικά την τάξη στο πνευμα και στην ζωή των πιστών. Μόνον ο τίτλος Αποστολικοί κανόνες (διαταγαί) είναι ήδη γεμάτος σημασία σχετικά με το θέμα, καθότι γνωρίζουμε ότι ο σκοπός όλων αυτών των πραγματειών είναι να σταθεροποιήσουν και να εξασφαλίσουν τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους διατάσσονται οι διάφορες τάξεις των πιστών και τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να υποταχθούν.
          Αυτές οι επισημάνσεις ξεκαθαρίζουν ήδη την χρήση τής λέξης τάξις στον Διονύσιο: δείχνει τόσο αγία τακτοποίηση του Θεού (τάξις Ιερά) όσο και ένα Θείο Νόμο (Θεσμός).
          Κάθε ιεραρχία είναι ένας καταστατικός χάρτης και το πάν γίνεται μέσα σε τάξη. Στην ουράνια ιεραρχία τα νοητά είναι διατεταγμένα σύμφωνα με μία ευταξία, με τους όρους μίας ευταξίας αγγελικής. Οι αρχάγγελοι, οι οποίοι είναι προορισμένοι στην ενοποίηση και στην καθοδήγηση των αγγέλων εκπληρώνουν τις λειτουργίες τους μέ τάξη και μέ αρμονία [και στους αγγέλους ενοποιεί κατά τας ευκόσμους αυτής (του βαθμού των αρχαγγέλων) και τεταγμένας και αοράτους ηγεμονίας]. Ο Θεός η πάντων υπερούσιος αρμονία τής εκάστου των λογικών τε και νοερών Ιεράς ευκοσμίας και τεταγμένης αγωγής προενόησεν, ότι και αυτή των ιεραρχιών εκάστη, τάξεις ιεροπρεπείς έθετο και πάσαν ιεραρχίαν ορώμεν εις τας πρώτας και μέσας και τελευταίας δυνάμεις διηρημένην" (ουρ. Ιεραρχία 273 Α/Β). Το πάν λειτουργεί εν τάξει, κατά τάξιν. Σε αμφότερες τις ιεραρχίες, τα νοητά έχουν μία ικανότητα ενταγμένη απέναντι στα Θεία πράγματα (πρός τα Θεία τεταγμένης έξεως). Εν τέλει, τόσο στην ουράνιο Ιεραρχία, όσο και στην Εκκλησιαστική ιεραρχία, δέν υπάρχει κάτι άτακτον, ούτε έλλειψη αρμονίας, ακόσμητον, ούτε σύγχυση (συμπεφορημένον), αλλά αρμονία (κόσμιον), τάξις (τεταγμένον) και ευτυχής ισορροπία (ευσταθές).
          Αλλά αυτή η τακτοποιημένη τάξις είναι επίσης και μία τάξις-εξουσία, ένας Θεσμός του Θεού, ο Θεός είναι τάξις, αρχή τάξεως. Δέν μπορεί να ισχύει κάτι άλλο στις ιεραρχίες παρά μόνον η τάξις.
          Οι Θείοι νόμοι συνιστούν μία άριστη τάξη (των Θείων θεσμών η άριστη διάταξις). Ο Θεός είναι η υπερούσιος αρχή όλης της ιεραρχίας (την υπερούσιον απάσης ιεραρχίας ταξιαρχίαν). Αποκλείει κάθε δυσαρμονία των όντων και τα οδηγεί στην τάξη της ταυτότητός των και την ορθότητά τους(εις την εύτακτον ταυτότητα και ορθότητα) Απο Αυτόν προοδεύει κάθε σύσταση, κάθε διάταξη και κάθε μακάρια διάθεση (εξ αυτής της Θεότητος... πάσα ή των όντων διάταξις τε και διακόσμησις). Και λειτουργεί ώς πρός τον Θεόν, μοναδικό Αγαθό, απο το οποίο όλα τα όντα είναι συντονισμένα (πάντα... πρός εν αγαθόν συντεταγμένα).
          Εάν οι Θείες διευθετήσεις είναι τέτοιες ώστε η τάξις να είναι αξεχώριστη, και εάν ο ίδιος ο Θεός είναι τάξις και αρχή τάξεως, είναι φανερό ότι η τάξις η οποία πραγματοποιείται στις ιεραρχίες, δέν θα είναι μόνον μία τυχαία περίπτωση μή-αναγκαία, αλλά η ίδια η έκφραση της Θείας θελήσεως. Επομένως φαίνεται να είναι δυνατόν να δεχθούμε a'priori τις ακόλουθες προτάσεις: τάξις και θεσμός είναι πράγματα δεμένα πάντοτε στο δίκαιο, στην νομοθεσία, να δεχθούμε και να θελήσουμε την ιεραρχική τάξη σημαίνει να εφαρμόσουμε τον Θείο νόμο, να ζήσουμε στο αγαθό και στο μέτρο του δυνατού, να είμαστε ώς πρός τον εαυτό μας Θείοι. Αντιθέτως η παρακοή του νόμου και της ιεραρχίας ή απλώς η παράκαμψή του, σημαίνει την απομάκρυνση απο τον Θείο Νόμο, να ζούμε στο κακό και να απομακρυνθούμε απο το Θείο.
          Αυτές οι βεβαιώσεις δικαιώνονται απο τα κείμενα! Το κακό για τον Διονύσιο, κατοικεί ουσιαστικά στην αταξία. "Δέν προέρχεται απο την ύλη, αλλά απο μία άτακτη κίνηση, αντίθεση στους κανόνες [τους οποίους μας επιβάλλει ο Θεός]" (ούκ εξ ύλης εν ψυχαίς το κανόν, αλλ'άξ ατάκτου και πλημμελούς κινήσεως). Ουσιαστικά είναι μίξις των ανομοίων ασύμμετρος. Το κακό λοιπόν μπορούμε να το ορίσουμε σαν μία διάσπαση της τάξεως, τής διευθετήσεως η οποία είναι επίσης μία τάξις-διαταγή προερχόμενη απο τον Θεό!
          Για να δούμε πρακτικά αυτό το δόγμα, πρέπει να αναφερθούμε στην επιστολή VIII, πρός τον μοναχό Δημόφιλο! Αυτός ο μοναχός άρπαξε ορισμένα λειτουργήματα που δέν του ανήκαν και γι'αυτό εξήλθε απο την ιεραρχική του τάξη. Μία παρόμοια συμπεριφορά αντιμάχεται τις διαταγές του Θεού και ο Διονύσιος το επιβεβαιώνει με αυτούς τους όρους. "Εάν η αταξία και η σύγχυση παραβιάζουν τις συνταγές και τους Θειότατους Νόμους, είναι αντιφατικό να ανατρέψουμε, ακόμη και χάριν του Θεού, την τάξη που μας έρχεται (Θεόδοτη) απο τον Θεό!" (ει γάρ ακοσμία και αταξία των Θειοτάτων έστι και όπως και θεσμών έκβασις, ούκ έχει λόγον υπέρ Θεού την Θεοπαράδοτον ανατρέπεσθαι τάξιν). Με άλλα λόγια, δέν μπορεί τίποτε να μας επιτρέψει, χωρίς να συγχύσουμε τον Θεό, να εγκαταλείψουμε τον εκκλησιαστικό βαθμό που μας έχει δοθεί. Η Τάξις είναι μία μορφή Θεσμού: η παραβίαση τής πρώτης σημαίνει αναπόφευκτα την παραβίαση και του δευτέρου!
          Ο Όρος της τάξεως μας παρουσιάζεται ήδη στην αληθινή του προοπτική: Είναι, μέσα στην ιεραρχία όπως και στην ατομική ψυχή, μία εικόνα της τάξεως που βασιλεύει στην Θεότητα και είναι μία εντολή του ιδίου του Θεού (θεσμός) αυτή η τάξις να γίνεται σεβαστή!

ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΕΣΤΩ ΑΜΥΔΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΠΣΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ; 
ΤΗΝ ΤΕΡΑΤΩΔΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ;

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Κριτικός Έλεγχος των Εφαρμογών της Θεολογίας 1 Ιωάννου Ρωμανίδη


Κριτικός Έλεγχος των Εφαρμογών της Θεολογίας 1

Ιωάννου Ρωμανίδη

https://de.scribd.com/document/758385364/Critical-Examination-of-the-Applications-of-Theology


Πρακτικά του Δευτέρου Συνεδρίου Ορθοδόξου Θεολογίας, στην Αθήνα, 19–29 Αυγούστου 1976, δημοσιευμένα με την επιμέλεια του Καθηγητή Σάββα Χρ. Αγουρίδη, σσ. 413–441. [Οι τελικές σημειώσεις, εκτός από τη σημείωση 1 (βλ. αμέσως παρακάτω), έχουν μεταφερθεί στο κάτω μέρος των σελίδων όπου υποδεικνύονται. Τυπογραφικά και ορθογραφικά σφάλματα έχουν διορθωθεί, καθώς και η αρίθμηση των υποσημειώσεων (αρχικά δύο σημειώσεις είχαν αριθμηθεί ως 13).]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1, από τις Τελικές Σημειώσεις: Το θέμα αυτής της εργασίας δεν επελέγη από εμένα, αλλά μου δόθηκε. Όπως θα καταστεί σαφές από τη μελέτη αυτής της εργασίας, ο κριτικός έλεγχος της θεολογίας προϋποτίθεται από τον «κριτικό έλεγχο των εφαρμογών της θεολογίας» και ταυτίζεται με αυτόν. Η δοκιμασία της αυθεντικότητας της θεολογίας και η εφαρμογή της θεολογίας είναι δύο όψεις μιας ταυτόσημης διαδικασίας, αφού μόνον εκείνος που αποκτά και κατέχει την αληθινή εφαρμογή της θεολογίας αποκτά και κατέχει την αληθινή και αυθεντική θεολογία. Η κάθαρση, ο φωτισμός και η θεωρία είναι τόσο η δοκιμασία όσο και η εφαρμογή της θεολογίας, δηλαδή: 1) το να μάθει κανείς να διακρίνει μεταξύ των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος και των κτισμάτων, ιδίως των δαιμονικών δυνάμεων, και 2) το να μετέχει στις πρώτες, επίσης, και να αποφεύγει τις τρίτες, δηλαδή τις δαιμονικές ή ανώμαλες επιδράσεις στην προσωπικότητα και στη διαδικασία της σκέψης του. Για την τεκμηρίωση των θέσεων που παρουσιάζονται στην παρούσα μελέτη παραπέμπω γενικά στην ακόλουθη επιλογή μελετών μου: Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρημα, Αθήνα 1957· Ἡ Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Ι, Θεσσαλονίκη 1973· Ρωμῃοσύνη, Ρωμανία, Ρουμέλη, Θεσσαλονίκη 1975· The Filioque, στο Κληρονομία, Θεσσαλονίκη, τόμ. 7, αρ. 2, Ιούλιος 1975, σσ. 285–314· «The Christology of St. John of Damascus», στο Papers, Dialogue Eastern and Oriental churches, επιμ. Μητροπολίτης Αξώμης Μεθόδιος, Αθήνα 1976, σσ. 46–52.[ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ. ΣΥΓΧΕΕΙ ΚΑΙ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΕΙ ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΝ ΚΡΙΝΕΙ Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ , Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.]

Το θέμα που βρίσκεται ενώπιόν μας προϋποθέτει μια αλληλεξάρτηση μεταξύ των θεωρητικών πτυχών οποιουδήποτε επιστημονικού κλάδου και της πρακτικής εφαρμογής του είτε στις ανάγκες του ανθρώπου είτε στη δοκιμασία και προώθηση των ίδιων των θεωρητικών πτυχών της εν λόγω επιστήμης. Έχουμε εδώ τόσο την έρευνα για την αποκάλυψη της γνώσης χάριν της γνώσης, η οποία με τον καιρό μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, όσο και την έρευνα σε έναν επιστημονικό κλάδο του οποίου η δυνατότητα εφαρμογής στις ανάγκες της κοινωνίας γενικά και του ανθρώπου ειδικότερα είναι ήδη γνωστή.

Η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος έχει αναπτύξει έναν συνδυασμό φαντασιακής διατύπωσης θεωρητικών υποθέσεων και υποβολής αυτών στον κριτικό έλεγχο του επαναλαμβανόμενου πειραματισμού, ώστε να φανεί υπό ποιον συνδυασμό διατάξεων των στοιχείων και των περιστάσεών τους προκύπτουν τα θεωρητικά προβλεπόμενα αποτελέσματα. Αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη οργάνων ικανών να ανιχνεύουν, να μετρούν και να αναλύουν όχι μόνο πράγματα που βρίσκονται ενώπιόν μας, αλλά και αντικείμενα εκατομμύρια μίλια μακριά, είναι συγκλονιστικό για όσους προσπαθούν να παραμένουν ενημερωμένοι.

Ωστόσο, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν με τόση επιτυχία στο πεδίο της φυσικής και βιολογικής δομής του σύμπαντος δεν συνάντησαν την ίδια επιτυχία σε άλλες ερευνητικές προσπάθειες, όπως η ιστορία, η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, η οικονομία, η ψυχολογία, η παιδαγωγική, η θρησκεία και οι περισσότερες θεολογίες.

Σχεδόν όλες οι θεολογίες έχουν παρασυρθεί, μαζί με σχεδόν όλες τις φιλοσοφίες, από το σύγχρονο κριτικό πνεύμα, το οποίο δεν μπορεί πλέον να επιτρέψει κύρος στη θεωρητική εικοτολογία, εκτός εάν αυτή μετασχηματιστεί σε δοκιμασμένα αξιώματα, τα οποία με τη σειρά τους παραμένουν πάντοτε ανοικτά σε περαιτέρω δοκιμασία και τροποποίηση.

Ακόμη και η ίδια η ιδέα αμετάβλητων και αναλλοίωτων αληθειών, που υποτίθεται ότι είναι κρυμμένες μέσα στη δομή της παρατηρήσιμης και μετρήσιμης ή της αόρατης και μη μετρήσιμης πραγματικότητας, ή ότι υπόκεινται σε αυτήν ή την υπερβαίνουν, τόσο αγαπητή στα φιλοσοφικά και θεολογικά συστήματα της λατινικής και προτεσταντικής παραδόσεως, έχει σοβαρά αποδυναμωθεί από τη συντριπτική μαρτυρία ότι όλα τα πράγματα, έστω και αν υπόκεινται σε ένα συνεχές και επαναλαμβανόμενο πρότυπο, βρίσκονται σε μια σταθερή κατάσταση αλλαγής, ανάπτυξης και μεταμόρφωσης.

Υπάρχει μια νότα χιούμορ όταν ακούει κανείς εκείνες τις θρησκευτικές ομάδες, οι οποίες άλλοτε μιλούσαν τόσο πολύ για την αξία εκείνων των πραγμάτων που δεν αλλάζουν και δεν φθείρονται, να μιλούν τώρα συνεχώς για την αλλαγή και για τα θαύματα και την αξία της, ακόμη και ως προς το να φέρει τους διαιρεμένους χριστιανούς σε μια πάντοτε μεταβαλλόμενη και αναπτυσσόμενη ενότητα.

Αναλαμβάνουμε το θέμα μας έχοντας κατά νουν τον κριτικό έλεγχο που χρησιμοποιείται στα πεδία της έρευνας γενικά, το θέμα αυτού του Συνεδρίου και τον τίτλο αυτής της υποενότητας, «Η Θεολογία στην Ανανέωση της Ζωής της Εκκλησίας»².

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να συζητήσουμε το θέμα μας σχετικά με την εφαρμοσμένη θεολογία, εάν δεν καθορίσουμε ποια είναι η θεολογία την οποία εφαρμόζουμε. Επομένως, ένας κριτικός έλεγχος δεν μπορεί να περιοριστεί στην εφαρμογή, αλλά πρέπει να αρχίσει από την ίδια τη Θεολογία η οποία εφαρμόζεται.

Α. ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσει κανείς είναι: μπορεί κάποια υπάρχουσα μέθοδος έρευνας και ελέγχου, από αυτές που χρησιμοποιούνται σήμερα στους επιστημονικούς και κοινωνιολογικούς κλάδους, να εφαρμοστεί στην Ορθόδοξη Θεολογία και στις εφαρμογές της;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το ποιο είναι το αντικείμενο και ο σκοπός της Ορθόδοξης Θεολογίας και από το πώς αυτά εφαρμόζονται.

Εδώ συναντούμε αμέσως το ερώτημα που αφορά τη φύση της θεολογίας και την εφαρμογή κριτηρίων για τον έλεγχο της αυθεντικότητάς της.


Είναι η Θεολογία αυθεντικώς αποκεκαλυμμένη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί και να υποβληθεί σε κριτικό έλεγχο με μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε άλλους κλάδους;


Ή μήπως είναι η διατύπωση θεωρητικών υποθέσεων, οι οποίες μπορούν να ελεγχθούν επιστημονικά με μεθόδους που χρησιμοποιούνται και να γίνουν δεκτές ως δογματικά αξιώματα;


Ή μήπως η Θεολογία είναι ένας συνδυασμός αυθεντικώς αποκεκαλυμμένων δογματικών αξιωμάτων, τα οποία μπορούν να διερευνηθούν από τον λόγο προς μια προοδευτικώς καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση;

Και στις τρεις δυνατότητες, το ίδιο το ζήτημα της αποκάλυψης παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα για την εφαρμογή των μεθόδων έρευνας και ελέγχου που είναι γνωστές και χρησιμοποιούνται σήμερα στην έρευνα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οτιδήποτε γίνεται δεκτό ως αποκάλυψη είναι το ίδιο το κριτήριο και δεν μπορεί το ίδιο να υπόκειται σε κριτική εξέταση και αξιολόγηση με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη γνώσης μέσω της έρευνας, εκτός εάν αυτό που τελικά γνωρίζεται ανήκει στο ίδιο είδος γνώσης. Τότε, εκείνο που θεωρείται από ορισμένους ως αποκεκαλυμμένα δόγματα και αξιώματα σε μια εποχή μπορεί είτε να απορριφθεί από την κριτική εξέταση σε μια μεταγενέστερη εποχή, είτε το θέλουν είτε όχι οι θιασώτες αυτών των δογμάτων, είτε τελικά να καταλήξει να υποστηρίζεται από το αποτέλεσμα της έρευνας. Το τελευταίο προϋποθέτει ότι ένα στοιχείο αποκαλυπτικής εμπειρίας έχει βρεθεί αληθές από την επιστημονική ή κοινωνιολογική έρευνα.

Ι. α. Εφόσον ο κριτικός έλεγχος των εφαρμογών της Θεολογίας εξαρτάται άμεσα από το τι εννοεί κανείς με τον όρο αποκάλυψη, μπορεί να είναι χρήσιμο να επισημανθεί γενικά τι συνέβη σε εκείνες τις λατινικές και προτεσταντικές θεολογικές παραδόσεις, οι οποίες ταύτισαν είτε τον πυρήνα της αποκάλυψης είτε το σύνολο της αποκάλυψης με τη Βίβλο.

Φαίνεται ότι ήταν αναπόφευκτο οι λατινικές και προτεσταντικές αυτές παραδόσεις να οδηγηθούν στην απότομη αφύπνιση που τους επέφερε ολόκληρη η ανάπτυξη της δικής τους βιβλικής κριτικής, βασισμένης στην ιστορική έρευνα: 1) για την ανασυγκρότηση της ιστορικής καταστάσεως μέσα στην οποία γράφτηκε κάθε μέρος της Βίβλου, 2) για την εξέταση των λογοτεχνικών και κηρυγματικών μορφών και μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν και τη σύγκρισή τους με εξωβιβλικά δεδομένα, και 3) για τη σύγκριση των βιβλικών ιδεών με εξωτερικά σχήματα σκέψης και πεποιθήσεις, προκειμένου να καθοριστούν βαθμοί αλληλεξάρτησης.

Είναι προσωπική μου γνώμη ότι τα αποτελέσματα, αν και καταστροφικά για τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, υπήρξαν μια πολύτιμη κάθαρση και θα έπρεπε να αποτελέσουν πολύτιμο μάθημα για εκείνους τους Ορθοδόξους που εγκατέλειψαν την Πατερική παράδοση και είτε οι ίδιοι ταύτισαν την αποκάλυψη με τη Βίβλο είτε πιστεύουν ότι οι Πατέρες ταυτίζουν την αποκάλυψη με τη Βίβλο.

Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι σύγχρονοι «Ορθόδοξοι» φονταμενταλιστές, οι οποίοι φέρουν το όνομα «συντηρητικοί», και στη δεύτερη ανήκουν οι σύγχρονοι «Ορθόδοξοι» αντιφονταμενταλιστές, οι οποίοι μπορεί να φέρουν το όνομα «φιλελεύθεροι». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διακρίσεις αυτές δεν θεμελιώνονται στην Πατερική παράδοση, αφού οι Πατέρες δεν είναι φονταμενταλιστές.

β. 1) Η λατινική και προτεσταντική θέση ότι η Βίβλος είναι ο Λόγος του Θεού, ή η αποκάλυψη, πηγάζει πρωτίστως από τον Αυγουστίνο, ο οποίος πίστευε ότι ο Θεός εμφανίζεται στους προφήτες μέσω κτισμάτων, τα οποία ο Θεός φέρνει στην ύπαρξη, ώστε μέσω αυτών να μπορεί να ιδωθεί και να ακουστεί³.

Αφού ιδωθεί και ακουστεί με αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει στη συνέχεια αυτά τα κτιστά μέσα μιας τέτοιας αποκάλυψης στη μη ύπαρξη. Αυτή η αποκάλυψη μέσω ορατών και ακουστών συμβόλων, τα οποία έρχονται στην ύπαρξη και παρέρχονται από αυτήν και φθάνουν στον νου του προφήτη και του αποστόλου μέσω της αισθητής εμπειρίας, είναι η κατώτερη μορφή αποκάλυψης⁴.


Η ανώτερη μορφή αποκάλυψης είναι η άμεση έγχυση στον προφητικό και αποστολικό νου της έννοιας, της ιδέας ή της διδασκαλίας που ο Θεός θέλει να αποκαλυφθεί⁵.


Εκτός από αυτές τις δύο μορφές αποκάλυψης, υπάρχει επίσης η όραση ή εμπειρία της θείας «ουσίας»(?) μέσω της υπέρβασης, από την ψυχή, όλων των φυσικών και αισθητηριακών περιορισμών του χώρου και του χρόνου μέσω μη διασκεπτικής έκστασης. Μια τέτοια εμπειρία, όμως, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την αποκάλυψη, εκτός εάν ιδέες και έννοιες σχετικά με τον Θεό μεταβιβάζονται στον νου για να παραδοθούν σε άλλους. Ωστόσο, αυτό δεν είναι εκείνο που συμβαίνει σε τέτοιες εκστάσεις, οι οποίες συνδέονται συνήθως με πλήρη απώλεια επαφής με τον χώρο και τον χρόνο και, επομένως, με τα εμπειρικά περιεχόμενα αυτών. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η εκστατική διαίσθηση υποτίθεται ότι είναι εμπειρία του νου, βοηθούμενη από τη χάρη και απελευθερωμένη από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή από φυσικούς και αισθητηριακούς περιορισμούς, και από πατερική άποψη είναι δαιμονική⁶.

Οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες συμφωνούσαν γενικά ως προς τα σημεία 1) και 2), αλλά όχι σε κάθε περίπτωση ως προς το σημείο 3), το οποίο συνδεόταν με τη μοναστική θεωρία, που απορρίφθηκε γενικά από τον Προτεσταντισμό και πάντοτε από τους Ορθοδόξους.

Αυτό που παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον σχετικά με τα σημεία 1) και 2) είναι ότι παγίδευσαν τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις στις φονταμενταλιστικές θέσεις, τις οποίες η σύγχρονη προτεσταντική και λατινική βιβλική κριτική εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται να ελέγχει και κυριολεκτικά να καταστρέφει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πιο αδύναμο μέρος του βιβλικού φονταμενταλισμού είναι η ιδέα ότι η Βίβλος δεν είναι μόνο θεόπνευστη, αλλά και βιβλίο υπαγορευμένο από τον Θεό, προκειμένου να είναι η αποκάλυψή Του προς τον άνθρωπο.

Έτσι ολόκληρη η Βίβλος έγινε ένα μεγάλο αποκεκαλυμμένο αξίωμα, το οποίο ίσχυε ως κριτήριο όχι μόνο σε ζητήματα που αφορούν τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν τη δομή του σύμπαντος, τη διαδικασία της ανάπτυξης στη φύση και την ιστορία του ανθρώπου.

Το εκπληκτικό είναι ότι μέσα στις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις η Βίβλος εξακολουθεί να εξισώνεται με την αποκάλυψη από εκείνους που παραμένουν πιστοί με μια περισσότερο ή λιγότερο παραδοσιακή έννοια, παρά τη σύγχρονη κριτική έρευνα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η μόνη κατανόηση της αποκάλυψης που γνωρίζουν οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες είναι η αποκάλυψη εννοιών, οι οποίες μπορούν να κατανοηθούν από έναν πιστό και χαριτωμένο νου.

γ. Προκειμένου να ολοκληρώσουμε αυτές τις παρατηρήσεις σχετικά με τη χρήση του κριτικού ελέγχου μέσα στις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, θα πρέπει να έχουμε κατά νουν τις ακόλουθες γενικές ιστορικές τάσεις στην ανάπτυξη αυθεντικών κριτηρίων για την ερμηνεία της Γραφής και τη διατύπωση συμβολικών, ομολογιακών και δογματικών τύπων.

Μόλις γίνει δεκτή η εξίσωση της Βίβλου με την αποκάλυψη, καθίσταται αναπόφευκτο να βρεθεί μια αυθεντία για την ορθή δογματική ή ομολογιακή ερμηνεία της Βίβλου, η οποία να συνυπάρχει μέσα στην ιστορία με τη Βίβλο.

Ο καθορισμός της φύσης και των ορίων αυτής της αυθεντίας διέπεται αυτομάτως από το γεγονός ότι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναφοράς, η αποκάλυψη έχει ήδη ταυτιστεί ή αναχθεί σε αποκάλυψη λεκτικών και εικονικών συμβόλων σχετικά με τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο και τον άνθρωπο διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Ο λόγος αυτής της αποκάλυψης λόγων και εικονικών συμβόλων θεωρείται αναπόφευκτα ότι είναι τόσο καθήκον όσο και ικανότητα του ανθρώπου να κατανοήσει, διά της πίστεως και της χάριτος, το νόημα αυτών των λόγων και εικόνων.

Αυτό σημαίνει ότι η αποκάλυψη απευθύνεται στις υπάρχουσες ικανότητες του ανθρώπου να κατανοεί μέσω της πίστεως και της χάριτος, αλλά και ότι η ίδια η αποκάλυψη είναι ένα δεδομένο μέγεθος σε ολοκληρωμένη μορφή, το οποίο μπορεί να κατέχεται ποσοτικά τόσο από τους μεμονωμένους πιστούς όσο και από το συλλογικό σώμα της Εκκλησίας, ακόμη και από αιρετικούς και μη πιστούς.

Γι’ αυτό οι Αμερικανικές και Βρετανικές Βιβλικές Εταιρείες είναι τόσο πρόθυμες να διανείμουν μια Βίβλο σε κάθε άνθρωπο στον κόσμο. Στην πραγματικότητα διαδίδουν την αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο με την πεποίθηση ότι όσοι είναι προορισμένοι για τη σωτηρία θα εμπνευσθούν από το Άγιο Πνεύμα να διαβάσουν αυτή την αποκάλυψη μέσω της πίστεως και να την κατανοήσουν.

Μέχρι την εποχή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, οι Λατίνοι γενικά αποδέχονταν την πεποίθηση του Αυγουστίνου ότι η Εκκλησία είναι μια κοινωνία προορισμένων πιστών, στους οποίους έχει δοθεί το χάρισμα της κατανόησης της αποκάλυψης μέσα στη Βίβλο, αφού έχουν αποδεχθεί αυτή την αποκάλυψη διά της πίστεως. Για τον Αυγουστίνο η τελική αυθεντία για την ερμηνεία της δεδομένης αποκάλυψης είναι η Εκκλησία.

Ωστόσο, η Εκκλησία για τον Αυγουστίνο δεν έχει εξαρχής πλήρη κατανόηση των διδασκαλιών του Χριστού. Όπως ακριβώς οι μεμονωμένοι πιστοί πρέπει πρώτα να αποδεχθούν το δόγμα διά της πίστεως, με βάση την αυθεντία της Εκκλησίας, και έπειτα να καταβάλουν προσπάθεια να οικοδομήσουν μια κατανόηση αυτής της πίστης, έτσι, με παρόμοιο τρόπο, και η Εκκλησία αυξάνει επίσης τη δική Της κατανόηση της αποκάλυψης με την πάροδο του χρόνου.

Στη βάση αυτής της έννοιας της αποκάλυψης και της κατανόησής της από τους μεμονωμένους πιστούς και την Εκκλησία, η οποία έγινε η ραχοκοκαλιά της φραγκολατινικής παράδοσης, ιδίως προς υποστήριξη του Filioque, βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο Θεός έδωσε τη Βίβλο και το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Εκκλησία να έχει την αποκάλυψη μέσα σε ένα βιβλίο και να αποκτά κατανόηση από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο διδάσκει την Εκκλησία και τους πιστούς Της πώς να κατανοούν αυτό το Βιβλίο.

Έτσι, για τον Αυγουστίνο, η υπόσχεση του Χριστού ότι θα δώσει στους Αποστόλους το δώρο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα και το οποίο θα οδηγήσει τους ίδιους τους Αποστόλους «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν», μετασχηματίζεται σε υπόσχεση ότι το Άγιο Πνεύμα θα οδηγήσει όχι μόνο τους πιστούς γενικά σε όλη την αλήθεια, αλλά και την ίδια την Εκκλησία σε όλη την αλήθεια.

Έτσι, περίπου 350 χρόνια μετά την Πεντηκοστή, δηλαδή το έτος 393, ο Αυγουστίνος κάνει την ακόλουθη αξιοσημείωτα αφελή δήλωση στη διάλεξή του προς τους επισκόπους της Ρωμαϊκής Επαρχίας της Αφρικής, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Καρχηδόνα: «Ως προς το Άγιο Πνεύμα, όμως, δεν έχει υπάρξει ακόμη, εκ μέρους των μορφωμένων και διακεκριμένων ερευνητών των Γραφών, μια συζήτηση του θέματος αρκετά πλήρης ή αρκετά προσεκτική, ώστε να μας καταστήσει δυνατό να αποκτήσουμε μια νοητή σύλληψη του τι συνιστά την ιδιαίτερη ατομικότητά Του (proprium)»⁷.

Για τον Αυγουστίνο, όπως είναι γνωστό, πρώτα αποδέχεται κανείς τη Βίβλο και τα δόγματα διά της πίστεως και με την αυθεντία της Εκκλησίας, και έπειτα καταβάλλει κάθε προσπάθεια να κατανοήσει διανοητικά.

Αλλά, σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, εκείνος που συμφιλιώνεται με τον Θεό και γίνεται φίλος Του δεν φθάνει μόνο στο να γνωρίζει διανοητικά τις πράξεις και τη δόξα του Θεού, αλλά «όλα τα μυστικά πράγματα του Θεού», συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της ουσίας του Θεού.

Ο Αυγουστίνος διατυπώνει τη θέση του πολύ καθαρά: «Και καθόσον, αφού συμφιλιωθούμε και επανέλθουμε στη φιλία μέσω της αγάπης, θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε όλα τα μυστικά πράγματα του Θεού, γι’ αυτόν τον λόγο λέγεται περί του Αγίου Πνεύματος ότι “θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια”»⁸.

Το τι εννοεί ο Αυγουστίνος με μια τέτοια γλώσσα καθίσταται πολύ σαφές από όσα λέγει αλλού, αρκετά χρόνια αργότερα. «Δεν θα βραδύνω να ερευνήσω την ουσία του Θεού, είτε μέσω της Γραφής Του είτε μέσω του κτίσματος»⁹. Αυτή η διερεύνηση της ουσίας του Θεού μέσω των Γραφών και της φιλοσοφίας παρέμεινε η σταθερή θεολογική μέθοδος του Αυγουστίνου και έγινε ο κεντρικός πυρήνας της φραγκικής θεολογικής παράδοσης, η οποία σήμερα αποκαλείται συνήθως σχολαστική θεολογία.

Ολόκληρη η αυγουστίνεια προσέγγιση της Βίβλου και της θεολογίας προϋποθέτει την ύπαρξη άκτιστων καθολικών εννοιών και, επομένως, μια πραγματική ομοιότητα μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων Του ή μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού, κατά τέτοιον τρόπο ώστε και τα δύο να ανήκουν σε ένα ενιαίο σύστημα αλήθειας, το οποίο μπορεί να συλληφθεί από τον ανθρώπινο νου, ιδίως όταν δέχεται την αποκάλυψη, και το οποίο, συνεπώς, μπορεί να εκφραστεί επαρκώς με λέξεις και εικόνες που φέρουν έννοιες.

Το πρώτο καταστροφικό πλήγμα εναντίον αυτής της προσέγγισης δόθηκε από τους νέους οπαδούς του Αριστοτέλη στο φραγκικό βασίλειο του 13ου αιώνα, προκαλώντας την εμφάνιση της θωμιστικής σύνθεσης μεταξύ Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Αυγουστίνου, στην οποία προστέθηκε μια φραγκική παραμόρφωση του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και του Ιωάννη του Δαμασκηνού.

Το παράξενο είναι ότι οι Φράγκοι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι τόσο ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης όσο και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός συμφωνούν πλήρως με τους προγενέστερους Πατέρες ότι δεν υπάρχουν άκτιστες καθολικές έννοιες των οποίων τα κτίσματα θα μπορούσαν να είναι αντίγραφα, αφού δεν υπάρχει απολύτως καμία ομοιότητα μεταξύ του κτιστού και του ακτίστου. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι Φράγκοι ανύψωσαν τον Αυγουστίνο στη θέση του μεγαλύτερου Πατέρα της Εκκλησίας και του καλύτερου εκφραστή της Πατερικής παράδοσης, του οποίου η θεολογία υποτίθεται ότι είναι όχι μόνο ίδια με εκείνη των άλλων Πατέρων, αλλά και το καλύτερο παράδειγμα Πατερικής Θεολογίας. Εφόσον έτσι έχει το πράγμα για τη φραγκική θεολογική φαντασία, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ του Αυγουστίνου και των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας. Επομένως, αφού ο Αυγουστίνος αποδέχεται τα πλατωνικά καθολικά, πρέπει να τα αποδέχονται και όλοι οι Πατέρες.

Η επόμενη καταστροφική επίθεση κατά της πλατωνικής βάσης της αυγουστίνειας φραγκικής παράδοσης προήλθε από τους Νομιναλιστές, έπειτα από τον Μαρτίνο Λούθηρο, και τέλος η πλήρης καταστροφή αυτής της βάσης επήλθε στα τέλη του περασμένου αιώνα με την κατάρρευση των παραδοσιακών αντιλήψεων περί φιλοσοφίας. Η συσσώρευση τόσων πολλών μαρτυριών από τη σύγχρονη επιστήμη ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ύπαρξη αμετάβλητων και αναλλοίωτων φύσεων, μορφών και ειδών οπουδήποτε, έχει αφήσει μια τεράστια αμφιβολία σχετικά με τη δυνατότητα ύπαρξης αμετάβλητων αρχετύπων, των οποίων τα πράγματα του σύμπαντος υποτίθεται ότι είναι αντίγραφα. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε σε μια γενική κατάρρευση της παλαιάς λατινικής και προτεσταντικής πίστης στην ύπαρξη αλήθειας, νόμου και ηθικών κανόνων σε αμετάβλητες μορφές, οι οποίες μπορούν να λειτουργούν ως κριτήρια στη διαδικασία της ανθρώπινης σκέψης. Ακόμη και η παλαιά εμπιστοσύνη των Νομιναλιστών και του Λουθήρου ότι η ίδια η Βίβλος είναι η αμετάβλητη αλήθεια, ο νόμος και ο ηθικός κανόνας που αποκαλύφθηκε από τον Θεό, έχει εξατμιστεί υπό την πίεση της βιβλικής κριτικής.

δ. Ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η λατινική και προτεσταντική παράδοση είναι ότι η ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο εγκαθίδρυσε τη Βίβλο όχι μόνο ως το κατ’ εξοχήν κριτήριο της διδασκαλίας της Εκκλησίας, αλλά και τοποθέτησε τη Βίβλο πάνω και υπεράνω των ίδιων των προφητών και των Αποστόλων. Οι προφήτες και οι Απόστολοι δεν είναι οι ίδιοι αλάθητοι διδάσκαλοι σχετικά με τον Θεό και το θέλημά Του και τη σχέση Του με τον κόσμο εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος, αλλά τα μέσα και τα όργανα μέσω των οποίων ο ίδιος ο Θεός διδάσκει αλαθήτως αυτό που θέλει, με λέξεις και εικόνες που φέρουν έννοιες. Η έμπνευση, έτσι, δεν είναι μια συνεχής πνευματική κατάσταση του προφήτη και του αποστόλου, αλλά μια κατάσταση περιορισμένη χρονικά στη διάρκεια του γεγονότος μέσω του οποίου ο Θεός μεταδίδει στην ανθρωπότητα τη συγκεκριμένη αποκάλυψη εννοιών και λέξεων και εικόνων που φέρουν έννοιες, διαμέσου ενός προφήτη ή Αποστόλου. Έτσι ο προφήτης και ο Απόστολος είναι θεόπνευστος κατά την αποκαλυπτική εμπειρία της λήψης και της καταγραφής του λόγου του Θεού. Είναι μάλιστα δυνατόν εκείνος που λαμβάνει και γράφει να μην κατανοεί πλήρως και ακριβώς τι λαμβάνει και τι γράφει· και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ο Αυγουστίνος και οι οπαδοί του φαίνεται να λέγουν στην πραγματικότητα ότι η Εκκλησία, με την πάροδο του χρόνου, κατανοεί καλύτερα από τους ίδιους τους αποδέκτες της αποκάλυψης το νόημα της Γραφής.

Σε κάθε περίπτωση, μέσα στο πλαίσιο τέτοιων προϋποθέσεων, ο προφήτης και ο Απόστολος μπορεί επίσης να βρίσκεται σε κατάσταση πλάνης ή έλλειψης ορθής ή πλήρους κατανόησης, όταν δεν βρίσκεται στην κατάσταση της έμπνευσης κατά τη λήψη και καταγραφή ή μετάδοση του λόγου του Θεού.

Είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μπορεί να αποφευχθεί η εικοτολογία σχετικά με το νόημα της αποκάλυψης μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μια παράδοση ερμηνείας μπορεί να παραδοθεί από τους προφήτες και τους Αποστόλους μαζί με τη Βίβλο. Αλλά εάν αυτή η ερμηνευτική παράδοση δεν είχε ενσωματωμένη μέσα της κάποια εγγύηση αλάθητης ερμηνευτικής έμπνευσης, δεν θα υπήρχε καμία εγγύηση ορθής κατανόησης. Οι λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις έχουν κατανοήσει μια τέτοια εγγύηση ως το Άγιο Πνεύμα που δόθηκε στην Εκκλησία από τον Θεό διά του Χριστού, με τις πρώτες να καταλήγουν να πιστεύουν ότι ο Λατίνος Πάπας της Ρώμης είναι το κέντρο μιας τέτοιας εγγύησης, και με τις δεύτερες να πιστεύουν γενικά ότι το Άγιο Πνεύμα εμπνέει άτομα και ομάδες ατόμων με μέσα λιγότερο θεσμοποιημένα από τους Πάπες και τις Συνόδους των επισκόπων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δυσκολεύεται κανείς να διαφοροποιήσει τις ρωσικές ορθόδοξες αποκλίσεις από την Πατερική παράδοση, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, αν όχι και νωρίτερα, από τις γενικές λατινικές και προτεσταντικές προσεγγίσεις που περιγράφηκαν παραπάνω, εκτός από το ότι η Οικουμενική Σύνοδος τέθηκε ως η τελική και ύψιστη αυθεντία της βιβλικής, δογματικής και ηθικής διδασκαλίας. Αν και το σχήμα μιας τέτοιας προσέγγισης βρίσκεται στην παράδοση, η ρωσική της μορφή μοιάζει περισσότερο με τις φονταμενταλιστικές δυτικές συνοδικές θεωρίες του 14ου–16ου αιώνα.

Φαίνεται αρκετά σαφές ότι η λατινική και προτεσταντική ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο εισέβαλε στο Βασίλειο της Ελλάδος τον περασμένο αιώνα με την κάθοδο της ρωσικής θεολογίας και από εκεί βρήκε τον δρόμο της στα Τέσσερα Πατριαρχεία των Ρωμαίων της Νέας Ρώμης, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ, λόγω της γενικής εξασθένισης του πατερικού μοναχισμού που προκλήθηκε από την επιθυμία μίμησης της μετά τον Μέγα Πέτρο τσαρικής ρωσικής Ορθοδοξίας, η οποία έγινε πολύ ευρωπαϊκή και, επομένως, πολύ σύγχρονη, πολύ πλούσια, πολύ ισχυρή και πολύ ελκυστική.

ε. Σε κάθε περίπτωση, από την άποψη της μεθόδου της επιστημονικής έρευνας, η λατινική και προτεσταντική ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο μπορεί να ελεγχθεί και να αποδειχθεί με την παρατήρηση επαναλήψεων στην τρέχουσα ανθρώπινη εμπειρία ανθρώπων σήμερα που λαμβάνουν αποκαλύψεις με λόγια και εικόνες από τον Θεό. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ο Μωάμεθ ήταν ένα τέτοιο παράδειγμα, και μπορεί κανείς να βρει και άλλα. Αλλά οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες γενικά αρνούνται τη δυνατότητα τέτοιων αποκαλύψεων, ισχυριζόμενοι ότι η Βίβλος είναι ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός.

Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε τίποτε να ελέγξουμε και να αποδείξουμε ως προς την τρέχουσα θρησκευτική ή αποκαλυπτική εμπειρία, εκτός εάν η «πεντηκοστιανή» γλωσσολαλία, που είναι τώρα τρέχουσα στις λατινικές και προτεσταντικές Εκκλησίες, μπορεί να ελεγχθεί ως προς την ομοιότητα ή την ταυτότητά της με πνευματικές και αποκαλυπτικές εμπειρίες καταγεγραμμένες μέσα στη Βίβλο.

Δεδομένου του μοναδικού και μη επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα που αποδίδεται στη Βίβλο από τους Λατίνους και τους Προτεστάντες, υπάρχει επίσης η προσέγγιση της σύγκρισης των βιβλικών δεδομένων με εξωβιβλικά και εξωιουδαιοχριστιανικά δεδομένα, για να φανεί πόσο μοναδική είναι η Βίβλος και για να φανεί αν, ίσως, οι βιβλικοί συγγραφείς έχουν επηρεαστεί από το περιβάλλον τους μάλλον παρά άμεσα από τον Θεό, όπως ισχυρίζονται, και σε ποιον βαθμό.

Φαίνεται ότι αυτή η τελευταία προσέγγιση υπήρξε η κυρίαρχη στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλικές σπουδές, ιδίως από τις αρχές του περασμένου αιώνα.

Είναι προσωπική μου γνώμη ότι τα γενικά αποτελέσματα υπήρξαν αρκετά καταστροφικά για την αυγουστίνεια φραγκική παράδοση, από την οποία προέρχονται τόσο οι λατινικές όσο και οι προτεσταντικές παραδόσεις. Από τη μία πλευρά, ο Αυγουστίνος δεν παρατίθεται πλέον απλώς για να αποδείξει θέσεις, αλλά τίθεται ο ίδιος υπό αμφισβήτηση. Δεν θεωρείται πλέον αυτομάτως ως εκείνος που κατανόησε τη Βίβλο καλύτερα από όλους τους άλλους Πατέρες. Και όχι μόνο έχει καταρρεύσει η σχολαστική παράδοση, αλλά έχει επίσης αποδυναμωθεί η αυθεντία τέτοιων Μεταρρυθμιστών όπως ο Μαρτίνος Λούθηρος και ο Ιωάννης Καλβίνος.

Φαίνεται σχεδόν σαν η παράδοση του λατινικού και προτεσταντικού συστηματικού θεολόγου που δίνει κατευθυντήριες γραμμές να έχει αντικατασταθεί από μια νέα παράδοση του προτεστάντη βιβλικού επιστήμονα που δίνει κατευθυντήριες γραμμές, με τους λατίνους βιβλικούς επιστήμονες να ακολουθούν πλέον από πίσω και ορισμένους ορθοδόξους βιβλικούς επιστήμονες να ακολουθούν μάλλον με την όσφρηση παρά με την όραση και την κατανόηση.

Συνεχίζεται
 
ΘΕΛΕΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ!! ΕΝΑΣ ΚΑΝΤ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ, ΤΗΣ ΘΕΩΣΗΣ. 
ΟΛΑ ΟΡΘΟΔΟΞΑ.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία (5)

Συνέχεια από Σάββατο 5 Απριλίου

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία ε
Του Ernst Benz, από το βιβλίο: Ausserirdische Welten, Von Kopernikus zu den Ufos.
.
(Εξωγήϊνοι κόσμοι, από τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο), Aurum Verlag, Edition 2000
Το σοκ που προκάλεσε η επανάσταση του Κοπέρνικου
 

Η κοπερνίκεια αντίληψη για τον κόσμο, όπου η γη είναι απλά ένας πλανήτης ανάμεσα στους αναρίθμητους άλλους, έχει καταστεί γενικευμένο θεμελιώδες συστατικό της κοσμικής συνείδησης, μόνο από την εποχή που τα διαστημικά ταξίδια έδωσαν την δυνατότητα να φωτογραφηθεί από το φεγγάρι, ή και από την πορεία προς αυτό, η γυαλιστερή γήινη σφαίρα. Είναι η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας αιώνων, που ξεκίνησε στο τέλος του 15ου αιώνα, και επέφερε μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές επαναστάσεις της ανθρωπότητας. Γιατί η ανακάλυψη του Κοπέρνικου (που την εκλέπτυναν και επέκτειναν ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ και ο Νεύτων), είχε προκαλέσει ένα τέτοιο σοκ, που την πρώτη του δημόσια έκφραση βρήκε στην καταδίκη του Γαλιλαίου από την Εκκλησία, το 1633;

Οι άνθρωποι βέβαια, λόγω μιας εσώτατης καταβολής μέσα στην ανθρώπινη φύση, θέλουν να ζουν σε ένα κόσμο με νόημα, σε ένα πλαίσιο με τάξη, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζει το αίσθημα μας περί κόσμου, ζωής και φύσης. Αυτή η γη ήταν για τον αρχαίο και μεσαιωνικό Χριστιανισμό το κεντρικό έργο της θεϊκής δημιουργίας. Ο άνθρωπος ήταν το κύριο πλάσμα αυτής της γης, δημιουργημένος βάσει της εικόνας του Θεού η κύρια ασχολία του Θεού ήταν η διατήρηση αυτού του κόσμου και η πραγμάτωση του σχεδίου σωτηρίας της ανθρωπότητας. Με τους εκλεκτούς αυτής της γης θέλει να εγκαθιδρύσει την βασιλεία του. Ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα φωτίζουν αυτήν σκηνή της θεϊκής δραστηριότητας, με ένα από τον Θεό καθορισμένο ρυθμό. Αυτό ήταν το θεμέλιο της αντίληψης του κόσμου στον αρχαίο Χριστιανισμό, που το επιβεβαίωνε ένα γεγονός της στον Πτολεμαίο βασισμένης αντίληψης του κόσμου: το πρωί βγαίνει ο ήλιος, το βράδυ φεύγει, και η σελήνη και οι πλανήτες εμφανίζονται με συγκεκριμένο ρυθμό εντός του φωτεινού στερεώματος που σχηματίζουν οι απλανείς αστέρες.

Η δημοσιοποίηση της αντίληψης του Κοπέρνικου περί του κόσμου, πρέπει να προκάλεσε βαθιά αναταραχή: η γη, μέχρι τότε η μοναδική σκηνή της επιβεβαίωσης του Θεού, εμφανιζόταν ως ένας κόκκος σκόνης εν μέσω της τρομακτικής στρατιάς ήλιων, που πιθανόν να έχουν παρόμοιους δορυφόρους όπως είναι οι πλανήτες του δικού μας ηλιακού συστήματος. Και ο άνθρωπος φαινόταν σαν σκόνη πάνω σε αυτών τον κόκκο σκόνης. Η ενσάρκωση του Θεού στον Ιησού Χριστό, το κύριο γεγονός όλης της ιστορίας της σωτηρίας, υποβιβαζόταν σε ένα επεισόδιο πάνω σε ένα παράπλευρο σκηνικό του κόσμου, ή γινόταν μάλιστα αμφίβολο. Όλες οι αντιλήψεις πάνω στις νοηματικό οικοδόμημα της ανθρωπότητας βασιζόταν, και που ήταν το θεμέλιο της συνείδησης του εαυτού και του κόσμου, είχε καταρρεύσει. Αυτή την διαδικασία ονομάζουμε κοπερνίκειο σοκ. Η ανθρωπότητα η οποία είχε ξεριζωθεί από το παλιό της αξιακό πλαίσιο, έπρεπε να αντιμετωπίσει στο πνευματικό, ψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο την νέα κοσμοθεωρία, η οποία αμφισβητούσε το μέχρι τότε αυτονόητο. Μια τρομακτική εργασία.

Οι συνέπειες και η διάδοση του σοκ


Το σοκ αυτό βέβαια δεν ενήργησε εν μιά νυκτί. Το αντίθετο. Προχώρησε πολύ αργά. Η νέα κοσμοθεωρία ήταν για αιώνες μια μυστική διδασκαλία λίγων μορφωμένων αστρονόμων. Αλλά ακόμα και όταν οι διδασκαλίες του Κοπέρνικου είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη δημοσιότητα, και είχε φτάσει ακόμα και στα αυτιά μερικών θεολόγων, οι οποίοι ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τις συνέπειες της νέας σκέψης για την βιβλική σκέψη, προσωπικότητες της καθολικής Εκκλησίας κατέβαλαν προσπάθειες ώστε να μην απαγορευθεί η νέα κοσμοθεωρία, αλλά να επιτραπεί η διάδοση της ως μια υπόθεση των αστρονόμων, η οποία είναι σε θέση να εξηγήσει καλύτερα μερικά αινιγματικά αστρονομικά φαινόμενα. Η αντίσταση από πλευράς της Εκκλησίας ξεκίνησε, όταν αστρονόμοι σαν τον Γαλιλαίο επέμειναν, πως η νέα κοσμοθεωρία δεν είναι υπόθεση, αλλά πως το σύμπαν είναι δομημένο έτσι όπως αυτοί το παρουσιάζουν, και πως η παλιά κοσμοθεωρία ήταν αντικειμενικά εσφαλμένη και πως έχει επιστημονικώς ανατραπεί.

Η αντίσταση αυτή, πρέπει να το παραδεχθούμε, ήταν αυτονόητη. Η Εκκλησία δεν ήταν φορέας της αντίστασης, επειδή μερικοί ξεροκέφαλοι θεολόγοι δεν ήταν σε θέση πνευματικά και επιστημονικά, να παρακολουθήσουν τις νέες αστρονομικές γνώσεις και του μαθηματικούς υπολογισμούς. Η Εκκλησία έπρεπε να υπερασπιστεί το θεμελιώδες νόημα του κόσμου, πάνω στο οποίο βασιζόταν η αντίληψη της περί Θεού και ανθρώπου, περί δημιουργίας και σωτηρίας, ζωής και θανάτου, σωτηρίας και απώλειας, παραδείσου και κόλασης. Με τους θεολόγους που καταπολεμούσαν την κοπερνίκειο κοσμοθεωρία, αντιδρούσε ο Χριστιανισμός στο σοκ που προκάλεσε η ανακάλυψη της νέας κοσμοθεωρίας.

Το σοκ αυτό κατέλαβε αργά το πλατύ κοινό. Ο Ortega y Gasset, επισημαίνει ιδιαιτέρως αυτό το γεγονός στο βιβλίο του «Οι παγκόσμιες ιστορικές κρίσεις»2.
Πρώτος ο Giordano Bruno, τον οποίο έκαψαν το 1600 στο Campo de Fiore στην Ρώμη, «που ήταν ο σχεδόν μεθυσμένος ομολογητής του απείρου, κατακερμάτισε πραγματικά τον παλιό οίκο του κόσμου, και απέδειξε πως κάθε απλανής αστέρας είναι πυρήνας ηλιακών συστημάτων που χάνονται στο άπειρο»3.
Αλλά και μετά την δίκη του Γαλιλαίου, που έλαβε χώρα 60 χρόνια μετά την εμφάνιση του έργου του Κοπέρνικου, η νέα κοσμοθεωρία ήταν αποκλειστικό προνόμιο μερικών ειδικών.


Αυτή η αργή διείσδυση της κοπερνίκειας κοσμοθεωρίας, δεν έλαβε χώρα μόνο στο πεδίο της καθολικής επιστήμης (που είχε ως έμβλημα την αναθεματιστική καταδίκη του Γαλιλαίου). Διείσδυσε και στην προτεσταντική επιστήμη, τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ελβετία. Ο Paul Wernle το έδειξε αυτό πολύ παραστατικά στο έργο του «Ελβετικός Προτεσταντισμός κατά του 18ο αιώνα». Το 1675 στην Βασιλεία, (όπου ο Syllabus controversarium του 1662 καθόριζε ως άρθρο πίστεως την ακινησία της γης και την κίνηση του ήλιου και των αστέρων περί την γην), είχε απαγορευθεί στον καθηγητή μαθηματικών Peter Megerlin, από τον πρύτανη του πανεπιστημίου, να δίνει διαλέξεις που περιείχαν τις διδασκαλίες του Κοπέρνικου. Το 1681 του είχε απαγορευθεί να εκδώσει στην Βασιλεία ή αλλού, το βιβλίο του «Systema mundi copernicanum argumentis invictis demonstratum». Όταν το επόμενο έτος το τύπωσε στο Amsterdam, την γλύτωσε τιμωρούμενος απλώς με μια επίπληξη.

Στην Ζυρίχη, ο ερευνητής Johann Jakob Scheuchzer, στο έργο του «Physica oder Naturwissenschaft», στις εκδόσεις από το 1701 και μετά, δεν εξέφραζε την γνώμη του περί του ερωτήματος που προκαλούσε την έριδα. Περιοριζόταν στο να εκθέτει απλώς τα επιχειρήματα του Πτολεμαίου και οπαδών του Κοπέρνικου. Όταν ο ίδιος ερευνητής, που στο μεταξύ είχε προαχθεί σε καθηγητή μαθηματικών, το 1721 ήθελε να τυπώσει το έργο του «Jobi physica sacra», έλαβε από τους λογοκριτές την οδηγία να «παραλείψει το σύστημα του Κοπέρνικου, γιατί οι κύριοι προϊστάμενοι το απεχθάνονται.» Στην καθυστέρηση του θριάμβου του Κοπέρνικου και του Νεύτωνα, συνέβαλε αποφασιστικά και η ασθενής προσπάθεια διαμεσολάβησης του Descartes. Αυτός για λόγους συμβιβασμού με την Εκκλησία, προσπάθησε να σώσει την ακινησία της γης εντός του ηλιακού συστήματος, και φαίνεται πως τα επιχειρήματά του είχαν κάτι γοητευτικό για τους σύγχρονους του. Ακόμα και και Johannes I. Bernoulli, ο μεγάλος μαθηματικός, είχε μείνει καρτεσιανός σε όλη του τη ζωή. Ο De Crousaz στην Λοζάνη, ο Leonard Euler στην Αγία Πετρούπολη και το Βερολίνο, αποδέχτηκαν την διδασκαλία του Νεύτωνα. Μόνο αφότου οι Daniel Bernoulli, Gabriel Cramer και ο φίλος του Calandrini, έσπασαν την αντίσταση κατά της διδασκαλίας του Νεύτωνα, είχε ολοκληρωθεί η νίκη της διδασκαλίας του Κοπέρνικου στο ελβετικό έδαφος. Ο Albrecht von Haller μπορούσε πια πανηγυρίσει: «Επιτέλους ήρθε η μέρα, που ο κρυστάλλινος ουρανός, η υπεροπτική θέση της γης στο κέντρο του κόσμου, η αχρείαστη ταχύτητα του ήλιου και των απλανών αστέρων, και τα άλλα λάθη αυτού του οικοδομήματος ξεχώρισαν από την αληθινή διδασκαλία»4.

Είχε αφεθεί στον Pope η τιμή να ντύσει την νέα αυτή γνώση με θριαμβευτικούς τοίχους:
Nature und Nature’s Laws lay hid in night.
God said: «Let Newton be», und all was light.

Αν πραγματικά θέλουμε να κατανοήσουμε το φαινόμενο που ονομάζουμε κοπερνίκειο σοκ, πρέπει να περιοριστούμε σε μαρτυρίες, όπου η επίγνωση των συνεπειών αυτής της νέας κοσμοθεωρίας διεισδύει στις θρησκευτικές εμπειρίες ευσεβών ανθρώπων του 17ου και 18ου αιώνα. Ανθρώπων που ανησύχησαν βαθιά από την ματιά στην άπειρη άβυσσο του νέου κόσμου.

Στην πνευματική ποίηση, η οποία βρίσκεται και στα ψαλτήρια των διαφόρων ενοριών, εμφανίζονται νέοι τόνοι. Ο Johann Rist, ιερέας από την πόλη Wedel (περιοχή Holstein), την εποχή του διάσημος και από τον αυτοκράτορα τιμημένος ποιητής, γράφει το 1660:

Ω αιωνιότης, λόγε της βροντής,
Ω σπαθί, που την ψυχή τρυπάς,
Ω αρχή, αλλά και τέλος,
Ω αιωνιότης, χρόνε χωρίς χρόνο,
Από την μεγάλη μου λύπη
Δεν ξέρω σε ποιον να στραφώ.

Ένας λαϊκός, όπως ο Jakob Böhme, περιγράφει την κατάσταση του, πριν του ανοιχθεί η «θέα προς το όν των όντων» ως εξής: «φρίκη της ψυχής μπρος στην σκοτεινή άβυσσο», και περιγράφει πως «περιέπεσα σε μια σκληρή μελαγχολία και θλίψη, όταν αντίκρισα το βάθος αυτού του κόσμου...ήμουν εξαιτίας του εντελώς μελαγχολικός και πολύ θλιμμένος, καμιά γραφή δεν μπορούσε να με παρηγορήσει, την οποία γνώριζα καλά: και ο διάβολος σίγουρα δε θα πανηγύρισε, που μου επέβαλε ειδωλολατρικούς λογισμούς, τους οποίους θα αποσιωπήσω»5. Ένας τόσο ευσεβής άνθρωπος, όπως παπουτσής Böhme, αισθάνεται φρίκη για την άνοδο ειδωλολατρικών, δηλαδή άθεων, μηδενιστικών λογισμών, που προκαλούσε το βλέμμα στο τρομακτικό βάθος του νέου κόσμου.

Αυτά που ο Böhme θέλει να αποσιωπήσει, τους «ειδωλολατρικούς λογισμούς», ο διάβολος του τους «επέβαλε», τους βρίσκουμε εκφρασμένους σε ένα κείμενο, που αποτελεί την γλωσσικά ισχυρότερη προσπάθεια έκφρασης της μηδενιστικής πτυχής του κοπερνίκειου σοκ. Είναι το κείμενο του Jean Paul: «Ομιλία του νεκρού Χριστού, απευθυνόμενος από το κοσμικό οικοδόμημα προς τα κάτω, ότι δεν υπάρχει Θεός»6. Ο νεκρός Χριστός λέει: «Περπάτησα ανάμεσα στους κόσμους, ανέβηκα στους ήλιους και πέταξα μαζί με τους γαλαξίες δια μέσου των ερήμων του ουρανού. Αλλά δεν υπάρχει κανένας Θεός. Κατέβηκα, μέχρι εκεί που η πέτρα ρίχνει την σκιά της, και κοίταξα μέσα στην άβυσσο και φώναξα: πατέρα, που είσαι; Αλλά άκουσα μόνο την αιώνια καταιγίδα, την οποία κανείς δεν εξουσιάζει, και το ουράνιο τόξο από τα πλάσματα, ήταν εκεί χωρίς τον ήλιο που το δημιούργησε. Το ουράνιο τόξο ήταν πάνω από την άβυσσο και έσταζε. Και όταν κοίταξα προς τα πάνω, προς τον άμετρο κόσμο, ψάχνοντας το θεϊκό μάτι, ο κόσμος με κοίταξε με μια κενή, χωρίς πάτο κόγχη οφθαλμού, και η αιωνιότητα ήταν πάνω από το χάος, και μασούσε και μηρύκαζε τον εαυτό της-φωνάξτε παράφωνα, διώξτε τις σκιές με τις φωνές. Γιατί αυτός δεν είναι. Οι παραφωνίες ούρλιαξαν πιο δυνατά, αποχωρίστηκαν οι τοίχοι του ναού τρέμοντας, και ο ναός και τα παιδιά βυθίστηκαν-και ολόκληρη η γη και ο ήλιος βυθίστηκαν-όλο το κοσμικό οικοδόμημα βυθίστηκε μπροστά μας με την απεραντοσύνη του- και πάνω στην κορυφή της άμετρης φύσης στεκόταν ο Χριστός και κοίταζε το κοσμικό οικοδόμημα, διάτρητο από χιλιάδες ήλιους, να κοίταζε μέσα στην αιώνια νύχτα ένα σκαμμένο ορυχείο, όπου οι ήλιοι είναι σαν τα φωτιστικά των υπόγειων διαδρόμων, και οι γαλαξίες σαν τις φλέβες αργύρου.

Και όταν ο Χριστός είδε τους κόσμους να συνωστίζονται, το παιχνίδισμα των κοσμικών πλανόμενων φώτων, και τους κοραλλιογενείς υφάλους από παλλόμενες καρδιές, και όταν είδε πως η μια κοσμική σφαίρα μετά την άλλη ρίχνει τις ψυχές της στη θάλασσα των νεκρών, και όταν είδε μια υδρόγειο να διασκορπίζει τα φώτα πάνω στα κύματα της: τότε σήκωσε τα μάτια, σαν ο μεγαλύτερος των πεπερασμένων, και κοίταξε το τίποτα και την κενή απεραντοσύνη και είπε: άκαμπτο, αμβλύ τίποτα! Ψυχρή αιώνια ανάγκη! Παρανοϊκή τυχαιότητα! Γνωρίζεστε μεταξύ σας; Πότε θα θρυμματίσετε το οικοδόμημα και εμένα; Τυχαιότητα, μήπως γνωρίζεις πότε προχωράς με τις καταιγίδες διά μέσου του χιονιού των αστεριών, και στροβιλίζεις τον ένα ήλιο γύρω από τον άλλο, και όταν η δρόσος των αστεριών σβήνει όταν περνάς; Πως είναι ο καθένας τόσο μόνος στο κελλάρι των νεκρών του σύμπαντος!»

Αυτός ο βαθύς τρόμος αντικατοπτρίζεται περιστασιακά στην φυσική φιλοσοφία του ρομαντισμού.

Στον διάλογο του Schelling «Κλάρα, περί της σχέσης της φύσεως με τον κόσμο των πνευμάτων», λέει η Κλάρα, που εδώ έχει την θέση της μακαρίτισσας Καρολίνας: «Στην νεότητα μου είχα την συνήθεια να καταλαβαίνω όλα κυριολεκτικά. Έτσι πίστευα, όταν γινόταν λόγος για τον ήλιο και άλλα αυτόφωτα άστρα, πως αυτά είναι από πάνω μας, πως βρίσκονται σε ένα πραγματικά ανώτερο και πολύ πιο λαμπρό χώρο από την γη μας. Το ίδιο και όταν γινόταν λόγος για τον Θεό, πως είναι ψηλά, ή για τις ψυχές των ευσεβών, πως είναι μαζί με τον Θεό στον ουρανό, το έπαιρνα κυριολεκτικά. Αργότερα, καθώς μεγάλωνα, με δίδαξαν καλύτερα. Μου είπαν πως πάνω και κάτω είναι απλώς έννοιες σχέσης, και πως είναι πιο σωστό να λέμε πως ήλιος είναι από κάτω μας, αφού στην πραγματικότητα πέφτουμε πάνω του, και διαρκώς μας ελκύει,όπως η γη. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα άλλα αστέρια, ότι είναι κάτω από μας. Παντού είναι απλώς ένα απέραντο βάθος και ένα σκέτο κάτω. Ένας ουρανός, ως ένα ανώτερο και καλύτερο μέρος, δεν υφίσταται, αλλά παντού κάτι σαν την γη, που έχει το κάτω της σε ένα ήλιο παρόμοιο με τον δικό μας, και αυτοί οι ήλιοι έχουν ίσως άλλα πιο μεγάλα σώματα από κάτω, και έτσι προχωράει ασταμάτητα προς το βάθος και στην άμετρη άβυσσο, πάντα προς τα κάτω. Τώρα ζαλίστηκα από τους άμετρους αριθμούς και τις απίστευτες μάζες».
Συνεχίζεται
                                                               ΠΣΕ(ΜΑ)
Η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί εάν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε καί μέσα σε ό,τι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει τελείως αλλότριο, ακόμη καί εχθρικό, ποιοί είμαστε. Θα μπορούσαμε τότε να ανακαλύψουμε την ανατολικο-ορθόδοξη ταυτότητά μας μέσα από μία θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δυτικό. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά κατ’ επέκταση, καί η σύγχρονη φιλοσοφία, οι μη χριστιανικές παραδόσεις καί, πολύ περισσότερο, οι επιστήμες. Συνεπώς, μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό ως πράγματι Ανατολικό ή Ορθόδοξο ακριβώς μέσα από τη θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε καί στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία θα έπραττε συνετά αν αντέστρεφε το παράδειγμα του Φλωρόφσκυ καί μέσα από την αναγνώριση του γεγονότος ότι, αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από αυτή την κοινή συνάντηση-αναγνώριση, ανακαλύπτουμε πραγματικά που ανήκει η καρδιά μας. «Η Ανατολή είναι η Δύση -για να παραλλάξουμε τον Kipling-, η Δύση είναι η Ανατολή καί το ζεύγος κάποτε θα σμίξει»215, με συνέπεια τα δύο μέρη να εμπλακούν σέ μία συνεχή καί δημιουργική ένταση, σέ μία ταύτιση των άκρων. Για να λάβουμε ένα παράδειγμα από την Ανατολή, αναγνωρίζουμε τον Φλωρόφκσυ ως έναν όντως ανατολικό θεολόγο, κυρίως στα σημεία που αυτός μεταλλάσσει αριστουργηματικά τον δυτικό θεολόγο Möhler στον τρόπο πού αυτός διαβάζει τούς Πατέρες. Έτσι, ο Φλωρόφσκυ, έστω κι ασυνείδητα, διαποτίζει τη νεοπατερική του σύνθεση με τον Schelling, με αποτέλεσμα να αποτελεί έναν κρυπτο-ρομαντικό, παραμένοντας, εντούτοις, απόλυτα πατερικός. Ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, πού υπογραμμίζει τον εξέχοντα ρόλο του Παλαμισμού στην Ορθόδοξη θεολογία μετά απο τη δεκαετία του ’20. Κατανοούμε πληρέστερα τον Γρηγόριο Παλαμά στα σημεία κυρίως όπου χρησιμοποιεί216, το έργο του Αυγουστίνου, De Trinitate;;;. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε κατά τον πλέον οξυδερκή τρόπο τον Χρήστο Γιανναρά μόνο όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Heidegger καί τον ρωμαιοκαθολικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει, ανεπίγνωστα, τον Αυγουστίνο.

Σχολιο:Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΕ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ. ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. 
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΗΣΥΧΟΥΜΕ ΣΕ ΛΙΓΟ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος