Συνέχεια από Τετάρτη 8. Ιουλίου 2026
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 10
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
1.3. Το ζήτημα της αυθεντικότητας
Το ζήτημα της αυθεντικότητας του συγγράμματος έχει συζητηθεί εκτενώς, τόσο από τους αρχαίους όσο και από τους νεότερους σχολιαστές, με αφετηρία τη διαπίστωση ότι στα αναγνωρισμένα ως αυθεντικά έργα του Αριστοτέλη δεν υπάρχουν σαφείς παραπομπές σε αυτό το κείμενο, ότι στο κείμενο των Κατηγοριών δεν παρατίθενται άλλα αριστοτελικά έργα, καθώς και ότι σε αυτό υιοθετείται ένα ασυνήθιστο «δογματικό» ύφος.
Όσον αφορά την αρχαιότητα, σχεδόν όλοι οι νεοπλατωνικοί σχολιαστές ασχολήθηκαν με το ζήτημα αυτό, επειδή άλλωστε το πρόβλημα της αυθεντικότητας ετίθετο σχετικά με κάθε έργο του Corpus Aristotelicum. Εκείνοι που υποστήριζαν την αυθεντικότητα και των δύο μερών της πραγματείας στηρίζονταν στα ακόλουθα επιχειρήματα²⁵:
Οι προγενέστεροι ερμηνευτές, και ιδίως οι Αττικιστές, οι οποίοι ήταν ειδικοί στη γλώσσα, είχαν αναγνωρίσει στο κείμενο των Κατηγοριών το ύφος και τη φρασεολογία που προσιδιάζουν στον Αριστοτέλη· αυτό δηλωνόταν ως η «ύλη» (ὕλη, hylē)²⁶ του έργου.
Οι έννοιες εκφράζονται με την πυκνότητα που χαρακτηρίζει τον Αριστοτέλη, και τα επιχειρήματα παρουσιάζονται με τη συνήθη συντομία του Σταγειρίτη —δεινότης τῶν ἐνθυμημάτων (deinotēs tōn enthymēmatōn)—, πράγμα που δηλωνόταν ως το «είδος» (εἶδος, eidos)²⁷ του έργου.
Εκτός από αυτά, ο Σιμπλίκιος²⁸ προσθέτει, ως περαιτέρω δικαιολόγηση της αυθεντικότητας του συγγράμματος, ότι οι σοβαρότεροι μαθητές ή εταίροι (ἑταῖροι, hetairoi) του Αριστοτέλη, οι οποίοι ταυτίζονται με τους πρώτους Περιπατητικούς, αποδέχθηκαν το έργο ως αυθεντικό· άλλοι σχολιαστές αναφέρονται ρητώς στον Θεόφραστο και στον Εύδημο τον Ρόδιο.
Σύμφωνα με τον Σιμπλίκιο, ο Αριστοτέλης παραπέμπει στο έργο σε άλλα σημεία του Corpus, δηλαδή σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στις «δέκα κατηγορίες». Η ονομασία αυτή θα είχε επιτρέψει στον Φιλόσοφο να αποφύγει τη σύγχυση με το έργο του Αρχύτα —στην πραγματικότητα, του Ψευδο-Αρχύτα.
Ολόκληρη η φιλοσοφία του Αριστοτέλη, και ιδίως η λογική του, θα απέμεναν «ακέφαλες», αν αφαιρούνταν οι Κατηγορίες ως έργο που πρέπει να τοποθετηθεί στην αρχή της πορείας της λογικής εκπαιδεύσεως.
Οι μαθητές του Αριστοτέλη θα είχαν συγγράψει και οι ίδιοι πραγματείες Περὶ κατηγοριῶν, μιμούμενοι τον διδάσκαλό τους.
Οι αρχαίοι επισήμαιναν, ωστόσο, ορισμένα προβληματικά σημεία, όταν το συγκεκριμένο σύγγραμμα συσχετιζόταν με άλλα έργα του Σταγειρίτη. Τρεις ήταν οι αποκλίσεις που υπογραμμίζονταν³⁰:
Η απουσία, στο Κατηγορίαι 1a1-15, κατά την παρουσίαση των ομωνύμων, των συνωνύμων και των παρωνύμων, της πραγματεύσεως των πολυωνύμων (πολυώνυμα, polyōnyma) και των ετερωνύμων (ἑτερώνυμα, heterōnyma), τα οποία, σύμφωνα με ορισμένους, απαντούν στα Φυσικά ή στη Ρητορική. Στην πραγματικότητα, όμως, μόνο ο όρος πολυώνυμον εμφανίζεται σε αριστοτελικό έργο, και συγκεκριμένα στο Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι I 2, 489a2.
Στο Κατηγορίαι 14, 15a13, η γένεση και η φθορά θεωρούνται μορφές κινήσεως (κίνησις, kinēsis), πράγμα που δεν φαίνεται να συμφωνεί με τα Φυσικά V 1, 225a3, όπου νοούνται ως μορφές μεταβολής (μεταβολή, metabolē). Πρόκειται, όμως, πιθανότατα για δύο διαφορετικούς τύπους ορολογίας, προσεγγίσεως και σκοπού: ο ένας είναι περισσότερο τεχνικός, ενώ ο άλλος έχει ευρύτερη σημασία.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
1.3. Το ζήτημα της αυθεντικότητας
Το ζήτημα της αυθεντικότητας του συγγράμματος έχει συζητηθεί εκτενώς, τόσο από τους αρχαίους όσο και από τους νεότερους σχολιαστές, με αφετηρία τη διαπίστωση ότι στα αναγνωρισμένα ως αυθεντικά έργα του Αριστοτέλη δεν υπάρχουν σαφείς παραπομπές σε αυτό το κείμενο, ότι στο κείμενο των Κατηγοριών δεν παρατίθενται άλλα αριστοτελικά έργα, καθώς και ότι σε αυτό υιοθετείται ένα ασυνήθιστο «δογματικό» ύφος.
Όσον αφορά την αρχαιότητα, σχεδόν όλοι οι νεοπλατωνικοί σχολιαστές ασχολήθηκαν με το ζήτημα αυτό, επειδή άλλωστε το πρόβλημα της αυθεντικότητας ετίθετο σχετικά με κάθε έργο του Corpus Aristotelicum. Εκείνοι που υποστήριζαν την αυθεντικότητα και των δύο μερών της πραγματείας στηρίζονταν στα ακόλουθα επιχειρήματα²⁵:
Οι προγενέστεροι ερμηνευτές, και ιδίως οι Αττικιστές, οι οποίοι ήταν ειδικοί στη γλώσσα, είχαν αναγνωρίσει στο κείμενο των Κατηγοριών το ύφος και τη φρασεολογία που προσιδιάζουν στον Αριστοτέλη· αυτό δηλωνόταν ως η «ύλη» (ὕλη, hylē)²⁶ του έργου.
Οι έννοιες εκφράζονται με την πυκνότητα που χαρακτηρίζει τον Αριστοτέλη, και τα επιχειρήματα παρουσιάζονται με τη συνήθη συντομία του Σταγειρίτη —δεινότης τῶν ἐνθυμημάτων (deinotēs tōn enthymēmatōn)—, πράγμα που δηλωνόταν ως το «είδος» (εἶδος, eidos)²⁷ του έργου.
Εκτός από αυτά, ο Σιμπλίκιος²⁸ προσθέτει, ως περαιτέρω δικαιολόγηση της αυθεντικότητας του συγγράμματος, ότι οι σοβαρότεροι μαθητές ή εταίροι (ἑταῖροι, hetairoi) του Αριστοτέλη, οι οποίοι ταυτίζονται με τους πρώτους Περιπατητικούς, αποδέχθηκαν το έργο ως αυθεντικό· άλλοι σχολιαστές αναφέρονται ρητώς στον Θεόφραστο και στον Εύδημο τον Ρόδιο.
Σύμφωνα με τον Σιμπλίκιο, ο Αριστοτέλης παραπέμπει στο έργο σε άλλα σημεία του Corpus, δηλαδή σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στις «δέκα κατηγορίες». Η ονομασία αυτή θα είχε επιτρέψει στον Φιλόσοφο να αποφύγει τη σύγχυση με το έργο του Αρχύτα —στην πραγματικότητα, του Ψευδο-Αρχύτα.
Ολόκληρη η φιλοσοφία του Αριστοτέλη, και ιδίως η λογική του, θα απέμεναν «ακέφαλες», αν αφαιρούνταν οι Κατηγορίες ως έργο που πρέπει να τοποθετηθεί στην αρχή της πορείας της λογικής εκπαιδεύσεως.
Οι μαθητές του Αριστοτέλη θα είχαν συγγράψει και οι ίδιοι πραγματείες Περὶ κατηγοριῶν, μιμούμενοι τον διδάσκαλό τους.
Οι αρχαίοι επισήμαιναν, ωστόσο, ορισμένα προβληματικά σημεία, όταν το συγκεκριμένο σύγγραμμα συσχετιζόταν με άλλα έργα του Σταγειρίτη. Τρεις ήταν οι αποκλίσεις που υπογραμμίζονταν³⁰:
Η απουσία, στο Κατηγορίαι 1a1-15, κατά την παρουσίαση των ομωνύμων, των συνωνύμων και των παρωνύμων, της πραγματεύσεως των πολυωνύμων (πολυώνυμα, polyōnyma) και των ετερωνύμων (ἑτερώνυμα, heterōnyma), τα οποία, σύμφωνα με ορισμένους, απαντούν στα Φυσικά ή στη Ρητορική. Στην πραγματικότητα, όμως, μόνο ο όρος πολυώνυμον εμφανίζεται σε αριστοτελικό έργο, και συγκεκριμένα στο Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι I 2, 489a2.
Στο Κατηγορίαι 14, 15a13, η γένεση και η φθορά θεωρούνται μορφές κινήσεως (κίνησις, kinēsis), πράγμα που δεν φαίνεται να συμφωνεί με τα Φυσικά V 1, 225a3, όπου νοούνται ως μορφές μεταβολής (μεταβολή, metabolē). Πρόκειται, όμως, πιθανότατα για δύο διαφορετικούς τύπους ορολογίας, προσεγγίσεως και σκοπού: ο ένας είναι περισσότερο τεχνικός, ενώ ο άλλος έχει ευρύτερη σημασία.
Κυρίως εξαιτίας της αποκλίσεως που διαπιστώθηκε μεταξύ των πραγματεύσεων της ουσίας στις Κατηγορίες και στη Μεταφυσική, το πρώτο από τα δύο έργα κρίθηκε νόθο. Ενώ στις Κατηγορίες «πρώτη ουσία», δηλαδή ουσία με την κυριότερη και αυστηρότερη σημασία, ονομάζονται τα αισθητά άτομα —για παράδειγμα, ένας συγκεκριμένος άνθρωπος ή ένας συγκεκριμένος ίππος— και «δεύτερες ουσίες» τα είδη και τα γένη που κατηγορούνται για τα άτομα, στη Μεταφυσική XII, αντιθέτως, «πρώτη ουσία» ονομάζεται η χωριστή από τα αισθητά, ακίνητη και αιώνια μορφή.
Ενώ το έργο μας αποδίδει προτεραιότητα στην ατομική, αισθητή και φθαρτή ουσία (Κατηγορίαι 5, 2a11-14), η Μεταφυσική XII δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην τάξη των υπεραισθητών, αμετάβλητων και νοητών ουσιών. Οι αρχαίοι σχολιαστές, και ιδίως οι Νεοπλατωνικοί, απέδιδαν μεγάλη σημασία σε αυτή την έμφαση, επειδή βάσει αυτής αποδείκνυαν τη δυνατότητα συμφιλιώσεως του πλατωνισμού με τον αριστοτελισμό, θεωρώντας το νοητό καθόλου ανώτερο από το αισθητό καθ’ ἕκαστον.
Οι αρχαίοι υποστηρικτές της αυθεντικότητας των Κατηγοριών χρησιμοποιούσαν δύο κύρια επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν τη συμβατότητα των δύο κειμένων. Αφενός, χρησιμοποιώντας μια διάκριση που είχε διατυπώσει ο Αριστοτέλης³¹, λάμβαναν υπόψη δύο είδη προτεραιότητας: η ουσία για την οποία γίνεται λόγος στις Κατηγορίες είναι «πρώτη» σε σχέση με εμάς και κατά τη χρονική τάξη, ενώ η ουσία στην οποία αναφέρεται η Μεταφυσική XII είναι «πρώτη» κατά φύσιν.
Αφετέρου, υποστήριζαν ότι τα κείμενα κατέχουν διαφορετική θέση μέσα στο διδακτικό σχέδιο του συγγραφέα: οι Κατηγορίες θα αποτελούσαν ένα είδος εισαγωγής στη φιλοσοφία και θα εξέθεταν όσα είναι πρώτα σε σχέση με εμάς· η Μεταφυσική, αντιθέτως, θα απευθυνόταν σε ένα φιλοσοφικά ωριμότερο κοινό και θα υιοθετούσε την οπτική μιας γνώσεως θεμελιωμένης σε όσα είναι πρώτα καθ’ αὑτά.
Κατά τη νεότερη εποχή, από τον 19ο αιώνα και εξής, ορισμένοι μελετητές έθεσαν εκ νέου υπό αμφισβήτηση την αυθεντικότητα των Κατηγοριών, προβάλλοντας επιχειρήματα τα οποία ισχυρίζονταν ότι εντόπιζαν στο κείμενο ενδείξεις μεταγενέστερων συγγραφέων. Στον ορισμό των προς τι που παρουσιάζεται στο Κατηγορίαι 7, 8a31-32, για παράδειγμα, διέκριναν μια ιδιομορφία η οποία πρόδιδε την πατρότητα ενός μεταγενέστερου συγγραφέα επηρεασμένου από τον Χρύσιππο³²· παρόμοιος ορισμός, ωστόσο, απαντά στα Τοπικά VI 8, 146a3-4.
Μεταξύ των παραδειγμάτων της κατηγορίας του ποῦ, τα οποία παρουσιάζονται στο Κατηγορίαι 2a1-2, θεωρήθηκε ότι η αναφορά στο Λύκειο πρόδιδε την πατρότητα ενός ελληνιστικού συγγραφέα. Το ίδιο παράδειγμα, ωστόσο, απαντά στα Φυσικά IV 11, 219b21· επομένως, είτε πρέπει να υποστηριχθεί ότι και τα δύο κείμενα είναι απόκρυφα είτε μπορούν και τα δύο να αποδοθούν δικαιολογημένα στον Αριστοτέλη.
Για ακόμη μία φορά, όμως, κυρίως εξαιτίας της αντιθέσεως μεταξύ της διδασκαλίας περί ουσίας που παρουσιάζεται στις Κατηγορίες και εκείνης που εκτίθεται στη Μεταφυσική, το πρώτο από τα δύο έργα κρίθηκε ότι δεν είναι του Αριστοτέλη αλλά της σχολής του³⁴. Σε αντίθεση με τους αρχαίους σχολιαστές, οι οποίοι επικεντρώνονταν στις αποκλίσεις μεταξύ των Κατηγοριών και της Μεταφυσικής XII, οι νεότεροι κριτικοί έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή στις διδασκαλίες που παρουσιάζονται στη Μεταφυσική VII.
Εκεί «πρώτη ουσία» είναι η μορφή που προσδιορίζει τις σύνθετες και αισθητές ουσίες —πρβλ. Μεταφυσική VII 11, 1037a5-7· VII 17, 1041b7-9, 26-28—, ενώ για τα γένη δηλώνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσίες —πρβλ. Μεταφυσική VII 13, 1038b8 κ.ε.
Στη Μεταφυσική υπάρχουν πράγματι δύο είδη ουσιών που δικαιούνται τον τίτλο της «πρώτης ουσίας»: αφενός, η μορφή των συνθέτων, η οποία αποτελεί την προσδιοριστική αιτία του συνόλου και ταυτίζεται με την ουσία, δηλαδή με το αντικείμενο του ορισμού (Μεταφυσική VII)· αφετέρου, η χωριστή, υπεραισθητή μορφή (Μεταφυσική XII).
Και στις δύο περιπτώσεις, «πρώτη ουσία» είναι εκείνο που είναι στον ύψιστο βαθμό προσδιορισμένο και προσδιοριστικό. Η ίδια ελληνική λέξη εἶδος (eidos), η οποία στις Κατηγορίες δηλώνει το «είδος», στη Μεταφυσική προσλαμβάνει τη σημασία της «μορφής», νοούμενης ως αιτίας που προσδιορίζει και ως συστατικού στοιχείου του συνόλου.
Μολονότι αναγνώρισαν αυτή την ασυμφωνία, άλλοι μελετητές υποστήριξαν εντούτοις την αυθεντικότητα των Κατηγοριών, ισχυριζόμενοι ότι η διδασκαλία που περιέχεται σε αυτές δεν αντιτίθεται προς εκείνη του έβδομου βιβλίου της Μεταφυσικής.
Άλλοι πάλι υποστήριξαν μια εξέλιξη της αριστοτελικής αντιλήψεως περί ουσίας: από μια νεανική και αντιπλατωνική φάση —η οποία εκπροσωπείται από τις Κατηγορίες, όπου ο Αριστοτέλης, υπό την επίδραση του Σπευσίππου και παραμένοντας προσκολλημένος σε μια νομιναλιστική θέση, θα είχε αποδώσει την πρωτοκαθεδρία στο άτομο— προς μια ωριμότερη και περισσότερο πλατωνίζουσα φάση, η οποία εκπροσωπείται από τη Μεταφυσική VII, όπου, αυτή τη φορά υπό την επίδραση του Ξενοκράτη, θα είχε αποδώσει την πρωτοκαθεδρία στο εἶδος³⁶.
Ενώ το έργο μας αποδίδει προτεραιότητα στην ατομική, αισθητή και φθαρτή ουσία (Κατηγορίαι 5, 2a11-14), η Μεταφυσική XII δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην τάξη των υπεραισθητών, αμετάβλητων και νοητών ουσιών. Οι αρχαίοι σχολιαστές, και ιδίως οι Νεοπλατωνικοί, απέδιδαν μεγάλη σημασία σε αυτή την έμφαση, επειδή βάσει αυτής αποδείκνυαν τη δυνατότητα συμφιλιώσεως του πλατωνισμού με τον αριστοτελισμό, θεωρώντας το νοητό καθόλου ανώτερο από το αισθητό καθ’ ἕκαστον.
Οι αρχαίοι υποστηρικτές της αυθεντικότητας των Κατηγοριών χρησιμοποιούσαν δύο κύρια επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν τη συμβατότητα των δύο κειμένων. Αφενός, χρησιμοποιώντας μια διάκριση που είχε διατυπώσει ο Αριστοτέλης³¹, λάμβαναν υπόψη δύο είδη προτεραιότητας: η ουσία για την οποία γίνεται λόγος στις Κατηγορίες είναι «πρώτη» σε σχέση με εμάς και κατά τη χρονική τάξη, ενώ η ουσία στην οποία αναφέρεται η Μεταφυσική XII είναι «πρώτη» κατά φύσιν.
Αφετέρου, υποστήριζαν ότι τα κείμενα κατέχουν διαφορετική θέση μέσα στο διδακτικό σχέδιο του συγγραφέα: οι Κατηγορίες θα αποτελούσαν ένα είδος εισαγωγής στη φιλοσοφία και θα εξέθεταν όσα είναι πρώτα σε σχέση με εμάς· η Μεταφυσική, αντιθέτως, θα απευθυνόταν σε ένα φιλοσοφικά ωριμότερο κοινό και θα υιοθετούσε την οπτική μιας γνώσεως θεμελιωμένης σε όσα είναι πρώτα καθ’ αὑτά.
Κατά τη νεότερη εποχή, από τον 19ο αιώνα και εξής, ορισμένοι μελετητές έθεσαν εκ νέου υπό αμφισβήτηση την αυθεντικότητα των Κατηγοριών, προβάλλοντας επιχειρήματα τα οποία ισχυρίζονταν ότι εντόπιζαν στο κείμενο ενδείξεις μεταγενέστερων συγγραφέων. Στον ορισμό των προς τι που παρουσιάζεται στο Κατηγορίαι 7, 8a31-32, για παράδειγμα, διέκριναν μια ιδιομορφία η οποία πρόδιδε την πατρότητα ενός μεταγενέστερου συγγραφέα επηρεασμένου από τον Χρύσιππο³²· παρόμοιος ορισμός, ωστόσο, απαντά στα Τοπικά VI 8, 146a3-4.
Μεταξύ των παραδειγμάτων της κατηγορίας του ποῦ, τα οποία παρουσιάζονται στο Κατηγορίαι 2a1-2, θεωρήθηκε ότι η αναφορά στο Λύκειο πρόδιδε την πατρότητα ενός ελληνιστικού συγγραφέα. Το ίδιο παράδειγμα, ωστόσο, απαντά στα Φυσικά IV 11, 219b21· επομένως, είτε πρέπει να υποστηριχθεί ότι και τα δύο κείμενα είναι απόκρυφα είτε μπορούν και τα δύο να αποδοθούν δικαιολογημένα στον Αριστοτέλη.
Για ακόμη μία φορά, όμως, κυρίως εξαιτίας της αντιθέσεως μεταξύ της διδασκαλίας περί ουσίας που παρουσιάζεται στις Κατηγορίες και εκείνης που εκτίθεται στη Μεταφυσική, το πρώτο από τα δύο έργα κρίθηκε ότι δεν είναι του Αριστοτέλη αλλά της σχολής του³⁴. Σε αντίθεση με τους αρχαίους σχολιαστές, οι οποίοι επικεντρώνονταν στις αποκλίσεις μεταξύ των Κατηγοριών και της Μεταφυσικής XII, οι νεότεροι κριτικοί έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή στις διδασκαλίες που παρουσιάζονται στη Μεταφυσική VII.
Εκεί «πρώτη ουσία» είναι η μορφή που προσδιορίζει τις σύνθετες και αισθητές ουσίες —πρβλ. Μεταφυσική VII 11, 1037a5-7· VII 17, 1041b7-9, 26-28—, ενώ για τα γένη δηλώνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσίες —πρβλ. Μεταφυσική VII 13, 1038b8 κ.ε.
Στη Μεταφυσική υπάρχουν πράγματι δύο είδη ουσιών που δικαιούνται τον τίτλο της «πρώτης ουσίας»: αφενός, η μορφή των συνθέτων, η οποία αποτελεί την προσδιοριστική αιτία του συνόλου και ταυτίζεται με την ουσία, δηλαδή με το αντικείμενο του ορισμού (Μεταφυσική VII)· αφετέρου, η χωριστή, υπεραισθητή μορφή (Μεταφυσική XII).
Και στις δύο περιπτώσεις, «πρώτη ουσία» είναι εκείνο που είναι στον ύψιστο βαθμό προσδιορισμένο και προσδιοριστικό. Η ίδια ελληνική λέξη εἶδος (eidos), η οποία στις Κατηγορίες δηλώνει το «είδος», στη Μεταφυσική προσλαμβάνει τη σημασία της «μορφής», νοούμενης ως αιτίας που προσδιορίζει και ως συστατικού στοιχείου του συνόλου.
Μολονότι αναγνώρισαν αυτή την ασυμφωνία, άλλοι μελετητές υποστήριξαν εντούτοις την αυθεντικότητα των Κατηγοριών, ισχυριζόμενοι ότι η διδασκαλία που περιέχεται σε αυτές δεν αντιτίθεται προς εκείνη του έβδομου βιβλίου της Μεταφυσικής.
Άλλοι πάλι υποστήριξαν μια εξέλιξη της αριστοτελικής αντιλήψεως περί ουσίας: από μια νεανική και αντιπλατωνική φάση —η οποία εκπροσωπείται από τις Κατηγορίες, όπου ο Αριστοτέλης, υπό την επίδραση του Σπευσίππου και παραμένοντας προσκολλημένος σε μια νομιναλιστική θέση, θα είχε αποδώσει την πρωτοκαθεδρία στο άτομο— προς μια ωριμότερη και περισσότερο πλατωνίζουσα φάση, η οποία εκπροσωπείται από τη Μεταφυσική VII, όπου, αυτή τη φορά υπό την επίδραση του Ξενοκράτη, θα είχε αποδώσει την πρωτοκαθεδρία στο εἶδος³⁶.
Σημειώσεις:
25 Τα επιχειρήματα που παραθέτω βρίσκονται στα εξής έργα: Σιμπλίκιος, In Cat. 18,7-21· Φιλόπονος, In Cat. 12,34-13,5· Αμμώνιος, In Cat. 13,20-14,2· Δαβίδ, In Cat. 133,9-27· Ολυμπιόδωρος, In Cat. 22,38-24,20. Τα κείμενα αυτά αναλύονται στο L. M. de Rijk, «The Authenticity of Aristotle’s Categories», Mnemosyne 4 (1951), σσ. 129-159, ιδίως σσ. 129-139
26 Πρβλ. Δαβίδ, In Porph. Isag. 82,20 κ.ε.
27 Πρβλ. Δαβίδ, In Porph. Isag. 82,20 κ.ε.
28 Πρβλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 18,14
29 Πρβλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 18,9-14
30 Οι αποκλίσεις αυτές παρατίθενται και εξηγούνται στις μαρτυρίες του Ολυμπιοδώρου, In Cat. 22,38-24,9, και του κώδικα Urbinas 35, 33a30-b25
31 Πρβλ. Μεταφυσικά XII 11, 1018b30-37
32 C. Prantl, Geschichte der Logik im Abendlande, Fock, Λειψία, 1855-1867, τ. 1: Die Entwicklung der Logik im Altertum, σ. 90 και σημ. 5
33 Πρβλ. W. Jaeger, Aristoteles. Grundlinien einer Geschichte seiner Entwicklung, Weidmannsche Buchhandlung, Βερολίνο, 1923· ιταλ. μτφρ. Aristotele: prime linee di una storia della sua evoluzione spirituale, εγκεκριμένη μετάφραση του Guido Calogero, με προσθήκες και παράρτημα του συγγραφέα, La Nuova Italia, Φλωρεντία, 1935· πλέον με εισαγωγή του E. Berti, Sansoni, Μιλάνο, 2004
34 Πρβλ., για παράδειγμα, E. Dupréel, «Aristote et le traité des Catégories», Archiv für Geschichte der Philosophie 22 (1909), σσ. 230-251· A. M. de Vos, «“Eidos” als “Eerste Substantie” in de Metaphysica van Aristoteles», Tijdschrift voor Philosophie 4 (1942), σσ. 57-102· S. Mansion, «Bulletin de littérature aristotélique», Revue Néo-Scolastique de Philosophie 30 (1928), σ. 95· S. Mansion, «La première doctrine de la substance; la substance selon Aristote», Revue philosophique de Louvain 44 (1946), σσ. 349-369· S. Mansion, «La doctrine aristotélicienne de la substance et le traité des Catégories», στο E. W. Beth, H. J. Pos και J. H. A. Hollak (επιμ.), Proceedings of the Tenth International Congress of Philosophy, North-Holland, Άμστερνταμ, 1949, σσ. 1097-1100· C.-H. Chen, «Aristotle’s Concept of Primary Substance in Books Z and H of the Metaphysics», Phronesis 2 (1957), σσ. 46-59· R. Boehm, Das Grundlegende und das Wesentliche. Zu Aristoteles’ Abhandlung “Über das Sein und das Seiende” (Metaphysik Z), Nijhoff, Χάγη, 1965· A. R. Lacey, «Οὐσία and Form in Aristotle», Phronesis 10 (1965), σσ. 54-69· S. Mansion, «Notes sur la doctrine des Catégories dans les Topiques», στο G. E. L. Owen (επιμ.), Aristotle on Dialectic: The Topics, Clarendon Press, Οξφόρδη, 1968, σσ. 189-201· B. Dumoulin, «L’ousia dans les Catégories d’Aristote», στο P. Aubenque (επιμ.), Concepts et Catégories dans la pensée antique, Librairie philosophique J. Vrin, Παρίσι, 1980, σσ. 23-32
35 Πρβλ., για παράδειγμα, J. Husik, «The Authenticity of Aristotle’s Categories», The Journal of Philosophy 36 (1939), σσ. 427-431· W. D. Ross, «The Authenticity of Aristotle’s Categories», The Journal of Philosophy 36 (1939), σσ. 431-433· L. M. de Rijk, «The Authenticity of Aristotle’s Categories», Mnemosyne 4 (1951), σσ. 129-159· J. Owens, «Aristotle on Categories», The Review of Metaphysics 14 (1960-1961), σσ. 73-90· J. Lesher, «Aristotle on Form, Substance and Universals: A Dilemma», Phronesis 6 (1971), σσ. 169-178· G. Reale, «La polivocità della concezione aristotelica della sostanza», στο AA. VV., Scritti in onore di Carlo Giacon, Antenore, Πάδοβα, 1972, σσ. 17-40.
Ο Ross, Aristotele…, σ. 279, σημ. 30, υπέρ της αυθεντικότητας των Κατηγοριών, αποδίδει την υιοθέτηση του ξηρού δογματικού ύφους του έργου —το οποίο, κατά τη γνώμη του, απαντά και σε άλλα έργα του Οργάνου, όπως το Περὶ ἑρμηνείας και τα Ἀναλυτικὰ πρότερα— στο γεγονός ότι «η λογική, σύμφωνα με την αντίληψη του Αριστοτέλη, αποτελεί προκαταρκτική μελέτη για την επιστήμη και τη φιλοσοφία. Τα βιβλία που απευθύνονται σε λιγότερο προχωρημένους μαθητές έχουν φυσικά περισσότερο δογματικό τόνο»
36 Πρβλ. H. J. Krämer, «Aristoteles und die akademische Eidoslehre», Archiv für Geschichte der Philosophie 55 (1973), σσ. 119-190. Υπέρ μιας εξελίξεως μεταξύ των Κατηγοριών και της Μεταφυσικής VII, η οποία όμως χαρακτηρίζεται λιγότερο έντονα από φιλοσοφική άποψη, τάσσονται επίσης: M. Frede, «Substance in Aristotle’s Metaphysics», στο A. Gotthelf (επιμ.), Aristotle on Nature and Living Things. Philosophical and Historical Studies, Mathesis Publications Inc. και Bristol Classical Press, Pittsburgh–Bristol, 1985, σσ. 17-26· G. Brakas, Aristotle’s Concept of the Universal (Studien und Materialien zur Geschichte der Philosophie, 26), Hildesheim–Zürich–Νέα Υόρκη, 1988· E. Berti, Profilo di Aristotele, Edizioni Studium, Ρώμη, 1979, σ. 74· M. Frede, Essays in Ancient Philosophy, Clarendon Press, Οξφόρδη, 1987, σσ. 25-28· D. A. Graham, Aristotle’s Two Systems, Clarendon Press, Οξφόρδη, 1987, σσ. 20-56· M. Furth, Substance, Form and Psyche: An Aristotelian Metaphysics, Cambridge University Press, Cambridge, 1988, σσ. 9-66, 185, 227-267· M. L. Gill, Aristotle on Substance: The Paradox of Unity, Princeton University Press, Princeton, 1989, σσ. 27-32· F. A. Lewis, Substance and Predication in Aristotle, Cambridge University Press, Cambridge, 1991, σσ. 3-84· Th. Scaltsas, Substances and Universals in Aristotle’s Metaphysics, Cornell University Press, Ithaca, 1994, σσ. 126-129, 148-223· Ch. Pietsch, Prinzipienfindung bei Aristoteles. Methoden und erkenntnistheoretische Grundlagen, Teubner, Στουτγάρδη, 1992, σ. 45· L. Spellman, Substance and Separation in Aristotle, Cambridge University Press, Cambridge, 1995, σσ. 40-62· C. H. Chen, «Aristotle’s Theory of Substance in the Categoriae as the Link between the Socratic-Platonic Dialectic and His Own Theory of Substance in Books “Z” and “H” of the Metaphysics», στο Atti del XII Congresso Internazionale di Filosofia, Sansoni, Φλωρεντία, 1960, σσ. 35-40· R. M. Dancy, «On Some of Aristotle’s First Thoughts about Substance», Philosophical Review 84 (1975), σσ. 338-373· R. M. Dancy, «On Some of Aristotle’s Second Thoughts about Substance: Matter», Philosophical Review 87 (1978), σσ. 372-413· E. D. Harter, «Aristotle on Primary ΟΥΣΙΑ», Archiv für Geschichte der Philosophie 57 (1975), σσ. 1-20· J. A. Driscoll, «“Eide” in Aristotle’s Earlier and Later Theories of Substance», στο D. J. O’Meara (επιμ.), Studies in Aristotle, Catholic University of America Press, Ουάσινγκτον, D.C., 1981, σσ. 129-159· D. J. Devereux, «The Primacy of OUSIA: Aristotle’s Debt to Plato», στο D. J. O’Meara (επιμ.), Platonic Investigations, Catholic University of America Press, Ουάσινγκτον, D.C., 1985, σσ. 219-246· D. J. Devereux, «Inherence and Primary Substance in Aristotle’s Categories», Ancient Philosophy 12 (1992), σσ. 113-131
26 Πρβλ. Δαβίδ, In Porph. Isag. 82,20 κ.ε.
27 Πρβλ. Δαβίδ, In Porph. Isag. 82,20 κ.ε.
28 Πρβλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 18,14
29 Πρβλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 18,9-14
30 Οι αποκλίσεις αυτές παρατίθενται και εξηγούνται στις μαρτυρίες του Ολυμπιοδώρου, In Cat. 22,38-24,9, και του κώδικα Urbinas 35, 33a30-b25
31 Πρβλ. Μεταφυσικά XII 11, 1018b30-37
32 C. Prantl, Geschichte der Logik im Abendlande, Fock, Λειψία, 1855-1867, τ. 1: Die Entwicklung der Logik im Altertum, σ. 90 και σημ. 5
33 Πρβλ. W. Jaeger, Aristoteles. Grundlinien einer Geschichte seiner Entwicklung, Weidmannsche Buchhandlung, Βερολίνο, 1923· ιταλ. μτφρ. Aristotele: prime linee di una storia della sua evoluzione spirituale, εγκεκριμένη μετάφραση του Guido Calogero, με προσθήκες και παράρτημα του συγγραφέα, La Nuova Italia, Φλωρεντία, 1935· πλέον με εισαγωγή του E. Berti, Sansoni, Μιλάνο, 2004
34 Πρβλ., για παράδειγμα, E. Dupréel, «Aristote et le traité des Catégories», Archiv für Geschichte der Philosophie 22 (1909), σσ. 230-251· A. M. de Vos, «“Eidos” als “Eerste Substantie” in de Metaphysica van Aristoteles», Tijdschrift voor Philosophie 4 (1942), σσ. 57-102· S. Mansion, «Bulletin de littérature aristotélique», Revue Néo-Scolastique de Philosophie 30 (1928), σ. 95· S. Mansion, «La première doctrine de la substance; la substance selon Aristote», Revue philosophique de Louvain 44 (1946), σσ. 349-369· S. Mansion, «La doctrine aristotélicienne de la substance et le traité des Catégories», στο E. W. Beth, H. J. Pos και J. H. A. Hollak (επιμ.), Proceedings of the Tenth International Congress of Philosophy, North-Holland, Άμστερνταμ, 1949, σσ. 1097-1100· C.-H. Chen, «Aristotle’s Concept of Primary Substance in Books Z and H of the Metaphysics», Phronesis 2 (1957), σσ. 46-59· R. Boehm, Das Grundlegende und das Wesentliche. Zu Aristoteles’ Abhandlung “Über das Sein und das Seiende” (Metaphysik Z), Nijhoff, Χάγη, 1965· A. R. Lacey, «Οὐσία and Form in Aristotle», Phronesis 10 (1965), σσ. 54-69· S. Mansion, «Notes sur la doctrine des Catégories dans les Topiques», στο G. E. L. Owen (επιμ.), Aristotle on Dialectic: The Topics, Clarendon Press, Οξφόρδη, 1968, σσ. 189-201· B. Dumoulin, «L’ousia dans les Catégories d’Aristote», στο P. Aubenque (επιμ.), Concepts et Catégories dans la pensée antique, Librairie philosophique J. Vrin, Παρίσι, 1980, σσ. 23-32
35 Πρβλ., για παράδειγμα, J. Husik, «The Authenticity of Aristotle’s Categories», The Journal of Philosophy 36 (1939), σσ. 427-431· W. D. Ross, «The Authenticity of Aristotle’s Categories», The Journal of Philosophy 36 (1939), σσ. 431-433· L. M. de Rijk, «The Authenticity of Aristotle’s Categories», Mnemosyne 4 (1951), σσ. 129-159· J. Owens, «Aristotle on Categories», The Review of Metaphysics 14 (1960-1961), σσ. 73-90· J. Lesher, «Aristotle on Form, Substance and Universals: A Dilemma», Phronesis 6 (1971), σσ. 169-178· G. Reale, «La polivocità della concezione aristotelica della sostanza», στο AA. VV., Scritti in onore di Carlo Giacon, Antenore, Πάδοβα, 1972, σσ. 17-40.
Ο Ross, Aristotele…, σ. 279, σημ. 30, υπέρ της αυθεντικότητας των Κατηγοριών, αποδίδει την υιοθέτηση του ξηρού δογματικού ύφους του έργου —το οποίο, κατά τη γνώμη του, απαντά και σε άλλα έργα του Οργάνου, όπως το Περὶ ἑρμηνείας και τα Ἀναλυτικὰ πρότερα— στο γεγονός ότι «η λογική, σύμφωνα με την αντίληψη του Αριστοτέλη, αποτελεί προκαταρκτική μελέτη για την επιστήμη και τη φιλοσοφία. Τα βιβλία που απευθύνονται σε λιγότερο προχωρημένους μαθητές έχουν φυσικά περισσότερο δογματικό τόνο»
36 Πρβλ. H. J. Krämer, «Aristoteles und die akademische Eidoslehre», Archiv für Geschichte der Philosophie 55 (1973), σσ. 119-190. Υπέρ μιας εξελίξεως μεταξύ των Κατηγοριών και της Μεταφυσικής VII, η οποία όμως χαρακτηρίζεται λιγότερο έντονα από φιλοσοφική άποψη, τάσσονται επίσης: M. Frede, «Substance in Aristotle’s Metaphysics», στο A. Gotthelf (επιμ.), Aristotle on Nature and Living Things. Philosophical and Historical Studies, Mathesis Publications Inc. και Bristol Classical Press, Pittsburgh–Bristol, 1985, σσ. 17-26· G. Brakas, Aristotle’s Concept of the Universal (Studien und Materialien zur Geschichte der Philosophie, 26), Hildesheim–Zürich–Νέα Υόρκη, 1988· E. Berti, Profilo di Aristotele, Edizioni Studium, Ρώμη, 1979, σ. 74· M. Frede, Essays in Ancient Philosophy, Clarendon Press, Οξφόρδη, 1987, σσ. 25-28· D. A. Graham, Aristotle’s Two Systems, Clarendon Press, Οξφόρδη, 1987, σσ. 20-56· M. Furth, Substance, Form and Psyche: An Aristotelian Metaphysics, Cambridge University Press, Cambridge, 1988, σσ. 9-66, 185, 227-267· M. L. Gill, Aristotle on Substance: The Paradox of Unity, Princeton University Press, Princeton, 1989, σσ. 27-32· F. A. Lewis, Substance and Predication in Aristotle, Cambridge University Press, Cambridge, 1991, σσ. 3-84· Th. Scaltsas, Substances and Universals in Aristotle’s Metaphysics, Cornell University Press, Ithaca, 1994, σσ. 126-129, 148-223· Ch. Pietsch, Prinzipienfindung bei Aristoteles. Methoden und erkenntnistheoretische Grundlagen, Teubner, Στουτγάρδη, 1992, σ. 45· L. Spellman, Substance and Separation in Aristotle, Cambridge University Press, Cambridge, 1995, σσ. 40-62· C. H. Chen, «Aristotle’s Theory of Substance in the Categoriae as the Link between the Socratic-Platonic Dialectic and His Own Theory of Substance in Books “Z” and “H” of the Metaphysics», στο Atti del XII Congresso Internazionale di Filosofia, Sansoni, Φλωρεντία, 1960, σσ. 35-40· R. M. Dancy, «On Some of Aristotle’s First Thoughts about Substance», Philosophical Review 84 (1975), σσ. 338-373· R. M. Dancy, «On Some of Aristotle’s Second Thoughts about Substance: Matter», Philosophical Review 87 (1978), σσ. 372-413· E. D. Harter, «Aristotle on Primary ΟΥΣΙΑ», Archiv für Geschichte der Philosophie 57 (1975), σσ. 1-20· J. A. Driscoll, «“Eide” in Aristotle’s Earlier and Later Theories of Substance», στο D. J. O’Meara (επιμ.), Studies in Aristotle, Catholic University of America Press, Ουάσινγκτον, D.C., 1981, σσ. 129-159· D. J. Devereux, «The Primacy of OUSIA: Aristotle’s Debt to Plato», στο D. J. O’Meara (επιμ.), Platonic Investigations, Catholic University of America Press, Ουάσινγκτον, D.C., 1985, σσ. 219-246· D. J. Devereux, «Inherence and Primary Substance in Aristotle’s Categories», Ancient Philosophy 12 (1992), σσ. 113-131
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου