Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Περί Διαφόρων Αποριών του αγίου Γρηγορίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Περί Διαφόρων Αποριών του αγίου Γρηγορίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (4)

  Συνέχεια από: Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΥΖΙΚΟΥ

Γιατί επιτρέπει συχνά ο πάνσοφος προνοητής της ζωής μας να χρησιμοποιούμε τα πράγματα σύμφωνα με τις ορμές μας προς σωφρονισμό μας, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις με τη γύρω από αυτά και από αυτά σύγχυση και ταραχή όσων τα ασκούν μανιασμένα επαναφέροντας στο κατά φύση αγαπητό τον ως τότε αλόγιστον έρωτά μας προς τα παρόντα. Οι καθολικοί τρόποι με τους οποίους λένε θεραπεύονται παιδαγωγικά τα πάθη μας είναι τρεις, και με τον καθένα τρόπο επιθέτει με σοφία ως φάρμακο της κακής αρρώστιας των παθών την ακαταστασία της ύλης, κυβερνώντας την με τάξη σύμφωνα με τον πάνω από εμάς και ισχυρότερο λόγο προς το αποφασισμένο από το Θεό αγαθοπρεπές αποτέλεσμα. Ή πρώτον, μας ζητείται λοιπόν ποινή για αμαρτήματα που έχουν γίνει στο παρελθόν, των οποίων ίσως από άγνοια ούτε ίχνος διατηρούμε στη ζωή μας, αλλά κι αν τυχόν τα θυμόμαστε δεν ανεχόμαστε να αποδεχθούμε την πρέπουσα διόρθωση των σφαλμάτων μας, ή καθαιρόμαστε από την ασθένειά μας χωρίς να θέλομε ή χωρίς να έχομε τη δύναμη επειδή μέσα μας δημιουργήθηκε η έξη της κακίας• ή δεύτερον, αποβάλλομε την παρούσα μέσα μας κακία που μας κατατρώγει και λαμβάνομε προληπτική διδασκαλία για αναστολή της μελλοντικής· ή τρίτον, ως υπόδειγμα θαυμαστό καρτερίας άριστης κι ανδρείας ευσεβούς προβάλλεται στους ανθρώπους ένας άλλος άνθρωπος, αν έχει βέβαια υψηλό στοχασμό και είναι ονομαστός στην αρετή και ικανός να φανερώσει μέσω του εαυτού του με την ακλόνητη συμπλοκή του με τα δεινά την ως τότε κρυμμένη αλήθεια.

Από το λόγο του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου στον Άγιο Αθανάσιο στο, «Δεν έχει κάτι ψηλότερο ούτε θα έχει καθόλου» 

Μου φαίνεται πως μ' αυτά απαλλάσσει το διδασκόμενο από κάθε συγκριτική και διακριτική, κι όπως αλλιώς λέγεται, σχέση αυτός ο θεόφρων δάσκαλος. Γιατί λένε οι δεινοί σ’ αυτά ότι το είδος αυτό του λόγου είναι άσχετον (ανεξάρτητο)  και είναι ισοδύναμο με το να λέμε πως είναι ασυγκρίτως πάνω από όλα, επειδή έχει δύναμη απόφασης κατά υπεροχή (ο Θεός χαρακτηρίζεται αποφατικά με την έννοια ότι υπερέχει κάθετι γνωστό).

Tο πρωτότυπο κείμενο

Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ εἰς τόν ἅγιον Ἀθανάσιον λόγου, εἰς τό, "Οὐ γάρ ἔχει τι ὑψηλότερον ἤ ὅλως ἕξει."

Δοκεῖ μοι διά τούτων ἀπολῦσαι πάσης συγκριτικῆς τε καί διακριτικῆς καί ἄλλως πως λεγομένης σχέσεως τόν διδασκόμενον ὁ θεόφρων οὗτος διδάσκαλος. Ἄσχετον γάρ το τοιοῦτον εἶδος τοῦ λόγου φασίν οἱ περί ταῦτα δεινοί, καί ταὐτόν δύνασθαι τῷ ἀσυγκρίτως ὑπέρ πάντα εἶναι λέγειν, ὡς δύναμιν ἔχον ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως.

Εἰς τὸν μέγαν Ἀθανάσιον ἐπίσκοπον Ἀλεξανδρείας.
1. Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι. Ταυτὸν γὰρ, ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν, καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι, ὅτι πᾶσαν ἐν ἑαυτῷ συλλαβὼν εἶχε τὴν ἀρετὴν, ἢ, τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, ἔχει. Θεῷ γὰρ ζῶσι πάντες οἱ κατὰ Θεὸν ζήσαντες, κἂν ἐνθένδε ἀπαλλαγῶσι. Καθ᾿ ὃ καὶ Ἀβραὰμ, καὶ Ἰσαὰκ, καὶ Ἰακὼβ ἀκούει Θεὸς, ὁ Θεὸς, ὡς οὐ νεκρῶν Θεὸς, ἀλλὰ ζώντων. Ἀρετὴν δὲ ἐπαινῶν, Θεὸν ἐπαινέσομαι, παρ᾿ οὗ τοῖς ἀνθρώποις ἡ ἀρετὴ, καὶ τὸ πρὸς αὐτὸν ἀνάγεσθαι, ἢ ἐπανάγεσθαι διὰ τῆς συγγενοῦς ἐλλάμψεως. Πολλῶν γὰρ ὄντων ἡμῖν καὶ μεγάλων, οὐ μὲν οὖν εἴποι τις ἂν ἡλίκων καὶ ὅσων, ὧν ἐκ Θεοῦ ἔχομέν τε καὶ ἕξομεν· τοῦτο μέγιστον καὶ φιλανθρωπότατον, ἡ πρὸς αὐτὸν νεῦσίς τε καὶ οἰκείωσις. Ὅπερ γάρ ἐστι τοῖς αἰσθητοῖς ἥλιος, τοῦτο τοῖς νοητοῖς Θεός. Ὁ μὲν γὰρ τὸν ὁρώμενον φωτίζει κόσμον, ὁ δὲ τὸν ἀόρατον· καὶ ὁ μὲν τὰς σωματικὰς ὄψεις ἡλιοειδεῖς, ὁ δὲ τὰς νοερὰς φύσεις θεοειδεῖς ἀπεργάζεται. Καὶ ὥσπερ οὗτος τοῖς τε ὁρῶσι καὶ τοῖς ὁρωμένοις, τοῖς μὲν τὴν τοῦ ὁρᾷν, τοῖς δὲ τὴν τοῦ ὁρᾶσθαι παρέχων δύναμιν, αὐτὸς τῶν ὁρωμένων ἐστὶ τὸ κάλλιστον· οὕτω Θεὸς τοῖς νοοῦσι καὶ τοῖς νοουμένοις, τοῖς μὲν τὸ νοεῖν, τοῖς δὲ τὸ νοεῖσθαι δημιουργῶν, αὐτὸς τῶν νοουμένων ἐστὶ τὸ ἀκρότατον, εἰς ὃν πᾶσα ἔφεσις ἵσταται, καὶ ὑπὲρ ὃν οὐδαμοῦ φέρεται. Οὐδὲ γὰρ ἔχει τι ὑψηλότερον, ἢ ὅλως ἕξει, οὐδὲ ὁ φιλοσοφώτατος νοῦς καὶ διαβατικώτατος, ἢ πολυπραγμονέστατος. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ τῶν ὀρεκτῶν ἔσχατον, καὶ οὗ γενομένοις πάσης θεωρίας ἀνάπαυσις.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (3)

  Συνέχεια από: Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΥΖΙΚΟΥ

Από τον ίδιο λόγο Περί Φιλοπτωχείας του Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου, στο: «Ώστε η ύλη έχει από τον εαυτό της την αταξία, όπως γίνεται στο ρεύμα».

Νομίζω ότι και αυτού του λόγου ο σκοπός σχετίζεται με το νόημα του προηγούμενου κεφαλαίου. Αφού δηλαδή εξέθεσε πάρα πολλά προς τους φιλόυλους και φιλοσώματους, προσθέτει και αυτά, ώστε από δω όποιος ερευνά μ' ευσέβεια το σκοπό του αγίου να μπορεί να σκεφτεί ως εξής. Επειδή ο άνθρωπος έγινε από το Θεό καταγλαϊσμένος με το κάλλος της αφθαρσίας και της αθανασίας, αλλ' αυτός προτίμησε αντί του νοερού κάλλους την ασχήμια της γύρω του υλικής φύσης, προκάλεσε τη λήθη του λαμπρού αξιώματος της ψυχής, ή καλύτερα την ολική λήθη του Θεού που καλλώπισε θεόμορφα και την ψυχή, έδρεψε καρπό άξιο της γνώμης του σύμφωνα με θεία απόφαση που οικονομούσε με σοφία τη σωτηρία μας, όχι μονάχα τη φθορά του σώματος και το θάνατο και την ευόλισθη (ασταθή) σε κάθε πάθος κίνηση και επιτηδειότητα, αλλά και την αστάθεια και ανωμαλία της έξω και γύρω από αυτόν υλικής ουσίας και την προθυμία και ευχέρεια προς τη μεταβολή, είτε αυτήν τότε ο Θεός τη συνανέμιξε εξαιτίας της παράβασης με το σώμα μας κι έβαλε μέσα και σ' αυτήν τη δύναμη για αλλοίωση, όπως μέσα στο σώμα τη δύναμη να πάσχει και να φθείρεται και να διαλύεται τελείως, όπως δείχνει η περιβολή των νεκρών σωμάτων, σύμφωνα μ' αυτό που έχει γραφεί, «και η ίδια η κτίση υποτάχθηκε στη φθορά όχι με τη θέλησή της, αλλά εξαιτίας εκείνου που την υπέταξε», είτε τη δημιούργησε έτσι εξαρχής με πρόγνωση για την παράβαση που είχε προβλέψει, ώστε, με τα πάθη και τα δεινά που θα μας προκαλούσε, ν' αποχτήσουμε συναίσθηση του εαυτού μας και του αξιώματός μας και να δεχτούμε με χαρά την εχθρότητα προς το σώμα και προς την ύλη.

Γιατί επιτρέπει συχνά ο πάνσοφος προνοητής της ζωής μας να χρησιμοποιούμε τα πράγματα σύμφωνα με τις ορμές μας προς σωφρονισμό μας, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις με τη γύρω από αυτά και από αυτά σύγχυση και ταραχή όσων τα ασκούν μανιασμένα επαναφέροντας στο κατά φύση αγαπητό τον ως τότε αλόγιστον έρωτά μας προς τα παρόντα. Οι καθολικοί τρόποι με τους οποίους λένε θεραπεύονται παιδαγωγικά τα πάθη μας είναι τρεις, και με τον καθένα τρόπο επιθέτει με σοφία ως φάρμακο της κακής αρρώστιας των παθών την ακαταστασία της ύλης, κυβερνώντας την με τάξη σύμφωνα με τον πάνω από εμάς και ισχυρότερο λόγο προς το αποφασισμένο από το Θεό αγαθοπρεπές αποτέλεσμα. Ή πρώτον, μας ζητείται λοιπόν ποινή για αμαρτήματα που έχουν γίνει στο παρελθόν, των οποίων ίσως από άγνοια ούτε ίχνος διατηρούμε στη ζωή μας, αλλά κι αν τυχόν τα θυμόμαστε δεν ανεχόμαστε να αποδεχθούμε την πρέπουσα διόρθωση των σφαλμάτων μας, ή καθαιρόμαστε από την ασθένειά μας χωρίς να θέλομε ή χωρίς να έχομε τη δύναμη επειδή μέσα μας δημιουργήθηκε η έξη της κακίας• ή δεύτερον, αποβάλλομε την παρούσα μέσα μας κακία που μας κατατρώγει και λαμβάνομε προληπτική διδασκαλία για αναστολή της μελλοντικής· ή τρίτον, ως υπόδειγμα θαυμαστό καρτερίας άριστης κι ανδρείας ευσεβούς προβάλλεται στους ανθρώπους ένας άλλος άνθρωπος, αν έχει βέβαια υψηλό στοχασμό και είναι ονομαστός στην αρετή και ικανός να φανερώσει μέσω του εαυτού του με την ακλόνητη συμπλοκή του με τα δεινά την ως τότε κρυμμένη αλήθεια.

Συμβουλεύει  λοιπόν όσους δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε πάνω από την παρούσα ζωή, να μην παίρνουν θάρρος από τη σωματική υγεία, και με τα πράγματα που κυλούν και φεύγουν να υπερηφανεύονται εναντίον εκείνων που τα στερούνται, όσο διαρκεί η παρούσα ζωή και είναι ντυμένοι με αυτή τη φθορά, που γύρω της συντελείται η μεταβολή και η αλλοίωση, όντας άδηλο τι θα συμβεί και σ' αυτούς από την ανωμαλία και την ταραχή του σώματος και των έξω από αυτούς πραγμάτων. Αυτό νομίζω θέλει να πεί με τα λόγια, «όσο η ύλη έχει από τον εαυτό της την αταξία», αντί να πεί, «Όσο αυτό εδώ το παν είναι στην εξουσία της φθοράς και της αλλοίωσης και είμαστε ντυμένοι το σώμα της ταπείνωσης και εξίσου δεχόμαστε τα πολύτροπα δεινά από αυτό εξαιτίας της έμφυτης ασθένειας, ας μη υπεριφανευόμαστε ο ένας εναντίον του άλλου εξαιτίας της ανισότητάς μας, αλλά μάλλον με φρόνιμο λογισμό ας εξομαλύνομε την ανωμαλία της ομότιμης φύσης, αναπληρώνοντας τις ελλείψεις των άλλων με τα δικά μας περισσεύματα». Γι' αυτό τυχόν επιτράπηκε να υπολανθάνει και η παρούσα ανωμαλία, για να δειχθεί η δύναμη του λόγου μέσα μας που προτιμά από όλα την αρετή. Γιατί όλων των ανθρώπων είναι η ίδια τόσο του σώματος όσο και των έξω από αυτούς μεταβολή και αλλοίωση που παρασύρει και παρασύρεται κι έχει μονάχα αυτό σταθερό και βάσιμο, την αστάθεια και τη ροή.

Κυριακή 18 Ιουνίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (3)

 Συνέχεια από: Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΥΖΙΚΟΥ

Από τον ίδιο λόγο Περί Φιλοπτωχείας του Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου, στο: «Ώστε η ύλη έχει από τον εαυτό της την αταξία, όπως γίνεται στο ρεύμα».

Νομίζω ότι και αυτού του λόγου ο σκοπός σχετίζεται με το νόημα του προηγούμενου κεφαλαίου. Αφού δηλαδή εξέθεσε πάρα πολλά προς τους φιλόυλους και φιλοσώματους, προσθέτει και αυτά, ώστε από δω όποιος ερευνά μ' ευσέβεια το σκοπό του αγίου να μπορεί να σκεφτεί ως εξής. Επειδή ο άνθρωπος έγινε από το Θεό καταγλαϊσμένος με το κάλλος της αφθαρσίας και της αθανασίας, αλλ' αυτός προτίμησε αντί του νοερού κάλλους την ασχήμια της γύρω του υλικής φύσης, προκάλεσε τη λήθη του λαμπρού αξιώματος της ψυχής, ή καλύτερα την ολική λήθη του Θεού που καλλώπισε θεόμορφα και την ψυχή, έδρεψε καρπό άξιο της γνώμης του σύμφωνα με θεία απόφαση που οικονομούσε με σοφία τη σωτηρία μας, όχι μονάχα τη φθορά του σώματος και το θάνατο και την ευόλισθη (ασταθή) σε κάθε πάθος κίνηση και επιτηδειότητα, αλλά και την αστάθεια και ανωμαλία της έξω και γύρω από αυτόν υλικής ουσίας και την προθυμία και ευχέρεια προς τη μεταβολή, είτε αυτήν τότε ο Θεός τη συνανέμιξε εξαιτίας της παράβασης με το σώμα μας κι έβαλε μέσα και σ' αυτήν τη δύναμη για αλλοίωση, όπως μέσα στο σώμα τη δύναμη να πάσχει και να φθείρεται και να διαλύεται τελείως, όπως δείχνει η περιβολή των νεκρών σωμάτων, σύμφωνα μ' αυτό που έχει γραφεί, «και η ίδια η κτίση υποτάχθηκε στη φθορά όχι με τη θέλησή της, αλλά εξαιτίας εκείνου που την υπέταξε», είτε τη δημιούργησε έτσι εξαρχής με πρόγνωση για την παράβαση που είχε προβλέψει, ώστε, με τα πάθη και τα δεινά που θα μας προκαλούσε, ν' αποχτήσουμε συναίσθηση του εαυτού μας και του αξιώματός μας και να δεχτούμε με χαρά την εχθρότητα προς το σώμα και προς την ύλη.

Γιατί επιτρέπει συχνά ο πάνσοφος προνοητής της ζωής μας να χρησιμοποιούμε τα πράγματα σύμφωνα με τις ορμές μας προς σωφρονισμό μας, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις με τη γύρω από αυτά και από αυτά σύγχυση και ταραχή όσων τα ασκούν μανιασμένα επαναφέροντας στο κατά φύση αγαπητό τον ως τότε αλόγιστον έρωτά μας προς τα παρόντα. Οι καθολικοί τρόποι με τους οποίους λένε θεραπεύονται παιδαγωγικά τα πάθη μας είναι τρεις, και με τον καθένα τρόπο επιθέτει με σοφία ως φάρμακο της κακής αρρώστιας των παθών την ακαταστασία της ύλης, κυβερνώντας την με τάξη σύμφωνα με τον πάνω από εμάς και ισχυρότερο λόγο προς το αποφασισμένο από το Θεό αγαθοπρεπές αποτέλεσμα. Ή πρώτον, μας ζητείται λοιπόν ποινή για αμαρτήματα που έχουν γίνει στο παρελθόν, των οποίων ίσως από άγνοια ούτε ίχνος διατηρούμε στη ζωή μας, αλλά κι αν τυχόν τα θυμόμαστε δεν ανεχόμαστε να αποδεχθούμε την πρέπουσα διόρθωση των σφαλμάτων μας, ή καθαιρόμαστε από την ασθένειά μας χωρίς να θέλομε ή χωρίς να έχομε τη δύναμη επειδή μέσα μας δημιουργήθηκε η έξη της κακίας• ή δεύτερον, αποβάλλομε την παρούσα μέσα μας κακία που μας κατατρώγει και λαμβάνομε προληπτική διδασκαλία για αναστολή της μελλοντικής· ή τρίτον, ως υπόδειγμα θαυμαστό καρτερίας άριστης κι ανδρείας ευσεβούς προβάλλεται στους ανθρώπους ένας άλλος άνθρωπος, αν έχει βέβαια υψηλό στοχασμό και είναι ονομαστός στην αρετή και ικανός να φανερώσει μέσω του εαυτού του με την ακλόνητη συμπλοκή του με τα δεινά την ως τότε κρυμμένη αλήθεια.

Συμβουλεύει  λοιπόν όσους δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε πάνω από την παρούσα ζωή, να μην παίρνουν θάρρος από τη σωματική υγεία, και με τα πράγματα που κυλούν και φεύγουν να υπερηφανεύονται εναντίον εκείνων που τα στερούνται, όσο διαρκεί η παρούσα ζωή και είναι ντυμένοι με αυτή τη φθορά, που γύρω της συντελείται η μεταβολή και η αλλοίωση, όντας άδηλο τι θα συμβεί και σ' αυτούς από την ανωμαλία και την ταραχή του σώματος και των έξω από αυτούς πραγμάτων. Αυτό νομίζω θέλει να πεί με τα λόγια, «όσο η ύλη έχει από τον εαυτό της την αταξία», αντί να πεί, «Όσο αυτό εδώ το παν είναι στην εξουσία της φθοράς και της αλλοίωσης και είμαστε ντυμένοι το σώμα της ταπείνωσης και εξίσου δεχόμαστε τα πολύτροπα δεινά από αυτό εξαιτίας της έμφυτης ασθένειας, ας μη υπεριφανευόμαστε ο ένας εναντίον του άλλου εξαιτίας της ανισότητάς μας, αλλά μάλλον με φρόνιμο λογισμό ας εξομαλύνομε την ανωμαλία της ομότιμης φύσης, αναπληρώνοντας τις ελλείψεις των άλλων με τα δικά μας περισσεύματα». Γι' αυτό τυχόν επιτράπηκε να υπολανθάνει και η παρούσα ανωμαλία, για να δειχθεί η δύναμη του λόγου μέσα μας που προτιμά από όλα την αρετή. Γιατί όλων των ανθρώπων είναι η ίδια τόσο του σώματος όσο και των έξω από αυτούς μεταβολή και αλλοίωση που παρασύρει και παρασύρεται κι έχει μονάχα αυτό σταθερό και βάσιμο, την αστάθεια και τη ροή.

Το πρωτότυπο κείμενο

Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου, εἰς τό,  " Ἕως ἄν καί παρ᾿ ἑαυτῆς ἡ ὕλη φέρῃ τό ἄτακτον ὥσπερ ἐν ῥεύματι."

Οἶμαι καί τόν παρόντα τοῦ λόγου σκοπόν τῆς τοῦ προτέρου διανοίας ἔχεσθαι κεφαλαίου. Διεξελθών γάρ ὅτι πλεῖστα πρός τούς φιλύλους τε καί φιλοσωμάτους ταῦτα ἐπάγει, ὡς ἐντεῦθεν δύνασθαι τόν εὐσεβῶς τόν σκοπόν τοῦ ἁγίου διερευνώμενον ἐπιβάλλειν οὕτως. Ἐπειδή τῷ τῆς ἀφθαρσίας τε καί ἀθανασίας κάλλει παρά θεοῦ κατηγλαϊσμένος ὁ ἄνθρωπος γέγονε, τό δέ τῆς περί αὐτόν ὑλικῆς φύσεως αἶσχος τοῦ νοεροῦ κάλλους προτιμήσας λήθην τοῦ κατά ψυχήν ἐκπρεποῦς ἀξιώματος, μᾶλλον δέ θεοῦ τοῦ καί τήν ψυχήν θεοειδῶς καλλωπίσαντος πάμπαν ἐπεποίητο, τῆς γνώμης ἄξιον κατά θείαν ψῆφον τήν σοφῶς τήν ἡμῶν σωτηρίαν οἰκονομοῦσαν ἐδρέψατο καρπόν, οὐ μόνον τοῦ σώματος τήν φθοράν καί τό θάνατον, καί τήν πρός πᾶν πάθος εὐέμπτωτον κίνησίν τε καί ἐπιτηδειότητα, ἀλλά καί τῆς ἐκτός καί περί αὐτόν ὑλικῆς οὐσίας τό ἄστατον καί ἀνώμαλον, καί πρός τό ἀλλοιοῦσθαι εὔφορόν τε καί εὐχερές, εἴτε τότε αὐτήν τοῦ Θεοῦ διά τήν παράβασιν τῷ ἡμετέρῳ σώματι συμμετακεράσαντος, καί τήν πρός τό ἀλλοιοῦσθαι καί αὐτῇ, ὥσπερ τῷ σώματι, τήν πρός τό πάσχειν τε καί φθείρεσθαι καί ὅλως λύεσθαι· ὡς δηλοῖ ἡ τῶν νεκρῶν σωμάτων περιβολή, ἐνθεμένου δύναμιν κατά τό γεγραμμένον, ὅτι  Καί αὐτή ἡ κτίσις ὑπετάγη τῇ φθορᾷ οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλά διά τόν ὑποτάξαντα ἐπ᾿ ἐλπίδι, εἴ τε ἐξ ἀρχῆς κατά πρόγνωσιν οὕτως αὐτήν δημιουργήσαντος διά τήν προοραθεῖσαν παράβασιν· ὥστε τῷ πάσχειν καί  κακοῦσθαι δι᾿ αὐτῆς, εἰς συναίσθησιν ἑαυτοῦ καί τοῦ οἰκείου ἀξιώματος ἐλθεῖν, καί ἀσπασίως καταδέξασθαι τήν πρός τό σῶμα καί αὐτήν ἀποδιάθεσιν. 

Συγχωρεῖ γάρ ὁ πάνσοφος τῆς ἡμετέρας ζωῆς προνοητής φυσικῶς χρῆσθαι πολλάκις τά πράγματα ταῖς οἰκείαις ὁρμαῖς πρός σωφρονισμόν ἡμῶν, ἔσθ᾿ ὅπη τῶν ἐμμανῶς αὐτά μεταχειριζομένων διά τῆς περί αὐτά καί ἐξ αὐτῶν συγχύσεώς τε καί ταραχῆς, πρός τό κατά φύσιν ἐραστόν ἐπανάγων τόν τέως ἀλόγιστον ἡμῶν πρός τά παρόντα ἔρωτα. Τριῶν γάρ ὄντων καθολικῶν τρόπων,  καθ᾿ οὕς φασι παιδευτικῶς τά ἡμέτερα ἐξιᾶσθαι πάθη, δι᾿ ἑκάστου τρόπου σοφῶς τό τῆς ὕλης ἄτακτον εὐτάκτως κατά τόν ὑπέρ ἡμᾶς καί κρείττονα λόγον πρός τό ἐγνωσμένον τῷ Θεῷ ἀγαθοπρεπές ἀποτέλεσμα κυβερνωμένης τῆς κακῆς τῶν παθῶν ἀχθηδόνος ἴαμα τίθεται. Ἤ γάρ τῶν προγεγονότων ἁμαρτημάτων ποινήν ἀπαιτούμενοι, ὧν ἴσως οὐδ᾿ ἴχνος τῇ μνήμῃ παρακατέχομεν διά τήν ἄγνοιαν, τυχόν δέ καί μνημονεύοντες τήν δέουσαν τοῖς πλημμεληθεῖσιν ἀντισηκῶσαι διόρθωσιν οὐκ ἀνεχόμεθα, ἤ μή θέλοντες, ἤ μή ἰσχύοντες, διά τήν ἐγγενομένην ἕξιν τῆς κακίας, ἤ τήν ἀσθένειαν καθαιρόμεθα, ἤ παροῦσάν τε καί νεμομένην κακίαν ἀποβαλλόμεθα, καί πρός ἀναστολήν τῆς μελλούσης ἰδεῖν προδιδασκόμεθα, ἤ καρτερίας ἀρίστης καί εὐσεβοῦς ἀνδρείας ὑπόδειγμα θαυμαστόν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ἄλλος προτίθεται ἄνθρωπος, ἄνπερ ὑψηλής ᾗ τήν διάνοιαν καί τήν ἀρετήν ἐπίδοξος, καί ἱκανός δι᾿ ἑαυτοῦ τῇ ἀκλονήτῳ πρός τά δεινά συμπλοκῇ φανερῶσαι τήν τέως κεκρυμμένην ἀλήθειαν. 

Παραινεῖ οὖν τοῖς μηδέν ὑπέρ τήν παροῦσαν ζωήν διανοεῖσθαι δυναμένοις, μή θαῤῤοῦσι τῇ τοῦ σώματος ὑγείᾳ, καί τῷ κατά ῥοῦν φερομένῳ τῶν πραγμάτων δρόμῳ κατά τῶν τούτων ἐστερημένων ἐπαίρεσθαι, ἕως ἡ παροῦσα ἐνέστηκε ζωή, καί τήν φθοράν περίκεινται ταύτην, περί ἥν ἡ τροπή καί ἡ ἀλλοίωσις, ἀδήλου ὄντος τοῦ τί ἐκ τῆς τοῦ σώματος καί τῶν ἐκτός πραγμάτων ἀνωμαλίας τε καί ταραχῆς καί αὐτοῖς συμβήσεται. Τοῦτο γάρ οἶμαι λέγειν αὐτόν διά τοῦ, " Ἕως ἄν καί παρ᾿ ἑαυτῆς ἡ ὕλη φέριῃ τό ἄτακτον," ἀντί τοῦ,  Ἕως ἄν ὑπό φθοράν καί ἀλλοίωσίν ἐστι τοῦτο τό πᾶν, καί τό σῶμα τῆς παπεινώσεως περικείμεθα, καί ἴσως τοῖς ἐξ αὐτοῦ διά τήν ἔμφυτον ἀσθένειαν πολυτρόποις κακοῖς ὑποκείμεθα· μή κατ᾿ ἀλλήλων ἐπαιρώμεθα διά τήν περί ἡμᾶς ἀνισότητα, ἀλλά μᾶλλον σώφρονι λογισμῷ τήν τῆς ὁμοτίμου φύσεως ἀνωμαλίαν ἐξομαλίσωμεν, τάς τῶν ἄλλων ἐλλείψεις ταῖς ἡμῶν αὐτῶν ἀναπληροῦντες ὑπερβολαῖς. Διό τυχόν καί ἡ παροῦσα συνεχωρήθη πολιτεύεσθαι ἀνωμαλία, ἵνα δειχθῇ ἡ τοῦ ἐν ἡμῖν λόγου δύναμις προτιμῶσα πάντων τήν ἀρετήν. Πάντων γάρ ἀνθρώπων ἡ αὐτή ἐστι τοῦ τε σώματος καί τῶν ἐκτός τροπή καί ἀλλοίωσις, φέρουσά τε καί φερομένη, καί μόνον τοῦτο φερόμενον.  


Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (2)

  Συνέχεια από: Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΥΖΙΚΟΥ


2

Από τον ίδιο λόγο, στο λεγόμενο· «Ποια είναι η σοφία που με περιβάλλει και τι είναι αυτό το μεγάλο μυστήριο; Ή μήπως θέλει, ενώ είμαστε μοίρα του Θεού κι έχουμε απορρεύσει από τον ουρανό, για να μη κυριευθούμε από έπαρση εξαιτίας της αξίας μας και καταφρονήσουμε τον Κύριο, να προσβλέπουμε πάντοτε προς αυτόν κατά τη μάχη και την πάλη μας προς το σώμα και η ασθένεια η δεμένη μαζί μας να είναι παιδαγωγία για το αξίωμά μας;».


Όταν κάποιοι διαβάζουν αυτά τα λόγια, επειδή δεν περιμένουν κανένα μισθό, όπως φαίνεται, για τον κόπο τους προς αναζήτηση της αλήθειας, καταφεύγουν στο εύκολο που αντλεί πολλή βοήθεια από τα ελληνικά διδάγματα, μιλώντας και για τη λογική ενότητα των λογικών όντων που κατά τη γνώμη τους υπήρχε κάποτε, σύμφωνα με την οποία είμαστε σύμφυτοι (συμφυείς) με το Θεό και είχαμε σταθερή παραμονή μέσα σ' αυτόνΑκόμη και για την γενόμενη κίνηση που άρχισε, κι εξαιτίας της -διασκορπισμένα σε διάφορες κατευθύνσεις- τα λογικά (για τη δημιουργία του σωματικού τούτου κόσμου) μας έκαναν να δούμε το Θεό, για να δεθούν αυτά μέσα σε σώματα προς τιμωρία για τις προηγούμενες αμαρτίες τους· αυτά νομίζουν ότι υπαινίσσεται ο δάσκαλος με τα λόγια αυτά. Αλλ' αγνόησαν ότι κάνουν αδύνατες υποθέσεις και καταστοχάζονται απραγματοποίητα πράγματα, όπως προχωρώντας με λογική θ' αποδείξει ο αληθινός λόγος.

Αν δηλαδή το Θείον είναι ακίνητον, επειδή πληρώνει (γεμίζει) τα πάντα, ενώ το κάθετι που έχει λάβει το είναι από το μη ον είναι κινητό, επειδή οπωσδήποτε κινείται προς κάποια αιτία και δεν έχει σταματήσει ακόμα κανένα κινούμενο, επειδή δεν έχει ακόμα αναπαύσει στο έσχατο επιθυμητό τη δύναμη της επιθυμίας του (γιατί κανένα άλλο δεν μπορεί ως από τη φύση του να σταματήσει αυτό που κινείται, παρά μόνο όταν φανεί το έσχατο), άρα κανένα κινούμενο δε σταμάτησε, επειδή δεν επέτυχε ακόμα το έσχατο επιθυμητό· για το λόγο ότι δε σταμάτησε με την εμφάνισή του την κίνηση εκείνων που κινούνται γύρω από αυτό. Κι αν αυτό λένε ότι έγινε κάποτε με διαταγή και τα λογικά διασκορπίστηκαν με παράγγελμα από τη σταθερή παραμονή τους μέσα στο έσχατο και μόνο επιθυμητό, για να μη φλυαρώ για το ποια είναι η απόδειξη, θα υποθέσουν αναγκαστικά ότι τα λογικά όντα θα έχουν στο άπειρο τις ίδιες μεταπτώσεις στα ίδια. Γιατί αυτό που μπόρεσαν από την πείρα τους μια φορά να το περιφρονήσουν, κανένας λόγος δε θα εμποδίσει να μπορούν να το περιφρονούν για πάντα. Να συμπεριφέρονται όμως έτσι τα λογικά όντα και να μην έχουν ούτε να ελπίζουν κάποιο αμετακίνητο θεμέλιο της σταθερότητάς τους μέσα στο καλό, τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει πιο ελεεινό από αυτό;

Εάν πάλι ισχυρισθούν ότι μπορούν αλλά δε θέλουν, επειδή έχουν λάβει πείρα για το αντίθετο, και έτσι πάλι όχι γι' αυτό το ίδιο ως καλό, αλλά εξαιτίας του αντίθετου εξ ανάγκης δείχνουν τη στοργή τους προς το καλό, επειδή δεν είναι από τη φύση του (αγαθό) ή κυρίως ποθητό. Γιατί ό,τι δεν είναι από τον εαυτό του αγαθό και ποθητό και δεν προσελκύει προς τον εαυτό του κάθε κίνηση, δεν είναι κυρίως καλό. Και γι' αυτό δικαιολογημένα ούτε και συγκρατεί την επιθυμία εκείνων που ευχαριστεί, αλλά στο τέλος και χάρη θα ομολογήσουν στο κακό, εκείνοι που καλλιεργούν αυτό το φρόνημα, γιατί τάχα από αυτό διδάχθηκαν το δέον και έμαθαν καλά πως είναι η παγίωση μέσα στο καλό, και θα μπορούσαν αυτό να το πουν υποχρεωτικά γένεση. Αυτό βέβαια, αν κατάλαβαν ότι αρμόζει σ' αυτούς και είναι χρησιμότερη από την ίδια τη φύση, επειδή τους διδάσκει εκείνο που τους συμφέρει και επειδή γεννά το σπουδαιότερο από όλα τα αποκτήματα, εννοώ την αγάπη, σύμφωνα με την οποία κατά φυσικό λόγο όλα όσα γίνονται από το Θεό συγκεντρώνονται στο Θεό κατά τρόπο μόνιμο και αμετάβλητο.

Και πάλι η γένεση των αισθητών και νοητών που δημιούργησε ο Θεός προεπινοείται της κινήσεως. Γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχει πριν από τη γένεση κίνηση. Η κίνηση δηλαδή εκείνων που έχουν γίνει είναι των νοητών νοητή και των αισθητών αισθητή. Γιατί δεν υπάρχει κανένα απολύτως από όσα έχουν δημιουργηθεί που να είναι ακίνητο κατά την ουσία του, ούτε από αυτά ακόμα τα άψυχα και τα αισθητά, όπως ενόμισαν οι πιο επιμελείς μελετητές των όντων. Γιατί δίδαξαν αυτοί ότι όλα κινούνται ή ευθύγραμα ή κυκλικά ή ελικοειδώς. Κάθε κίνηση δηλαδή δημιουργείται με τον απλό ή τον σύνθετο τρόπο. Εάν λοιπόν προεπινοείται η γένεση της κίνησης εκείνων που την έχουν, τότε η κίνηση νοείται μετά τη γένεση εκείνων που την έχουν, επειδή έρχεται στο νου έπειτα από αυτήν. Και αυτήν την κίνηση την ονομάζουν δύναμη φυσική, που σπεύδει προς το οικείο τέλος ή πάθος, δηλαδή την κίνηση, που γίνεται από το ένα στο άλλο, κι έχει ως τέλος το απαθές, ή ενέργεια δραστική που τέλος της έχει το αυτοτελές. Κανένα από όσα έχουν δημιουργηθεί δεν είναι τέλος του εαυτού του, επειδή δεν είναι ούτε το ίδιο αιτία του εαυτού του, γιατί αλλιώς θα ήταν αγένητο (αδημιούργητο), άναρχον και ακίνητον (και δε θα είχε αρχή ούτε κίνηση), αφού δεν θα έχει από ποιο κατά κάποιο τρόπο να κινηθεί. Γιατί υπερβαίνει τη φύση των όντων, αφού δεν υπάρχει εξαιτίας κανενός, αν είναι αληθινός, έστω κι αν είναι ξενικός ο ορισμός, που λέει
· «Τέλος είναι εκείνο που εξαιτίας του υπάρχουν τα πάντα, αυτό όμως υπάρχει εξαιτίας κανενός». Ούτε αυτοτελές είναι, γιατί είναι ανενεργό επειδή δεν είναι πλήρες και επίσης δεν έχει το είναι του από πουθενά. Γιατί το αυτοτελές είναι κατά κάποιο τρόπο και χωρίς αιτία. Ούτε απαθές είναι, επειδή είναι και μόνο και άπειρο και απεριόριστο. Γιατί το απαθές δεν έχει καθόλου στη φύση του το πάσχειν, επειδή ούτε ποθεί κάτι άλλο ούτε το κινεί προς κάτι άλλο ο πόθος του.

Κανένα λοιπόν από τα δημιουργημένα που είχε κίνηση δε σταμάτησε, επειδή δεν πέτυχε ακόμα την πρώτη και μόνη αιτία, από την οποία λαμβάνουν τα όντα το είναι, ή επειδή δεν βρέθηκε ακόμα μέσα στο έσχατο ποθητό, ώστε να νομισθεί ότι ο διασκορπισμός των λογικών όντων από την προηγούμενη ενότητα προκάλεσε στη συνέχεια μέσα του τη γένεση των σωμάτων. Και το επιβεβαιώνουν αυτό οι άγιοι ο Μωυσής και ο Δαβίδ και ο Παύλος, και ο Κύριός τους ο Χριστός, ο ένας διηγούμενος τον βίο του προπάτορα και λέγοντας «να μη δοκιμάσετε από το δένδρο της ζωής», και σ' άλλο σημείο, «δεν φθάσατε ακόμα ως τώρα στην ανάπαυση και στην κληρονομία που σας δίνει ο Κύριος ο Θεός σας». Ο άλλος λέγοντας «θα χορτάσω ατενίζοντας τη δόξα σου», και «ένιωσε δίψα η ψυχή μου για το Θεό που είναι ισχυρός και ζωντανός
· πότε θα φθάσω και θα δω με τα μάτια μου το Θεό». Και ο Παύλος γράφοντας στους Φιλιππησίους· «μήπως και φθάσω στην ανάσταση των νεκρών· δεν λέγω βέβαια ότι ήδη την έχω επιτύχει ή ότι είμαι ήδη τέλειος, αλλά επιδιώκω να επιτύχω εκείνο για το οποίο με έκανε και ο Χριστός δικό του». Και στους Εβραίους γράφει· «γιατί εκείνος που εισήλθε στην κατάπαυση του Θεού, σταμάτησε κι αυτός από τα έργα του, όπως ο Θεός από τα δικά του». Και πάλι στην ίδια επιστολή διαβεβαιώνει ότι κανένας δεν επέτυχε τις υποσχέσεις. Ο Κύριος πάλι λέγει· «ελάτε προς εμένα όλοι όσοι κοπιάζετε και λυγίζετε από το φορτίο των μόχθων σας, και εγώ θα σας αναπαύσω».

Απολύτως λοιπόν κανένα από τα δημιουργήματα δε σταμάτησε τη φυσική δύναμή του να κινείται προς τον οικείο σκοπό του, ούτε σταμάτησε την ενέργειά του να την καθοδηγεί προς τον οικείο τέλος του, ούτε έδρεψε τους καρπούς του πάθους της κίνησης, δηλαδή την απάθεια και την ακινησία. Γιατί του Θεού μόνον ιδιότητα είναι το τέλος και η τελειότητα και η απάθεια, επειδή είναι ακίνητος και πλήρης και απαθής, ενώ γνώρισμα των δημιουργημάτων είναι η κίνηση προς το άναρχο τέλος και το σταμάτημα στο άσχετο με το ποσό τέλειο τέλος, και το ν' αποκτήσουν, αλλά να μη είναι ή να γίνουν στην ουσία τους χωρίς ποιο. Γιατί είναι φανερό πως κάθετι που γίνεται και δημιουργείται δεν είναι απεριόριστο. Το πάθος βέβαια πρέπει να το εννοήσουμε με την καλή του έννοια
· γιατί δεν δηλώνεται εδώ το πάθος με την έννοια της τροπής ή της φθοράς, αλλά με τη φυσική ιδιότητα που έχουν όλα τα όντα. Όλα δηλαδή όσα έχουν δημιουργηθεί υφίστανται την κίνηση, επειδή τα ίδια δεν είναι αυτοκίνητα ή αυτοδύναμα.

Αν λοιπόν τα λογικά έχουν γίνει, οπωσδήποτε τότε και κινούνται, γιατί εξαιτίας της ύπαρξής τους κινούνται από την αρχή φυσικώς και με τη δική τους γνώμη προς ένα τέλος για χάρη της μακαριότητας (το ευ είναι). Τέλος δηλαδή της κίνησης όσων κινούνται είναι να υπάρχουν μέσα στο ίδιο το μακάριο είναι, όπως ακριβώς είναι και αρχή το ίδιο το είναι, δηλαδή ο Θεός, ο οποίος και το είναι δίνει και το μακάριο είναι χαρίζει, αφού είναι αρχή και τέλος.

Αν πάλι το νοερό κινείται νοερά ανάλογα με τον εαυτό του, τότε οπωσδήποτε και νοεί
· κι αν νοεί, οπωσδήποτε και ποθεί το αντικείμενο της νόησής του· κι αν ποθεί, υφίσταται οπωσδήποτε και την έκσταση προς αυτό που είναι το ποθητό του· κι αν υφίσταται, είναι φανερό και ότι σπεύδει, κι αν σπεύδει, τότε οπωσδήποτε και επιτείνει τη σφοδρότητα της κίνησης· κι αν επιτείνει ολοένα τη σφοδρότητα της κίνησης, δε σταματά ώσπου να εισέλθει όλο μέσα σ' όλο το ποθητό και να περιληφθεί από όλο, δεχόμενο εκουσίως όλο κι αυτό με τη προαίρεσή του και συνειδητά τη σωτηρία αυτή περιγραφή, για να λάβει ολόκληρο την ποιότητα ολόκληρου εκείνου που το περιγράφει, ώστε καθόλου να μη θέλει στο εξής αυτό που περιγράφεται ν' αναγνωρίζεται ακέραιο από τον εαυτό του, αλλά από αυτό που το περιγράφει. Να γίνει δηλαδή όπως ο αέρας που τον διαπερνά ως πέρα το φως και η φωτιά το σίδερο, όλη σε όλο πυρακτωμένο, ή οποιοδήποτε άλλο από τα όμοια.

Από αυτά συμπερασματικά και κατ’ εικασία μόνο λαμβάνουμε όχι εκείνην που είχαμε και έχει παραφθαρεί, αλλά τη μελλοντική για τους άξιους μετουσία της αγαθότητας
· γιατί όσα ελπίζουμε είναι πάνω από όλα αυτά, αφού, σύμφωνα μ' εκείνο που έχει γραφεί, είναι επέκεινα από όραση και από ακοή και από διάνοια. Και ίσως αυτή είναι η υποταγή, σύμφωνα με την οποία λέει ο θείος Απόστολος ότι ο υιός υποτάσσει στον Πατέρα, όσους δέχονται εκούσια την υποταγή, που έπειτ' από αυτήν ή χάρη σ' αυτήν, «καταργείται ο έσχατος εχθρός, ο θάνατος», επειδή το αυτεξούσιό μας, μέσω του οποίου εισήλθε μέσα μας κι επικύρωσε το κράτος της φθοράς, παραχωρήθηκε εξ ολοκλήρου στο Θεό και που καλά κυβερνά με το να κυβερνάται μη θέλοντας να κάνει κάτι που δεν θέλει ο Θεός, όπως ακριβώς ο ίδιος ο Σωτήρας αποτυπώνοντας στον εαυτό του τον άνθρωπο λέει στον Πατέρα του «όχι όμως όπως θέλω εγώ, αλλά όπως εσύ». Κι έπειτ' από αυτόν ο θείος Παύλος που, σα να έχει αρνηθεί τον εαυτό του και δε γνωρίζει αν έχει πια ζωή δική του, λέει· «και δεν ζω πια εγώ, γιατί ζει μέσα μου ο Χριστός».

Ας μη σας ταράσσει αυτός ο λόγος. Γιατί δεν ισχυρίζομαι πως καταργείται το αυτεξούσιο, αλλά γίνεται μάλλον θέση του φυσική και πάγια και αμετάθετη, δηλαδή παραχώρηση με τη γνώμη μας, ώστε, απ' όπου έχουμε το είναι, από εκεί να ποθήσουμε να λάβουμε και την κίνηση, γιατί η εικόνα ανέβηκε στο αρχέτυπο και προσαρμοσμένη μ' ακρίβεια στο αρχέτυπο σαν εκτύπωμα σφραγίδας και μη έχοντας στο εξής ούτε μπορώντας που αλλού να κατευθυνθεί, ή, για να το πω σαφέστερα και αληθέστερα, μη θέλοντας ενώ μπορεί, γιατί έχει αναλάβει τη θεία ενέργεια, ή καλύτερα με τη θέωση έχει γίνει θεός, κι ευχαριστιέται περισσότερο με την έκστασή της από όσα υπάρχουν φυσικώς σ' αυτήν και όσα νοούνται, κι αυτό, επειδή την έχει υπερκινήσει η χάρη του Πνεύματος κι έδειξε πως έχει μόνο το Θεό να ενεργεί, ώστε να είναι μία και μόνη διαμέσου όλων ενέργεια, του Θεού και των αξίων του Θεού, ή καλύτερα του Θεού μόνο, γιατί έχει περιχωρήσει φιλάνθρωπα όλος όλους τους άξιους. Γιατί είναι απόλυτη ανάγκη όλα να παύσουν την αυτεξούσια κίνηση του πόθου τους προς κάτι άλλο, επειδή φάνηκε και μετέχεται το έσχατο ποθητό, που χωρείται από τον καθένα αχώρητα, για να το πω έτσι, ανάλογα με τη δύναμη εκείνων που το χωρούν, προς το οποίο σπεύδει όλη η πολιτεία και η διάνοια κάθε υψηλού «και στο οποίο σταματά κάθε επιθυμία και δεν προχωρεί καθόλου περ' από αυτό
· γιατί ούτε έχει αυτό όπου τείνει κάθε επειγόμενου η κίνηση και όπου για όσους έχουν γεννηθεί υπάρχει η ανάπαυση από κάθε θεωρία», λέει αυτός ο μακάριος δάσκαλος. Ούτε θα μπορέσει τότε να φανεί κάτι έξω από το Θεό ή να φέρεται κατά του Θεού, για να δελεάσει την επιθυμία κάποιου να κλίνει προς αυτό, επειδή όλα θα έχουν περιληφθεί μέσα σ' αυτόν, νοητά και αισθητά κατά την άφραστη φανέρωση και παρουσία τους όπως ούτε τα αστρικά φώτα και τα ίδια τα άστρα κατά τη διάρκεια της ημέρας, μόλις φανεί ο ήλιος με το άπλετο και ασύγκριτο φως που σκεπάζει την ιδιότητά τους να είναι φώτα κι αυτά, δεν τα αντιλαμβάνεται η αίσθηση ότι καν υπάρχουν. 

Στην περίπτωση όμως του Θεού αυτό συμβαίνει ακόμα περισσότερο και τόσο, όσο η απόσταση ανάμεσα στον άκτιστο και στα κτίσματα είναι άπειρη και διαφορετική. Γιατί τότε μαθαίνοντας, νομίζω, και την ουσιαστική ύπαρξη των όντων ως προς το τι είναι και το πως και το από ποιο εξαρτώνται, δε θα κινηθούμε πια επιθυμητικά προς κάτι για να το γνωρίσουμε, επειδή θα έχει πια ολοκληρωθεί η γνώση μας για καθένα από τα έπειτ' από το Θεό, και μόνη που θα μας περιμένει να την απολαύσουμε ανάλογα στον καθένα θα είναι η άπειρη και θεία και απερίληπτη γνώση που μετέχουμε. Κι αυτό είναι εκείνο που γίνεται αντικείμενο φιλοσοφικής ανάλυσης από τον θεοφόρο αυτόν δάσκαλο «να τον γνωρίσομε κάποτε κι εμείς όσο μας έχει γνωρίσει, όταν ομολογώντας με το νου μας και με το λόγο μας το θεόμορφο τούτο και θείο το αναμίξουμε με τον εαυτό μας και η εικόνα ανεβεί προς το αρχέτυπο, που τώρα την συνέχει ο πόθος του». Για το ότι λοιπόν δεν υπάρχει η θρυλούμενη ενότητα και για το πως συμπεραίνουμε από τα νοήματα και τις σκέψεις της Γραφής που είναι εφικτές τώρα σ' εμάς, ότι θα είναι η κατάσταση των μελλοντικών, ας λεχθούν αυτά.

Για το πως τώρα, ενώ είμαστε μοίρα του Θεού, αποκοπήκαμε από αυτόν, με την οδηγία του Θεού θα συνεχίσω από το σημείο αυτό το λόγο μου.

Ποιος, που έχει τη λογική γνώση και σοφία για τα όντα ότι ο Θεός τα έφερε στο είναι από το μη είναι, αν στην άπειρη διαφορά και ποικιλία των φυσικών όντων φέρει τη θεωρητική δύναμη της ψυχής και με τη λογική εξέταση ξεχωρίσει με το νού του το λόγο της δημιουργίας τους, δεν θα θεωρήσει πολλούς λόγους τον ένα λόγο, που θα διακρίνεται μέσα στην αδιαίρετη διαφορά των κτισμάτων εξαιτίας της ασύγχυτης ιδιομορφίας τους έναντι των άλλων και του εαυτού τους; Και πάλι τους πολλούς λόγους θα τους θεωρήσει ως ένα, που με την αναφορά όλων σ' αυτόν υπάρχει ασύγχυτα από τον εαυτό του, ο Θεός Λόγος του Θεού και Πατρός, που έχει τη δική του ουσία και τη δική του υπόσταση ως αρχή και αιτία των όλων, «από την οποία κτίσθηκαν τα πάντα, τα ουράνια και τα επίγεια, είτε ορατά είτε αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχές, είτε εξουσίες, όλα κτίσθηκαν από αυτόν, μέσω αυτού και γι' αυτόν».
Έχοντας λοιπόν τους λόγους των δημιουργημάτων πριν από τους αιώνες υποταγμένους σ' αυτόν με θέληση αγαθή δημιούργησε σύμφωνα μ' αυτή την κτίση από το μηδέν, την ορατή και την αόρατη, έχοντας δημιουργήσει και δημιουργώντας με λόγο και σοφία τα πάντα κατά τον δέοντα χρόνο και όλα γενικά και χωριστά το καθένα. Πιστεύουμε ότι ο Λόγος προηγείται της δημιουργίας των αγγέλων, ο Λόγος προηγείται της καθεμιάς από τις ουσίες και τις δυνάμεις που συμπληρώνουν τον άνω κόσμο· ο Λόγος προηγείται της δημιουργίας των ανθρώπων, ο Λόγος προηγείται της δημιουργίας καθενός όντος που έλαβε το είναι από το Θεό, για να μην τα αναφέρω καθ’ έκαστον, και ο οποίος Λόγος είναι από άπειρη υπεροχή εξαιτίας του εαυτού του άφραστος και ακατανόητος και επέκεινα από κάθε κτίσμα και από τη διαφορά και τη διάκριση που υπάρχει και νοείται σ' αυτήν, και ο ίδιος μέσα σε όλα που προέρχονται από αυτόν φανερώνεται και πολλαπλασιάζεται αγαθοπρεπώς κατά την αναλογία που έχει το κάθε ον, και ανακεφαλαιώνει τα πάντα μέσα στον εαυτό του, στον οποίο έχουν το είναι και τη διαμονή και από τον οποίο προέρχονται όσα έγιναν, όπως έγιναν και για ό,τι έγιναν, και τα οποία, είτε μένουν σταθερά είτε κινούνται, μετέχουν του Θεού. Γιατί όλα, επειδή έχουν γίνει από το Θεό, κατ' αναλογία μετέχουν του Θεού, ή κατά το νού ή κατά το λόγο ή κατά την αίσθηση ή τη ζωτική κίνηση ή την επιτηδειότητα της ουσίας και της έξης, όπως πιστεύει ο μεγάλος και θεοφάντωρ Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης.

Καθένα λοιπόν από τα νοερά και λογικά όντα, από τους αγγέλους δηλαδή και τους ανθρώπους, με τον λόγο αυτόν της δημιουργίας του, που βρίσκεται μέσα στο Θεό, λέγεται και είναι μοίρα του Θεού, εξαιτίας του λόγου του που, όπως λέχθηκε, προϋπάρχει μέσα στο Θεό. Χωρίς αμφιβολία λοιπόν αν κινηθεί σύμφωνα με το λόγο του, θα βρεθεί μέσα στο Θεό, μέσα στον οποίο προϋπάρχει ο λόγος του είναι του ως αρχή και αιτία του, και αν δεν θελήσει να στρέψει τον πόθο του σε κανένα άλλο εκτός από την ίδια του την αρχή, δεν αποκόπτεται από το Θεό, αλλά μάλλον με την ανάτασή του προς αυτόν και με την προσήκουσα μετοχή του Θεού γίνεται θεός και λέγεται μοίρα Θεού, επειδή σύμφωνα με τη φύση του σοφά και συνετά μ' ευπρεπή κίνηση φτάνοντας στην ίδια του την αρχή κι αιτία, μετά την ίδια του την αρχή και την άνοδο και αποκατάστασή του στο Λόγο, σύμφωνα με τον οποίο δημιουργήθηκε, δεν έχει στο εξής που αλλού να κινηθεί και πως αλλιώς να κινηθεί, αφού η κίνησή του, όπως είναι φανερό, προς το θείο στόχο έχει ήδη λάβει ως πέρας της τον ίδιο το θείο στόχο.

Αυτό δηλώνει και ο άγιος Βασίλειος στην ερμηνεία του στον άγιο προφήτη Ησαΐα λέγοντας τα εξής· «Σάββατα αληθινά είναι η ανάπαυση που περιμένει το λαό του Θεού, τα οποία, επειδή είναι αληθινά, τ' ανέχεται ο Θεός, και φτάνει σ' αυτά τα Σάββατα της ανάπαυσης αυτός για τον οποίο έχει σταυρωθεί ο κόσμος, που έχει δηλαδή αποχωριστεί από τα κοσμικά, και καταλήγει στον ίδιο του τον τόπο της πνευματικής ανάπαυσης. Σ' αυτόν φτάνοντας δε θα κινηθεί πια από τον τόπο του, γιατί σ' εκείνη την κατάσταση πραγμάτων υπάρχει ησυχία και αταραξία. Τόπος λοιπόν όλων όσοι αξιώνονται αυτή τη μακαριότητα είναι ο Θεός, σύμφωνα με το λόγο της Γραφής· “γίνε μου Θεός πρόμαχος μου και τόπος οχυρός της σωτηρίας μου”». Σ' αυτόν είναι παγιωμένοι ακλόνητα οι λόγοι όλων των όντων, σύμφωνα με τους οποίους λέγεται ότι γνωρίζει τα πάντα πριν από τη γένεσή τους, επειδή τα πάντα σύμφωνα με την ίδια την αλήθεια βρίσκονται μέσα του και πλησίον του. Ακόμα κι αν αυτά τα πάντα, όσα υπάρχουν κι όσα θα υπάρξουν, δε βγήκαν στην ύπαρξη ταυτόχρονα με τους λόγους τους ή με γνώση του Θεού, αλλά δημιουργούνται το καθένα τους στον κατάλληλο καιρό κι όπως πρέπει κατά τη σοφία του Δημιουργού σύμφωνα με τους λόγους τους και παίρνουν κατ' ενεργεία την ατομική τους ύπαρξη. Επειδή εκείνος είναι πάντοτε Δημιουργός κατ' ενέργεια, ενώ αυτά υπάρχουν δυνάμει και όχι ακόμα ενεργεία. Γιατί δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν ταυτόχρονα σε όσα υπάρχουν το άπειρο και τα πεπερασμένα, ούτε θα φανεί κάποιος λόγος ν' αποδείξει ότι μπορεί να υπάρχει μαζί η ουσία και το υπερούσιο και να συμπεριλάβει σε ένα το άμετρο με το εν μέτρο, το άσχετο με το εν σχέσει, κι αυτό που δεν έχει κατηγορούμενο να κατονομάζεται με ένα οποιουδήποτε είδους κατηγορούμενο, όμοια μ' αυτό που παίρνει ύπαρξη με όλα αυτά τα κατηγορούμενα.

Γιατί όλα τα κτιστά αναφορικά με την ουσία και τη γένεσή τους καταφάσκονται πλήρως περιεχόμενα από τους δικούς τους και τους γύρω από αυτά εξωτερικούς λόγους. Όταν λοιπόν εξαιρεθεί η πλήρης αποφατική θεολογία του Λόγου, σύμφωνα με την οποία ούτε λέγεται ούτε νοείται ούτε είναι γενικά κάτι από όσα αποδίδονται σε κάτι άλλο, ως υπερούσιος, ούτε μετέχεται καθόλου με οποιοδήποτε τρόπο από κάπου, ο ένας λόγος είναι πολλοί λόγοι και οι πολλοί ένας. Κατά την από αγαθή δηλαδή διάθεση δημιουργική και συνεκτική πρόοδο στα όντα του ενός ο ένας Λόγος είναι πολλοί, ενώ κατά την αναφορά και την πρόνοια που στρέφει και χειραγωγεί τα πολλά προς τον Ένα, σαν προς μια αρχή παντοκρατορική ή ένα κέντρο που έχει προπεριλάβει τις αρχές των ευθειών που ξεκινούν από αυτό και επειδή συγκεντρώνει τα πάντα, οι πολλοί είναι ένας Λόγος. Είμαστε λοιπόν και λεγόμαστε μοίρα του Θεού, επειδή προϋπάρχουν μέσα στο Θεό οι λόγοι του είναι μας. Και πάλι λεγόμαστε ότι έχουμε απορρεύσει από άνω, γιατί δεν έχουμε κινηθεί σύμφωνα με το λόγο που προϋπήρχε στο Θεό και κατά τον οποίο γεννηθήκαμε. 

Αλλά και με άλλο τρόπο είναι εύκολο όποιος έχει διδαχτεί να προσεγγίζει μ' ευσέβεια τους λόγους των όντων να εξετάσει το λόγο για το θέμα αυτό.

Αν λοιπόν δεν αμφισβητείται ότι ουσία της αρετής του καθενός είναι ο ένας Λόγος του Θεού (γιατί ουσία όλων των αρετών είναι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όπως έχει γραφεί· «αυτός που εγενήθη για μας από το Θεό σοφία και δικαιοσύνη και αγιασμός και απολύτρωση», ιδιότητες που λέγονται δηλαδή γι' αυτόν και του ανήκουν σε απόλυτο βαθμό, επειδή είναι αυτοσοφία και δικαιοσύνη και αγιότητα, κι όχι ως προσδιορισμοί που προσδιορίζουν εμάς, για παράδειγμα σοφός άνθρωπος ή δίκαιος άνθρωπος), κάθε άνθρωπος που μετέχει της αρετής κατά πάγια έξη, μετέχει αναμφισβήτητα του Θεού που είναι η ουσία των αρετών, επειδή καλλιέργησε γνήσια και κατά προαίρεση τη σύμφωνη με τη φύση του σπορά του αγαθού και έδειξε ίδιο το τέλος με την αρχή, ή καλύτερα έδειξε πως είναι ένα πράγμα η αρχή και το τέλος, φθάνοντας να είναι ανυπόκριτος (ανόθευτος) συνήγορος του Θεού, αν βέβαια έχει πιστευθεί πως αρχή και τέλος κάθε πράγματος είναι η κατάληξη σ' αυτόν, επειδή την μεν αρχή της ύπαρξης (του είναι) την έλαβε από εκεί και μαζί και το φύσει αγαθό κατά μέθεξη, ενώ το τέλος, επειδή σύμφωνα μ' αυτήν κι αυτοπροαίρετα τέλειωσε με σπουδή το επαινετό δρόμο που οδηγεί αλάθευτα σ' αυτήν, μέσω του οποίου γίνεται θεός, λαμβάνοντας την ιδιότητα του θεού από το Θεό, επειδή με την προαίρεσή του στο κατ' εικόνα Θεού φυσικό καλό και την προαίρεση πρόσθεσε την εξομοίωση με τις αρετές, με την έμφυτη ανάβαση και οικείωση προς την ίδια την αρχή. Κι εκπληρώνεται λοιπόν και στην περίπτωση αυτή ο αποστολικός λόγος που λέει· «μέσα σ' αυτόν ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε». Βρίσκεται δηλαδή στο Θεό με την προσοχή, χωρίς να παραβλάψει τον λόγο τού είναι που προϋπάρχει στο Θεό και, δραστηριοποιούμενος με τις αρετές, κινείται στο Θεό σύμφωνα με το λόγο του μακάριου είναι που προϋπάρχει στο Θεό, και ζει στο Θεό κατά το λόγο του αιώνιου είναι που προϋπάρχει στο Θεό.

Ήδη από εδώ σύμφωνα με την απαθέστατη έξη μένοντας ίδιος με τον εαυτό του και ακίνητος, και στη μελλοντική ζωή κατά τη θέωση που θα δοθεί στέργοντας αγαπητικά και αποδεχόμενος τους λόγους που είπαμε και που προϋπάρχουν στο Θεό, ή καλύτερα αποδεχόμενος το Θεό, μέσα στον οποίο έχουν την πάγια σταθερότητά τους οι λόγοι των καλών, ο άνθρωπος είναι και μοίρα του Θεού, και επειδή υπάρχει, εξαιτίας του λόγου του είναι που υπάρχει στο Θεό, κι επειδή είναι αγαθός, εξαιτίας του λόγου του μακάριου είναι που βρίσκεται στο Θεό, κι επειδή είναι θεός, εξαιτίας του λόγου του αιώνιου είναι που βρίσκεται μέσα στο Θεό• είναι μοίρα λοιπόν του Θεού, γιατί τίμησε αυτούς τους λόγους και σύμφωνα μ' αυτούς έπραξε και μέσω των λόγων αυτών τοποθέτησε τον εαυτό του ολόκληρο στο Θεό μόνο και εντύπωσε και μορφοποίησε μέσα στον εαυτό του πλήρως το Θεό μόνο, ώστε κι ο ίδιος να είναι κατά χάρη και να καλείται θεός και ο Θεός από συγκατάβαση να είναι και να καλείται γι' αυτόν άνθρωπος, κι έτσι να δειχθεί η δύναμη της διάθεσης που γι' αυτό αντιπαραχωρείται, δύναμη που και τον άνθρωπο θεοποιεί για χάρη του Θεού εξαιτίας της αγάπης του προς το Θεό (δια το φιλόθεον), και το Θεό για χάρη του ανθρώπου κάνει άνθρωπο εξαιτίας της αγάπης προς τον άνθρωπο (δια το φιλάνθρωπον), και κάνει, σύμφωνα με την ωραία αυτή αντιστροφή, άνθρωπο το Θεό χάρη στην ενανθρώπηση του Θεού, και Θεό τον άνθρωπο χάρη στη θέωση του ανθρώπου. Γιατί ο Λόγος του Θεού και Θεός θέλει πάντοτε και σε όλα να πραγματοποιείται το μυστήριο της ενσωμάτωσής του.

Όποιος όμως, εγκαταλείποντας την ίδια του την αρχή, ενώ τυχαίνει να είναι μοίρα του Θεού εξαιτίας του λόγου της αρετής που έχει μέσα του, για το λόγο που εξηγήσαμε, και φέρεται παράλογα προς το μη ον, αυτός δικαιολογημένα λέγεται ότι έχει ξεγλιστρήσει από επάνω, επειδή δεν κατευθύνθηκε προς την ίδια του την αρχή και αιτία σύμφωνα με την οποία και για την οποία και χάρη στην οποία έχει γίνει, και βρίσκεται σε άστατη περιφορά και φοβερή αταξία ψυχής και σώματος, πραγματοποιώντας την αποτυχία του με την εκούσια ροπή προς το χειρότερο της αλάθευτης και αμετάβλητης αιτίας. Από αυτό μπορεί να κυριολεκτηθεί και το γλίστρημα (ρεύση), γιατί, ενώ είχε στη διάθεσή του την εξουσία που μπορεί να βάλει χωρίς αγώνα τα θεμέλια της ψυχής εδρασμένα στο Θεό, έκανε θεληματικά ανταλλαγή του καλύτερου και του όντος, με το αδιαφιλονίκητα χειρότερο και μη ον.

Αυτούς τους λόγους που ανέφερα ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης μας διδάσκει ότι η Γραφή τους ονομάζει προορισμούς και θεία θελήματα. Όμοια και οι μαθητές του Πάνταινου, που χρημάτισε καθηγητής του μεγάλου Κλήμεντα του Στρωματέα, λένε πως η Γραφή αρέσκεται να τους ονομάζει θεία θελήματα.

Γι' αυτό, όταν ρωτήθηκαν από κάποιους που καμάρωναν για την εξωτερική παιδεία τους και πίστευαν ότι ο Θεός γνωρίζει νοερά τα νοητά και αισθητικά τα αισθητά, πως οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι ο Θεός γνωρίζει τα όντα, απάντησαν ότι ούτε αισθητικά γνωρίζει τα αισθητά ούτε νοερά τα νοητά. Γιατί δεν είναι δυνατό αυτός που υπερβαίνει τα όντα ν' αντιλαμβάνεται τα όντα με τους τρόπους των όντων. Αλλά λέμε ότι αυτός γνωρίζει τα όντα ως ίδιά του θελήματα, προσθέτοντας και τη δικαιολόγηση της διατύπωσής τους. Αν δηλαδή δημιούργησε τα πάντα με το θέλημά του, και δεν υπάρχει γι' αυτό κανένας αντίθετος λόγος, και είναι δόγμα ευσεβές και είναι και δίκαιο να λέμε πάντοτε ότι ο Θεός γνωρίζει το θέλημά του, και καθένα από τα δημιουργήματά του το δημιούργησε θέλοντας, άρα ο Θεός γνωρίζει τα όντα ως ίδιά του θελήματα, επειδή και με τη θέλησή του δημιούργησε τα όντα. Από δω ξεκινώντας κι εγώ νομίζω ότι σύμφωνα με αυτούς τους λόγους λέχθηκε προς το Μωυσή από τη Γραφή ο λόγος, «σ' εγνώρισα περισσότερο από όλους», και για κάποιους άλλους, «γνώρισε ο Κύριος αυτούς που είναι δικοί του» και πάλι σε κάποιους άλλους, «δε σας γνωρίζω». Έκανε δηλαδή τον καθένα προαιρετική κίνησή τού ν' ακούσει τη θεία φωνή ή σύμφωνα με το θέλημα και το λόγο του Θεού ή αντίθετα με το θέλημα και το λόγο του.

Αυτά και τα παρόμοια είχε, νομίζω, στο νού του αυτός ο θεοφόρος άνθρωπος λέγοντας· «όταν τούτο το θεόμορφο και θείο στοιχείο, δηλαδή το νού και το λόγο μας, το αναμίξουμε με το δικό μας, και η εικόνα υψωθεί προς το αρχέτυπο, το οποίο τώρα επιθυμεί…». Και ταυτόχρονα μ' αυτό με τις λίγες αυτές λέξεις και απομακρύνει παιδαγωγικά από την ιδέα τους εκείνους που νόμιζαν ότι είχε φτάσει κάποτε κάποιο ον σ' αυτό το μέτρο των όντων, και υποδηλώνει το λόγο που λέει πως είμαστε μοίρα του Θεού, και υπαινίσσεται τον μελλοντικό ιδιάζοντα χαρακτήρα του μακαρίου τέλους, και παρακινεί προς την ασάλευτη κι ακλόνητη απόλαυση, που δεν μεταπίπτει καθόλου, εκείνους που καθαίρονται γι' αυτήν με ελπίδα και σπεύδουν προς αυτή. Γνώριζε δηλαδή ότι, αν κατευθύνουμε κατ' ευθείαν σύμφωνα με το λόγο και τη φύση μας προς αυτό που έχουμε τα φανερώματα της ουσίας και του λόγου με μια απλή κίνηση, χωρίς οποιαδήποτε αναζήτηση που μόνο σχετικά μ' αυτήν υπάρχει το να λανθάνει και να σφάλλει κανείς, όμοια με το Θεό, κατά το δυνατόν, και εμείς θα γνωρίσουμε τα πάντα, και δε θα πιανόμαστε πιά, από άγνοια, από την γύρω από αυτά κίνηση, γιατί θα έχουμε παραχωρήσει στο μεγάλο νού και λόγο και πνεύμα το δικό μας νού και λόγο και πνεύμα, ή καλύτερα ολόκληρο τον εαυτό μας σε ολόκληρο το Θεό που είναι η αρχέτυπη εικόνα.

Το ίδιο διηγείται και στο λόγο για το χαλάζι, λέγοντας τα εξής· «κι αυτούς θα τους δεχθεί το άφραστο φως και η θεωρία της αγίας και βασιλικής Τριάδας που λάμπει τρανότερα και καθαρότερα και που όλη αναμιγνύεται με όλο το νού, την οποία βέβαια εγώ μόνη θεωρώ βασιλεία των ουρανών», όταν νιώθει ηδονή και αγαλλίαση, για να τολμήσω να συνάψω τα δικά μου με τα δικά του, κάθε δημιούργημα λογικό αγγέλων ή ανθρώπων, όσα δεν έφθειραν από απροσεξία κανέναν από τους θείους λόγους που έχει συναρμόσει μαζί τους ο Δημιουργός φυσικά κατά την κίνηση προς το τέλος, αλλά μάλλον τους διέσωσαν με σωφροσύνη όλους τους αμετάβλητους, επειδή γνωρίζουν ότι είναι και θα γίνουν όργανα της θείας φύσης. Αυτούς τους λόγους αφού τους αγκάλιασε όλος εξ ολοκλήρου ο Θεός σα να ήταν κατά κάποιο τρόπο η ψυχή του, σα να πρόκειται να γίνουν μέλη του σώματός του άρτια κι εύχρηστα στο Δεσπότη, και τους μεταχειρίζεται όπως θέλει και τους πληροί με την οικεία δόξα και μακαριότητα, δίνοντας και χαρίζοντάς τους την αΐδια και ανεκλάλητη ζωή και τελείως ελεύθερη από κάθε γνώρισμα της συστατικής ιδιότητας (της ιδιαίτερης σύστασης) της παρούσας ζωής, που στηρίζεται πάνω στη φθορά. Τη ζωή αυτή δεν τη συνιστούν ο αέρας που εισπνέεται ούτε τα ρυάκια του αίματος που κυλούν από το συκώτι, αλλά ολόκληρος ο Θεός που μετέχεται από όλους και από την ψυχή, όπως η ψυχή προς το σώμα, και μέσω της ψυχής φθάνει, όπως αυτός γνωρίζει, μέχρι το ίδιο το σώμα, για να δεχθεί η ψυχή μεν την ατρεψία και το σώμα δε την αθανασία, και να θεωθεί ολόκληρος ο άνθρωπος θεοποιημένος από τη χάρη του ενανθρωπήσαντος Θεού, γίνοντας άτρεπτος όλος ο άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα με την φύσιν, και όλος γινόμενος Θεός με τη δύναμη της χάριτος και τη θεία λαμπρότητα που εμπρέπει απόλυτα σ' αυτόν της μακαρίας δόξας, πέρα από την οποία δεν είναι δυνατόν να επινοηθεί τίποτε λαμπρότερο και υψηλότερο.

Πράγματι, τι είναι για τους άξιους πιο αγαπητό από τη θέωση, σύμφωνα με την οποία ο Θεός ενώνεται μ' αυτούς που έγιναν θεοί και από αγαθότητα κάνει δικό του το παν: Γι' αυτό καλώς ονόμασαν και ηδονή και πάθος και χαρά αυτή την κατάσταση, που δημιουργεί η θεία κατανόηση και η επακόλουθη απόλαυση της ευφροσύνης· ηδονή μεν, επειδή είναι τέλος των φυσικών ενεργειών (γιατί έτσι ορίζουν την ηδονή), και πάθος δε, επειδή σαν δύναμη εκστατική οδηγεί αυτό που πάσχει σ' αυτό που πράττει, σύμφωνα με το παράδειγμα που δώσαμε για τη σχέση του αέρα με το φως και της φωτιάς με το σίδηρο, και που πείθει φυσικά και αληθινά ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος βασικός κανόνας των όντων εκτός από αυτόν, κατά τον οποίο η απάθεια ακολουθεί όπως πρέπει, και η χαρά δεν έχει τίποτε αντίθετο ούτε περασμένο ούτε μελλοντικό. Γιατί λένε ότι η χαρά ούτε την περασμένη λύπη θυμάται ούτε δέχεται τον αναμενόμενο κόρο εκ φόβου, όπως η ηδονή.

Γι' αυτό τόσο η θεόπνευστη Γραφή παντού όσο και οι πατέρες μας, που από αυτήν διδάχτηκαν τα θεία μυστήρια, βεβαίωσαν ότι η χαρά είναι όνομα ενδεικτικό της μελλοντικής αλήθειας. Συνοπτικά λοιπόν, κατά τη γνώμη εμένα του μικρού, έχει δειχθεί φυσικώς και από το λόγο της Γραφής και από τους Πατέρες, ότι τίποτε από όσα έγιναν ως τώρα δε σταμάτησε ποτέ να κινείται ούτε δέχθηκε τη λήξη που ανήκει σ' αυτό κατά το θείο σκοπό, κι εκτός από αυτά ότι είναι αδύνατο να κλονιστεί έστω και λίγο η βασιμότητα της μονιμότητας μέσα στο Θεό εκείνων που αξιώνονται. Πως δηλαδή είναι δυνατό, για να δώσω σε όσα έχουν λεχθεί μικρή βοήθεια με το συλλογισμό προς βεβαίωσή τους, αυτοί που βρέθηκαν να είναι μια φορά μέσα στο Θεό να δεχθούν στην επιθυμία τους τον υβριστή κόρο, αφού κάθε κόρος, σύμφωνα με τη σημασία και τον ορισμό του, τυχαίνει να σβήνει κάθε όρεξη, πράγμα που γίνεται με δύο τρόπους; Η δηλαδή κόβεται η όρεξη περιγράφοντας ως μικρά αυτά που την προκαλούν, ή τα σιχαίνεται και τα περιφρονεί ως αισχρά και άσχημα· από αυτά συνήθως προκαλείται ο κόρος. Ο Θεός όμως που είναι από τη φύση του άπειρος και πολύτιμος, επιτείνει περισσότερο την όρεξη εκείνων που τον απολαύουν με τη μετοχή τους στο αόριστο.

Αν αυτό είναι αληθινό, όπως βέβαια και είναι, δεν ήταν επομένως η λεγόμενη ενάς των λογικών, που δοκιμάζοντας κόρο της μονιμότητάς της μέσα στο Θεό μοιράστηκε και με το διασκορπισμό της έφερε μαζί τη γένεση τούτου του κόσμου, για να μην κάνουμε το αγαθό τέτοιο που να δέχεται περιγραφή και το ατιμάσουμε, επειδή τάχα περιορίζεται από κάποιο κόρο και γίνεται αιτία να σταματήσουν εκείνα που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν ακίνητη την επιθυμία τους. Και μάταια λοιπόν, όπως νομίζω, κάποιοι τη θεσμοθετούν, δημιουργώντας ανύπαρκτα πλάσματα και, το πιο βαρύ από αυτό, λένε ψέματα για αυτόν το μακάριο πατέρα πως έχει τάχα τέτοιες απόψεις, ώστε όχι μόνο αυτοί να μπορούν εύκολα να πιστεύουν ότι οι ψυχές ήρθαν στα σώματα από κάποιο προηγούμενο είδος ζωής προς τιμωρία των κακών που έχουν προδιαπραχθεί, αλλά να επιχειρούν εύλογα να εξαπατούν και άλλους πως έτσι συμβαίνει με την αξιοπιστία των προσώπων, ενεργώντας ούτε σωστά ούτε ηθικά. Ας τους αφήσουμε όμως αυτούς να πιστεύουν ό,τι πιστεύουν, και εκτός από αυτά που είπαμε ας εξετάζουμε με ευλάβεια και μ' άλλο τρόπο το νού του δασκάλου.

Δε νομίζω ότι θέλει να εκθέσει εδώ την αιτία της ανθρώπινης γένεσης, αλλά την αιτία της ταλαιπωρίας που ακολούθησε. Αφού δηλαδή θρήνησε την αθλιότητα του σώματός μας με τα λόγια, «ω σύζευξη και αντίθεση! Αυτό που φοβάμαι, το περιποιούμαι, κι αυτό που αγαπώ, το τρέμω» και τα όσα στη συνέχεια λέει, και σαν να διερωτήθηκε μέσα του απορώντας για την αιτία των κακών στα οποία έχουμε εμπλακεί και για τη σοφότατη πρόνοια της εμπλοκής αυτής με το να πεί, «ποια είναι αυτή η γύρω από εμένα σοφία και ποιο αυτό το μεγάλο μυστήριο», δίνει σαφέστατη λύση στην απορία του με τα εξής: «Ή θέλει επειδή εμείς είμαστε μοίρα Θεού κι έχουμε αποκυλήσει από άνω, για να μην επαιρόμαστε για την αξία μας και πετάμε στον αέρα καταφρονώντας τον Δημιουργό μας, θέλει κατά την πάλη και τη μάχη μας προς το σώμα ν' ατενίζομε πάντοτε προς αυτόν και η συζευγμένη μαζί μας ασθένεια να είναι παιδαγωγία της αξίας μας».

Είναι σα να λέει· Από αγαθότητα ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό με ψυχή και σώμα, ώστε η λογική και νοερή ψυχή που του δόθηκε, επειδή είναι εικόνα του δημιουργού της, σύμφωνα βέβαια με την επιθυμία της και την ολική και μ' όλη τη δύναμή της αγάπη ισχυρά κρατούμενη γνωστικώς από το Θεό και προσλαμβάνοντας και το καθ’ ομοίωσιν, να θεωθεί. Σύμφωνα πάλι με την επισταμένη πρόνοια προς το κατώτερο και την εντολή που προστάζει ν' αγαπούμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας το σώμα με φρόνηση να το εκλογικεύσει με τις αρετές και να το οικειώσει με το Θεό ως ομόδουλό της, κάνοντας με δική της μεσίτευση τον Ποιητή ένοικό του και κάνοντάς του μελλοντικά άλυτο δεσμό της αθανασίας, τον ίδιο εκείνον που τα συνέδεσε μαζί, ώστε, αυτό που είναι ο Θεός για την ψυχή, αυτό να γίνει η ψυχή για το σώμα, και ν' αποδειχθεί ένας ο δημιουργός των όλων, εισβάλλοντας με την ιδιότητα του ανθρώπου σε όλα τα όντα αναλόγως και να ενωθούν σε ένα τα πολλά που διίστανται μεταξύ τους κατά τη φύση, συγκλίνοντας μεταξύ τους γύρω από τη μία φύση του ανθρώπου, και να γίνει τα πάντα μέσα στα πάντα ο ίδιος ο Θεός, αγκαλιάζοντας τα πάντα και δίνοντάς τους υπόσταση στον εαυτό του, επειδή κανένα πλέον από τα όντα δεν θα έχει ανεξάρτητη κίνηση και δεν θα είναι άμοιρο από τη θεία παρουσία, σύμφωνα με την οποία και θεοί και παιδιά και σώμα και μέλη και μοίρα του Θεού και τα παρόμοια και είμαστε και λεγόμαστε με το φτάσιμο προς το τέλος του θείου σκοπού.

Επειδή λοιπόν γι' αυτό έγινε ο άνθρωπος και γι' αυτό το σκοπό, ο προπάτοράς μας όμως, που ήταν ετοιμασμένος για την εξουσία, τη χρησιμοποίησε για το χειρότερο, μεταθέτοντας την όρεξή του από αυτό που επιτρεπόταν στο απαγορευμένο (ήταν δηλαδή αυτεξούσιος και στον Κύριο να προσκολληθεί και να γίνει μαζί του ένα πνεύμα, και να προσκολληθεί στην πόρνη και να γίνει ένα σώμα μαζί της, αυτός εξαπατημένος προτίμησε το δεύτερο, και αποξένωσε θεληματικά από το θείο και μακάριο σκοπό τον εαυτό του, προτιμώντας από το να είναι Θεός κατά χάριν να γίνει με την εκλογή του χώμα), γι' αυτό σοφά και φιλάνθρωπα και όπως έπρεπε στην αγαθότητά του, ο Θεός που οικονομεί τη σωτηρία μας, στερεώνοντας δίπλα στην παράλογη κίνηση της νοερής μέσα μας δύναμης την τιμωρία να ακολουθεί υποχρεωτικά, τιμώρησε κατά εύλογο λόγο με θάνατο ακριβώς εκείνο το στοιχείο μας, στο οποίο διασπάσαμε τη νοερή αγάπη που χρεωστούμε στο Θεό μόνο, ώστε, αφού μάθομε έτσι κάποτε πεθαίνοντας ότι ερωτευτήκαμε το μηδέν, να διδαχθούμε να επαναφέρομε πάλι τη δύναμη αυτή προς το Ον. Προχωρώντας το κάνει αυτό φανερότερο λέγοντας: «Αλλά εγώ νομίζω ότι και γι' αυτό δεν είναι σταθερό στους ανθρώπους κανένα από τα εδώ αγαθά ούτε κρατάει πολύν καιρό, αλλά μαζί με τα άλλα και αυτό το έχει μηχανευτεί καλά ο τεχνίτης λόγος και η σοφία του που ξεπερνά κάθε νού, να εμπαιζόμαστε με τα φαινόμενα που μεταβάλλονται συνέχεια και μεταβάλλουν, που φέρονται άνω και κάτω και περιστρέφονται και πριν τα πιάσουμε φεύγουν και χάνονται, ώστε, θεωρώντας πόσο άστατα και άτακτα είναι, να αγκυροβολήσομε προς τα μελλοντικά. Τι θα κάναμε αν η ευτυχία ήταν σ' εμάς σταθερή, τη στιγμή που, ενώ δεν παραμένει, έχουμε τόσο πολύ δεθεί μαζί της και τόσο μας έχει υποδουλώσει η ηδονή και η απάτη της, ώστε να μην μπορούμε να διανοηθούμε τίποτε καλύτερο, τίποτε ανώτερο από τα παρόντα, και όλα αυτά τη στιγμή που έχουμε γίνει κατ' εικόνα του Θεού και ακούμε και πιστεύουμε ότι αυτή είναι επάνω και μας έλκει προς τον εαυτό της;».

Και πάλι στο λόγο του “Προς τους πολιτευομένους”, λέει τα εξής· «Για να μάθουμε ότι είμαστε μηδέν μπροστά στην αληθινή και την πρώτη σοφία, και να κατευθυνόμαστε πάντοτε προς αυτόν μόνο και να ζητούμε να φωτιζόμαστε με τις ακτινοβόλες λάμψεις από εκεί, ή με την ακαταστασία των φαινομένων και μεταβαλλομένων να μας μεταφέρει στα σταθερά και μόνιμα». Δε νομίζω λοιπόν ότι με αυτά ο δάσκαλος δηλώνει, όπως λέχθηκε, την αιτία της γένεσης της ανθρωπότητας, αλλά δηλώνει την αιτία της ταλαιπωρίας που κατά τη γένεση εισήλθε στη ζωή μας εξαιτίας της παράβασης, όπως είναι ολοφάνερο σε όσους μελετούν με ζήλο και προσοχή τα θεία γραφόμενά του. Την αιτία δηλαδή αυτής, από την οποία και μέσω της οποίας και προς την οποία και εξαιτίας της οποίας ταλαιπωρούμαστε, την παραθέτει σ' εμάς με αυτούς τους λόγους, δηλώνοντας με αυτή τη σωτηρία που οικονομεί για μας με σοφία ο Θεός. Ενώ υποδηλώνοντας τη δύναμη εκείνης με ποιο μυστήριο έχει γίνει, κάνει χρήση διαφορετικών εκφράσεων, όπως φαίνεται με αυτά που λέει στο λόγο του “Εις τα γενέθλια”: 

«Ο νούς λοιπόν ήδη και η αίσθηση, έχοντας χωριστεί το ένα από το άλλο, είχαν σταθεί μέσα στα δικά τους όρια και έδειχναν επάνω τους το μεγαλείο του Δημιουργού Λόγου, σιωπηλοί υμνητές της μεγαλουργίας και μεγαλόφωνοι κήρυκες. Δεν είχε γίνει ακόμα το κράμα από τα δύο, ούτε κάποια ανάμιξη των αντίθετων, γνώρισμα μεγαλύτερης σοφίας και τελειότητας γύρω απ' τις φύσεις, ούτε όλος ο γνώριμος πλούτος της αγαθότητας. Θέλοντας λοιπόν να δείξει ο τεχνίτης Λόγος αυτό, μια ύπαρξη από τα δύο, εννοώ την αόρατη και την ορατή φύση, δημιουργεί τον άνθρωπο, λαμβάνοντας από την ύλη που προϋπήρχε ήδη το σώμα, και θέτοντας σ' αυτό ζωή ο ίδιος από τον εαυτό του (πράγμα που ο λόγος το γνωρίζει ως νοερή ψυχή και εικόνα του Θεού), σαν ένα δεύτερο κόσμο μέγα μέσα σε μικρό που τον στήνει επάνω στη γη, άλλον άγγελο, προσκυνητή μικτόν και τα εξής. Στο λόγο του πάλι Εις τα Φώτα, γράφει: «Κι επειδή αυτά ή τούτο είναι έτσι, έπρεπε η προσκύνηση να μην περιοριστεί μόνο στα άνω, αλλά να υπάρχουν και κάτω μερικοί προσκυνητές, για να γεμίσουν τα πάντα από τη δόξα του Θεού, αφού είναι και του Θεού· και γι' αυτό δημιουργήθηκε ο άνθρωπος τιμημένος με το χέρι και την εικόνα του Θεού». Νομίζω ότι αυτά αρκούν, κι ας είναι λίγα, για όποιον δεν κατέχεται από εριστική διάθεση και δε θεωρεί δόξα μόνο το να μάχεται κανένας, για να παρουσιάσω όλη τη σκέψη του δασκάλου για όσα ειπώθηκαν. Αν πολεμά όμως το πως ο δάσκαλος μας αποκάλεσε μοίρα του Θεού, με πολλούς τρόπους πιο πάνω έχει εξηγηθεί ήδη ο λόγος γι' αυτό.

Για να γίνει όμως πιο αξιόπιστος στηριζόμενος στους λόγους του Πνεύματος, ο άγιος και μακάριος απόστολος Παύλος, αυτός που συγκέντρωσε την κρυμμένη μέσα στο Θεό πριν από τους αιώνες σοφία και που καταφώτισε όλο τον αφεγγή βίο των ανθρώπων κι έδιωξε από τις ψυχές των ανθρώπων το ζόφο της άγνοιας, θα επαρκέσουν τα όσα είπε στους Εφεσίους που είναι τα εξής· «Για να δώσει σ' εσάς ο Θεός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Πατέρας της δόξας, Πνεύμα σοφίας κι αποκαλύψεως, ώστε να τον γνωρίσετε καλά, έχοντας φωτισμένα τα μάτια της καρδιάς σας, και για να μάθετε σε ποια αγαθά ελπίζομε ότι μας κάλεσε και ποιος είναι ο πλούτος της δόξας που κληρονόμησε στους αγίους και ποιο το υπέρμετρο μεγαλείο της δύναμής του προς εμάς που πιστεύομε, όπως έκανε να εκδηλωθεί η δύναμη της εξουσίας του ενεργώντας την στο Χριστό, σηκώνοντάς τον από τους νεκρούς και καθίζοντάς τον στα δεξιά του στον ουρανό, πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα και κάθε όνομα που λέμε όχι μονάχα στη ζωή αυτή αλλά και στη μελλοντική, και όλα του τα έβαλε κάτω από τα πόδια του και τον έδωσε πάνω από όλα κεφαλή στην Εκκλησία, που είναι το σώμα του, το συμπλήρωμα εκείνου που αναπληρώνει τα πάντα σε όλες τις ανάγκες τους». Και πάλι ύστερ’ από άλλα· «Κι εκείνος έδωσε να είναι άλλοι απόστολοι, άλλοι προφήτες, άλλοι ευαγγελιστές, άλλοι ποιμένες και δάσκαλοι, για να καταρτίζουν τους πιστούς στο έργο της διακονίας, για να οικοδομηθεί το σώμα του Χριστού, ώσπου να καταλήξουμε όλοι στην ενότητα που δίνει η πίστη και η επίγνωση του Υιού του Θεού και να φτάσουμε στην ανδρική τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός. Έτσι δε θα είμαστε καθώς νήπια που θαλασσοδερνόμαστε και μας σπρώχνει εδώ κι εκεί ο άνεμος κάθε διδασκαλίας στην κακία των ανθρώπων, στην πανουργία τους, στις μεθοδεύσεις της πλάνης. Αλλά παραμένοντας στην αληθινή πίστη με αγάπη, ας προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε όλα αυτά το Χριστό, που είναι η κεφαλή μας, από τον οποίο συναρμολογημένο όλο το σώμα και συντονισμένο με κάθε από μέρους εκείνου χορηγία ανάλογα με το μέτρο της ενέργειας καθενός μέλους πραγματοποιεί την αύξηση του σώματος για την οικοδομή του με αγάπη».

Δε νομίζω λοιπόν ότι χρειάζεται άλλη μαρτυρία όποιος έχει αποφασίσει να ζει μ' ευσέβεια, για να φανερωθεί η αλήθεια που πιστεύουν οι αληθινοί Χριστιανοί, επειδή έχουν μάθει από αυτην με σαφήνεια ότι «είμαστε και μέλη και σώμα και πλήρωμα του Χριστού του Θεού που γεμίζει πλήρως τα πάντα με τα πάντα» «σύμφωνα με το σκοπό τον κρυμμένο πριν από τους αιώνες μέσα στο Θεό και Πατέρα, περιλαμβανόμενοι σ' αυτόν μέσω του Υιού του και Κυρίου Ιησού του Θεού μας». Γιατί το μυστήριο το κρυμμένο από τους αιώνες και από τις γενεές και που τώρα φανερώθηκε με την αληθινή και τέλεια ενανθρώπηση του Υιού και Θεού, που ένωσε με τον εαυτό του αδιαίρετα αλλά και ασύγχυτα τη φύση μας κι εμάς με την αγία του σάρκα που πήρε από εμάς κι είναι δική μας εμψυχωμένη με νού και λογική, που τη συνέδεσε με τον εαυτό του σαν μια καινούργια αρχή και την αξίωσε να γίνει ένα και το αυτό μαζί του κατά την ανθρωπότητά του, έτσι όπως είχαμε προορισθεί πριν από τους αιώνες να είμαστε μέσα σ' αυτόν ως μέλη του σώματός του που μας συναρμολογεί με τον εαυτό του πνευματικά, και μας συναρμονίζει όπως η ψυχή το σώμα, και που μας οδηγεί στο μέτρο της πνευματικής ωριμότητας του πληρώματός του, και έτσι μας έδειξε κι εμάς ότι γι' αυτό είχαμε γεννηθεί, καθώς και τον πριν από τους αιώνες πανάγαθο για μας σκοπό του Θεού, που δεν δέχθηκε την παραμικρή ανακαίνιση της ουσίας του, αλλά πραγματοποιήθηκε ολοφάνερα με τη χρησιμοποίηση ενός άλλου καινότερου τρόπου.

Γιατί έπρεπε, αφού ο Θεός μας έκανε όμοιους με τον εαυτό του (με το να έχουμε κατά μετοχή ακριβή γνωρίσματα της αγαθότητάς του και με το ν' έχει προσβλέψει πριν από τους αιώνες να είμαστε μέσα σ' αυτόν και με το να μας δώσει τον τρόπο που οδηγεί σ' αυτό το παμμακάριστο τέλος με την καλή χρήση των φυσικών δυνάμεων), για να μην απομακρυνθεί ο άνθρωπος κι αποξενωθεί από το Θεό έπρεπε να εισαχθεί στη θέση του προηγούμενου ένας τρόπος πιο παράδοξος και θεοπρεπέστερος και τόσο, όσο το υπερφυσικό είναι ανώτερο από το φυσικό. Και αυτό είναι το μυστήριο της ολόκρυφης επιδημίας του Θεού στους ανθρώπους, όπως πιστεύουν όλοι. Γιατί λέει ο θείος Απόστολος· «αν έμενε η πρώτη Διαθήκη άμεμπτη, δε θα χρειαζόταν ν' αντικατασταθεί με τη δεύτερη». Γιατί είναι ολοφάνερο σ' όλους, ότι το μυστήριο που τελέστηκε στο Χριστό στο τέλος του αιώνα αποτελεί αναμφίβολη απόδειξη και εκπλήρωση του μυστηρίου που παραλείφθηκε στον προπάτορα στην αρχή του αιώνα.

Άρα λοιπόν, σύμφωνα με την εξήγηση που δώσαμε, ορθά χρησιμοποίησε ο δάσκαλος τη λέξη 'μοίρα', και κάθε άνθρωπος μ' ευγενή ψυχή και τρόπο θα δεχόταν να πεί με αυτό το νόημα τη λέξη, χωρίς να προκαλεί στον εαυτό του καμμιά συλλογιστική απάτη, γνωρίζοντας ότι σ' αυτήν την περίπτωση η μοίρα είναι ταυτόσημη με το μέλος. Γιατί, αν το μέλος είναι ένα μέρος του σώματος και το μέρος είναι ίδιο με τη μοίρα, άρα το μέλος είναι ίδιο με τη μοίρα. Κι αν η μοίρα είναι ίδια με το μέλος και το άθροισμα και η σύνθεση των μελών αποτελεί το οργανικό σώμα, και το οργανικό σώμα αν ενωθεί με νοερή ψυχή αποτελεί τον τέλειο άνθρωπο, άρα όποιος λέει ότι η ψυχή ή το σώμα είναι μέρος ή μέλος του ανθρώπου δε θα κάνει λάθος. Κι αν το σώμα είναι όργανο της νοερής ψυχής του ανθρώπου και η ψυχή εισχωρώντας σε ολόκληρο το σώμα του δίνει τη ζωή και την κίνηση, επειδή έχει φύση απλή και είναι ασώματη και δεν αποχωρίζεται ούτε αποκλείεται από αυτό, αλλά σε ολόκληρο το σώμα και σε κάθε μέλος αυτού, όπως είναι στη φύση του να την υποδέχεται σύμφωνα με τη δεκτική της ενέργειάς της δύναμη που διαθέτει φυσικά και σε καθένα από τα μέλη του, παρούσα ολόκληρη επισφίγγει τα μέλη που διαφορετικά το καθένα τη δέχεται ανάλογα με το να συντηρείται ένα σώμα, τότε ας οδηγηθεί στο μέγα και άρρητο μυστήριο λαμβάντοντας από τα μικρά και σύμφωνα με εμάς μεγάλα και πάνω από μας ενδείξεις όχι ευτελείς, όποιος έχει ακόμα γύρω από αυτά ασταθή και ευκολοσάλευτη σκέψη. Κι αφού αφήσει την παράλογη δοξασία ότι οι ψυχές προϋπάρχουν από τα σώματα, θα πιστέψει μαζί μας τον Κύριο που λέει ότι δεν μπορούν να πεθάνουν όσοι σηκώνονται κατά την ανάσταση εξαιτίας της καθαρότερης φανέρωσης και της μετουσίας του ίδιου του έσχατου επιθυμητού. Και πάλι «καθένας που ζει και πιστεύει σ' εμένα, δε θα πεθάνει στον αιώνα». Αν αυτό είχε γίνει κάποτε προηγουμένως, ήταν αδύνατο, όπως έχουμε προαποδείξει, με μια οποιαδήποτε μεταβολή να δεχθεί τον οποιοδήποτε θάνατο.

Και ας μη βγαίνει έξω από τους φυσικούς λογισμούς με το να θεσπίζει αερολογώντας την ανύπαρκτη δοξασία περί ψυχής. Αν δηλαδή, όπως εξήγησα προηγουμένως, το σώμα και η ψυχή είναι μέρη του ανθρώπου, και τα μέρη επιδέχονται εξ ανάγκης την αναφορά τους σε κάτι (γιατί έχουν οπωσδήποτε ως κατηγορούμενό τους το όλο), αυτά που έτσι αναφέρονται σε κάτι είναι από αυτά που συνυπάρχουν πάντα και παντού κατά τη γέννηση, γιατί με τη συνάντησή τους αποτελούν ένα ολόκληρο είδος (μορφή) ως μέρη του, και διαιρούνται μόνο νοητικά μεταξύ τους, για να διαπιστωθεί τι είναι κατά την ουσία το καθένα τους. Επομένως η ψυχή και το σώμα, ως μέρη του ανθρώπου, είναι αδύνατο να προϋπάρχει το ένα πριν από άλλο ή να υπάρχει το ένα μετά το άλλο, επειδή θα διαλυθεί ο λόγος της αναφοράς τους προς κάτι. Και πάλι· Αν δηλαδή είναι είδος καθαυτό πριν από τη σύνθεση του σώματος η ψυχή ή το σώμα, και ένα άλλο είδος καθένα από αυτά τα δύο αποτελεί κατά τη σύνθεση της ψυχής με το σώμα η του σώματος με την ψυχή, αυτό το κάνει οπωσδήποτε η κατά πάθος ή κατά φύση. Κι αν γίνεται κατά πάθος, το πάθος συνίσταται στη μετάβασή τους σ' αυτό που δεν ήταν, οπότε επέρχεται και η φθορά τους· αν πάλι κατά φύση, αυτό, είναι φανερό, θα το κάνει εξαιτίας της φύσης του πάντοτε και ποτέ δε θα παύσει η ψυχή να αλλάζει σώμα ούτε το σώμα ν' αλλάζει ψυχή. Αλλά δεν είναι, όπως νομίζω, του παθους ή της φυσικής δύναμης των μερών κατά τη συνάντησή του ενός με το άλλο η ολοκλήρωση του όλου κατά το είδος, αλλά της ταυτόχρονης γένεσής τους σε ένα πλήρες είδος. Δεν είναι δυνατό λοιπόν χωρίς φθορά οποιοδήποτε είδος να αλλάζει σε άλλο.

Αν μου πούν τώρα ότι η ψυχή υπάρχει και ζει μετά το θάνατο και τη διάλυση του σώματος κι επομένως μπορεί να υπάρχει και να ζει και πριν από το σώμα, δε νομίζω πως λένε λόγο στοχαστικό. Γιατί δεν είναι ίδιος ο λόγος της γένεσης και της ουσίας. Ο ένας δηλώνει το πότε (χρόνος) και το που (τόπος) και το προς τι (αναφορά-σχέση), ενώ ο άλλος ότι υπάρχει κάτι κι έχει κάποια μορφή. Κι αν είναι έτσι, τότε η ψυχή υπάρχει πάντοτε μετά τη γένεσή της χάρη στην ουσία της, δεν είναι όμως ανεξάρτητη εξαιτίας της γένεσής της, αλλά υπόκειται στο πότε, στο που και στη σχέση προς κάτι. Γιατί η ψυχή μετά το θάνατο του σώματος δεν λέγεται απλώς ψυχή, αλλά ψυχή ανθρώπου και ορισμένου ανθρώπου. Γιατί έχει και μετά το σώμα ως είδος (μορφή) της το όλο κατά τη σχέση του μέρους ως κατηγορούμενο, δηλαδή το ανθρώπινο. Ομοια και το σώμα, είναι θνητό κατά τη φύση, όχι όμως ανεξάρτητο κατά τη γένεση. Γιατί το σώμα δεν λέγεται απλώς σώμα μετά το χωρισμό του από την ψυχή, αλλά σώμα ενός ανθρώπου, και ανθρώπου ορισμένου, κι ας φθείρεται κι ας διαλύεται στα στοιχεία που το αποτελούν. Γιατί έχει σαν είδος (μορφή) του το όλο κατά τη σχέση του μέρους ως κατηγορούμενο, δηλαδή το ανθρώπινο. Και στα δύο λοιπόν η σχέση, της ψυχής και του σώματος, όταν τη νοούμε ως σχέση των μερών όλου του ανθρώπινου είδους χωρίς αφαίρεση του ενός, παριστάνει και την ταυτόχρονη γένεση τους, αλλά κι αποδεικνύει και τη διαφορά μεταξύ τους ως προς την ουσία, χωρίς να παραβλάπτει κατά οποιοδήποτε τρόπο τους έμφυτους λόγους της ουσίας τους. Δεν είναι λοιπόν καθόλου δυνατό να βρούμε και να λέμε σώμα ή ψυχή άσχετα. Γιατί μαζί με το οποιοδήποτε ένα από τα δύο συνεισάγεται και η έννοια τίνος είναι το καθένα· ώστε, αν προϋπάρχει το ένα από το άλλο, πρέπει να πούμε ότι είναι και κάποιου. Γιατί η σχέση αυτή είναι αμετακίνητη.

Αρκετά όσα είπα γι' αυτά. Κι αν ο λόγος μου δεν έπεσε έξω από την αλήθεια, ευχαριστώ το Θεό, που με τις ευχές σας οδήγησε τη σκέψη στο ορθό. Κι αν σε κάποιο σημείο η αλήθεια διέφυγε, εσείς μπορείτε να καταλάβετε την ακρίβεια του λόγου, επειδή εμπνέεστε από το Θεό τη γνώση σ' αυτά τα θέματα.

Το πρωτότυπο κείμενο

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (2ε)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΥΖΙΚΟΥ


Από τον ίδιο λόγο, στο λεγόμενο· «Ποια είναι η σοφία που με περιβάλλει και τι είναι αυτό το μεγάλο μυστήριο; Ή μήπως θέλει, ενώ είμαστε μοίρα του Θεού κι έχουμε απορρεύσει από τον ουρανό, για να μη κυριευθούμε από έπαρση εξαιτίας της αξίας μας και καταφρονήσουμε τον Κύριο, να προσβλέπουμε πάντοτε προς αυτόν κατά τη μάχη και την πάλη μας προς το σώμα και η ασθένεια η δεμένη μαζί μας να είναι παιδαγωγία για το αξίωμά μας;».

Δε νομίζω ότι θέλει να εκθέσει εδώ την αιτία της ανθρώπινης γένεσης, αλλά την αιτία της ταλαιπωρίας που ακολούθησε. Αφού δηλαδή θρήνησε την αθλιότητα του σώματός μας με τα λόγια, «ω σύζευξη και αντίθεση! Αυτό που φοβάμαι, το περιποιούμαι, κι αυτό που αγαπώ, το τρέμω» και τα όσα στη συνέχεια λέει, και σαν να διερωτήθηκε μέσα του απορώντας για την αιτία των κακών στα οποία έχουμε εμπλακεί και για τη σοφότατη πρόνοια της εμπλοκής αυτής με το να πεί, «ποια είναι αυτή η γύρω από εμένα σοφία και ποιο αυτό το μεγάλο μυστήριο», δίνει σαφέστατη λύση στην απορία του με τα εξής: «Ή θέλει επειδή εμείς είμαστε μοίρα Θεού κι έχουμε αποκυλήσει από άνω, για να μην επαιρόμαστε για την αξία μας και πετάμε στον αέρα καταφρονώντας τον Δημιουργό μας, θέλει κατά την πάλη και τη μάχη μας προς το σώμα ν' ατενίζομε πάντοτε προς αυτόν και η συζευγμένη μαζί μας ασθένεια να είναι παιδαγωγία της αξίας μας».

Είναι σα να λέει· Από αγαθότητα ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό με ψυχή και σώμα, ώστε η λογική και νοερή ψυχή που του δόθηκε, επειδή είναι εικόνα του δημιουργού της, σύμφωνα βέβαια με την επιθυμία της και την ολική και μ' όλη τη δύναμή της αγάπη ισχυρά κρατούμενη γνωστικώς από το Θεό και προσλαμβάνοντας και το καθ’ ομοίωσιν, να θεωθεί. Σύμφωνα πάλι με την επισταμένη πρόνοια προς το κατώτερο και την εντολή που προστάζει ν' αγαπούμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας το σώμα με φρόνηση να το εκλογικεύσει με τις αρετές και να το οικειώσει με το Θεό ως ομόδουλό της, κάνοντας με δική της μεσίτευση τον Ποιητή ένοικό του και κάνοντάς του μελλοντικά άλυτο δεσμό της αθανασίας, τον ίδιο εκείνον που τα συνέδεσε μαζί, ώστε, αυτό που είναι ο Θεός για την ψυχή, αυτό να γίνει η ψυχή για το σώμα, και ν' αποδειχθεί ένας ο δημιουργός των όλων, εισβάλλοντας με την ιδιότητα του ανθρώπου σε όλα τα όντα αναλόγως και να ενωθούν σε ένα τα πολλά που διίστανται μεταξύ τους κατά τη φύση, συγκλίνοντας μεταξύ τους γύρω από τη μία φύση του ανθρώπου, και να γίνει τα πάντα μέσα στα πάντα ο ίδιος ο Θεός, αγκαλιάζοντας τα πάντα και δίνοντάς τους υπόσταση στον εαυτό του, επειδή κανένα πλέον από τα όντα δεν θα έχει ανεξάρτητη κίνηση και δεν θα είναι άμοιρο από τη θεία παρουσία, σύμφωνα με την οποία και θεοί και παιδιά και σώμα και μέλη και μοίρα του Θεού και τα παρόμοια και είμαστε και λεγόμαστε με το φτάσιμο προς το τέλος του θείου σκοπού.

Επειδή λοιπόν γι' αυτό έγινε ο άνθρωπος και γι' αυτό το σκοπό, ο προπάτοράς μας όμως, που ήταν ετοιμασμένος για την εξουσία, τη χρησιμοποίησε για το χειρότερο, μεταθέτοντας την όρεξή του από αυτό που επιτρεπόταν στο απαγορευμένο (ήταν δηλαδή αυτεξούσιος και στον Κύριο να προσκολληθεί και να γίνει μαζί του ένα πνεύμα, και να προσκολληθεί στην πόρνη και να γίνει ένα σώμα μαζί της, αυτός εξαπατημένος προτίμησε το δεύτερο, και αποξένωσε θεληματικά από το θείο και μακάριο σκοπό τον εαυτό του, προτιμώντας από το να είναι Θεός κατά χάριν να γίνει με την εκλογή του χώμα), γι' αυτό σοφά και φιλάνθρωπα και όπως έπρεπε στην αγαθότητά του, ο Θεός που οικονομεί τη σωτηρία μας, στερεώνοντας δίπλα στην παράλογη κίνηση της νοερής μέσα μας δύναμης την τιμωρία να ακολουθεί υποχρεωτικά, τιμώρησε κατά εύλογο λόγο με θάνατο ακριβώς εκείνο το στοιχείο μας, στο οποίο διασπάσαμε τη νοερή αγάπη που χρεωστούμε στο Θεό μόνο, ώστε, αφού μάθομε έτσι κάποτε πεθαίνοντας ότι ερωτευτήκαμε το μηδέν, να διδαχθούμε να επαναφέρομε πάλι τη δύναμη αυτή προς το Ον. Προχωρώντας το κάνει αυτό φανερότερο λέγοντας: «Αλλά εγώ νομίζω ότι και γι' αυτό δεν είναι σταθερό στους ανθρώπους κανένα από τα εδώ αγαθά ούτε κρατάει πολύν καιρό, αλλά μαζί με τα άλλα και αυτό το έχει μηχανευτεί καλά ο τεχνίτης λόγος και η σοφία του που ξεπερνά κάθε νού, να εμπαιζόμαστε με τα φαινόμενα που μεταβάλλονται συνέχεια και μεταβάλλουν, που φέρονται άνω και κάτω και περιστρέφονται και πριν τα πιάσουμε φεύγουν και χάνονται, ώστε, θεωρώντας πόσο άστατα και άτακτα είναι, να αγκυροβολήσομε προς τα μελλοντικά. Τι θα κάναμε αν η ευτυχία ήταν σ' εμάς σταθερή, τη στιγμή που, ενώ δεν παραμένει, έχουμε τόσο πολύ δεθεί μαζί της και τόσο μας έχει υποδουλώσει η ηδονή και η απάτη της, ώστε να μην μπορούμε να διανοηθούμε τίποτε καλύτερο, τίποτε ανώτερο από τα παρόντα, και όλα αυτά τη στιγμή που έχουμε γίνει κατ' εικόνα του Θεού και ακούμε και πιστεύουμε ότι αυτή είναι επάνω και μας έλκει προς τον εαυτό της;».

Και πάλι στο λόγο του “Προς τους πολιτευομένους”, λέει τα εξής· «Για να μάθουμε ότι είμαστε μηδέν μπροστά στην αληθινή και την πρώτη σοφία, και να κατευθυνόμαστε πάντοτε προς αυτόν μόνο και να ζητούμε να φωτιζόμαστε με τις ακτινοβόλες λάμψεις από εκεί, ή με την ακαταστασία των φαινομένων και μεταβαλλομένων να μας μεταφέρει στα σταθερά και μόνιμα». Δε νομίζω λοιπόν ότι με αυτά ο δάσκαλος δηλώνει, όπως λέχθηκε, την αιτία της γένεσης της ανθρωπότητας, αλλά δηλώνει την αιτία της ταλαιπωρίας που κατά τη γένεση εισήλθε στη ζωή μας εξαιτίας της παράβασης, όπως είναι ολοφάνερο σε όσους μελετούν με ζήλο και προσοχή τα θεία γραφόμενά του. Την αιτία δηλαδή αυτής, από την οποία και μέσω της οποίας και προς την οποία και εξαιτίας της οποίας ταλαιπωρούμαστε, την παραθέτει σ' εμάς με αυτούς τους λόγους, δηλώνοντας με αυτή τη σωτηρία που οικονομεί για μας με σοφία ο Θεός. Ενώ υποδηλώνοντας τη δύναμη εκείνης με ποιο μυστήριο έχει γίνει, κάνει χρήση διαφορετικών εκφράσεων, όπως φαίνεται με αυτά που λέει στο λόγο του “Εις τα γενέθλια”: 

«Ο νούς λοιπόν ήδη και η αίσθηση, έχοντας χωριστεί το ένα από το άλλο, είχαν σταθεί μέσα στα δικά τους όρια και έδειχναν επάνω τους το μεγαλείο του Δημιουργού Λόγου, σιωπηλοί υμνητές της μεγαλουργίας και μεγαλόφωνοι κήρυκες. Δεν είχε γίνει ακόμα το κράμα από τα δύο, ούτε κάποια ανάμιξη των αντίθετων, γνώρισμα μεγαλύτερης σοφίας και τελειότητας γύρω απ' τις φύσεις, ούτε όλος ο γνώριμος πλούτος της αγαθότητας. Θέλοντας λοιπόν να δείξει ο τεχνίτης Λόγος αυτό, μια ύπαρξη από τα δύο, εννοώ την αόρατη και την ορατή φύση, δημιουργεί τον άνθρωπο, λαμβάνοντας από την ύλη που προϋπήρχε ήδη το σώμα, και θέτοντας σ' αυτό ζωή ο ίδιος από τον εαυτό του (πράγμα που ο λόγος το γνωρίζει ως νοερή ψυχή και εικόνα του Θεού), σαν ένα δεύτερο κόσμο μέγα μέσα σε μικρό που τον στήνει επάνω στη γη, άλλον άγγελο, προσκυνητή μικτόν και τα εξής. Στο λόγο του πάλι Εις τα Φώτα, γράφει: «Κι επειδή αυτά ή τούτο είναι έτσι, έπρεπε η προσκύνηση να μην περιοριστεί μόνο στα άνω, αλλά να υπάρχουν και κάτω μερικοί προσκυνητές, για να γεμίσουν τα πάντα από τη δόξα του Θεού, αφού είναι και του Θεού· και γι' αυτό δημιουργήθηκε ο άνθρωπος τιμημένος με το χέρι και την εικόνα του Θεού». Νομίζω ότι αυτά αρκούν, κι ας είναι λίγα, για όποιον δεν κατέχεται από εριστική διάθεση και δε θεωρεί δόξα μόνο το να μάχεται κανένας, για να παρουσιάσω όλη τη σκέψη του δασκάλου για όσα ειπώθηκαν. Αν πολεμά όμως το πως ο δάσκαλος μας αποκάλεσε μοίρα του Θεού, με πολλούς τρόπους πιο πάνω έχει εξηγηθεί ήδη ο λόγος γι' αυτό.

Για να γίνει όμως πιο αξιόπιστος στηριζόμενος στους λόγους του Πνεύματος, ο άγιος και μακάριος απόστολος Παύλος, αυτός που συγκέντρωσε την κρυμμένη μέσα στο Θεό πριν από τους αιώνες σοφία και που καταφώτισε όλο τον αφεγγή βίο των ανθρώπων κι έδιωξε από τις ψυχές των ανθρώπων το ζόφο της άγνοιας, θα επαρκέσουν τα όσα είπε στους Εφεσίους που είναι τα εξής· «Για να δώσει σ' εσάς ο Θεός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Πατέρας της δόξας, Πνεύμα σοφίας κι αποκαλύψεως, ώστε να τον γνωρίσετε καλά, έχοντας φωτισμένα τα μάτια της καρδιάς σας, και για να μάθετε σε ποια αγαθά ελπίζομε ότι μας κάλεσε και ποιος είναι ο πλούτος της δόξας που κληρονόμησε στους αγίους και ποιο το υπέρμετρο μεγαλείο της δύναμής του προς εμάς που πιστεύομε, όπως έκανε να εκδηλωθεί η δύναμη της εξουσίας του ενεργώντας την στο Χριστό, σηκώνοντάς τον από τους νεκρούς και καθίζοντάς τον στα δεξιά του στον ουρανό, πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα και κάθε όνομα που λέμε όχι μονάχα στη ζωή αυτή αλλά και στη μελλοντική, και όλα του τα έβαλε κάτω από τα πόδια του και τον έδωσε πάνω από όλα κεφαλή στην Εκκλησία, που είναι το σώμα του, το συμπλήρωμα εκείνου που αναπληρώνει τα πάντα σε όλες τις ανάγκες τους». Και πάλι ύστερ’ από άλλα· «Κι εκείνος έδωσε να είναι άλλοι απόστολοι, άλλοι προφήτες, άλλοι ευαγγελιστές, άλλοι ποιμένες και δάσκαλοι, για να καταρτίζουν τους πιστούς στο έργο της διακονίας, για να οικοδομηθεί το σώμα του Χριστού, ώσπου να καταλήξουμε όλοι στην ενότητα που δίνει η πίστη και η επίγνωση του Υιού του Θεού και να φτάσουμε στην ανδρική τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός. Έτσι δε θα είμαστε καθώς νήπια που θαλασσοδερνόμαστε και μας σπρώχνει εδώ κι εκεί ο άνεμος κάθε διδασκαλίας στην κακία των ανθρώπων, στην πανουργία τους, στις μεθοδεύσεις της πλάνης. Αλλά παραμένοντας στην αληθινή πίστη με αγάπη, ας προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε όλα αυτά το Χριστό, που είναι η κεφαλή μας, από τον οποίο συναρμολογημένο όλο το σώμα και συντονισμένο με κάθε από μέρους εκείνου χορηγία ανάλογα με το μέτρο της ενέργειας καθενός μέλους πραγματοποιεί την αύξηση του σώματος για την οικοδομή του με αγάπη».

Δε νομίζω λοιπόν ότι χρειάζεται άλλη μαρτυρία όποιος έχει αποφασίσει να ζει μ' ευσέβεια, για να φανερωθεί η αλήθεια που πιστεύουν οι αληθινοί Χριστιανοί, επειδή έχουν μάθει από αυτην με σαφήνεια ότι «είμαστε και μέλη και σώμα και πλήρωμα του Χριστού του Θεού που γεμίζει πλήρως τα πάντα με τα πάντα» «σύμφωνα με το σκοπό τον κρυμμένο πριν από τους αιώνες μέσα στο Θεό και Πατέρα, περιλαμβανόμενοι σ' αυτόν μέσω του Υιού του και Κυρίου Ιησού του Θεού μας». Γιατί το μυστήριο το κρυμμένο από τους αιώνες και από τις γενεές και που τώρα φανερώθηκε με την αληθινή και τέλεια ενανθρώπηση του Υιού και Θεού, που ένωσε με τον εαυτό του αδιαίρετα αλλά και ασύγχυτα τη φύση μας κι εμάς με την αγία του σάρκα που πήρε από εμάς κι είναι δική μας εμψυχωμένη με νού και λογική, που τη συνέδεσε με τον εαυτό του σαν μια καινούργια αρχή και την αξίωσε να γίνει ένα και το αυτό μαζί του κατά την ανθρωπότητά του, έτσι όπως είχαμε προορισθεί πριν από τους αιώνες να είμαστε μέσα σ' αυτόν ως μέλη του σώματός του που μας συναρμολογεί με τον εαυτό του πνευματικά, και μας συναρμονίζει όπως η ψυχή το σώμα, και που μας οδηγεί στο μέτρο της πνευματικής ωριμότητας του πληρώματός του, και έτσι μας έδειξε κι εμάς ότι γι' αυτό είχαμε γεννηθεί, καθώς και τον πριν από τους αιώνες πανάγαθο για μας σκοπό του Θεού, που δεν δέχθηκε την παραμικρή ανακαίνιση της ουσίας του, αλλά πραγματοποιήθηκε ολοφάνερα με τη χρησιμοποίηση ενός άλλου καινότερου τρόπου.

Γιατί έπρεπε, αφού ο Θεός μας έκανε όμοιους με τον εαυτό του (με το να έχουμε κατά μετοχή ακριβή γνωρίσματα της αγαθότητάς του και με το ν' έχει προσβλέψει πριν από τους αιώνες να είμαστε μέσα σ' αυτόν και με το να μας δώσει τον τρόπο που οδηγεί σ' αυτό το παμμακάριστο τέλος με την καλή χρήση των φυσικών δυνάμεων), για να μην απομακρυνθεί ο άνθρωπος κι αποξενωθεί από το Θεό έπρεπε να εισαχθεί στη θέση του προηγούμενου ένας τρόπος πιο παράδοξος και θεοπρεπέστερος και τόσο, όσο το υπερφυσικό είναι ανώτερο από το φυσικό. Και αυτό είναι το μυστήριο της ολόκρυφης επιδημίας του Θεού στους ανθρώπους, όπως πιστεύουν όλοι. Γιατί λέει ο θείος Απόστολος· «αν έμενε η πρώτη Διαθήκη άμεμπτη, δε θα χρειαζόταν ν' αντικατασταθεί με τη δεύτερη». Γιατί είναι ολοφάνερο σ' όλους, ότι το μυστήριο που τελέστηκε στο Χριστό στο τέλος του αιώνα αποτελεί αναμφίβολη απόδειξη και εκπλήρωση του μυστηρίου που παραλείφθηκε στον προπάτορα στην αρχή του αιώνα.

Άρα λοιπόν, σύμφωνα με την εξήγηση που δώσαμε, ορθά χρησιμοποίησε ο δάσκαλος τη λέξη 'μοίρα', και κάθε άνθρωπος μ' ευγενή ψυχή και τρόπο θα δεχόταν να πεί με αυτό το νόημα τη λέξη, χωρίς να προκαλεί στον εαυτό του καμμιά συλλογιστική απάτη, γνωρίζοντας ότι σ' αυτήν την περίπτωση η μοίρα είναι ταυτόσημη με το μέλος. Γιατί, αν το μέλος είναι ένα μέρος του σώματος και το μέρος είναι ίδιο με τη μοίρα, άρα το μέλος είναι ίδιο με τη μοίρα. Κι αν η μοίρα είναι ίδια με το μέλος και το άθροισμα και η σύνθεση των μελών αποτελεί το οργανικό σώμα, και το οργανικό σώμα αν ενωθεί με νοερή ψυχή αποτελεί τον τέλειο άνθρωπο, άρα όποιος λέει ότι η ψυχή ή το σώμα είναι μέρος ή μέλος του ανθρώπου δε θα κάνει λάθος. Κι αν το σώμα είναι όργανο της νοερής ψυχής του ανθρώπου και η ψυχή εισχωρώντας σε ολόκληρο το σώμα του δίνει τη ζωή και την κίνηση, επειδή έχει φύση απλή και είναι ασώματη και δεν αποχωρίζεται ούτε αποκλείεται από αυτό, αλλά σε ολόκληρο το σώμα και σε κάθε μέλος αυτού, όπως είναι στη φύση του να την υποδέχεται σύμφωνα με τη δεκτική της ενέργειάς της δύναμη που διαθέτει φυσικά και σε καθένα από τα μέλη του, παρούσα ολόκληρη επισφίγγει τα μέλη που διαφορετικά το καθένα τη δέχεται ανάλογα με το να συντηρείται ένα σώμα, τότε ας οδηγηθεί στο μέγα και άρρητο μυστήριο λαμβάντοντας από τα μικρά και σύμφωνα με εμάς μεγάλα και πάνω από μας ενδείξεις όχι ευτελείς, όποιος έχει ακόμα γύρω από αυτά ασταθή και ευκολοσάλευτη σκέψη. Κι αφού αφήσει την παράλογη δοξασία ότι οι ψυχές προϋπάρχουν από τα σώματα, θα πιστέψει μαζί μας τον Κύριο που λέει ότι δεν μπορούν να πεθάνουν όσοι σηκώνονται κατά την ανάσταση εξαιτίας της καθαρότερης φανέρωσης και της μετουσίας του ίδιου του έσχατου επιθυμητού. Και πάλι «καθένας που ζει και πιστεύει σ' εμένα, δε θα πεθάνει στον αιώνα». Αν αυτό είχε γίνει κάποτε προηγουμένως, ήταν αδύνατο, όπως έχουμε προαποδείξει, με μια οποιαδήποτε μεταβολή να δεχθεί τον οποιοδήποτε θάνατο.

Και ας μη βγαίνει έξω από τους φυσικούς λογισμούς με το να θεσπίζει αερολογώντας την ανύπαρκτη δοξασία περί ψυχής. Αν δηλαδή, όπως εξήγησα προηγουμένως, το σώμα και η ψυχή είναι μέρη του ανθρώπου, και τα μέρη επιδέχονται εξ ανάγκης την αναφορά τους σε κάτι (γιατί έχουν οπωσδήποτε ως κατηγορούμενό τους το όλο), αυτά που έτσι αναφέρονται σε κάτι είναι από αυτά που συνυπάρχουν πάντα και παντού κατά τη γέννηση, γιατί με τη συνάντησή τους αποτελούν ένα ολόκληρο είδος (μορφή) ως μέρη του, και διαιρούνται μόνο νοητικά μεταξύ τους, για να διαπιστωθεί τι είναι κατά την ουσία το καθένα τους. Επομένως η ψυχή και το σώμα, ως μέρη του ανθρώπου, είναι αδύνατο να προϋπάρχει το ένα πριν από άλλο ή να υπάρχει το ένα μετά το άλλο, επειδή θα διαλυθεί ο λόγος της αναφοράς τους προς κάτι. Και πάλι· Αν δηλαδή είναι είδος καθαυτό πριν από τη σύνθεση του σώματος η ψυχή η το σώμα, και ένα άλλο είδος καθένα από αυτά τα δύο αποτελεί κατά τη σύνθεση της ψυχής με το σώμα η του σώματος με την ψυχή, αυτό το κάνει οπωσδήποτε η κατά πάθος ή κατά φύση. Κι αν γίνεται κατά πάθος, το πάθος συνίσταται στη μετάβασή τους σ' αυτό που δεν ήταν, οπότε επέρχεται και η φθορά τους· αν πάλι κατά φύση, αυτό, είναι φανερό, θα το κάνει εξαιτίας της φύσης του πάντοτε και ποτέ δε θα παύσει η ψυχή να αλλάζει σώμα ούτε το σώμα ν' αλλάζει ψυχή. Αλλά δεν είναι, όπως νομίζω, του παθους ή της φυσικής δύναμης των μερών κατά τη συνάντησή του ενός με το άλλο η ολοκλήρωση του όλου κατά το είδος, αλλά της ταυτόχρονης γένεσής τους σε ένα πλήρες είδος. Δεν είναι δυνατό λοιπόν χωρίς φθορά οποιοδήποτε είδος να αλλάζει σε άλλο.

Αν μου πούν τώρα ότι η ψυχή υπάρχει και ζει μετά το θάνατο και τη διάλυση του σώματος κι επομένως μπορεί να υπάρχει και να ζει και πριν από το σώμα, δε νομίζω πως λένε λόγο στοχαστικό. Γιατί δεν είναι ίδιος ο λόγος της γένεσης και της ουσίας. Ο ένας δηλώνει το πότε (χρόνος) και το που (τόπος) και το προς τι (αναφορά-σχέση), ενώ ο άλλος ότι υπάρχει κάτι κι έχει κάποια μορφή. Κι αν είναι έτσι, τότε η ψυχή υπάρχει πάντοτε μετά τη γένεσή της χάρη στην ουσία της, δεν είναι όμως ανεξάρτητη εξαιτίας της γένεσής της, αλλά υπόκειται στο πότε, στο που και στη σχέση προς κάτι. Γιατί η ψυχή μετά το θάνατο του σώματος δεν λέγεται απλώς ψυχή, αλλά ψυχή ανθρώπου και ορισμένου ανθρώπου. Γιατί έχει και μετά το σώμα ως είδος (μορφή) της το όλο κατά τη σχέση του μέρους ως κατηγορούμενο, δηλαδή το ανθρώπινο. Ομοια και το σώμα, είναι θνητό κατά τη φύση, όχι όμως ανεξάρτητο κατά τη γένεση. Γιατί το σώμα δεν λέγεται απλώς σώμα μετά το χωρισμό του από την ψυχή, αλλά σώμα ενός ανθρώπου, και ανθρώπου ορισμένου, κι ας φθείρεται κι ας διαλύεται στα στοιχεία που το αποτελούν. Γιατί έχει σαν είδος (μορφή) του το όλο κατά τη σχέση του μέρους ως κατηγορούμενο, δηλαδή το ανθρώπινο. Και στα δύο λοιπόν η σχέση, της ψυχής και του σώματος, όταν τη νοούμε ως σχέση των μερών όλου του ανθρώπινου είδους χωρίς αφαίρεση του ενός, παριστάνει και την ταυτόχρονη γένεση τους, αλλά κι αποδεικνύει και τη διαφορά μεταξύ τους ως προς την ουσία, χωρίς να παραβλάπτει κατά οποιοδήποτε τρόπο τους έμφυτους λόγους της ουσίας τους. Δεν είναι λοιπόν καθόλου δυνατό να βρούμε και να λέμε σώμα ή ψυχή άσχετα. Γιατί μαζί με το οποιοδήποτε ένα από τα δύο συνεισάγεται και η έννοια τίνος είναι το καθένα· ώστε, αν προϋπάρχει το ένα από το άλλο, πρέπει να πούμε ότι είναι και κάποιου. Γιατί η σχέση αυτή είναι αμετακίνητη.

Αρκετά όσα είπα γι' αυτά. Κι αν ο λόγος μου δεν έπεσε έξω από την αλήθεια, ευχαριστώ το Θεό, που με τις ευχές σας οδήγησε τη σκέψη στο ορθό. Κι αν σε κάποιο σημείο η αλήθεια διέφυγε, εσείς μπορείτε να καταλάβετε την ακρίβεια του λόγου, επειδή εμπνέεστε από το Θεό τη γνώση σ' αυτά τα θέματα.

Το πρωτότυπο κείμενο