Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μερικές εκτιμήσεις στην έννοια της Συνειδήσεως στον σύγχρονο Προτεσταντισμό - Renzo Bertalot. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μερικές εκτιμήσεις στην έννοια της Συνειδήσεως στον σύγχρονο Προτεσταντισμό - Renzo Bertalot. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2024

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. (2 )

 Συνεχίζεται από: Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. 
Του Renzo Bertalot.
         
ΙΙ. Ο Paul Lehmann έρχεται σε επίγνωση και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι τής γενιάς μας, τού γεγονότος ότι η Έννοια τής συνειδήσεως έχασε το ενδιαφέρον της και είναι πλέον κατηγορούμενη για ασημαντότητα λόγω τής αδυναμίας της να καθορίσει την συμπεριφορά και απο το αβέβαιο στριφογύρισμά της ανάμεσα σε αυτονομία και ετερονομία, ανάμεσα σε απόλυτότητα και σχετικότητα! Από το ένα μέρος σημειώνει την εγκατάλειψη τού στοιχείου τής ελευθερίας, κάτω απο την πίεση μίας αυξάνουσας εξωτερικής νομοθεσίας, η οποία καθιστά τον άνθρωπο έναν αλλοτριωμένο. Απο το άλλο μέρος σημειώνει ακόμη ότι η επιμονή στην αυτονομία καταστρέφει την υπακοή και καθιστά τον άνθρωπο τόν δημιουργό τών ανθρωπίνων συνθηκών. Κατά βάθος όλη η ιστορία τής έννοιας τής συνειδήσεως δέν είναι άλλο απο την έρευνα ενός πλαισίου ισχύοντος το οποίο την εξασφαλίζει. Θα μπορούσαμε λοιπόν να επαναθέσουμε το πρόβλημα, προτείνοντας ένα νέο σημείο εκκίνησης και θεωρίας ικανού να προσφέρει μία ηθική πραγματικότητα και μία δύναμη πράξης στην συνείδηση!
          Για τον Lehmann η έρευνα πραγματοποιείται ξεκινώντας απο μία μεσσιανική Θεολογία η οποία έχει υπ'όψιν της τήν πράξη τού Θεού στον κόσμο και την κοινωνία τών πιστώνΗ απάντηση στην ερώτηση: "Τί πράγμα πρέπει να κάνω σαν πιστός τού Χριστού και σαν μέλος της Εκκλησίας του;" είναι μόνον μία: Το θέλημά Του. Η ενέργεια τού Θεού στον κόσμο συνίσταται στο να καταστήσει ανθρώπινη την ζωή τού ανθρώπου. Πρόκειται για την πολιτική τού Θεού η οποία δέν θέλει να κάνει τον άνθρωπο ένα ηθικό όν αλλά ένα ώριμο όν τού οποίου η ανθρωπότης (ανθρώπινη πληρότης, ολότης) θα είναι κατανοητή με όρους σωτηρίας. Καθότι η θέληση τού Θεού δέν μπορεί να γενικευθεί, έτσι και η συμπεριφορά τού ανθρώπου δέν μπορεί να περιορισθεί απο αρχές και τύπους, αλλά πρέπει να είναι ελεύθερη, δυναμική, προσεκτική και υπάκοη. Ανάμεσα στην ενέργεια ή τήν πράξη τού Θεού και την ανθρώπινη κατάσταση πρέπει να βρεθεί η "σωστή λέξη". Δέν είναι θέμα προφορικής αληθοφάνειας αλλά "παραβολών τής αλήθειας".
          Η κατάσταση, στην Μεσσιανική προοπτική, αντιπροσωπεύει λοιπόν το πλαίσιο για τον ηθικό στοχασμό τής συνειδήσεως. Ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στην αυτονομία και την ετερονομία τίθεται λοιπόν, η Θεονομική συνείδηση! Ο άθρωπος δέν αποφασίζει απο μόνος, αλλά στο πλαίσιο τού ανθρωπισμού τού ανθρώπου, δείχνοντας κάθε φορά το όριο ανάμεσα στην ανθρωποποίηση και την απανθρωπία! Η Θεονομική συνείδηση εδραιώνει την σχέση η οποία οφείλει να διατρέξει ανάμεσα στην πολιτική τού Θεού στον κόσμο και την υπακοή τής πίστης.
          Αυτή δέν είναι λοιπόν ούτε νομικιστική ούτε αυτόνομη, αλλά μία παραβολή τής ελευθερίας τού Χριστού, το κεντρικό σημείο τού ηθικού στοχασμού. Ο ίδιος ο Απ. Παύλος κατά τον Lehmann πραγματοποιεί αυτή την επανάσταση στην έννοια τής συνειδήσεως, τοποθετώντας την σε σχέση με την πολιτική τού Θεού, δίνοντάς της δηλαδή ένα συμφραζόμενο για την Εκκλησία! Η συνείδηση τού πλησίον, στο εσωτερικό τής κοινωνίας συμπίπτει με τον στοχασμό σαν συμφραζόμενο (Ι Κορ. 8,8-13), αλλά δέν συνιστά τον κανόνα! Μόνον ο Θεός κυβερνά και μορφοποιεί την συνείδηση σύμφωνα με το δικό του κριτήριο δράσης. Η Θεονομική συνείδηση αποστερείται την δύναμή της να κατηγορεί και να συγχωρεί τόσο τον πλησίον, όσο και τον εαυτό της, διότι γίνεται ένα όργανο της πολιτικής του Θεού (Ι Κορ. 10,31). Αναδύεται λοιπόν η καλή συνείδηση, η ακεραιότης τής καρδιάς, η οποία έχει την δύναμη να καθορίζει, στην Χριστιανική κοινωνία, την συμπεριφορά μέσω τής υπάκοης ελευθερίας, τής ελευθερίας τής υπακοής!
          Το αλάθητο, σαν ερώτημα το οποίο δέν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί, βρίσκει την απάντησή του όχι στις λογικές γενικεύσεις στις οποίες θα μπορούσε να μειωθεί μία μερική έρευνα στην γλώσσα, αλλά στην δύναμη τής μεταμορφώσεως. Η συμπεριφορά εκφράζει με παραβολές την νέα ανθρωπότητα, επομένως η γνωστή λέξη αναζητάται συμβολικά, όχι με  όρους τελειότητος, αλλά παραβολικής δυνάμεως, κάτι που αποκλείει το μονοδιάστατο!
          ΙΙΙ. Ο Πώλ Τίλλιχ, αφού έλαβε γνώση τής δύσκολης εξέλιξης τής έννοιας τής συνειδήσεως και τής δυσκολίας ακόμη και τής κατανοήσεώς της στην σημερινή κατάσταση, προσπαθεί να εξάγει νέα συμπεράσματα, κατάλληλα στην Θεολογική του σκέψη, διατρέχοντας τήν οδό τού υπαρξιακού στοχασμού. Έτσι αναφέρεται στον Χάιντεγκερ και στην δική του έννοια τής ένοχης ύπαρξης. Η πράξη εμπλέκει μία ενοχή, και γι'αυτό η καλή συνείδηση παραμένει μία ψευδαίσθηση! Δέν είναι δυνατόν, παρατηρεί ο Τίλλιχ, να συνδυάσουμε μία ευαίσθητη συνείδηση με μία καλή συνείδηση. Πρέπει να κατορθώσουμε την υπέρβαση αυτής τής διαμάχης τόσο στην ψυχανάλυση όσο και στην θρησκεία. Όσον αφορά δε αυτή την τελευταία, η σωτηρία συστήνει την ηθική κατάσταση η οποία επιτρέπει την υπέρβαση τής κρίσης. Η σιγουριά τής πίστης δέν μπορεί να έλθει απο την συνείδηση, αλλά μπορεί να αναδυθεί απο μία συνείδηση πέραν τής ηθικής, ξεκινώντας απο το Λουθηρανό δόγμα τής δικαιώσεως διά τής χάριτος.
          Αυτή η καλή δια-ηθική συνίσταται στην αποδοχή τής κακής ηθικής συνειδήσεως, η οποία είναι καθαυτή αναπόφευκτος. Με άλλα λόγια πρόκειται για την υπέρβαση τού πλαισίου μέσα στο οποίο η συνείδηση θεωρείται επαρκής, για να μεταφερθεί στην σφαίρα απο την οποία προσλαμβάνει την αξία της.
          Αυτές οι υποδείξεις τού Τίλλιχ διαβάζονται παράλληλα με τους στοχασμούς του στην γλώσσα οι οποίοι ενδιαφέρουν επίσης σαν ένα περασμένο πλαίσιο τού θέματός μας.
          Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο είναι η προϋπόθεση κάθε γνώσεως: ή καταργούμε το ένα εις βάρος του άλλου ή βρίσκεται μία αρχή κοινή που τα ενώνει. Η γλώσσα η οποία ειναι η βασική έκφραση τού ανθρωπίνου πνεύματος, βρίσκεται περιορισμένο ανάμεσα στους δύο πόλους αυτού τού σχήματος, σε μία διαλεκτική η οποία το φθείρει και το νικά διαρκώς. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι πρέπει να γνωρίζουμε να διακρίνουμε έναν ιδιαίτερο παράγοντα, συνδεδεμένο με τον τρόπο συνάντησης με την πραγματικότητα, και έναν καθολικό ο οποίος εκφράζει τον Λόγο, το κριτήριο κάθε ιδιαιτέρου λόγου! Διότι κάτι καθολικώς ισχύον περιέχεται σε κάθε σημαντική έκφραση, περιορισμένη στις δυνατότητές της, διότι εξαρτώμενη απο διάφορες νοοτροπίες, νοητικές στάσεις και συμπεριφορές!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ (1)

 ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. 

Του Renzo Bertalot.

Εισαγωγή!

Ο Πώλ Ρικέρ ερευνώντας το θέμα: "Η κριτική τής θρησκείας και η γλώσσα τής θρησκείας", μας επέστησε την προσοχή στην εντυπωσιακή μείωση του χώρου τού ιερού που πρέπει να καταγράψουμε στον αιώνα μας σε αντίθεση τών προηγουμένων. Η σκέψη τού Μάρξ, τού Νίτσε και τού Φρόϋντ φανέρωσε ότι μέρος όσων παραδοσιακώς αποδιδόταν στον χώρο τού ιερού, σήμερα μειώθηκε σε απλό οικονομικό νόμο ή σε ασυνείδητη εξύψωση τής βουλήσεως και τού ενστίκτου! Πρόκειται για μία διαδικασία ατρέπτως κατευθυνόμενη σε όλο και πιό ανησυχητικές προεκτάσεις τών οποίων δέν διακρίνουμε ακόμη το τέλος. Πρέπει λοιπόν να λάβουμε υπ'όψιν μας ότι η έννοια τής συνειδήσεως προσφέρεται πολύ εύκολα να παρασυρθεί απο την τρέχουσα αποιεροποίηση, μετά την λαμπρή τύχη που γνώρισε στο πρόσφατο παρελθόν.
          Δέν έσβυσε ακόμη, στο προτεταντικό κήρυγμα, η επιρροή μιάς έννοιας τής συνειδήσεως η οποία δέν δίσταζε να ταυτισθεί με την ίδια την φωνή τού Θεού. Είναι αλήθεια ότι αυτή η κατεύθυνση βρίσκει την καταγωγή της, μακρυά απο την Θεολογία των Μεταρρυθμιστών τού XVI αιώνος, αλλά όπως παρατήρησε ο Τίλλιχ, στις πνευματιστικές θέσεις τού Θωμά Munster και όσων ακολούθησαν τα ιδια μονοπάτια.
          Δέν μπορούμε επιπλέον να μήν θυμηθούμε την αποφασιστική επιρροή τής φιλοσοφίας τού Κάντ και τις διάφορες εκφράσεις τού θρησκευτικού Ρομαντισμού.
          Εάν είναι αλήθεια ότι ακούγονται ακόμη σποραδικά αντίλαλοι αυτών τών εννοιών τής συνειδήσεως άλλο τόσο αλήθεια είναι όμως ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει στο μεταξύ.
Η βιβλική ανανέωση η οποία έχει στο κέντρο της τήν φιγούρα και το έργο τού Μπάρτ θέλησε να αποκοπεί βίαια απο κάθε σχέση με το φιλελεύθερο παρελθόν και αποκήρυξε εκείνον τον τρόπο με τον οποίο γινόταν κατανοητή η συνείδηση, τόσο που η λέξη τέλος φαινόταν γραμμένη καθοριστικά σε ένα κεφάλαιο Θεολογικού εσωτερικού στοχασμού , ο οποίος κατηγορήθηκε για υποκειμενισμό.
          Ο πραγματισμός τού J.Dewey φτάνει στα ίδια αποτελέσματα κινούμενος στο επίπεδο τής φιλοσοφίας και τής παιδαγωγίας. Η συνείδηση μειώθηκε στις διαστάσεις ενός κοινωνικού φαινομένου στο εσωτερικό τής δυναμικής τής προόδου! Η αλλαγή, η εξέλιξη τής καταστάσεως προκαλούν μία αμφιβολία στις κερδισμένες θέσεις, κάτι που δέν θα συνέβαινε σε μία στατική κατάσταση! Απο εδώ προέρχεται η συνείδηση σαν ασθένεια τής ωρίμανσης και σαν ώθηση προόδου.
          Η ψυχανάλυση βρίσκεται στις ίδιες θέσεις, με τον Φρόϋντ. Η συνείδηση εξηγείται σάν μία νευρωτική εκδήλωση οφειλόμενη στην αντιπαράθεση ανάμεσα στο ένστικτο και το περιβάλλον, με άλλα λόγια σαν κοινωνική αγωνία. Εάν όμως πρέπει ακόμη να μιλήσουμε για συνείδηση, πρέπει να το κάνουμε έχοντας υπ'όψιν μας ότι είναι η τιμή τής προόδου μας στον πολιτισμό. Προτάθηκε και η κατάργηση εξ'ολοκλήρου τής έννοιας διότι δέν γίνεται πλέον κατανοητή και διότι τα περιεχόμενά της αλλάζουν συνεχώς εάν δέν έχουν παρακμάσει ολοκληρωτικώς λόγω έλλειψης οποιουδήποτε ενδιαφέροντος.
          Εάν είναι δυνατόν λοιπόν να σκεφθούμε ότι ο χώρος τού Ιερού μειώθηκε επιπλέον, δέν μπορούμε όμως να πούμε ότι φτάσαμε στην λέξη τέλος. Αυτό που αποτελεί μέρος τής ιστορίας μας δέν τελειώνει ποτέ!
          Αποδεχόμενοι τον περασμένο στοχασμό, σαν μία αναγκαία κάθαρση για την οποία δέν μπορούμε παρά να ευχαριστούμε, τουλάχιστον για όσους δέν υπέφεραν απο την φάση τής συσκοτίσεώς της, μπορούμε να πούμε ότι ήρθε η ώρα να επαναλάβουμε την συζήτηση, αρχίζοντας ένα νέο κεφάλαιο. Και έτσι η ερμηνευτική τής γλώσσας τής θρησκείας εμφανίζεται καθαρά σ'αυτό το σημείο.
          Προτιθέμεθα λοιπόν να ακολουθήσουμε τρείς σημαντικές φωνές στο εσωτερικό τού προτεσταντικού στοχασού οι οποίες προσπαθούν να ξαναπιάσουν την καθοδηγητική γραμμή τής συζητήσεώς μας, προσφέροντας νέες επισημάνσεις στο τόσο αμφισβητούμενο θέμα τής συνειδήσεως.
Ι.       Με τον Gerhard Ebelingτο πρόβλημα τής συνειδήσεως επιστρέφει στην επικαιρότητα ακριβώς λόγω τής ιδιαίτερης προοπτικής τής ερμηνευτικής τής γλώσσας στην οποία εισάγεται. Μακρυά πλέον απο τις έννοιες τής εσωτερικής αυθεντίας ή της εξωτερικής, απο ένα όραμα παραδοσιακώς οντολογικό τού ανθρώπου, ο Ebeling προτείνει έναν στοχασμό για την συνείδηση σαν τόπο όπου αποφασίζεται αυτό που είναι αληθινά η ανθρώπινη φύση! Μέσα στην συνείδηση ακριβώς αποκαλύπτεται σε ποιόν ανήκει ο άνθρωπος, ποιός είναι και πού κατοικεί, εάν είναι μεγαγχολικός ή χαρούμενος. Όλη η πραγματικότης, ο κόσμος, προσλαμβάνει την σημασία της απο παρόμοιες προϋποθέσεις, λόγω των οποίων η συνείδηση δέν είναι πλέον ένας τόπος μέσα στον άνθρωπο αλλά ο τόπος του ανθρώπου. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι αυτός αναδύεται γλωσσικά στον δικό του τρόπο που αποφασίζει! Τής απόφασης.
          Ο ίδιος ο χώρος τής πίστεως ο οποίος διαφεύγει απο την χειραγώγηση και την έρευνα, οφείλει να μεταφρασθεί σε εμπειρία και σε  απόφαση, για τα οποία η υποχρεωτική πορεία είναι η συνείδηση και η ερμηνευτική της λειτουργία-Ακόμη και το κήρυγμα σαν εργαλείο τής σωτηρίας είναι μία λέξη που συμβαίνει: ένα γλωσσολογικό γεγονός. Ο πλήρης άνθρωπος μορφώνεται σε μία διαδικασία αποφάσεων οι οποίες λαμβάνονται, κατανοούνται και ερμηνεύονται στην συνείδηση! Επιπλέον μέσα στην συνείδηση ο Θεός, ο άνθρωπος και ο κόσμος συναντώνται. Εάν αυτό δέν συνέβαινε θα είμαστε καταδικασμένοι σε έναν μεταφυσικό λόγο ή επιστημονικό χωρίς καμμία αναφορά στην σημασία η οποία δίνει έκφραση στον άνθρωπο. Δηλαδή η τελική αξία τού ανθρώπου είναι η συνείδηση η οποία εκφράζει τα ανοίγματά του και τις δυνατότητεές του.
          Η συνείδηση θέτει στον άνθρωπο την ερώτηση τής ταυτότητός του με τον εαυτό του σάν αντικείμενο και υποκείμενο. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο στιγμές φανερώνει την ανθρώπινη σύσταση σαν αντιπαράθεση, και απαιτεί απόφαση, ευθύνη και έκφραση. Βεβαίως είναι δυνατόν να ερευνηθεί το θέμα αποφεύγοντας να εισάγουμε τον Θεό σαν προϋπόθεση! Η φωνή τής συνειδήσεως, πράγματι, δέν είναι δυνατόν να ταυτισθεί με την φωνή τού Θεού, αλλά είναι και η ευκαιρία για να τεθεί το ερώτημα για τον Θεό και να ξεφύγουμε απο την μερικότητα τής έρευνας.
          Ο Ebeling δέν θέλει να αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχει τώρα μία ανοιχτή οδός η οποία απο τον άνθρωπο οδηγεί στον Θεό. Σ'αυτό το σημείο είναι ριζικός και η θέση του λαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιάς ομολογίας πίστεως. Δέν είναι ο στοχασμός που συνδέει τον Θεό στην συνείδηση, αλλά είναι η πρωτοβουλία του Θεού που ομιλεί! Δέν είναι δυνατόν να σκεφτούμε να αποκτήσουμε ορθολογικά, απο νέες ατραπούς, την γνώση αυτού πού υποχρεωτικώς διέρχεται μέσω τής στενής οδού τής πίστεως.
          Η συνείδηση πρέπει να ελευθερωθεί, διαφορετικά η ελευθερία της παραμένει μία ψευδαίσθηση η οποία οδηγεί στην απελπισία ή στην κενοδοξία. Δέν είναι τίμιο να συνεχίζουμε να καλούμε στην ευθύνη μία γενιά ασυνείδητη. Η ταυτότης με τον εαυτό, πέραν του διαχωρισμού ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, είναι εφικτή μόνον στο γεγονός τού Λόγου ο οποίος δημιουργεί την αγαθή συνείδηση. Εάν δέν επέλθει η ελευθερία απο τον Θεό, η συνείδηση παραμένει κακή συνείδηση: αλήθεια και ελευθερία δέν είναι κάν νοητά.
          Εάν λοιπόν είναι χρέος τού Θεολόγου να μεταφέρει τον λόγο με πειθώ και επάρκεια και γι'αυτό να εμβαθύνει τα προβλήματα που σχετίζονται με μία δεδομένη κατάσταση, είναι επίσης αναγκαίο να θυμηθούμε ότι η διαμόρφωση τής αγαθής συνειδήσεως, τής πίστεως, δέν είναι άλλο απο την ανάσταση τών νεκρών.
          Η χρεία τού αλάθητου, στον Ebeling, αποφασίζεται λοιπόν στο γεγονός τής ελευθερώσεως τού Θεού, που είναι η αλήθεια. Σ'αυτό το συμβάν ο άνθρωπος βρίσκει την ταυτότητα με τον εαυτό του, όχι ώς coran seipso αλλά coram Deo.
          Η τελευταία αξίωση συνδέεται με το μέλλον, με τον Θεό, που θέτειν τον άνθρωπο πέραν της εμπειρίας τού εαυτού του και τού κόσμου!

Συνεχίζεται

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΑΝ ΙΕΡΟΤΗΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ.

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. (3)


ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. 
Του Renzo Bertalot.
         
Οι ανθρώπινες λέξεις μπορούν να γίνουν Λόγος τού Θεού εάν είναι όχημα τής πνευματικής παρουσίας, εάν έχουν δηλαδή την δύναμη να συλλάβουν το ανθρώπινο πνεύμα(;)[Ενας επιτυχημένος ορισμός τής Προτεσταντικής προοόδου τής λατινικής κακοδοξίας]. Η Αγία Γραφή παραμένει πάντως όχι μόνον ο μόνος μεσολαβητής αλλά το κριτήριο τών ανθρώπινων λέξεων που γίνονται Λόγος του Θεού. Το σχήμα υποκείμενο-αντικείμενο δέν έχει νόημα όταν αναφερόμαστε στην σχέση Θεός-άνθρωπος-κόσμος, διότι ο Θεός  τήν υπερβαίνει και την εξαιρεί! Εκεί όπου υπάρχει το πνεύμα, όποιος ομιλεί και όποιος ακούει συγκοινωνούν σε μία ενότητα που τους υπερβαίνει. Είναι η νίκη στην αποξένωσή μας! Σ'αυτή την Θεόνομη κατάσταση η γλώσσα ελευθερώνεται απο το σχήμα υποκείμενο-αντικείμενο και απο τις διαστροφές του και τις αντιφάσεις του!
          Στο γενικό πλαίσιο τού έργου τού Τίλλιχ είναι δυνατόν να διευρύνουμε περισσότερο την συζήτηση γύρω απο την σχέση ανάμεσα στον Λόγο τής Κ.Δ. και τον λόγο τής γλώσσας! Είναι ένα θέμα τής καταλληλότητος. Στο ένα άκρο βρίσκουμε τον άνθρωπο χωρισμένο στον εαυτό του, χωρίς κέντρο βάρους, ένα κέντρο έλξης και χωρίς την ενότητα τού προσώπου. Μία κατάσταση τού "μή είναι" δηλαδή  ειδωλολατρείας. Το να μάς αρπάζει η πνευματική παρουσία και το Νέο Είναι, με βιβλικούς όρους, απο το πνεύμα και απο τον Χριστό, σημαίνει αντιθέτως να ωθούμαστε πρός το άλλο άκρο και να ξαναβρίσκουμε το κέντρο μας και το κριτήριο μας. Ο Χριστιανισμός δέν τοποθετείται λοιπόν ανάμεσα στα άλλα φαινόμενα τού ανθρωπίνου πνεύματος σαν να απαιτεί μία ανωτερότητα, αλλά σαν μία πρόκληση να είμαστε πιό προσαρμοσμένοι στην έκφραση του Λόγου. Τα ερωτήματα που μας τίθενται απο μία έρευνα στην έννοια τού αλάθητου, βρίσκουν λοιπόν μία απάντηση σύμφωνα με την ένδειξη που δόθηκε απο αυτές τις κατευθύνσεις οι οποίες εμφανίζονται στην διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην φιλοσοφία και την Θεολογία!

Συμπέρασμα!
         
 Η αποιεροποίηση, η οποία χαρακτήρισε την εποχή μας, χαράχτηκε και στην έννοια τής συνειδήσεως, επιτρέποντας τοιουτοτρόπως την ανάδυση ενός στοχασμού, κεκαθαρμένου απο στοιχεία τα οποία δέν είναι αγνά, τα οποία είχαν μολύνει σε μεγάλο βαθμό την πορεία. Ο Τίλλιχ και ο D. Lehman μας αποκάλυψαν ότι η ταλάντωση τού εκκρεμούς μέσα στο σχήμα υποκείμενο-αντικείμενο, αυτονομία-ετερονομία, περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τον προηγούμενο στοχασμό στο θέμα μας. Σε συμφωνία με την Θεολογία βρίσκεται επίσης και η φιλοσοφική και η κοινωνιολογική έρευνα. Πράγματι και εδώ βλέπουμε το εκκρεμές να κινείται απο το περιβάλλον και απο την κοινωνία πρός το άτομο, προκειμένου να το καθορίσει και να το επηρεάσει με μία πρόοδο την οποία ο Φρόϋντ ονομάζει κοινωνική αγωνία. Δέν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι η παλαιά ήπειρος βρέθηκε να τό τονίσει αυτή την στιγμή, έτσι όπως δέν είναι τυχαίο ότι απο την νέα ήπειρο της Βορείου Αμερικής, λιγότερο ανυπόμονο σέ σχέση με το βάρος των παραδόσεων και της ιστορίας μας, έρχεται το αντίθετο παράδειγμα! Και ακριβώς ο John Dewey φανερώνει την αντίθετη κίνηση η οποία απο το άτομο σπρώχνει πρός την κοινωνία με δημιουργικές δυνάμεις ανανέωσης και διάσπασης!
          Στην κοινωνική ψυχανάλυση αντιστοιχεί η ψυχολογική κοινωνιολογία. Εάν πρέπει να συνειδητοποιήσουμε μία κίνηση εκκρεμούς είναι λοιπόν μάταιο να αναρωτώμεθα εάν η ψυχολογία προηγείται της κοινωνιολογίας ή εάν είναι αλήθεια το αντίθετο!
          Ο υπαρξισμός, ακολουθώντας τις παρατηρήσεις τού Τίλλιχ στον Χάιντεγκερ, μοιάζει να θέλει να επαναπροτείνει την συζήτηση με διαλεκτικούς όρους, αποκαλύπτοντας την κατανάλωση τής εντάσεως πρός το τίποτα και τον θάνατο. Η έννοια τής συνειδήσεως μέσα σ'αυτές τις περιορισμένες προοπτικές, δέν μπορεί παρά να εξαντληθεί, μιλώντας φιλοσοφικά, ανάμεσα στον εγωκεντρισμό και την αποξένωση ή Θεολογικά μιλώντας, ανάμεσα στην αυτοδικαίωση και την ειδωλολατρεία (Μπονόφερ, ηθική). Θα πρέπει λοιπόν να μάθουμε να βαδίζουμε στην κόψη τού ξυραφιού;
          Οι μελετητές των οποίων εξετάσαμε τα δεδομένα, προσπάθησαν να δώσουν μία απάντηση στο Θεολογικό επίπεδο. Το κοινό τους σημείο είναι ότι δέν ξεφεύγουμε απο τις δυσκολίες που επισημάνθηκαν εάν δέν υπάρχει μία πράξη απελευθερώσεως τού Λόγου, ένα δημιουργικό γεγονός το οποίο θα μπορεί να γεννά τον άνθρωπο σαν συνείδηση δια-ηθική ή Θεόνομη, κάτι που τίθεται πέραν τού σχήματος υποκείμενο-αντικείμενο, σε μία σχέση η οποία αγκαλιάζει το ένα με το άλλο, το ένα και το άλλο (Θεό-άνθρωπο-κόσμο).
          Η συνείδηση ειδομένη μ'αυτόν τον τρόπο αφήνει να διαφανεί μία σχέση κάθετη η οποίά διατέμνει την οριζόντια στην οποία καθυστερεί η φιλοσοφία!
          Συνεπάγεται ότι αυτή μεταμορφώνεται σε ορατό σημείο μιας αοράτου πραγματικότητος  και επομένως σε ένα ιεροπρεπές γεγονός. Καθαυτή, η συνείδηση τοποθετείται σαν σημείο αντιφάσεως, αμφίβολο στο οριζόντιο επίπεδο όπως υπήρξε και ο Λόγος στο γήϊνο έργο του! Απο την οπτική τής πίστεως παραμένουμε χωρίς απόξειξη, σε κατάσταση ομολογίας.
          Η οριζόντια κατάσταση ερμηνεύεται στην αναλογία της πίστεως μέσα στα όρια της ιστορίας μας απέναντι στον Φουτουρισμό του Θεού (Ebeling) και της συνειδήσεώς μας "βλέπομεν γάρ άρτι δι'εσόπτρου εν αινίγματι " (1 Κορ. 13,12).
          Υπάρχει μία αγωνία τού πιστού στην αναμονή τής Βασιλείας τού Θεού. Γεννάται δηλαδή μία ανισορροπία ανάμεσα στην χάρη και στην δημιουργία, η οποία δέν επιτρέπει τον σχηματισμό μιας ήσυχης συνειδήσεως, αλλά την κεντρίζει ανάμεσα σε κρίση και σε δικαίωση, πέραν των οριζοντίων συνθηκών και εγωκεντρισμών.
          Το πρόβλημα του αλάθητου τίθεται λοιπόν με διαφορετικούς όρους, σαν διαφάνεια τού Λόγου. Ο λόγος μας είναι αληθινός και αλάθητος στο μέτρο στο οποίο το γεγονός του Λόγου το προσλαμβάνει και το καθιστά διαφανές πέραν της οριζοντίου διαστάσεώς του! Το ίδιο πρέπει να πούμε και για την συνείδηση και, κατά τον Ebeling, και για τον ίδιο τον άνθρωπο. Στο επίπεδο του ορατού σημείου παραμένει ανοιχτή η δυνατότης τής αναιρέσεως, αλλά παραμένει επίσης η απαίτηση τής καθαρής έκφρασης, τής προσαρμογής και τής ακρίβειας αναλογικώς με το καθοριστικό γεγονός τού Λόγου, χωρίς το οποίο παραμένουμε εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις και στις εντάσεις οι οποίες φανερώνονται απο την πρόοδο τής αποιεροποιήσεως.

                                ΤΕΛΟΣ

ΣΧΟΛΙΟ: Ας δούμε όμως τί λέει η παράδοσή μας στό θέμα Ποιός είναι ο στύλος πού τήν στηρίζει, ο οποίος χάθηκε πλέον καί στήν θέση του κυριάρχησε η αυτοσυνειδησία τού ΕΓΩ:

Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.

“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.

Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.

Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

"Οι Πατέρες μάς λένε ότι τίποτε δέν είναι απόλυτο(ανεξάρτητο από τά άλλα) καί απλό στήν ουσία, παρά μόνο τό Θείο, ενώ όλα τά άλλα όσα είναι έπειτα από τό Θεό καί παίρνουν τήν ύπαρξή τους από τό Θεό αποτελούνται από ουσία καί ποιότητα, ήτοι δύναμη δηλαδή από ουσία καί συμβεβηκότα.
Άν αυτό συμβαίνει τότε καί η ψυχή πού είναι νούς κατά τή δύναμή της, έχει οπωσδήποτε ως αγέννητο τόν εαυτό της πού γεννά νοητά γιά τον ευατό του, ώστε νά υπάρχει ο λόγος πού είναι μέσα στό νού καί από αυτόν νά γεννιέται άλλος, έχοντας τήν ιδιότητα πού συνοδεύει τή γέννηση πού μέ κανένα τρόπο δέν επιδέχεται αντιστροφή. Αυτός λοιπόν ο λόγος, αυτός πού έτσι είναι καί γεννιέται, παίρνοντας τή φωνή τής υπηρέτριας φύσης, προφέρεται καί γεννά λόγο σέ άλλο νού καθώς παραπέμπεται μέ τήν ακοή εκείνου πού τόν δέχεται στόν νού. Καί γεννά λόγο σέ άλλο νού, όχι βέβαια δημιουργώντας λόγο μέσα σέ άλλο νού αλλά δίνοντας δύναμη είδους, γιά νά τό πώ έτσι, καί μορφής δύναμιν γιά νά σχηματίσει νόημα αυτός πού ακούει."

ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΟΥΜΕ ΜΑΛΛΟΝ ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

Αμέθυστος

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. (2 )

Συνεχίζεται από: Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. 
Του Renzo Bertalot.
         
ΙΙ. Ο Paul Lehmann έρχεται σε επίγνωση και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι τής γενιάς μας, τού γεγονότος ότι η Έννοια τής συνειδήσεως έχασε το ενδιαφέρον της και είναι πλέον κατηγορούμενη για ασημαντότητα λόγω τής αδυναμίας της να καθορίσει την συμπεριφορά και απο το αβέβαιο στριφογύρισμά της ανάμεσα σε αυτονομία και ετερονομία, ανάμεσα σε απόλυτότητα και σχετικότητα! Από το ένα μέρος σημειώνει την εγκατάλειψη τού στοιχείου τής ελευθερίας, κάτω απο την πίεση μίας αυξάνουσας εξωτερικής νομοθεσίας, η οποία καθιστά τον άνθρωπο έναν αλλοτριωμένο. Απο το άλλο μέρος σημειώνει ακόμη ότι η επιμονή στην αυτονομία καταστρέφει την υπακοή και καθιστά τον άνθρωπο τόν δημιουργό τών ανθρωπίνων συνθηκών. Κατά βάθος όλη η ιστορία τής έννοιας τής συνειδήσεως δέν είναι άλλο απο την έρευνα ενός πλαισίου ισχύοντος το οποίο την εξασφαλίζει. Θα μπορούσαμε λοιπόν να επαναθέσουμε το πρόβλημα, προτείνοντας ένα νέο σημείο εκκίνησης και θεωρίας ικανού να προσφέρει μία ηθική πραγματικότητα και μία δύναμη πράξης στην συνείδηση!
          Για τον Lehmann η έρευνα πραγματοποιείται ξεκινώντας απο μία μεσσιανική Θεολογία η οποία έχει υπ'όψιν της τήν πράξη τού Θεού στον κόσμο και την κοινωνία τών πιστών. Η απάντηση στην ερώτηση: "Τί πράγμα πρέπει να κάνω σαν πιστός τού Χριστού και σαν μέλος της Εκκλησίας του;" είναι μόνον μία: Το θέλημά Του. Η ενέργεια τού Θεού στον κόσμο συνίσταται στο να καταστήσει ανθρώπινη την ζωή τού ανθρώπου. Πρόκειται για την πολιτική τού Θεού η οποία δέν θέλει να κάνει τον άνθρωπο ένα ηθικό όν αλλά ένα ώριμο όν τού οποίου η ανθρωπότης (ανθρώπινη πληρότης, ολότης) θα είναι κατανοητή με όρους σωτηρίας. Καθότι η θέληση τού Θεού δέν μπορεί να γενικευθεί, έτσι και η συμπεριφορά τού ανθρώπου δέν μπορεί να περιορισθεί απο αρχές και τύπους, αλλά πρέπει να είναι ελεύθερη, δυναμική, προσεκτική και υπάκοη. Ανάμεσα στην ενέργεια ή τήν πράξη τού Θεού και την ανθρώπινη κατάσταση πρέπει να βρεθεί η "σωστή λέξη". Δέν είναι θέμα προφορικής αληθοφάνειας αλλά "παραβολών τής αλήθειας".
          Η κατάσταση, στην Μεσσιανική προοπτική, αντιπροσωπεύει λοιπόν το πλαίσιο για τον ηθικό στοχασμό τής συνειδήσεως. Ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στην αυτονομία και την ετερονομία τίθεται λοιπόν, η Θεονομική συνείδηση! Ο άθρωπος δέν αποφασίζει απο μόνος, αλλά στο πλαίσιο τού ανθρωπισμού τού ανθρώπου, δείχνοντας κάθε φορά το όριο ανάμεσα στην ανθρωποποίηση και την απανθρωπία! Η Θεονομική συνείδηση εδραιώνει την σχέση η οποία οφείλει να διατρέξει ανάμεσα στην πολιτική τού Θεού στον κόσμο και την υπακοή τής πίστης.
          Αυτή δέν είναι λοιπόν ούτε νομικιστική ούτε αυτόνομη, αλλά μία παραβολή τής ελευθερίας τού Χριστού, το κεντρικό σημείο τού ηθικού στοχασμού. Ο ίδιος ο Απ. Παύλος κατά τον Lehmann πραγματοποιεί αυτή την επανάσταση στην έννοια τής συνειδήσεως, τοποθετώντας την σε σχέση με την πολιτική τού Θεού, δίνοντάς της δηλαδή ένα συμφραζόμενο για την Εκκλησία! Η συνείδηση τού πλησίον, στο εσωτερικό τής κοινωνίας συμπίπτει με τον στοχασμό σαν συμφραζόμενο (Ι Κορ. 8,8-13), αλλά δέν συνιστά τον κανόνα! Μόνον ο Θεός κυβερνά και μορφοποιεί την συνείδηση σύμφωνα με το δικό του κριτήριο δράσης. Η Θεονομική συνείδηση αποστερείται την δύναμή της να κατηγορεί και να συγχωρεί τόσο τον πλησίον, όσο και τον εαυτό της, διότι γίνεται ένα όργανο της πολιτικής του Θεού (Ι Κορ. 10,31). Αναδύεται λοιπόν η καλή συνείδηση, η ακεραιότης τής καρδιάς, η οποία έχει την δύναμη να καθορίζει, στην Χριστιανική κοινωνία, την συμπεριφορά μέσω τής υπάκοης ελευθερίας, τής ελευθερίας τής υπακοής!
          Το αλάθητο, σαν ερώτημα το οποίο δέν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί, βρίσκει την απάντησή του όχι στις λογικές γενικεύσεις στις οποίες θα μπορούσε να μειωθεί μία μερική έρευνα στην γλώσσα, αλλά στην δύναμη τής μεταμορφώσεως. Η συμπεριφορά εκφράζει με παραβολές την νέα ανθρωπότητα, επομένως η γνωστή λέξη αναζητάται συμβολικά, όχι με  όρους τελειότητος, αλλά παραβολικής δυνάμεως, κάτι που αποκλείει το μονοδιάστατο!
          ΙΙΙ. Ο Πώλ Τίλλιχ, αφού έλαβε γνώση τής δύσκολης εξέλιξης τής έννοιας τής συνειδήσεως και τής δυσκολίας ακόμη και τής κατανοήσεώς της στην σημερινή κατάσταση, προσπαθεί να εξάγει νέα συμπεράσματα, κατάλληλα στην Θεολογική του σκέψη, διατρέχοντας τήν οδό τού υπαρξιακού στοχασμού. Έτσι αναφέρεται στον Χάιντεγκερ και στην δική του έννοια τής ένοχης ύπαρξης. Η πράξη εμπλέκει μία ενοχή, και γι'αυτό η καλή συνείδηση παραμένει μία ψευδαίσθηση! Δέν είναι δυνατόν, παρατηρεί ο Τίλλιχ, να συνδυάσουμε μία ευαίσθητη συνείδηση με μία καλή συνείδηση. Πρέπει να κατορθώσουμε την υπέρβαση αυτής τής διαμάχης τόσο στην ψυχανάλυση όσο και στην θρησκεία. Όσον αφορά δε αυτή την τελευταία, η σωτηρία συστήνει την ηθική κατάσταση η οποία επιτρέπει την υπέρβαση τής κρίσης. Η σιγουριά τής πίστης δέν μπορεί να έλθει απο την συνείδηση, αλλά μπορεί να αναδυθεί απο μία συνείδηση πέραν τής ηθικής, ξεκινώντας απο το Λουθηρανό δόγμα τής δικαιώσεως διά τής χάριτος.
          Αυτή η καλή δια-ηθική συνίσταται στην αποδοχή τής κακής ηθικής συνειδήσεως, η οποία είναι καθαυτή αναπόφευκτος. Με άλλα λόγια πρόκειται για την υπέρβαση τού πλαισίου μέσα στο οποίο η συνείδηση θεωρείται επαρκής, για να μεταφερθεί στην σφαίρα απο την οποία προσλαμβάνει την αξία της.
          Αυτές οι υποδείξεις τού Τίλλιχ διαβάζονται παράλληλα με τους στοχασμούς του στην γλώσσα οι οποίοι ενδιαφέρουν επίσης σαν ένα περασμένο πλαίσιο τού θέματός μας.
          Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο είναι η προϋπόθεση κάθε γνώσεως: ή καταργούμε το ένα εις βάρος του άλλου ή βρίσκεται μία αρχή κοινή που τα ενώνει. Η γλώσσα η οποία ειναι η βασική έκφραση τού ανθρωπίνου πνεύματος, βρίσκεται περιορισμένο ανάμεσα στους δύο πόλους αυτού τού σχήματος, σε μία διαλεκτική η οποία το φθείρει και το νικά διαρκώς. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι πρέπει να γνωρίζουμε να διακρίνουμε έναν ιδιαίτερο παράγοντα, συνδεδεμένο με τον τρόπο συνάντησης με την πραγματικότητα, και έναν καθολικό ο οποίος εκφράζει τον Λόγο, το κριτήριο κάθε ιδιαιτέρου λόγου! Διότι κάτι καθολικώς ισχύον περιέχεται σε κάθε σημαντική έκφραση, περιορισμένη στις δυνατότητές της, διότι εξαρτώμενη απο διάφορες νοοτροπίες, νοητικές στάσεις και συμπεριφορές!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ(1).

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. 
Του Renzo Bertalot.

Εισαγωγή!
         
Image result for περι συνειδησεωςΟ Πώλ Ρικέρ ερευνώντας το θέμα: "Η κριτική τής θρησκείας και η γλώσσα τής θρησκείας", μας επέστησε την προσοχή στην εντυπωσιακή μείωση του χώρου τού ιερού που πρέπει να καταγράψουμε στον αιώνα μας σε αντίθεση τών προηγουμένων. Η σκέψη τού Μάρξ, τού Νίτσε και τού Φρόϋντ φανέρωσε ότι μέρος όσων παραδοσιακώς αποδιδόταν στον χώρο τού ιερού, σήμερα μειώθηκε σε απλό οικονομικό νόμο ή σε ασυνείδητη εξύψωση τής βουλήσεως και τού ενστίκτου! Πρόκειται για μία διαδικασία ατρέπτως κατευθυνόμενη σε όλο και πιό ανησυχητικές προεκτάσεις τών οποίων δέν διακρίνουμε ακόμη το τέλος. Πρέπει λοιπόν να λάβουμε υπ'όψιν μας ότι η έννοια τής συνειδήσεως προσφέρεται πολύ εύκολα να παρασυρθεί απο την τρέχουσα αποιεροποίηση, μετά την λαμπρή τύχη που γνώρισε στο πρόσφατο παρελθόν.
          Δέν έσβυσε ακόμη, στο προτεταντικό κήρυγμα, η επιρροή μιάς έννοιας τής συνειδήσεως η οποία δέν δίσταζε να ταυτισθεί με την ίδια την φωνή τού Θεού. Είναι αλήθεια ότι αυτή η κατεύθυνση βρίσκει την καταγωγή της, μακρυά απο την Θεολογία των Μεταρρυθμιστών τού XVI αιώνος, αλλά όπως παρατήρησε ο Τίλλιχ, στις πνευματιστικές θέσεις τού Θωμά Munster και όσων ακολούθησαν τα ιδια μονοπάτια.
          Δέν μπορούμε επιπλέον να μήν θυμηθούμε την αποφασιστική επιρροή τής φιλοσοφίας τού Κάντ και τις διάφορες εκφράσεις τού θρησκευτικού Ρομαντισμού.
          Εάν είναι αλήθεια ότι ακούγονται ακόμη σποραδικά αντίλαλοι αυτών τών εννοιών τής συνειδήσεως άλλο τόσο αλήθεια είναι όμως ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει στο μεταξύ.
          Η βιβλική ανανέωση η οποία έχει στο κέντρο της τήν φιγούρα και το έργο τού Μπάρτ θέλησε να αποκοπεί βίαια απο κάθε σχέση με το φιλελεύθερο παρελθόν και αποκήρυξε εκείνον τον τρόπο με τον οποίο γινόταν κατανοητή η συνείδηση, τόσο που η λέξη τέλος φαινόταν γραμμένη καθοριστικά σε ένα κεφάλαιο Θεολογικού εσωτερικού στοχασμού , ο οποίος κατηγορήθηκε για υποκειμενισμό.
          Ο πραγματισμός τού J.Dewey φτάνει στα ίδια αποτελέσματα κινούμενος στο επίπεδο τής φιλοσοφίας και τής παιδαγωγίας. Η συνείδηση μειώθηκε στις διαστάσεις ενός κοινωνικού φαινομένου στο εσωτερικό τής δυναμικής τής προόδου! Η αλλαγή, η εξέλιξη τής καταστάσεως προκαλούν μία αμφιβολία στις κερδισμένες θέσεις, κάτι που δέν θα συνέβαινε σε μία στατική κατάσταση! Απο εδώ προέρχεται η συνείδηση σαν ασθένεια τής ωρίμανσης και σαν ώθηση προόδου.
          Η ψυχανάλυση βρίσκεται στις ίδιες θέσεις, με τον Φρόϋντ. Η συνείδηση εξηγείται σάν μία νευρωτική εκδήλωση οφειλόμενη στην αντιπαράθεση ανάμεσα στο ένστικτο και το περιβάλλον, με άλλα λόγια σαν κοινωνική αγωνία. Εάν όμως πρέπει ακόμη να μιλήσουμε για συνείδηση, πρέπει να το κάνουμε έχοντας υπ'όψιν μας ότι είναι η τιμή τής προόδου μας στον πολιτισμό. Προτάθηκε και η κατάργηση εξ'ολοκλήρου τής έννοιας διότι δέν γίνεται πλέον κατανοητή και διότι τα περιεχόμενά της αλλάζουν συνεχώς εάν δέν έχουν παρακμάσει ολοκληρωτικώς λόγω έλλειψης οποιουδήποτε ενδιαφέροντος.
          Εάν είναι δυνατόν λοιπόν να σκεφθούμε ότι ο χώρος τού Ιερού μειώθηκε επιπλέον, δέν μπορούμε όμως να πούμε ότι φτάσαμε στην λέξη τέλος. Αυτό που αποτελεί μέρος τής ιστορίας μας δέν τελειώνει ποτέ!
          Αποδεχόμενοι τον περασμένο στοχασμό, σαν μία αναγκαία κάθαρση για την οποία δέν μπορούμε παρά να ευχαριστούμε, τουλάχιστον για όσους δέν υπέφεραν απο την φάση τής συσκοτίσεώς της, μπορούμε να πούμε ότι ήρθε η ώρα να επαναλάβουμε την συζήτηση, αρχίζοντας ένα νέο κεφάλαιο. Και έτσι η ερμηνευτική τής γλώσσας τής θρησκείας εμφανίζεται καθαρά σ'αυτό το σημείο.
          Προτιθέμεθα λοιπόν να ακολουθήσουμε τρείς σημαντικές φωνές στο εσωτερικό τού προτεσταντικού στοχασού οι οποίες προσπαθούν να ξαναπιάσουν την καθοδηγητική γραμμή τής συζητήσεώς μας, προσφέροντας νέες επισημάνσεις στο τόσο αμφισβητούμενο θέμα τής συνειδήσεως.
Ι.       Με τον Gerhard Ebeling, το πρόβλημα τής συνειδήσεως επιστρέφει στην επικαιρότητα ακριβώς λόγω τής ιδιαίτερης προοπτικής τής ερμηνευτικής τής γλώσσας στην οποία εισάγεται. Μακρυά πλέον απο τις έννοιες τής εσωτερικής αυθεντίας ή της εξωτερικής, απο ένα όραμα παραδοσιακώς οντολογικό τού ανθρώπου, ο Ebeling προτείνει έναν στοχασμό για την συνείδηση σαν τόπο όπου αποφασίζεται αυτό που είναι αληθινά η ανθρώπινη φύση! Μέσα στην συνείδηση ακριβώς αποκαλύπτεται σε ποιόν ανήκει ο άνθρωπος, ποιός είναι και πού κατοικεί, εάν είναι μεγαγχολικός ή χαρούμενος. Όλη η πραγματικότης, ο κόσμος, προσλαμβάνει την σημασία της απο παρόμοιες προϋποθέσεις, λόγω των οποίων η συνείδηση δέν είναι πλέον ένας τόπος μέσα στον άνθρωπο αλλά ο τόπος του ανθρώπου. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι αυτός αναδύεται γλωσσικά στον δικό του τρόπο που αποφασίζει! Τής απόφασης.
          Ο ίδιος ο χώρος τής πίστεως ο οποίος διαφεύγει απο την χειραγώγηση και την έρευνα, οφείλει να μεταφρασθεί σε εμπειρία και σε  απόφαση, για τα οποία η υποχρεωτική πορεία είναι η συνείδηση και η ερμηνευτική της λειτουργία-Ακόμη και το κήρυγμα σαν εργαλείο τής σωτηρίας είναι μία λέξη που συμβαίνει: ένα γλωσσολογικό γεγονός. Ο πλήρης άνθρωπος μορφώνεται σε μία διαδικασία αποφάσεων οι οποίες λαμβάνονται, κατανοούνται και ερμηνεύονται στην συνείδηση! Επιπλέον μέσα στην συνείδηση ο Θεός, ο άνθρωπος και ο κόσμος συναντώνται. Εάν αυτό δέν συνέβαινε θα είμαστε καταδικασμένοι σε έναν μεταφυσικό λόγο ή επιστημονικό χωρίς καμμία αναφορά στην σημασία η οποία δίνει έκφραση στον άνθρωπο. Δηλαδή η τελική αξία τού ανθρώπου είναι η συνείδηση η οποία εκφράζει τα ανοίγματά του και τις δυνατότητεές του.
          Η συνείδηση θέτει στον άνθρωπο την ερώτηση τής ταυτότητός του με τον εαυτό του σάν αντικείμενο και υποκείμενο. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο στιγμές φανερώνει την ανθρώπινη σύσταση σαν αντιπαράθεση, και απαιτεί απόφαση, ευθύνη και έκφραση. Βεβαίως είναι δυνατόν να ερευνηθεί το θέμα αποφεύγοντας να εισάγουμε τον Θεό σαν προϋπόθεση! Η φωνή τής συνειδήσεως, πράγματι, δέν είναι δυνατόν να ταυτισθεί με την φωνή τού Θεού, αλλά είναι και η ευκαιρία για να τεθεί το ερώτημα για τον Θεό και να ξεφύγουμε απο την μερικότητα τής έρευνας.
          Ο Ebeling δέν θέλει να αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχει τώρα μία ανοιχτή οδός η οποία απο τον άνθρωπο οδηγεί στον Θεό. Σ'αυτό το σημείο είναι ριζικός και η θέση του λαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιάς ομολογίας πίστεως. Δέν είναι ο στοχασμός που συνδέει τον Θεό στην συνείδηση, αλλά είναι η πρωτοβουλία του Θεού που ομιλεί! Δέν είναι δυνατόν να σκεφτούμε να αποκτήσουμε ορθολογικά, απο νέες ατραπούς, την γνώση αυτού πού υποχρεωτικώς διέρχεται μέσω τής στενής οδού τής πίστεως.
          Η συνείδηση πρέπει να ελευθερωθεί, διαφορετικά η ελευθερία της παραμένει μία ψευδαίσθηση η οποία οδηγεί στην απελπισία ή στην κενοδοξία. Δέν είναι τίμιο να συνεχίζουμε να καλούμε στην ευθύνη μία γενιά ασυνείδητη. Η ταυτότης με τον εαυτό, πέραν του διαχωρισμού ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, είναι εφικτή μόνον στο γεγονός τού Λόγου ο οποίος δημιουργεί την αγαθή συνείδηση. Εάν δέν επέλθει η ελευθερία απο τον Θεό, η συνείδηση παραμένει κακή συνείδηση: αλήθεια και ελευθερία δέν είναι κάν νοητά.
          Εάν λοιπόν είναι χρέος τού Θεολόγου να μεταφέρει τον λόγο με πειθώ και επάρκεια και γι'αυτό να εμβαθύνει τα προβλήματα που σχετίζονται με μία δεδομένη κατάσταση, είναι επίσης αναγκαίο να θυμηθούμε ότι η διαμόρφωση τής αγαθής συνειδήσεως, τής πίστεως, δέν είναι άλλο απο την ανάσταση τών νεκρών.
          Η χρεία τού αλάθητου, στον Ebeling, αποφασίζεται λοιπόν στο γεγονός τής ελευθερώσεως τού Θεού, που είναι η αλήθεια. Σ'αυτό το συμβάν ο άνθρωπος βρίσκει την ταυτότητα με τον εαυτό του, όχι ώς coran seipso αλλά coram Deo.
          Η τελευταία αξίωση συνδέεται με το μέλλον, με τον Θεό, που θέτειν τον άνθρωπο πέραν της εμπειρίας τού εαυτού του και τού κόσμου!

Συνεχίζεται

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΑΝ ΙΕΡΟΤΗΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ.