Αλλά και με άλλο τρόπο είναι εύκολο όποιος έχει διδαχτεί να προσεγγίζει μ' ευσέβεια τους λόγους των όντων να εξετάσει το λόγο για το θέμα αυτό.
Αν λοιπόν δεν αμφισβητείται ότι ουσία της αρετής του καθενός είναι ο ένας Λόγος του Θεού (γιατί ουσία όλων των αρετών είναι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όπως έχει γραφεί· «αυτός που εγενήθη για μας από το Θεό σοφία και δικαιοσύνη και αγιασμός και απολύτρωση», ιδιότητες που λέγονται δηλαδή γι' αυτόν και του ανήκουν σε απόλυτο βαθμό, επειδή είναι αυτοσοφία και δικαιοσύνη και αγιότητα, κι όχι ως προσδιορισμοί που προσδιορίζουν εμάς, για παράδειγμα σοφός άνθρωπος ή δίκαιος άνθρωπος), κάθε άνθρωπος που μετέχει της αρετής κατά πάγια έξη, μετέχει αναμφισβήτητα του Θεού που είναι η ουσία των αρετών, επειδή καλλιέργησε γνήσια και κατά προαίρεση τη σύμφωνη με τη φύση του σπορά του αγαθού και έδειξε ίδιο το τέλος με την αρχή, ή καλύτερα έδειξε πως είναι ένα πράγμα η αρχή και το τέλος, φθάνοντας να είναι ανυπόκριτος (ανόθευτος) συνήγορος του Θεού, αν βέβαια έχει πιστευθεί πως αρχή και τέλος κάθε πράγματος είναι η κατάληξη σ' αυτόν, επειδή την μεν αρχή της ύπαρξης (του είναι) την έλαβε από εκεί και μαζί και το φύσει αγαθό κατά μέθεξη, ενώ το τέλος, επειδή σύμφωνα μ' αυτήν κι αυτοπροαίρετα τέλειωσε με σπουδή το επαινετό δρόμο που οδηγεί αλάθευτα σ' αυτήν, μέσω του οποίου γίνεται θεός, λαμβάνοντας την ιδιότητα του θεού από το Θεό, επειδή με την προαίρεσή του στο κατ' εικόνα Θεού φυσικό καλό και την προαίρεση πρόσθεσε την εξομοίωση με τις αρετές, με την έμφυτη ανάβαση και οικείωση προς την ίδια την αρχή. Κι εκπληρώνεται λοιπόν και στην περίπτωση αυτή ο αποστολικός λόγος που λέει· «μέσα σ' αυτόν ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε». Βρίσκεται δηλαδή στο Θεό με την προσοχή, χωρίς να παραβλάψει τον λόγο τού είναι που προϋπάρχει στο Θεό και, δραστηριοποιούμενος με τις αρετές, κινείται στο Θεό σύμφωνα με το λόγο του μακάριου είναι που προϋπάρχει στο Θεό, και ζει στο Θεό κατά το λόγο του αιώνιου είναι που προϋπάρχει στο Θεό.
Ήδη από εδώ σύμφωνα με την απαθέστατη έξη μένοντας ίδιος με τον εαυτό του και ακίνητος, και στη μελλοντική ζωή κατά τη θέωση που θα δοθεί στέργοντας αγαπητικά και αποδεχόμενος τους λόγους που είπαμε και που προϋπάρχουν στο Θεό, ή καλύτερα αποδεχόμενος το Θεό, μέσα στον οποίο έχουν την πάγια σταθερότητά τους οι λόγοι των καλών, ο άνθρωπος είναι και μοίρα του Θεού, και επειδή υπάρχει, εξαιτίας του λόγου του είναι που υπάρχει στο Θεό, κι επειδή είναι αγαθός, εξαιτίας του λόγου του μακάριου είναι που βρίσκεται στο Θεό, κι επειδή είναι θεός, εξαιτίας του λόγου του αιώνιου είναι που βρίσκεται μέσα στο Θεό• είναι μοίρα λοιπόν του Θεού, γιατί τίμησε αυτούς τους λόγους και σύμφωνα μ' αυτούς έπραξε και μέσω των λόγων αυτών τοποθέτησε τον εαυτό του ολόκληρο στο Θεό μόνο και εντύπωσε και μορφοποίησε μέσα στον εαυτό του πλήρως το Θεό μόνο, ώστε κι ο ίδιος να είναι κατά χάρη και να καλείται θεός και ο Θεός από συγκατάβαση να είναι και να καλείται γι' αυτόν άνθρωπος, κι έτσι να δειχθεί η δύναμη της διάθεσης που γι' αυτό αντιπαραχωρείται, δύναμη που και τον άνθρωπο θεοποιεί για χάρη του Θεού εξαιτίας της αγάπης του προς το Θεό (δια το φιλόθεον), και το Θεό για χάρη του ανθρώπου κάνει άνθρωπο εξαιτίας της αγάπης προς τον άνθρωπο (δια το φιλάνθρωπον), και κάνει, σύμφωνα με την ωραία αυτή αντιστροφή, άνθρωπο το Θεό χάρη στην ενανθρώπηση του Θεού, και Θεό τον άνθρωπο χάρη στη θέωση του ανθρώπου. Γιατί ο Λόγος του Θεού και Θεός θέλει πάντοτε και σε όλα να πραγματοποιείται το μυστήριο της ενσωμάτωσής του.
Όποιος όμως, εγκαταλείποντας την ίδια του την αρχή, ενώ τυχαίνει να είναι μοίρα του Θεού εξαιτίας του λόγου της αρετής που έχει μέσα του, για το λόγο που εξηγήσαμε, και φέρεται παράλογα προς το μη ον, αυτός δικαιολογημένα λέγεται ότι έχει ξεγλιστρήσει από επάνω, επειδή δεν κατευθύνθηκε προς την ίδια του την αρχή και αιτία σύμφωνα με την οποία και για την οποία και χάρη στην οποία έχει γίνει, και βρίσκεται σε άστατη περιφορά και φοβερή αταξία ψυχής και σώματος, πραγματοποιώντας την αποτυχία του με την εκούσια ροπή προς το χειρότερο της αλάθευτης και αμετάβλητης αιτίας. Από αυτό μπορεί να κυριολεκτηθεί και το γλίστρημα (ρεύση), γιατί, ενώ είχε στη διάθεσή του την εξουσία που μπορεί να βάλει χωρίς αγώνα τα θεμέλια της ψυχής εδρασμένα στο Θεό, έκανε θεληματικά ανταλλαγή του καλύτερου και του όντος, με το αδιαφιλονίκητα χειρότερο και μη ον.
Αυτούς τους λόγους που ανέφερα ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης μας διδάσκει ότι η Γραφή τους ονομάζει προορισμούς και θεία θελήματα. Όμοια και οι μαθητές του Πάνταινου, που χρημάτισε καθηγητής του μεγάλου Κλήμεντα του Στρωματέα, λένε πως η Γραφή αρέσκεται να τους ονομάζει θεία θελήματα.
Γι' αυτό, όταν ρωτήθηκαν από κάποιους που καμάρωναν για την εξωτερική παιδεία τους και πίστευαν ότι ο Θεός γνωρίζει νοερά τα νοητά και αισθητικά τα αισθητά, πως οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι ο Θεός γνωρίζει τα όντα, απάντησαν ότι ούτε αισθητικά γνωρίζει τα αισθητά ούτε νοερά τα νοητά. Γιατί δεν είναι δυνατό αυτός που υπερβαίνει τα όντα ν' αντιλαμβάνεται τα όντα με τους τρόπους των όντων. Αλλά λέμε ότι αυτός γνωρίζει τα όντα ως ίδιά του θελήματα, προσθέτοντας και τη δικαιολόγηση της διατύπωσής τους. Αν δηλαδή δημιούργησε τα πάντα με το θέλημά του, και δεν υπάρχει γι' αυτό κανένας αντίθετος λόγος, και είναι δόγμα ευσεβές και είναι και δίκαιο να λέμε πάντοτε ότι ο Θεός γνωρίζει το θέλημά του, και καθένα από τα δημιουργήματά του το δημιούργησε θέλοντας, άρα ο Θεός γνωρίζει τα όντα ως ίδιά του θελήματα, επειδή και με τη θέλησή του δημιούργησε τα όντα. Από δω ξεκινώντας κι εγώ νομίζω ότι σύμφωνα με αυτούς τους λόγους λέχθηκε προς το Μωυσή από τη Γραφή ο λόγος, «σ' εγνώρισα περισσότερο από όλους», και για κάποιους άλλους, «γνώρισε ο Κύριος αυτούς που είναι δικοί του» και πάλι σε κάποιους άλλους, «δε σας γνωρίζω». Έκανε δηλαδή τον καθένα προαιρετική κίνησή τού ν' ακούσει τη θεία φωνή ή σύμφωνα με το θέλημα και το λόγο του Θεού ή αντίθετα με το θέλημα και το λόγο του.
Αυτά και τα παρόμοια είχε, νομίζω, στο νού του αυτός ο θεοφόρος άνθρωπος λέγοντας· «όταν τούτο το θεόμορφο και θείο στοιχείο, δηλαδή το νού και το λόγο μας, το αναμίξουμε με το δικό μας, και η εικόνα υψωθεί προς το αρχέτυπο, το οποίο τώρα επιθυμεί…». Και ταυτόχρονα μ' αυτό με τις λίγες αυτές λέξεις και απομακρύνει παιδαγωγικά από την ιδέα τους εκείνους που νόμιζαν ότι είχε φτάσει κάποτε κάποιο ον σ' αυτό το μέτρο των όντων, και υποδηλώνει το λόγο που λέει πως είμαστε μοίρα του Θεού, και υπαινίσσεται τον μελλοντικό ιδιάζοντα χαρακτήρα του μακαρίου τέλους, και παρακινεί προς την ασάλευτη κι ακλόνητη απόλαυση, που δεν μεταπίπτει καθόλου, εκείνους που καθαίρονται γι' αυτήν με ελπίδα και σπεύδουν προς αυτή. Γνώριζε δηλαδή ότι, αν κατευθύνουμε κατ' ευθείαν σύμφωνα με το λόγο και τη φύση μας προς αυτό που έχουμε τα φανερώματα της ουσίας και του λόγου με μια απλή κίνηση, χωρίς οποιαδήποτε αναζήτηση που μόνο σχετικά μ' αυτήν υπάρχει το να λανθάνει και να σφάλλει κανείς, όμοια με το Θεό, κατά το δυνατόν, και εμείς θα γνωρίσουμε τα πάντα, και δε θα πιανόμαστε πιά, από άγνοια, από την γύρω από αυτά κίνηση, γιατί θα έχουμε παραχωρήσει στο μεγάλο νού και λόγο και πνεύμα το δικό μας νού και λόγο και πνεύμα, ή καλύτερα ολόκληρο τον εαυτό μας σε ολόκληρο το Θεό που είναι η αρχέτυπη εικόνα.
Το ίδιο διηγείται και στο λόγο για το χαλάζι, λέγοντας τα εξής· «κι αυτούς θα τους δεχθεί το άφραστο φως και η θεωρία της αγίας και βασιλικής Τριάδας που λάμπει τρανότερα και καθαρότερα και που όλη αναμιγνύεται με όλο το νού, την οποία βέβαια εγώ μόνη θεωρώ βασιλεία των ουρανών», όταν νιώθει ηδονή και αγαλλίαση, για να τολμήσω να συνάψω τα δικά μου με τα δικά του, κάθε δημιούργημα λογικό αγγέλων ή ανθρώπων, όσα δεν έφθειραν από απροσεξία κανέναν από τους θείους λόγους που έχει συναρμόσει μαζί τους ο Δημιουργός φυσικά κατά την κίνηση προς το τέλος, αλλά μάλλον τους διέσωσαν με σωφροσύνη όλους τους αμετάβλητους, επειδή γνωρίζουν ότι είναι και θα γίνουν όργανα της θείας φύσης. Αυτούς τους λόγους αφού τους αγκάλιασε όλος εξ ολοκλήρου ο Θεός σα να ήταν κατά κάποιο τρόπο η ψυχή του, σα να πρόκειται να γίνουν μέλη του σώματός του άρτια κι εύχρηστα στο Δεσπότη, και τους μεταχειρίζεται όπως θέλει και τους πληροί με την οικεία δόξα και μακαριότητα, δίνοντας και χαρίζοντάς τους την αΐδια και ανεκλάλητη ζωή και τελείως ελεύθερη από κάθε γνώρισμα της συστατικής ιδιότητας (της ιδιαίτερης σύστασης) της παρούσας ζωής, που στηρίζεται πάνω στη φθορά. Τη ζωή αυτή δεν τη συνιστούν ο αέρας που εισπνέεται ούτε τα ρυάκια του αίματος που κυλούν από το συκώτι, αλλά ολόκληρος ο Θεός που μετέχεται από όλους και από την ψυχή, όπως η ψυχή προς το σώμα, και μέσω της ψυχής φθάνει, όπως αυτός γνωρίζει, μέχρι το ίδιο το σώμα, για να δεχθεί η ψυχή μεν την ατρεψία και το σώμα δε την αθανασία, και να θεωθεί ολόκληρος ο άνθρωπος θεοποιημένος από τη χάρη του ενανθρωπήσαντος Θεού, γίνοντας άτρεπτος όλος ο άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα με την φύσιν, και όλος γινόμενος Θεός με τη δύναμη της χάριτος και τη θεία λαμπρότητα που εμπρέπει απόλυτα σ' αυτόν της μακαρίας δόξας, πέρα από την οποία δεν είναι δυνατόν να επινοηθεί τίποτε λαμπρότερο και υψηλότερο.
Πράγματι, τι είναι για τους άξιους πιο αγαπητό από τη θέωση, σύμφωνα με την οποία ο Θεός ενώνεται μ' αυτούς που έγιναν θεοί και από αγαθότητα κάνει δικό του το παν: Γι' αυτό καλώς ονόμασαν και ηδονή και πάθος και χαρά αυτή την κατάσταση, που δημιουργεί η θεία κατανόηση και η επακόλουθη απόλαυση της ευφροσύνης· ηδονή μεν, επειδή είναι τέλος των φυσικών ενεργειών (γιατί έτσι ορίζουν την ηδονή), και πάθος δε, επειδή σαν δύναμη εκστατική οδηγεί αυτό που πάσχει σ' αυτό που πράττει, σύμφωνα με το παράδειγμα που δώσαμε για τη σχέση του αέρα με το φως και της φωτιάς με το σίδηρο, και που πείθει φυσικά και αληθινά ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος βασικός κανόνας των όντων εκτός από αυτόν, κατά τον οποίο η απάθεια ακολουθεί όπως πρέπει, και η χαρά δεν έχει τίποτε αντίθετο ούτε περασμένο ούτε μελλοντικό. Γιατί λένε ότι η χαρά ούτε την περασμένη λύπη θυμάται ούτε δέχεται τον αναμενόμενο κόρο εκ φόβου, όπως η ηδονή.
Γι' αυτό τόσο η θεόπνευστη Γραφή παντού όσο και οι πατέρες μας, που από αυτήν διδάχτηκαν τα θεία μυστήρια, βεβαίωσαν ότι η χαρά είναι όνομα ενδεικτικό της μελλοντικής αλήθειας. Συνοπτικά λοιπόν, κατά τη γνώμη εμένα του μικρού, έχει δειχθεί φυσικώς και από το λόγο της Γραφής και από τους Πατέρες, ότι τίποτε από όσα έγιναν ως τώρα δε σταμάτησε ποτέ να κινείται ούτε δέχθηκε τη λήξη που ανήκει σ' αυτό κατά το θείο σκοπό, κι εκτός από αυτά ότι είναι αδύνατο να κλονιστεί έστω και λίγο η βασιμότητα της μονιμότητας μέσα στο Θεό εκείνων που αξιώνονται. Πως δηλαδή είναι δυνατό, για να δώσω σε όσα έχουν λεχθεί μικρή βοήθεια με το συλλογισμό προς βεβαίωσή τους, αυτοί που βρέθηκαν να είναι μια φορά μέσα στο Θεό να δεχθούν στην επιθυμία τους τον υβριστή κόρο, αφού κάθε κόρος, σύμφωνα με τη σημασία και τον ορισμό του, τυχαίνει να σβήνει κάθε όρεξη, πράγμα που γίνεται με δύο τρόπους; Η δηλαδή κόβεται η όρεξη περιγράφοντας ως μικρά αυτά που την προκαλούν, ή τα σιχαίνεται και τα περιφρονεί ως αισχρά και άσχημα· από αυτά συνήθως προκαλείται ο κόρος. Ο Θεός όμως που είναι από τη φύση του άπειρος και πολύτιμος, επιτείνει περισσότερο την όρεξη εκείνων που τον απολαύουν με τη μετοχή τους στο αόριστο.
Αν αυτό είναι αληθινό, όπως βέβαια και είναι, δεν ήταν επομένως η λεγόμενη ενάς των λογικών, που δοκιμάζοντας κόρο της μονιμότητάς της μέσα στο Θεό μοιράστηκε και με το διασκορπισμό της έφερε μαζί τη γένεση τούτου του κόσμου, για να μην κάνουμε το αγαθό τέτοιο που να δέχεται περιγραφή και το ατιμάσουμε, επειδή τάχα περιορίζεται από κάποιο κόρο και γίνεται αιτία να σταματήσουν εκείνα που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν ακίνητη την επιθυμία τους. Και μάταια λοιπόν, όπως νομίζω, κάποιοι τη θεσμοθετούν, δημιουργώντας ανύπαρκτα πλάσματα και, το πιο βαρύ από αυτό, λένε ψέματα για αυτόν το μακάριο πατέρα πως έχει τάχα τέτοιες απόψεις, ώστε όχι μόνο αυτοί να μπορούν εύκολα να πιστεύουν ότι οι ψυχές ήρθαν στα σώματα από κάποιο προηγούμενο είδος ζωής προς τιμωρία των κακών που έχουν προδιαπραχθεί, αλλά να επιχειρούν εύλογα να εξαπατούν και άλλους πως έτσι συμβαίνει με την αξιοπιστία των προσώπων, ενεργώντας ούτε σωστά ούτε ηθικά. Ας τους αφήσουμε όμως αυτούς να πιστεύουν ό,τι πιστεύουν, και εκτός από αυτά που είπαμε ας εξετάζουμε με ευλάβεια και μ' άλλο τρόπο το νού του δασκάλου.
Δε νομίζω ότι θέλει να εκθέσει εδώ την αιτία της ανθρώπινης γένεσης, αλλά την αιτία της ταλαιπωρίας που ακολούθησε. Αφού δηλαδή θρήνησε την αθλιότητα του σώματός μας με τα λόγια, «ω σύζευξη και αντίθεση! Αυτό που φοβάμαι, το περιποιούμαι, κι αυτό που αγαπώ, το τρέμω» και τα όσα στη συνέχεια λέει, και σαν να διερωτήθηκε μέσα του απορώντας για την αιτία των κακών στα οποία έχουμε εμπλακεί και για τη σοφότατη πρόνοια της εμπλοκής αυτής με το να πεί, «ποια είναι αυτή η γύρω από εμένα σοφία και ποιο αυτό το μεγάλο μυστήριο», δίνει σαφέστατη λύση στην απορία του με τα εξής: «Ή θέλει επειδή εμείς είμαστε μοίρα Θεού κι έχουμε αποκυλήσει από άνω, για να μην επαιρόμαστε για την αξία μας και πετάμε στον αέρα καταφρονώντας τον Δημιουργό μας, θέλει κατά την πάλη και τη μάχη μας προς το σώμα ν' ατενίζομε πάντοτε προς αυτόν και η συζευγμένη μαζί μας ασθένεια να είναι παιδαγωγία της αξίας μας».
Είναι σα να λέει· Από αγαθότητα ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό με ψυχή και σώμα, ώστε η λογική και νοερή ψυχή που του δόθηκε, επειδή είναι εικόνα του δημιουργού της, σύμφωνα βέβαια με την επιθυμία της και την ολική και μ' όλη τη δύναμή της αγάπη ισχυρά κρατούμενη γνωστικώς από το Θεό και προσλαμβάνοντας και το καθ’ ομοίωσιν, να θεωθεί. Σύμφωνα πάλι με την επισταμένη πρόνοια προς το κατώτερο και την εντολή που προστάζει ν' αγαπούμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας το σώμα με φρόνηση να το εκλογικεύσει με τις αρετές και να το οικειώσει με το Θεό ως ομόδουλό της, κάνοντας με δική της μεσίτευση τον Ποιητή ένοικό του και κάνοντάς του μελλοντικά άλυτο δεσμό της αθανασίας, τον ίδιο εκείνον που τα συνέδεσε μαζί, ώστε, αυτό που είναι ο Θεός για την ψυχή, αυτό να γίνει η ψυχή για το σώμα, και ν' αποδειχθεί ένας ο δημιουργός των όλων, εισβάλλοντας με την ιδιότητα του ανθρώπου σε όλα τα όντα αναλόγως και να ενωθούν σε ένα τα πολλά που διίστανται μεταξύ τους κατά τη φύση, συγκλίνοντας μεταξύ τους γύρω από τη μία φύση του ανθρώπου, και να γίνει τα πάντα μέσα στα πάντα ο ίδιος ο Θεός, αγκαλιάζοντας τα πάντα και δίνοντάς τους υπόσταση στον εαυτό του, επειδή κανένα πλέον από τα όντα δεν θα έχει ανεξάρτητη κίνηση και δεν θα είναι άμοιρο από τη θεία παρουσία, σύμφωνα με την οποία και θεοί και παιδιά και σώμα και μέλη και μοίρα του Θεού και τα παρόμοια και είμαστε και λεγόμαστε με το φτάσιμο προς το τέλος του θείου σκοπού.
Επειδή λοιπόν γι' αυτό έγινε ο άνθρωπος και γι' αυτό το σκοπό, ο προπάτοράς μας όμως, που ήταν ετοιμασμένος για την εξουσία, τη χρησιμοποίησε για το χειρότερο, μεταθέτοντας την όρεξή του από αυτό που επιτρεπόταν στο απαγορευμένο (ήταν δηλαδή αυτεξούσιος και στον Κύριο να προσκολληθεί και να γίνει μαζί του ένα πνεύμα, και να προσκολληθεί στην πόρνη και να γίνει ένα σώμα μαζί της, αυτός εξαπατημένος προτίμησε το δεύτερο, και αποξένωσε θεληματικά από το θείο και μακάριο σκοπό τον εαυτό του, προτιμώντας από το να είναι Θεός κατά χάριν να γίνει με την εκλογή του χώμα), γι' αυτό σοφά και φιλάνθρωπα και όπως έπρεπε στην αγαθότητά του, ο Θεός που οικονομεί τη σωτηρία μας, στερεώνοντας δίπλα στην παράλογη κίνηση της νοερής μέσα μας δύναμης την τιμωρία να ακολουθεί υποχρεωτικά, τιμώρησε κατά εύλογο λόγο με θάνατο ακριβώς εκείνο το στοιχείο μας, στο οποίο διασπάσαμε τη νοερή αγάπη που χρεωστούμε στο Θεό μόνο, ώστε, αφού μάθομε έτσι κάποτε πεθαίνοντας ότι ερωτευτήκαμε το μηδέν, να διδαχθούμε να επαναφέρομε πάλι τη δύναμη αυτή προς το Ον. Προχωρώντας το κάνει αυτό φανερότερο λέγοντας: «Αλλά εγώ νομίζω ότι και γι' αυτό δεν είναι σταθερό στους ανθρώπους κανένα από τα εδώ αγαθά ούτε κρατάει πολύν καιρό, αλλά μαζί με τα άλλα και αυτό το έχει μηχανευτεί καλά ο τεχνίτης λόγος και η σοφία του που ξεπερνά κάθε νού, να εμπαιζόμαστε με τα φαινόμενα που μεταβάλλονται συνέχεια και μεταβάλλουν, που φέρονται άνω και κάτω και περιστρέφονται και πριν τα πιάσουμε φεύγουν και χάνονται, ώστε, θεωρώντας πόσο άστατα και άτακτα είναι, να αγκυροβολήσομε προς τα μελλοντικά. Τι θα κάναμε αν η ευτυχία ήταν σ' εμάς σταθερή, τη στιγμή που, ενώ δεν παραμένει, έχουμε τόσο πολύ δεθεί μαζί της και τόσο μας έχει υποδουλώσει η ηδονή και η απάτη της, ώστε να μην μπορούμε να διανοηθούμε τίποτε καλύτερο, τίποτε ανώτερο από τα παρόντα, και όλα αυτά τη στιγμή που έχουμε γίνει κατ' εικόνα του Θεού και ακούμε και πιστεύουμε ότι αυτή είναι επάνω και μας έλκει προς τον εαυτό της;».
Και πάλι στο λόγο του “Προς τους πολιτευομένους”, λέει τα εξής· «Για να μάθουμε ότι είμαστε μηδέν μπροστά στην αληθινή και την πρώτη σοφία, και να κατευθυνόμαστε πάντοτε προς αυτόν μόνο και να ζητούμε να φωτιζόμαστε με τις ακτινοβόλες λάμψεις από εκεί, ή με την ακαταστασία των φαινομένων και μεταβαλλομένων να μας μεταφέρει στα σταθερά και μόνιμα». Δε νομίζω λοιπόν ότι με αυτά ο δάσκαλος δηλώνει, όπως λέχθηκε, την αιτία της γένεσης της ανθρωπότητας, αλλά δηλώνει την αιτία της ταλαιπωρίας που κατά τη γένεση εισήλθε στη ζωή μας εξαιτίας της παράβασης, όπως είναι ολοφάνερο σε όσους μελετούν με ζήλο και προσοχή τα θεία γραφόμενά του. Την αιτία δηλαδή αυτής, από την οποία και μέσω της οποίας και προς την οποία και εξαιτίας της οποίας ταλαιπωρούμαστε, την παραθέτει σ' εμάς με αυτούς τους λόγους, δηλώνοντας με αυτή τη σωτηρία που οικονομεί για μας με σοφία ο Θεός. Ενώ υποδηλώνοντας τη δύναμη εκείνης με ποιο μυστήριο έχει γίνει, κάνει χρήση διαφορετικών εκφράσεων, όπως φαίνεται με αυτά που λέει στο λόγο του “Εις τα γενέθλια”:
«Ο νούς λοιπόν ήδη και η αίσθηση, έχοντας χωριστεί το ένα από το άλλο, είχαν σταθεί μέσα στα δικά τους όρια και έδειχναν επάνω τους το μεγαλείο του Δημιουργού Λόγου, σιωπηλοί υμνητές της μεγαλουργίας και μεγαλόφωνοι κήρυκες. Δεν είχε γίνει ακόμα το κράμα από τα δύο, ούτε κάποια ανάμιξη των αντίθετων, γνώρισμα μεγαλύτερης σοφίας και τελειότητας γύρω απ' τις φύσεις, ούτε όλος ο γνώριμος πλούτος της αγαθότητας. Θέλοντας λοιπόν να δείξει ο τεχνίτης Λόγος αυτό, μια ύπαρξη από τα δύο, εννοώ την αόρατη και την ορατή φύση, δημιουργεί τον άνθρωπο, λαμβάνοντας από την ύλη που προϋπήρχε ήδη το σώμα, και θέτοντας σ' αυτό ζωή ο ίδιος από τον εαυτό του (πράγμα που ο λόγος το γνωρίζει ως νοερή ψυχή και εικόνα του Θεού), σαν ένα δεύτερο κόσμο μέγα μέσα σε μικρό που τον στήνει επάνω στη γη, άλλον άγγελο, προσκυνητή μικτόν και τα εξής. Στο λόγο του πάλι Εις τα Φώτα, γράφει: «Κι επειδή αυτά ή τούτο είναι έτσι, έπρεπε η προσκύνηση να μην περιοριστεί μόνο στα άνω, αλλά να υπάρχουν και κάτω μερικοί προσκυνητές, για να γεμίσουν τα πάντα από τη δόξα του Θεού, αφού είναι και του Θεού· και γι' αυτό δημιουργήθηκε ο άνθρωπος τιμημένος με το χέρι και την εικόνα του Θεού». Νομίζω ότι αυτά αρκούν, κι ας είναι λίγα, για όποιον δεν κατέχεται από εριστική διάθεση και δε θεωρεί δόξα μόνο το να μάχεται κανένας, για να παρουσιάσω όλη τη σκέψη του δασκάλου για όσα ειπώθηκαν. Αν πολεμά όμως το πως ο δάσκαλος μας αποκάλεσε μοίρα του Θεού, με πολλούς τρόπους πιο πάνω έχει εξηγηθεί ήδη ο λόγος γι' αυτό.
Για να γίνει όμως πιο αξιόπιστος στηριζόμενος στους λόγους του Πνεύματος, ο άγιος και μακάριος απόστολος Παύλος, αυτός που συγκέντρωσε την κρυμμένη μέσα στο Θεό πριν από τους αιώνες σοφία και που καταφώτισε όλο τον αφεγγή βίο των ανθρώπων κι έδιωξε από τις ψυχές των ανθρώπων το ζόφο της άγνοιας, θα επαρκέσουν τα όσα είπε στους Εφεσίους που είναι τα εξής· «Για να δώσει σ' εσάς ο Θεός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Πατέρας της δόξας, Πνεύμα σοφίας κι αποκαλύψεως, ώστε να τον γνωρίσετε καλά, έχοντας φωτισμένα τα μάτια της καρδιάς σας, και για να μάθετε σε ποια αγαθά ελπίζομε ότι μας κάλεσε και ποιος είναι ο πλούτος της δόξας που κληρονόμησε στους αγίους και ποιο το υπέρμετρο μεγαλείο της δύναμής του προς εμάς που πιστεύομε, όπως έκανε να εκδηλωθεί η δύναμη της εξουσίας του ενεργώντας την στο Χριστό, σηκώνοντάς τον από τους νεκρούς και καθίζοντάς τον στα δεξιά του στον ουρανό, πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα και κάθε όνομα που λέμε όχι μονάχα στη ζωή αυτή αλλά και στη μελλοντική, και όλα του τα έβαλε κάτω από τα πόδια του και τον έδωσε πάνω από όλα κεφαλή στην Εκκλησία, που είναι το σώμα του, το συμπλήρωμα εκείνου που αναπληρώνει τα πάντα σε όλες τις ανάγκες τους». Και πάλι ύστερ’ από άλλα· «Κι εκείνος έδωσε να είναι άλλοι απόστολοι, άλλοι προφήτες, άλλοι ευαγγελιστές, άλλοι ποιμένες και δάσκαλοι, για να καταρτίζουν τους πιστούς στο έργο της διακονίας, για να οικοδομηθεί το σώμα του Χριστού, ώσπου να καταλήξουμε όλοι στην ενότητα που δίνει η πίστη και η επίγνωση του Υιού του Θεού και να φτάσουμε στην ανδρική τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός. Έτσι δε θα είμαστε καθώς νήπια που θαλασσοδερνόμαστε και μας σπρώχνει εδώ κι εκεί ο άνεμος κάθε διδασκαλίας στην κακία των ανθρώπων, στην πανουργία τους, στις μεθοδεύσεις της πλάνης. Αλλά παραμένοντας στην αληθινή πίστη με αγάπη, ας προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε όλα αυτά το Χριστό, που είναι η κεφαλή μας, από τον οποίο συναρμολογημένο όλο το σώμα και συντονισμένο με κάθε από μέρους εκείνου χορηγία ανάλογα με το μέτρο της ενέργειας καθενός μέλους πραγματοποιεί την αύξηση του σώματος για την οικοδομή του με αγάπη».
Δε νομίζω λοιπόν ότι χρειάζεται άλλη μαρτυρία όποιος έχει αποφασίσει να ζει μ' ευσέβεια, για να φανερωθεί η αλήθεια που πιστεύουν οι αληθινοί Χριστιανοί, επειδή έχουν μάθει από αυτην με σαφήνεια ότι «είμαστε και μέλη και σώμα και πλήρωμα του Χριστού του Θεού που γεμίζει πλήρως τα πάντα με τα πάντα» «σύμφωνα με το σκοπό τον κρυμμένο πριν από τους αιώνες μέσα στο Θεό και Πατέρα, περιλαμβανόμενοι σ' αυτόν μέσω του Υιού του και Κυρίου Ιησού του Θεού μας». Γιατί το μυστήριο το κρυμμένο από τους αιώνες και από τις γενεές και που τώρα φανερώθηκε με την αληθινή και τέλεια ενανθρώπηση του Υιού και Θεού, που ένωσε με τον εαυτό του αδιαίρετα αλλά και ασύγχυτα τη φύση μας κι εμάς με την αγία του σάρκα που πήρε από εμάς κι είναι δική μας εμψυχωμένη με νού και λογική, που τη συνέδεσε με τον εαυτό του σαν μια καινούργια αρχή και την αξίωσε να γίνει ένα και το αυτό μαζί του κατά την ανθρωπότητά του, έτσι όπως είχαμε προορισθεί πριν από τους αιώνες να είμαστε μέσα σ' αυτόν ως μέλη του σώματός του που μας συναρμολογεί με τον εαυτό του πνευματικά, και μας συναρμονίζει όπως η ψυχή το σώμα, και που μας οδηγεί στο μέτρο της πνευματικής ωριμότητας του πληρώματός του, και έτσι μας έδειξε κι εμάς ότι γι' αυτό είχαμε γεννηθεί, καθώς και τον πριν από τους αιώνες πανάγαθο για μας σκοπό του Θεού, που δεν δέχθηκε την παραμικρή ανακαίνιση της ουσίας του, αλλά πραγματοποιήθηκε ολοφάνερα με τη χρησιμοποίηση ενός άλλου καινότερου τρόπου.
Γιατί έπρεπε, αφού ο Θεός μας έκανε όμοιους με τον εαυτό του (με το να έχουμε κατά μετοχή ακριβή γνωρίσματα της αγαθότητάς του και με το ν' έχει προσβλέψει πριν από τους αιώνες να είμαστε μέσα σ' αυτόν και με το να μας δώσει τον τρόπο που οδηγεί σ' αυτό το παμμακάριστο τέλος με την καλή χρήση των φυσικών δυνάμεων), για να μην απομακρυνθεί ο άνθρωπος κι αποξενωθεί από το Θεό έπρεπε να εισαχθεί στη θέση του προηγούμενου ένας τρόπος πιο παράδοξος και θεοπρεπέστερος και τόσο, όσο το υπερφυσικό είναι ανώτερο από το φυσικό. Και αυτό είναι το μυστήριο της ολόκρυφης επιδημίας του Θεού στους ανθρώπους, όπως πιστεύουν όλοι. Γιατί λέει ο θείος Απόστολος· «αν έμενε η πρώτη Διαθήκη άμεμπτη, δε θα χρειαζόταν ν' αντικατασταθεί με τη δεύτερη». Γιατί είναι ολοφάνερο σ' όλους, ότι το μυστήριο που τελέστηκε στο Χριστό στο τέλος του αιώνα αποτελεί αναμφίβολη απόδειξη και εκπλήρωση του μυστηρίου που παραλείφθηκε στον προπάτορα στην αρχή του αιώνα.
Άρα λοιπόν, σύμφωνα με την εξήγηση που δώσαμε, ορθά χρησιμοποίησε ο δάσκαλος τη λέξη 'μοίρα', και κάθε άνθρωπος μ' ευγενή ψυχή και τρόπο θα δεχόταν να πεί με αυτό το νόημα τη λέξη, χωρίς να προκαλεί στον εαυτό του καμμιά συλλογιστική απάτη, γνωρίζοντας ότι σ' αυτήν την περίπτωση η μοίρα είναι ταυτόσημη με το μέλος. Γιατί, αν το μέλος είναι ένα μέρος του σώματος και το μέρος είναι ίδιο με τη μοίρα, άρα το μέλος είναι ίδιο με τη μοίρα. Κι αν η μοίρα είναι ίδια με το μέλος και το άθροισμα και η σύνθεση των μελών αποτελεί το οργανικό σώμα, και το οργανικό σώμα αν ενωθεί με νοερή ψυχή αποτελεί τον τέλειο άνθρωπο, άρα όποιος λέει ότι η ψυχή ή το σώμα είναι μέρος ή μέλος του ανθρώπου δε θα κάνει λάθος. Κι αν το σώμα είναι όργανο της νοερής ψυχής του ανθρώπου και η ψυχή εισχωρώντας σε ολόκληρο το σώμα του δίνει τη ζωή και την κίνηση, επειδή έχει φύση απλή και είναι ασώματη και δεν αποχωρίζεται ούτε αποκλείεται από αυτό, αλλά σε ολόκληρο το σώμα και σε κάθε μέλος αυτού, όπως είναι στη φύση του να την υποδέχεται σύμφωνα με τη δεκτική της ενέργειάς της δύναμη που διαθέτει φυσικά και σε καθένα από τα μέλη του, παρούσα ολόκληρη επισφίγγει τα μέλη που διαφορετικά το καθένα τη δέχεται ανάλογα με το να συντηρείται ένα σώμα, τότε ας οδηγηθεί στο μέγα και άρρητο μυστήριο λαμβάντοντας από τα μικρά και σύμφωνα με εμάς μεγάλα και πάνω από μας ενδείξεις όχι ευτελείς, όποιος έχει ακόμα γύρω από αυτά ασταθή και ευκολοσάλευτη σκέψη. Κι αφού αφήσει την παράλογη δοξασία ότι οι ψυχές προϋπάρχουν από τα σώματα, θα πιστέψει μαζί μας τον Κύριο που λέει ότι δεν μπορούν να πεθάνουν όσοι σηκώνονται κατά την ανάσταση εξαιτίας της καθαρότερης φανέρωσης και της μετουσίας του ίδιου του έσχατου επιθυμητού. Και πάλι «καθένας που ζει και πιστεύει σ' εμένα, δε θα πεθάνει στον αιώνα». Αν αυτό είχε γίνει κάποτε προηγουμένως, ήταν αδύνατο, όπως έχουμε προαποδείξει, με μια οποιαδήποτε μεταβολή να δεχθεί τον οποιοδήποτε θάνατο.
Και ας μη βγαίνει έξω από τους φυσικούς λογισμούς με το να θεσπίζει αερολογώντας την ανύπαρκτη δοξασία περί ψυχής. Αν δηλαδή, όπως εξήγησα προηγουμένως, το σώμα και η ψυχή είναι μέρη του ανθρώπου, και τα μέρη επιδέχονται εξ ανάγκης την αναφορά τους σε κάτι (γιατί έχουν οπωσδήποτε ως κατηγορούμενό τους το όλο), αυτά που έτσι αναφέρονται σε κάτι είναι από αυτά που συνυπάρχουν πάντα και παντού κατά τη γέννηση, γιατί με τη συνάντησή τους αποτελούν ένα ολόκληρο είδος (μορφή) ως μέρη του, και διαιρούνται μόνο νοητικά μεταξύ τους, για να διαπιστωθεί τι είναι κατά την ουσία το καθένα τους. Επομένως η ψυχή και το σώμα, ως μέρη του ανθρώπου, είναι αδύνατο να προϋπάρχει το ένα πριν από άλλο ή να υπάρχει το ένα μετά το άλλο, επειδή θα διαλυθεί ο λόγος της αναφοράς τους προς κάτι. Και πάλι· Αν δηλαδή είναι είδος καθαυτό πριν από τη σύνθεση του σώματος η ψυχή ή το σώμα, και ένα άλλο είδος καθένα από αυτά τα δύο αποτελεί κατά τη σύνθεση της ψυχής με το σώμα η του σώματος με την ψυχή, αυτό το κάνει οπωσδήποτε η κατά πάθος ή κατά φύση. Κι αν γίνεται κατά πάθος, το πάθος συνίσταται στη μετάβασή τους σ' αυτό που δεν ήταν, οπότε επέρχεται και η φθορά τους· αν πάλι κατά φύση, αυτό, είναι φανερό, θα το κάνει εξαιτίας της φύσης του πάντοτε και ποτέ δε θα παύσει η ψυχή να αλλάζει σώμα ούτε το σώμα ν' αλλάζει ψυχή. Αλλά δεν είναι, όπως νομίζω, του παθους ή της φυσικής δύναμης των μερών κατά τη συνάντησή του ενός με το άλλο η ολοκλήρωση του όλου κατά το είδος, αλλά της ταυτόχρονης γένεσής τους σε ένα πλήρες είδος. Δεν είναι δυνατό λοιπόν χωρίς φθορά οποιοδήποτε είδος να αλλάζει σε άλλο.
Αν μου πούν τώρα ότι η ψυχή υπάρχει και ζει μετά το θάνατο και τη διάλυση του σώματος κι επομένως μπορεί να υπάρχει και να ζει και πριν από το σώμα, δε νομίζω πως λένε λόγο στοχαστικό. Γιατί δεν είναι ίδιος ο λόγος της γένεσης και της ουσίας. Ο ένας δηλώνει το πότε (χρόνος) και το που (τόπος) και το προς τι (αναφορά-σχέση), ενώ ο άλλος ότι υπάρχει κάτι κι έχει κάποια μορφή. Κι αν είναι έτσι, τότε η ψυχή υπάρχει πάντοτε μετά τη γένεσή της χάρη στην ουσία της, δεν είναι όμως ανεξάρτητη εξαιτίας της γένεσής της, αλλά υπόκειται στο πότε, στο που και στη σχέση προς κάτι. Γιατί η ψυχή μετά το θάνατο του σώματος δεν λέγεται απλώς ψυχή, αλλά ψυχή ανθρώπου και ορισμένου ανθρώπου. Γιατί έχει και μετά το σώμα ως είδος (μορφή) της το όλο κατά τη σχέση του μέρους ως κατηγορούμενο, δηλαδή το ανθρώπινο. Ομοια και το σώμα, είναι θνητό κατά τη φύση, όχι όμως ανεξάρτητο κατά τη γένεση. Γιατί το σώμα δεν λέγεται απλώς σώμα μετά το χωρισμό του από την ψυχή, αλλά σώμα ενός ανθρώπου, και ανθρώπου ορισμένου, κι ας φθείρεται κι ας διαλύεται στα στοιχεία που το αποτελούν. Γιατί έχει σαν είδος (μορφή) του το όλο κατά τη σχέση του μέρους ως κατηγορούμενο, δηλαδή το ανθρώπινο. Και στα δύο λοιπόν η σχέση, της ψυχής και του σώματος, όταν τη νοούμε ως σχέση των μερών όλου του ανθρώπινου είδους χωρίς αφαίρεση του ενός, παριστάνει και την ταυτόχρονη γένεση τους, αλλά κι αποδεικνύει και τη διαφορά μεταξύ τους ως προς την ουσία, χωρίς να παραβλάπτει κατά οποιοδήποτε τρόπο τους έμφυτους λόγους της ουσίας τους. Δεν είναι λοιπόν καθόλου δυνατό να βρούμε και να λέμε σώμα ή ψυχή άσχετα. Γιατί μαζί με το οποιοδήποτε ένα από τα δύο συνεισάγεται και η έννοια τίνος είναι το καθένα· ώστε, αν προϋπάρχει το ένα από το άλλο, πρέπει να πούμε ότι είναι και κάποιου. Γιατί η σχέση αυτή είναι αμετακίνητη.
Αρκετά όσα είπα γι' αυτά. Κι αν ο λόγος μου δεν έπεσε έξω από την αλήθεια, ευχαριστώ το Θεό, που με τις ευχές σας οδήγησε τη σκέψη στο ορθό. Κι αν σε κάποιο σημείο η αλήθεια διέφυγε, εσείς μπορείτε να καταλάβετε την ακρίβεια του λόγου, επειδή εμπνέεστε από το Θεό τη γνώση σ' αυτά τα θέματα.