Συνέχεια από Παρασκευή 16. Ιανουρίου 2026
Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel 4
Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική
Του Roberto Mοrani, Εκδόσεις Orthotes, 2019
Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική
Του Roberto Mοrani, Εκδόσεις Orthotes, 2019
ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
3. Το πνεύμα είναι χρόνος
Είδαμε τα όρια του φυσικού χρόνου και τους λόγους του χωρικού χαρακτήρα της φύσης. Τώρα πρέπει να εξεταστεί ποια έννοια μετατοπίζει την πραγμάτευση του χρόνου από τη φιλοσοφία της φύσης (Naturphilosophie) στη φιλοσοφία του πνεύματος (Geistesphilosophie), καθιστά δυνατή την ταυτότητα πνεύματος και χρόνου και επιτρέπει τη χρήση της έκφρασης Zeit στον ενικό, χωρίς να προδίδει την πολυσημία του χρόνου.
Η αιωνιότητα (Ewigkeit) είναι η έννοια που διαρρηγνύει το συστηματικό πλαίσιο της πραγμάτευσης του χρόνου: η αιωνιότητα, ως απόλυτη αχρονία (absolute Zeitlosigkeit), είναι χωρίς τον φυσικό χρόνο [ohne die natürliche Zeit] (Enz., §258Z). Η περιοχή της φύσης —όπου ο χρόνος είναι τώρα (Jetzt), όπου η χρονική διαδοχή (Zeitfolge) είναι μια αδιάκοπη πορεία προς τα εμπρός που δεν επιστρέφει στον εαυτό της— υπερβαίνεται από την Ewigkeit, η οποία, μολονότι είναι χωρίς τον φυσικό χρόνο, δεν πρέπει να νοηθεί αρνητικά ως αφαίρεση από τον χρόνο, σαν να μπορούσε να υπάρχει έξω από τον χρόνο, ούτε να ταυτιστεί με κάποια από τις διαστάσεις του: ούτε με το παρελθόν ούτε με το μέλλον, σαν να ερχόταν μετά τον χρόνο, ούτε με το απλό πεπερασμένο παρόν, αποσπασμένο από το γίγνεσθαι:
«Το απλό πεπερασμένο παρόν διακρίνεται από το αιώνιο κατά το ότι εκείνο υφίσταται ως τώρα και, γι’ αυτό, οι αφηρημένες στιγμές του, ως παρελθόν και μέλλον, διακρίνονται από αυτό ως από τη συγκεκριμένη ενότητα· η αιωνιότητα, ωστόσο, ως έννοια, περιέχει αυτές τις στιγμές μέσα στην ίδια και, επομένως, η συγκεκριμένη ενότητά της δεν είναι το τώρα, διότι αυτή είναι η γαλήνια ταυτότητα, το συγκεκριμένο Είναι ως καθολικό Είναι, και όχι εκείνο που, ως γίγνεσθαι, εξαφανίζεται στο μηδέν» (Enz. A, §202).
Ενώ το Είναι του πεπερασμένου παρόντος αποτελεί αφαίρεση από το γίγνεσθαι, το αιώνιο παρόν είναι «η στιγμή χωρίς πριν και μετά [ohne Vor und Nach]» (Enz., §247Z). Η αιωνιότητα είναι απόλυτο παρόν (absolute Gegenwart) χωρίς πριν (Vor) και μετά (Nach), επειδή δεν είναι το απλό πεπερασμένο παρόν, δηλαδή μία διάσταση της χρονικής διαδοχής (Zeitfolge), αλλά εκείνο το συγκεκριμένο παρόν [konkrete Gegenwart] που είναι το αληθινό παρόν [die wahrhafte Gegenwart] (Enz., §259Z): «Η αιωνιότητα δεν θα είναι ούτε ήταν, αλλά είναι» (Enz., §258Z).
Όπως βλέπουμε, η σκηνή του παρόντος χάνει την απλώς θετική σημασία που κατείχε στην περιοχή της ανόργανης φύσης. Όχι με τη θεωρησιακή έννοια, αλλά «με τη θετική έννοια μπορεί, επομένως, να ειπωθεί για τον χρόνο: μόνο το παρόν είναι, το πριν [Vor] και το μετά [Nach] δεν είναι» (Enz., §259Z). Εγκαταλείποντας το έδαφος της θετικής θεώρησης, αναδεικνύεται ότι «το παρόν δεν είναι πλέον, ακόμη λιγότερο από το μέλλον και το παρελθόν» (JSE III, 13).
Η αιωνιότητα είναι «σκέψη του χρόνου» [Gedanke der Zeit] (JSE III, 287), ο χρόνος συλληφθείς μέσα στην έννοιά του· είναι ένα απόλυτο παρόν που περιέχει μέσα του τις διαστάσεις του χρόνου, ανηρημένες ως προς τη σειριακή τους διάταξη: «εκείνο που είναι απολύτως παρόν ή αιώνιο είναι ο ίδιος ο χρόνος, ως ενότητα παρόντος, μέλλοντος και παρελθόντος» (JSE III, 13).
Η αιωνιότητα είναι χωρίς τον φυσικό χρόνο, καθόσον αποτελεί την έννοια του χρόνου: «ο ίδιος ο χρόνος μέσα στην έννοιά του είναι αιώνιος· διότι ο χρόνος, όχι κάποιος χρόνος ούτε κάποιο τώρα [Jetzt], αλλά ο χρόνος ως χρόνος, είναι η έννοιά του» (Enz., §258Z). Η αιωνιότητα είναι η έννοια του χρόνου, με την έννοια ότι αποτελεί την εννοιακή δομή του, την αρχή του χρόνου.
Κατά τον Hegel, η έννοια του χρόνου [Begriff der Zeit], ο χρόνος ως τέτοιος [Zeit als Zeit], δεν είναι χρονικός αλλά αιώνιος· περιέχει μια αρχή βαθύτερη τόσο από τον απλό φυσικό χρόνο ως απόλυτο γίγνεσθαι όσο και από τη διαδοχή των στιγμών, η οποία καθίσταται δυνατή μέσω της εποπτείας του ζωικού οργανισμού και του πνεύματος (Zeitfolge).
Το απόσπασμα που παρατέθηκε λέει και κάτι ακόμη: η έννοια του χρόνου είναι αιώνια, καθόσον δεν είναι ένα πεπερασμένο παρόν ούτε κάποιος ορισμένος χρόνος (irgendeine Zeit) και, επομένως, δεν συγκαταλέγεται στις πολύσημες μορφές του χρόνου της φύσης και του πνεύματος.
Ο Hegel μιλά για τον χρόνο στον ενικό ακριβώς ως έννοια· μια έννοια που δεν είναι το αφηρημένο καθολικό, μια αφαίρεση από τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους ο χρόνος παρουσιάζεται στη φύση και στο πνεύμα, ένα προϊόν της διάνοιας που προκύπτει μέσω της εξάλειψης των διαφορών, αλλά το συγκεκριμένο καθολικό, η ταυτότητα του χρόνου και της έννοιας, η εννοιακή δομή του χρόνου, την οποία πραγματώνουν σε διαφορετικά επίπεδα οι συγκεκριμένοι τρόποι της φύσης και του πνεύματος.
Η αιωνιότητα, κατά τον Hegel, κάθε άλλο παρά ασυμβίβαστη είναι με τη διαδικασία και την κίνηση· η διάρκεια αντιπαρατίθεται στην αιωνιότητα ακριβώς επειδή, με την απουσία διαδικασίας που τη χαρακτηρίζει, αντιπροσωπεύει μια ουσιοκρατικού τύπου υπέρβαση του χρόνου ως διαδοχής.
Η αιωνιότητα είναι η αληθινή άρση (Aufhebung) του χρόνου ως μορφής της εξωτερικότητας, του φυσικού χρόνου, επειδή εγκαθιδρύει μια μορφή κίνησης η οποία δεν αρθρώνεται σύμφωνα με τη διαφορά των χρονικών διαστάσεων, αλλά συστέλλει αυτές τις διαστάσεις στην ενότητα του αιώνιου παρόντος18.
Η διάρκεια είναι εκείνη η κακή υπέρβαση του χρόνου που ισχύει στην περιοχή των πεπερασμένων πραγμάτων, στα οποία η αρνητικότητα διαμορφώνεται ως γίγνεσθαι-άλλο από τον εαυτό τους. Τα πεπερασμένα πράγματα είναι ανεπαρκή ως προς την αρνητικότητα, επειδή γι’ αυτά το γίγνεσθαι είναι μια απώλεια του εαυτού, μια άσκοπη περιπλάνηση· σταματούν στην καταστροφική όψη της αρνητικό
τητας —η οποία αποτελεί την «καθολική ουσία» τους— και δεν πραγματώνουν την καθαρή αρνητικότητα, της οποίας ο σκοπός είναι ο Εαυτός και όχι το άλλο από τον εαυτό¹⁹.
Η αρνητικότητα του πεπερασμένου είναι εκείνη που εξετάσαμε σε σχέση με την αρνητικότητα του τώρα στην ανόργανη φύση: «ο χρόνος είναι συνεχής εξίσου με τον χώρο, διότι είναι η αφηρημένη αρνητικότητα που αναφέρεται στον εαυτό της, και μέσα σε αυτή την αφαίρεση δεν υπάρχει ακόμη καμία πραγματική διάκριση» (Enz. A, §201A)²⁰.
Ο Hegel συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος ο χρόνος είναι αιώνιος, επειδή δεν ταυτίζεται ούτε με το πεπερασμένο παρόν, τον χρόνο της ανόργανης φύσης, ούτε με κάποιον ορισμένο χρόνο (irgendeine Zeit), δηλαδή με τις μορφές του χρόνου της φύσης και του πνεύματος, αλλά ο χρόνος ως χρόνος είναι η έννοιά του. Επομένως, ο χρόνος είναι αιώνιος, καθόσον είναι η έννοια του χρόνου. Κατόπιν ο Hegel προσθέτει:
«Αυτό [η έννοια του χρόνου ως Zeit als Zeit], ωστόσο, μέσα στην ταυτότητά του με τον εαυτό του, ως Εγώ = Εγώ, είναι καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό η απόλυτη αρνητικότητα και ελευθερία· ο χρόνος, επομένως, δεν αποτελεί τη δύναμή του, ούτε η έννοια βρίσκεται μέσα στον χρόνο, ούτε είναι κάτι χρονικό, αλλά είναι μάλλον η δύναμη του χρόνου, καθόσον αυτός είναι μόνον αυτή η αρνητικότητα ως εξωτερικότητα» (Enz. A, §201A)²¹.
Η έννοια του χρόνου είναι μια ταυτότητα με τον εαυτό, η οποία χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αρνητικότητα, δηλαδή από την καθαρή αρνητικότητα, και από την ελευθερία. Ο Hegel έχει ήδη ορίσει τον χρόνο ως την ίδια αρχή —αλλά μόνο μέσα στην πλήρη εξωτερικότητα και αφαίρεσή της— με το Εγώ = Εγώ της καθαρής αυτοσυνείδησης· αντιθέτως, ο χρόνος ως τέτοιος, η αιωνιότητα, υπερβαίνοντας τα όρια του φυσικού χρόνου, είναι το ίδιο το Εγώ = Εγώ.
Ενώ στην ανόργανη φύση, όπου ο χρόνος είναι Jetzt, η αρνητικότητα διαμορφώνεται ως die abstrakte sich auf sich beziehende Negativität (η αφηρημένη αρνητικότητα, η οποία αναφέρεται στον εαυτό της), η αιωνιότητα, ο χρόνος ως τέτοιος, εκδηλώνεται ως απόλυτη αρνητικότητα. Ο Hegel, στο απόσπασμα που παρατέθηκε, αναφέρεται στο πνεύμα, σε έναν τύπο διαδικαστικότητας του πνεύματος που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και την απόλυτη αρνητικότητα.
Η ταυτότητα με τον εαυτό ως απόλυτη αρνητικότητα είναι πράγματι ένας ειδικός προσδιορισμός του πνεύματος: «η ουσία του πνεύματος είναι, επομένως, από τυπική άποψη, η ελευθερία, η απόλυτη αρνητικότητα της έννοιας ως ταυτότητα με τον εαυτό» (Enz., §382).
Ο Hegel προσθέτει ότι το πνεύμα μπορεί να αφαιρείται από κάθε εξωτερικό πράγμα, ακόμη και από τη δική του εξωτερικότητα, και μπορεί να διατηρείται καταφατικό μέσα σε αυτή την αρνητικότητα και να είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του. Η απόλυτη αρνητικότητα δηλώνει την οντολογική δυνατότητα του πνεύματος να θέτει και να υπερβαίνει κάθε βαθμίδα του, να βρίσκεται πέρα από όλους τους προσδιορισμούς που συγκροτούν το συγκεκριμένο Είναι του, επειδή δεν ταυτίζεται με κανέναν από αυτούς.
Ο Hegel υπαινίσσεται την ιδεατή και όχι χρονολογική, εννοιακή και όχι γραμμική διαδικασία της αυτοπαραγωγής του πνεύματος μέσα στην έννοιά του ως ολότητα: τη διαδικασία, η οποία περιγράφεται στη Geistesphilosophie (Φιλοσοφία του πνεύματος), που εκκινεί από την πλέον αφηρημένη σφαίρα του πνεύματος, την Seele (ψυχή), και οδηγεί στο απόλυτο πνεύμα. Προτού εμφανιστεί στον ειδικό χρόνο των σφαιρών και των στιγμών του, το πνεύμα είναι αυτή η αιώνια και τελεολογικά προσανατολισμένη διαδικασία:
«Στο πνεύμα, κάθε προσδιορισμός μέσα στον οποίο εμφανίζεται το πνεύμα αποτελεί στιγμή της ανάπτυξης· και, μέσα στον περαιτέρω προσδιορισμό, αποτελεί μια περαιτέρω πρόοδο προς τον σκοπό του, να κατασκευάσει και να καταστεί δι’ εαυτό εκείνο που είναι καθ’ εαυτό. [...] Στη φιλοσοφική θεώρηση του πνεύματος ως τέτοιου, το ίδιο το πνεύμα εξετάζεται σαν να διαμορφώνεται και να καλλιεργείται μέσα στην έννοιά του· και οι εκδηλώσεις του θεωρούνται ως οι στιγμές της αυτοπαραγωγής του, της συνένωσής του με τον εαυτό του» (Enz., §387A).
Σημειώσεις:
18 Ήδη στη Differenzschrift ο Hegel υποστηρίζει ότι «η αληθινή άρση του χρόνου είναι το άχρονο παρόν, δηλαδή η αιωνιότητα» [das wahre Aufheben der Zeit ist zeitlose Gegenwart, d. i. Ewigkeit] (Diff., 47). Σε αντίθεση με την αιωνιότητα, η απεριόριστη διάρκεια του άπειρου χρόνου (perennitas) αντιπροσωπεύει μια αδιάκοπη ποσοτική πρόσθεση χρόνου, η οποία δεν συνιστά αυθεντική υπέρβαση της χρονικότητας (Zeitlichkeit), αλλά δηλώνει απλώς την απουσία της διαδικαστικότητας που χαρακτηρίζει το πεπερασμένο ως τέτοιο· πρβλ. Enz., §247Z. Απέναντι σε αυτή την αδυναμία της αρνητικότητας, ο Hegel υποστηρίζει την ανωτερότητα του φθαρτού έναντι της απλής παραμονής μέσα στον χρόνο της ανόργανης φύσης: «Εδώ πρέπει να απορριφθεί η προκατάληψη σύμφωνα με την οποία η διάρκεια, συγκρινόμενη με την εξαφάνιση, θα ήταν κάτι κατά πολύ ανώτερο: τα άφθαρτα βουνά δεν είναι ανώτερα από το ρόδο που γρήγορα φυλλορροεί, καθώς η ζωή του σβήνει» (VPG, 273).
Η αξιολόγηση της φθαρτότητας και της διάρκειας αντιστρέφεται, όταν εξετάζουμε το πνεύμα και όχι την ανόργανη φύση. Η πνευματική διάρκεια είναι ανώτερη από τη φθαρτότητα, επειδή συνεπάγεται την ανύψωση του αισθητού στη σφαίρα της παράστασης· πρβλ. Enz., §452Z. Αναφορικά με την πρώτη μορφή της ιστοριογραφίας, ο Hegel παρατηρεί ότι οι πρωταρχικοί ιστορικοί «μετέφρασαν όσα είχαν συμβεί —τα γεγονότα, τα συμβάντα, την κατάσταση που είχαν μπροστά στα μάτια τους— στο βασίλειο της πνευματικής παράστασης. Χάρη στο έργο τους, η παρελθούσα πραγματικότητα, εκείνη που ζει μέσα στη μνήμη, αποκτά αθάνατη πραγματικότητα. Συνδέουν όσα παρέρχονται φευγαλέα και τα εναποθέτουν στο βασίλειο της Μνημοσύνης» (VG, 4· 193).
Και στην περίπτωση της τέχνης, ο Hegel υποστηρίζει ότι «εκείνο που στη φύση εξαφανίζεται πολύ γρήγορα, η τέχνη το καθιστά διαρκές· ένα φευγαλέο χαμόγελο, μια γρήγορη σαρκαστική σύσπαση του στόματος, ένα βλέμμα, μια στιγμιαία λάμψη, πνευματικά γνωρίσματα της ανθρώπινης ζωής, συμβάντα που έρχονται και παρέρχονται, που υπάρχουν και αμέσως λησμονούνται: όλα αυτά η τέχνη τα αποσπά από τη στιγμιαία ύπαρξη, υπερβαίνοντας και από αυτή την άποψη τη φύση» (VÄ I, 216· 186–187).
19 Σχετικά με τη σχέση μεταξύ της αρνητικότητας και των πεπερασμένων πραγμάτων, ο Franco Chiereghin γράφει ότι «στη φύση, δηλαδή στο βασίλειο της περατότητας, ο χρόνος είναι αυτή η δύναμη που γεννά και καταστρέφει τα πάντα: ωθεί έξω από τον εαυτό του κάθε πράγμα το οποίο, έχοντας το πέρας του σε κάτι άλλο από τον εαυτό του, διαθέτει την αρνητικότητά του μόνο σε σχέση με αυτό το άλλο και, γι’ αυτό, ωθείται να αναιρεθεί μέσα σε αυτό» (F. CHIEREGHIN, «Tempo e storia in Hegel», στο Verifiche, XXIII [1994], σ. 17–56, εδώ σ. 32). Για τη διάκριση μεταξύ της καθαρής αρνητικότητας και της αρνητικότητας του πεπερασμένου, πρβλ. L. RUGGIU, «Tempo e concetto in Hegel», στο Filosofia del tempo, επιμ. L. Ruggiu, Bruno Mondadori, Μιλάνο 1998, σ. 145–161, ιδίως σ. 155–157.
20 Χρησιμοποιώ το κείμενο της πρώτης έκδοσης της Εγκυκλοπαίδειας, και ειδικότερα την παρατήρηση στο §201, επειδή από το αντίστοιχο §258 των βερολινέζικων εκδόσεων απουσιάζει ένα αποφασιστικό απόσπασμα, το οποίο επανεμφανίζεται, απομονωμένο όμως από τα συμφραζόμενά του, μόνο στην προσθήκη αυτού του παραγράφου.
21 «Ο ίδιος ο χρόνος είναι αιώνιος, διότι αυτός —όχι κάποιος χρόνος ούτε κάποιο τώρα, αλλά ο χρόνος ως χρόνος— είναι η έννοιά του. Αυτή όμως, μέσα στην ταυτότητά της με τον εαυτό της, ως Εγώ = Εγώ, είναι καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν η απόλυτη αρνητικότητα και ελευθερία» [Die Zeit selbst ist ewig, denn sie, nicht irgendeine Zeit, noch Jetzt, sondern die Zeit als Zeit ist ihr Begriff. Dieser aber, in seiner Identität mit sich, Ich–Ich, ist an und für sich die absolute Negativität und Freiheit] (Enz. A, §201A). Στη δεύτερη και στην τρίτη έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας, επειδή παραλείπεται το πρώτο μέρος του αποσπάσματος, φαίνεται ότι ο Hegel μιλά για την έννοια γενικά, ενώ η αναφορά, όπως γίνεται φανερό στην έκδοση του 1817, είναι στην έννοια του χρόνου, στον χρόνο ως τέτοιον.
22 Η ικανότητα να βρίσκεται κανείς σε σχέση με το μη Είναι αναδείχθηκε από τον H. Marcuse σε συνάρτηση με τον μετασχηματισμό που επιφέρει ο Hegel στην αριστοτελική έννοια της ουσίας. Σε ένα απόσπασμα που δικαίως έχει καταστεί περίφημο, μολονότι το παράδειγμα που επιλέγεται είναι συζητήσιμο, επειδή δεν αποδίδει την οντολογική διαφορά μεταξύ πνεύματος και φύσης, ο Marcuse γράφει:
«Αυτό το φυτό υπάρχει τώρα ως σπέρμα, τώρα ως άνθος, τώρα ως καρπός. Αλλά δεν είναι ούτε σπέρμα ούτε άνθος ούτε καρπός· δεν είναι τέτοιο ούτε όταν υπάρχει άμεσα ως σπέρμα, άνθος ή καρπός, ούτε είναι όλα αυτά μαζί. Σε ολόκληρη τη διάσταση του άμεσα υφιστάμενου παρόντος —αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε μέχρι τώρα— το Είναι αυτού του όντος δεν βρίσκεται παρά μόνο ως η “αρνητική ολότητα” όλων των στιγμιαίων άμεσων προσδιορισμών: το φυτό είναι ακριβώς αυτό, το να μην είναι σπέρμα, άνθος ή καρπός· εντούτοις, μέσα σε εκείνο που δεν είναι, να συσχετίζει αυτό το “μη” με τον ίδιο του τον εαυτό.
Το σπέρμα γίνεται άνθος, το άνθος γίνεται καρπός· σε όλα αυτά το φυτό υπάρχει ως κάτι που παραμένει· μάλιστα, μόνο μέσα σε αυτή τη διαδικασία γίνεται για πρώτη φορά φυτό. Για να μπορεί όμως να είναι παρόν μέσα σε όλους αυτούς τους προσδιορισμούς, για να μπορεί να είναι φυτό ως σπέρμα, άνθος και καρπός, το φυτό πρέπει αναγκαστικά να έχει ήδη υπάρξει [gewesen] πριν από όλους αυτούς τους προσδιορισμούς. Ήδη το σπέρμα είναι το φυτό! Δεν γεννιέται το φυτό από το σπέρμα, αλλά μόνο το άνθος και κατόπιν ο καρπός. Το Είναι του φυτού είναι, επομένως, ουσία [Wesen]: κατά πρώτον, δεν μπορεί να οριστεί παρά μόνο ως “εκείνο που το Είναι ήταν ήδη πάντοτε”, τὸ τί ἦν εἶναι» (H. MARCUSE, Hegels Ontologie und die Theorie der Geschichtlichkeit [1932], Suhrkamp, Frankfurt am Main 1989, σ. 78· ιταλ. μτφρ. L’ontologia di Hegel e la teoria della storicità, επιμ. E. Arnaud, La Nuova Italia, Φλωρεντία 1969, σ. 87–88).
3. Το πνεύμα είναι χρόνος
Είδαμε τα όρια του φυσικού χρόνου και τους λόγους του χωρικού χαρακτήρα της φύσης. Τώρα πρέπει να εξεταστεί ποια έννοια μετατοπίζει την πραγμάτευση του χρόνου από τη φιλοσοφία της φύσης (Naturphilosophie) στη φιλοσοφία του πνεύματος (Geistesphilosophie), καθιστά δυνατή την ταυτότητα πνεύματος και χρόνου και επιτρέπει τη χρήση της έκφρασης Zeit στον ενικό, χωρίς να προδίδει την πολυσημία του χρόνου.
Η αιωνιότητα (Ewigkeit) είναι η έννοια που διαρρηγνύει το συστηματικό πλαίσιο της πραγμάτευσης του χρόνου: η αιωνιότητα, ως απόλυτη αχρονία (absolute Zeitlosigkeit), είναι χωρίς τον φυσικό χρόνο [ohne die natürliche Zeit] (Enz., §258Z). Η περιοχή της φύσης —όπου ο χρόνος είναι τώρα (Jetzt), όπου η χρονική διαδοχή (Zeitfolge) είναι μια αδιάκοπη πορεία προς τα εμπρός που δεν επιστρέφει στον εαυτό της— υπερβαίνεται από την Ewigkeit, η οποία, μολονότι είναι χωρίς τον φυσικό χρόνο, δεν πρέπει να νοηθεί αρνητικά ως αφαίρεση από τον χρόνο, σαν να μπορούσε να υπάρχει έξω από τον χρόνο, ούτε να ταυτιστεί με κάποια από τις διαστάσεις του: ούτε με το παρελθόν ούτε με το μέλλον, σαν να ερχόταν μετά τον χρόνο, ούτε με το απλό πεπερασμένο παρόν, αποσπασμένο από το γίγνεσθαι:
«Το απλό πεπερασμένο παρόν διακρίνεται από το αιώνιο κατά το ότι εκείνο υφίσταται ως τώρα και, γι’ αυτό, οι αφηρημένες στιγμές του, ως παρελθόν και μέλλον, διακρίνονται από αυτό ως από τη συγκεκριμένη ενότητα· η αιωνιότητα, ωστόσο, ως έννοια, περιέχει αυτές τις στιγμές μέσα στην ίδια και, επομένως, η συγκεκριμένη ενότητά της δεν είναι το τώρα, διότι αυτή είναι η γαλήνια ταυτότητα, το συγκεκριμένο Είναι ως καθολικό Είναι, και όχι εκείνο που, ως γίγνεσθαι, εξαφανίζεται στο μηδέν» (Enz. A, §202).
Ενώ το Είναι του πεπερασμένου παρόντος αποτελεί αφαίρεση από το γίγνεσθαι, το αιώνιο παρόν είναι «η στιγμή χωρίς πριν και μετά [ohne Vor und Nach]» (Enz., §247Z). Η αιωνιότητα είναι απόλυτο παρόν (absolute Gegenwart) χωρίς πριν (Vor) και μετά (Nach), επειδή δεν είναι το απλό πεπερασμένο παρόν, δηλαδή μία διάσταση της χρονικής διαδοχής (Zeitfolge), αλλά εκείνο το συγκεκριμένο παρόν [konkrete Gegenwart] που είναι το αληθινό παρόν [die wahrhafte Gegenwart] (Enz., §259Z): «Η αιωνιότητα δεν θα είναι ούτε ήταν, αλλά είναι» (Enz., §258Z).
Όπως βλέπουμε, η σκηνή του παρόντος χάνει την απλώς θετική σημασία που κατείχε στην περιοχή της ανόργανης φύσης. Όχι με τη θεωρησιακή έννοια, αλλά «με τη θετική έννοια μπορεί, επομένως, να ειπωθεί για τον χρόνο: μόνο το παρόν είναι, το πριν [Vor] και το μετά [Nach] δεν είναι» (Enz., §259Z). Εγκαταλείποντας το έδαφος της θετικής θεώρησης, αναδεικνύεται ότι «το παρόν δεν είναι πλέον, ακόμη λιγότερο από το μέλλον και το παρελθόν» (JSE III, 13).
Η αιωνιότητα είναι «σκέψη του χρόνου» [Gedanke der Zeit] (JSE III, 287), ο χρόνος συλληφθείς μέσα στην έννοιά του· είναι ένα απόλυτο παρόν που περιέχει μέσα του τις διαστάσεις του χρόνου, ανηρημένες ως προς τη σειριακή τους διάταξη: «εκείνο που είναι απολύτως παρόν ή αιώνιο είναι ο ίδιος ο χρόνος, ως ενότητα παρόντος, μέλλοντος και παρελθόντος» (JSE III, 13).
Η αιωνιότητα είναι χωρίς τον φυσικό χρόνο, καθόσον αποτελεί την έννοια του χρόνου: «ο ίδιος ο χρόνος μέσα στην έννοιά του είναι αιώνιος· διότι ο χρόνος, όχι κάποιος χρόνος ούτε κάποιο τώρα [Jetzt], αλλά ο χρόνος ως χρόνος, είναι η έννοιά του» (Enz., §258Z). Η αιωνιότητα είναι η έννοια του χρόνου, με την έννοια ότι αποτελεί την εννοιακή δομή του, την αρχή του χρόνου.
Κατά τον Hegel, η έννοια του χρόνου [Begriff der Zeit], ο χρόνος ως τέτοιος [Zeit als Zeit], δεν είναι χρονικός αλλά αιώνιος· περιέχει μια αρχή βαθύτερη τόσο από τον απλό φυσικό χρόνο ως απόλυτο γίγνεσθαι όσο και από τη διαδοχή των στιγμών, η οποία καθίσταται δυνατή μέσω της εποπτείας του ζωικού οργανισμού και του πνεύματος (Zeitfolge).
Το απόσπασμα που παρατέθηκε λέει και κάτι ακόμη: η έννοια του χρόνου είναι αιώνια, καθόσον δεν είναι ένα πεπερασμένο παρόν ούτε κάποιος ορισμένος χρόνος (irgendeine Zeit) και, επομένως, δεν συγκαταλέγεται στις πολύσημες μορφές του χρόνου της φύσης και του πνεύματος.
Ο Hegel μιλά για τον χρόνο στον ενικό ακριβώς ως έννοια· μια έννοια που δεν είναι το αφηρημένο καθολικό, μια αφαίρεση από τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους ο χρόνος παρουσιάζεται στη φύση και στο πνεύμα, ένα προϊόν της διάνοιας που προκύπτει μέσω της εξάλειψης των διαφορών, αλλά το συγκεκριμένο καθολικό, η ταυτότητα του χρόνου και της έννοιας, η εννοιακή δομή του χρόνου, την οποία πραγματώνουν σε διαφορετικά επίπεδα οι συγκεκριμένοι τρόποι της φύσης και του πνεύματος.
Η αιωνιότητα, κατά τον Hegel, κάθε άλλο παρά ασυμβίβαστη είναι με τη διαδικασία και την κίνηση· η διάρκεια αντιπαρατίθεται στην αιωνιότητα ακριβώς επειδή, με την απουσία διαδικασίας που τη χαρακτηρίζει, αντιπροσωπεύει μια ουσιοκρατικού τύπου υπέρβαση του χρόνου ως διαδοχής.
Η αιωνιότητα είναι η αληθινή άρση (Aufhebung) του χρόνου ως μορφής της εξωτερικότητας, του φυσικού χρόνου, επειδή εγκαθιδρύει μια μορφή κίνησης η οποία δεν αρθρώνεται σύμφωνα με τη διαφορά των χρονικών διαστάσεων, αλλά συστέλλει αυτές τις διαστάσεις στην ενότητα του αιώνιου παρόντος18.
Η διάρκεια είναι εκείνη η κακή υπέρβαση του χρόνου που ισχύει στην περιοχή των πεπερασμένων πραγμάτων, στα οποία η αρνητικότητα διαμορφώνεται ως γίγνεσθαι-άλλο από τον εαυτό τους. Τα πεπερασμένα πράγματα είναι ανεπαρκή ως προς την αρνητικότητα, επειδή γι’ αυτά το γίγνεσθαι είναι μια απώλεια του εαυτού, μια άσκοπη περιπλάνηση· σταματούν στην καταστροφική όψη της αρνητικό
τητας —η οποία αποτελεί την «καθολική ουσία» τους— και δεν πραγματώνουν την καθαρή αρνητικότητα, της οποίας ο σκοπός είναι ο Εαυτός και όχι το άλλο από τον εαυτό¹⁹.
Η αρνητικότητα του πεπερασμένου είναι εκείνη που εξετάσαμε σε σχέση με την αρνητικότητα του τώρα στην ανόργανη φύση: «ο χρόνος είναι συνεχής εξίσου με τον χώρο, διότι είναι η αφηρημένη αρνητικότητα που αναφέρεται στον εαυτό της, και μέσα σε αυτή την αφαίρεση δεν υπάρχει ακόμη καμία πραγματική διάκριση» (Enz. A, §201A)²⁰.
Ο Hegel συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος ο χρόνος είναι αιώνιος, επειδή δεν ταυτίζεται ούτε με το πεπερασμένο παρόν, τον χρόνο της ανόργανης φύσης, ούτε με κάποιον ορισμένο χρόνο (irgendeine Zeit), δηλαδή με τις μορφές του χρόνου της φύσης και του πνεύματος, αλλά ο χρόνος ως χρόνος είναι η έννοιά του. Επομένως, ο χρόνος είναι αιώνιος, καθόσον είναι η έννοια του χρόνου. Κατόπιν ο Hegel προσθέτει:
«Αυτό [η έννοια του χρόνου ως Zeit als Zeit], ωστόσο, μέσα στην ταυτότητά του με τον εαυτό του, ως Εγώ = Εγώ, είναι καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό η απόλυτη αρνητικότητα και ελευθερία· ο χρόνος, επομένως, δεν αποτελεί τη δύναμή του, ούτε η έννοια βρίσκεται μέσα στον χρόνο, ούτε είναι κάτι χρονικό, αλλά είναι μάλλον η δύναμη του χρόνου, καθόσον αυτός είναι μόνον αυτή η αρνητικότητα ως εξωτερικότητα» (Enz. A, §201A)²¹.
Η έννοια του χρόνου είναι μια ταυτότητα με τον εαυτό, η οποία χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αρνητικότητα, δηλαδή από την καθαρή αρνητικότητα, και από την ελευθερία. Ο Hegel έχει ήδη ορίσει τον χρόνο ως την ίδια αρχή —αλλά μόνο μέσα στην πλήρη εξωτερικότητα και αφαίρεσή της— με το Εγώ = Εγώ της καθαρής αυτοσυνείδησης· αντιθέτως, ο χρόνος ως τέτοιος, η αιωνιότητα, υπερβαίνοντας τα όρια του φυσικού χρόνου, είναι το ίδιο το Εγώ = Εγώ.
Ενώ στην ανόργανη φύση, όπου ο χρόνος είναι Jetzt, η αρνητικότητα διαμορφώνεται ως die abstrakte sich auf sich beziehende Negativität (η αφηρημένη αρνητικότητα, η οποία αναφέρεται στον εαυτό της), η αιωνιότητα, ο χρόνος ως τέτοιος, εκδηλώνεται ως απόλυτη αρνητικότητα. Ο Hegel, στο απόσπασμα που παρατέθηκε, αναφέρεται στο πνεύμα, σε έναν τύπο διαδικαστικότητας του πνεύματος που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και την απόλυτη αρνητικότητα.
Η ταυτότητα με τον εαυτό ως απόλυτη αρνητικότητα είναι πράγματι ένας ειδικός προσδιορισμός του πνεύματος: «η ουσία του πνεύματος είναι, επομένως, από τυπική άποψη, η ελευθερία, η απόλυτη αρνητικότητα της έννοιας ως ταυτότητα με τον εαυτό» (Enz., §382).
Ο Hegel προσθέτει ότι το πνεύμα μπορεί να αφαιρείται από κάθε εξωτερικό πράγμα, ακόμη και από τη δική του εξωτερικότητα, και μπορεί να διατηρείται καταφατικό μέσα σε αυτή την αρνητικότητα και να είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του. Η απόλυτη αρνητικότητα δηλώνει την οντολογική δυνατότητα του πνεύματος να θέτει και να υπερβαίνει κάθε βαθμίδα του, να βρίσκεται πέρα από όλους τους προσδιορισμούς που συγκροτούν το συγκεκριμένο Είναι του, επειδή δεν ταυτίζεται με κανέναν από αυτούς.
Ο Hegel υπαινίσσεται την ιδεατή και όχι χρονολογική, εννοιακή και όχι γραμμική διαδικασία της αυτοπαραγωγής του πνεύματος μέσα στην έννοιά του ως ολότητα: τη διαδικασία, η οποία περιγράφεται στη Geistesphilosophie (Φιλοσοφία του πνεύματος), που εκκινεί από την πλέον αφηρημένη σφαίρα του πνεύματος, την Seele (ψυχή), και οδηγεί στο απόλυτο πνεύμα. Προτού εμφανιστεί στον ειδικό χρόνο των σφαιρών και των στιγμών του, το πνεύμα είναι αυτή η αιώνια και τελεολογικά προσανατολισμένη διαδικασία:
«Στο πνεύμα, κάθε προσδιορισμός μέσα στον οποίο εμφανίζεται το πνεύμα αποτελεί στιγμή της ανάπτυξης· και, μέσα στον περαιτέρω προσδιορισμό, αποτελεί μια περαιτέρω πρόοδο προς τον σκοπό του, να κατασκευάσει και να καταστεί δι’ εαυτό εκείνο που είναι καθ’ εαυτό. [...] Στη φιλοσοφική θεώρηση του πνεύματος ως τέτοιου, το ίδιο το πνεύμα εξετάζεται σαν να διαμορφώνεται και να καλλιεργείται μέσα στην έννοιά του· και οι εκδηλώσεις του θεωρούνται ως οι στιγμές της αυτοπαραγωγής του, της συνένωσής του με τον εαυτό του» (Enz., §387A).
Σημειώσεις:
18 Ήδη στη Differenzschrift ο Hegel υποστηρίζει ότι «η αληθινή άρση του χρόνου είναι το άχρονο παρόν, δηλαδή η αιωνιότητα» [das wahre Aufheben der Zeit ist zeitlose Gegenwart, d. i. Ewigkeit] (Diff., 47). Σε αντίθεση με την αιωνιότητα, η απεριόριστη διάρκεια του άπειρου χρόνου (perennitas) αντιπροσωπεύει μια αδιάκοπη ποσοτική πρόσθεση χρόνου, η οποία δεν συνιστά αυθεντική υπέρβαση της χρονικότητας (Zeitlichkeit), αλλά δηλώνει απλώς την απουσία της διαδικαστικότητας που χαρακτηρίζει το πεπερασμένο ως τέτοιο· πρβλ. Enz., §247Z. Απέναντι σε αυτή την αδυναμία της αρνητικότητας, ο Hegel υποστηρίζει την ανωτερότητα του φθαρτού έναντι της απλής παραμονής μέσα στον χρόνο της ανόργανης φύσης: «Εδώ πρέπει να απορριφθεί η προκατάληψη σύμφωνα με την οποία η διάρκεια, συγκρινόμενη με την εξαφάνιση, θα ήταν κάτι κατά πολύ ανώτερο: τα άφθαρτα βουνά δεν είναι ανώτερα από το ρόδο που γρήγορα φυλλορροεί, καθώς η ζωή του σβήνει» (VPG, 273).
Η αξιολόγηση της φθαρτότητας και της διάρκειας αντιστρέφεται, όταν εξετάζουμε το πνεύμα και όχι την ανόργανη φύση. Η πνευματική διάρκεια είναι ανώτερη από τη φθαρτότητα, επειδή συνεπάγεται την ανύψωση του αισθητού στη σφαίρα της παράστασης· πρβλ. Enz., §452Z. Αναφορικά με την πρώτη μορφή της ιστοριογραφίας, ο Hegel παρατηρεί ότι οι πρωταρχικοί ιστορικοί «μετέφρασαν όσα είχαν συμβεί —τα γεγονότα, τα συμβάντα, την κατάσταση που είχαν μπροστά στα μάτια τους— στο βασίλειο της πνευματικής παράστασης. Χάρη στο έργο τους, η παρελθούσα πραγματικότητα, εκείνη που ζει μέσα στη μνήμη, αποκτά αθάνατη πραγματικότητα. Συνδέουν όσα παρέρχονται φευγαλέα και τα εναποθέτουν στο βασίλειο της Μνημοσύνης» (VG, 4· 193).
Και στην περίπτωση της τέχνης, ο Hegel υποστηρίζει ότι «εκείνο που στη φύση εξαφανίζεται πολύ γρήγορα, η τέχνη το καθιστά διαρκές· ένα φευγαλέο χαμόγελο, μια γρήγορη σαρκαστική σύσπαση του στόματος, ένα βλέμμα, μια στιγμιαία λάμψη, πνευματικά γνωρίσματα της ανθρώπινης ζωής, συμβάντα που έρχονται και παρέρχονται, που υπάρχουν και αμέσως λησμονούνται: όλα αυτά η τέχνη τα αποσπά από τη στιγμιαία ύπαρξη, υπερβαίνοντας και από αυτή την άποψη τη φύση» (VÄ I, 216· 186–187).
19 Σχετικά με τη σχέση μεταξύ της αρνητικότητας και των πεπερασμένων πραγμάτων, ο Franco Chiereghin γράφει ότι «στη φύση, δηλαδή στο βασίλειο της περατότητας, ο χρόνος είναι αυτή η δύναμη που γεννά και καταστρέφει τα πάντα: ωθεί έξω από τον εαυτό του κάθε πράγμα το οποίο, έχοντας το πέρας του σε κάτι άλλο από τον εαυτό του, διαθέτει την αρνητικότητά του μόνο σε σχέση με αυτό το άλλο και, γι’ αυτό, ωθείται να αναιρεθεί μέσα σε αυτό» (F. CHIEREGHIN, «Tempo e storia in Hegel», στο Verifiche, XXIII [1994], σ. 17–56, εδώ σ. 32). Για τη διάκριση μεταξύ της καθαρής αρνητικότητας και της αρνητικότητας του πεπερασμένου, πρβλ. L. RUGGIU, «Tempo e concetto in Hegel», στο Filosofia del tempo, επιμ. L. Ruggiu, Bruno Mondadori, Μιλάνο 1998, σ. 145–161, ιδίως σ. 155–157.
20 Χρησιμοποιώ το κείμενο της πρώτης έκδοσης της Εγκυκλοπαίδειας, και ειδικότερα την παρατήρηση στο §201, επειδή από το αντίστοιχο §258 των βερολινέζικων εκδόσεων απουσιάζει ένα αποφασιστικό απόσπασμα, το οποίο επανεμφανίζεται, απομονωμένο όμως από τα συμφραζόμενά του, μόνο στην προσθήκη αυτού του παραγράφου.
21 «Ο ίδιος ο χρόνος είναι αιώνιος, διότι αυτός —όχι κάποιος χρόνος ούτε κάποιο τώρα, αλλά ο χρόνος ως χρόνος— είναι η έννοιά του. Αυτή όμως, μέσα στην ταυτότητά της με τον εαυτό της, ως Εγώ = Εγώ, είναι καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν η απόλυτη αρνητικότητα και ελευθερία» [Die Zeit selbst ist ewig, denn sie, nicht irgendeine Zeit, noch Jetzt, sondern die Zeit als Zeit ist ihr Begriff. Dieser aber, in seiner Identität mit sich, Ich–Ich, ist an und für sich die absolute Negativität und Freiheit] (Enz. A, §201A). Στη δεύτερη και στην τρίτη έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας, επειδή παραλείπεται το πρώτο μέρος του αποσπάσματος, φαίνεται ότι ο Hegel μιλά για την έννοια γενικά, ενώ η αναφορά, όπως γίνεται φανερό στην έκδοση του 1817, είναι στην έννοια του χρόνου, στον χρόνο ως τέτοιον.
22 Η ικανότητα να βρίσκεται κανείς σε σχέση με το μη Είναι αναδείχθηκε από τον H. Marcuse σε συνάρτηση με τον μετασχηματισμό που επιφέρει ο Hegel στην αριστοτελική έννοια της ουσίας. Σε ένα απόσπασμα που δικαίως έχει καταστεί περίφημο, μολονότι το παράδειγμα που επιλέγεται είναι συζητήσιμο, επειδή δεν αποδίδει την οντολογική διαφορά μεταξύ πνεύματος και φύσης, ο Marcuse γράφει:
«Αυτό το φυτό υπάρχει τώρα ως σπέρμα, τώρα ως άνθος, τώρα ως καρπός. Αλλά δεν είναι ούτε σπέρμα ούτε άνθος ούτε καρπός· δεν είναι τέτοιο ούτε όταν υπάρχει άμεσα ως σπέρμα, άνθος ή καρπός, ούτε είναι όλα αυτά μαζί. Σε ολόκληρη τη διάσταση του άμεσα υφιστάμενου παρόντος —αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε μέχρι τώρα— το Είναι αυτού του όντος δεν βρίσκεται παρά μόνο ως η “αρνητική ολότητα” όλων των στιγμιαίων άμεσων προσδιορισμών: το φυτό είναι ακριβώς αυτό, το να μην είναι σπέρμα, άνθος ή καρπός· εντούτοις, μέσα σε εκείνο που δεν είναι, να συσχετίζει αυτό το “μη” με τον ίδιο του τον εαυτό.
Το σπέρμα γίνεται άνθος, το άνθος γίνεται καρπός· σε όλα αυτά το φυτό υπάρχει ως κάτι που παραμένει· μάλιστα, μόνο μέσα σε αυτή τη διαδικασία γίνεται για πρώτη φορά φυτό. Για να μπορεί όμως να είναι παρόν μέσα σε όλους αυτούς τους προσδιορισμούς, για να μπορεί να είναι φυτό ως σπέρμα, άνθος και καρπός, το φυτό πρέπει αναγκαστικά να έχει ήδη υπάρξει [gewesen] πριν από όλους αυτούς τους προσδιορισμούς. Ήδη το σπέρμα είναι το φυτό! Δεν γεννιέται το φυτό από το σπέρμα, αλλά μόνο το άνθος και κατόπιν ο καρπός. Το Είναι του φυτού είναι, επομένως, ουσία [Wesen]: κατά πρώτον, δεν μπορεί να οριστεί παρά μόνο ως “εκείνο που το Είναι ήταν ήδη πάντοτε”, τὸ τί ἦν εἶναι» (H. MARCUSE, Hegels Ontologie und die Theorie der Geschichtlichkeit [1932], Suhrkamp, Frankfurt am Main 1989, σ. 78· ιταλ. μτφρ. L’ontologia di Hegel e la teoria della storicità, επιμ. E. Arnaud, La Nuova Italia, Φλωρεντία 1969, σ. 87–88).
Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΤΑ ΓΝΩΣΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΙΤΖΙΔΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΑ ΓΥΦΤΙΚΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΠΟΥ ΜΟΝΟ Η Woke ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΝΕΙ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου