Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Copertino. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Copertino. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Στη Ρίζα του Διεθνούς Δικαίου

Λουίτζι Κοπερτίνο



Ναι! Σωστά. Στη ρίζα του σύγχρονου διεθνούς δικαίου βρίσκεται η θεολογική και νομική Σχολή της Σαλαμάνκα (βλ. το πρώτο κεφάλαιο του αριστουργηματικού έργου του Καρλ Σμιτ "Ο Νόμος της Γης"). Αναπτύχθηκε τον δέκατο έκτο αιώνα στην Ισπανία των Καθολικών Μοναρχών, των οποίων η φιλοϊνδική νομοθεσία ήταν στην πραγματικότητα αποτέλεσμα της μεγάλης πολιτιστικής επιρροής των θεολόγων της Σαλαμάνκα. Αυτή η σχολή ήταν θωμιστική στον προσανατολισμό της, αλλά ανοιχτή σε άλλες θεολογικές και φιλοσοφικές συνεισφορές. Οι μεγάλοι θεολόγοι της Σαλαμάνκα - όχι μόνο ο Φρανθίσκο ντε Βιτόρια, που αναφέρεται εδώ, αλλά και ο Φρανθίσκο Σουάρες, ο Λουί ντε Μολίνα και ο Ντομίνγκο ντε Σότο - καθιέρωσαν μια αρχή εξίσωσης μεταξύ των λαών που είναι σταθερά χριστιανική, και την οποία προσπάθησαν να επιβεβαιώσουν πάνω απ' όλα και πρώτα μεταξύ των Χριστιανών. Η χριστιανική πίστη δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υποδούλωση των "ειδωλολατρικών" λαών, και το να είσαι Χριστιανός δεν είναι ούτε νομικός ούτε ηθικός τίτλος ανωτερότητας. Αυτή η αρχή, δεόντως διευρυμένη και επεκτεινόμενη πέρα ​​από το πλαίσιο του δέκατου έκτου αιώνα, ορίζει ότι το να είσαι Δυτικός, δημοκρατικός, φιλελεύθερος, κομμουνιστικός ή φασιστικός, προοδευτικός, μοντέρνος ή υποτιθέμενα «εκλεκτός από τον Θεό» δεν αποτελεί τίτλο ανωτερότητας. Ένα σπουδαίο μάθημα που ο Πατέρας Σαμίρ, σύμβουλος του Βενέδικτου ΙΣΤ΄ για τις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, θυμάται καλά στην όμορφη συμβολή του Καθηγητή Φραντσέσκο Ανιόλι, που δημοσιεύεται παρακάτω. LC

Ο πατήρ Σαμίρ Χαλίλ Σαμίρ, Αιγύπτιος Καθολικός, ήταν σύμβουλος του Βενέδικτου ΙΣΤ΄ για τις σχέσεις με τον ισλαμικό κόσμο. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στον Λίβανο. Έντονα επικριτικός απέναντι στον αφελή οικουμενισμό, συχνά παρότρυνε τη Δύση να μην ενδώσει στις πιέσεις των ισλαμιστών μεταναστών. Έχω μερικά από τα άρθρα του για τη Μέση Ανατολή. Αυτό το απόσπασμα είναι από τις 10 Αυγούστου 2006, κατά τη διάρκεια ενός από τους πολλούς πολέμους του Ισραήλ εναντίον του Λιβάνου. Ο Σαμίρ υπενθύμισε ότι «η βία δεν θα φέρει ειρήνη στην περιοχή. Θα συμβάλει μόνο στην αύξηση του μίσους κατά του Ισραήλ». Όσο για τον Λίβανο, μετά από μια ακόμη επίθεση, «οι πιο ειρηνικοί Λιβανέζοι αποφασίζουν να μεταναστεύσουν. οι λιγότερο ειρηνικοί γίνονται υποστηρικτές της Χεζμπολάχ...»

Όπως φαίνεται, είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται. Κάθε φορά, το Ισραήλ υπόσχεται να εξαλείψει τους εχθρούς του με βόμβες, μια για πάντα, και κάθε φορά αυτές οι βόμβες είναι οι σπόροι για νέους αντάρτες. Το αίμα απαιτεί αίμα. Εβραίοι και Μουσουλμάνοι, σε αυτό, είναι παιδιά του ίδιου νόμου των αντιποίνων, της ίδιας λογικής του πολέμου. Εντελώς κοσμικού για τους πρώτους, και θρησκευτικής προέλευσης για τους δεύτερους.

Αλλά ο Σαμίρ ξέρει πώς να διακρίνει την ιδεολογική πτυχή από τα ιστορικά γεγονότα και προσθέτει: κοιτάξτε, το πρόβλημα δεν είναι η Χεζμπολάχ ούτε η Χαμάς, επειδή δεν θα υπήρχαν χωρίς αιτία, όχι θρησκευτική, αλλά εδαφική: «Το πρόβλημα χρονολογείται από τη δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ και τη διαίρεση της Παλαιστίνης το 1948. Αυτή η διαίρεση αποφασίστηκε... χωρίς να ληφθεί υπόψη ο πληθυσμός που υπήρχε σε αυτή την (ιερή) Γη: αυτή είναι η πραγματική αιτία όλων των πολέμων που ακολούθησαν».

Λοιπόν, αυτή δεν είναι μόνο η θέση κάθε σοβαρού ιστορικού, αλλά και αυτή που εκφράζει σήμερα ο Καρδινάλιος Πιτζαμπάλα όταν ζητά διάκριση μεταξύ κατακτητών και κατεχομένων, και αυτή όλων των πάπων, ξεκινώντας από εκείνους που, όπως ο Πίος ΙΒ΄ και ο Παύλος ΣΤ΄, δεν πρόφεραν ποτέ τη λέξη «Ισραήλ». Και αυτό σίγουρα δεν οφείλεται σε εχθρότητα προς τους Εβραίους καθαυτούς, ούτε καν απλώς σε εχθρότητα προς τους Σιωνιστές της εποχής, άθεους και σοσιαλιστές, αλλά σε σεβασμό για το διεθνές δίκαιο, το οποίο συγκαταλέγει μεταξύ των πατέρων του τον Φρανθίσκο ντε Βιτόρια (1483–1546), έναν Ισπανό Δομινικανό θεολόγο και ιδρυτή της Σχολής της Σαλαμάνκα.

Τι είπε ο ντε Βιτόρια; Ότι οι ειδωλολάτρες ιθαγενείς ήταν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες των εδαφών τους και ότι οι Χριστιανοί που πίστευαν ότι μπορούσαν να τις καταλάβουν στο όνομα της θρησκευτικής ανωτερότητας διέπρατταν έγκλημα, διεξάγοντας έναν άδικο πόλεμο.

Σήμερα, mutatis mutandis, θα πρέπει να επαναληφθεί: όλοι όσοι δικαιολογούν την κλοπή γης άλλων λαών στο όνομα της πολιτικής ανωτερότητας («είμαστε η μόνη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή!»), της εθνικής ανωτερότητας («είμαστε ο εκλεκτός λαός») ή οποιουδήποτε άλλου είδους, παραβιάζουν τον φυσικό νόμο των λαών.

Ο Francesco Agnoli
από τη σελίδα στο Facebook


Alla radice del Diritto Internazionale

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Χριστιανική Αλήθεια και Περενιαλισμός β

  Συνέχεια από:Παρασκευή 1η Μαίου 2026


Χριστιανική Αλήθεια και Περενιαλισμός β
του Luigi Copertino

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΑΘΑΡΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΟΘΕΥΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ


«Δεν είναι κάθε “γνώση” – έχει παρατηρηθεί – … δυνατόν να θεωρηθεί “γνωστική”: συγγραφείς σαφώς ορθόδοξοι, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς ή ο Μάξιμος ο Ομολογητής, μιλούν άφοβα για μια “χριστιανική γνώση”. 

Τα κύρια χαρακτηριστικά του “γνωστικισμού”, εκτεθειμένα σχηματικά, θα ήταν τότε τα εξής:
α) η παρουσία ενός σύνθετου μυθολογικο-κοσμολογικού σχήματος βασισμένου στην ιδέα της “πτώσης” (αρχική ρήξη μιας θεϊκής τάξης του κόσμου, που μερικές φορές ταυτίζεται με τη δημιουργία του αισθητού κόσμου από έναν δημιουργό),
στην οποία αντιστοιχεί, στο ανθρωπολογικό επίπεδο,

β) ένας έντονος δυϊσμός μεταξύ υλικού και πνευματικού κόσμου και
γ) η ιδέα μιας αποκλειστικής σωφρονιστικής κληρονομιάς, μεταβιβάσιμης μέσω εσωτερικής διδασκαλίας, ικανής να οδηγήσει τη στενή ομάδα που την κατέχει στη σωτηρία και στην απελευθέρωση από τα δεσμά της σαρκικής ζωής.
Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό, τυπικό των γνωστικών δογμάτων, είναι η ανάμειξη στοιχείων προερχόμενων από ετερόκλητες θρησκευτικές παραδόσεις, συχνά αναμειγμένων χωρίς καμία απαίτηση συνοχής.
Πολύ συχνή, τέλος, είναι μια αυστηρή ταξινόμηση της ανθρωπότητας σε τρεις κατηγορίες:
οι πνευματικοί (ή πνευματοφόροι, δηλαδή εκείνοι που κατέχουν τη “γνώση” και έχουν ήδη λυτρωθεί),
οι ψυχικοί (δηλαδή οι άνθρωποι που, με τη βοήθεια των “τελείων”, μπορούν να αποκτήσουν τη “γνώση”) και
οι υλικοί (στους οποίους κυριαρχεί η ύλη, η hyle, και οι οποίοι γι’ αυτό προορίζονται για διάλυση).
Πέραν της συνηθισμένης επίκλησης σε κρυφές διδασκαλίες, που δήθεν μεταδόθηκαν μυστικά σε πρόσωπα της βιβλικής ιστορίας ή των απαρχών του Χριστιανισμού» (1).

Πολύ συχνά οι λάτρεις της αποκαλούμενης αιώνιας φιλοσοφίας (Philosophia perennis) δεν συνειδητοποιούν ότι δεν είναι ό,τι λάμπει χρυσός. Χωρίς μεταφορά: δεν λαμβάνουν υπόψη τις “μολύνσεις” που υπέστη η πρωταρχική Αποκάλυψη κατά τη μετα-εδενική της μετάδοση. Από εδώ πηγάζουν ορισμένα “σφάλματα” στα οποία υπέπεσαν οι κύριοι σύγχρονοι εκπρόσωποι της “Σχολής Παραδοσιακής Μεταφυσικής”, οι οποίοι προωθούν τον λατιδουναριστικό Περενιαλισμό (σημ. Perennialismo latudinarista, ευρύς, πλατύς περενιαλισμός, με ευρύ πνεύμα. Χωρίς διάκριση)(2).
Η αγνόηση αυτών των παραμορφώσεων έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη σχέση μεταξύ της χριστιανικής Πίστης και της Philosophia perennis και έχει οδηγήσει, ως αντίδραση, τους χριστιανούς στο να κλειστούν μέσα σε παρηκμασμένες σχολαστικές ρασιοναλιστικές κατασκευές, οι οποίες, επιπλέον, έχουν ελάχιστη σχέση με την αυθεντική παραδοσιακή σκέψη του Θωμά του Ακινάτη, ενώ αντίθετα, είναι ακριβώς ο Χριστός ο Αποκαταστάτης της Πρωταρχικής Αποκάλυψης και άρα και της ίδιας της Philosophia perennis.

Το κρίσιμο σημείο, στο θέμα αυτό, είναι επομένως η αναγνώριση της ύπαρξης μιας νόθας γνώσης (gnosi spuria) η οποία αντιτίθεται στην αληθινή γνώση, στην αληθινή αγαπητική γνώση του Θεού, όπως αυτή πιστοποιείται από την αρχέγονη Αποκάλυψη. Το χαρακτηριστικό ίσως πιο ενδεικτικό της νόθας γνώσης είναι η υποτίμηση της Δημιουργίας, η οποία δεν αναγνωρίζεται, όπως μαρτυρεί η Γένεση, ως Μεγάλο Έργο (Opus Magnum) του Θεού, και άρα ως Καλή Δημιουργία Του. Η νόθα γνώση βλέπει στη δημιουργία μια «οντολογική πτώση» του Πνεύματος μέσα στην ύλη.

Η βαθύτερη ουσία της νόθας γνώσης αποκαλύπτεται ολόκληρη στη Γεν. 3,5, όπου ο διαρκής πειρασμός παρουσιάζεται ως ο λουσιφεριανός λόγος αυτοθεοποίησης. Η νόθα γνώση, σε όλες της τις εκφράσεις, ξεκινά από την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένα θεϊκό θραύσμα εξόριστο, «ριγμένο» στον σκοτεινό κόσμο της υλικής ύπαρξης.

Ταυτίζοντας το ατομικό άτμαν με το παγκόσμιο Βράχμαν ή Άτμαν, η βενταντική πνευματικότητα, για παράδειγμα, δεν μπορεί παρά να ταυτίσει πανθεϊστικά το ανθρώπινο πνεύμα με το Θείο Πνεύμα, και να συμπεράνει ότι αυτό ζει φυλακισμένο σε μια απατηλή φαινομενική εκδήλωση – τη μάγια – από την οποία πρέπει να ελευθερωθεί, ξυπνώντας τη συνείδηση του “Εκείνο είσαι εσύ” (“tat tvam asi”)Που σημαίνει: ο Θεός, δηλαδή “Εκείνο”, είσαι εσύ.

Είναι μια διακήρυξη συγγενείας της ανθρώπινης φύσης με τη Θεία Ουσία, μια δήλωση αυτοθεοποίησης του ανθρώπου. Για την αρχέγονη Αποκάλυψη, αντίθετα, ο άνθρωπος συμμετέχει οντολογικά στη Θεότητα, όντας “εν Θεώ” αλλά ως “άλλος από τον Θεό”.

«Μεταφυσική – γράφει ο Frithjof Schuon – σημαίνει ουσιαστικά διάκριση ανάμεσα στο Πραγματικό και στο φαινομενικό, ή το απατηλό. Σε βενταντικούς όρους, Άτμαν και Μάγια, το Θείο και το κοσμικό. Η μεταφυσική ασχολείται επίσης με τις ρίζες της Μάγια και του Άτμαν, δηλαδή με την Θεία Ενσάρκωση, τον Θεό Δημιουργό και Αποκαλύπτοντα, και έπειτα με την προβολή του Άτμαν στη Μάγια, που σημαίνει όλα όσα είναι θετικά και αγαθά στον κόσμο» (3).

Αν, από τη μία πλευρά, ο Schuon φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη θετικότητα και την αγαθότητα της δημιουργίας, ως «προβολή» του Θείου στον κόσμο, από την άλλη, ωστόσο, δεν κατορθώνει να υπερβεί τη διαστροφή σύμφωνα με την οποία στο πραγματικό αντιτίθεται το φαινομενικό. Μια διαστροφή που προϋποθέτει, αναπόφευκτα, τη μόνο απατηλή φύση της δημιουργίας, η οποία, επομένως, θα ήταν «μάγια», φαινομενική ψευδαίσθηση χωρίς καμία πραγματική υπόσταση, ούτε καν με οντολογική συμμετοχή.

Ο Άνθρωπος ο Πρωτόπλαστος, ο Αδάμ Καδμόν, είναι ο Λόγος του Θεού, το Δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, αναφερόμενος στον Αδάμ/Λόγο, στον Αδάμ Καδμόν, του οποίου ο Αδάμ ως δημιούργημα είναι απλώς εικόνα μέσα στη δημιουργία, απέδωσε στον Εαυτό Του τον τίτλο, παραδοσιακά θεϊκό και μεσσιανικό, του «Υιού του Ανθρώπου» – Ben Adam.
Αν ο Αδάμ Καδμόν, δηλαδή ο Πρωτοάνθρωπος, είναι ο Λόγος του Θεού, ομοούσιος με τον Πατέρα, τότε, δηλώνοντας “Υιός του Ανθρώπου”, ο Ιησούς Χριστός δήλωσε ότι είναι ο Λόγος του Θεού, αποκαλύπτοντας τη θεότητά Του ενσαρκωμένη.

Στην πρωταρχική Αποκάλυψη, που είναι η χριστιανική, ο Αδάμ Καδμόν δεν είναι καθόλου η αρσενική πόλωση αντίθετη προς τη θηλυκή, στην πρώτη «διάσπαση» εντός της Θεότητας, η οποία εμφανίζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας πτωτικής εκπόρευσης του Ενός προς το πολλαπλό, και που προορίζεται να καταλήξει στην «οστεοποίηση» της εκδήλωσης του υλικού κόσμου.

Η γνώση (gnosi), αντίθετα, δεν ταυτίζει τον Πρωτόπλαστο Άνθρωπο ή Αδάμ Καδμόν με τον Λόγο του Θεού.
Στο δικό της πρότυπο, ο Αδάμ Καδμόν γίνεται η πρώτη προσδιορισμένη μορφή μέσα στη Θεία Ουσία, η οποία υπόκειται σε μια “πτώση”, σε μια διαδικασία υποβάθμισης και αποσύνθεσης, της οποίας τελική συνέπεια είναι η παραγωγή της «αισθητής εκδήλωσης», δηλαδή της δημιουργίας.

Αυτή η πτώση, με την εμφάνιση του φυσικού κόσμου, αναγκάζει τον Αδάμ Καδμόν να λάβει μια περιορισμένη, εξαρτημένη και περιφρονητέα υλική ύπαρξη, δίνοντας αρχή στον πρώτο σωματικό άνθρωπο και κατόπιν στον πολλαπλασιασμό του μέσω της γενεάς.

Στην πολλαπλή του καταγωγή, ο εκπεσών Αδάμ Καδμόν συνεχίζει να διαιωνίζει τον κατακερματισμό του Θείου, που ξεκίνησε με την πρώτη «διάσπαση» μεταξύ Αδάμ και Εύας, κατανοούμενων, κατά την εν λόγω ερμηνεία, σύμφωνα με το διπλό αντίθετο του ταοϊστικού “Γιν και Γιανγκ” ή του βενταντικού “Πουρούσα–Πρακρίτι”.

Η λουσιφεριανή πηγή της νόθας γνώσης εξηγεί την αρνητική θεώρηση της τεκνογονίας. Πράγματι, η γνωστική πνευματικότητα είναι εχθρική προς τη γόνιμη σεξουαλικότητα, επειδή μισεί τη ζωή. Αυτή αποτελεί τη μυστική και σκοτεινή ρίζα των «καθαρικών» πολιτισμών, των εκτρωτικών, ονανιστικών και πανσεξουαλιστικών κουλτούρων.

Σύμφωνα με το παράδειγμα της νόθας γνώσης – και είναι εδώ που αποκαλύπτεται ο πειρασμός που σηματοδοτείται στη Γεν. 3,5 – ο άνθρωπος, παρότι είναι θραύσμα του Αδάμ Καδμόν, του Καθολικού Ανθρώπου, πεσμένος στη σάρκα, φέρει εντός του ένα κατάλοιπο, μια «σπίθα» της αρχικής του θείας φύσης.
Ο σκοπός της ύπαρξης θα ήταν, επομένως, η μυητική αποκατάσταση της χαμένης συνείδησης, εξαιτίας της οντολογικής πτώσης στην ύλη, της αυτοθεότητάς του, δηλαδή του ότι είμαστε ήδη “θεοί” εκ φύσεως – “τα τβαμ ασί” – και όχι μέσω συμμετοχής, δηλαδή μέσω χάριτος.
Για τον σκοπό αυτό, ο άνθρωπος πρέπει να απελευθερωθεί από τη φυλακή της υλικής ύπαρξης, να απορρίψει τη φθαρμένη φύση, ώστε να χειραφετήσει αποκλειστικά τη “θεία σπίθα” που βρίσκεται έγκλειστη στο κελί του Είναι, στην υλική ύπαρξη.

Όπως είναι φανερό, εδώ προϋποτίθεται πανθεϊστικά η θεότητα του ανθρώπου εκ φύσεως, κατ’ ουσίαν, όχι μέσω συμμετοχής (σε θεολογικούς όρους, όχι μέσω «χάριτος»). Δεν πρόκειται, για τον γνωστικό, να ανοίξει την καρδιά του στον Θεό, αλλά να ξαναβρεί, να αφυπνίσει τη συνείδηση του ότι είναι ο ίδιος Θεός, τη συνείδηση ότι το «εγώ» είναι ένας “θεός” φυλακισμένος σε έναν κακό και αρνητικό κόσμο.

Το να επικαλεστεί κανείς τη βοήθεια του Θεού για την εκπλήρωση της Επαγγελίας Του περί ένδοξης μεταμόρφωσης της δημιουργίας και, επομένως, πλήρους σωτηρίας του ανθρώπου – κατά πνεύμα, ψυχή και σώμα – μέσα στον «καινό ουρανό και καινή γη» της Αποκάλυψης (Απ. 21,1) – που είναι και η δόξα του κόσμου τούτου μέσα στη μελλοντική Επουράνια Ιερουσαλήμ, η οποία, όχι τυχαία, θα κατέβει από τον Ουρανό για να «αναλάβει» τη σημερινή δημιουργία στην τελική της μεταμόρφωση – είναι, μέσα από γνωστική προοπτική, μάταιο, ευσεβιστικό, καλό μόνο για τις άξεστες και προσευχόμενες μάζες.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Βλ. Luigi Walt, «Γνώση και γνωστικισμός: σημειώσεις για έναν ορισμό», στον ιστότοπο [www.paulus2.0].
2) Μεταξύ αυτών, όπως ήδη ειπώθηκε, πρέπει να συγκαταλεχθούν οι René Guénon, Julius Evola, Elémire Zolla, Frithjof Schuon, Ananda Coomaraswamy, Silvano Panunzio, και άλλοι ακόμη.
Για τον καθένα απαιτείται επιλεκτική διάκριση, ώστε να προσδιοριστεί ποιο στοιχείο ανήκει πραγματικά στην αυθεντική Philosophia perennis, σύμφωνα με την Αποκάλυψη, και ποιο αποτελεί παραμόρφωση ψευδο-γνωστικού τύπου.
3) Συνέντευξη με τον Frithjof Schuon για τη Μεταφυσική, διαθέσιμη στο διαδίκτυο.
Πρέπει πάντως να αναγνωριστεί ότι ο Schuon βρίσκεται ενίοτε κοντά στη Θεία Σοφία, εκεί όπου παραδέχεται πως η διάκριση ανάμεσα στο μυστικό και στο θεολογικό επίπεδο – δηλαδή, στη δική του ορολογία, η διάκριση ανάμεσα σε εσωτερισμό και εξωτερική θρησκευτικότητα (εξωτερικισμό) – δεν συνεπάγεται αποκλεισμό από την Δημιουργική και Σωτηριολογική Αγάπη του Θεού για όποιον δεν έχει «μυστική κλήση».
Αλλού, όμως, πέφτει σε προφανείς αντιφάσεις.
Όπως στο παράθεμα που σχολιάστηκε, όπου παρά την προσπάθειά του να αναγνωρίσει το θετικό μέσα στον κόσμο, αυτός εξακολουθεί να παραμένει, για εκείνον, μια απλή φαινομενική ψευδαίσθηση του “εγώ”, το οποίο είναι αιχμάλωτο στην ύλη, δηλαδή παραπλανημένο από τη Μάγια.

Τέλος Πρώτου μέρους

Συνεχίζεται

"Γιατί γίνεται όλο αυτό; Γιατί πραγματικά έχουμε μια αναδιάρθρωση, μια αναδιατύπωση, ανάγκη αναδιατύπωσης ουσιαστικά, ολόκληρης της νεωτερικής και της αρχαίας ακόμα ανθρωπολογίας με βάση την τεχνητή νοημοσύνη. Πρέπει να προσδιορίσουμε ακριβώς την έννοια του ανθρώπου, ουσιαστικά. Ένα δικό μου βιβλίο, στο οποίο προσπαθώ να κάνω αυτό το πράγμα και από το οποίο θα ξεκινήσω, λέγεται «Ο Τεχνοπίθηκος και η Αλήθεια», ήδη το αναφέρατε, «Ερμηνευτική της θρησκείας στον καιρό της τεχνητής νοημοσύνης».
Προσπαθώ να εκμαιεύσω ανθρωπολογικά στοιχεία, μέσα από τον χώρο των θρησκειών και με κορύφωση, βέβαια, τον χριστιανισμό, όπου ουσιαστικά αναζητούνται πράγματα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν στο εγχείρημα επαναδιατύπωσης της ουσίας του ανθρώπου. Αυτό είναι το πρόβλημα. Αυτό είναι το πρόβλημα.
Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι ότι, κατ’ ουσίαν, δεν έχουμε... Έχουμε ουσιαστικά αιφνιδιαστεί όλοι μας, σε όλο τον κόσμο, από αυτό το οποίο συμβαίνει, παρά το ότι η εξέλιξη που οδήγησε σε αυτό δεν μας είναι άγνωστη. Πρόκειται για κάτι το οποίο ιδανικά περιέγραψε ο Χάιντεγκερ ήδη στη δεκαετία του 1950. Προηγουμένως, όμως, είχε αρχίσει να συμβαίνει αυτό, ήδη προηγουμένως από τον Διαφωτισμό".


ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ! ΕΥΤΥΧΩΣ ΤΟΧΕΙ ΑΝΑΛΑΒΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ!

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΌΣ ΚΑΙ PHILOSOPHIA PERENNIS

 Luigi Copertino

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΌΣ ΚΑΙ PHILOSOPHIA PERENNIS


Στον σύνδεσμο που προτείνουμε στο κάτω μέρος αυτού του σύντομου σχολίου, ασχολείται με τη λεγόμενη "philosophia perennis", περιγράφοντας το περιεχόμενό της και τις ιστορικές διαδρομές ξεκινώντας από τον ανθρωπισμό. Από τον Γέμιστο Πλήθωνα μέχρι την ομάδα του Εράνου, η ιστορία της αναγεννησιακής επιστροφής στον Πλάτωνα μή-χριστιανό ανασυντίθεται συνοπτικά, πάνω στο κύμα του «ουμανιστικού νεοπαγανισμού», αφού οι μεγάλοι Πατερικοί της Εκκλησίας είχαν συστηματοποιήσει, στο πλαίσιο της Αποκάλυψης, τον Πλάτωνα χριστιανό «προετοιμαστή ειδωλολατρών για το Ευαγγέλιο» στο σημείο της προνοητικής συνάντησης μεταξύ Ιερουσαλήμ και Αθήνας (και Ρώμης).

Δυστυχώς, μεταξύ του δέκατου πέμπτου και του δέκατου έκτου αιώνα, όταν άρχισε το έργο της αποχριστιανοποίησης της αρχαίας κληρονομιάς, η Εκκλησία δεν είχε άλλους Πατέρες στη διάθεσή της και, αντιμέτωπη με την αυξανόμενη παλίρροια του ουμανιστικού πολιτισμού συνυφασμένου με τον Νεοπλατωνισμό και τον Ερμητισμό, στους οποίους, όπως έδειξαν οι πιο πρόσφατες μελέτες, ο Λούθηρος ήταν επίσης υπόχρεος, κλείστηκε σε μια άμυνα του Τριδέντου βασισμένη εξ ολοκλήρου στον Θωμισμό, αλλά ξεχνώντας ότι ο Ακινάτης εξαρτιόταν, στη βασική δομή της σκέψης του, από τον χριστιανικό νεοπλατωνισμό του Αυγουστίνου και του Διονυσίου του ψευδοαρεοπαγίτη, που του επέτρεψε να εναρμονίσει τον αριστοτελισμό, τον οποίο η Εκκλησία της εποχής του δικαίως υποπτευόταν έντονα, με την Αποκάλυψη. Ήταν ένα κλείσιμο εκείνη την εποχή, ίσως αναγκαίο και αναπόφευκτο, αλλά που έπρεπε να ξεπεραστεί. Στον εικοστό αιώνα, η λεγόμενη Nouvelle Théologie προσπάθησε να προχωρήσει πέρα από τον υποβαθμισμένο σχολαστικισμό για να ανακτήσει την πατερική κληρονομιά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Henry-Marie de Lubac, ένας από τους νέους θεολόγους, μίλησε για την αναγεννησιακή επανεμφάνιση του πλατωνισμού ως την «ημιτελή αυγή της Αναγέννησης» για να δείξει την εκτροπή που έλαβε χώρα, με και μετά τον Pico della Mirandola και τον Marsilio Ficino, στην προσέγγιση της «philosophia perennis».

Μια προσέγγιση που αντί να μας δώσει πίσω, όπως έκαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας, τίς χριστιανικές διαισθήσεις του Πλάτωνα, ante litteram, εξαγνίζοντας τη σκέψη του γιά να την μπολιάσει στο στερεό δέντρο της βιβλικής Σοφίας, είχε ως αποτέλεσμα τον Διαφωτισμό και τον Τεκτονισμό λόγω της σχετικοποίησης της Αρχικής και Παγκόσμιας Παράδοσης του Λόγου που μειώθηκε, με αυτόν τον τρόπο, σε μια απλή ακτίνα με άλλες που συγκλίνουν προς το κέντρο του τροχού που δεν αποτελείται πλέον από τον χριστιανικό Λόγο αλλά από μιά ανώνυμη «Αρχέγονη παράδοση» αγκιστρωμένη από κάθε συγκεκριμενοποίηση μέχρι του σημείου να μειώνει το κεντρικό γεγονός της Ενσάρκωσης, το οποίο, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι ο Άξονας του κόσμου και της ιστορίας.

Η Nouvelle Théologie ενέπνευσε τη Β ́ Βατικανή Σύνοδο με αυτή την πρόθεση να ξεπεράσει τον σχολαστικισμό και να επιστρέψει στους μεγάλους Πατερικούς. Αλλά προφανώς δεν πήγαν όλα με τον σωστό τρόπο και οι ελπίδες του εικοστού αιώνα ναυάγησαν σε ένα σκοτείνιασμα της πίστης αντί στην αναζωογόνησή της. Όπως είπε ο Παύλος VI, ενώ περίμενε μια νέα Πεντηκοστή, ο καπνός του Σατανά εν τω μεταξύ διαπέρασε το Ναό. Ωστόσο, είναι απατηλό να πιστεύουμε ότι η απλή Τριδέντια και σχολαστική αποκατάσταση θα επέτρεπε να ξεπεραστεί η σημερινή κρίση της Εκκλησίας. Στο σημείο που βρισκόμαστε, παραμένει – και είναι θεμελιώδες – η ραχοκοκαλιά της Θείας Ευχαριστίας που συνεχίζει να μας δίνει η Εκκλησία, διότι όπως μας έχουν υποσχεθεί, δεν θα αποτύχει ποτέ, αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι οποιαδήποτε εκκλησιαστική πνευματική αναγέννηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από τον Θεό. Στους καιρούς και τους τρόπους που έχει ήδη καθιερώσει.

Luigi Copertino


ΣΧΟΛΙΟ:

από Francesco Lamendola
Ποιο είναι το πρόβλημα που θέτει στον εαυτό του ένας στοχαστής όταν πρόκειται να επεξεργαστεί μια φιλοσοφική εξήγηση της πραγματικότητας; 
primum vivere, deinde philosophari.  Πιο συγκεκριμένα, η κοινωνία θα είναι όλο και πιο υγιής και ευτυχισμένη όσο περισσότερο εμπνέεται από μια υγιή φιλοσοφία, η οποία πηγάζει από τη σωστή χρήση της φυσικής λογικής.Αυτή ήταν η μεγάλη ανακάλυψη του Αγίου Θωμά του Ακινάτη: ότι ο άνθρωπος, ο φυσικός άνθρωπος, δηλαδή πριν από την Αποκάλυψη, μπορεί και πρέπει να αναζητήσει στον εαυτό του τον σωστό τρόπο για να χρησιμοποιήσει με τον πιο ακριβή, δίκαιο και συνεπή τρόπο, το μεγαλύτερο δώρο που έχει στη διάθεσή του: την υγιή φυσική λογικήΗ θεία χάρη θα προσθέσει την τελειότητά της σ' αυτήν, χωρίς όμως να την εξαναγκάσει, χωρίς να την αλλοιώσει. Θα ήταν λοιπόν τεράστια σπατάλη αν έπρεπε να πετάξουμε όλα όσα η ανθρώπινη λογική μπόρεσε να επεξεργαστεί ανά τους αιώνες: όχι αποδεχόμενη τα πάντα, φυσικά, αλλά με το καλύτερο που έχει παράγει, επιλέγοντας προσεκτικά και χρησιμοποιώντας αυτό που είναι έγκυρο που είναι σε θέση να προσφέρει. 

 Ο άγιος Θωμάς αναζητούσε στους αρχαίους φιλοσόφους, και ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη, όχι έτοιμες λύσεις, για να προσαρμοστούν, κατά κάποιο τρόπο, στη χριστιανική νοοτροπία και τη χριστιανική θεώρηση της πραγματικότητας,αλλά στον πιο σωστό τρόπο συλλογιστικής, δηλαδή στα όργανα της λογικής μέσω των οποίων μπορεί κανείς να προχωρήσει μόνος του.

Με άλλα λόγια, το έργο που ο άγιος Θωμάς έθεσε να φέρει εις πέρας δεν ήταν ασφαλώς, όπως μερικοί εξακολουθούν να πιστεύουν χυδαία, να «εκχριστιανίσει» τον Αριστοτέλη, αλλά να αναζητήσει στον Αριστοτέλη εκείνες τις πτυχές της philosophia perennis, εκείνες τις αιώνιες μεταφυσικές και θεολογικές αλήθειες, και πάνω απ' όλα εκείνη την υγιή και σωστή άσκηση της σκέψης, που επιτρέπουν στη φυσική λογική να τείνει μέχρι τέλους ανάλογη με αυτήν, Δηλαδή, η ενατένιση της αλήθειας. Δηλαδή, να φθάσουμε στην αλήθεια της Ύπαρξης, στον Θεό, ακολουθώντας τον πιο ταπεινό, μακρύ, ανώμαλο δρόμο της φυσικής λογικής, όχι σε ανταγωνισμό ή εναλλακτικό, αλλά σε αρμονία με τον άλλο, τον άμεσο γιατί είναι υπερφυσικός, τον οποίο ο Θεός χαρίζει στους ανθρώπους δια της χάριτος, για να τους οδηγήσει στον εαυτό Του, ως την τελική Αιτία της ύπαρξής τους και τού Είναι τους.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΓΙΔΑ

 Πηγή                                                                                       

Μετάφραση: Θεόδωρος Λάσκαρης
 
Bannon, Salvini & Modrikamen
Σε προηγούμενο άρθρο μας είχαμε αρχίσει να αναλύουμε τη φιγούρα του Steve Bannon και το πολιτικό δημιούργημα του, ‘The Movement’ (Το κίνημα), που αποτελεί το επίκεντρο αυτού που έχει μετονομαστεί από όλους τους αναλυτές ως ‘διεθνής κυριαρχισμός’ (sovranismo) και στον οποίο έχουν ήδη ενθουσιωδώς ενταχθεί τα λεγόμενα ‘λαϊκιστικά’ κινήματα και οι ηγέτες της μισής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων στην Ιταλία ο Matteo Salvini και η Giorgia Meloni.

Σήμερα θα προχωρήσουμε περισσότερο αναλυτικά στην έρευνά μας. Όπως υποστηρίξαμε στο προηγούμενο άρθρο, το ‘The Movement’, ιδρύθηκε επισήμως στις Βρυξέλες τον Ιανουάριο του 2017, στο γραφείο του Ιουδαίου δικηγόρου Mischaël Modrikamen, επικεφαλή του Λαϊκού Βελγικού Κόμματος και πρώην προέδρου της φιλελεύθερης Ισραηλιτικής Κοινότητας του Βελγίου. Το ‘The Movement’ έχει ως σκοπό να συντονίζει, να βοηθά και να χρηματοδοτεί όλα τα κόμματα και τα πολιτικά κινήματα της δυτικής, ευρω-αμερικανικής ζώνης που βρίσκονται κοντά στο κίνημα του ‘κυριαρχισμού’ και ‘λαϊκισμού’, που σήμερα βρίσκεται σε μεγάλη έξαρση.

Αυτό το διεθνές ‘δίκτυο’, φαινομενικά, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την ηγεμονία του Τζωρτζ Σόρος και να υπερασπιστεί τις ‘αξίες’ της Δύσης ενάντια στη ‘βαρβαρότητα’ που προέρχεται από την Ανατολή και αντιπροσωπεύεται κυρίως από το Ισλάμ και από κράτη όπως το Ιράν, την Κίνα αλλά και από τη Ρωσία του Πούτιν (τον οποίο ο Bannon προσπάθησε να ενσωματώσει σε αυτό το σχέδιο, αλλά χωρίς επιτυχία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα.)

Υπό αυτή την έννοια, τα συνθήματά του θα είναι η υπεράσπιση ενός ‘πεφωτισμένου’ καπιταλισμού, αποδεσμευμένου από τις υπερβολές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την υπεράσπιση των εθνικών ταυτοτήτων και κυριαρχιών, την καταπολέμηση της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, την υπεράσπιση των ‘ιουδαιοχριστιανικών’ (sic) ριζών της Δύσης κ.λπ. Έννοιες που εύκολα ελκύουν κόμματα και πολιτικούς αρχηγούς, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από την υπόσχεση σημαντικών χρηματικών υποστηρίξεων.

Επιπλέον, μεσοπρόθεσμα, η προοπτική του ‘Κινήματος’ είναι να επεκτείνει την επιχειρησιακή του σφαίρα και στο λαϊκό και συντηρητικό πολιτικό μέτωπο, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια υπερεθνική συμμαχία ανάμεσα στα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα. Πρόκειται για μια υπερεθνική συμμαχία που, στην πρόθεση του Bannon και του Modrikamen, θα πρέπει ήδη να δώσει χειροπιαστά αποτελέσματα στις προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές, με τη δημιουργία μιας πολυάριθμης κοινοβουλευτικής ομάδας στο Στρασβούργο σε θέση να εξασκεί μια σημαντική πολιτική πίεση, ακόμη και να ξεπεράσει τις πλειοψηφίες των συστημικών κομμάτων.

Όπως ήδη αναφέραμε, πίσω από αυτή την επιχείρηση, φαινομενικά τόσο ανανεωτική, ελκυστική και ‘ενάντια στο ρεύμα’, κρύβεται η πολλοστή παγίδα σχεδιασμένη από τις χειρότερες ανατρεπτικές ‘ευφυΐες’, που λειτουργούν στις ΗΠΑ, μαζί με άλλες από άλλα σημεία του κόσμου… Ο σκοπός είναι να ενσωματώσουν και να διαχειριστούν γεωπολιτικά και στρατηγικά τη λαϊκή αντίδραση, ώστε μετά ενδεχομένως να την προσανατολίσουν όπου και όπως θέλουν έναντι των καταστροφικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών σχεδιασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΟΗΕ κ.λπ. Όπως συχνά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ορισμένα φαινόμενα όπως αυτά των ‘λαϊκισμών’, εν μέρει δημιουργούνται ως βαλβίδες εκτόνωσης των λαών, και εν μέρει, ιδιαίτερα όταν ξεπερνούν κάποια όρια ασφαλείας, χρησιμοποιούνται και κατευθύνονται ως πολιορκητικοί κριοί εναντίον καθορισμένων εχθρών ή στόχων.

O Bannon στη Σιωνιστική Οργάνωση Αμερικής
Για παράδειγμα, οι μεταναστευτικές ροές, που σχεδιάστηκαν για την εθνική και πολιτιστική αποσταθεροποίηση σε πλανητική κλίμακα ή για να εκβιάσουν ορισμένες χώρες, αποτελούν μία πραγματικότητα που υπάρχει εδώ και αρκετό καιρό. Όταν ένα φαινόμενο όπως αυτό φθάνει να προκαλεί αντιδράσεις που ξεπερνούν το όριο ασφαλείας και που μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν σε πολιτικές ιδέες αντίδρασης που εκφράζονται από κόμματα ή κινήματα, τότε φθάνει η στιγμή για να εισέλθουν στην σκηνή εκείνες οι δυνάμεις που θα ενσωματώσουν και θα ελέγξουν αυτά τα κινήματα. Έτσι γεννιέται, για παράδειγμα, η ανάγκη του 'The Movement' ως μηχανισμού ενσωμάτωσης και κατ’ επέκταση εκτόνωσης.

Για πολλοστή φορά οι ΗΠΑ εισβάλλουν στη διεθνή σκηνή, για να την αποσταθεροποιήσουν υπέρ τους. Όπως παρατήρησε ο Claudio Mutti, η πράξη γέννησης του ‘αμερικανικού απομονωτισμού’, το λεγόμενο Δόγμα Μονρόε που αναγγέλθηκε από τον ομώνυμο πρόεδρο στις 2 Δεκεμβρίου του 1823, ιστορικά αποτέλεσε την πρώτη προγραμματική διατύπωση του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού, διαποτισμένη με μεσσιανισμό, πουριτανισμό και Καλβινισμό που θα απομάκρυνε γρήγορα την Ευρώπη από τη θέση της ως κέντρου του πολιτισμού και του νόμου του κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο σήμερα, η ρητορική του νέου αμερικανικού απομονωτισμού διατυπωμένη από τον Trump, με τα συνθήματα ‘America First’ και ‘Μake America Great Again’, πίσω από τα οποία κρύβεται η εκλογική προπαγάνδα που επεξεργάστηκε ο Steve Bannon όταν ήταν ακόμη chief strategist του Trump, φαίνεται ως μία πρόσκληση για να επιβεβαιώσει με δύναμη την ιδιαίτερη αμερικανική εθνική ταυτότητα και το ρόλο παγκόσμιου οδηγού που η ‘Πρόνοια’ θα είχε αναθέσει στην βορειοαμερικανική χώρα.

Αυτός ο μηχανισμός, αυτό το ντελίριο παντοδυναμίας έχει μία σαφή καταγωγή στον καλβινικό πουριτανισμό και σε ένα γνωστό ταλμουδικό μεσσιανισμό. Όλα αυτά βρίσκονται στο κίνημα του Bannon και στη λεγόμενη αμερικανική Alternative Right [Σ.τ.Μ. Η εκτίμηση του αρθρογράφου για την Alt-Right είναι μάλλον ανακριβής καθώς αυτή έχει την πηγή της στη μεταλαμπάδευση ευρωπαϊκών ιδεών του μεσοπολέμου στην αμερικανική πολιτική σκηνή και ελάχιστα οφείλει στην αμερικανική πουριτανική παράδοση] στην οποία ο μυστηριώδης δημοσιογράφος και κινηματογραφικός παραγωγός είναι ηγετική φυσιογνωμία και βρίσκει τη διαδικτυακή του πλατφόρμα στην πύλη Breitbart News, της οποίας ο ίδιος ο Bannon είναι διευθυντής και που τώρα, μετά το επίσημο 'σπάσιμο' με τον Trump, είναι πρόεδρος. Όσον αφορά αυτό, μάλλον η εγκατάλειψη του ρόλου του συμβούλου του Trump είναι λειτουργική ώστε να τον απελευθερώσει από τις επίσημες δεσμεύσεις του και να μπορεί να εργάζεται χωρίς εμπόδια σε ένα άλλο μέτωπο, δηλαδή εκείνο για το οποίο μιλούμε.

Το μοναστήρι Certosa di Trisulti
Εξάλλου ο Bannon, πρώην άνθρωπος της Goldman Sachs, ονομάστηκε από τον Pietrangelo Buttafuoco, ο ‘Μακιαβέλι στην υπηρεσία του διεθνούς κυριαρχισμού (sovranismo)’, θεωρήθηκε το κατάλληλο πρόσωπο για να εκπαιδευτεί και να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος μιας κουλτούρας ασαφώς ‘παραδοσιακής’, εξαιρετικά αόριστης και σε σύγχυση όσον αφορά τη διδασκαλία της. Ωστόσο, αυτό το προσωπείο επέτρεψε στον Bannon να αποκτήσει μία πίστωση και μία φήμη ώστε να προσελκύσει συντηρητικά περιβάλλοντα και μάλιστα να συνδεθεί με τον αντι-νεωτεριστικό καθολικισμό. Ας σκεφθούμε τη σχέση του Bannon με τον καρδινάλιο Raymond Leo Burke, αυτοί οι δύο πράγματι εργάζονται για δημιουργήσουν ένα είδος ακαδημίας ‘theo-con’ (Θεό-συντηρητισμού, κατά το Neo-con, νέο-συντηρητηρισμού) στο αβαείο Certosa di Trisulti, στο Collepardo, στην επαρχία του Frosinone. Οπότε, ένας Αμερικανός, χωρίς θεολογική κατάρτιση και με επικίνδυνες προθέσεις, θα μπορέσει να εγκαταστήσει ένα ιδεολογικό-πολιτιστικό αρχηγείο, το οποίο ονομάστηκε από τον ίδιο ως ‘Ακαδημία για την Ιουδαίο-Χριστιανική Δύση’(!) σε ένα ιερό τόπο βαθιάς παράδοσης όπως αυτό το μοναστήρι, μόλις 100 χιλιόμετρα μακριά από τη Ρώμη.

Ευθυγραμμισμένο, με ολόκληρη την επιχείρηση ‘The Movement’, εμφανίζεται προφανώς και το κράτος του Ισραήλ, όσο εκπληκτικό και εάν ακούγεται, ακόμη και ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου σφυρηλατεί φιλίες με τους πολιτικούς ηγέτες των αυξανόμενων λαϊκιστικών ευρωπαϊκών κινημάτων όπως τον Βίκτορ Ορμπάν και τον Σεμπάστιαν Κουρτς και οι λαϊκιστικοί κύκλοι του είναι συμπαθείς. Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ, θεμελιώδες όπως πάντα για τις Ηνωμένες Πολιτείες στη σκακιέρα της Μέσης Ανατολής, αντιπροσωπεύει ένα θεμελιώδες σημείο αναφοράς για τον Bannon, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται με γραφικό τρόπο ως ‘χριστιανός σιωνιστής’.

Επιπλέον, ο ίδιος ο Modrikamen, είναι ο μοναδικός ηγέτης κόμματος που απέρριψε εντελώς την ιδέα της αναγνώρισης των παλαιστινιακών δικαιωμάτων στο βελγικό κοινοβούλιο, με την ευκαιρία της ‘Διεθνούς Συνόδου Κορυφής’ στην Ιερουσαλήμ το Δεκέμβριο του 2016. Προσκεκλημένος με όλες τις τιμές στην Κνεσέτ, εκτός από το να δώσει την αλληλεγγύη του στους σιωνιστές κατακτητές της Παλαιστίνης, υπέγραψε κοινή δήλωση με άλλες συμμετέχουσες χώρες, το περιεχόμενο της οποίας αντηχούσε πλήρως, ένα μήνα πριν από τη γέννηση του ‘The Movement’, τις πολιτικές προτάσεις των λαϊκιστικών κινημάτων. Όπως σημειώνεται, αυτή η πολύ περίεργη Σύνοδος Κορυφής της Ιερουσαλήμ, που οργανώθηκε από την Yasmine Dehaen, τη σύζυγο του Modrikamen φαινόταν σχεδόν η ιδρυτική σύνοδος του διεθνούς λαϊκισμού.


Η διάσταση neo-con με τις γκροτέσκες ιουδαιοχριστιανικές αποχρώσεις και γενικότερα η προσέγγιση του Bannon έχει αναλυθεί από τον Luigi Copertino, ο οποίος έχει δει καθαρά μία προτεσταντική-καλβινιστική μήτρα που είναι η βάση της ίδιας της γέννησης του καπιταλισμού και πολλών άλλων διαδοχικών εκφυλισμών της σύγχρονης εποχής. Έχει επίσης σημειωθεί ότι ο Bannon μιλάει πάντοτε για ‘Χριστιανισμό’, χωρίς να διακρίνει στο εσωτερικό του μεταξύ του Καθολικισμού, της Ορθοδοξίας και του Προτεσταντισμού. Αυτό προφανώς δεν είναι τυχαίο.

Στην ουσία, είναι φανερό ότι η σκέψη του επίδοξου μεταπολιτικού οδηγού της παγκόσμιας λαϊκιστικής εθνικής επανάστασης δεν προτείνει τίποτα νέο, αλλά απλώς προσπαθεί να κρύψει με μία κινηματική διαλεκτική τη βορειοαμερικανική προσπάθεια να διεκδικήσει αυτή την παγκόσμια ηγεμονία που διακυβεύεται από την εμφάνιση νέων διεθνών παραγόντων. Ως εκ τούτου, ο διεθνής sovranismo δεν θα είναι παρά το πολλοστό εργαλείο μέσω του οποίου ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός θα προσπαθήσει να επιβεβαιωθεί σε πλανητική κλίμακα, διατηρώντας την οικονομική και πολιτιστική του ηγεμονία και ενώνοντας κάτω από το έμβλημα μιας νέας μορφής αμερικανισμού τις πολιτικές ομάδες που αντιτίθενται στα θεσμικά όργανα τη ς Ευρωπαϊκής Ένωσης και που επιδιώκουν να εκφραστούν ως η αναπόφευκτη λαϊκή δυσαρέσκεια έναντι των (πράγματι) καταστροφικών πολιτικών της. Θα προσπαθήσει να το επιτύχει δε αποκτώντας τον έλεγχο ενός πολιτικού φαινομένου, συγκεχυμένου από διάφορες οπτικές γωνίες, το οποίο θα μπορούσε να επιτρέψει στο τέρας με τα αστέρια και τις λωρίδες να λειτουργήσει σε υπερεθνικό ή ακόμα και διηπειρωτικό επίπεδο.

Σήμερα βρισκόμαστε έναντι δύο στρατηγικών που η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη ή μία έχει ανάγκη την άλλη: Σόρος (κοσμοπολιτισμός-μεταναστευτισμός) από τη μία και Bannon (ψευδό-συντηρητισμός, ψευδό-παράδοση) από την άλλη, η Σκύλλα και η Χάρυβδις και στη μέση όλοι εμείς.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας

Luigi Copertino - 26 Φεβρουαρίου 2026

Η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας

Πηγή: domus-europa

Η πρόσφατη είδηση ​​της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που ακύρωσε την δασμολογική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, και η έντονη αντίδραση του Τραμπ, ο οποίος εξέδωσε αμέσως εκτελεστικό διάταγμα για να επιβεβαιώσει και να ενισχύσει τις πολιτικές του, ανέδειξαν όχι μόνο τη σύγκρουση μεταξύ πολιτικής και δικαστικής εξουσίας, αλλά και την ίδια την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως την ξέρουμε. Και στην Ιταλία, βλέπουμε την ίδια σύγκρουση μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας σε καθημερινή βάση, εδώ και αρκετό καιρό. Η συνταγματική μεταρρύθμιση της σημερινής κυβέρνησης, για την οποία θα διεξαχθεί σύντομα δημοψήφισμα, αποτελεί ένα ακόμη σημάδι ενός φαινομένου που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες: τον συγκεντρωτισμό της λήψης αποφάσεων στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας, εις βάρος των κοινοβουλίων και οποιουδήποτε άλλου θεσμικού αντίβαρου.

Πράγματι, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά σχεδόν παντού, τα κοινοβούλια δεν νομοθετούν πλέον, αναθέτοντας αυτό το βάρος στην εκτελεστική εξουσία. Στην Ιταλία, εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, προχωράμε με νομοθετικά διατάγματα και νομοθετικά διατάγματα, ενώ οι νόμοι που θεσπίζονται από το κοινοβούλιο είναι αρκετά σπάνιοι. Για να μην αναφέρουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία γεννήθηκε με μια θεσμική αρχιτεκτονική στην οποία το κοινοβούλιο δεν έχει σχεδόν καμία βαρύτητα και όλα βρίσκονται στα χέρια της Επιτροπής, της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Μοντεσκιέ φαίνεται να έχει βγει εκτός μόδας, ενώ η Σμιτιανή απόδαση λύσης (ντεσιζιονισμός) θριαμβεύει, αλλά χωρίς τα φιλοσοφικά και πολιτικά θεμέλια που, σύμφωνα με τον μεγάλο Γερμανό νομικό, θα έπρεπε να τον δικαιολογούν.

Ο Συντηρητικός Ρόλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ

Η σύγκρουση μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, δεν είναι κάτι καινούργιο. Ένα επεισόδιο παρόμοιο με αυτό που αντιμετώπισε ο Τραμπ συνέβη τη δεκαετία του 1930, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις κατευθυνόμενες και οικονομικά παρεμβατικές πολιτικές του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ, ευνουχίζοντας τις πιο ριζοσπαστικές εξελίξεις τους σε καιρό ειρήνης. Τέτοιες εξελίξεις στη συνέχεια συνέβησαν μόνο σε καιρό πολέμου, μέσω του λεγόμενου «στρατιωτικού κεϋνσιανισμού». Το Ανώτατο Δικαστήριο στις Ηνωμένες Πολιτείες έπαιζε πάντα συντηρητικό ρόλο, φυλάσσοντας τους φιλελεύθερους και τους ακρογωνιαίους λίθους της ελεύθερης αγοράς του αμερικανικού μοντέλου. Δεν έχει μεγάλη διαφορά αν τα μέλη του, όπως συμβαίνει σήμερα, είναι συντηρητικά ή φιλελεύθερα. Ο προσανατολισμός στη διατήρηση του ατομικισμού, ως ακρογωνιαίου λίθου του αμερικανικού συστήματος, είναι ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις. η μόνη διαφορά είναι η εξωτερική εμφάνιση, λίγο πιο συντηρητική ή λίγο πιο προοδευτική ανάλογα με τη στιγμή. Αλλά όταν πρόκειται για την επαναβεβαίωση της ατομικιστικής αρχής, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός Ρεπουμπλικανικού ή Δημοκρατικού Δικαστηρίου πλειοψηφίας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, σήμερα όπως και τη δεκαετία του 1930, έχει αποδειχθεί ανίκανο να κατανοήσει την πραγματική δυναμική που επικρατεί, παραμένοντας προσκολλημένο σε μια αφηρημένη αντίληψη αρχών. Ο συντηρητισμός του το παρουσιάζει ως έναν φουσκωμένο θεματοφύλακα της συμβατικής, ατομικιστικής έννομης τάξης, η οποία σήμερα φαίνεται να υποκύπτει σε μετασχηματιστικές πιέσεις προς την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, επιζήμιες για την ατομική ελευθερία. Αργότερα θα συζητήσουμε τα συμφέροντα που εξυπηρετεί αυτός ο μετασχηματισμός.

Αυτό δεν αποτελεί υπεράσπιση του Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου οι πολιτικές είναι απολύτως αποκρουστικές, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της Μέσης Ανατολής. Είναι απλώς μια σημείωση ότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ των οικονομικών πολιτικών του και του Ρούσβελτ, δεδομένου ότι ο κεϋνσιανισμός του Ρούσβελτ, στο πλαίσιο της μεγάλης κρίσης της δεκαετίας του 1930, ήταν επίσης εγωκεντρικός. «Αυταρχικός», για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα της εποχής.

Η πολιτική του Ρούσβελτ απαιτούσε επίσης την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, με στόχο την επιβολή της πολιτικής υπεροχής του κράτους στις απρόθυμες καπιταλιστικές δυνάμεις. Αυτό θα εξασφάλιζε τόσο την κοινωνική συνοχή του έθνους, απορροφώντας έτσι την μαζική ανεργία που προκαλείται από μια ελεύθερη και μη ρυθμιζόμενη αγορά, όσο και την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας ως εργαλείου τόσο για να πειστούν οι επιχειρήσεις να υποκύψουν σε μεγαλύτερη αναδιανομή του πλούτου υπέρ της εργασίας, όσο και για να ενσωματωθεί η εργασία στο έθνος μέσω διευρυμένων δικαιωμάτων, ακόμη και εντός των εταιρειών. Όπου επικρατεί η εγχώρια ζήτηση, καθίσταται αναπόφευκτο για τις επιχειρήσεις να αποδεχτούν αυξήσεις μισθών για να την υποστηρίξουν, και, αντίστροφα, να περιορίσουν την έμφυτη επιθυμία του κεφαλαίου για απεριόριστη επέκταση, οδηγώντας το να παράγει αποκλειστικά για εξαγωγές (λίγη αποανάπτυξη είναι πάντα καλή για την πνευματική υγεία του ανθρώπου).

Ο Τραμπ, μέσω δασμών, προσπαθεί να προσελκύσει επενδύσεις πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το κάνει εις βάρος της Ευρώπης. Η άρχουσα τάξη μας, εκπαιδευμένη στο δογματικό ελεύθερο εμπόριο, δεν έχει καταλάβει ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι να παραπονιόμαστε, με το καπέλο στο χέρι, να παρακαλούμε τον παλιό αφέντη για έλεος, επιβεβαιώνοντας έτσι την υποταγή μας. Αντίθετα, πρέπει να περιλαμβάνει την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής οικονομίας σύμφωνα με τα πρότυπα του ηπειρωτικού εγωκεντρισμού. Αυτό, στην πραγματικότητα, είναι κάτι που οι ηγέτες της ΕΕ δεν θέλουν, τόσο επειδή θα έθετε υπό αμφισβήτηση τριάντα χρόνια συγκράτησης των μισθών στην ελεύθερη αγορά εντός του πλαισίου ελεύθερου εμπορίου της κυριαρχίας των εξαγωγών, που έχει σχεδιαστεί για να μειώσει το κόστος των προϊόντων μας και να τα καταστήσει ανταγωνιστικά, όσο και επειδή θα τους ανάγκαζε να ανοίξουν ξανά έναν διάλογο με τη Ρωσία για την προμήθεια ενεργειακών πόρων χαμηλού κόστους.

Αλλά οι ομοιότητες μεταξύ του Ρούσβελτ της δεκαετίας του 1930 και του Τραμπ του σήμερα σταματούν εκεί, επειδή το ιστορικό σενάριο είναι πολύ διαφορετικό και η παγκοσμιοποίηση που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 έχει αφήσει το στίγμα της, επομένως αντί να εγκαταλειφθεί, μάλλον επανερμηνεύεται από τον Τραμπισμό και από τον συντηρητικό κυρίαρχο χαρακτήρα γενικότερα (διαφορετικό από τον κοινωνικό και λαϊκό που εκφράζεται από πολιτικές δυνάμεις που σήμερα αποτελούν απόλυτη μειοψηφία, όπως στην Ιταλία από τα κόμματα του Μάρκο Ρίτσο και του Τζάνι Αλεμάνο).

Αυτό το ιστορικό μάθημα που οι δημοκρατίες έμαθαν και μετά ξέχασαν

Ο Καρλ Σμιτ, σε ένα φυλλάδιο που γράφτηκε τα τελευταία χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά δημοσιεύτηκε μόλις το 1950, ασχολήθηκε με την κρίση της ευρωπαϊκής νομολογίας τονίζοντας, ήδη από τότε, το φαινόμενο της «μηχανοποίησης» της παραγωγής δικαίου (1) . Αυτός – στην αγωνιώδη προσπάθειά του να θυμηθεί τις αρχές του πολιτισμού και τις νομικές κατακτήσεις, στις οποίες μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχε συμβάλει αλόγιστα στην υποβολή σε κριτική – αναρωτήθηκε τώρα τι θα απογινόταν το δίκαιο στην εποχή της κυριαρχίας της τεχνολογίας, στην οποία η παραγωγή νομοθεσίας ανταποκρίνεται σε ανάγκες εξωτερικές προς τη δημόσια σφαίρα, και ποια μοίρα θα επιφυλασσόταν, σε αυτό το πλαίσιο, στην Ευρώπη, το λίκνο και τον μοναδικό κληρονόμο της χιλιόχρονης ρωμαϊκής και χριστιανικής νομικής παράδοσης. Σήμερα έχουμε την απάντηση μπροστά μας. Και είναι μια τρομακτική απάντηση επειδή μας φέρνει αντιμέτωπους με το μηδενιστικό αποτέλεσμα του δυτικού ορθολογισμού.

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ο Σμιτ είχε παρατηρήσει μια ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας παντού. Όχι μόνο στα φασιστικά κράτη, τα οποία αποτελούσαν την ισχυρότερη και πιο συνεκτική απάντηση στις πολιτικές και κοινωνικές ελλείψεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας της εποχής του, αλλά και στις δημοκρατίες. Ο Σμιτ ήταν ένας έντονος μάρτυρας και οξυδερκής παρατηρητής της αδυναμίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας να διασφαλίσει την ταχύτητα λήψης πολιτικών αποφάσεων που καθίσταται ολοένα και πιο απαραίτητη από τη δυναμική του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και της μαζικής πολιτικής που εγκαινιάστηκε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σμιτ, το 1943, τη χρονιά που έγραψε το προαναφερθέν βιβλίο, επανεξέτασε τα αποτελέσματα της ντεσιζιονιστικής του προσέγγισης υπό το φως της τραγωδίας του Παγκοσμίου Πολέμου.

Η άνοδος του Ρούσβελτιανού κεϋνσιανισμού στην Αμερική – τον ​​οποίο οι ιστορικοί αργότερα θα όριζαν ως τη μέγιστη δόση φασισμού που μπορεί να απορροφηθεί σε μια δυτική δημοκρατική κοινωνία όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες – κατέδειξε την υπόθεση του Σμιτ, ο οποίος από την πλευρά του επικεντρώθηκε μάλλον στο ευρωπαϊκό σενάριο της Ιταλίας και της Γερμανίας, σχετικά με την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας λόγω των ασταμάτητων απαιτήσεων λήψης αποφάσεων που επιβάλλει ο εκσυγχρονισμός.

Ωστόσο, δεδομένου ότι στην ιστορία, εκτός από τις ρήξεις, συχνά μόνο φαινομενικές ή επιφανειακές, υπάρχουν και γραμμές συνέχειας, η αποκατεστημένη φιλελεύθερη δημοκρατία της μεταπολεμικής περιόδου είχε μάθει τα μαθήματα των χρόνων του μεσοπολέμου και, ως εκ τούτου, είχε εξοπλιστεί με έναν ρυθμιστικό και οικονομικό μηχανισμό διακυβέρνησης που, χωρίς να το λέει ανοιχτά, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, ανέκτησε ακριβώς τις λύσεις που επινοήθηκαν στα φασιστικά κράτη για την αντιμετώπιση της κρίσης της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και της ανάγκης διακυβέρνησης μιας μαζικής κοινωνίας χωρίς να ενδίδουμε σε αυταπάτες τύπου Μπενεντέτο Κρότσε για μια απλή επιστροφή στον παλιό ελιτίστικο φιλελευθερισμό του δέκατου ένατου αιώνα.

Η ισχυρή, φασιστικής έμπνευσης παρουσία του κράτους στην οικονομία δεν απορρίφθηκε αλλά εκδημοκρατικοποιήθηκε. Οι διαταξικές κοινωνικές πολιτικές και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν εγκαταλείφθηκαν, αλλά μάλλον, αν και όχι χωρίς εντάσεις, βελτιστοποιήθηκαν με πολύ ευνοϊκά αποτελέσματα για την εργασία, χωρίς ωστόσο να περιέλθουν στον κομμουνισμό. Μέτρα που αποσκοπούσαν στη σύνδεση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την πραγματική οικονομία και στην υποταγή του στις κρατικές οικονομικές πολιτικές - όπως ο Τραπεζικός Νόμος του 1936 στην Ιταλία ή ο Νόμος Glass-Steagall του 1933 στις Ηνωμένες Πολιτείες - διατηρήθηκαν και επεκτάθηκαν. Με άλλα λόγια, οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες, κατά τη διάρκεια αυτού που έχει ονομαστεί περίοδος του «κεϋνσιανού συμβιβασμού», απλώς εκδημοκρατικοποίησαν την φασιστική απάντηση, όσον αφορά την έναρξη του κράτους πρόνοιας και του επιχειρηματικού πνεύματος, στην κρίση του φιλελευθερισμού, και έτσι εξασφάλισαν δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης και προώθησης των εργασιακών δικαιωμάτων.

Αυτό συνέβη σε ένα πλαίσιο μέτριας ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς ο κοινοβουλευτισμός - σκεφτείτε την Γκωλική Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία, αλλά και τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η σφαίρα εξουσίας του Προέδρου αυξήθηκε - αναδιαμορφώθηκε χωρίς, ωστόσο, να εξαλειφθούν πλήρως οι θεσμικοί έλεγχοι και οι ισορροπίες που χαρακτηρίζουν μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Μόνο στην Ιταλία η εκτελεστική εξουσία αποδυναμώθηκε φαινομενικά στο συνταγματικό πλαίσιο του 1948 ως απάντηση στον προηγούμενο φασιστικό αυταρχισμό. Αλλά στην πραγματικότητα, ακόμη και στη χώρα μας, η ιδιαίτερη ιστορική διαμόρφωση της μεταπολεμικής περιόδου, με τα δύο μεγάλα μαζικά κόμματα που υποστήριζαν την αρχιτεκτονική του συστήματος - τους Χριστιανοδημοκράτες και το Κομμουνιστικό Κόμμα (το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κράξι θα προσχωρούσε αργότερα, πυροδοτώντας, όχι τυχαία, την κρίση της Πρώτης Δημοκρατίας) - επέβαλε μια διακομματική συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης σχετικά με τις κύριες γραμμές της μεταρρυθμιστικής οικονομικής πολιτικής, αντικαθιστώντας έτσι τον προεδρικό ντεσιζιονισμό που κέρδιζε έδαφος αλλού και του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό ήταν η ομοφωνία στο κοινοβούλιο, αν και χωρίς να διώκει την αντιπολίτευση.

Τώρα, ξεκινώντας από τη νεοφιλελεύθερη μετατόπιση του Ρίγκαν και της Θάτσερ, η δυναμική της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η οποία μετέτρεπε τον καπιταλισμό από παραγωγικό σε χρηματοοικονομικό, κυριαρχούμενο από την χρηματιστηριακή αγορά και την ανωνυμία που επέτρεπε, και η άφιξη νέων ψηφιακών και κυβερνητικών τεχνολογιών έχουν υπερνικήσει την αποτελεσματικότητα των αυτοκεντρικών και μετριοπαθώς κατευθυνόμενων πολιτικών των δυτικών δημοκρατικών κρατών. Αυτό συνέβαινε στη Δύση, ενώ αλλού - στη Ρωσία και την Κίνα, και γενικά στις λεγόμενες χώρες BRICS - γίναμε μάρτυρες, μετά το 1989 και το απατηλό «τέλος της ιστορίας», της έκρηξης της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο πλαίσιο της ενίσχυσης των εκτελεστικών εξουσιών, αλλά χωρίς τις εγγυήσεις της ατομικής ελευθερίας που είναι χαρακτηριστικές της Δύσης, αντί για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Η πεποίθηση των απλοϊκών φιλελεύθερων ότι η εισαγωγή μιας οικονομίας της αγοράς σε αυτές τις χώρες θα οδηγούσε στη φιλελεύθερη δημοκρατία - μια πολύ μαρξιστική πεποίθηση, καθώς αποδίδει τους μετασχηματισμούς της υποτιθέμενης πολιτικής και πολιτιστικής υπερδομής στην υποτιθέμενη οικονομική δομή - αποδείχθηκε αστείο.

Ο ντεσιζιονισμός στην εποχή της αναμόρφωσης της παγκοσμιοποίησης

Η διάλυση του «κεϋνσιανού συμβιβασμού» οδήγησε σε μια υποχώρηση των κοινωνικών κερδών στη Δύση, καθώς και στην εξαθλίωση της μεσαίας τάξης και της εργατικής τάξης, ή ό,τι έχει απομείνει από αυτούς. Ολόκληρη η διοικητική δομή, που αποσκοπούσε στην «κοινωνικοποίηση» του καπιταλισμού χωρίς να τον εξαλείψει και στην επιβολή κανόνων στα χρηματοοικονομικά για την ενίσχυση της εθνικής συνοχής (σκεφτείτε τους ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων που ασκούσαν κάποτε τα κράτη), μια κληρονομιά του φασισμού που οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της εποχής αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν διατηρήσει σοφά, εγκαταλείφθηκε στο όνομα των αυθόρμητων θεραπευτικών αρετών της αγοράς, η οποία, με την παγκοσμιοποίηση, υποτίθεται ότι εγγυόταν την ευτυχία, την ευημερία, την ευημερία και την παγκόσμια ειρήνη. Στην πραγματικότητα, η παγκοσμιοποίηση έχει διευρύνει ολοένα και περισσότερο την κοινωνική πόλωση, αυξάνοντας τον πλούτο των πλουσίων και φτωχοποιώντας τον λαό. Σε απάντηση, έχει οδηγήσει στην έκρηξη του λαϊκισμού και του κυρίαρχου κράτους.

Οι μάζες, αντιμέτωπες με μια φιλελεύθερη δημοκρατία που δεν ήταν πλέον ικανή να εγγυηθεί την κοινωνική ασφάλεια και μια αξιοπρεπή και ανθρώπινη ζωή για το μέλλον, στράφηκαν ενστικτωδώς σε εκείνους που αναβίωσαν το σύνθημα της ταυτότητας, ζητώντας ισχυρές κυβερνήσεις ικανές να χαλιναγωγήσουν την καταπιεστική αλαζονεία του υπερεθνικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Αρχικά, στράφηκαν σε ορισμένους φιλελεύθερους πολιτικούς, όπως ο δικός μας Μπερλουσκόνι, ο οποίος υποσχέθηκε εκατομμύρια θέσεις εργασίας μέσω ευρύτερης απελευθέρωσης. Στη συνέχεια, στα είκοσι χρόνια που ξεκίνησαν με τη δεύτερη δεκαετία αυτού του αιώνα, γίναμε μάρτυρες της εμφάνισης γνήσιων λαϊκισμών τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά, μερικές φορές ακόμη και της εγκάρσιας σύγκλισής τους. Αμφισβήτησαν κυρίως τη νεοφιλελεύθερη αριστερά, η οποία είχε υποκύψει στις σειρήνες του Ρίγκαν και της Θάτσερ, αλλά χωρίς να λυπηθούν τη φιλελεύθερο-συντηρητική δεξιά.

Ωστόσο, ειδικά ως αποτέλεσμα των κρίσεων —από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν έως τον ρωσοουκρανικό πόλεμο— που πυροδοτήθηκαν από νεοσυντηρητικές ψευδαισθήσεις των αρχών της δεκαετίας του 2000, με στόχο τον οραματισμό ενός «νέου αμερικανικού αιώνα», οι δεξιοί λαϊκισμοί φαίνεται να επικρατούν σήμερα. Ο Τραμπισμός, από ορισμένες απόψεις, μπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτούς. Η ενίσχυση των εκτελεστικών εξουσιών, που αποσκοπεί στον εξοπλισμό της κυβέρνησης με τα εργαλεία λήψης αποφάσεων για τη διακυβέρνηση της οικονομίας, πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το πλαίσιο και δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί βασικό στόχο αυτών των λαϊκισμών. Κατά την άποψή τους, η εκτελεστική εξουσία πρέπει να έχει ευρύ πεδίο δράσης για να υπερασπίζεται τον λαό από τις υπερεθνικές δυνάμεις.

Αυτή είναι η πολιτική φιλοσοφία στην οποία αναφέρονται οι δεξιοί λαϊκιστές κυρίαρχοι ηγεμόνες και η οποία, όπως αναφέρθηκε, θα μπορούσε ακόμη και να ανιχνευθεί στους μεγάλους στοχαστές του 20ού αιώνα. Αλλά -και εδώ είναι το πρόβλημα!- το τρέχον πλαίσιο είναι πολύ διαφορετικό από αυτό του περασμένου αιώνα. Αν τον 20ό αιώνα, τόσο πριν όσο και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έλαβε χώρα στο πλαίσιο του έθνους-κράτους, που ήταν ακόμα ζωντανό και καλά στην υγεία του, δηλαδή, στην κρατική φάση της νεωτερικότητας και στο πλαίσιο μιας διεθνούς τάξης, όπως αυτή του Bretton Woods (ή, τουλάχιστον εν μέρει, αυτή της «Νέας Ευρωπαϊκής Τάξης» που οραματίστηκε ο Άξονας), μεταξύ κυρίαρχων κρατών για εμπόριο που ρυθμιζόταν από συμμετρικούς μηχανισμούς προσαρμογής που εγγυώνταν όλα τα μέλη του συστήματος από τις ανισορροπίες που είναι εγγενείς στο ανεξέλεγκτο ελεύθερο εμπόριο, στην εφαρμογή πολιτικών που αποσκοπούσαν στη διατήρηση του κεφαλαίου εντός της εθνικής επικράτειας και στον περιορισμό του κερδοσκοπικού χρηματιστηριακού καπιταλισμού, αντίθετα σήμερα, μετά την παγκοσμιοποίηση, το σενάριο δεν προβλέπει πλέον εγωκεντρικές εθνικές οικονομίες, αλλά έναν παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό που απαιτεί την εξάλειψη όλων όσων θα μπορούσαν να τον διαταράξουν.

Υπό αυτή την έννοια, ο Τραμπισμός, όπως και άλλοι δεξιοί κυρίαρχοι θεσμοί, παρά τις δασμολογικές του πολιτικές, δεν υποστηρίζει την επαναβεβαίωση της κρατικής κυριαρχίας, αλλά μάλλον ορισμένους τομείς του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι οποίοι βρίσκονται σε σύγκρουση με άλλους τομείς που συνδέονται στενότερα με τον φιλελεύθερο ή προοδευτικό κόσμο. Αυτό συμβαίνει επειδή το κράτος, στο παγκόσμιο πλαίσιο, ακόμη και στο τρέχον αναδιαμορφωμένο, υποτάσσεται στο διεθνικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Έτσι, τα ισχυρότερα στελέχη αναπόφευκτα γίνονται όργανα αυτού του παγκόσμιου κεφαλαίου, παρόμοια με την μαρξιστική «επιτροπή επιχειρήσεων».

Ο Μαρξ πίστευε ότι στο αστικό κράτος, η κυβέρνηση ήταν απλώς ο εκτελεστής της θέλησης της άρχουσας τάξης. Ωστόσο, έκανε λάθος για την εποχή του, επειδή, αντίθετα, στην εποχή του, η ίδια η ανάγκη διαφύλαξης της εθνικής συνοχής ώθησε τα κράτη, ακόμη και τα αστικά, να υιοθετήσουν κατευθυνόμενες πολιτικές που επιβλήθηκαν στις κοσμοπολίτικες τάσεις του καπιταλισμού, όπως θα γινόταν πιο εμφανές στον εικοστό αιώνα. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει άφθονους λόγους για το παρόν μας. Ένας άνθρωπος όπως ο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος τώρα ηγείται της Γερμανίας, προέρχεται, όχι τυχαία, από τη διοίκηση της Black Rock, του πολυεθνικού επενδυτικού ταμείου που, μαζί με την Vanguard και την State Street, ελέγχει, μέσω των μετοχών του, όλες τις μεγάλες πολυεθνικές του κόσμου και, επομένως, την παγκόσμια οικονομία. Οι πολυεθνικές που ελέγχονται από την Black Rock δραστηριοποιούνται επίσης στη Ρωσία, την Κίνα και τις χώρες BRICS, όπου, ωστόσο, αντιμετωπίζουν τουλάχιστον ορισμένους πολιτικούς περιορισμούς δεδομένης της αυταρχικής φύσης αυτών των χωρών, όπου οι πολιτικοί ισχυρίζονται ότι αντιμετωπίζουν ισότιμα ​​τις οικονομικές δυνάμεις, αντί να βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση όπως στη Δύση.

Οι ηγέτες αυτής της συντηρητικής επιχειρηματικής κυριαρχίας - από τον Τραμπ μέχρι τον Μιλέι, από τον Μερτζ μέχρι τον Μπολσονάρο, από τον Έλον Μασκ μέχρι τον Πίτερ Θιλ - είναι στην πραγματικότητα η δεξιά πτέρυγα, σε αντίθεση με την «εργατική» και φιλελεύθερη αριστερά, της δυναμικής της παγκοσμιοποίησης σε αυτή τη φάση στην οποία ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός αναδιαμορφώνει την παγκόσμια ηγεμονική του ατζέντα και απαιτεί όχι τόσο ατομική ελευθερία όσο ισχυρά στελέχη ικανά να επιβάλουν πολιτικές για να περιορίσουν τη λαϊκή βούληση, η οποία αντ' αυτού απαιτεί την αναδιανομή του εθνικού πλούτου και να ευνοήσει τη διεθνική συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στο όνομα μιας «εθνικής πρωτοκαθεδρίας» που παίζεται ως άσκηση ηγεμονίας, για άλλη μια φορά, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αυτό είναι το νόημα του «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ, του οποίου η ηχώ μεταξύ των υποτελών των Ηνωμένων Πολιτειών, που λαθραία παρουσιάζεται ως «πατριωτισμός» με τη σειρά του ιταλικός, γαλλικός, αγγλικός, γερμανικός, ακόμη και ευρωπαϊκός, είναι απλώς ένα σημάδι της υποταγής τους.

Ο Τραμπ δεν είναι ο Περόν και δεν είναι ο Μουσολίνι, όπως ακριβώς δεν είναι ο Ρούσβελτ, ο οποίος θαύμαζε τις κοινωνικές πολιτικές του Μουσολίνι. Όποιος πιστεύει ότι είναι δυνατόν να υλοποιηθεί ένα κοινωνικό όραμα για την πατρίδα, ένα όραμα που ενώνει την ταυτότητα και την κοινωνικότητα, σε ένα κοινοτικό όραμα ανοιχτό στην προοπτική μιας Ευρώπης που έχει τις ρίζες του στην πολλαπλή αλλά διακριτικά χριστιανική της ταυτότητα - η οποία είναι εντελώς διαφορετική από την Ευρωπαϊκή Ένωση - πρέπει να αναγνωρίσει την απάτη που αντιπροσωπεύει ο σημερινός δεξιός κυρίαρχος, ένα εργαλείο κοσμοπολίτικης χρηματοδότησης, το οποίο χρησιμοποιεί ευγενείς απαιτήσεις, όπως ο πατριωτισμός και η ιστορικο-πολιτιστική ταυτότητα των εθνών, για να προωθήσει τους στόχους των ισραηλινο-αμερικανικών κύκλων που καθοδηγούν επί του παρόντος τις παγκόσμιες γεωπολιτικές διαδικασίες αναδιοργάνωσης της μεταχριστιανικής Δύσης. Ο Έπσταϊν αναδύθηκε επίσης από αυτούς τους κύκλους.

Λουίτζι Κοπερτίνο

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Χριστιανική Αλήθεια και Περεννιαλισμός ε

Συνέχεια από: Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025


Χριστιανική Αλήθεια και Περεννιαλισμός ε
του Luigi Copertino


ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΕΞΗΓΗΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ

Η νόθα γνώση (gnosi spuria), λοιπόν, ταυτίζει τον Αδάμ Καδμόν, ή Καθολικό Άνθρωπο, που είναι στην πραγματικότητα ο Λόγος του Θεού, με τον Αδαμικό Άνθρωπο πριν από την «πτώση» του μέσα στην σωματικότητα-περιορισμό, στη σωματικότητα-φυλακή. Με άλλα λόγια, υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος, χάνοντας τη συνείδηση της εγγενούς αυτο-θεότητάς του, «έπεσε» μέσα στην εξωτερική, υλική εκδήλωση, ότι «ρίχτηκε» μέσα στο «σκοτάδι» του κόσμου, ότι «εξορίστηκε» από τον Ουρανό στη γη.

Ο Κήπος της Εδέμ, πράγματι, εδώ νοείται ως μια ανώτερη κατάσταση της εκδήλωσης και όχι ως η ίδια η γη όπως ήταν αρχικά, δηλαδή όπως αρχικά την έζησε ο αδαμικός άνθρωπος, ο οποίος, σε κοινωνία με τον Θεό, δεν ήταν υποκείμενος στις χωροχρονικές συνθήκες της ύπαρξης, μολονότι ζούσε μέσα στο υλικό του σώμα και σε αυτόν τον δημιουργημένο κόσμο.

Η νόθα γνώση, προερχόμενη από τον Εωσφόρο, παρουσιάζεται ως ένα δογματικό σύνολο που παραχαράσσει την αρχέγονη Αποκάλυψη αναμειγνύοντάς την με ξένα και ετερόκλητα στοιχεία. Πρόκειται για μια στρατηγική που αποσκοπεί να κερδίσει την αποδοχή στην καρδιά του ανθρώπου, η οποία είναι πλασμένη μόνο για τον Κύριο Θεό.

Η βιβλική αφήγηση της δοκιμασίας και του πειρασμού μιλά, ακριβώς, για τη γοητεία, πλανευτική και απατηλή που η νόθα γνώση ασκεί στον άνθρωπο, εμφυσώντας σε αυτόν την εωσφορική υπερηφάνεια της αποδέσμευσης από Εκείνον που τον θέλησε από αγάπη. Στη Γένεση, η νόθα γνώση συμβολίζεται με τον ουροβόρο (ouroboros), ή φίδι που δαγκώνει την ουρά του. Με αυτό το σύμβολο η Αποκάλυψη υποδεικνύει τις ολιστικές-κυκλικές αντιλήψεις της αιώνιας επιστροφής, χωρίς υπερβατικότητα, που υπόσχονται τη «γνώση», δηλαδή τη «γνῶσιν», του καλού και του κακού νοούμενων ως διαλεκτικών πολικοτήτων στην αδιάλειπτη κυκλικότητα· νοούμενων, με άλλα λόγια, ως «διπλό αντίθετο» – δηλαδή ως δυϊσμό στον οποίο τα αντίθετα αλληλοανακαλούνται, έτσι ώστε το καλό να βρίσκεται στο κακό και το κακό στο καλό – ο οποίος συγκαλύπτει έναν αδιάφορο και μηδενιστικό μονισμό.
Η «ουροβορική γνώση» υπόσχεται στο εγώ την εξουσία να υψωθεί, να υποκαταστήσει τον Θεό στον καθορισμό του τι είναι καλό και τι είναι κακό. Θέση που, σε φιλοσοφικούς όρους, ορίζεται ως «υποκειμενισμός».

Έχουμε δει πώς ο Attilio Mordini, στο αναφερθέν έργο του “Verità del linguaggio”, για να συμφιλιώσει την χριστιανική πίστη με την Philosophia perennis, στην προσπάθειά του να διακρίνει το αποκεκαλυμμένο στοιχείο από το νόθο, υπογραμμίζει ότι ο Αδάμ, ως Εικών του Λόγου, είναι το μοναδικό κτίσμα που έχει προικιστεί με τον λόγο, κατ’ εικόνα ακριβώς του Λόγου του Θεού. Έτσι, όταν ο Αδάμ-κτίσμα, όπως αφηγείται η Γένεσις, αποδίδει στα άλλα όντα το όνομα, πράγμα που σε μεταφυσικούς όρους ισοδυναμεί με το να τους αποδώσει την ουσία, μπορεί να το κάνει όχι με δική του αυτόνομη δύναμη, αλλά μόνο με τη Δύναμη του Αδάμ Καδμόν, του Λόγου, του οποίου αυτός, ο άνθρωπος-κτίσμα, είναι μεθεκτική εικών. Η αδαμική απόδοση του ονόματος στα κτίσματα, επομένως, δεν πρέπει να εννοηθεί, κατά τον γνωστικό τρόπο, ως εκπόρευση των όντων κατά τη διαμόρφωση της θείας ουσίας κατά μήκος της διαδικασίας της εκδήλωσης.
Στη Γένεση, ο Αδάμ-κτίσμα, εικόνα του Αδάμ Καδμόν, είναι ab aeterno, εν Mente Dei, ακριβώς διότι είναι εικόνα του Λόγου του Θεού· ένα αρχέτυπο πρωταρχικό, μια ιδεατή δυνατότητα. Ο Αδάμ-κτίσμα είναι στον Θεό «από καταβολής αιώνων», δηλαδή πριν από τη δημιουργία του χωροχρονικού κόσμου (ο χρόνος ο ίδιος είναι κτίσμα), διότι ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο από αγάπη για τον άνθρωπο, ώστε να υπάρχει ανάμεσα σε όλα τα όντα ένα που θα μπορούσε να ανταποδώσει την Αγάπη Του και με το οποίο θα μπορούσε να διαλέγεται αιωνίως. Ο Τριαδικός Θεός, πράγματι, είναι ad intra κοινωνία Αγάπης και γι’ αυτό εκχέει την αγάπη Του ad extra στα κτίσματα.

Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο ώστε ο Υιός, ο Αδάμ Καδμόν, ο Λόγος Του, να μπορέσει να σαρκωθεί, για να δοξάσει τον Πατέρα πραγματοποιώντας, με μια θυσία που χωρίς την αμαρτία του ανθρώπου δεν θα ήταν αιματηρή, τη δόξα της δημιουργίας μέσα από τη μεταμόρφωση της μέλλουσας ουράνιας Ιερουσαλήμ. Και για να σαρκωθεί ο Αδάμ Καδμόν, ήταν αναγκαίος ο Αδάμ-κτίσμα, ο οποίος ήταν ab aeterno, εν Mente Dei, η Εικών του Λόγου. Ο άνθρωπος, επομένως, θελήθηκε και αγαπήθηκε δωρεάν, ως εικόνα του Θεού, για τον εαυτό του και όχι εξαιτίας κάποιας απλής δυναμικής αναγκαιότητας εγγενούς στην εκδήλωση του κόσμου, ή – όπως επίσης υποθέτει, ενδίδοντας εδώ σε ένα ετερόκλητο στοιχείο, ο ίδιος ο Mordini – ως απάντηση στο «non serviam» του Εωσφόρου, ώστε χωρίς την αγγελική ανταρσία να μην υπήρχε ούτε η δημιουργία του υλικού κόσμου ούτε εκείνη του ανθρώπου.

Σύμφωνα με μια αρχαία ιουδαιοχριστιανική αλλά και ισλαμική παράδοση, η αμαρτία του Εωσφόρου, το «non serviam», υπήρξε η άρνηση εκ μέρους του αγνότερου των αγγέλων, του εγγύτερου στον Θεό, απέναντι στην προοπτική της μελλοντικής Ενσάρκωσης του Λόγου του Θεού, την οποία ο Κύριος έδειξε στις αγγελικές Του δημιουργίες για να δοκιμάσει την αγάπη τους προς Αυτόν. Η εγγύτητα στον Θεό, η ιλιγγιώδης πνευματικότητά του, μεταστράφηκαν για τον Εωσφόρο σε πειρασμό υπερηφάνειας, που τον οδήγησε στο να περιφρονήσει τη σάρκα, τον υλικό κόσμο, και επομένως στο να επαναστατήσει κατά ενός Θεού που ήθελε να σαρκωθεί, που ήθελε να «μολυνθεί» με την ύλη. Ο πνευματικότερος των αγγέλων, μπροστά στην προοπτική της Ενσάρκωσης του Λόγου, έφθασε να διακηρύξει ότι αν ο Θεός ήθελε να σαρκωθεί, δεν μπορούσε να είναι πραγματικά ο Θεός υπεράνω πάντων, αλλά μόνο μια απλή ενδιάμεση θεότητα, που ενεργούσε για να διαταράξει την απόλυτη γαλήνη του Αποφατικού Θείου. Από εδώ η υποχώρηση του Εωσφόρου στον πειρασμό να επιβάλει τον εαυτό του στην προσκύνηση των αγγέλων στη θέση του Δημιουργού, τον οποίο αρνήθηκε ως τέτοιον. Μια προσπάθεια που, όπως είναι γνωστό, αμφισβητήθηκε από τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Ο Εωσφόρος, λοιπόν, υπήρξε ο πρώτος από τους γνωστικούς, από τους οπαδούς της νόθας γνώσης. Μάλιστα, υπήρξε ο ιδρυτής της και θα επέστρεφε αργότερα στη σκηνή της δημιουργίας για να πειράξει τον Αδάμ-κτίσμα με τις ουροβορικές δοξασίες, με σκοπό να «αμαυρώσει» το ενανθρωπιστικό σχέδιο του Θεού.
Επομένως, για την αρχέγονη Αποκάλυψη, δηλαδή για την αληθινή Philosophia perennis ακόμη αμόλυντη από εωσφορικά μιάσματα, ο άνθρωπος εμφανίζεται στη σκηνή του κόσμου όχι εξαιτίας πτώσης ή εξορίας, αλλά πολύ πιο ευεργετικά και «αισιόδοξα», μέσω της μετάβασης από τη δύναμη στην ενέργεια εκείνου που είναι ab aeterno εν Mente Dei. Ο άνθρωπος δημιουργείται, κατ’ ἐνέργεια δυνατοῦ, μέσα στον Θεό. «Διότι εν Αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν», όπως είπε ο Παύλος στους φιλοσόφους του Αρείου Πάγου στην Αθήνα, παραθέτοντας έναν στίχο από τα Φαινόμενα, 5, του ποιητή Κιλίκιου Άρατου του Σολέως.

Τα «ad extra» έργα του Θεού δεν είναι «έξω» από Αυτόν, αφού Αυτός είναι Πανπεριεκτικός και Πανταχού Παρών, αλλά είναι, διά μεθέξεως, μέσα σε Αυτόν, αν και «ἄλλα από Αυτόν», αφού δεν μπορεί να υπάρξει καμία συγγενική ταυτότητα, αλλά μόνο οντολογική μετοχή, ανάμεσα στον Θεό και στη δημιουργία (το να υποστηρίξει κανείς το αντίθετο σημαίνει να υποστηρίξει την «ταύτιση» πανθεϊστικού τύπου ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, η οποία, όπως έχει ήδη φανεί, αποτελεί την ουσία της νόθας γνώσης).[ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ]
Με πιο πνευματικούς όρους, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε, από αγάπη, από την Άπειρη Αγάπη του Θεού, μέσα σε αυτόν τον υλικό κόσμο που αρχικά του παραχωρήθηκε ως παρακαταθήκη, μέσα στην μυστική ασυλία μιας προνομιούχας οντολογικής κατάστασης δωρημένης χάριτι. Η Εδέμ, πράγματι, είναι η δημιουργία, αυτή η ίδια η παρούσα δημιουργία, όπως όμως «βιωνόταν» από τον άνθρωπο εν χάριτι, προτού παρασυρθεί από τον αμφίσημο εσωτερισμό της νόθας γνώσης. Ο αδαμικός άνθρωπος ήταν αρχικά άτρωτος στις οδύνες και στις συνθήκες που σήμερα βιώνει ως αποτέλεσμα της απομάκρυνσής του από την Αληθινή Γνώση, την Αληθινή Γνῶσιν, δώρο δωρεάν του Θεού, για χάρη της ψευδο-γνώσης, της ουροβορικής.

Η ΤΡΙΜΕΡΗΣ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό κτίσμα που είναι προικισμένο με πνεύμα, ψυχή και σώμα (14). Στον αδαμικό άνθρωπο μέσα στην Εδέμ είχε παραχωρηθεί να ζει, ταυτόχρονα, στα τρία επίπεδα της Πραγματικότητας: το υπερφυσικό, το προφυσικό και το φυσικό. Ο Αδάμ, αν και είχε πλαστεί από τη «γη» (κόκκινη γη είναι το ακριβές νόημα του όρου Αδάμ), συνομιλούσε αδιάκοπα με τον Θεό – ο Οποίος «περπατούσε στον κήπο κατά το δειλινό» (Γεν. 3,8), όπου με τον όρο «κήπος» δεν πρέπει να νοείται μόνο η Εδέμ-δημιουργία, αλλά κυρίως η καρδιά του ανθρώπου, που ήταν στα μάτια του Θεού ένας «κήπος χάριτος» όπου άνθιζαν οι απολαύσεις της Εγχυτής Αγάπης – και είχε επίσης πρόσβαση στον Ενδιάμεσο Κόσμο, ή Mundus Immaginabilis, που είναι το λεπτό, προφυσικό επίπεδο του κοσμικού ιστού. Σε αυτόν δρουν άυλες δυνάμεις διαφόρων ειδών, όπως επίσης και τα αγγελικά πνεύματα, τα οποία, όντας καθαρά πνεύματα, αν και κτιστά και όχι άκτιστα, χρειάζονται ένα λεπτό «ένδυμα αιθέριου φωτός» για να φανερωθούν στον άνθρωπο. Στον Ενδιάμεσο Κόσμο βρίσκονται επίσης εκείνες οι «μεταθανάτιες καταστάσεις» που αρχικά ήταν μόνο παραδεισιακές, αλλά τώρα, μετά την απώλεια της αρχικής αγιότητας, είναι δυνατόν να αναστραφούν σε κολασμένες για εκείνους που στη ζωή τους συσσώρευσαν εμπειρίες αρνητικότητας και αμαρτίας.

Η βιβλική Αποκάλυψη, στο σύνολο της Προφορικής Παράδοσης και της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, μας αποκαλύπτει την τριχοτόμο σύσταση του ανθρώπινου όντος, στο πλαίσιο της οποίας στην καρδιά, έδρα της συνείδησης, του πνεύματος, αποδίδεται καθοριστικός ρόλος στην εμπειρία ζωής και πίστης (15).

Στην αφήγηση της δημιουργίας – «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα εαυτού· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν· άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27)[ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ] ο άνθρωπος, imago Dei, ενθρονίζεται στο κέντρο της δημιουργίας. Το ανθρώπινο ον, άνδρας και γυναίκα, πλασμένο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Δημιουργού του, είναι το αποκορύφωμα όλης της δημιουργίας. Ο άνθρωπος «πλάθεται» από τον Θεό και εμψυχώνεται από το πνεύμα Του (ruah). Το Βιβλίο Σοφίας μας αποκαλύπτει τον λόγο αυτής της κεντρικότητας του ανθρώπου και τον λόγο τόσου προνομίου: «Ο Θεός έκτισε τον άνθρωπο για την αθανασία» (Σοφ. Σολ. 2,23). Μόνο το ανθρώπινο ον είναι, πράγματι, κλημένο στην πλήρη κοινωνία με τον Θεό για να συμμεριστεί τη Ζωή Του.

Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως μια τριχοτόμος ενότητα. Στο βιβλικό πλαίσιο, το οποίο σε αυτό δεν διαφέρει από άλλα θρησκευτικά πλαίσια, «το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ενότητα πνεύματος, ψυχής και σώματος· είναι η τριχοτόμος θεώρηση του ανθρώπου σε αντιδιαστολή με τη δυϊστική θεώρηση: “ο άνθρωπος είναι σώμα και ψυχή”» (16).

Η Αποκάλυψη εκφράζει την ανθρώπινη πραγματικότητα με τρεις όρους: σώμα – σάρκα: basar/sarx/sôma· ψυχή: nefeš/psychê· πνεύμα: ruâh/pneûma. Δεν πρόκειται για «μέρη» του προσώπου, διότι καθένας από αυτούς τους όρους θέλει να εκφράσει τόσο το σύνολο του προσώπου όσο και μια ιδιαίτερη όψη της ανθρώπινης πραγματικότητας. Η λέξη basar στην Παλαιά Διαθήκη δηλώνει την πραγματικότητα, τόσο την ανθρώπινη όσο και την ζωική, του σώματος, της σάρκας. Η σωματικότητα είναι μια θετική πραγματικότητα, καθώς προέρχεται από τα χέρια του Θεού, έργο Του. Το σώμα δεν νοείται ως ξένο προς τον άνθρωπο, ούτε ως εμπόδιο για την ψυχή, διότι το σώμα εκφράζει το πρόσωπο στα σημαντικότερα στάδια της πορείας του. Στην Καινή Διαθήκη το σώμα δηλώνεται με δύο διαφορετικούς όρους: sárx και sôma. Είναι η παύλεια θεολογία που εξηγεί το πλήρες τους νόημα. Ο όρος sárx δηλώνει τη «σάρκα» που έχει επιθυμίες αντίθετες προς το Πνεύμα. Από την άλλη, όμως, το ανθρώπινο σώμα – sôma – είναι ο ναός του Αγίου Πνεύματος και είναι πραγματικότητα που, μέσα στην τριάδα με το πνεύμα και την ψυχή, προορίζεται για τη λύτρωση, για την ανάσταση.

Η «σαρκική» όψη του σώματος είχε έντονη έμφαση στην ασκητική εμπειρία των Πατέρων της ερήμου, στον μοναχισμό και στον ερημιτισμό. Μεγάλη επιρροή σε αυτό άσκησε η ελληνική φιλοσοφία, η οποία έβλεπε στο σώμα την «φυλακή» του πνεύματος, τόπο πτώσης του nous, δηλαδή του νου. Ο Πλάτων διακήρυττε, ακριβώς, ότι το σώμα είναι η φυλακή ή ο τάφος της ψυχής. Το σώμα, υποκείμενο στην αμαρτία εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος του Αδάμ, γίνεται, σε ορισμένες ασκητικές εμπειρίες υπερβολικά επηρεασμένες από την ελληνιστική σκέψη, βάρος για την ψυχή. Ο άγιος Βασίλειος διδάσκει: «πρέπει να φροντίζουμε περισσότερο για την ψυχή· με τη βοήθεια της φιλοσοφίας πρέπει να την ελευθερώνουμε σαν από μια φυλακή από τον δεσμό που την αλυσοδένει στα πάθη του σώματος». Αλλά, παρά την ελληνιστική επιρροή, ο ίδιος αποκαλεί «φυλακή» και «δεσμά» τα πάθη του σώματος, όχι το σώμα αυτό καθαυτό. Ένας άλλος πατέρας της ερήμου εκφράζεται έτσι: «η ψυχή είναι το μοναδικό και αληθινό μας αγαθό· έξω από αυτήν δεν υπάρχει ούτε καλό, ούτε κακό, ούτε αρετή, ούτε κακία». Η πλατωνική επιρροή, ωστόσο, εναρμονίστηκε με την αναγνώριση της αρχικής αγαθότητας του σώματος, ώστε η μοναστική και ασκητική εμπειρία να καταλήξει σε μια ουσιαστική ισορροπία στη θεώρηση των σχέσεων ανάμεσα σε πνεύμα, ψυχή και σώμα. Έτσι, σύμφωνα με μια διδασκαλία των Πατέρων της ερήμου: «ένας γέροντας είπε: “Σήκω την αυγή και πες στον εαυτό σου: σώμα, δούλεψε για να τραφείς· ψυχή, γρηγόρησε για να κερδίσεις την κληρονομιά”».

Ακριβώς επειδή το σώμα δεν είναι καθόλου ούτε ξένο ούτε εχθρικό προς την ανθρώπινη πραγματικότητα, αλλά μάλιστα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της τριχοτόμου σύστασης του προσώπου, το οποίο είναι όλο προορισμένο για τη σωτηρία, στη βιβλική θεώρηση αναλαμβάνει θεμελιώδη σημασία η καρδιά, εννοούμενη όχι μόνο ως σύμβολο αλλά και ως φυσικό όργανο. Ο όρος lēb/cardia δηλώνει τον πιο εσωτερικό και κρυφό τόπο στον άνθρωπο, την έδρα των αισθημάτων και των επιθυμιών, του λογισμού και των αποφάσεων. Σε τέλεια αρμονία με το Ευαγγέλιο – «Μακάριοι οι καθαροί την καρδίαν, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Μτ. 5,8) – είναι κατανοητή η προσοχή που από την αρχή δόθηκε στον εσωτερικό καθαρμό.

Η μανιχαϊστική θνησιμαχία, η οποία, θεωρώντας το σώμα καθαυτό ως κακό, καταπνίγει τις ορμές – είτε της σφαίρας της αισθησιακότητας είτε εκείνες του εγωκεντρισμού, που γεννούν ακαθαρσία, επιθετικότητα, υπερηφάνεια, ζήλια, ματαιοδοξία, ακηδία κ.λπ. – αντί να τις κυβερνά και να τις τακτοποιεί, καθαρίζοντάς τες προς τα Άνω και προς το Κέντρο, δεν έγινε ποτέ δεκτή από την Εκκλησία. Και άλλωστε αποδεικνύεται αναπόφευκτα άχρηστη, δεδομένου ότι η καταπίεση, σε αντίθεση με τη διακυβέρνηση και την εξύψωση των ίδιων των ορμών, προκαλεί σκληρύνσεις της καρδιάς, που στον απόλυτο ασκητικό αυστηρισμό φθάνει να νομίζει ότι μπορεί να νικήσει χωρίς τη Χάρη, χωρίς τη βοήθεια αναγκαία και αληθινά αποφασιστική, θεραπευτική, του Θεού. Για τους Πατέρες της ερήμου, πράγματι, το πρόβλημα δεν συνίσταται στο να πνίξει κανείς τις ορμές, αλλά στο να τις παιδαγωγήσει. Όπως, για παράδειγμα, διδάσκει ο αββάς Ποιμήν: «Κανείς δεν μας δίδαξε να σκοτώσουμε το σώμα, αλλά τα πάθη του».

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΟΤΑΜΟΙ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ

«Ένας ποταμός έβγαινε από την Εδέμ για να ποτίζει τον κήπο, και από εκεί χωριζόταν και σχημάτιζε τέσσερις κοίτες» (Γεν. 2,10).

Στο κέντρο της Εδέμ, στην βιβλική αφήγηση, τοποθετείται το Δέντρο της Ζωής. Φαίνεται να γίνεται λόγος για δύο δέντρα, εκείνο της Ζωής και εκείνο της Γνώσεως του καλού και του κακού. Στην πραγματικότητα είναι προτιμότερη η ερμηνευτική άποψη σύμφωνα με την οποία πρόκειται για ένα μόνο Δέντρο, δεδομένου ότι η Ζωή ρέει διά της Αληθινής Γνώσεως, της Αληθινής Γνώσης, η οποία δίδεται από τον Θεό και δεν μπορεί να απαιτηθεί προμηθεϊκά από τον άνθρωπο που πιστεύει έτσι ότι γίνεται «θεός» από μόνος του και χωρίς τη Χάρη.
Μαζί με το Δέντρο της Ζωής και της Γνώσης, το οποίο θα μας αποδοθεί εκ νέου από τον Σταυρό – όπως είχαν κατανοήσει πολύ καλά οι μεσαιωνικοί, που παρίσταναν τον Χριστό θυσιασμένο πάνω στον Σταυρό/Δέντρο –, η βιβλική αφήγηση της Γενέσεως περιγράφει τέσσερις ποταμούς, από τους οποίους μόνο δύο, ο Ευφράτης και ο Τίγρης, είναι γεωγραφικά προσδιορίσιμοι. Καθένας από τους τέσσερις παραδείσιους ποταμούς ρέει, συμβολικά, προς μία από τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Αυτό προσδίδει στον παραδεισένιο Κήπο κεντρική θέση (Γεν. 2, 11-14). Ο ποταμός γενικώς επικαλείται τον συμβολισμό του γίγνεσθαι, της ροής, του ρείν του ύδατος, που με τη σειρά του είναι σύμβολο αυτού που, ρέοντας, δεν είναι ακίνητο, δεν είναι Αιώνιο. Εδώ θα μπορούσε να προκύψει αμέσως ο παραλληλισμός με την ινδουιστική «Prakriti», αν δεν ήταν ότι, στη Γένεση, οι τέσσερις ποταμοί που αναβλύζουν από την Εδέμ, από τον επίγειο Παράδεισο ως εικόνα του ουρανίου, συμβολίζουν τη Θεία Ζωή που διαχέεται γενναιόδωρα πάνω στη δημιουργία. Με αυτή την έννοια, το νερό είναι σύμβολο – εκτός από στοιχείο απαραίτητο – και της βιολογικής ζωής. Κατερχόμενη, η ροή μεταφέρει τη ζωή παντού, ενώ το «να ανεβαίνεις κόντρα στο ρεύμα» προσλαμβάνει τη σημασία της επιστροφής προς την πηγή. Στην περίπτωση των τεσσάρων παραδείσιων ποταμών, όμως, όπως υπαινιχθήκαμε, η πηγή είναι ουράνια, διότι συνδέεται στενά με το σύμβολο του «Δέντρου της Ζωής». Οι τέσσερις ποταμοί της Εδέμ ρέουν οριζόντια στην επιφάνεια της γης και όχι καθέτως, όπως θα απαιτούσε η αξονική κατεύθυνση, αλλά έχουν την πηγή τους στα πόδια του «Δέντρου της Ζωής», το οποίο είναι επίσης ο Άξονας του Κόσμου, δηλαδή ο Λόγος του Θεού, ο Αδάμ Καδμόν, ο Καθολικός Άνθρωπος, Πηγή επίσης της Αληθινής Γνώσης.

Ο συμβολισμός των παραδείσιων ποταμών είναι και αριθμολογικός, διότι το 4 είναι αριθμός που υπαινίσσεται την κοσμική ολότητα. Τέσσερα είναι τα σημεία του ορίζοντα, τέσσερις οι κύριοι άνεμοι, τέσσερις οι εποχές και τέσσερις οι φάσεις της σελήνης, τέσσερα είναι τα στοιχεία του κόσμου – αέρας, νερό, γη και φωτιά – και τέσσερις οι ουσιώδεις ποιότητες του υγρού, του ξηρού, του θερμού και του ψυχρού. Στην Αγία Γραφή ο «τέσσερα» μένει ως αναφορά στον κόσμο που δημιούργησε ο Θεός και δηλώνει επίσης τον νόμο του δυϊσμού – το τέσσερα είναι το διπλάσιο του δύο – στον οποίο ο πρωταρχικός Αδάμ δεν ήταν υποκείμενος. Ο ποταμός που γεννιέται στον Κήπο της Εδέμ χωρίζεται σε τέσσερις κοίτες (Γεν. 2,10), στρεφόμενος προς τα σημεία του ορίζοντα της Ανατολής, της Δύσης, του Βορρά και του Νότου, για να σφραγίσει την κοσμική του σημασία.
Οι τέσσερις παραδείσιοι ποταμοί που αναφέρονται στη Γένεση – ο Τίγρης, ο Ευφράτης, ο Γιών και ο Φισών – αντιπροσωπεύουν την ολότητα του Κόσμου που ποτίζεται από το Ζωντανό Νερό, το οποίο έχει μέσα του τη ζωή και οδηγεί αυτό καθαυτό στη ζωή, διότι πρόκειται για το Νερό που θα ανέβλυζε, μαζί με το Αίμα, από την Λογχισμένη Πλευρά του Χριστού. Νερό, πίνοντας το Οποίο, δεν διψά κανείς πλέον, όπως αποκάλυψε ο Ιησούς στη γοητευτική Σαμαρείτισσα δίπλα στην πηγή, διότι το Νερό της Ζωής δεν είναι άλλο από το Άγιο Πνεύμα.
«Η καμένη γη θα γίνει λίμνη, και η διψασμένη χώρα πηγές υδάτων», προφήτευε, εν όψει του Χριστού, ο Ησαΐας (Ησ. 35,7).

Και η Σοφία, δηλαδή ο Λόγος του Θεού, με εμφανή αναφορά στους παραδείσιους ποταμούς και στο μεταφυσικό τους νόημα – νόημα που σήμερα δεν κατανοείται πλέον από πολλή θεολογία και ερμηνευτική γοητευμένη από τον ιστορισμό χωρίς υπερβατικότητα – ομιλεί έτσι, στο βιβλίο Σειράχ:
«Εκείνη ξεχειλίζει Σοφία σαν τον Φισών και σαν τον Τίγρη την εποχή των νέων καρπών·
κάνει να πλημμυρίζει η σύνεση σαν τον Ευφράτη και σαν τον Ιορδάνη στις μέρες του θερισμού· εξαπλώνει τη διδασκαλία σαν τον Νείλο, σαν τον Γιών στις μέρες του τρυγητού.
Ο πρώτος δεν εξαντλεί τη γνώση της ούτε ο τελευταίος μπορεί να την ερευνήσει πλήρως.
Διότι η σκέψη της είναι πλατύτερη από τη θάλασσα και η βουλή της από το μεγάλο άβυσσο. 
Εγώ είμαι σαν κανάλι που πηγάζει από ποταμό και σαν ρυάκι βγήκα προς έναν κήπο. Είπα: “Θα ποτίσω τον κήπο μου και θα αρδεύσω την παρτέρι μου!”.
Και να, το ρυάκι μου έγινε ποταμός και ο ποταμός μου θάλασσα.
Θα κάνω ακόμη να λάμψει η διδασκαλία μου σαν την αυγή· θα την κάνω να αστράψει πολύ μακριά. Θα εκχύσω ακόμη τη διδασκαλία σαν προφητεία, θα την αφήσω για τις μελλοντικές γενιές. Δέστε, δεν εργάστηκα μόνο για μένα, αλλά για όσους ζητούν τη διδασκαλία» (Σειρ. 24, 23-32).

Από την πλευρά του, το Βιβλίο της Αποκαλύψεως συνδέεται με το Βιβλίο της Γενέσεως, όταν περιγράφει τον ποταμό που αναβλύζει από τον εσχατολογικό Ναό, και διακηρύσσει: «Έπειτα μου έδειξε ποταμό ύδατος ζωής, λαμπρό σαν κρύσταλλο, που έβγαινε από τον θρόνο του Θεού και του Αρνίου. Στο μέσον της πλατείας της πόλεως, και από το ένα και από το άλλο μέρος του ποταμού, βρίσκεται το δέντρο της ζωής, που δίνει δώδεκα συγκομιδές και κάνει καρπό κάθε μήνα· και τα φύλλα του δέντρου είναι για ίαση των εθνών» (Απ. 22, 1-2).

ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ


Το πραγματικά κρίσιμο σημείο, που επανέρχεται συνεχώς, είναι λοιπόν αν το είναι είναι μετοχή ή πτώση, έκπτωση, εκπόρευση, εκδήλωση. Ειπωμένο αλλιώς: αν το είναι είναι αγαθότητα, δώρο μιας Άπειρης Αγάπης, ή αν είναι φυλακή, ψευδαίσθηση, καταναγκασμός, κακία, άρνηση. Ο γνωστικός συνήθως απορρίπτει το πρόβλημα, διότι – λέει – τίθεται με θεολογικούς, ευσεβιστικούς, γραμματοκρατικούς και όχι μεταφυσικούς όρους. Εδώ, όμως, δεν πρόκειται ούτε για θεολογική ούτε για μεταφυσική γλώσσα, ούτε για γραμματοκρατία ή εσωτερισμό. Εδώ πρόκειται για τη βαθιά κατανόηση της πρωτογενούς Αποκαλύψεως. Ο Λόγος έγινε σάρκα, διότι η σάρκα είναι καλή, όπως κάθε έργο Του. Και το σώμα του Χριστού δεν φυλακίζει τη Θεότητά Του, δεν είναι εκπόρευσή της περισσότερο ή λιγότερο αχνή, περισσότερο ή λιγότερο απτή. Το σώμα του Χριστού, το οποίο εξακολουθούμε να αγγίζουμε στην Ευχαριστία, δεν είναι απατηλό, δεν είναι φαινομενικό. Εκείνο το σώμα, απολύτως σαρκικό, αναστήθηκε μέσα στη μεταμορφωμένη σάρκα, ασφαλώς αντλώντας από καταστάσεις του είναι παντοδύναμες, αλλά χωρίς να «αναπαράγεται» στο λεπτοφυές επίπεδο έτσι ώστε να αφήσει να πέσει, στη φθορά, η σαρκικότητά του.

Δεν μιλούμε, επαναλαμβάνουμε, με «θεολογικούς» ή «ευσεβιστικούς» όρους – όπως λένε εσωτεριστές και γκενονιστές ποικίλων υπαγωγών –, αλλά με τους όρους της χριστιανικής Αποκαλύψεως, η οποία είναι η ίδια η πρωτογενής Αποκάλυψη. Η Ενσάρκωση του Λόγου ήταν προβλεπόμενη στο θείο σχέδιο από την αρχή, διότι «Τα πάντα δημιουργήθηκαν δι’ Αυτού και εις Αυτόν … και τα πάντα συνέχονται εν Αυτώ» (Παύλος, Κολ. 1,16-17). Η δημιουργία δεν υπήρξε συνέπεια της ανθρώπινης αμαρτίας· εκείνη (η συνέπεια) υπήρξε το Πάθος. Όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, σύμφωνα με μια πανάρχαια παράδοση, ακριβώς το «σκάνδαλο» του Εωσφόρου – όταν ο Θεός υπέβαλε τους οδοιπόρους αγγέλους σε δοκιμασία – μπροστά στην προοπτική ότι ο Λόγος του Θεού θα ενσαρκωνόταν, θα «λερωνόταν» με τη σάρκα, τον ώθησε στο «non serviam», στο να μην υπηρετήσει έναν Θεό που ήθελε να ταπεινωθεί έως την Ενσάρκωση. Είναι σαφές ότι εδώ παίζεται το ζήτημα της αγαθότητας ή μη της δημιουργίας. Ή η δημιουργία, όπως αποκαλύπτεται στη Γένεση, είναι το Opus Magnum της Αγάπης του Θεού, άρα έργο αγαθό, ή η δημιουργία, καθόσον είναι υλική, είναι μόνο «πτώση», «έκπτωση», «κατακερματισμός» μιας αδιαφοροποίητης πρωταρχικής ενότητας, την οποία ένας «κακός» δημιουργός (τον οποίο, όχι τυχαία, τα ρεύματα της νόθας γνωστικιστικής παράδοσης ταύτισαν, σε αντιπαράθεση με τον Χριστιανισμό, με τον βιβλικό Θεό· βλ. την αίρεση του Μαρκίωνα) θα είχε καταστρέψει.

Η Αποκάλυψη μάς λέει ότι η αδαμική κατάσταση, η Εδέμ, δεν ήταν «λεπτοφυής», σαν να ήταν η ύλη και το σώμα ακάθαρτα, σαν να ήταν φυλακή μιας θείας σπινθηροβολίας που έπεσε από το αδιαφοροποίητο πλήρωμα των απαρχών και άρα πρέπει να ελευθερωθεί από την επαφή με τη σάρκα που είναι διεφθαρμένη κατ’ ουσίαν. Αυτή υπήρξε η αντίληψη του κατηχισμού (καθαρισμού/καθαρισμού των Καθαρών) και έπειτα, όχι τυχαία, του λουθηρανισμού, για τους οποίους ο άνθρωπος, στη φύση του, άρα και στη σωματική του φύση, θα ήταν απλώς μια «αποχέτευση διαφθοράς». Αντίθετα, ο Φραγκίσκος της Ασίζης έψαλλε ύμνους στην Αγαθότητα του Υψίστου για τη δημιουργία Του, οντολογικά αγαθή όπως όλα τα έργα Του.
Το να σκεφτόμαστε μια άυλη, «λεπτοφυή» Εδέμ, από την οποία ο πρωταρχικός Αδάμ, αρχικά χωρίς σώμα ή με ένα «άυλο σώμα», θα «έπεσε» στο σκοτάδι της «κακής» ύλης, δεν είναι χριστιανικό, δεν είναι «γνωστικώς χριστιανικό», δηλαδή δεν είναι καθαρή γνώση, αποκεκαλυμμένη Σοφία. Η Εδέμ, βιβλικώς, είναι μια συγκεκριμένη, υλική, σωματική πραγματικότητα· είναι αυτή η ίδια παρούσα δημιουργία όπως αρχικά βιωνόταν από τον άνθρωπο, μετέχοντα, με πνεύμα, ψυχή και σώμα, στην Αγάπη του Θεού, πριν από την πράξη του προμηθεϊκού του εγωισμού, δηλαδή πριν επιχειρήσει την αυτο-θεοποίησή του, υποκινηθείς σε αυτό από την εγκατάλειψη της καθαρής γνῶσεως που του αποκαλύφθηκε από τον Θεό, υπέρ της νόθας γνώσης, εκείνης του ουροβόρου, του «φιδιού που δαγκώνει την ουρά του», παρόντος στους μύθους της κυκλικής γονιμότητας.

«Όπως βιωνόταν από τον άνθρωπο», δηλαδή – επαναλαμβάνουμε – με τρόπο εντελώς διαφορετικό από όπως τη ζει σήμερα, υποκείμενος στους χρονικούς νόμους του γίγνεσθαι και της γέννησης-θανάτου, από τους οποίους ο Θεός, παρότι τον δημιούργησε με πνεύμα, ψυχή και σώμα, τον είχε φυλάξει μέσω της μετοχής Του σε Αυτόν, στη Θεότητα. Ακριβώς εκείνη τη μετοχή που ο άνθρωπος έχασε με την αμαρτία.
Ο Θεός είχε διαφυλάξει τον Αδάμ από τους περιορισμούς και τις συνθήκες του χωροχρόνου εν αναμονή της μετάβασής του, της μεταθέσεως ή αναλήψεώς του, στον Ουρανό. Ο «θάνατος» του αδαμικού ανθρώπου δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά η ανάληψη ολόκληρου του ανθρώπου, πνεύματος, ψυχής και σώματος, στον Ουρανό. Όπως συνέβη στον Ενώχ και τον Ηλία, που προτιμήθηκαν από τον Θεό, παρ’ όλο που το προπατορικό αμάρτημα δεν είχε ακόμη αφαιρεθεί από τη Θυσία του Σταυρού. Όπως, προ πάντων, συνέβη στην Παρθένο Μαρία, η οποία πράγματι από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της είναι άμωμη από το προπατορικό αμάρτημα.

Δεν μας δίνεται να γνωρίζουμε με ακρίβεια αν ο «θάνατος» του αδαμικού ανθρώπου θα συνέβαινε με ή χωρίς παραγωγή πτώματος· δηλαδή αν πρώτα με την είσοδο του πνευματικού και ψυχικού εαυτού στους Ουρανούς και, έπειτα, στο τέλος του κόσμου, και με την ανάληψη του σώματος επανενωμένου με το πνεύμα και την ψυχή· ή αν θα συνέβαινε χωρίς παραγωγή πτώματος, δηλαδή με την άμεση ανάληψη και του σώματος. Η χιλιετής ακολουθία των αφθάρτων σωμάτων πολλών αγίων – ας σκεφτούμε μόνο εκείνο, πραγματικά μοναδικό, της Μπερναντέτ Σουμπιρού· όσοι μπόρεσαν να το αγγίξουν λένε πως είναι ακόμη ζωντανό σαν κάποιου που μόλις κοιμάται – θα έτεινε να συνηγορήσει υπέρ της πρώτης υπόθεσης, η οποία, άλλωστε, είναι πιο συνεπής με την προοδευτική ιστορική ανάπτυξη του σωτηριώδους σχεδίου του Θεού.

Βέβαιο είναι ότι ο τελικός σκοπός της ίδιας της δημιουργίας είναι να «αναληφθεί» στη μορφή των «νέων ουρανών και νέας γης», δηλαδή να μεταμορφωθεί αλλά όχι να αρνηθείται στη υλικότητά της, όπως ακριβώς αποκαλύπτει η Αποκάλυψη, δηλαδή το Βιβλίο της Αποκαλύψεως. Η δημιουργία υπάρχει για την Αγάπη/Πνεύμα του Πατέρα προς τον Υιό. Ο Θεός έκανε τον κόσμο από Αγάπη προς τον Λόγο Του, ο οποίος είναι το ίδιο το Αρχέτυπο παντός ό,τι υπάρχει. Εικόνα αυτού του Αρχέτυπου είναι ο άνθρωπος, ώστε η ενοχή του πρόσθεσε στην Ενσάρκωση του Λόγου, ήδη προβλεπόμενη στο Σχέδιο του Θεού, και την ανάγκη της Θυσίας του Πάθους, της Θυσίας του Σταυρού.

Για να κατανοήσουμε, έστω και λίγο, τη φαινομενολογία της οντολογικής καταστάσεως του αδαμικού ανθρώπου πριν από την υποχώρησή του στη γνωστική ουροβορική διδασκαλία, δεν έχουμε παρά να εξετάσουμε τη φαινομενολογία της οντολογικής καταστάσεως των μυστικών. Στη ζωή των μυστικών εκδηλώνεται μια σειρά φαινομένων που δηλώνουν τη μη υποταγή, διά της Χάριτος του Θεού, δηλαδή διά του Αγίου Πνεύματος, στους φθαρτούς νόμους της δημιουργίας. Από την αδιάλειπτη νηστεία χωρίς συνέπειες σωματικής εξάντλησης έως τον θαυματουργικό πολλαπλασιασμό της τροφής· από την «συνεχή αϋπνία», δηλαδή τη μη ανάγκη αναπαυτικού ύπνου, έως την καρδιογνωσία ή «εξέταση των καρδιών»· από τη διπλοτοπία έως την πρόσκαιρη ανάληψη στον Ουρανό με συνακόλουθες ανεκλάλητες οράσεις και ακροάσεις· από την απουσία αισθήματος ψύχους, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας του σώματος που προκαλείται από το «Πυρ του Πνεύματος» αναμμένο στην καρδιά, έως τη μη υποταγή στις ερωτικές ορμές, που είναι τελείως κυριαρχημένες και εκουσίως κατευθυνόμενες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και αναστελλόμενες· μέχρι και την ανοσία στις ασθένειες· και ούτω καθεξής. Όλη αυτή η φαινομενολογία, όμως, βεβαιώνεται παρουσία του σώματος, όχι χωρίς αυτό ή απελευθερωμένη από αυτό. Μαρτυρεί μια πρωταρχική διάσταση, χαμένη από την ανθρωπότητα και αποδιδομένη εκ χάριτος στους μυστικούς, η οποία έθετε το ανθρώπινο ον, πλήρως σωματικό, στο απυρόβλητο των ορίων και των συνθηκών – πείνα, ψύχος, ασθένειες κ.λπ. – του χωροχρόνου, στις οποίες είναι αντιθέτως υποκείμενα τα άλλα κτίσματα που δεν είναι εμψυχωμένα από το Ρουάχ.

Ο Χριστιανισμός είναι ένα σιωπηλό, παραγνωρισμένο, κρυμμένο (από τους σοφούς του κόσμου) έργο Φιλαλληλίας και Ελέους που έχει τις ρίζες του στην Αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Αλλά αυτό δεν θα ήταν δυνατό, αν η πίστη δεν αναγνώριζε την αγαθότητα του Έργου του Θεού, την οντολογική αγαθότητα της δημιουργίας, και αν περιόριζε τον κόσμο σε μια «πτώση» του Πνεύματος στην ακάθαρτη, πυκνή, πετρωτική ύλη και άρα «φυλακή». Τώρα, το να λέμε αυτό, δεν σημαίνει ότι ο Χριστιανισμός είναι στραμμένος μόνο προς τον κόσμο, την κοινωνία, την ηθική. Αντιθέτως, η Αποκάλυψη δείχνει ως έσχατο και ανώτερο σκοπό τον Ουρανό, που αποτελείται από πολλές «μονές», και άρα την ανάληψη του ανθρώπου στην Άπειρη Αγάπη. Ο Ιησούς προς τους αποστόλους, υπονοώντας ότι σ’ αυτούς, και άρα στην Εκκλησία, έχει αποκαλυφθεί η οδός: «Εν τη οικία του Πατρός μου μοναι πολλαί εισίν· ει δε μη, ειπόν αν υμίν· πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν· και εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήμψομαι υμάς προς εμαυτόν, ίνα όπου ειμί εγώ και υμείς ήτε. Και όπου εγώ υπάγω, οίδατε την οδόν» (Ιω. 14, 1-4). Εν αναμονή, όπως ειπώθηκε, του εσχατολογικού Ωμέγα, στο οποίο και ο κτιστός κόσμος θα αναληφθεί στη ένδοξη μεταμόρφωση του Ακτίστου Φωτός, χωρίς όμως να χάσει την οντολογική του ύπαρξη ως κτιστή αγαθότητα. Ο κόσμος κτίστηκε «εν στάσει οδοιπορίας» για ένα σχέδιο Αγάπης που αποβλέπει στην τελική και οριστική του δοξολόγηση, προς Δόξαν του Δημιουργού. Το εσχατολογικό Ωμέγα θα είναι επίσης η ανάσταση της σαρκός, στη μεταμόρφωση των σωμάτων – ακριβώς αυτών των ίδιων σωμάτων που έχουμε, και όχι άλλων υποκατάστατων, λεπτοφυών ή μη – ανακληθέντων στη Ζωή και ενωμένων εκ νέου με την ψυχή και το πνεύμα.

Αναστάς στο δοξασμένο Του σώμα, ο Χριστός έπρεπε να νικήσει την απιστία των αποστόλων και να τους πείσει ότι η σάρκα Του ήταν αληθινή, ότι δεν ήταν φάντασμα, ότι δεν είχε, όπως αργότερα θα υποστήριζαν ορισμένα πλατωνίζοντα και γνωστικά ρεύματα απ’ όπου εκκίνησαν οι μονοφυσιτικές αιρέσεις, ένα «αιθέριο σώμα». Για τούτο ζήτησε από τους αποστόλους να Του δώσουν να φάει, και έφαγε, στο αναστημένο και μεταμορφωμένο Του σώμα, ενώπιόν τους. Δεν δίστασε καν να προσκαλέσει τον Θωμά να βάλει το δάχτυλο στις πληγές Του, δηλαδή να Τον αγγίξει. Ο Θωμάς, που από ευλαβικό φόβο υποχώρησε, θα μπορούσε να διαπιστώσει, όπως αργότερα διαπίστωσαν κάποιοι μυστικοί, ότι του αναστημένου Χριστού το σώμα είναι πραγματικό, σαρκικό, αν και μεταμορφωμένο μέσα στη Θεία Δόξα.

Το είναι υπάρχει σε εξάρτηση από την Αρχή. Από τον Ζώντα Θεό. Το είναι είναι μετοχή, όχι πτώση από το Κέντρο προς μια περιφέρεια ως συνέπεια υποβάθμισης ή εκπόρευσης. Υπάρχει ένας «Plato christianus» και ένας «Plato non christianus», όπως είχαν κατανοήσει καλά οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο Αυρήλιος Αυγουστίνος χρειάστηκε να κοπιάσει πολύ για να διακρίνει το σιτάρι από την ήρα μέσα στον αρχικό του πλατωνισμό, ώστε να κρατήσει μόνο ό,τι στον πλατωνισμό αποτελεί συνεπή έκφραση της Καθολικής Αποκαλύψεως. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την καβαλιστική παράδοση. Ο Gershom Scholem μας εξήγησε την Καββάλα, αλλά δεν διέκρινε ποτέ, όπως έκανε αντίθετα ο Julio Meinvielle, τι από τις διάφορες τάσεις της σχετίζεται με τη βιβλική Αποκάλυψη και τι όχι.

Η φρίκη για τη σάρκα, για τη σωματικότητα – η φρίκη του Εωσφόρου για την Ενσάρκωση –, είναι συνέπεια της πεποίθησης σύμφωνα με την οποία η ύλη, η έσχατη και σκοτεινή περιφέρεια της «εκδήλωσης» ή «εκπόρευσης», θα ήταν έκπτωση, φυλακή του πνεύματος. Τώρα, αυτή η πεποίθηση απαντά, κατ’ επανάληψιν, σε έναν ορισμένο τύπο εσωτερισμού και, μέσα στους αιώνες, στις διάφορες ροπές ψευδο-γνώσεως που συγκρούονται με την Αποκάλυψη. Όπως, για παράδειγμα, ο καθαρισμός/Καθαρικισμός (catarismo) ή ορισμένα καβαλιστικά ρεύματα πάνω στις δοξασίες των οποίων εδράζεται ο μασονικός πνευματισμός.

Στο Φως της Αποκαλύψεως σφάλλουν όσοι υποθέτουν στην αρχή ένα αποϋλοποιημένο σώμα για τον πρωταρχικό Αδάμ. Ούτε μπορεί να γίνεται λόγος, για τον αδαμικό πριν από την πτώση, περί «αναγεννημένου σώματος», δηλαδή οντολογικά διαφορετικού από εκείνο το μεταγενέστερο του προπατορικού αμαρτήματος. Αυτή η θέση, πράγματι, είναι απλώς ένα καμουφλάζ του προβλήματος, αφού, εμμέσως, εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι, αν όχι το «πρωταρχικό σώμα», ασφαλώς το τωρινό είναι «πτώση» στη μιαρή υλικότητα, υποβάθμιση, ώστε θα ήταν αναπόφευκτο να συμπεράνει κανείς ότι σήμερα, όπως ακριβώς είναι τώρα, το σώμα του ανθρώπου είναι ένα «κακό».

Ο άνθρωπος υπήρξε, από την εμφάνισή του (σίγουρα όχι μέσω δαρβινικής εξελίξεως), στην τριπλή του διάσταση πνεύμα-ψυχή-σώμα. Δεν προσέλαβε ένα υλικό σώμα ως συνέπεια μιας πτώσης στο σκοτάδι της ύλης, ακολουθώντας την κοσμική κάθοδο που υποθέτει ένας ορισμένος εσωτερισμός. Ο Αδαμικός Άνθρωπος, σαρκικός όσο κι εμείς, ζούσε σε κοινωνία με το Πνεύμα του Θεού, και αυτό τον καθιστούσε άτρωτο στο βιολογικό γίγνεσθαι όπως το γνωρίζουμε σήμερα εμείς, στην μετεαδαμική κατάσταση, εξαιτίας του «eritis sicut Dei», δηλαδή του πειρασμού, εωσφορικού, στον οποίο υποχώρησαν οι προπάτορες – και στον οποίο είμαστε κι εμείς διαρκώς εκτεθειμένοι – να γίνουν Θεός από μόνοι τους, να αυτο-θεοποιηθούν, αντί να αναμένουν τη θέωση, δηλαδή την ανάληψη στις ανώτερες καταστάσεις του είναι, ως δωρεά από Άνωθεν.

Ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ σε αυτή την αποκεκαλυμμένη Αλήθεια παρέπεμψε όταν υπενθύμισε (στον «Avvenire» της 10.04.2008) ότι ο άνθρωπος μένει διαρκώς εκτεθειμένος στον κίνδυνο να υποκύψει «στον αρχαίο πειρασμό να θελήσει να λυτρωθεί μόνος του»· ουτοπία που, με διάφορους τρόπους, στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα προκάλεσε, όπως επισήμανε επίσης ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄, «μια άνευ προηγουμένου οπισθοδρόμηση στην ταλαιπωρημένη ιστορία της ανθρωπότητας» (Insegnamenti, XIII/I, 1990, σ. 58).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

14) Ο άνθρωπος έχει ένα «εγώ» που όμως δεν ταυτίζεται με τις κινήσεις της ψυχής του ούτε με τη σκέψη του, η οποία βρίσκεται πάντοτε σε κίνηση, αλλά μάλλον με ό,τι αθάνατο υπάρχει μέσα του και του επιτρέπει να έχει συνείδηση του εαυτού του, παρ’ όλο που μέσα του όλα, στο ψυχο-σωματικό επίπεδο, μεταβάλλονται διαρκώς. Αν δεν υπήρχε ένα «εγώ», που είναι το «πνεύμα», το οποίο έχει την έδρα του στην καρδιά, ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να έχει καμία επίγνωση του εαυτού του και του κόσμου, όπως πράγματι δεν έχουν τα ζώα, τα οποία καθορίζονται ολοκληρωτικά από το ένστικτο, δηλαδή από το γίγνεσθαι της εμμένειας, στην οποία ανήκουν ολοκληρωτικά και χωρίς υπερβατικά ανοίγματα. Είναι σαφές ότι υπάρχει διάκριση – διαφορετικά θα βρισκόμασταν στον πανθεϊσμό – ανάμεσα στο «πνεύμα» και το «Πνεύμα», δηλαδή ανάμεσα στο προσωπικό πνεύμα, το «ruach» που εμφύσησε ο Θεός στον Αδάμ, πνεύμα κτιστό και συνεπώς αγαθό και αγαπημένο από τον Ύψιστο, επειδή είναι εικόνα Του, και το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή το Οικουμενικό Πνεύμα, το Πνεύμα του Θεού, με το οποίο το ανθρώπινο πνεύμα ήταν αρχικά ενωμένο μέσω μετοχής (όχι μέσω ταυτίσεως: διαφορετικά, επαναλαμβάνουμε, θα επρόκειτο για πανθεϊσμό). Η Αγία Θηρεσία της Άβιλα και ο Απόστολος Παύλος, για παράδειγμα, διακρίνουν – και δεν είναι βέβαια οι μόνοι – ανάμεσα σε «πνεύμα» και «Άγιο Πνεύμα».

15) Όσα λέμε τώρα για την τριχοτόμο σύσταση του ανθρώπου αντλούνται από τον Dariusz Kowalewski, «Gli apoftegmi dei Padri del deserto sulla morte e risurrezione» στο συλλογικό έργο «Al di là della morte e del lutto – dal mondo omerico ai Padri, quale speranza per l’uomo postmoderno?», υπό την επιμέλεια του π. Guglielmo Spirito ofm conv. και του Juan V. Estigarribia. Εκδόσεις Il Cerchio, Ρίμινι, 2016. Ιδίως στις σελίδες 158-159.

16) Βλ. «Nuovo dizionario di spiritualità» υπό την επιμέλεια των Stefano Flores και Tullio Goffi, Τορίνο, 1989.

Συνεχίζεται με

ΠΕΜΠΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΤΗΣ ΙΠΠΩΝΟΣ