Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Johann Adam Möhler - Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Johann Adam Möhler - Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία (5)

  Συνέχεια από Τρίτη 6 Μαίου 2025

                                Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού

Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

Κεφάλαιο 2: Η λογική ενότητα


Η χριστιανική διδασκαλία είναι η εννοιολογική έκφραση χριστιανικού πνεύματος. Το γράμμα δεν κατανοείται χωρίς το πνεύμα. Ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε δια του ζωντανού λόγου, δια της εξωτερικής παραδόσεως. Στην προσπάθεια προσδιορισμού ποια είναι η αληθής διδασκαλία, ο πιστός εξαρτάται από το σύνολο των πιστών. Η γραφή και η παράδοση πάνε μαζί και δεν μπορούν να διαχωριστούν.
Η εσωτερική, η πνευματική ζωή του Χριστιανού, το έργο του θεϊκού πνεύματος που ζωοποιεί τους πιστούς, πρέπει από τη στιγμή που είναι παρούσα (η πνευματική ζωή) να αναζητήσει μια έκφραση, πρέπει να ανοίξει το δρόμο προς τα έξω και να μιλήσει για τον εαυτό της. Έτσι όπως επανειλημμένα, και με τη διαμεσολάβηση του γράμματος, έχει κοινοποιήσει την πίστη που εξέφρασαν άλλοι (Ρωμ. 10, 17: ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ.). Το εσωτερικό όμως έπρεπε να αναπαρασταθεί νωρίτερα, εν μέρει διότι η εσωτερική πίστη είναι η ρίζα της εξωτερικής, και εν μέρει διότι όπως ορθά κατανοείται, δίδεται πριν την εξωτερική (πίστη), πριν τη διδασκαλία (1). Ο Χριστός έφερε τη διδασκαλία Του, προτού την εκφράσει με λόγια, μέσα στη συνείδηση Του. Ο Πέτρος ήταν προηγουμένως, δια της θεϊκής επίδρασης, πεπεισμένος για την αξία του Χριστού, όταν έδωσε την απάντηση στην ερώτηση του Ιησού: «Τίνα με λέγουσι οι άνθρωποι είναι;», έστω και αν πρέπει να υποθέσουμε μόνο ένα στιγμιαίο προηγουμένως. Όλοι εν τέλει οι Απόστολοι είχαν λάβει το Άγιο Πνεύμα προηγουμένως, όταν κήρυτταν τις εσωτερικές τους κινήσεις, την εσωτερική τους πίστη, και για μας τους ίδιους, όπως και για τους Αποστόλους, θα πρέπει οπωσδήποτε να πούμε, πως τη διδασκαλία, την κατανοητή έκφραση της νέας, δια του Αγίου Πνεύματος μεταδοθείσης ζωής, δεν την καταλαβαίνουμε προτού δεχθούμε την νέα αρχή ζωής. Αυτό όμως μπορούμε να το θεωρήσουμε χωρίς περαιτέρω έρευνα ως άμεση συνέπεια των μέχρι τώρα εξελίξεων, πως η χριστιανική Εκκλησία δεν θεμελιώθηκε στις ιερές Γραφές. Αν ο Χριστιανισμός ζούσε στην ψυχή του Κυρίου μας και στις ψυχές των Αποστόλων Του, που ήταν πλήρεις Αγίου Πνεύματος, πριν γίνει έννοια, λόγος και γράμμα, τότε πρέπει να υποστηρίξουμε: πριν το γράμμα ήταν το πνεύμα. Όποιος λοιπόν κατέχει το ζωοποιό Πνεύμα, θα καταλάβει το γράμμα, την έκφραση του Πνεύματος: το ίδιο όμως Πνεύμα, που πληρούσε τους Αποστόλους, είναι εκείνο που θα πληρεί αιωνίως την Εκκλησία. Όποιος λοιπόν έχει το Πνεύμα από την Εκκλησία, θα αναγνωρίζει και θα κατανοεί τον εαυτό του με εκείνη τη μορφή: το Πνεύμα συναντά και πάλι μόνο τον εαυτό του. Για τον λόγο αυτό, οι ιερές Γραφές δεν κατανοούνται εκτός της Εκκλησίας. Γιατί αν εκεί που είναι το Πνεύμα, βρίσκεται και η Εκκλησία, και όπου η Εκκλησία εκεί και το Πνεύμα (2§), τότε το Πνεύμα θα έπρεπε να βρίσκεται εκτός του εαυτού του, εάν μπορούσε κανείς να καταλάβει τις Άγιες Γραφές, το έργο Του, εκτός της Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό ισχύει η θεμελιώδης θέση, πως η Εκκλησία εξηγεί την Βίβλο, δηλαδή χρειάζεται το Πνεύμα για το γράμμα, ή αλλιώς, το γράμμα δεν είναι πνεύμα, αλλά είναι μόνο έκφραση του Πνεύματος, και αν έλαβε κανείς το Πνεύμα αυτό μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, θα καταλάβει την έκφραση (2). Και οι Απόστολοι κατάλαβαν πλήρως τον λόγο του Χριστού, μόνο όταν τους δίδαξε το Άγιο Πνεύμα (3). Όπως το σύμπαν και η ιστορία είναι αποκαλύψεις του Θεού, αλλά δεν διδάσκουν τον αληθινό Θεό σε εκείνον που δεν φέρει ήδη μέσα του συνείδηση του Θεού, έτσι και οι βιβλικοί λόγοι είναι αποκαλύψεις του Αγίου Πνεύματος, αλλά κατανοητοί μόνο για εκείνον, στον οποίο το Άγιο Πνεύμα μεταδοθεί. Μόνο το Πνεύμα γεννά Πνεύμα, και μόνο η ζωή γεννά ζωή. Ποτέ το γράμμα δεν γεννά το Πνεύμα, και το νεκρό το ζωντανό. Ματαίως θα κοπίαζε κανείς να διδάξει το ανθρώπινο πνεύμα σε όντα κατώτερου είδους, με το να τους δώσει ένα βιβλίο που έγραψαν άνθρωποι: θα έβρισκαν εκεί σκέψεις μόνο του δικού τους είδους και τρόπου. Ο ειδωλολάτρης Κέλσος είχε πει, πως στη Βίβλο δεν βρίσκεται κάτι καλό, που δεν έχει ήδη ειπωθεί από μια πλειάδα φιλοσόφων και ποιητών (4). Ο Ωριγένης αντέτεινε, πως το γράμμα σκοτώνει, το πνεύμα, η δύναμη και η ζωή, είναι αυτό, βάσει του οποίου πρέπει να κρίνει κανείς τον Χριστιανισμό (5). Ο Κέλσος δεν είχε αυτό το Πνεύμα, για το λόγο αυτό βρήκε στην Αγία Γραφή μόνο πράγματα που αντιστοιχούσαν στην κατώτερη θέση του. Όπως αποδεικνύει αυτό που ήδη ειπώθηκε, ο τρόπος της Εκκλησίας, δηλαδή να μη θεμελιώνεται σε λέξεις και γράμματα, βασίζεται στην υψηλή κατανόηση των μελών της, στην τιμή των πιστών της. Τους θεωρεί ως νέα δημιουργία, ως πλήρως αναμορφωμένους ανθρώπους, που χαρακτηρίζονται από μια νέα αρχή ζωή, ένα νέο πνεύμα (6, Κλήμεντος Αλεξανδρείας Στρωματείς: ιδου ποιώ καινά, ο λόγος φησίν, α οφθαλμός ουκ είδεν, ουδέ ους ήκουσεν ουδέ επί καρδίαν ανθρώπου ανέβει. Καινώ οφθλαμό, καινή ακοή, καινή καρδία, όσα ορατά και ακουστά, καταληπτά δια της πίστεως και συνέσεως, πνευματικώς λεγόντων, ακουόντων, πραττόντων των του Κυρίου μαθητών.): αυτό το πνεύμα πρέπει να κατέχει όποιος θέλει να κατανοεί τη γλώσσα του νέου πνεύματος.
§9
Πως όμως τα σκέφτηκε και τα προσδιόρισε αυτά η αρχαία Εκκλησία, πρέπει να το αναπτύξουμε.- Οι Απόστολοι κήρυξαν, αυτό που έλαβαν από τον Κύριο μέσα στον ζωντανό λόγο, εμψυχωμένοι από ένα Πνεύμα, και πάλι με ζωντανό λόγο σε όλους τους τόπους. Όπου ιδρύονταν μια κοινότητα, αφηνόταν η ίδια διδασκαλία, μέσω του ίδιου Αγίου Πνεύματος, γιατί χωρίς Αυτό, δεν είναι δυνατή η ίδρυση μιας χριστιανικής Εκκλησίας. Και έτσι έπρεπε σε ολόκληρη την Εκκλησία, μετά την επέκταση της, να αντηχήσει μια μοναδική διδασκαλία ως έκφραση της μιας εσωτερικής θρησκευτικής ζωής, σαν να ήταν η έκφραση του ενός και του αυτού Πνεύματος. Έτσι συνεχίστηκε αφού οι Απόστολοι είχαν εγκαταλείψει τις νεαρές κοινότητες. Αυτοί μπορούσαν να λείψουν, όχι όμως το Πνεύμα, το οποίο είχε επαγγελθεί και δοθεί και στους μαθητές των Αποστόλων. Σε κάθε Εκκλησία άφησαν διδασκάλους, ως συνέχεια τους και ως όργανα του αυτού Πνεύματος, οι οποίοι ήταν σε θέση να αποδώσουν με πιστότητα αυτό που τους το εμπιστεύτηκαν (β’ Τιμ. 1, 13-14 ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρ' ἐμοῦ ἤκουσας, ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· 14 τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν. επίσης β’ Τιμ. 2, 1-2: Συ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, 2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι όπως και προς Τίτον 1, 5: Τούτου χάριν κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσῃ, καὶ καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην,).Έτσι διαδόθηκε με τον ζωντανό λόγο η χριστιανική διδασκαλία στη πρώτη και στη δεύτερη σειρά και ούτω καθ’ εξής, ως εξολοκλήρου ίδια διδασκαλία. Οι Εκκλησίες που προήλθαν από την μια αποστολική ήταν το πιστό αντίτυπο αυτής, ως από μια κοινή μητέρα. Έτσι λέει ο Τερτυλλιανός: «Οι Απόστολοι μαρτύρησαν πρώτα στην Ιουδαία την πίστη στον Ιησού Χριστό, ίδρυσαν Εκκλησίες, και ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο: την ίδια διδασκαλία της ίδιας πίστης κήρυτταν στους λαούς. Ίδρυαν αμέσως εκκλησίες σε κάθε πόλη. Από αυτές δανείζονταν οι υπόλοιπες Εκκλησίες τις καταβολάδες της πίστεως και τον σπόρο της διδασκαλίας, και τα δανείζονταν καθημερινά, ώστε να γίνουν Εκκλησίες (1). Με τον τρόπο αυτό γίνονταν αποστολικές Εκκλησίες, καθώς ήταν παράγωγο τους. Κάθε ον, οποιουδήποτε είδους, πρέπει να κριθεί βάσει της καταγωγής του. Οι τόσες πολλές και μεγάλες Εκκλησίες είναι επομένως μια. Εκείνη δηλαδή η πρώτη, η ιδρυθείσα από τους Αποστόλους, από την οποία προέρχονται. Έτσι λοιπόν είναι όλες η πρώτη (πηγαία) και όλες αποστολική, με το να είναι μια. Όλες κηρύττουν την ενότητα» (2). Και για τον λόγο αυτό ο Ειρηναίος μπόρεσε να εκφραστεί ως εξής: «Αυτό το κήρυγμα, αυτή η διδασκαλία, την οποία έλαβε όπως είπαμε η Εκκλησία, την διαφυλάσσει με επιμέλεια, αν και είναι διασκορπισμένη σε όλο τον κόσμο, σαν να κατοικεί σε ένα σπίτι. Την πιστεύει, σαν να κηρύττει με συμφωνία μια ψυχή και μια καρδιά, διδάσκει και την μεταδίδει, σαν να είχε ένα στόμα. Είναι μεν πολλές οι γλώσσες στον κόσμο, αλλά η δύναμη της παραδόσεως είναι μια. Και ούτε οι Εκκλησίες που ιδρύθηκαν Γερμανία πιστεύουν ή παραδίδουν διαφορετικά, ούτε αυτές στην Ιβηρία, ούτε στα μέρη των Κελτών. Ούτε οι Εκκλησίες που ιδρύθηκαν στην Ανατολή, ούτε στην Αίγυπτο, ούτε στη Λιβύη, ούτε αυτές που βρίσκονται στο κέντρο του κόσμου. Αλλά όπως ο Ήλιος είναι ένας και ο αυτός σε όλον τον κόσμο, έτσι λάμπει το κήρυγμα της αληθείας, και φωτίζει όλους τους ανθρώπους, που θέλουν φτάσουν στην γνώση της» (3).

Συνεχιζεται

Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας - BRANDON GALLAHER

Αυτό πού προτείνουμε είναι ότι, ενδεχομένως, το μέλλον τής Ορθοδοξίας δεν βρίσκεται σε ό,τι έχει καταντήσει μία κορεσμένη αντανακλαστική κίνηση πού επιδιώκει να συλλάβει απεγνωσμένα το αμιγώς ανατολικό (ΣτΜ. ορθόδοξο) φρόνημα, το οποίο είναι διαθέσιμο, κατά κάποιο τρόπο σφραγισμένο ερμητικά εναντι τής μετά το Μέγα Σχίσμα Δύσης, μέσα στους Πατέρες καί τη λειτουργική παράδοση (π.χ. η «οντολογία των Καππαδοκών», η «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» καί «η πατερική εξηγητική»), διαχωρίζοντας την ίδια στιγμή τον εαυτό της από ό,τι διαφορετικό, αλλότριο, δηλαδή δυτικό. Αντίθετα, η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί εάν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε καί μέσα σε ό,τι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει τελείως αλλότριο, ακόμη καί εχθρικό, ποιοί είμαστε. Θα μπορούσαμε τότε να ανακαλύψουμε την ανατολικο-ορθόδοξη ταυτότητά μας μέσα από μία θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δυτικό. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά κατ’ επέκταση, καί η σύγχρονη φιλοσοφία, οι μη χριστιανικές παραδόσεις καί, πολύ περισσότερο, οι επιστήμες. Συνεπώς, μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό ως πράγματι Ανατολικό ή Ορθόδοξο ακριβώς μέσα από τη θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε καί στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία θα έπραττε συνετά αν αντέστρεφε το παράδειγμα του Φλωρόφσκυ καί μέσα από την αναγνώριση του γεγονότος ότι, αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από αυτή την κοινή συνάντηση-αναγνώριση, ανακαλύπτουμε πραγματικά που ανήκει η καρδιά μας. «Η Ανατολή είναι η Δύση -για να παραλλάξουμε τον Kipling-, η Δύση είναι η Ανατολή καί το ζεύγος κάποτε θα σμίξει»215, με συνέπεια τα δύο μέρη να εμπλακούν σέ μία συνεχή καί δημιουργική ένταση, σέ μία ταύτιση των άκρων. Για να λάβουμε ένα παράδειγμα από την Ανατολή, αναγνωρίζουμε τον Φλωρόφκσυ ως έναν όντως ανατολικό θεολόγο, κυρίως στα σημεία που αυτός μεταλλάσσει αριστουργηματικά τον δυτικό θεολόγο Möhler στον τρόπο πού αυτός διαβάζει τούς Πατέρες. Έτσι, ο Φλωρόφσκυ, έστω κι ασυνείδητα, διαποτίζει τη νεοπατερική του σύνθεση με τον Schelling, με αποτέλεσμα να αποτελεί έναν κρυπτο-ρομαντικό, παραμένοντας, εντούτοις, απόλυτα πατερικός. Ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, πού υπογραμμίζει τον εξέχοντα ρόλο του Παλαμισμού στην Ορθόδοξη θεολογία μετά απο τη δεκαετία του ’20. Κατανοούμε πληρέστερα τον Γρηγόριο Παλαμά στα σημεία κυρίως όπου χρησιμοποιεί216, το έργο του Αυγουστίνου, De Trinitate;;;. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε κατά τον πλέον οξυδερκή τρόπο τον Χρήστο Γιανναρά μόνο όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Heidegger καί τον ρωμαιοκαθολικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει, ανεπίγνωστα, τον Αυγουστίνο.

Αὐτό λέει ἐξάλλου ὁ π Βασίλειος Θερμός στό τέλος τοῦ βιβλίου του: «Ὁ ὁμοφυλόφιλος δέν ἔχει καμμιά ἁμαρτία γι’ αὐτό πού τοῦ συμβαίνει, φυσικά οὔτε καί ἐνοχή, βρίσκεται ὅμως ἄθελά του σέ κατάσταση ἁμαρτωλότητας ἐπειδή ἀδυνατεῖ νά συμβάλει στό ἑνοποιητικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ....» (σ. 645).

ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΦΛΩΡΟ-ΦΣΚΥ

Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία (4)

  Συνέχεια από Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

                              Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού

Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

Κεφάλαιο 1: Η μυστική ενότητα γ

§5

Το πόσο χαρακτηριστικό είναι για τον Χριστιανισμό να γίνεται κατανοητός ως ένα πράγμα (υπόθεση) ζωής και της κοινής ζωής, καθιστά κατανοητό το γεγονός, πώς ο Χριστιανισμός αυξήθηκε και εξαπλώθηκε κάτω από την ειδωλολατρία. Ο Ιουστίνος διηγείται, πως ο ίδιος κερδήθηκε από τη ζωή των Χριστιανών, από την άμεση θεώρηση της ζωής για τον Χριστιανισμό (1, γράφει ο Ιουστίνος: διαβαλλόμενος ακούων χριστιανούς, ορών και αφόβους προς τον θάνατον και πάντα τα άλλα νομιζόμενα φοβερά, ενενόουν αδύνατον είναι εν κακία υπάρχειν αυτούς), και διαβεβαιώνει επανειλημμένως το ίδιο και για άλλους (2: ο γαρ και επί πολλών των παρ ημίν γεγενημέων αποδείξαι έχομεν, οι εκ βιαίων και τυράννων μετέβαλον ηττήθέντες, η γειτόνων καρτερίαν βιου παρακολουθήσαντες, η συνοδοιπόρων πλειονεκτουμένων υπομονήν ξένην κατανοήσαντες, ή συμπραγματευομένων πειρασθέντες). Ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός δεν το λέει με μικρότερη έμφαση για τον εαυτό του (3: ουχ ούτως ούτος τα περί αρετών ημίν διεξήει λόγοις, επι δε τα έργα μάλλον παρεκάλει, και παρεκάλει πλέον τοις έργοις η οις έλεγεν). Αυτή η όσια, θεϊκή ζωή, που είναι διαδεδομένη στην Εκκλησία, είναι αυτή που πολλές φορές εκχυνόμενη από αυτήν περιλάμβανε και έλκυε με ένα μυστηριώδη και ακαταμάχητο τρόπο τους μη Χριστιανούς (4, παρατίθεται Ωριγένους κατά Κέλσου: πολλοί ώσπεροι άκοντες, προσεληλύθασι χριστιανισμώ, πνεύματος τινός τρέψαντος αυτών το ηγεμονικόν από του μισείν τον λόγον επί το υπεραποθανείν αυτού, και φαντασιώσοντας αυτούς ύπαρ ή όναρ.). Για τον λόγο αυτό λένε οι απολογητές του Χριστιανισμού, πως δρούσε «με πνεύμα και εξουσία», και όχι με τον τρόπο της σχολικής σοφίας, η οποία ήθελε να πείσει και να κερδίσει με γυμνές έννοιες. Ο Ωριγένης παρατηρεί, επιτιθέμενος στον Κέλσο, ο οποίος μιλούσε περιφρονητικά για τον Ιησού και τους Αποστόλους: «Σε αυτόν που μπορεί να παρατηρήσει με οξυδέρκεια και χωρίς προκαταλήψεις τις πράξεις των Αποστόλων, θα του γίνει σαφές, πως κήρυτταν την χριστιανική διδασκαλία με θεϊκή δύναμη. Καθώς δεν ήταν η διαλεκτική και η ρητορική τους παιδεία, που υπέτασσε τους ακροατές τους. Μου φαίνεται, πως αν ο Ιησούς επέλεγε άνδρες ως υπηρέτες του Λόγου Του, οι οποίοι κατείχαν αυτό που συνήθως ονομάζεται σοφία, και ήταν σε θέση να κερδίσουν τις μάζες με εξυπνάδα και τεχνητές ομιλίες, με το δίκιο τους θα πίστευαν, πως δρα όπως οι φιλόσοφοι, που έχουν μια σχολή: η υπόσχεση Του, πως ο λόγος Του είναι εκ Θεού, δε θα εκπληρωνόταν. Γιατί θα βασιζόταν στην πειστική δύναμη μιας σοφίας λόγων και αναπαραστάσεων. Και η πίστη θα ήταν παρόμοια, όπως την παρουσιάζουν οι σοφοί του κόσμου τούτου στις διδασκαλίες τους: θα ήταν ανθρώπινη σοφία, και όχι θεϊκή δύναμη (Α’ Κορινθίους 2, 5: ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει Θεοῦ.) Ποιος όμως από αυτούς, που βλέπει ψαράδες και τελώνες, που δεν έμαθαν καν στοιχεία επιστήμης (όπως γράφει περί αυτών το Ευαγγέλιο, και ο Κέλσος ευχαρίστως το πιστεύει, πως λένε την αλήθεια, όταν διατρανώνουν την άγνοια τους), αλλά με σιγουριά μιλούν για την πίστη στον Ιησού, όχι μόνο με τους Εβραίους, αλλά και στους άλλους λαούς κηρύττουν με επιτυχία, ποιος δε θα διερευνήσει, από που τους δόθηκε αυτή η πειστική δύναμη; Ποιος δε θα ήθελε να πει, πως ο Ιησούς, με τα λόγια «Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων», δε τους γέμισε ταυτόχρονα με μια θεϊκή δύναμη; Για τον λόγο αυτό πληρώθηκαν με δύναμη εκείνοι, που ακούν το με δύναμη εκφρασμένο κήρυγμα τους. Και φανερώνουν τη δύναμη αυτή με το φρόνημα τους, την με τη ζωή τους, με τον αγώνα τους για την αλήθεια μέχρι θανάτου» (5). Η πρόσληψη των ειδωλολατρών στην Εκκλησία αντιστοιχούσε στην εκπεφρασμένη θεμελιώδη κοσμοθεωρία του Χριστιανισμού περί της ανάδυσης του μέσα στον άνθρωπο. Δεν ικανοποιούνταν με την απλή δήλωση, πως προτιμούσαν τις θρησκευτικές έννοιες του Χριστιανισμού από εκείνες των ειδωλολατρικών θρησκειών. Δεν ήθελαν να γίνεται αποδεκτός ο Χριστιανισμός μετά από μια απλή σύγκριση εννοιών, και πως η προτίμηση του οφείλεται στη σύγκριση αυτή. Ο ειδωλολάτρης έπρεπε πρώτα να δοκιμαστεί στη στάση του προς τους Χριστιανούς. Και όταν πείθονταν πως προσέλαβε τον Χριστιανισμό στη ζωή του, και πως είναι πλήρως πεπεισμένος από αυτόν, πως τον εσωτερίκευσε, πως η διδασκαλία του Χριστού είναι εκ Θεού, τότε προχωρούσαν στην πράξη της μύησης. Η Εκκλησία εκφράζει ωραία την πεποίθηση αυτή, ονομάζοντας φωτισμένους τους αναγεννημένους (6), και την χριστιανική ζωή αληθινή και θεϊκή φιλοσοφία (7).

§ 6

Από την θεμελιώδη τοποθέτηση της Εκκλησίας, πως δια των επιδράσεων της εκκλησιαστικής σύναξης, την οποία εμψυχώνει το Άγιο Πνεύμα, πάνω στο άτομο, καθορίζεται η χριστιανική του ζωή και από αυτή η χριστιανική του γνώση, εξαρτώνται οι βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για την ανάδυση της ειδωλολατρίας. Δια της αντιθέσεως τους εξηγούν πλήρως την σειρά ιδεών που θα αναπτύξουμε. Ο Θεόφιλος συμπεραίνει πως ο πολυθεϊσμός προέρχεται από την ηθική κατάπτωση των ανθρώπων, των οποίων η περί Θεού συνείδηση συσκοτίστηκε λόγω αυτής, καθώς δια της κατάπτωσης επήλθε βαθιά ομίχλη πάνω από το πνευματικό μάτι, ώστε μέσα σε αυτό να μην μπορεί πλέον να καθρεφτισθεί και να προσληφθεί η θεότητα. Ο άνθρωπος τώρα κατευθύνει το βλέμμα πάντα προς τη γη, και καθώς δεν μπορούσε να ζήσει εντελώς χωρίς Θεό, δημιουργεί τους δικούς του θεούς κατά την αντίληψη του, δηλαδή γήινους θεούς (1). Για το λόγο αυτό απαιτεί καθαρότητα ηθών, για να καταλάβει κανείς τον Χριστιανισμό. Και όπως δια της ειδωλολατρικής σύναξης διδόταν η αμαρτία, με όλες τις επιδράσεις που πήγαζαν από αυτήν, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν η εσφαλμένη αντίληψη περί Θεού και η θρησκευτική πλάνη, έτσι δια της ζωής μέσα στην αγία χριστιανική Εκκλησία, έπρεπε να δίδεται η αληθινή γνώση, η οποία σχηματίζεται από τη χριστιανική ζωή, και οι δυο πλησιάζουν η μια την άλλη. Και όπως εκεί η ηθική ανικανότητα και ο ηθικός θάνατος του καθενός ξεχωριστά, όπως και ολόκληρων των γενεών κληρονομήθηκε άμεσα από την προηγούμενη του σειρά, ώστε πηγαίνοντας προς τα πίσω να συνδέεται με την αμαρτία του πρώτου ανθρώπου, έτσι και η πρόσληψη της χριστιανικής αρχής ζωής, σε μια συγκεκριμένη σειρά και στον καθένα ξεχωριστά, έχει ως προϋπόθεση τη σύνδεση του και την πνευματική του καταγωγή, από όλα τα προηγούμενα χριστιανικά γένη, και φτάνει μέχρι τον Χριστό (2). Και όπως εκεί, όποιος είχε την καταγωγή από τις προηγούμενες γενιές, μπορούσε να αποφύγει, και να μην κληρονομήσει κάποια πνευματική διαταραχή, έτσι τώρα, όποιος δεν κατάγεται πνευματικά από την αδιάκοπη χριστιανική Εκκλησία, συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν έχει καμιά αναγέννηση, καμιά ιδιότητα υιού του Θεού. Όπως παλιότερα, όποιος ήταν τοποθετημένος στη μάζα της αμαρτίας, προσλάμβανε ένα περιορισμό και άρνηση της ζωής, έτσι τώρα, όποιος τοποθετημένος στη ζωή της αγίας Εκκλησίας, μετέχει του πλήρως πραγματικού. Όπως παλιότερα δια της σωματικής γέννησης ο άνθρωπος τοποθετούνταν στη δουλεία της αμαρτίας, έτσι τώρα, δια της πνευματικής γέννησης από την Εκκλησία, τοποθετείται στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.

§ 7

Από την μέχρι τώρα παρουσίαση προκύπτει ως κυρίως αποτέλεσμα για τον προσδιορισμό της αρχής της ενότητος της χριστιανικής Εκκλησίας ότι:

Αυτή αποτελείται από μια ζωή, που κινείται άμεσα και πάντοτε από το θεϊκό Πνεύμα, και η οποία διατηρείται και αναπαράγεται δια της αγαπητικής αλληλεπίδρασης των πιστών.

Κατά μέρος προκύπτουν και τα εξής συμπεράσματα:

Ι. Η πίστη ή η χριστιανική γνώση και αγάπη που δημιουργεί τη σύναξη των πιστών, είναι μεταξύ τους άμεσα συνδεδεμένες. Όπου αναπτύχθηκε η πίστη δια της μετάδοσης του Αγίου Πνεύματος, εκεί φανερώνεται ως ενοποιητική η θεϊκή δύναμη, και όπου βρίσκεται ένωση, εκεί είναι δεδομένη η ίδια πίστη.

ΙΙ. Ιδιαιτέρως: Όπως χωρίς την Εκκλησία δεν μαθαίνουμε τίποτα ιστορικά περί του Χριστού, έτσι τον βιώνουμε και μέσα μας, μόνο από και μέσα στην Εκκλησία. Και όσο περισσότερο προσλαμβάνουμε μέσα μας την μέσα σε αυτήν ρέουσα θεϊκή ζωή, τόσο πιο ζωντανή γίνεται μέσα μας η σύναξη των πιστών, όσο πιο θερμά ζούμε εμείς μέσα σε αυτήν και αυτή σε μας, τόσο πιο ζωντανή αποδεικνύεται η πειστικότητα του Χριστού μέσα μας, και αυτού που Αυτός είναι και θα έπρεπε για μας να είναι. Αυτός ίδρυσε τη σύναξη, Αυτός ήρε το μεσότοιχο που ήταν μεταξύ των ανθρώπων, από εκχύθηκε η αγάπη για το Άγιο Πνεύμα στις καρδιές μας. Πως θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε μεγαλύτερη συνείδηση της δύναμης και της αξίας Του, παρά δια της συνειδητής πρόσληψης της σύναξης των πιστών μέσα μας, που είναι το πιο χαρακτηριστικό Του έργο. Καθώς επιπλέον ο Χριστός δίδεται στους πιστούς άμεσα μέσα από τη ζωή, για τον λόγο αυτό έχει καταστεί δική τους ζωή και αχώριστος από αυτήν (1: Ιγνάτιος, ad. Magn. C9: εν η (Κυριακή ζωή) και ζωή ημών ανέτειλε δι αυτού, και του θανάτου αυτού, ον τινές αρνούνται.- Ιησούς Χριστός το αδιάκριτον ημών ζην. C1. Άδω τα εκκλησίας εν αις ένωσιν εύχομαι σαρκός και πνεύματος Ιησού, του δια παντός ημών ζην). Η χριστιανική τους ζωή όμως είναι ένα με τη ζωή της Εκκλησίας, από την οποία τους εκχύθηκε, και για τον λόγο αυτό αχώριστη από αυτήν.

ΙΙΙ. Τα κατηγορήματα της Εκκλησίας, ενωμένη, αγία, αληθής, είναι κατά την ουσία της ένα. Το Άγιο Πνεύμα είναι επίσης το Πνεύμα της Αληθείας, και η αγιότητα και η αγάπη είναι το ίδιο πράγμα (2: Ιουστίνος: οι μισάλληλοι και αλληλόφονοι και προς τους ουχ ομόφυλους δια τα έθνη εστίας κοινάς μη ποιούμενοι, νυν μετά την επιφάνειαν του Χριστού ομοδίαιτοι γινόμενοι). Ή ως εξής: η αρχή που συνενώνει τους πιστούς, η αγάπη, είναι ταυτόσημη με την αγιότητα. Η αγάπη είναι πηγή της αληθείας, ή: τη γνώση του Χριστιανού σχηματίζου οι από την ψυχή του (διάθεση του) αναδυόμενες, από τη διάνοια του συλληφθείσες, διαθλασμένες και σε έννοιες συμπεριληφθείσες ακτίνες της αγίας του αγάπης (3: Ωριγένης, Σχόλιο στο κατά Ματθ. Τόμος ΧΙΙ, ν.14: οιμαι γαρ ότι υπέρ εκάστης αρετής της γνώσεως , τινά σοφίας μυστήρια κατάλληλα τω ειδει της αρετής ανοίγεται τω κατ’ αρετήν βιώσαντι, διδόντος του σωτήρος τοις μη κρατηθείσιν υπό των του άδου πυλών τοσαύτας κλείδας, όσαι εισίν αι αρεταί, ανοιγούσας ισαρίθμους πύλας, κατάλληλα κατά την αποκάλυψιν των μυστηρίων εκάστη αρετή). Επειδή η ενότητα, η αλήθεια, και η αγιότητα είναι δώρα του Αγίου Πνεύματος, μπορούμε να πούμε: καθώς είναι πάντα μέσα στην Εκκλησία, δεν μπορεί να πάψει να είναι ενωμένη, αγία και αληθής.


Τέλος 1ου κεφαλαίου


Συνεχίζεται με: Η λογική ενότητα

Ο ΝΕΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΜΕ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟ ΕΝΔΥΜΑ. Η ΝΕΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΗ. ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΑΔΥΝΑΤΟΥΜΕ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ;

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία (3)

  Συνέχεια από: Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

                             Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού
Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας
Κεφάλαιο 1: Η μυστική ενότητα β

§ 2
Όπως στην προχριστιανική εποχή, το πνεύμα που οικοδομεί το σύνολο των πιστών, το εμψυχώνει και το κρατά μαζί, κατέβαινε σπασμωδικά και διακοπτόμενα, και για τον λόγο αυτό δεν μπορούσε να διαμορφωθεί μια κοινή, πνευματική θρησκευτική ζωή, αλλά όλα διασπώνταν σε μοναδικότητες και ιδιαιτερότητες, το ίδιο αυτό Πνεύμα, μετά την μεγάλη και θαυμαστή κάθοδο του στους Αποστόλους και ολόκληρη την χριστιανική κοινότητα, η οποία μόνο τότε αρχίζει αληθινά και ζωντανά να υπάρχει, δε θα εγκατέλειπε τους πιστούς ποτέ πια, δέν θα ερχόταν ποτέ πια, αλλά είναι διαρκώς παρόν. Το σύνολο των πιστών, η Εκκλησία, την οποία οικοδόμησε (το Πνεύμα), επειδή την πληρεί, είναι ο αστείρευτος, διαρκώς ανακαινιζόμενος και ανανεούμενος θησαυρός της ζωικής αρχής, η ανεξάντλητη πηγή τροφής. Λέει ο Ειρηναίος: «Διατηρούμε την πίστη, την οποία λάβαμε από την Εκκλησία, που είναι (η πίστη) μια δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Συγκρίνεται με ένα πολύτιμο κειμήλιο σε ένα καλό δοχείο, το οποίο, όπως και το δοχείο, ανανεώνεται διαρκώς(μέ πιστούς). Γιατί αυτή είναι η εργασία που ανατέθηκε στην Εκκλησία, να μεταδίδει στα πλάσματα του Θεού το Πνεύμα, ώστε όλα τα μέλη που το λαμβάνουν να ζωοποιούνται. Σε αυτό συνίσταται η σύνδεση με τον Χριστό, δηλαδή τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, η εγγύηση της αιωνιότητας της πίστης μας και της ενίσχυσης της, ο δρόμος που οδηγεί στο Θεό.—Όπου είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού, και όπου το Πνεύμα του Θεού, εκεί η Εκκλησία και το σύνολο της χάριτος, το Πνεύμα όμως είναι η Αλήθεια. Για τον λόγο αυτό, δεν μετέχουν του Πνεύματος αυτοί, που δεν τράφηκαν προς ζωή στα στήθη της μητέρας, και δεν έλαβαν από το σώμα του Χριστού (την Εκκλησία) την τρεχούμενη καθαρή πηγή» (1). Με τον ίδιο τρόπο εκφράζεται και ο Κυπριανός: «Η από το φως του Κυρίου!!! διαποτισμένη Εκκλησία σκορπίζει τις ακτίνες της σε όλη τη Γη. Είναι όμως ένα φως που εκχύνεται παντού και η ενότητα του σώματος δεν καταστρέφεται. Οι κλάδοι της εκτείνονται, δια της πληρότητας της ζωής, σε όλη τη Γη, μακριά εκχύνονται οι πλούσιες τρεχούμενες πηγές. Είναι όμως ένα πηγάδι, μια καταγωγή, μια μητέρα, που πολλαπλασιάζεται δια της αδιάκοπης γονιμότητας. Μας γεννά, το γάλα της μας τρέφει, το πνεύμα της μας ζωοποιεί» (2). Την ίδια αντίληψη βρίσκουμε στον Ωριγένη: «Έχουμε φώτα που μας φωτίζουν, τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Αυτός είναι το Φως του κόσμου, που φωτίζει και την Εκκλησία με το Φως Του. – Ο Χριστός επομένως είναι το αληθινό Φως, και δια του Φωτός Του φωτίζεται η Εκκλησία [έτσι μεταφράζει το: Ο Χριστός είναι το Φως το αληθινό, φωτίζον πάντα άνθρωπο ερχόμενον είς τον κόσμον], και καθίσταται φως του κόσμου» (3).

§ 3

Η διαρκής παρουσία του θεϊκού Πνεύματος ανάμεσα στους ανθρώπους είχε αρχίσει με τους Αποστόλους, που το είχαν λάβει άμεσα. Τους άρπαξε και τους διαπότισε, τους δεκτικούς και δραστήριους κατά την αποδοχή, μια καινούργια αρχή ζωής τους μεταδόθηκε, αυτό για το οποίο η δεκτικότητα είναι ήδη διαθέσιμη, θα μεταδιδόταν μέσα από αυτούς, ώστε κανένας άλλος να μη το λάβει πια άμεσα όπως αυτοί, αλλά με αυτή την νέα ζωή, που γεννήθηκε μέσα τους, να δημιουργηθεί η ίδια στους υπόλοιπους;;;. Έτσι όπως η ζωή του αισθητού ανθρώπου βγήκε μόνο μια φορά άμεσα από το χέρι του Δημιουργού, και εκεί όπου πρόκειται να γίνει αισθητή ζωή, καθορίζεται από τη μετάδοση της ζωικής δύναμης ενός ήδη ζώντος ανθρώπου, έτσι και η νέα θεϊκή ζωή θα έρρεε από το ήδη ζωοποιημένο, και η δημιουργία (Erzeugung) του θα ήταν μια επί-γονιμοποίηση (Über-Zeugung). Μόνο εκεί όπου ζούσαν και δρούσαν οι Απόστολοι, διαδόθηκε η νέα ζωή. Και όπως την εποχή τους, οι χωρικά απομακρυσμένοι λαμβάναν το ίδιο Πνεύμα δια της άμεσης μετάδοσης της ζωής μόνο από τους απεσταλμένους του Κυρίου, έτσι και οι χρονικά απομακρυσμένοι, το λάμβαναν δια των μελών που μετείχαν αυτού (του Πνεύματος). Με τον τρόπο αυτό οι ενδιάμεσες σειρές αποτελούσαν μόνο αναπαραγωγικά σκαλοπάτια, οι ύστερες σειρές όμως, όπως οι χωρικά επί το πλείστον απομακρυσμένοι, ζωοποιούνταν από το ίδιο Πνεύμα, παρίσταναν μια κοινότητα, και σχημάτιζαν μια κοινή ζωή, αποτελούσαν μια Εκκλησία (1). Αν όμως η άμεση μετάδοση του Αγίου Πνεύματος επαναλαμβάνονταν, ώστε να εκχυθεί σε κάποιον χωρίς την μεσολάβηση κάποιων ήδη έμπλεων Πνεύματος, τότε θα έπρεπε ένα φιλικό, το ίδιο μάλιστα Πνεύμα, και για τον λόγο αυτό, αυτός που τον εμποτίζει το Πνεύμα, να ελκύεται ακαταμάχητα από το συγγενικό του. Θα έπρεπε να εισέλθει στην κοινότητα της ίδιας πνευματικής ζωής, όπως συνέβη με τον Παύλο (2). Η διαμόρφωση μιας αποκομμένης ζωής, η έλλειψη ανάγκης για συμφωνία ή η αδυναμία (συμφωνίας), θα μαρτυρούσε την εσωτερική διαφορετικότητα του νέου, αποκαλυπτόμενου Πνεύματος, ως προς το πρώτο (Πνεύμα), και θα το παρουσίαζε ως πνεύμα ψεύδους. Αυτή η πνευματική δύναμη, η οποία αναπαράγεται και κληρονομείται μέσα στην Εκκλησία, είναι η παράδοση, η εσωτερική, μυστηριώδης αόρατη για κάθε μάτι πλευρά της (3). Κανείς, και σε κανένα μέρος του κόσμου, δεν εξέφρασε ξαφνικά, διδαγμένος από τον εαυτό του, την χριστιανική πίστη. Από την δημιουργία της Εκκλησίας, δεν βάπτισε κανείς τον εαυτό του, αλλά η προσφορά της και η μετάδοση των δυνάμεων που προσφέρει (το βάπτισμα) εξαρτάται από ένα μέλος της Εκκλησίας. Κανείς δεν πρόσφερε στον εαυτό του ξαφνικά τη Θεία Κοινωνία, ώστε αποκομμένος και χωρίς να σχετίζεται με τους υπόλοιπους πιστούς, να έγινε μέτοχος των δυνάμεων της, πράγμα που αντιφάσκει και στην έννοια της (Κοινωνίας). Κανένας δεν επέθεσε τα χέρια πάνω στον εαυτό του, και να είχε παρόμοια ενέργεια, όπως το πίστευε η Εκκλησία από την εποχή των Αποστόλων (4).

§ 4

Η αληθινή πίστη, η αληθινή χριστιανική γνώση, εξαρτάται λοιπόν, σύμφωνα με τη διδασκαλία της αρχαιότερης Εκκλησίας, από το Άγιο Πνεύμα και τη μετάδοση Του δια της σύνδεσης με την Εκκλησία. Αν διερευνήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, πως το σκέφτηκαν αυτό, θα βρούμε την εξής απάντηση: Την μέσα στην Εκκλησία διαδεδομένη αγία ζωή, πρέπει ο καθένας να την προσλάβει με άμεση εντύπωση, και με άμεση θεώρηση της εμπειρίας της Εκκλησίας, να την αναμορφώσει και να τη κάνει δική του, να δημιουργήσει μέσα του ένα ιερό νόημα και αλλαγή, και από την εξαγιασμένη διάθεση να αναπτύξει την χριστιανική γνώση. Ο Κλήμης Ρώμης εντυπώνει στους Κορινθίους αυτή την βαθιά αλήθεια. Αφού τους συμβούλεψε να ζουν αγία ζωή, λέει: «Αυτός είναι δρόμος, πάνω στον οποίο βρίσκουμε τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό,-- μέσω Αυτού ας κοιτάξουμε τα ύψη του ουρανού, μέσω Αυτού ας κοιτάξουμε το άγιο και ύψιστο πρόσωπο του Θεού. Μέσω αυτού θα ανοίξουν τα μάτια της καρδιάς μας. Μέσω Αυτού, η ασύνετος και εσκοτισμένη μας διάνοια, θα δει (κοιτάζοντας προς τα πάνω) το θαυμαστό φως Του. Μέσω Αυτού, κατά το θέλημα του Κυρίου, θα γευθούμε την αθάνατη γνώση» (1). Ο κύκλος των ιδεών του λοιπόν είναι, πως από την αγία ζωή πηγάζει η γνώση του Χριστού, από τον Οποίο εξαρτάται η επίγνωση του Πατέρα. Ο συγγραφέας της θαυμαστής προς Διόγνητον επιστολής, μαθητής των Αποστόλων, παρουσιάζει επίσης την μέσα στην Εκκλησία ρέουσα και προσλαμβανόμενη ζωή ως πηγή γνώσης του ιδιαίτερου χαρακτήρα του Χριστιανισμού. Γιατί, καθώς το περιέγραψε εκείνο, συνεχίζει: «Τότε θα δεις, αν και πάνω στη γη, πως ο Θεός διάγει στον ουρανό. Τότε θα αρχίσεις να κηρύττεις τα μυστήρια του Θεού. Τότε θα αγαπήσεις και θα θαυμάσεις εκείνους που βασανίστηκαν, επειδή δεν ήθελαν να αρνηθούν τον Θεό (Χριστό). Τότε θα σιχαθείς την απάτη και την πλάνη του κόσμου. Όταν θα γνωρίζεις πως στ’ αλήθεια ζεις στον ουρανό. Όταν θα περιφρονείς αυτό που εδώ φαίνεται ως θάνατος, και θα φοβάσαι τον πραγματικό θάνατο» (2). Κανένας όμως δεν διείσδυσε πιο βαθιά στο θέμα αυτό, από τον Ιγνάτιο. Με βαθιά αίσθηση, συνέλαβε αυτός ο άξιος μαθητής, η πιστή εικόνα του Αποστόλου Ιωάννη, την ουσία του Χριστιανισμού, και παρουσιάζει το Ένα, με τις πιο ποικίλες εκφράσεις, που πηγάζουν από μια καρδιά γεμάτη φως, αυτό το Ένα που επαναλαμβάνεται σε όλες του τις επιστολές: πως μόνο η αγάπη, που προσλαμβάνεται στους κόλπους της Εκκλησίας και συμπεριλαμβάνει του πιστούς, μόνο αυτή διδάσκει τι είναι ο Χριστός, τι είναι ο Χριστιανισμός. Το περιεχόμενο όλων των επιστολών του μπορούμε να το εκφράσουμε έτσι: Ο Χριστός είναι αγάπη, αγαπώντας λοιπόν θα βρεις τον Χριστό. Και μετά από λίγο λέει περί αυτού: «Μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας υμνείται ο Χριστός» και παριστάνεται. «Μέσα σε αυτήν βρίσκει ο ουράνιος Πατέρας, ποιοι είναι τα μέλη του Υιού Του, και μέσα σε αυτήν, οι πιστοί μετέχουν του Θεού» (3). «Ώστε μέσα της να καταστραφεί ολότελα κάθε κακό» (4, Έτσι μεταφράζει το πρωτότυπο κείμενο, που λέει: καθαίρονται αι δυνάμεις του σατανά, και λύεται ο όλεθρος αυτού εν τη ομονοία υμών της πίστεως). Και λίγο παρακάτω, «Πίστη και αγάπη (εννοεί πάντοτε την αγάπη που δημιουργεί την ενότητα των πιστών) αλληλοεξαρτώνται, αυξάνονται μαζί και τελειοποιούνται στην αλληλοπεριχώρηση και ενότητα τους εν Θεώ» (5, Ο Άγιος όμως γράφει επί λέξει τα εξής: ων ουδέν λανθάνει υμάς, εάν τελείως εις Ιησούν Χριστόν έχητε την πίστιν και την αγάπην, ήτις εστι αρχή ζωής και τέλος. Αρχή μεν πίστις, τέλος δε η αγάπη. Τα δε δυο εν ενότητι γενόμενα θεού εστι.) Η ύψιστη δύναμη γι’ αυτόν (τον Ιγνάτιο) λοιπόν, είναι αυτή που δημιουργεί την εκκλησιαστική κοινότητα και μόνο εντός αυτής της κοινότητας διατηρείται, και μέσα στο άνθος της έχουν φυτευθεί μαζί και όλα τα άλλα. Αυτή είναι, όπου υπάρχει καθαρή, η κατάργηση κάθε τι εγωιστικού, και επομένως η μέγιστη επέκταση της ζωής μας. Γιατί όλοι οι πιστοί ζουν εντός μας, και εμείς εντός τους.- Κατά την περίοδο αυτή δεν υπάρχει ίσως κανένας πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος με ποικίλες αφορμές να μη μιλά για την Εκκλησία σε αυτή την βάση, δηλαδή για την θεϊκή αγάπη η οποία την πληρεί και συναρπάζει τη ζωή, και η οποία καθορίζει την χριστιανική γνώση. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας το αναπαριστά πολύ ωραία. «Μόνο ο εκ νέου γεννημένος, λέει, όπως το δίνει το όνομα, ελευθερώνεται ξαφνικά από το σκοτάδι. Ταυτόχρονα δέχεται φως.- Όπως εκείνοι, που προσπαθούν να καθαρίσουν τα μάτια τους, δεν παίρνουν το φως απ’ έξω, δεν το έχουν, αλλά μόνο αφαιρώντας το εμπόδιο από τα μάτια τους προσδίδουν στη δύναμη της όρασης ελεύθερη κίνηση. Έτσι και εμείς, οι βαπτισμένοι, αφού έχουμε με το θεϊκό Πνεύμα απομακρύνει, σαν μια ομίχλη, τις αμαρτίες που μας συσκοτίζουν, έχουμε ένα απαρεμπόδιστο, φωτεινό θεϊκό μάτι. Μόνο με ένα τέτοιο μάτι βλέπουμε τη θεότητα, καθώς από πάνω εισρέει το θεϊκό Πνεύμα: έτσι, το μάτι που μπορεί να δει το θεϊκό φως είναι αιώνια πλασμένο: γιατί μόνο το όμοιο είναι φίλος με το όμοιο: το άγιο δηλαδή έχει φιλία μόνο με την πηγή του αγίου. (6)» Η μεγάλη σκέψη, που βρίσκεται στη βάση των όσων ειπώθηκαν, και αποτελεί τον μυελό τους, πως δηλαδή ο Χριστιανισμός δεν είναι μια απλή έννοια, αλλά ένα πράγμα που περιλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο, ριζωμένο στη ζωή του και κατανοητό μόνο μέσα από αυτήν, το εκφράζει ξεκάθαρα ο ίδιος Κλήμης. «Δεν ισχυριζόμαστε πως η γνώση αποτελείται μόνο από έννοιες, αλλά πως είναι μια θεϊκή επιστήμη, και εκείνο που δημιουργήθηκε μέσα στην ψυχή, δια της υπακοής ενώπιον του Θεού, δημιουργημένο φως, το οποίο του αποκαλύπτει τα πάντα, και διδάσκει τον άνθρωπο να έχει συνείδηση του εαυτού του και του Θεού» (7, το πρωτότυπο λέει το εξής: ου γαρ λόγον ψιλόν είναι την γνώσιν φαμεν, αλλά τινά επιστήμην θείαν. Και φως εκείνο το εν τη ψυχή εγγενόμενον εκ της κατά τας εντολάς υπακοής, τα πάντα κατάδηλα ποιούν-αυτόν τε άνθρωπον εαυτόν τε γινώσκειν παρασκευάζον, και του θεού επίβολον καθίστασθαι διδάσκον). Είναι αρκετό να αναφέρουμε εδώ μόνο τον Ωριγένη ακόμα, ο οποίος, όπως και οι αναφερθέντες πατέρες, το μέσα στην Εκκλησία μεταδιδόμενο Άγιο Πνεύμα ως την προϋπόθεση αγιασμού του ανθρώπου, αυτόν πάλι (τον αγιασμό) ως τη βάση της πίστης στον Χριστό περιγράφει (8) και λέει με έμφαση: «Στη σύναξη των πιστών κατανοείται ο Υιός του Θεού, ο Οποίος ζει εν τω μέσω των ενωμένων (συμφωνούντων)» (9, το πρωτότυπο: συνάγει η συμφωνία και χωρεί των εν μέσω των συμφωνούντων γινόμενον υιον του θεού). Σε άλλα σημεία κατασκευάζει αναδρομικά και λέει, πως η δύναμη του Χριστού, η οποία δημιουργεί μια καινούργια ζωή, είναι η απόδειξη της θεότητας Του (10, ο Ωριγένης γράφει στο σημείο αυτό, σύμφωνα με την παράθεση στις υποσημειώσεις: ου της θεότητος μάρτυρες αι τοσαύται των μεταβαλόντων από της χύσεως των κακών εκκλισίαι και ηρτημένων του δημιουργού, και πάντ’ αναφερόντων επι την προς εκείνον αρέσκειαν).


Συνεχίζεται

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ  ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ. ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΚΕΚΤΗΜΕΝΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΕΜΕΙΝΕ ΝΑ ΒΡΕΙ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ. ΕΚΕΙ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΣΥΚΙΑ, ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. 
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΕΠΙΣΗΜΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.
ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΣΑΣ.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία (2)

                            Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία

                                                       ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού
Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
Του Johann Adam Möhler
                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας
Κεφάλαιο 1: Η μυστική ενότητα


 Κεφάλαιο 1: Η μυστική ενότητα
Το μήνυμα το αγίου Πνεύματος είναι η συνθήκη για την πρόσληψη του Χριστιανισμού μέσα μας. Το άγιο Πνεύμα ενώνει όλους τους πιστούς σε μια πνευματική κοινότητα, δια της οποίας ανακοινώνεται στους ακόμα μη πιστούς: η εσωτερική παράδοση. Δια της αγάπης, η οποία δημιουργείται μέσα μας δια της πρόσληψης της ανώτερης πνευματικής ζωής, η οποία κυριαρχεί μέσα στην Εκκλησία, δίδεται μαζί και ο Χριστός. Μόνο μέσα στην κοινότητα των πιστών συνειδητοποιούμε τον Χριστό.

Εισαγωγή
Του Josef Rupert Geiselmann (1890-1970)

[Διετέλεσε καθηγητής δογματικής στη Θεολογική Σχολή του πανεπιστημίου της Tübingen. Σημαντικότερος μαθητής του ήταν ο καρδινάλιος Walter Kasper]

Η αφορμή για την συγγραφή της πραγματείας περί ενότητας

Τι οδήγησε τον Möhler να συντάξει αυτή την εργασία των νεανικών του χρόνων; Ο Pius Gams το βρίσκει λυπηρό, που ο Möhler δεν εκφράστηκε για το θέμα, «ποια ώθηση ή ποια αφορμή είχε» να γράψει αυτό το έργο. Στον πρόλογο του λέει απλώς: «Το ίδιο το δοκίμιο θα δικαιολογήσει αν είχα επαρκείς λόγους να το γράψω. Φαίνεται λοιπόν αχρείαστο να εξηγηθώ περί αφορμής και σύνταξης του δοκιμίου». Αυτό όμως που παρέλειψε ο Möhler έδωσε αφορμή για κάθε είδους προσπάθεια να διαφωτιστεί το σκοτάδι που πλανάται πάνω από το πρώτο έργο του Möhler. Ο Sebastian Merkle πιστεύει λοιπόν πως το δοκίμιο αυτό είναι ένα αντιρρητικό, που απευθύνεται στο βιβλίο του de Maistre για τον πάπα. Όταν επέστρεψε από το εκπαιδευτικό του ταξίδι, ο μελλοντικός υφηγητής (ιδιώτης λέκτορας), πρέπει να κατευθύνθηκε από ένα μεγαλύτερο φίλο και μελλοντικό συνάδελφο, τον G. Herbst, ο οποίος είχε το 1822 δημοσιεύσει μια αυστηρή κριτική στο Du pape του de Maistre, ο οποίος τον συμβούλευσε να ειδικευθεί ως προς την διδακτική και συγγραφική του δραστηριότητα στο πεδίο του εκκλησιαστικού δικαίου, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει νικηφόρα την πράξη του de Maistre. Το κείμενο όμως δεν αναφέρεται στον de Maistre, και δεν έχουμε κάποια ένδειξη πως ο Möhler δε θα αναφερόταν ονομαστικά εάν ήθελε να ασκήσει συγκεκριμένη κριτική.

Όχι, η «Ενότητα» δεν είναι πολεμικό κείμενο, αλλά μια εξομολόγηση, γραμμένη με το αίμα της καρδιάς. Εκεί βρίσκεται το μυστικό της, το μυστικό, πως ο καθένας που αρχίζει να το διαβάζει τον συνεπαίρνει, τόσο τώρα, όσο και την ημέρα της εμφάνισης του. Παραμένει αιώνια νέο, όπως οι Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου. Γιατί εδώ αποκαλύπτεται ο αγώνας μιας νέας θεολογικής μεγαλοφυίας για την κατανόηση της Εκκλησίας, που ήταν μια καρδιακή υπόθεση γι’ αυτόν. Εδώ πρόκειται περί του Είναι της Εκκλησίας. Το έργο αυτό είναι το αποτέλεσμα και η παρουσίαση της ιστορίας μιας εσωτερικής ανάπτυξης. Για το σημείο αυτό δεν έχουμε κανένα πιο κατάλληλο εγγυητή από τον ίδιο τον Möhler: «Εδώ και καιρό δεν έλαβες κάτι από μένα», -γράφει στον φίλο του Josef Lipp, τον μελλοντικό επίσκοπο της πόλης Rottenburg, καθώς του έστειλε τον πρώτο καρπό του πνεύματος του, την «Ενότητα»-«τώρα σου δίνω τον ίδιο τον εαυτό μου, την εικόνα του πιο εσωτερικού και κατάδικού μου Είναι, την πιστή αναπαράσταση της θεώρησης μου για τον Χριστιανισμό, τον Χριστό και την Εκκλησία μας. Σε πολλά θα βρεις μια αλλαγή που έλαβε χώρα μέσα μου. Πολλά θα αντιλήφθηκες πως ήταν ασταθή μέσα μου, αλλά με αόριστες γραμμές. Αν μπορούσες όμως να δεις το εσωτερικό μου, θα ανακάλυπτες πως έχει αναδιαμορφωθεί στις θρησκευτικές-χριστιανικές θεωρήσεις του. Παλιότερα είχα μόνο την λέξη, μόνο την έννοια του Χριστού, τουλάχιστον τώρα έχω μια εντελώς διαφορετική, και μια εσωτερική μαρτυρία μου λέει, πως είναι η αληθινή, τουλάχιστον πως θέλει να γίνει το αληθινό μέσα μου. Η σοβαρή μελέτη των Πατέρων ανασήκωσε πολλά μέσα μου. Σε αυτούς ανακάλυψα ένα τόσο ζωντανό, πλήρη Χριστιανισμό, και ο Χριστός το ήθελε, αυτούς που ο Ίδιος εμψύχωνε και προς υπεράσπιση Του ξύπνησε, να μην τους διαβάσω χωρίς καρπό. Όταν ιδωθούμε πάλι, θα μιλήσουμε για πολλά που ωθούν και πιέζουν, είναι κάτι άλλο από αυτό που ήταν παλιότερα το ύψιστο, τουλάχιστον αυτό που ήταν το πιο επιθυμητό για την προσπάθεια μου».

Αν στην «Ενότητα» τα «Στρώματα» του Κλήμεντος Αλεξανδρείας χρησιμοποιούνται σε τέτοια έκταση, αυτό οφείλεται στο ότι ο Möhler, το χειμερινό εξάμηνο 1823-24 εξήγησε στις διαλέξεις του τα «Στρώματα» του μεγάλου θεολόγου της Αλεξάνδρειας. Και όταν υπερβαίνει το όριο των τριών πρώτων αιώνων, και αναφέρεται στο «Περί ιερωσύνης» του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, είναι καρπός των διαλέξεων του το θερινό εξάμηνο του 1824. Και εάν ο Κυπριανός λαμβάνει στην «Ενότητα» μια εξέχουσα θέση, η «Εκκλησιαστική Ιστορία» του Th. Katerkamps (1823) μας δείχνει πόσο βαθιές γνώσεις για τον Κυπριανό κατέχει ο Möhler ήδη το 1823. Συζητά, με ένα γραπτό 22 σελίδων για την ερμηνεία των έργων του επισκόπου Καρθαγένης με τον συνάδελφο του από θεολογική σχολή του πανεπιστημίου Münster.

ΑΠΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ Ο ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ, Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ. ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΤΙΜΗΣΑΜΕ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ. ΤΡΟΜΑΡΑ ΜΑΣ.

 
 Κεφάλαιο 1: Η μυστική ενότητα
 
Ο Ιησούς δεν θεώρησε την ομολογία του Πέτρου (Ματθ. 16, 16-17) ως το έργο του ανθρώπινου πνεύματος που έχει αφεθεί μόνο του, αλλά συνάγει πως προέρχεται από τις θεϊκές πράξεις που επέδρασαν στον μαθητή. Ο Παύλος περιγράφει συχνά την πίστη στον Χριστό ως την επίδραση (έργο) του Αγίου Πνεύματος(1). Έτσι και κατά την περίοδο αμέσως μετά την εποχή των Αποστόλων ίσχυε η πεποίθηση, πως η πίστη στον Χριστό και ότι συνδέεται με αυτήν, καθορίζεται από την επίδραση του Αγίου Πνεύματος(2). Οι επιδράσεις αυτές του Αγίου Πνεύματος μέσα μας, τις φανταζόμαστε συνήθως έτσι: το Άγιο Πνεύμα δίδεται ουσιωδώς στον πιστό(3). Αυτή είναι μια μυστική (Mystik), που θεμελιώνεται στην ουσία του Καθολικισμού, η οποία συνδέεται με τέλεια ακρίβεια με την χαρακτηριστική αντίληψη για τον Μυστικό Δείπνο. Αυτό το Πνεύμα, που διαποτίζει και ζωοποιεί όλους τους πιστούς, έπρεπε για τον λόγο αυτό να τους συνδέσει σε μια μεγάλη συνολική ζωή, να δημιουργήσει μια πνευματική κοινότητα, να επιφέρει μια ενότητα όλων. «Γιατί, λέει ο Κλήμης από την Ρώμη στην επιστολή του προς τους Κορινθιους, γιατί υπάρχει λογομαχία και οργή, διχόνοια, χωρισμός και πόλεμος ανάμεσα σας; Δεν έχουμε ένα Θεό, ένα Χριστό, και ένα Άγιο Πνεύμα δέν εκχύθηκε πάνω μας, μια κλήση εν Χριστώ; Γιατί διαχωρίζουμε και ξεσκίζουμε τα μέλη του Χριστού, γιατί οργιζόμαστε κατά του σώματος μας μέχρι τέτοιας παράνοιας, ώστε να ξεχνάμε, πως είμαστε μέλη που ανήκει το ένα στο άλλο;»(4)

Ο Κλήμης στο σημείο αυτό εκφράζει το πνεύμα του μεγάλου του δασκάλου, το πνεύμα του Παύλου, ο οποίος ονομάζει το σύνολο των πιστών Σώμα Χριστού, παρουσιάζει δηλαδή τον Χριστό ως την εμψυχωτική και οικοδομητική αρχή, προς την οποία (αρχή) οι αληθινοί μαθητές Του σχετίζονται όπως το πνεύμα μέσα στον άνθρωπο προς το σώμα, το οικοδόμημα του, την έκφραση και αποτύπωμα του. Κατά την σύγκριση αυτή δεν επηρεάζεται αρνητικά(5) η ιδιαιτερότητα του πνεύματος, που καθορίζεται με ένα διαφορετικό τρόπο, όπως είναι αυτονόητο, απ’ ότι το σώμα. Η ίδια πεποίθηση βρίσκεται στη βάση, όταν παριστάνεται η σχέση του Χριστού προς το σύνολο των πιστών, προς την Εκκλησία, όπως η σχέση του γαμπρού προς την νύφη, όπου Αυτός θεωρείται ως η γεννητική αρχή, και αυτή ως δεκτική αρχή(6). Όλοι οι πιστοί λοιπόν δομούν το Σώμα του Χριστού, και μεταξύ τους μια πνευματική ενότητα, έτσι όπως η ανώτερη αρχή, από την οποία γεννιέται και δομείται η ενότητα αυτή, είναι μια και η αυτή. Οι ίδιες ιδέες βρίσκονται στον κύκλο εικόνων, όπου ο καλός Ποιμήν του Ερμά αναπαριστά τη δομή της Εκκλησίας. Την παριστάνει με την εικόνα ενός πύργου πάνω σε ένα βράχο, καλά δομημένου, που μπορεί να επεκταθεί, και κατά το κτίσιμο του οποίου, όλα τα κομμάτια τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν, και δεν πετάγονται ως άχρηστα, πρέπει να επιλεχθούν και να προετοιμαστούν από το Άγιο Πνεύμα. Στην εξήγηση των εικόνων του λέει: «Ο βράχος και η πύλη προς τον πύργο είναι ο Υιός του Θεού. Βλέπεις λοιπόν ολόκληρο τον πύργο να είναι συνδεδεμένος με τον βράχο, σαν να έγινε από μια πέτρα. Έτσι και εκείνοι, που πιστεύουν στον Θεό δια του Υιού του, έχουν εντυθεί αυτό το Πνεύμα. Κοίτα, θα είναι ένα πνεύμα και ένα σώμα» (7). Η εικόνα αυτή, την οποία είχε χρησιμοποιήσει ήδη ο Πέτρος [Α’ Πέτρου 2,1] (Το χωρίο δεν παρατίθεται στο κείμενο. Το σημείο στο οποίο παραπέμπει είναι αυτό: ΑΠΟΘΕΜΕΝΟΙ οὖν πᾶσαν κακίαν καὶ πάντα δόλον καὶ ὑποκρίσεις καὶ φθόνους καὶ πάσας καταλαλιάς;;;) εκφράζει πολύ ωραία, πως ο Χριστός ζωοποιεί τους πιστούς δια του Αγίου Πνεύματος, οι οποίοι παραμένουν μαζί και συνδέονται σε ένα σύνολο από το Άγιο Πνεύμα, ώστε το ένα Πνεύμα των πιστών είναι η ενέργεια του ενός θεϊκού Πνεύματος. Ο Φιρμιλιανός λέει στον Κυπριανό σύντομα και περιεκτικά: «Καθώς μέσα μας μένει ένας και αυτός Κύριος, συνδέει και ενώνει παντού και πάντοτε τους δικούς Του με τον σύνδεσμο της ενότητος» (8). Και ο Ωριγένης λέει: «Από την πληρότητα του Πνεύματος εκχύνεται στις καρδιές των αγίων η πληρότητα της αγάπης, ώστε δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος εκπληρώνεται εκείνος ο λόγος του Κυρίου: Όπως εσύ Πάτερ, είσαι μέσα μου, και εγώ μέσα σου, έτσι και αυτοί να είναι ένα μέσα μας», δια της πληρότητας της αγάπης δηλαδή, που δίδεται από το Άγιο Πνεύμα (9).

Συνεχίζεται
ΜΙΑ ΜΑΓΙΚΗ ΕΝΟΤΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΟΝΟΜΑΣΘΕΙ ΣΥΝΑΞΗ Ή ΣΟΜΠΟΡΝΟΣΤ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΚΑΘΑΡΣΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ Η ΕΝΟΤΗΣ. ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ ΤΟ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΣΑΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΡΧΗ.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία (7)

Συνέχεια από: Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Τμήμα πρώτο

                             Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού

Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

Κεφάλαιο 4: Η ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα β


§35

Αν η αρχή του Καθολικισμού (das katholische Prinzip) συνδέει όλους τους πιστούς σε μια ενότητα, τότε δεν επιτρέπεται να αρθεί η ατομικότητα του μεμονωμένου ατόμου γιατί το άτομο πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει ως ένα ζωντανό μέλος μέσα σε ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας. Η ζωή όμως του ατόμου καθορίζεται από την ιδιαιτερότητα του, η οποία δεν πρέπει με κανένα τρόπο να καταποντιστεί. Το όλο μάλιστα θα έπαυε να είναι ζωντανό αν χαθεί η ιδιαίτερη ζωή των ατόμων, από τα οποία και μόνο αποτελείται. Ακριβώς δια των ποικίλων ιδιαιτεροτήτων των ατόμων, δια της ελεύθερης ανάπτυξης και απρόσκοπτης κίνησης τους, καθίσταται ζωντανός οργανισμός, με θαυμαστή άνθιση και ανάπτυξη. Αν όλα τα μέλη του ανθρώπου γίνονταν μάτι, θα έπαυε να είναι ένα σώμα. Αν η ιδιαίτερη δραστηριότητα των άλλων μελών εμποδίζονταν, και η συνεισφορά τους στο σύνολο της ζωής ονειδίζονταν, τότε αυτό θα παρεμποδίζονταν σε πολλές λειτουργίες του, και η εισροή ερεθιστικών δυνάμεων θα αποκόπτονταν, και αναλόγως της επίδρασης ορισμένων, ιδιαίτερα σημαντικών μελών, που αποκόπτονταν, θα σταματούσε και ολόκληρη η διαδικασία της ζωής. Αν όμως όλα τα μέλη ήταν ενεργά, χωρίς η ιδιαίτερη δραστηριότητα των μεμονωμένων μελών να καθορίζεται από μια κινούσα αρχή, θα ήταν εγκλωβισμένα, το καθένα ξεχωριστά και το όλο, με τον ίδιο τρόπο σε μια καταστροφική δραστηριότητα. Ο νόμος που ισχύει για τον γενικό οργανισμό είναι και η εικόνα για το σώμα της Εκκλησίας: απρόσκοπτη ανάπτυξη των δυνατοτήτων των ατόμων, που εμψυχώνονται από ένα πνεύμα, με τρόπο ώστε να είναι διάφορα τα χαρίσματα, αλλά Ένα πνεύμα.[ΜΠΡΑΒΟ κ.πρ. ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ]

§37

Για τον λόγο αυτό, ο Κλήμης υποθέτει, μαζί με τους παλαιότερους των πατέρων, που επεκτάθηκαν ως προς το θέμα αυτό, πως ο άνθρωπος έχει μια περιουσία πίστεως μέσα του, μια νοσταλγία για το θείο, μια αναζήτηση, μια ανάγκη του θείου, μια βάση και εσωτερική ικανότητα, να προσλάβει την αληθινή γνώση του Θεού, η οποία όμως (ικανότητα…) αν αφεθεί μόνη της, περιπλανιέται σκοτεινή, δεν καταλήγει στην καθαρή συνείδηση, και πέφτει σε διαρκή λάθη και αντιφάσεις (Στρωματείς 1, ΙΙ: η πίστις είναι γι’ αυτόν ‘τα ώτα της ψυχής’). Ο Αθηναγόρας λέει, πως οι Έλληνες ποιητές και φιλόσοφοι, οδηγούμενοι από μια φυσική ορμή προς το θείο, θα την είχαν επιτύχει με την αίσθηση (Ahndung. Σημείωση: έννοια που λύνει το δίλημμα πίστη-γνώση. Η πεποίθηση στηρίζεται σε καθαρό συναίσθημα. Την έννοια εισήγαγε ο Jakob Friedrich Fries, μαθητής του Fichte), η δύναμη όμως της αισθήσεως αυτής δεν επαρκούσε ώστε να φτάσουν σε μια σωστή γνώση του Θεού. Επειδή όμως δεν ήθελαν να διδαχθούν περί Θεού, αλλά μόνο περί του εαυτού τους, κατέληξαν μόνοι σε σφάλματα και αντιφάσεις. Το ίδιο ήθελε και ο σε όλους τους ανθρώπους σκορπισμένος σπόρος του Λόγου στον Ιουστίνο. Βάσει αυτών των αρχών αναγνώρισαν πως στους Έλληνες και τους άλλους ειδωλολατρικούς λαούς βρίσκονταν μεμονωμένες αλήθειες περί Θεού και των θεϊκών πραγμάτων, αλλά όχι η ίδια η αλήθεια. Και μάλιστα πως αλήθειες αυτές ανακοινώθηκαν μόνο σε άνδρες που ξεχώρισε ο ίδιος ο Λόγος, που δεν είχε εγκαταλείψει ούτε τους ειδωλολάτρες, ή τις είχαν συναγάγει από μια πρωταρχική αποκάλυψη. Γιατί αυτό βρίσκεται ως θεμελιώδης σκέψη στους διαρκώς επιστρέφοντες ισχυρισμούς των πατέρων, πως οι Έλληνες δανείστηκαν τη σοφία τους από τους Εβραίους. (Ιουστίνος, Απολογία 1, Κεφάλαιο 44: αν και μίλησαν για ψυχή, τιμωρίες μετά θάνατον…έλαβαν αφορμές από τους προφήτες…). Αυτές οι αποκομμένες, χωρίς συνάφεια ακτίνες θεϊκής σοφίας θα έμεναν για πάντα χωρίς σημαντική επιτυχία, εν μέρει γιατί τα ιερά φυτά δεν ευδοκιμούν πάνω σέ ανίερο, δηλητηριασμένο έδαφος, εν μέρει γιατί τους έλειπε η αντικειμενικότητα, και γι’ αυτό εκείνοι, που κατείχαν τις αλήθειες, ήταν αβέβαιοι, εάν σε αυτές αντιστοιχούσε κάτι έξω από αυτές, ή αν ήταν απλά παράγωγα υποκειμενικών και κάπως παραπλανητικών διαθέσεων και προϋποθέσεων. Αλλά στον Ιησού το αποκομμένο έγινε ενότητα, το ελαττωματικό πληρότητα, το ασυνείδητο έγινε καθαρότητα. Η αλήθεια έγινε αντικειμενική, εμφανίστηκε η ίδια μέσα στον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, την Αλήθεια καθ’ εαυτήν (Ιουστίνος, Απολογία ΙΙ, Κεφάλαιο 8: ουδέν θαυμαστόν, ει τους κατά σπερματικού λογου μέρος, αλλά κατά την του παντός λόγου μέρος, ο εστί Χριστός, γνώσιν και θεωρίαν, πολύ μάλλον μισείσθαι. Στρωματείς 1, 1:χωρίζεται τε η Ελληνική αλήθεια της καθ’ ημάς, ει και του αυτού μετείληφεν ονόματος, και μεγέθει γνώσεως, και αποδείξει κυριώτερα, και θεία δυνάμει και τοις ομοίοις. Θεοδίδακτοι γαρ ημείς, ιερά όντως γράμματα παρά τω υιώ του θεού παιδευόμενοι, ένθεν ουδ’ ωσαύτως κινούσι τας ψυχάς, αλλά διαφόρω διδασκαλία). Για τον λόγο αυτό, πέραν της αποκαλύψεως δια του Λόγου, που προσλαμβάνεται δια της πίστεως, και χωρίς την πίστη στην προσωπική του εμφάνιση μέσα στην πληθώρα των σημείων, δεν υπήρχε καμιά βέβαιη και αληθινή γνώση του Θεού. Δεν γίνεται παραδεκτή καμιά γνώση περί Θεού, που είναι ανεξάρτητη από την πίστη, και μάλιστα την αποκεκαλυμμένη πίστη. Η δια της λογικής γνώση, μπορούμε να συνοψίσουμε, επικαλείται εν τέλει την πίστη. Η λογική πίστη όμως χρειάζεται την εξ αποκαλύψεως πίστη. Έτσι λοιπόν (η καθαρά ανθρώπινη) φιλοσοφία θεωρείται πως βρίσκεται πολύ πιο χαμηλά από την εξ αποκαλύψεως πίστη. Ως κάτι που έπρεπε να προετοιμάσει την πλήρη εμφάνιση της αλήθειας, ως ένα προ-σχολείο γι’ αυτήν, που έχει δοθεί στους Έλληνες, όπως ο Νόμος στους Εβραίους.

§38

Αν παρακολουθήσουμε τον χαρακτήρα των Απολογιών, πού συνέταξαν οι πατέρες της Εκκλησίας από την αρχή του 20ου αιώνα (Επιστολή προς Διόγνητον) μέχρι το τέλος του 3ου, δε θα δούμε πουθενά, πως ο Χριστιανισμός με λογική ήταν χωρισμένος από το μεταδιδόμενο περιεχόμενο. Ο Χριστιανισμός ετίθετο αμέσως απέναντι σε αυτό που δεν ήταν Χριστιανισμός. Ξεκινούσαν από την προϋπόθεση, ότι αντιστοιχούσε στις υψηλότερες ανάγκες του ανθρώπου, χαρακτηριστικώς και αποκλειστικώς. Επιτρεπόταν λοιπόν να εκτεθεί μόνο υπό την προϋπόθεση μιας προσήκουσας ηθικής προδιάθεσης, για να την ενεργοποιήσει. …

§39

Από τα όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα γίνεται φανερό, πως δεν γινόταν με κανένα τρόπο λόγος για γνώση ανεξάρτητη από την χριστιανική πίστη, ούτε με την έννοια, πως ο Χριστιανός λάμβανε ορισμένες θρησκευτικές αλήθειες μέσω του εαυτού του και ορισμένες άλλες μέσω της αποκαλύψεως: ένας τέτοιος διαχωρισμός ήταν ξένος προς την αρχαία Εκκλησία. Αλλά και το από πιο παλιά γνωστό, εμφανιζόταν στον Χριστιανό μέσα σε ένα εντελώς άλλο φως, και μια πιο βαθιά, χαρωπή σημασία. Από αυτό σημείο δεν απειλούσε ούτε μια παρεμπόδιση της ατομικότητας, ούτε κάποια ενόχληση της ενότητας, γιατί οι Χριστιανοί ήταν πεπεισμένοι, πως δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν από πιο βαθιά, παρά με τον Χριστό, και γι’ αυτό και δεν τον ήθελε (ο Χριστιανός). Όποιος ήθελε, τον θεωρούσαν μη Χριστιανό: μέσα στην χριστιανική Εκκλησία όμως μπορεί να γίνει λόγος μόνο για ελεύθερη ανάπτυξη της χριστιανικής ατομικότητας. Πρέπει να μιλήσουμε ακόμα για τη χριστιανική γνώση, και μήπως αυτή διατάραξε την ενότητα των πιστών: μήπως δηλαδή δια της γνώσεως, που λαμβάνει κανείς μέσα στον Χριστιανισμό, μπορεί να θεωρήσει πως μπορεί να προσπαθήσει να εγκαταλείψει την πίστη, δηλαδή την πίστη της Εκκλησίας, να βγεί δηλαδή από αυτήν και συνεπώς από την κοινότητα της Εκκλησίας. Ο Κλήμης και ο Ωριγένης περιγράφούν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται η χριστιανική γνώση…Το δεδομένο λοιπόν, το θετικό, όταν το προσλαμβάνουμε, δίνει το υλικό, το οποίο παίρνουν οι πνευματικές δραστηριότητες, για να δημιουργήσουν μια επιστημονική διαμόρφωση, και ο Χριστιανός φιλόσοφος διαφέρει από τον απλό πιστό, όχι ως προς το περιεχόμενο της γνώσης, αλλά μόνο ως προς τη μορφή, που έλαβε η κοινή και στους δυο γνώση. Οι σχέσεις όλων των επιμέρους τμημάτων της πίστεως, μεταξύ τους και προς το σύνολο, είναι για τον πρώτο (φιλόσοφο) σαφείς, ή τουλάχιστο προσπαθεί να φτάσει εκεί. Ο πιστός έχει κάνει τον εαυτό του αντικείμενο του στοχασμού του. Η μέχρι τώρα ασυνείδητη πίστη έφτασε στη συνείδηση. Για τον λόγο αυτό, ο Κλήμης ονομάζει τη γνώση «συνειδητοποίηση της αλήθειας, μια αντίληψη της αλήθειας δια του εαυτού της» (ο Κλήμης γράφει, στο χωρίο που παρατίθεται, και του οποίου η τελευταία πρόταση αποτελεί μετάφραση, το εξής: γνώσις δε υιού και πατρός η κατά τον κανόνα τον γνωστικόν. Τον τω όντι γνωστικόν, επιβολη εστίν, και διάληψης αληθείας δια της αληθείας).

Συνεχίζεται

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ΖΕΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ  ΜΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΟ ΚΥΡΟΣ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΜΑΣ ΕΠΙΑΣΑΝ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ.

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία (6)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2024

                                Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού

Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

Κεφάλαιο 4: Η ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα α

Πέραν του γεγονότος πως όλοι οι πιστοί σχηματίζουν μια ενότητα, ο καθένας διατηρεί την ατομικότητα του. Δεν υπάρχει καμιά γνώση του Θεού που να προέρχεται από την λογική, η οποία είναι αυτόνομη. Η γνώση του Θεού βασίζεται στο θεμέλιο της αποκεκαλυμμένης πίστεως, και όλοι έχουν την ίδια πίστη, ανεξαρτήτως των διαφόρων μορφών, με τις οποίες κατέχουν το ίδιο πράγμα. Η μέγιστη ποικιλία ως προς το χριστιανικό ήθος υπάρχει στην Εκκλησία. Η αληθινή φύση των αντιθέσεων μέσα στην Εκκλησία. Η ελευθερία μέσα στη λατρεία.

§35

Αν η αρχή του Καθολικισμού (das katholische Prinzip) συνδέει όλους τους πιστούς σε μια ενότητα, τότε δεν επιτρέπεται να αρθεί η ατομικότητα του μεμονωμένου ατόμου γιατί το άτομο πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει ως ένα ζωντανό μέλος μέσα σε ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας. Η ζωή όμως του ατόμου καθορίζεται από την ιδιαιτερότητα του, η οποία δεν πρέπει με κανένα τρόπο να καταποντιστεί. Το όλο μάλιστα θα έπαυε να είναι ζωντανό αν χαθεί η ιδιαίτερη ζωή των ατόμων, από τα οποία και μόνο αποτελείται. Ακριβώς δια των ποικίλων ιδιαιτεροτήτων των ατόμων, δια της ελεύθερης ανάπτυξης και απρόσκοπτης κίνησης τους, καθίσταται ζωντανός οργανισμός, με θαυμαστή άνθιση και ανάπτυξη. Αν όλα τα μέλη του ανθρώπου γίνονταν μάτι, θα έπαυε να είναι ένα σώμα. Αν η ιδιαίτερη δραστηριότητα των άλλων μελών εμποδίζονταν, και η συνεισφορά τους στο σύνολο της ζωής ονειδίζονταν, τότε αυτό θα παρεμποδίζονταν σε πολλές λειτουργίες του, και η εισροή ερεθιστικών δυνάμεων θα αποκόπτονταν, και αναλόγως της επίδρασης ορισμένων, ιδιαίτερα σημαντικών μελών, που αποκόπτονταν, θα σταματούσε και ολόκληρη η διαδικασία της ζωής. Αν όμως όλα τα μέλη ήταν ενεργά, χωρίς η ιδιαίτερη δραστηριότητα των μεμονωμένων μελών να καθορίζεται από μια κινούσα αρχή, θα ήταν εγκλωβισμένα, το καθένα ξεχωριστά και το όλο, με τον ίδιο τρόπο σε μια καταστροφική δραστηριότητα. Ο νόμος που ισχύει για τον γενικό οργανισμό είναι και η εικόνα για το σώμα της Εκκλησίας: απρόσκοπτη ανάπτυξη των δυνατοτήτων των ατόμων, που εμψυχώνονται από ένα πνεύμα, με τρόπο ώστε να είναι διάφορα τα χαρίσματα, αλλά Ένα πνεύμα.

Οι διάφορες ιδιαιτερότητες των ατόμων όμως φανερώνονται γενικώς, εν μέρει σε αναφορά προς την χριστιανική θεωρία, εν μέρει σε αναφορά προς την χριστιανική ζωή με την στενή έννοια, εν μέρει σε σχέση με θέματα που αφορούν την εξωτερική λατρεία. Σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι λοιπόν να παρουσιάσει, πως εκφράστηκε η αρχή του Καθολικισμού ως προς αυτές τις πτυχές και πως έφερε την ελεύθερη ανάπτυξη του ατόμου σε αρμονία με το σύνολο.

Ο Χριστός και οι Απόστολοι Του εξέθεσαν τη διδασκαλία με μεγάλη απλότητα και εγκαρδιότητα. Ως δύναμη του Θεού έπρεπε να γίνει αντιληπτή με την πίστη, χωρίς αποδείξεις, χωρίς όλη την τέχνη με την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να προτείνουν και να διδάξουν τους άλλους τις προτάσεις τους. Μέσω της στον ένα περισσότερο και στον λιγότερο δεδομένης κατεύθυνσης και προδιάθεσης για το θεωρητικό, έπρεπε να συμβεί, και ο Χριστιανισμός να γίνει αντιληπτός ως αντικείμενο σκέψης. Οι επιθέσεις κατά του Χριστιανισμού από πλευράς των απίστων, τόσο Ιουδαίων, όσο και ειδωλολατρών, και η παραμόρφωση του από τις σχολές, έδωσαν στους προς αυτό (σκέψη) ικανούς αφορμή και απαίτηση, να κάνουν χρήση της ιδιαιτερότητας τους για το καλό του Χριστιανισμού. Στους μεν να τον παρουσιάσουν από την πλευρά της λογικής του φύσης, στους δε, όπως τους απέρριψαν δια της επίκλησης της πάντα ίδιας χριστιανικής συνείδησης ή της παραδόσεως, να τους αφοπλίσουν δια της ανάλυσης της ουσίας του Χριστιανισμού. Με τον τρόπο αυτό ικανοποιήθηκε η ορμή τους προς σκέψη, και στην ίδια ορμή δόθηκε στους άλλους μια υγιεινή τροφή.-Ήδη στους Αποστόλους βλέπουμε να εμφανίζεται αυτή η διαφορά στις πνευματικές κατευθύνσεις. Στον Παύλο κυριαρχούσε, όπως είχε πολλές φορές παρατηρηθεί, το διανοητικό και διαλεκτικό στοιχείο, και εναντίον των Ιουδαίων και ειδωλολατρών, εναντίον των Ιουδαίων και ειδωλολατρών Χριστιανών, χρησιμοποιούσε αυτή του την πνευματική ατομικότητα (Individualität). Στον Ιωάννη αντιθέτως, (κυριαρχούσε) το βάθος και η φωτιά του πνεύματος (Gemüt). Στον Ιγνάτιο συναντούμε την εγκαρδιότητα του Ιωάννη και τη ζωτικότητα μιας πιστής ψυχής, ένα ανώτερο μυστικισμό. Στον Κλήμεντα Ρώμης αντιθέτως αναπτύχθηκε ένας παύλειος χαρακτήρας, με τέτοιο τρόπο όμως, που ο Ιγνάτιος βρισκόταν πιο κοντά στον δάσκαλο του, τον Ιωάννη, απ’ ότι ο Κλήμης στον Παύλο: το βάθος του πνεύματος έχει πιο στενή συγγένεια με τον Χριστιανισμό, και επιτυγχάνεται πιο εύκολα, απ’ ότι η σκέψη. Ο ίδιος παραλληλισμός όπως μεταξύ Ιγνάτιου και Κλήμεντα μπορεί να διαπιστωθεί και μεταξύ Ειρηναίου, που προήλθε από τη σχολή του Ιωάννη, και του Ιουστίνου. Ο με την πίστη άμεσα διαποτισμένος Ειρηναίος διείσδυσε πολύ πιο βαθιά στον Χριστιανισμό από τον φιλοσοφούντα Ιουστίνο. Με τον τελευταίο όμως αρχίζει στην πραγματικότητα μια πρώτη χριστιανική φιλοσοφία της θρησκείας, που στην αλεξανδρινή σχολή της περιόδου αυτής είχε φτάσει στο ύψιστο επίπεδο της.-Παρατηρεί εύκολα κανείς, πως εδώ πρόκειται περί της σχέσεως μεταξύ πίστης και γνώσης. Και πως είναι δυνατό, εκείνοι που βρίσκονταν στο ύψος της πιο εκλεπτυσμένης σχέσης, να διατηρούν την εκκλησιαστική κοινότητα μαζί με εκείνους που έμεναν μόνο στην πίστη, η οποία πίστη έπρεπε να παραμείνει για πάντα η ονομαστική πίστη. Μήπως όμως έπρεπε, έτσι φάνηκε, να τεθούν δεσμά στην σκέψη, μέσα στην ορμή της, ή να διακοπεί η κοινότητα ή να αλλάξει η πίστη;

§36

Ήταν εξ αρχής συμφωνημένο, πως χωρίς μια ιδιαίτερη αποκάλυψη δεν υπάρχει γνώση του Θεού. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας, που, ο οποίος, όπως και ο Ωριγένης, έκανε τις πιο εκτενείς και βαθιές έρευνες ως προς το θέμα, εκφράζεται για την γνώση μας περί Θεού ως εξής: «Είναι δύσκολο να βρεθεί ο λόγος κάθε πράγματος. Την πιο μεγάλη όμως δυσκολία ενέχει η διερεύνηση του πρωταρχικού θεμελίου (Urgrund) όλων των πραγμάτων. Γιατί πως μπορεί να γίνει αντιληπτό (το Urgrund), αφού ούτε γένος, ούτε διαφορά, ούτε είδος, ούτε ένα ατομικό ον, ούτε αριθμός; Ούτε ένα συμβεβηκός, ούτε κάτι μέσα στο οποίο κάτι τέτοιο βρίσκεται; Ούτε το σύμπαν είναι. Γιατί το σύμπαν βρίσκεται υπό την έννοια του μεγέθους. Και αυτό είναι ο πατέρας του σύμπαντος. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να διακρίνει κανείς μέρη μέσα σε αυτό. Γιατί η ενότητα είναι αδιάσπαστη. Για τον λόγο αυτό είναι άπειρο, όχι γιατί είναι απροσπέλαστο, αλλά γιατί οι χωρικές και χρονικές σχέσεις δεν εφαρμόζονται σε αυτό. Για τον λόγο αυτό είναι άμορφο και ανώνυμο. Αν του δίνουμε πότε πότε ονόματα, τότε αυτά δεν είναι πραγματικά, όπως όταν λέμε είναι Ένας, είναι το αγαθό, είναι η διάνοια, είναι το απόλυτο, είναι ο πατέρας, Θεός, Δημιουργός, Κύριος, του δίνουμε από ανάγκη αυτά τα ωραία επίθετα, ώστε το πνεύμα μας να μπορεί να κρατηθεί από κάτι, και για να αποτρέψουμε συγχύσεις. Γιατί το μεμονωμένο δεν δείχνει το Θεό, αλλά όλα μαζί υποδεικνύουν τη δύναμη του παντοδύναμου. Γιατί όλα τα επίθετα αναφέρονται σε εσωτερικές διαφοροποιήσεις ενός πράγματος ή εκφράζουν σχέσεις, προς άλλα, που βρίσκονται δίπλα τους. Όλα αυτά όμως δεν είναι δυνατόν να τα σκεφτεί κανείς περί Θεού. Ο Θεός δεν γίνεται αντιληπτός ούτε δια της επίδειξης. Γιατί αυτή προϋποθέτει κάτι προηγούμενο και γνωστό. Το τίποτα όμως βρίσκεται πριν το αμαρτύρητο. Επαφίεται λοιπόν μόνο στην θεία χάρη και στον Λόγο του, να μας γνωρίσει το άγνωστο. Έτσι ο Κλήμης θέτει το ερώτημα: «Δεν υπάρχει κανένα άλλο είδος ευσεβούς γνώσης, από εκείνη της οποίας πηγή είναι ο Διδάσκαλος Λόγος;» Και απαντά: «Εγώ δεν το πιστεύω» (Στρωματείς, 1. ΙΙ c. p 433: εστιν ουν άλλη τις τοιάυτη κατάστασις αληθής θεοσεβείας αυτής, ης μόνος διδάσκαλος ο λόγος; Ουκ έγωγε οιμαι). Σε άλλο σημείο απαντά στην ένσταση που του έκαναν, ενάντια στο δεδομένο και την πιστότητα της πίστεως, πως δηλαδή μια καθαρά λογική γνώση θα πρόσφερε περισσότερη βεβαιότητα, σε συμφωνία (η απάντηση του) με την πιο πάνω αναφερθείσα θέση: κάθε επιδεικνυόμενη γνώση είναι διαμεσολαβούμενη, και είναι να έχει διάρκεια, τότε τα ενδιάμεσα μέλη της πρέπει να αναφέρονται σε κάτι που δεν επιδεικνύεται, κάτι εκ του εαυτού του βέβαιο, όπου πάλι εισέρχεται η πίστη, σε αυτό το μη δυνάμενο να επιδειχθεί, και αυτό δεν το βρήκαν οι φιλόσοφοι. (…) Στην πρόταση του Κέλσου, πως η έννοια του Θεού μπόρεσε να σχηματιστεί δια του ανθρώπου, δια της αύξησης των καλών ανθρώπινων ιδιοτήτων και της αφαίρεσης των κακών, ο Ωριγένης απαντά ως εξής: «Όταν ο Λόγος λέει, πως κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα, παρά μόνο ο Υιός, και σε όποιον Τον αποκάλυψε ο Υιός, τότε εξηγεί, πως ο Θεός, δια της θείας χάριτος, που δεν έρχεται στην ψυχή χωρίς τον Θεό, διαπιστώνεται δηλαδή δια της άμεσης επίδρασης της θεότητος. Γιατί αυτό είναι κατανοητό, πως η γνώση του Θεού είναι υπερβολικά μεγάλη για την ανθρώπινη φύση. Από εδώ προέρχονται και οι μεγάλες πλάνες, πως δηλαδή η αγαθότητα και η φιλανθρωπία του Θεού, δια της θαυμαστής του χάριτος δίνεται σε εκείνους με το δώρο της γνώσης Του (φθάνειν την του Θεού γνώσιν), για τους οποίους γνώριζε προηγουμένως, πως ζούσαν με τρόπο άξιο της γνώσης, και δεν παραμόρφωσαν την ευσεβή αντίληψη τους προς Αυτόν, ακόμα και τότε, όταν οδηγούνται στον θάνατο ή γελοιοποιούνται από εκείνους που δεν γνωρίζουν τι είναι ευσέβεια, και μάλλον θεωρούν το εντελώς αντίθετο περί αυτής» (adv. Cels 1. VII. c . 44). «Αυτό που είναι αδύνατο να συλλάβει το σκεπτόμενο, αλλά ταυτόχρονα πεπερασμένο ον, γιατί ως το ύψιστο ξεπερνά τους ανθρώπους, και είναι απείρως πάνω από κάθε περιορισμένη φύση, αυτό γίνεται δυνατό δια της μεγάλης, αμέτρητης χάριτος του Θεού προς τους ανθρώπους εν Χριστώ Ιησού, τον κομιστή εκείνης της μεγάλης χάριτος, και με το Άγιο Πνεύμα, τον βοηθό Του. Αν και είναι αδύνατο στην ανθρώπινη φύση να φτάσει στην Σοφία που τα δημιουργεί όλα, το αδύνατο γίνεται δυνατό δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που έγινε για μας δικαιοσύνη, Σοφία, Αγιότητα και Σωτηρία (Α’ Κορ. 1, 30). Αν κανείς δεν γνωρίζει τα του Θεού, παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού, τότε η γνώση του Θεού είναι για μας αδύνατη (Α’ Κορ. 2, 11, 12). Κοίτα όμως πως γίνεται δυνατό: ‘Δεν λάβαμε το πνεύμα αυτού του κόσμου, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ώστε να γνωρίζουμε τι μας δόθηκε από το Θεό’» (Orig. de orat. C. I, Περί Προσευχής)

Συνεχίζεται

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ΖΕΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ  ΜΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΟ ΚΥΡΟΣ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΜΑΣ ΕΠΙΑΣΑΝ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2024

Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

 H ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ:Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ! ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΘΟΤΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΙΣΣΑΡΙΩΝ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΘΥΜΑ ΤΩΝ ΣΤΑΛΙΝΙΚΩΝ ΜΕΘΟΔΩΝ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ.

Παρά τίς επίμονες προσπάθειές του προς το αντίθετο, ο Φλωρόφσκυ ήταν, κατά την περιγραφή του Francois Rouleau για τον Kireevsky, ένας «αντί-ιδεαλιστής μορφωμένος από τον ιδεαλισμό»206. Οι επικριτές της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας οφείλουν να υπερβούν το κοινό στερεότυπο ότι, ενώ ο Bulgakov ήταν έρμαιο του ιδεαλισμού και ποικίλων στρεβλών δυτικών πηγών, η θεολογία τού Φλωρόφσκυ, αντίθετα, υπήρξε ένα αμιγώς πατερικό προϊόν. Ο Φλωρόφσκυ, όπως είχε παρατηρήσει ο Rowan Williams για τον Lossky παλαιότερα, «συνεχίζει να διαβάζει τους Πατέρες με ρωσικά μάτια»207. Κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Όπως παρατηρήσαμε εν συντομία, η θεολογία του Φλωρόφσκυ αποτελεί εξίσου ένα προϊόν τού γερμανικού ιδεαλισμού, που είχε διαποτίσει τη ρωσική σκέψη, όπως συμβαίνει άλλωστε, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, με το μεγαλύτερο μέρος τής σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας.

To παραπάνω γεγονός δεν προκαλεί έκπληξη, εάν λάβουμε υπόψη μας κυρίως την προηγούμενη μόρφωση τού Φλωρόφσκυ, που έδινε έμφαση στον Ρομαντισμό καί στην μετα-καντιανή φιλοσοφία, αν δεν υπήρχε η πατερικη περιβολη του Φλωρόφκσυ καί η επίθεσή του εναντίον τής Ρομαντικής καί ιδεαλιστικής κληρονομιάς στη θεολογία των συγχρόνων του. Ούτε αυτό θα έπρεπε να είναι απαραίτητα αρνητικό, στο βαθμό πού το μεγαλύτερο μέρος τής ρωμαιοκαθολικής (ressourcement) θεολογίας ως επιστροφής στις ρίζες καί μέσω αυτής η Β' Βατικανή Σύνοδος αντλούν από τις ίδιες πηγές. Αυτό πού είναι κρίσιμο για τη σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία -και στο σημείο αυτό δεν υπάρχει διαφοροποίηση από τίς υπόλοιπες θεολογικές παραδόσεις- είναι να αναγνωρίσει ότι η θεολογική ανάγνωση των Πατέρων γίνεται πάντα μέσα στον ερμηνευτικό ορίζοντα τής κάθε εποχής. Το σημερινό κοσμοείδωλο κυριαρχείται από το Δυτικό πολιτισμό, έτσι ώστε οι διάφορες ξένες πηγές από τον Ιδεαλισμό, στη συνέχεια τον Υπαρξισμό καί τελικά μέχρι την έποχή μας με τη μόδα τής ερμηνευτικής, τον μετά-φιλελευθερισμό καί μετά-δομισμό, λειτουργεί αναπόφευκτα ως πρίσμα με βάση το οποίο ο θεολόγος ερμηνεύει τους Πατέρες και επαναπροσδιορίζει δημιουργικά το μυστήριο της προ-νεωτερικής πίστης για τις ανάγκες της μετα-νεωτερικής έποχής μας. Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να έχουμε ενδοιασμούς, εάν ως ορθόδοξοι θεολόγοι, θέλοντας να παραμένουμε πιστοί στις ρίζες τής εκκλησιαστικής παράδοσης, δεν αποκρύπτουμε διαρκώς την σχετική εξάρτησή μας από τη δυτική σκέψη καί κουλτούρα για την διατύπωση της αποστολικής παρακαταθήκης. Αυτό πού είναι ζωτικής σημασίας δεν είναι η αποσιώπηση ή άρνηση τής ξένης επιρροής, διότι μία τέτοια άρνηση απλά αυξάνει τη δυναμική της, καθώς την καθιστά ασύνειδη.

Αυτό πού προτείνουμε είναι ότι, ενδεχομένως, το μέλλον τής Ορθοδοξίας δεν βρίσκεται σε ό,τι έχει καταντήσει μία κορεσμένη αντανακλαστική κίνηση πού επιδιώκει να συλλάβει απεγνωσμένα το αμιγώς ανατολικό (ΣτΜ. ορθόδοξο) φρόνημα, το οποίο είναι διαθέσιμο, κατά κάποιο τρόπο σφραγισμένο ερμητικά εναντι τής μετά το Μέγα Σχίσμα Δύσης, μέσα στους Πατέρες καί τη λειτουργική παράδοση (π.χ. η «οντολογία των Καππαδοκών», η «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» καί «η πατερική εξηγητική»), διαχωρίζοντας την ίδια στιγμή τον εαυτό της από ό,τι διαφορετικό, αλλότριο, δηλαδή δυτικό. Αντίθετα, η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί εάν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε καί μέσα σε ό,τι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει τελείως αλλότριο, ακόμη καί εχθρικό, ποιοί είμαστε. Θα μπορούσαμε τότε να ανακαλύψουμε την ανατολικο-ορθόδοξη ταυτότητά μας μέσα από μία θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δυτικό. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά κατ’ επέκταση, καί η σύγχρονη φιλοσοφία, οι μη χριστιανικές παραδόσεις καί, πολύ περισσότερο, οι επιστήμες. Συνεπώς, μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό ως πράγματι Ανατολικό ή Ορθόδοξο ακριβώς μέσα από τη θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε καί στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία θα έπραττε συνετά αν αντέστρεφε το παράδειγμα του Φλωρόφσκυ καί μέσα από την αναγνώριση του γεγονότος ότι, αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από αυτή την κοινή συνάντηση-αναγνώριση, ανακαλύπτουμε πραγματικά που ανήκει η καρδιά μας. «Η Ανατολή είναι η Δύση -για να παραλλάξουμε τον Kipling-, η Δύση είναι η Ανατολή καί το ζεύγος κάποτε θα σμίξει»215, με συνέπεια τα δύο μέρη να εμπλακούν σέ μία συνεχή καί δημιουργική ένταση, σέ μία ταύτιση των άκρων. Για να λάβουμε ένα παράδειγμα από την Ανατολή, αναγνωρίζουμε τον Φλωρόφκσυ ως έναν όντως ανατολικό θεολόγο, κυρίως στα σημεία που αυτός μεταλλάσσει αριστουργηματικά τον δυτικό θεολόγο Möhler στον τρόπο πού αυτός διαβάζει τούς Πατέρες. Έτσι, ο Φλωρόφσκυ, έστω κι ασυνείδητα, διαποτίζει τη νεοπατερική του σύνθεση με τον Schelling, με αποτέλεσμα να αποτελεί έναν κρυπτο-ρομαντικό, παραμένοντας, εντούτοις, απόλυτα πατερικός. Ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, πού υπογραμμίζει τον εξέχοντα ρόλο του Παλαμισμού στην Ορθόδοξη θεολογία μετά απο τη δεκαετία του ’20. Κατανοούμε πληρέστερα τον Γρηγόριο Παλαμά στα σημεία κυρίως όπου χρησιμοποιεί216, το έργο του Αυγουστίνου, De Trinitate;;;. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε κατά τον πλέον οξυδερκή τρόπο τον Χρήστο Γιανναρά μόνο όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Heidegger καί τον ρωμαιοκαθολικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει, ανεπίγνωστα, τον Αυγουστίνο.

Συνέχεια από: Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

Τμήμα πρώτο

                                 Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού

Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

Κεφάλαιο 2: Η λογική ενότητα ε

§16

Μέσω αυτών που μόλις ειπώθηκαν, αλλά και στην παράγραφο 12, απαιτείται από μας να βγάλουμε τα εξής συμπεράσματα όσον αφορά τη σχέση της Γραφής προς την παράδοση.

Ι. Η παράδοση είναι η έκφραση του Αγίου Πνεύματος που ζωοποιεί το σύνολο των πιστών, και η έκφραση αυτή διαπερνά όλες τις εποχές, είναι ζωντανή σε κάθε στιγμή και ταυτόχρονα σωματοποιείται-ενσωματώνεται (Verkörperung. Η Ενσάρκωση λέγεται Menschwerdung).

ΙΙ. Η Γραφή είναι η σωματοποιημένη έκφραση του ίδιου Αγίου Πνεύματος στην αρχή του Χριστιανισμού δια των ιδιαιτέρως χαρισματούχων Αποστόλων. Η Γραφή είναι επομένως το πρώτο μέλος μέσα στην γραπτή παράδοση.

ΙΙΙ. Επειδή η Γραφή αντλήθηκε από την ζωντανή παράδοση, και όχι το αντίστροφο, έτσι δεν μπορεί να αποδειχθεί μέσα από την Γραφή, πως μέσα σε αυτήν δεν επιτρέπεται να βρίσκεται οτιδήποτε που υπάρχει και στην παράδοση. Η ίδια η Γραφή λέει το αντίθετο (Ιω. 20, 30. 31, 21, 24. 25). Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί, πως και οι Απόστολοι ορισμένα πράγματα τα κήρυξαν και εξήγησαν προφορικά πιο συγκεκριμένα, από αυτά που βρίσκουμε στις επιστολές τους.

IV. Όταν λέμε πως η Γραφή μόνη είναι αρκετή για τον Χριστιανό, τότε έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε για το νόημα αυτού του ισχυρισμού. Η Γραφή από μόνη της, πέραν από την αντίληψη μας γι’ αυτήν, είναι τίποτα, είναι ένα νεκρό γράμμα. Κάτι είναι μόνο το προϊόν, το οποίο αναδύεται από τη σχέση της πνευματικής μας δραστηριότητας προς τη Γραφή. Πρέπει να τονιστεί, πως μέσα σε αυτή τη σχέση, η παράδοση είναι αναγκαία με τη διπλή (και όμως στην ουσία ταυτόσημη) της σημασία, όπως τονίστηκε πιο πάνω. Αν την προσλάβουμε ως το ζωντανό, μέσα στην Εκκλησία κηρυγμένο Ευαγγέλιο, με όλα όσα ανήκουν στο κήρυγμα του, πράγμα που ο Ειρηναίος ονόμασε εκκλησιαστική παιδεία, τότε χωρίς αυτήν καταλαβαίνουμε την Αγία Γραφή τόσο λίγο, όσο θα την καταλαβαίναμε αν δινόταν χωρίς αυτή στους πιστούς. Η πνευματική μας δραστηριότητα πρέπει λοιπόν να είναι διαποτισμένη από το χριστιανικό πνεύμα, εάν είναι να αναδυθεί από τη σχέση της προς τη Γραφή ένα χριστιανικό προϊόν. – Αν όμως το σε κάθε στιγμή κηρυγμένο ζωντανό Ευαγγέλιο δεν είχε κάθε φορά γίνει ένα γραμμένο Ευαγγέλιο, αν δηλαδή η παράδοση δεν είχε ταυτόχρονα ενσωματωθεί, τότε δε θα ήταν δυνατή καμιά ιστορική συνείδηση, θα ζούσαμε σε μια ονειρική κατάσταση, χωρίς να γνωρίζουμε πως γίναμε, και μάλιστα χωρίς να γνωρίζουμε τι είμαστε και τι πρέπει να είμαστε. Και επειδή (στην περίπτωση αυτή) η Εκκλησία και το καθένα από τα μέλη της δε θα μπορούσε να αποδείξει την ταυτότητα της χριστιανικής της/του συνειδήσεως με την χριστιανική συνείδηση όλων των εποχών, έτσι και η δική μας θα μας ερχόταν αμφίβολη, δε θα είχαμε καμιά βεβαιότητα αν είναι χριστιανική η δική μας συνείδηση, θα βρισκόμασταν αποκομμένοι και χωρίς στήριγμα. Για τον λόγο αυτό δε θα υπήρχε Εκκλησία, καθώς για την ύπαρξη της είναι απαραίτητη, όπως η ενότητα της εσωτερικής ζωής, έτσι και η συνέχεια της συνείδησης περί αυτής της ενότητας σε όλες τις μεταβαλλόμενες περιστάσεις, την οποία (συνείδηση) πρέπει να μπορεί να επιδείξει δια της μνήμης της ως ένα ηθικό πρόσωπο (έτσι μπορούμε να ονομάσουμε και την ενσωματωμένη παράδοση). Αφού όμως δια της παράδοσης μπορεί να αποδειχθεί, πως εκφράστηκε/μίλησε το χριστιανικό πνεύμα σε όλες τις εποχές, και πως πάντοτε μιλούσε ως το ίδιο/ταυτόσημο, καθίσταται βέβαιο ποια είναι η σωστή κατανόηση της χριστιανικής διδασκαλίας, δηλαδή αυτή που ήταν πάντα. Αν όμως και αυτή δεν ήταν σωστή, τότε οι Χριστιανοί θα ήταν με το δίκαιο τους απελπισμένοι, αβέβαιοι αν θα μάθουν ποτέ τι είναι Χριστιανισμός. Με το δίκαιο τους θα απελπίζονταν (χωρίς βεβαιότητα), αν υπάρχει κάποιο Άγιο, χριστιανικό Πνεύμα, το οποίο πληρεί την Εκκλησία και αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη χριστιανική συνείδηση. Όπως και εκείνοι που απορρίπτουν την παράδοση, θα βρίσκονταν όπως θα δούμε, σε μια τέτοια κατάσταση, και εκεί δε θα ήταν δυνατό να μιλήσει κανείς για ένα αντικειμενικό εκκλησιαστικό Χριστιανισμό. Όπως οι μαθητές των Αποστόλων, στην άμεση επαφή τους με τους Αποστόλους, δηλαδή με το σύνολο όλων των τότε Χριστιανών, είχαν την εξωτερική απόδειξη για την αλήθεια των πεποιθήσεων τους, έτσι και οι επόμενοι, με τον ίδιο χαρακτήρα της αποστολικής διδασκαλίας, δια μέσου των αιώνων, μέχρι και τους Αποστόλους. Με άλλα λόγια, είναι αυτό που ήδη είπαμε, πως οι Χριστιανοί, χωρίς της διαφορά των εποχών, σχηματίζουν ένα σύνολο.

V. Το ερώτημα, αν η παράδοση της Γραφής είναι συνταγμένη ή υποταγμένη, πρέπει λόγω παραπλανητικών προϋποθέσεων να απορριφθεί εξ αρχής. Δεν υπάρχει κάποια αντίφαση μεταξύ των δυο. Στη βάση του λόγου αυτού βρίσκεται η παραδοχή-υπόθεση, ότι η παράδοση και η Γραφή πορεύονται σαν δυο παράλληλες γραμμές η μια δίπλα στην άλλη. Αυτό δεν είναι έτσι, όπως το δείχνει η ιστορία. Πάνε η μία μέσα στην άλλη και ζουν η μια μέσα στην άλλη. Όσο (λίγο) διαβαζόταν η Γραφή μέσα στην Εκκλησία χωρίς την επίδραση της εκκλησιαστικής παιδείας, τόσο λίγο μπορούμε να φανταστούμε την εκκλησιαστική παιδεία τον 2ο και 3ο αιώνα, την πίστη της Εκκλησίας, χωρίς την επίδραση της Γραφής.

VI. Ο ισχυρισμός, πως στην παράδοση προσλαμβάνεται εκείνο που είναι σύμφωνο με τη Γραφή, είναι ασαφής. Και αυτός ξεκινά από μια αντίφαση: τι περιέχει η παράδοση, έτσι όπως αναπτύξαμε ιστορικά την έννοια της, δεν είναι ποτέ ενάντια στην Αγία Γραφή, και εκεί όπου η Γραφή πρέπει να πει κάτι που αντιτίθεται στην παράδοση, δεν το λέει η ίδια, αλλά την βάζουν να το πει. Το επόμενο κεφάλαιο θα μας δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την πραγματική πηγή αυτού του ισχυρισμού.

VII. Εκείνοι που θεωρούν πως ορισμένα πράγματα αποδεικνύονται απλώς μέσα από την παράδοση, και όλα τα άλλα από τη Γραφή, δεν έχουν τη σωστή αντίληψη του πράγματος. Όλα τα έχουμε και τα διαφυλάσσουμε δια της παράδοσης, όπως και εκείνοι που δεν την αποδέχονται, έχουν απορρίψει χωρίς αυτήν τα πάντα, ήδη μέσα στην αρχαία Εκκλησία. Σχετίζεται λοιπόν η παιδεία μέσα στην κοινότητα των πιστών, και το Άγιο Πνεύμα, το οποίο μας δίδεται μέσω αυτής, μόνο με το ένα ή με το άλλο; Δεν υπάρχει ένας τέτοιος διαχωρισμός. Η πρώτη Εκκλησία δεν γνώριζε τίποτα περί αυτού. Όλα είχαν στους πρώτους αιώνες μέσα από τη Γραφή απορριφθεί, και η Εκκλησία έπρεπε να σημειώνει από την κάθε τι το χριστιανικό, βήμα προς βήμα. Η διδασκαλία περί Θεού σε όλη της την έκταση, περί Υιού του Θεού σε όλα τα σημεία, , περί Αγίου Πνεύματος, περί ελευθερίας και χάριτος, κτλ., είχε απορριφθεί από τέτοιους που ονομάζονται Χριστιανοί, με τη Βίβλο στο χέρι (δηλαδή με την ανάποδη χρήση της), και διατηρήθηκε από το πνεύμα της Εκκλησίας και την παράδοση. Είναι θαυμαστό, ότι κανείς δε θέλει να το παραδεχθεί ή να το διαστρεβλώσει αυτό, καθώς είναι πολύ ξεκάθαρο μέσα στην ιστορία.

VIII. Χωρίς την Αγία Γραφή ως την αρχαιότερη σωματοποίηση του Ευαγγελίου, η χριστιανική διδασκαλία, στην καθαρότητα και απλότητα της, δε θα είχε διαφυλαχθεί, και είναι οπωσδήποτε ένα μεγάλο ελάττωμα της δόξης ενώπιον του Θεού, εάν θέλει κανείς να ισχυριστεί, ότι είναι τυχαία (η Γραφή), γιατί μας φαίνεται ότι συντάχθηκε από καθαρά τυχαίες περιστάσεις. Τι αντίληψη και αυτή για την κυριαρχία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία! Επίσης, χωρίς τη Γραφή θα έλειπε το πρώτο μέλος της σειράς, η οποία χωρίς την Αγία Γραφή, χωρίς μια πραγματική αρχή θα ήταν ακατανόητη, συγκεχυμένη και χαώδης. Αλλά χωρίς τη συνεχιζόμενη παράδοση θα μας έλειπε το ανώτερο νόημα της Γραφής, γιατί χωρίς τα ενδιάμεσα μέλη, δε θα γνωρίζαμε τη συνάφεια. Χωρίς τη Γραφή δεν μπορούμε να σχηματίσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα του Σωτήρος, γιατί θα μας έλειπε αξιόπιστο υλικό, και όλα θα γίνονταν αβέβαιοι θρύλοι. Χωρίς τη συνεχιζόμενη παράδοση θα μας έλειπε το Πνεύμα και το ενδιαφέρον, για να σχηματίσουμε μια τέτοια εικόνα, αλλά και το υλικό, γιατί όπως θα δούμε σύντομα, χωρίς την παράδοση δε θα είχαμε τη Γραφή. Χωρίς τη Γραφή θα μας έλειπε η ιδιαίτερη μορφή των ομιλιών του Ιησού. Δε θα ξέραμε πως μίλησε ο Θεάνθρωπος, και εννοώ ότι δε θέλω πια να ζω, εάν δεν μπορώ πια να Τον ακούω να μιλάει. Χωρίς την παράδοση δε θα γνωρίζαμε ποιος μιλούσε εκεί, και τι κήρυττε, και η χαρά για το πως μιλούσε θα είχε χαθεί! Εν συντομία, όλα ανήκουν σε ένα σύνολο, και με τη θεϊκή σοφία και χάρη μας δόθηκαν αχώριστα.

§17


Από τη θέση που πήραμε μπορούμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα που ήδη τέθηκαν. Γιατί ο Χριστιανισμός δε διαδόθηκε στην αρχή δια της Γραφής; Γιατί ο Χριστός δε δίδαξε τους Μαθητές Του βάσει μιας τέτοιας Γραφής; Γιατί η μεταφύτευση της κράτησε μερικούς αιώνες, στηριγμένη στον ζωντανό λόγο, και γιατί είναι το γραπτό τόσο πολυσήμαντο (αλλά μόνο εκτός της Εκκλησίας);

Με τον τρόπο αυτό τέθηκε η βάση, ώστε ο μαθητής να στηρίζεται σταθερά στον δάσκαλο, το άτομο στο σύνολο. Σιωπηρά και ανεπαίσθητα ήρθε η αναγκαιότητα στη συνείδηση, ότι το άτομο δεν είναι τίποτα χωρίς το σύνολο. Πριν η εγωιστική αρχή λάβει στέρεα τροφή δια της γενικής διάδοσης του γράμματος, ο Χριστιανισμός είχε διαμορφωθεί έτσι και τα είχε συνδέσει όλα στέρεα μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί πια το γράμμα να νικήσει το πνεύμα, η έννοια τη ζωή, το εγωιστικό να νικήσει το κοινό. Εάν συνέβη έτσι, ποιος δε θέλει να πειστεί ότι έπρεπε να γίνει έτσι; Το Πνεύμα είχε αποδείξει ότι Αυτό μπορεί και χωρίς το γράμμα, αλλά το γράμμα δεν μπορεί με κανένα τρόπο χωρίς το Πνεύμα. Όταν όμως το Πνεύμα έχει διαδοθεί, το γράμμα υπηρετεί την στερέωση του (πνεύματος) και μέσα σε αυτό το όργανο, αυτό (το Πνεύμα) θα γίνεται πιο σαφές μέσα στον κάθε πιστό ξεχωριστά. Αν ο Χριστός έγραφε ένα βιβλίο, ή αν οι Απόστολοι έδιναν στον καθένα από ένα, τότε αυτός (ο μεμονωμένος πιστός) θα το έπαιρνε, θα καθόταν κλεισμένος στο τραπέζι του, θα έπαιρνε τις έννοιες, και καμιά Εκκλησία, καμιά κοινή ζωή (καμιά χριστιανική ζωή) θα δημιουργούνταν (γιατί οι έννοιες θα προηγούνταν της ζωής). Επιπλέον: κάθε Γραφη πρέπει να γραφτεί στη γλώσσα ενός συγκεκριμένου λαού, καθώς δεν έχουμε μια γενική γλώσσα. Φέρει αναγκαστικά τον χαρακτήρα ενός ορισμένου έθνους. Αν λοιπόν παραδώσει κανείς μια με τον τρόπο αυτό συνταχθείσα Γραφή σε ένα άλλο έθνος, χωρίς να είναι προηγουμένως γνωστό το περιεχόμενο της, δε θα μπορέσει (το έθνος) να διακρίνει το χριστιανικό από το εθνικό (ιουδαϊκό). Ο ζωντανός λόγος είναι κατά το δυνατόν ελεύθερος από το εθνικό. Για να έχει όμως κάποιος επιθυμία να μελετήσει μια ξένη εθνικότητα, προϋποτίθεται το ενδιαφέρον για τον Χριστιανισμό, και για να το κατέχει (το ενδιαφέρον) κάποιος, πρέπει να γνωρίζει ήδη τον Χριστιανισμό. Θα απαιτούσε λοιπόν κανείς να γνωρίζει τον Χριστιανισμό πριν διαβάσει τα βιβλία του, καθώς θα το γνώριζε αλλιώς μόνο δια των βιβλίων. Τη σχέση μας προς τη Βίβλο δεν χρειάζεται να τη συγκρίνουμε με εκείνη, με αυτήν που έχουν προς αυτήν λαοί που δεν τη γνωρίζουν καθόλου: εμείς συνηθίζουμε από τη νεότητα μας τη γλώσσα της και έχουμε μια βιβλική ανατροφή.

Τέλος κεφαλαίου

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ.