Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρτέσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρτέσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Ντεκάρτ και Γκόλντμαν Σακς


Στην τελευταία του έκθεση για την Goldman Sachs, ένας από τους κυρίαρχους του κόσμου μας γράφει κυριολεκτικά: «Τα βιβλία ιστορίας υποδηλώνουν ότι τόσο χαμηλά επίπεδα δεν είναι βιώσιμα και έχουν οδηγήσει σε μια απότομη αύξηση της κυρτότητας του δείκτη μεταβλητότητας». Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει γραμμική σχέση μεταξύ της τιμής ενός περιουσιακού στοιχείου και των αποδόσεων του, και επομένως όταν οι χρηματιστηριακές αγορές υποχωρούν, η μεταβλητότητα δεν αυξάνεται με μικρά βήματα αλλά επιταχύνεται εκθετικά. Η πρόθεσή μου, ωστόσο, δεν είναι να διερευνήσω εάν αυτή η κυρτότητα μιας καμπύλης στο καρτεσιανό επίπεδο είναι λίγο πολύ αληθής, αλλά μάλλον να δείξω πώς όλοι αυτοί οι οικονομικοί νόμοι είναι αποτέλεσμα τόσο ενός τρόπου σκέψης - του νεοφιλελευθερισμού ως της θεμελιώδους ουσίας του κόσμου - όσο και μιας πρακτικής που γεωμετροποιεί και μαθηματικοποιεί τις οικονομικές σχέσεις ως νόμους καθαυτές.

Η Γκόλντμαν δεν μιλάει για τον πόλεμο στο Ιράν, το πετρέλαιο, την Ουκρανία, το τεράστιο χρέος που απειλεί να συντρίψει την Αμερική - εν ολίγοις, οτιδήποτε αποτελεί μέρος της πραγματικής οικονομίας, κάτι που, φαντάζομαι, θα ήταν χυδαίο στα μάτια των χρηματοοικονομικών - αλλά για την «κυρτότητα», ένα είδος Ευκλείδειου σύμπαντος του οποίου οι σχέσεις είναι κατά κάποιο τρόπο αιθέριες και υπακούουν σε πιο συγκεκριμένα αξιώματα και αξιώματα που έχουν τη δική τους εσωτερική συνοχή χωρίς να μολύνουν τον πραγματικό κόσμο. Φυσικά, βρισκόμαστε στο βασίλειο της ανθρωπότητας και της ιστορίας εδώ, καθώς και της οικονομίας, επομένως δεν είναι δυνατόν να οριοθετήσουμε αιώνιες και αμετάβλητες σχέσεις, αδιαμφισβήτητους νόμους, επειδή έχουμε να κάνουμε με ανυπολόγιστη μεταβλητότητα.

Αυτό ορίζει με ακρίβεια τον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος ουσιαστικά ωθεί τα θεωρήματα της κλασικής οικονομίας στα άκρα, προσπαθώντας να εξαλείψει αυτό το ανατρεπτικό στοιχείο που, σύμφωνα με τον von Hayek, τον von Mises και την παρέα του, είναι το κράτος με την εμμονή του για την ευημερία, για την προστασία των δικαιωμάτων και, εν ολίγοις, για την πολιτική λειτουργία. Πράγματι, έκτοτε έχουμε δει πώς εταιρείες και τράπεζες έχουν διασωθεί από κράτη με χρήματα των πολιτών και, επομένως, από κυβερνήσεις, για να αποφευχθεί η οικονομική καταστροφή που θα προέκυπτε από τα νεοφιλελεύθερα αξιώματα. Βλέπουμε επίσης πώς οι αγορές απέχουν πολύ από το να είναι αλάνθαστες, αλλά στο έλεος των υπερπλούσιων και των χρηματοοικονομικών κέντρων, βλέπουμε πώς ο περίφημος ανταγωνισμός έχει επισκιαστεί από ορατά και, πολύ συχνά, αόρατα καρτέλ. Εν ολίγοις, βλέπουμε ότι υπάρχει μια μη Ευκλείδεια γεωμετρία, η οποία ξεκινά με πραγματικά παρατηρησιακά δεδομένα και όχι με a priori «αποδεικτικά στοιχεία» που δεν είναι τέτοια, βλέπε το περίφημο πέμπτο αξίωμα. Ο ανθρώπινος κόσμος μοιάζει περισσότερο με τον Έσερ παρά με τον Ευκλείδη, και ομοίως, η πραγματική οικονομία είναι κάτι που ξεφεύγει από το καρτεσιανό επίπεδο, όπως ακριβώς η Goldman Sachs δεν καταφέρνει να κατανοήσει ότι ορισμένοι νόμοι ισχύουν μόνο εάν υπάρχει επαρκής ισχύς για να τους καταστήσει «αληθινούς». Τώρα, αυτή η ισχύς μειώνεται και η γεωμετρία των χρηματοοικονομικών αρχίζει να δυσλειτουργεί.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Σταυρώνοντας τη θάλασσα (2)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Στέλιος Ράμφος, Η Ελλάδα των Ονείρων. Σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό, Αρμός, Αθήνα 2020, 560 σελ.

Posterazzi

Το μαρτύριο της Αγίας Περπέτουας και της Αγίας Φελιτσιτάτης στο Ρωμαϊκό Κολοσσαίο, ξυλογραφία από το βιβλίο του John Foxe, Book Of Martyrs, New York, 1832. Στα όνειρα της αγίας Περπέτουας, Ρωμαίας ανήκουσας στην τάξη των ευγενών η οποία μαρτύρησε το 203 μ.Χ., ο Ράμφος διακρίνει τον σχηματισμό της χριστιανικής ταυτότητας που θα αντικαταστήσει την ελληνορωμαϊκή. Η πρώτη αποδεικνύεται καταλληλότερη να καταλαγιάσει τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες μιας ατομικότητας που χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και την αναζήτηση πνευματικότητας σ’ έναν υλιστικό κόσμο έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Υποδειγματική ενσάρκωση αυτής της νέας ταυτότητας είναι ο μάρτυρας και, ακολούθως, ο άγιος.[Ο ΑΓΙΟΣ ΔΈΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ, ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ. Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΚΟΥΣΙΑ, ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ]


Ι. Όνειρα της Περπέτουας, της Ισμήνης και του Ισμηνία: Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο και η χριστιανορθόδοξη ταυτότητα


Το πρώτο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων εστιάζει στην ύστερη αρχαιότητα μέχρι την πρώτη περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλαδή από τον 2ο αιώνα μ.Χ. μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. Ο Ράμφος αναλύει τόσο χριστιανικά όσο και ελληνικά κείμενα, όπου στα πρώτα ανήκουν το ημερολόγιο της Περπέτουας, όνειρα του Γρηγορίου Νύσσης, του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, του Ευάγριου Ποντικού, η Χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα, τα Ανέκδοτα του Προκοπίου και ο βίος της αγίας Θέκλας, ενώ στα δεύτερα, τα Αιθιοπικά, που περιλαμβάνουν τα επινοημένα όνειρα του Ηλιόδωρου. Στα όνειρα της αγίας Περπέτουας, Ρωμαίας ανήκουσας στην τάξη των ευγενών η οποία μαρτύρησε το 203 μ.Χ., ο Ράμφος διακρίνει τον σχηματισμό της χριστιανικής ταυτότητας που θα αντικαταστήσει την ελληνορωμαϊκή. Η πρώτη αποδεικνύεται καταλληλότερη να καταλαγιάσει τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες μιας ατομικότητας που χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και την αναζήτηση πνευματικότητας σ’ έναν υλιστικό κόσμο έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Υποδειγματική ενσάρκωση αυτής της νέας ταυτότητας είναι ο μάρτυρας και, ακολούθως, ο άγιος, με αμφότερους να υπερβαίνουν την αβέβαιη κοινωνική πραγματικότητα, στρεφόμενοι προς τον εαυτό και συγχρόνως στον Θεό. Χάρη στην πίστη που οδηγεί στο μαρτύριο και στην αυτοθυσία, η χριστιανική ταυτότητα διεκδικεί την υπεροχή της έναντι της ελληνορωμαϊκής, δημιουργώντας ταυτόχρονα μια διαφορετική στάση προς τον χρόνο, καθώς προκρίνει το αιώνιο έναντι του παρόντος. «Μ’ άλλα λόγια το επικείμενο μαρτύριο της Περπέτουας και κάθε πιστού συνέδεε ριζικά τον χριστιανισμό της αρχικής περιόδου με ένα ιδανικό του Εγώ, το οποίο έκανε την ελπίδα του μέλλοντος ισχυρότερη από την αίσθηση του παρόντος, αναβάπτιζε για την χριστιανική συνείδηση το παρόν στο αιώνιο, συνέβαλλε δε, προϊόντος του χρόνου, το αιώνιο να στραφεί εναντίον του παρόντος, η πίστη να ατροφήσει ως άμεσο βίωμα και να λάβει μορφή πεποιθήσεως, με υπέρογκες συνέπειες για την πνευματική ζωή και την ιστορία της ανθρωπότητας» (σ. 44)[ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΕΓΩ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΦΙΧΤΕ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΤΟΝ ΖΗΜΙΩΝΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΡΕΥΝΗΤΗ]

Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο, η οποία καθορίζει τη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα, δεν κλονίζεται ούτε από τον έρωτα, ο οποίος «έχει έναν μη φυσικό δικό του χρόνο, διαφορετικό από του εικοσιτετραώρου ή των πολλαπλασίων του. Ο ερωτευμένος παίρνει τα είδωλα της ψυχής του για αληθινά και κανένα νερό δεν σβήνει την φωτιά τους. Ο έρωτας τον κάνει άλλο άνθρωπο: Διψάει για το απόλυτο και αιώνιο στον χρόνο όπου ο ίδιος βρίσκεται, ενώ τούτος ο χρόνος ακριβώς γίνεται το δοκιμαστήριο του έρωτα. Αυτό είναι που τον κάνει τυραννικό. Διεκδικεί το όλον, το απόλυτο× δεν ενδιαφέρεται για το επιμέρους και το σχετικό. Νύχτα και μέρα και χρόνος με τις ανάγκες του γι’ αυτόν τον βασιλέα Έρωτα δεν υπάρχει: Ή όλα ή τίποτα!» (σ. 358).[Η ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ ΗΤΑΝ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ. ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΩΝ 100 ΜΕΤΡΩΝ ΜΕΤ'ΕΜΠΟΔΙΩΝ. ΟΤΙ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙ .....] Στο δεύτερο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, το οποίο επικεντρώνεται στην περίοδο ακμής του Βυζαντίου μέχρι την άλωσή του, ο Ράμφος, έχοντας εξετάσει όνειρα του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος, του Ρωμανού Β΄, του Άγιου Ανδρέα του Σαλού και επιτάφια όνειρα του Μιχαήλ Ψελλού διαυγάζει τον έρωτα σε μια εποχή συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας, στρέφοντας την προσοχή του στο μυθιστόρημα Το κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράμα του Ευσταθίου Μακρεμβολίτου. Γραμμένο το 1180, μετά την άνθηση του βυζαντινού ανθρωπισμού και δυο δεκαετίες πριν από την άλωση της Πόλης, περιγράφει τον έρωτα της Υσμίνης και του Υσμινία, που καρποφορεί αφού δοκιμαστεί σε περιπέτειες. Ο Ράμφος θεωρεί ότι ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας λόγω της συρρίκνωσής της, ένα αίσθημα μειονεξίας προς τη Δύση και μια διαφαινόμενη ατομικότητα αποτελούν παράγοντες που συνεισέφεραν στην επανεμφάνιση λογοτεχνικών ειδών όπως το μυθιστόρημα ή η σάτιρα. Καθώς οι Κομνηνοί επιχειρούν μια διστακτική προσέγγιση με τη Δύση, η ελληνική γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα ενδυναμώνει την ελληνική διάσταση της χριστιανορθόδοξης ταυτότητας, αντισταθμίζοντας την αγωνία, τη σύγχυση και τη μελαγχολία των Βυζαντινών. Παρά την πρόσκαιρη άνθιση του μυθιστορήματος, το ορθόδοξο στοιχείο θα επικρατήσει τελικά. Έτσι, «όσο έφευγαν τα χρόνια τόσο το αιώνιο υπνώτιζε τις συνειδήσεις, τόσο πιο επίμονη η ανάγκη καταφυγής στο παραμύθι και στο παρελθόν, ως ανασφαλής αντίδραση στην ιστορική μεταβολή. "Παραμύθι" ονομάζω μια παρηγορητική σκηνοθεσία η οποία ενεργοποιεί την νοσταλγία για να πολεμήσει την κατάθλιψη που προκαλεί ο εγκλεισμός των ανθρώπων σε διατεταγμένα αισθήματα, η ηττημένη επιθυμία τους για διέξοδο σε προσωπικότερά τους συναισθήματα. Αυτή την ήττα συγκαλύπτει η νοσταλγία» (σ. 348).

Το κατά Ράμφον «παραμύθι» δεν αποδυναμώνεται από τη ζωογόνο ισχύ του έρωτα, ενός προσφιλούς θέματος του βυζαντινού μυθιστορήματος. Συγκριτικά με τα ιπποτικά μυθιστορήματα της Δύσης, ο βυζαντινός πρωταγωνιστής δεν διακινδυνεύει τη ζωή του, ωριμάζοντας τοιουτοτρόπως ύστερα από μια σειρά εσωτερικών διεργασιών. Για τον Ράμφο, το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του βυζαντινού μυθιστορήματος είναι σχηματικοί και, κυρίως, στατικοί, αντανακλά τη στασιμότητα, αλλά επίσης τη δημιουργική στειρότητα της βυζαντινής κοινωνίας λόγω της επικράτησης μιας χριστιανορθόδοξης ταυτότητας που ανέδειξε τον ανθρωπότυπο του άγιου ως παραδειγματικό, προκρίνοντας τον θείο έρωτα έναντι του κοσμικού. «Όταν θέλεις μόνο αγίους κυνηγάς μια τελειότητα αμετάστατη και όταν θέλεις να κατανικήσεις το ερωτικό παλεύεις εναντίον της πραγματικότητος. Αυτή ακριβώς η αδιαφορία για την ανθρώπινη ωρίμανση αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους ανεξέλικτους χαρακτήρες των βυζαντινών μυθιστορημάτων, εν αντιθέσει προς το εσπέριο ενδιαφέρον για την υποκειμενικότητα, που πάει -το είδαμε- με νίκη επάνω στον θάνατο και η αποδοχή του ερωτικού πάθους το οποίο κοιτάζει μπροστά, ενώ η νοσταλγία έχει την επιθυμία της πίσω» (σ. 349).

Υπ' αυτό το πρίσμα, ο Ράμφος συζητά τα πέντε όνειρα του Κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράματος ως έκφραση μιας διαφορετικής, δυτικότερης εξατομίκευσης. Οι πρωταγωνιστές αγωνίζονται ενάντια στην τύχη με ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να παραδίδονται ούτε στην ανάγκη του παρόντος ούτε στην αναπόληση του παρελθόντος. Ο Ράμφος εικάζει ότι αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τη φαντασία που χαρακτηρίζει το έργο, η οποία είναι στιγματισμένη στη χριστιανορθόδοξη παράδοση, κατέστησαν το έργο δημοφιλές στη Δύση τον 18ο αιώνα. Ωστόσο αυτή η εναλλακτική προς τη χριστιανορθόδοξη ατομικότητα δεν άνθισε έτσι· «στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν έγινε κανένα αξιοσημείωτο βήμα πέρα της "φυσικής" πνευματικότητας που έφερε μαζί της η κλασική κληρονομιά και που η θρησκεία ενδιαφερόταν να "εξανθρωπίσει" με κατ’ εξοχήν μέσο το μυστηριακό τελετουργικό, διότι αντιστάθμισμα στην ακινησία της προσευχής ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ο κύκλος της λατρείας. Αυτός δίνει πάντοτε κύρος συμβόλου στον μύθο, αυτός αφαιρεί από την ζωή του πολιτισμού της αγιότητας την ψυχολογία και την εσωτερικότητα, για να τις αντικαταστήσει με αποπετρωμένα στερεότυπα, ασάλευτες τελειότητες που ματαιώνουν κάθε έγνοια για κίνηση προς το αλλιώς» (σ. 349).[ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΑΝΕΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ]

ΙΙ. Αναμένοντας τον μαρμαρωμένο βασιλιά: Από τη χριστιανορθόδοξη στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα

Ο στατικός χρόνος του Βυζαντίου εκρήγνυται με την πτώση της αυτοκρατορίας και την άλωση της Πόλης, η οποία προκαλεί τεκτονικές αναταράξεις στην ψυχική ζωή των Ελλήνων.[ΕΙΧΑΝ ΗΔΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ] Στο τρίτο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, ο Ράμφος αναλύει τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σπέρμα της εθνικής ταυτότητας. Πιστεύει ότι μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση του θρύλου, ο οποίος λειτούργησε αρχικά παρηγορητικά, εν συνεχεία ελπιδοφόρα και, ακολούθως, εμπνέοντας τη Μεγάλη Ιδέα, με επίγνωση των ιστορικών συνεπειών του, επιτρέπει μια ουσιαστικότερη κατανόηση του αγώνα της ανεξαρτησίας και όσων ακολούθησαν. «Να εκκινήσουμε από το βαρύ ερώτημα εάν κερδίσαμε κάτι, και τι, από την εθνική μας παλιγγενεσία× αν διδαχθήκαμε από τα επιτεύγματα και τα παθήματά μας και αν αυτό υποκρύπτεται στην ενδοχώρα των παραδόσεών μας. Εάν δηλαδή καταλάβαμε πως ο αγώνας για την ανεξαρτησία δεν ήταν οπωσδήποτε και για την ελευθερία. Η παρεξήγησή της ελευθερίας έφερε δεινά× η εμβάθυνσή της θα γονιμοποιήσει την ανεξαρτησία» (σ. 392).

Ο Ράμφος διαβάζει τον θρύλο ως μεσσιανική προσδοκία παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Το νεοελληνικό υποκείμενο παραμένει δέσμιο στη βυζαντινή χρονικότητα καρτερώντας το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την εθνική λύτρωση και αναγέννηση. Έτσι το μέλλον βιώνεται αποκλειστικά ως νοσταλγία ενός ενδόξου παρελθόντος που θα επανέλθει. Η ριζική αλλαγή δεν εξαρτάται από το ίδιο, διότι «την συνδέει με το πρόσωπο ενός βασιλέως "χριστού" του Θεού, εγγυητή της εθνικής ακεραιότητας και της κοινωνικής αρμονίας» (σ. 394). Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αποφεύγει, όπως οι πρωταγωνιστές των βυζαντινών μυθιστορημάτων, με υπερφυσικό τρόπο τον θάνατο. Κατόπιν παρεμβάσεως του αγγέλου που θα λειτουργήσει ως από μηχανής θεός σταματώντας το χρόνο, θα μαρμαρώσει, προκειμένου να επανέλθει. Έκτοτε, στο νεοελληνικό κοινωνικό φαντασιακό το παρελθόν ανάγεται σε κυρίαρχο χρόνο, εγκλωβίζοντας εντός του την ιστορία και αποξηραίνοντας νοηματικά το μέλλον με κρίσιμες συνέπειες. «Το εθνικό μας πρόβλημα ανάγεται επιγραμματικά σε μια παραλυτική σχέση με το παρόν και την διαχείρισή του, σχέση με οδυνηρές ψυχοπαθολογικές και πολιτισμικές προεκτάσεις» (σ. 521).

Στο ατομικό επίπεδο, «το εγώ που διεκδικεί αχρονικά τον εαυτό του στο παρόν παραμένει ατροφικό και ασφυκτιά ανενέργητο» (σ. 416), αδυνατώντας ν’ αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του και της ιστορίας. Στο συλλογικό επίπεδο, αυτό έχει συνέπεια «η νεοελληνική κοινωνία ως σύνολο και στην πλειονότητά τους τα άτομα που την αποτελούν να μην σκέπτονται –άρα να μην εσωτερικεύουν– καταστάσεις και γεγονότα, επιβαρύνοντας ήδη προβληματικές νοοτροπίες και συμπεριφορές όπως η αδιαφορία, η κοντή μνήμη, η διανοητική αναρχία με εκκωφαντική απουσία προβλέψεως, οργανώσεως και προγραμματισμού. Η δύναμη της συνήθειας εξουδετερώνει την πνευματική ενέργεια» (σ. 409). Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου ως αναλλοίωτο απείκασμα αιωνιότητας διαμορφώνει πυρηνικά την ελληνορθόδοξη ταυτότητα, έτσι ώστε το άτομο «να διεκδικεί ελευθερίες κυρίως εξωτερικών αναγνωρίσεων και ανέσεων και πολύ λίγο ελευθερία εσωτερική, όπως την περιέγραψε ο Σολωμός, χωρίς η τελευταία τούτη ν’ αποκλείεται απολύτως. Εξ ου και αποφεύγουμε τις παραγωγικές ενέργειες αλληθωρίζοντας μόνιμα προς την καθιστική βολή. Η δημιουργική στάση θέλει τους ανθρώπους αυτοδύναμους και τολμηρούς· στην υπαλληλία διοχετεύουμε παραλλαγές ενστίκτων παθητικότητας που ευκαιρίας δοθείσης εκδηλώνονται τυραννικά» (σ. 399).

Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν είναι ένας τραγικός, αλλά, όπως ορθά δείχνει ο Ράμφος, ένας μεσσιανικός ήρωας, που υπόσχεται λύτρωση. Αν ο τραγικός ήρωας εμπνέει στους πολίτες τη φρόνηση κατευθύνοντάς τους προς την αρετή, τότε ο μεσσιανικός οδηγεί τους πιστούς στην προσευχή καθοδηγώντας τους προς την αγιότητα. «Ίσως έτσι να εξηγείται ο πτωχαλαζονικός μας εγωισμός, η αλλεργία στην πειθαρχημένη προσπάθεια, αμεριμνησία για τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών μας. Πίσω από την φυσική ταυτότητα και τον πάτριο ατομισμό τρέχουν συναισθήματα που ενδιαφέρει να γνωρίζουμε για την πληρέστερη εικόνα της ψυχικής ζωής του λαού μας. Η παραδοσιακή τούτη φυσικότητα θέλει "δικό μας άλλο" τον οικείο και όχι τρίτους, αντιμετωπίζει δε εκτός των δεσμών αίματος, τόπου είτε ειδικού συμφέροντος ως "ξένο" και "ανοίκειο", με συμπαρομαρτούντα την αδιαφορία γι’ αυτόν έως εχθρότητα και οπωσδήποτε την δυσπιστία, ψυχολογική προϋπόθεση κάθε διαιρέσεως» (σ. 399). Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν εμπνέει την αναστοχαστικότητα, αλλά την ενατένιση· έτσι, στο νεοελληνικό φαντασιακό προκρίνεται το αιώνιο έναντι του νέου, δηλαδή της ριζικής δημιουργίας, υποθηκεύοντας τη δημιουργία ιστορικής συνείδησης. «Αντί αυτής επεβίωσε κυριαρχικά μαζί με τον μαρμαρωμένο βασιλιά το βυζαντινό παρελθόν, ορθώνοντας εμπόδια στο πνεύμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τον οποίο δεξιώθηκε αμφιθυμικά στα παραδοσιακά κοινωνικά πλαίσια χωρίς ειλικρινή διάθεση να προχωρήσει σε δημιουργική σύνθεση. Βυζαντινό παρελθόν και νεοελληνικό παρόν και μέλλον συνυπάρχουν ανταγωνιστικά στις ψυχές και τους θεσμούς μέχρι σήμερα» (σ. 413). Ο μύθος του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σημαντικό συστατικό της ελληνορθόδοξης ταυτότητας από τη μια ενέτεινε τη σύγχυση ανεξαρτησίας και ελευθερίας αποδυναμώνοντας τη δημιουργία μιας ισχυρής ατομικότητας, ενώ από την άλλη «ετοιμάζει τον δρόμο για πιο εσωτερικευμένη έκφραση της ανάγκης ελευθερίας» (σ. 417). Δίχως αυτή, δεν είναι εφικτός ένας κοινωνικός βίος με αίσθημα καθήκοντος και ευθύνης, καθώς αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή ατομικότητα η οποία δεν ενδίδει στην εγωιστική συμπεριφορά. «Ποια ήταν η επίδραση του Μαρμαρωμένου βασιλιά στο συλλογικό εγώ των Ελλήνων που ζούσαν με τον θρύλο του; Θα την χαρακτήριζα διττή και αντιφατική. Τόνωνε μεν την ψυχική τους διάθεση να αντιπαραχθούν στην υλική δύναμη του σουλτάνου, αλλά στην θέση της εξουσίας του τοποθετούσε τις φθαρμένες εικόνες και ιεραρχίες από το παρελθόν. Ο Μαρμαρωμένος βασιλιάς λειτουργούσε προστατευτικά ως πατρική αυθεντία απέναντι στο παιδικό Εγώ τους τόσο στην περίοδο της τουρκοκρατίας όσο και κατοπινά. Εν τέλει, συνδυάσθηκε με την ελπίδα σωτηρίας διά παλινορθώσεως του παρελθόντος, όχι με δίψα για αλλαγή και προκοπή» (σ. 414-415).

Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική θεώρηση του χρόνου δεν εκφράζεται μόνο στο μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Από αυτήν πηγάζει επίσης η αμφιθυμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς την Ελληνική Επανάσταση. Για τον Ράμφο, η Εκκλησία, στη βάση της μεσσιανικής θεώρησης του χρόνου, προάγει έναν κοινωνικά επιβλαβή δογματισμό ενισχύοντας «την ψυχοπαθολογία ενός διχασμού μεταξύ πραγματικότητος και μυστικοπροφητικών φαντασιώσεων» (σ. 444). Σε αυτόν οφείλεται στις μέρες μας τόσο η κυριαρχία του θυμικού και του ανορθόλογου όσο επίσης της ιδεολογίας στη δημόσια σφαίρα, με αποτέλεσμα τη διάβρωσή της και τη διάλυση, κατά καιρούς, της εθνικής ομόνοιας. «Χωρίς την Εκκλησία βεβαίως και δεν θα υπήρχαμε σήμερα. Όμως αφού επιβιώσαμε από την τουρκοκρατία και οικοδομήσαμε την ανεξάρτητη κρατική μας οντότητα, έπρεπε να προχωρήσουμε στον κοινωνικό μας απογαλακτισμό. Είναι η μεγάλη εθνική μας εκκρεμότης. Αντί να αρπάζεται αγχωδώς η μητέρα Εκκλησία από το παιδί της, πρέπει να επιδιώκει την ωρίμανση και την ανεξαρτησία του, ενώ το παιδί, με την σειρά του, οφείλει ν’ ανοίξει φτερά» (σ. 444). Συνοψίζοντας, προτού περάσουμε στα δυο τελευταία βήματα της μελέτης του Ράμφου: Η ερμηνευτική των ονείρων από την ύστερη ελληνική αρχαιότητα μέχρι την πτώση της Πόλης αποκάλυψε ότι η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου αποτελεί τον πυρήνα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Στο επίπεδο του ατόμου αυτή δεν δύναται να εξασφαλίσει τη συγκρότηση μιας ισχυρής ατομικότητας ικανής για δημιουργική πράξη και ανάληψη της ευθύνης, διότι βιώνει το παρόν μέσω του παρελθόντος υπό την κυριαρχία του θυμικού. Στο κοινωνικό επίπεδο διαμορφώνεται μια εξασθενημένη ιστορική συνείδηση, συγχέεται η ανεξαρτησία με την ελευθερία, κυριαρχεί η οικογένεια έναντι του κράτους δικαίου και διαμορφώνεται μια ατροφική δημόσια σφαίρα όπου επικρατεί η φαντασίωση μαζί με το συναίσθημα.

Αλλά με ποιον τρόπο λειτούργησε η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου στην Ελληνική Επανάσταση καθορίζοντας τελικά τη φύση του νεοελληνικού κράτους και την ελληνορθόδοξη ταυτότητα;

Συνεχίζεται

Σταυρώνοντας τη θάλασσα

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ ...

Η Περπέτουα, έχει ερμηνεύσει μόνη της τις οπτασίες της. είδε στον δράκοντα του πρώτου οράματος τον διάβολο που ήθελε να την απομακρύνει από το μαρτύριο, και στον ποιμένα που της πρόσφερε την γλυκιά τροφή, τον Χριστό.

ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΝ ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΦΙΧΤΕ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ.

Όσο πενιχρές κι αν είναι οι πηγές για αυτή την πρώιμη περίοδο, αρκούν για να δείξουν ότι στις Λαϊκές Σταυροφορίες βρισκόταν σε πλήρη δράση ένας έντονος εσχατολογικός αναβρασμός. Οι pauperes (οι φτωχοί) ασφαλώς έβλεπαν τους εαυτούς τους ως πρωταγωνιστές της θαυμαστής συντελείας προς την οποία κατευθύνονταν όλα τα πράγματα από την αρχή του χρόνου. Παντού έβλεπαν τα «σημεία» που επρόκειτο να σηματοδοτήσουν την έναρξη των Εσχάτων Ημερών και άκουγαν ότι «η Έσχατη Σάλπιγγα ανήγγειλε την έλευση του δίκαιου Κριτή»43.

Πάνω απ’ όλα φαίνεται ότι τους γοήτευε η προφητεία για τον μεγάλο Αυτοκράτορα, ο οποίος κατά τις Έσχατες Ημέρες επρόκειτο να πορευθεί προς την Ιερουσαλήμ· και φαίνεται ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πείσουν τους εαυτούς τους ότι πράγματι οδηγούνταν από εκείνον τον μυστηριώδη μονάρχη.

Αρχικά, στις ελληνικές προφητείες που κυκλοφορούσαν στην Ανατολή, ο Έσχατος Αυτοκράτορας ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας που κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως, τον 8ο αιώνα, ο Ψευδο-Μεθόδιος μεταφράστηκε στα λατινικά στο Παρίσι, χρειάστηκαν νέες ερμηνείες. Ήταν αναμενόμενο ότι, καθώς ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών έπαιρνε τη θέση του στις εσχατολογικές φαντασίες της Δύσεως, θα έπαυε να είναι Βυζαντινός. Από την οπτική της δυτικής Ευρώπης, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν μια πολύ μακρινή και αμυδρή μορφή.

Από την άλλη πλευρά, η Δύση μπορούσε να πείσει τον εαυτό της ότι με την απόκτηση του αυτοκρατορικού τίτλου από τον Καρλομάγνο είχε γίνει μάρτυρας μιας αναστάσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το κενό που είχε αφήσει η καθαίρεση του τελευταίου αυτοκράτορα στη Δύση, αφού είχε μείνει ακάλυπτο περισσότερο από τρεις αιώνες, φάνηκε να έχει καλυφθεί με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο, όταν στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 800, ο Κάρολος, βασιλιάς των Φράγκων και βασιλιάς των Λομβαρδών, στέφθηκε Αυτοκράτορας των Ρωμαίων.

Από τότε ήταν δυνατόν ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών να φαντάζεται ως δυτικός μονάρχης, και έτσι παρέμεινε, παρόλο που ο Καρλομάγνος δεν άφησε πίσω του ενιαία εδαφική αυτοκρατορία. Τόσο στο τμήμα των κτήσεων του Καρλομάγνου που εξελίχθηκε σε Γαλλία όσο και σε εκείνο που εξελίχθηκε σε Γερμανία, οι άνθρωποι συνέχισαν να ονειρεύονται έναν μεγάλο αυτοκράτορα που θα εμφανιζόταν ανάμεσά τους και στο πρόσωπο του οποίου θα εκπληρώνονταν οι Σιβυλλικές προφητείες.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ Ο ΡΑΜΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ. ΤΟ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ ΕΓΩ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΕΤΑΛΛΑΧΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΕ ΕΓΩ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ.

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΤΙ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ Ο ΡΑΜΦΟΣ ΚΑΤ'ΟΥΣΙΑΝ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΙΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΦΗΜΗΣ.

 Η θεμελιώδης επίδραση της θρησκείας ως θέαση του κόσμου

«Ο Θεός είναι η δίψα σου για το αλλιώς», είχε πει σε μια συνέντευξή του στην «Κ». «H ζωή είναι σκοτεινή για όποιον δεν βλέπει το αλλιώς», έγραφε.

Για τον ίδιο δεν ετέθη ποτέ ζήτημα αντίφασης σε αυτές τις μετατοπίσεις του· η ισόβια και δογματική προσκόλληση σε ένα σύστημα σκέψης ισοδυναμούσε για εκείνον με θανάσιμη πλήξη. Ηταν ζήτημα εσωτερικής αναγέννησης.

«Το θαύμα είναι ακατανόητο και η ζωή σκοτεινή, για όποιον δεν βλέπει το “αλλιώς” και δεν μπορεί επομένως να ενθουσιάζεται. Η συγκίνησι του “αλλιώς” δεν καταργεί τον θάνατο, που κάποιαν ώρα επέρχεται· βεβαιώνει όμως ότι μέχρι να επέλθη, ο άνθρωπος έχει την δύναμη να γεννηθή πολλές φορές».

Ο πλούτος της Ορθοδοξίας είχε, κατ’ εκείνον, ένα βαρύ τίμημα: της εδραίωσης ενός περίκλειστου κόσμου – ενός κόσμου που παραμένει προσκολλημένος σε ένα ιδανικό επέκεινα, δέσμιος ενός ξέχειλου, αμορφοποίητου συναισθήματος κι έχοντας εξορίσει κάθε έννοια ορθολογισμού.

«Η μελέτη της Ορθοδοξίας με βοήθησε να καταλάβω την ελληνική ψυχή. Πριν, δεν μπορούσα να υποψιαστώ την τρομακτική δύναμη που έχει ακόμη η ελληνορθόδοξη παράδοση στην κοινωνία, παρόλο που οι άνθρωποι που πάνε στην εκκλησία δεν ξεπερνούν το 5%».

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΙΝΗΘΗΚΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΥΣ ΑΡΧΗΓΟΥΣ. ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΑΜΦΟ. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΤΗΚΕ ΣΑΝ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ Η ΔΙΨΑΣΜΕΝΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ. ΟΤΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ, ΔΕΝ ΜΕΛΕΤΑΤΑΙ ΔΙΟΤΙ  

Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω· εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός.
Α Κορ. 3,18 Κανένας ας μη ξεγελάη τον ευατόν του· εάν κανείς νομίζη ότι είναι σοφός μεταξύ σας, επειδή έχει την σοφίαν του αιώνος τούτου, και κυριευμένος από υψηλόν φρόνημα θέλη να δημιουργή κόμμα μέσα εις την Εκκλησίαν, ας έχη υπ' όψιν του, ότι το καλύτερον που έχει να κάμη είναι να γίνη δια τους ανθρώπους του κόσμου μωρός, δια να αναδειχθή πραγματικά σοφός εκ μέρους του Θεού.
Α Κορ. 3,19 ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι. γέγραπται γάρ· ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν.
Α Κορ. 3,19 Διότι η σοφία του κόσμου τούτου, όσον λαμπρά και υψηλή αν φαίνεται, είναι μωρία ενώπιον του Θεού, αφού έτσι έχει γραφή και εις την Παλαιάν Διαθήκην· “ο Θεός είναι εκείνός που αρπάζει με το παντοδύναμό του χέρι τους σοφούς, τους ξετινάζει και τους εξευτελίζει μέσα εις την ίδια των σοφιστικήν επιτηδειότητα και πανουργίαν”.

Α Κορ. 3,20 καὶ πάλιν· Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν σοφῶν, ὅτι εἰσὶ μάταιοι.
Α Κορ. 3,20 Και πάλιν είναι γραμμένον· “Ο Κυριος γνωρίζει πολύ καλά τους συλλογισμούς, τας εσωτερικάς σκέψεις και τους διαλογισμούς των σοφών, ότι είναι μάταιοι και ψευδείς”.
Α Κορ. 3,21 ὥστε μηδεὶς καυχάσθω ἐν ἀνθρώποις· πάντα γὰρ ὑμῶν ἐστιν,
Α Κορ. 3,21 Ωστε κανείς ας μη καυχάται, ούτε διότι κατέχει την σοφίαν των ανθρώπων ούτε διότι έχει αρχηγούς και διδασκάλους ανθρώπους με μεγάλα ονόματα. Διότι όλα είναι ιδικά σας.
Α Κορ. 3,22 εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλὼς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωὴ εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ἐστιν,
Α Κορ. 3,22 είτε ο Παύλος είτε ο Απολλώς είτε ο Κηφάς είτε ο κόσμος όλος είτε η ζωή είτε ο θάνατος είτε τα παρόντα είτε τα μέλλοντα, όλα είναι ιδικά σας (ώστε να μη γίνεσθε σεις δούλοι ανθρώπων η και συστημάτων ξένων προς τον Χριστόν).
Α Κορ. 3,23 ὑμεῖς δὲ Χριστοῦ, Χριστὸς δὲ Θεοῦ.

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ, ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΟΣ ΕΝΕΚΕΝ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ.

ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;
Ματθ. 6,27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;
Ματθ. 6,28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·
Ματθ. 6,29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.
«Το θαύμα είναι ακατανόητο και η ζωή σκοτεινή, για όποιον δεν βλέπει το “αλλιώς” και δεν μπορεί επομένως να ενθουσιάζεται. Η συγκίνησι του “αλλιώς” δεν καταργεί τον θάνατο, που κάποιαν ώρα επέρχεται· βεβαιώνει όμως ότι μέχρι να επέλθη, ο άνθρωπος έχει την δύναμη να γεννηθή πολλές φορές».

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΘΑ ΕΓΚΩΜΙΑΣΕΙ ΧΩΡΙΣ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΔΕ ΤΗΝ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΑΝΑΝΕΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΖΩΗΣ;
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ Ο ΜΑΛΑΧΙ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ. ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΝΟΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΟΠΩΣ ΣΤΟΝ ΚΑΡΤΕΣΙΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΘΑ ΖΗΣΕΙ ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΛΛΑ ΠΕΘΑΝΕ ΝΕΟΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΠΟ ΚΡΥΟΛΟΓΗΜΑ.
ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ ΦΤΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ. Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΛΛΙΩΣ. ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΛΕΕΙ. ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΛΕΕΙ; ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΟ ΛΕΕΙ Ο ΝΟΥΣ ΚΑΘΟΤΙ ΕΤΕΡΟΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΥΠΕΡΙΣΧΥΕΙ ΤΟΥ ΝΟΟΣ.  ΜΟΝΟ ΤΟ ΕΓΩ ΣΚΕΠΤΟΜΑΙ ΟΝΟΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΑΛΛΙΩΣ ΣΑΝ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΣΤΗΝ ΣΚΟTΕΙΝΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. 
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΣΚΕΠΤΟΜΑΙ.

ΣΕΡΓΙΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ, «Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ» (29)
        ΙΙΙ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΙΧΤΕ
1.  Παρουσίαση των ιδεών τής επιστημονικής διδασκαλίας

Στο κείμενό του «Θεμέλιο της σύνολης επιστημονικής διδασκαλίας» παρουσιάζει ο Φίχτε ένα σχεδιάγραμμα της διδασκαλίας του για το Εγώ. Και λαμβάνει ως την «απολύτως πρώτη, και ούτως ειπείν απροϋπόθετη αρχή» όχι τη σκέψη, αλλά την «πράξη», η οποία «δεν προκύπτει απ’ τον εμπειρικόν προσδιορισμό τής συνείδησής μας, και ούτε και μπορεί να προκύψη, αλλά βρίσκεται μάλλον στη βάση κάθε συνείδησης, την οποίαν και καθιστά, μόνη αυτή, δυνατή» (Fichte, W.W. Bd. I, σ. 91).
Τον συλλογισμό, απ’ τον οποίον προέρχεται η ύπαρξη αυτού τού γεγονότος ως μια αυταπόδεικτη φράση, τον βασίζει ο Φίχτε στην πρόταση «το Α είναι Α (όπως ακριβώς Α=Α, γιατί αυτή είναι και η σημασία τής λογικής Kopula – του συνδετικού δηλ. ρήματος ‘είναι’…) », την οποίαν και εκλαμβάνει, «χωρίς κανέναν περαιτέρω διαλογισμό… ως εντελώς σίγουρη και βεβαιωμένη». Αυτή η ‘βεβαίωση’, και ιδίως η εξίσωση του «Α είναι Α» με το «Α=Α» ενέχει τη σοβαρή υπόνοια, ότι η κρίση που εξάγει εδώ για την Kopula ο Φίχτε δεν είναι τόσο διαφανής, ενώ υποκρύπτει ίσως και το κεντρικό ακριβώς πρόβλημα, για ποιον λόγο αποδέχηκε, με τη θέλησή του (αυθαιρέτως!...), μιαν τέτοια βεβαιότητα και έχτισε έτσι ολόκληρο το οικοδόμημά του πάνω στην άμμο. Με την αναγκαία ακριβώς αυτή συνάρτηση, που «έχει τεθή απόλυτα και χωρίς κανέναν λόγο», και είναι σίγουρη και ασφαλής, ακόμα κι αν δεν υπάρχη το Α (η Kopula δηλ., η σύνδεση, πριν αλλά και χωρίς αυτό που είναι προς σύνδεση!). Και απ’ αυτόν τον υποτιθέμενον λόγο αναρτάται κατόπιν, όπως από μιαν κλωστή, ο κόσμος και το Εγώ, με δυό και τρεις περιστροφές: α) το Χ (η απαραίτητη δηλ. συνάρτηση ή σχέση) έχει τεθή τουλάχιστον στο Εγώ, και μέσω τού Εγώ – γιατί είναι το Εγώ (ποιό όμως; - Μπ.), το οποίο και κρίνει στην παραπάνω πρόταση, και μάλιστα σύμφωνα με το Χ ως έναν νόμο· το οποίο Χ έχει δοθή άρα στο Εγώ και, καθώς παρουσιάζεται απόλυτο και χωρίς κανέναν περαιτέρω λόγο, πρέπει να έχη δοθή μέσω τού ίδιου τού Εγώ στο Εγώ». Κι αφού τοποθέτησε το Χ στο Εγώ (από πού και πώς;), σύρει τώρα και το Α εκεί μέσα, το οποίο και το θεμελιώνει ως εξής: «Το Χ μπορεί να υπάρχη σε σχέση μόνον προς ένα Α· έχουμε όμως ήδη θέσει πραγματικά (;) το Χ στο Εγώ: πρέπει άρα να τεθή και το Α στο Εγώ, εφ’ όσον το Χ συσχετίζεται με το Α». Και μέσα απ’ την επόμενη ‘περιστροφή’ αφαιρούνται απ’ την Kopula το αντικείμενο της πρότασης (το υποκείμενο…) και το κατηγορούμενο, και τοποθετούνται στις θέσεις τους, για να αναγγείλη θριαμβευτικά ο ‘μεγάλος μάγος’ ότι: «Μπορούμε άρα να διατυπώσουμε και ως εξής την παραπάνω φράση: Αν έχη τοποθετηθή το Α στο Εγώ, τότε έχει τοποθετηθή (( Σημ. τ. μετ.: Πάει και τελείωσε… )) · ή – έτσι είναι (τα πράγματα…)». Και μ’ αυτό το γελοίο και απλοϊκό ‘ταχυδακτυλουργικό κόλπο’ ολοκληρώθηκε η (λογική…) «απαγωγή», ώστε να μπορέσουμε να πληροφορηθούμε, με πανηγυρικόν μάλιστα τρόπο, ότι: «Τίθεται άρα, εξασφαλισμένο απ’ το Εγώ, το Χ: το Α υπάρχει για το Εγώ που κρίνει (το κριτικό Εγώ…), αυτόχρημα και απλούστατα λόγω τού ότι έχει γενικώς τοποθετηθή (τεθή, καθοριστή…) στο Εγώ· που σημαίνει πως καθορίζεται, ότι υπάρχει κάτι στο Εγώ, το οποίο και είναι πάντοτε όμοιο με τον εαυτό του, πάντοτε Ένα και το αυτό· οπότε μπορούμε να εκφράσουμε και ως εξής αυτό το Εγώ: Εγώ=Εγώ· Εγώ είμαι Εγώ» (( ! )) . Και προσθέτει ο Φίχτε: «Και φτάσαμε έτσι, μ’ αυτήν την επέμβαση, ήδη ανεπαίσθητα (bravo! – Mπ.) στη φράση: Εγώ είμαι ή Εγώ υπάρχω». Πρόκειται φυσικά για κάτι εντελώς παράλογο, και μάλιστα από διπλήν άποψη: δεν μπορούμε να μιλήσουμε βέβαια εδώ παντελώς για (λογική…) απαγωγή, ενώ και η φράση Εγώ είμαι Εγώ (που δεν ταυτίζεται σε καμμιάν περίπτωση με τη φράση Εγώ είμαι) είναι δίχως νόημα, καθώς σημαίνει την εφαρμογή τής Kopula (του συνδετικού ρήματος…) ή της μορφής μιας κρίσης σε κάτι, στο οποίο δεν μπορεί όμως παντελώς να εφαρμοσθή, αποκλειστικά δηλ. στο υποκείμενο (το οποίο και είναι πάντοτε το Εγώ). Το να αποκλείσουμε το Εγώ σ’ ένα δωμάτιο με καθρεφτένιους τοίχους, όπου και μπορεί να κοιτάζεται, και να πολλαπλασιάζεται στις άπειρες επαναλήψεις τού Εγώ είμαι Εγώ – αυτό προϋποθέτει μια βίαιη αφαίρεση, στην οποία στηρίζεται βέβαια και ολόκληρο το σύστημα του Φίχτε, καθορίζοντας την εσωτερική του (εντός αυτού του συστήματος δηλ….) εργασία. Η οποία εργασία συνίσται τώρα στο εξής: να προκύψη απ’ το Εγώ, απ’ το υποκείμενο, το κατηγορούμενο ως Μη-Εγώ, και να προσπορισθή έτσι στο Εγώ και η κατηγοριοποίηση, ολόκληρη δηλ. η κρίση και ο αυτοπροσδιορισμός· και σ’ αυτήν ακριβώς τη μονο-υποστατικότητα, και ταυτόχρονα αφαίρεση, ‘κρύβεται’ και όλη η ουσία τού ‘φιχτεανισμού’, που χρησιμοποιεί εδώ ως μέσον την κατάχρηση της Kopula, η οποία και εννοείται πριν πραγματοποιηθή η όποια κρίση, και προσάπτεται (η Kopula…) στο Εγώ ως ένας καθρέφτης τού Εγώ, προκύπτοντας έτσι η ανόητη ταυτολογία (Tautologie) Εγώ είμαι Εγώ, με την οποίαν και παραλληλίζεται, συνειδητά λανθασμένα, το Εγώ=Εγώ, σαν να έχη το ρήμα «είμαι» την ίδια σημασία με το (μαθηματικό σύμβολο…) = . Και ‘επιβεβαιώνεται’ έτσι η φράση Εγώ είμαι (ή: Εγώ υπάρχω…) , οπότε ανοίγει και ο δρόμος για τη φιλοσοφία τού Εγώ, επειδή «πριν από κάθε άλλη τοποθέτηση στο Εγώ» πρέπει «να τεθή ή να τοποθετηθή προηγουμένως το ίδιο το Εγώ».
«Ο αυτο-καθορισμός τού Εγώ (μέσω τού εαυτού του…) αποτελεί λοιπόν και την καθαρή του δράση. – Το Εγώ θέτει τον εαυτό του, και είναι, υπάρχει, σύμφωνα μ’ αυτόν τον ‘απλόν’ αυτο-καθορισμό· και αντίστροφα· το Εγώ είναι, υπάρχει, και θέτει το Είναι του, την Ύπαρξή του, σύμφωνα μ’ αυτό το ‘απλό’ του Είναι. – Είναι λοιπόν ταυτόχρονα αυτό που πράττει, αλλά και το προϊόν της πράξης· αυτό που ενεργεί, αλλά και το αποτέλεσμα της ενέργειας· όπου πράξη και ενέργεια αποτελούν ένα και το αυτό· και γι’ αυτό εκφράζει το Εγώ είμαι μιαν ενεργητικήν πράξη».
Και ξεκινά τώρα η εμφάνιση μέσα απ’ το καπέλλο τού θαυματοποιού, μέσα απ’ τη φράση: Εγώ είμαι Εγώ, όλων εκείνων, τα οποία και εισήχθησαν προηγουμένως μέσα εκεί. Όπου διακρίνεται κατ’ αρχάς το «αυτόχρημα τοποθετημένο και καθορισμένο Εγώ» (το υποκείμενο δηλ.) απ’ το «υπάρχον Εγώ» (το κατηγορούμενο). Εφ’ όσον όμως «το Εγώ υπάρχει, επειδή έχει αυτο-τοποθετηθή», πρέπει «να είναι και οι δυό παραπάνω σημασίες τού Εγώ εντελώς ίδιες». (Ο ισχυρισμός αυτός είναι κατ’ αρχάς εντελώς ανόητος, επειδή τα δυό Εγώ δεν είναι ποτέ ίδια, καθώς το «είναι» δεν ταυτίζεται με το = , ενώ είναι και παντελώς άχρηστος, γιατί η ορθότητα όσων ακολουθούν είναι αφ’ εαυτής προφανής και δεν χρειάζεται καμμιά λογικήν απαγωγή.) «Μπορεί και να αντιστρέψη άρα κανείς την ανωτέρω φράση και να πη: το Εγώ θέτει τον εαυτό του, ακριβώς επειδή είναι (υπάρχει…). Θέτει δηλ. τον εαυτό του μέσα απ’ το ‘απλό’ του Είναι, και είναι μέσα απ’ την ‘απλήν’ του αυτο-τοποθέτηση».
Και ακολουθεί τώρα ο ορισμός τού Εγώ ως «απολύτου υποκειμένου»: «Εκείνο, του οποίου η ύπαρξη (η ουσία) συνίσταται απλώς και μόνο στο ότι θέτει, ως υπάρχον, τον εαυτό του, είναι το Εγώ, ως απόλυτο υποκείμενο. Έτσι όπως αυτο-καθορίζεται, έτσι και υπάρχει· και έτσι όπως υπάρχει, αυτο-καθορίζεται· και το Εγώ είναι άρα παντελώς αναγκαίο για το Εγώ. Κι αυτό που δεν υπάρχει για τον εαυτό του, δεν είναι Εγώ». Υπογραμμίζει εδώ, εντελώς σωστά, ο Φίχτε την αυτο-θεμελίωση, τον αυτο-καθορισμό και την απολυτότητα του Εγώ, γιατί η φύση τού Εγώ σ’ αυτήν την αυτο-θεμελίωση είναι μια ενεργητική πράξη, στην οποίαν και συμπίπτουν Είναι και συνείδηση σε κάποιο σημείο. Γι’ αυτό όμως δεν είναι καθόλου απαραίτητη όλη αυτή η ‘δυσκίνητη’ και λανθασμένη απαγωγή, η οποία και ‘ζημιώνει’ μόνον την απολυτότητα του Εγώ. «Δεν μπορεί να σκεφτή τίποτα κανείς, χωρίς το Εγώ του, παρά να συμπεριλάβη σ’ αυτήν τη σκέψη, με αυτοσυνείδηση, και τον εαυτό του· δεν μπορεί να αφαιρεθή ποτέ κανείς απ’ την αυτο-συνειδησία του». «Ο αυτο-καθορισμός και η ύπαρξη είναι, καθώς τα χρειάζεται και τα μεταχειρίζεται το Εγώ, εντελώς ίδια. Και η φράση: Εγώ είμαι, επειδή έχω αυτο-τοποθετηθή, μπορεί να διατυπωθή και ως εξής: Εγώ είμαι και υπάρχω ακριβώς, επειδή είμαι. Πέραν τούτου, το αυτό-καθοριζόμενο και το υπάρχον Εγώ είναι απολύτως ίδια, όμοια, Ένα και το αυτό. Το Εγώ είναι εκείνο, το οποίο και τοποθετείται· και τοποθετείται, τίθεται ως εκείνο, το οποίο είναι. Και μπορούμε άρα να πούμε, πως είμαι ακριβώς αυτό που είμαι. Και να διατυπώσουμε με αμεσότητα την ενεργητικήν πράξη που αναπτύχθηκε ως εξής: Εγώ αυτόχρημα υπάρχω, υπάρχω δηλ. ακριβώς επειδή υπάρχω· και είμαι ακριβώς αυτό που είμαι· και τα δυό για το Εγώ… Το Εγώ θέτει εξαρχής αυτόχρημα (παντελώς…) την ίδιαν του την ύπαρξη και το Είναι».
Σε μιαν παρατήρηση πάνω σ’ αυτό συναντάμε και την εξής διευκρίνηση (εκ μέρους τού Φίχτε…): «Το Εγώ αποτελεί αναγκαίως μιαν ταυτότητα υποκειμένου και αντικειμένου: υποκείμενο- αντικείμενο· και μάλιστα χωρίς καμμιάν περαιτέρω διαμεσολάβηση». Και είναι σωστά όλα αυτά, καθ’ όσον αποκαλύπτουν την αυτο-θεμελίωση του Εγώ· λανθασμένα ωστόσο, και μάλιστα μοιραία λανθασμένα, καθ’ όσον επεκτείνουν στο Εγώ την αρχή τής ταυτότητας, απονέμοντάς του Είναι, ενώ δεν είναι παρά κάτι που υπάρχει, και καθ’ όσον επιχειρούν μάλιστα να συσκοτίσουν απολύτως το γεγονός, ότι το Εγώ δεν διαθέτει, έξω απ’ την κατηγορηματικότητα, κανένα Είναι.

«Παρουσιάζεται κάτι, απ’ το οποίο και παράγεται η κάθε κατηγορία (Kategorie): το Εγώ, ως απόλυτο υποκείμενο. Και για κάθε άλλο πιθανό, στο οποίο πρέπει να εφαρμοσθή αυτή η κατηγορία, πρέπει να αποδειχθή ότι μεταφέρεται σ’ αυτό πραγματικότητα απ’ το Εγώ: - ότι πρέπει να υπάρχη, εφ’ όσον (και μόνον…) υπάρχει το Εγώ» (( ! )) .
Τη σχέση του προς τον Καντ και τον Ντεκάρτ (Descartes) τη χαρακτηρίζει ο Φίχτε ως εξής: «Τη δική μας (αυτή…) φράση, ως την απόλυτην αρχή (κανόνα και αξίωμα…) κάθε γνώσης, προεμήνυσε και ο Καντ στη δική του ‘Απαγωγή τών κατηγοριών’· χωρίς όμως να τη διατυπώση ποτέ ως αρχή ή κανόνα. Πριν απ’ αυτόν, μας παρουσίασε και ο Καρτέσιος μιαν παρόμοιαν πρόταση: cogito, ergo sum, που δεν αποτελεί ωστόσο το συμπέρασμα ενός συλλογισμού (Syllogismus), που να ξεκινά απ’ το: quodcumque cogitat, est· αλλά που μπορεί να τη θεωρούσε κι ο ίδιος ως ένα άμεσο γεγονός τής συνείδησης. Οπότε και θα σήμαινε ότι: cogitans sum, ergo sum (είμαι διανοούμενος, άρα είμαι…) – (όπως θα λέγαμε: sum, ergo sum). Η προσθήκη cogitans είναι όμως τότε εντελώς περιττή· γιατί δεν σκέφτεται κανείς αναγκαίως, όταν είναι ή υπάρχη, αλλά είναι ή υπάρχη κανείς αναγκαίως, όταν σκέφτεται. Η σκέψη δεν αποτελεί καθόλου την ουσία, αλλά έναν ιδιαίτερο και μόνον προσδιορισμό τού Είναι».
Όσον αφορά τώρα στον Σπινόζα: «Σ’ αυτόν δεν είναι, δεν υπάρχει το Εγώ (εκείνο, το οποίο και ονομάζει δικό του Εγώ, ή εκείνο που εγώ ονομάζω δικό μου Εγώ) αυτόχρημα, επειδή (ακριβώς…) υπάρχει· αλλά επειδή είναι κάτι άλλο. – Το Εγώ είναι βέβαια κατ’ αυτόν Εγώ για το Εγώ, αναρωτιέται όμως, τί θα ήταν εκτός τού Εγώ. (Ε, λοιπόν…) ένα τέτοιο Εγώ ‘εκτός τού Εγώ’ θα ήταν επίσης ένα Εγώ, του οποίου το τοποθετημένο Εγώ (το δικό μου π.χ. Εγώ), καθώς και και κάθε πιθανό, τοποθετούμενο Εγώ θα αποτελούσαν (απλώς…) τροποποιήσεις. Διαχωρίζει (ο Σπινόζα…) την καθαρήν απ’ την εμπειρική συνείδηση. Και θέτει την πρώτη στον Θεό, που δεν τη συνειδητοποιεί όμως ποτέ, καθώς η καθαρή συνείδηση δεν φτάνει ποτέ στη συνείδηση· και τη δεύτερη στις ιδιαίτερες τροποποιήσεις (περιορισμούς ή μετριασμούς…) της θεότητας. Και το σύστημά του καθίσταται έτσι εντελώς συνεπές και ακαταμάχητο, καθώς βρίσκεται σε μιαν περιοχή, όπου δεν μπορεί να τον παρακολουθήση περαιτέρω η λογική· είναι όμως ανυπόστατο και αθεμελίωτο· γιατί τί τού επιτρέπει να επεκταθή πέρα απ’ τη δεδομένη στην εμπειρική συνείδηση καθαρή συνείδηση;… Και έχω επίσης να παρατηρήσω, ότι υπερβαίνοντας κανείς το Εγώ είμαι (( Εγώ ειμί… )) , θα φτάση αναγκαστικά στον σπινοζισμό (και το ότι το σύστημα του Λάιμπνιτς δεν είναι τίποτε άλλο, στην ολοκλήρωσή του, από σπινοζισμός, το δείχνει… ο S. Maimon)· αλλά και ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο εντελώς συνεπή συστήματα: το κριτικό, το οποίο και αναγνωρίζει αυτά τα όρια, και το σπινοζικό, το οποίο τα υπερβαίνει».
Όσον αφορά στο Μη-Εγώ: «Κάθε τι το Αντίθετο είναι αυτόχρημα αντίθετο, δυνάμει μιας πράξεως του Εγώ, και για κανέναν άλλον λόγο». «Τίποτα δεν έχει τεθή εξαρχής, παρά το Εγώ, το οποίο και είναι το μόνο που έχει αυτόχρημα (εντελώς…) τεθή. Δεν μπορεί άρα παρά να αντιτεθή κάτι στο Εγώ. Κι αυτό που αντιτίθεται στο Εγώ ισοδυναμεί (=) με το Μη-Εγώ». «Με την ίδιαν απροϋπόθετη και απόλυτη βεβαιότητα, υπό το πρίσμα της εμπειρικής συνείδησης, ότι το - Α δεν είναι = Α, βεβαιώνεται και πως στο Εγώ αντιτίθεται αυτόχρημα ένα Μη-Εγώ». Και ο Φίχτε εξηγεί περαιτέρω, ότι για να μπορώ να διαβεβαιώσω ένα οποιοδήποτε αντικείμενο (την ύπαρξη ενός οποιουδήποτε αντικειμένου…), πρέπει ήδη να το γνωρίζω, ότι πρέπει δηλ. να περιέχεται σε μένα, που το παρουσιάζω, εξαρχής και πριν από κάθε πιθανήν εμπειρία. Και είναι τόσο σίγουρο αυτό, ώστε ο καθένας που δεν το αντιλαμβάνεται και δεν ανυψώνεται από εδώ μέχρι τον μεταφυσικόν ιδεαλισμό, είναι αναπόφευκτα, πνευματικά τυφλός. «Καθ’ όσον τίθεται το Μη-Εγώ, δεν τίθεται το Εγώ· γιατί ακυρώνεται εντελώς με το Μη-Εγώ το Εγώ. Το Μη-Εγώ τίθεται όμως στο Εγώ, γιατί είναι το αντίθετό του· και κάθε τι που αντιτίθεται προϋποθέτει την ταυτότητα του Εγώ, στο οποίο και τίθεται, αλλά και αντιτίθεται σ’ αυτό που έχει (ήδη…) τεθή» (( ! )) . Το Εγώ δεν τίθεται εξάλλου στο Εγώ, εφ’ όσον τίθεται εκεί το Μη-Εγώ. Το οποίο Μη-Εγώ μπορεί όμως να τεθή μόνον εφ’ όσον έχει τεθή ένα Εγώ στο Εγώ (στην ταυτόσημη συνείδηση), στο οποίο και μπορεί να αντιτεθή το Μη-Εγώ. Πρέπει λοιπόν να τεθή στην ταυτόσημη συνείδηση το Μη-Εγώ. Στην οποίαν και πρέπει να έχει τεθή επομένως, εφ’ όσον έχει τεθή εκεί το Μη-Εγώ, και το Εγώ». «Τόσο το Εγώ όσο και το Μη-Εγώ είναι και τα δυό προϊόντα (παράγωγα…) πρωτογενών ενεργειών τού Εγώ, ενώ και η ίδια η συνείδηση είναι ένα τέτοιο προϊόν της πρωταρχικής ενέργειας του Εγώ, δηλ. της αυτο-τοποθέτησής του». Το Εγώ και το Μη-Εγώ αλληλοπεριορίζονται όμως, και ο περιορισμός αυτός σημαίνει, όπως παντού, μιαν εν μέρει αναίρεση της πραγματικότητας αυτού που περιορίζεται. Και εισάγεται έτσι η έννοια του μερισμού τού Εγώ, οπότε και «τίθενται ως διαιρούμενα, τόσο το Εγώ όσο και το Μη-Εγώ».
«Τώρα μπορούμε, για πρώτη φορά να πούμε και για τα δυό, πως είναι κάτι. Το απόλυτο δηλ. Εγώ τής πρώτης βασικής πρότασης δεν είναι κάτι (δεν έχει, και δεν μπορεί να έχη κανένα κατηγορούμενο)· είναι απολύτως, αυτό το οποίο είναι, χωρίς καμμιάν περαιτέρω εξήγηση (( Σημ. τ. μετ.: Ένα Εγώ θεοποιημένο!... )) . Και μέσα απ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει στη συνείδηση όλη η πραγματικότητα· απ’ την οποίαν πραγματικότητα ανήκει μεν στο Μη-Εγώ η πραγματικότητα που δεν ανήκει στο Εγώ, και αντίστροφα. Αντιτιθέμενο στο απόλυτο Εγώ… είναι το Μη-Εγώ αυτόχρημα Τίποτα· ενώ αντιτιθέμενο στο περιοριζόμενο Εγώ αποτελεί (το Μη-Εγώ…) ένα αρνητικό μέγεθος».
Απ’ το απόλυτο Εγώ προέρχεται λοιπόν το διαιρούμενο Εγώ, το «Κάτι», που μοιράζεται το Είναι του με το Μη-Εγώ και εξαρτάται απ’ αυτό στον ανακλαστικό ή αυτοπαθή του προσδιορισμό: χωρίς το Μη-Εγώ δεν υπάρχει κατά βάσιν ούτε το Εγώ ως συνείδηση ή ως υποκείμενο, και δεν υπάρχει και ο κόσμος (( ! )) . Η μετάβαση στο Μη-Εγώ είναι όμως γεμάτη ασάφεια και αμφιλογία, επειδή προς χάριν αυτού τού Μη-Εγώ καθίσταται το απόλυτο Εγώ, το οποίο και δεν έχει κανένα κατηγορούμενο, ή πιο σωστά: κανέναν λόγο (Logos), και είναι άρα απολύτως μη-λογικό και εκτός τής λογικής, καθίσταται λοιπόν, με την ‘προηγούμενη χρήση’ τού χεγκελιανού Salto mortale του πνεύματος, μια ετερότητα (ένα Άλλως-είναι…), μετασχηματιζομένης τής φύσεως σ’ ένα Εγώ-υποκείμενο και εφοδιασμένης (πλέον…) μ’ ένα κατηγορούμενο, το οποίο και συνίσταται ωστόσο αρχικά μόνο σε μιαν αντίθεση, δεν είναι δηλ. παρά ένα απλό Μη ή πλην (-Α)· αλλά ακόμα κι αυτό είναι αδύνατο (να συμβή…), αναφορικά προς το απροσδιόριστο, ανέκφραστο και λογικά μεταφυσικό Εγώ, και δεν μπορεί να προέλθη μέσα απ’ το απόλυτο, αλλά απλώς και μόνο μέσα απ’ το σχετικό Εγώ. Απ’ το απόλυτο προς το σχετικό Εγώ δεν υπάρχει τώρα καμμιά μετάβαση, υφίσταται ανάμεσά τους ένα χάσμα, όπως το παρατηρεί πολύ σωστά και με μεγάλη λεπτότητα ο Iljin στην εξαιρετικήν του πραγματεία για την «Κρίση τής ιδέας τού υποκειμένου στη διδασκαλία τής επιστήμης τού όψιμου Φίχτε» (“Die Krise der Idee des Subjekts in der Wissenschaftslehre des ӓlteren Fichte”): «Ανάμεσα στην πρώτην ενεργητικήν πράξη τής ‘αυτο-τοποθέτησης’ (του Εγώ…) και τη δεύτερη της ‘ετεροποίησης’ υπάρχει μια τοσο μεγάλη διαφορά, όπως ανάμεσα στον Θεό πριν τη Δημιουργία τού πεπερασμένου κόσμου και τον Θεό μετά τη Δημιουργία… Ενώ ολόκληρο το πρόβλημα της διδασκαλίας τής επιστήμης προέρχεται απ’ την εμφάνιση, δίπλα στο απόλυτο, ενός άλλου και μη-απόλυτου ‘Εγώ’. Και το ζήτημα που πρέπει εδώ να λυθή είναι η κατασκευή μιας τέτοιας σχέσης ανάμεσα στο απόλυτο και το σχετικό ‘Εγώ’, ώστε να εμφανιστούν και τα δυό ‘Εγώ’ ενωμένα. Ας θυμηθούμε όμως εδώ, ότι τίποτα δεν μπορεί να εξισωθή ή να αντιπαρατεθή στο απόλυτο ‘Εγώ’. Και παρ’ όλ’ αυτά παράγεται το ‘Μη-Εγώ’ ως ένα αντιτιθέμενο ‘Εγώ’. Είναι άρα φανερό, ότι δεν αντιπαρατίθεται (πλέον…) στο ίδιο ‘Εγώ’, μέσα απ’ το ποίο και ετέθη πρωταρχικά». (Αλλά και το πρόβλημα της διαιρετότητας του ‘Εγώ’, καθώς και του ορισμού τής σχέσης μεταξύ ‘Εγώ’ και ‘Μη-Εγώ’, της σχέσης δηλ. μεταξύ υποκειμένου και κατηγορουμένου, τίθεται λανθασμένα και παράλογα, και αποτελεί ένα πρώτον ψεύδος απ’ τη μεριά τού Φίχτε, για το οποίο και θα μιλήσουμε όμως αργότερα.)
Λέει ο ίδιος ο Φίχτε: «Τίθεται όμοια (εξισώνεται…) προς το ίδιο το Εγώ ένα Μη-Εγώ, που αντιτίθεται ταυτόχρονα στο Εγώ, όχι όμως με μιαν υψηλότερην έννοια (που θα τα περιείχε π.χ. αμφότερα στον εαυτό της και θα προϋπέθετε άρα μιαν υψηλότερη σύνθεση – Synthesis – ή τουλάχιστον θέση – Thesis -), έτσι όπως συμβαίνει σε όλες τις άλλες συγκρίσεις, αλλά με μιαν κατώτερη. Το Εγώ υποβιβάζεται το ίδιο σε μιαν κατώτερην έννοια, εκείνην της διαιρετότητας ή του μερισμού, ώστε να μπορέση να εξισωθή με το Μη-Εγώ… Δεν υπάρχει άρα εδώ καμμιά άνοδος, αλλά αντίθετα κάθοδος. Τόσο το Εγώ όσο και το Μη-Εγώ, εξισούμενα και αντιπαρατιθέμενα μέσα απ’ την έννοιαν του αλληλοπεριορισμού τους, αποτελούν αμφότερα κάτι (που υπάρχει…) μέσα στο Εγώ, ως μεριζόμενη ουσία· η οποία και τίθεται απ’ το (απόλυτο…) Εγώ, ως απόλυτο και απεριόριστο υποκείμενο, προς το οποίο δεν υφίσταται τίποτα το όμοιο και δεν μπορεί τίποτα να αντιπαρατεθή».
Αυτή όμως η μυστηριώδης «κάθοδος» και ο «υποβιβασμός», σε μιαν κατώτερην έννοια, του απολύτου Εγώ αποτελεί μια μεταφυσική καταστροφή (Katastrophe), που διαρρηγνύει εντελώς ολόκληρο το «σύστημα» του Φίχτε, για το οποίο και τόσο υπερηφανεύεται: «Σ’ αυτό συνίσταται λοιπόν και η ουσία τής κριτικής φιλοσοφίας, στη διατύπωση ενός απολύτου Εγώ, απροϋπόθετου, που δεν προσδιορίζεται από τίποτα το υψηλότερο… Ενώ δογματική είναι αντίθετα εκείνη η φιλοσοφία, που εξισώνει και αντιπαραθέτει κάτι στο καθ’ εαυτό Εγώ· όπως συμβαίνει στην ‘υψηλότερην’ έννοια του πράγματος (λατινικά: Ens – το όν), που ορίζεται ταυτόχρονα και εντελώς αυθαίρετα, ως το αυτόχρημα πιο υψηλό (απ’ όλα…). Στο κριτικό σύστημα, αποτελεί το πράγμα αυτό που έχει τεθή στο Εγώ· στο δογματικό αντίθετα, εκείνο στο οποίο έχει τεθή το ίδιο το Εγώ: και γι’ αυτό είναι ο κριτικισμός (Kritizismus) εμπειρικός ή ενυπάρχων (immanent), επειδή θέτει τα πάντα στο Εγώ· ενώ ο δογματισμός (Dogmatismus) μεταφυσικός, γιατί πηγαίνει και πέραν τού Εγώ». Και: «Στον βαθμό που ο δογματισμός μπορεί να είναι συνεπής, αποτελεί και ο σπινοζισμός το συνεπές προϊόν του».
Απ’ τον διαμερισμόν αυτόν τού Εγώ, σε Εγώ και Μη-Εγώ, παράγει ο Φίχτε τη φύση τών συνθετικών κρίσεων και το αδιαχώριστο θέσης και αντίθεσης, προκαταλαμβάνοντας έτσι τη χεγκελιανή «διαλεκτική μέθοδο», διαπιστώνοντας, εντελώς ορθά, την απόλυτή της ‘αθωότητα’: «Δεν είναι δυνατή καμμιά αντίθεση χωρίς μια σύνθεση· γιατί η αντίθεση συνίσταται ακριβώς στο ότι αναζητείται στα Όμοια το αντίθετο χαρακτηριστικό· τα οποία Όμοια δεν θα ήταν όμως όμοια, αν δεν είχαν εξομοιωθή κατ’ αρχάς μέσα από μια συνθετικήν πράξη… - Έτσι δεν είναι, αντίστροφα, και καμμιά σύνθεση δυνατή χωρίς μιαν αντίθεση. Τα αντιτασσόμενα πρέπει να ενωθούν· δεν θα είχαν όμως αντιπαρατεθή, αν δεν είχε συμβή αυτό μέσα από μιαν πράξη τού Εγώ…». Και από εδώ εξάγει ο Φίχτε το συμπέρασμα, ότι «δεν υπάρχουν άρα παντελώς καθόλου αναλυτικές απλώς, κατά το περιεχόμενό τους, κρίσεις». Διαπιστώνοντας ωστόσο ταυτόχρονα την ύπαρξη «θετικών» κρίσεων, κρίσεων δηλ., στις οποίες και περιέχεται ο πυρήνας τού οντολογικού και κριτικού προβλήματος. «Μια θετική κρίση θα ήταν όμως εκείνη, στην οποίαν κάτι δεν θα εξομοιώνονταν και δεν θα αντιπαρατάσσονταν σε τίποτα άλλο, αλλά θα εξισώνονταν απλώς και μόνο με τον εαυτό του». Και ως υψίστη κρίση τέτοιου είδους εκλαμβάνεται το Εγώ είμαι, ακόμα κι αν «δεν θα είχαν» αυτές οι κρίσεις (ή: γνώμες…) «πάντοτε το Εγώ ως λογικό υποκείμενο. Όπως π.χ. (στη φράση…), ο άνθρωπος είναι ελεύθερος». Πρόκειται ωστόσο για μια θεμελιακήν και χαρακτηριστικήν πλάνη, γιατί το Εγώ είμαι δεν αποτελεί παντελώς μιαν κρίση, το απόλυτο Εγώ δεν διαθέτει κανένα κατηγορούμενο, κι αυτή η σύγχυση αποδεικνύει για μιαν ακόμα φορά την ασάφεια των αξιωμάτων, απ’ τα οποία και ξεκινά ο Φίχτε.
Αναπτύσσοντας πάλι εδώ τη «σύνθεση» Εγώ και Μη-Εγώ, υποδεικνύει ο Φίχτε μερικά χαρακτηριστικά της στη φράση: «Το Εγώ τίθεται, προσδιορισμένο απ’ το Μη-Εγώ», τονίζοντας τρεις δυνάμεις: «Το Εγώ τίθεται, προσδιορισμένο απ’ το Μη-Εγώ» (επανάληψη της ανωτέρω φράσης…), «το Μη-Εγώ προσδιορίζει… το Εγώ», και «το Εγώ προσδιορίζει τον εαυτό του – ή αυτο-προσδιορίζεται (μέσα από μιαν απόλυτη δράση)». - (( Σημ. τ. μετ.: Ας προσέξουμε εδώ, ότι το Μη-Εγώ τού Φίχτε ταυτίζεται με τη σύγχρονη «ετερότητα» όλων τών «θεολογούντων» και ψευδο-θεολογούντων τής λαίλαπας της «αγάπης», που αντιστρέφει -!- την εντολή τού Θεού: «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν», ως όμοιόν μας δηλ. άνθρωπο και συνάνθρωπο, καθιστώντας τον «έτερον» και… μακρυνόν! Οι σύγχρονοι «θεολογούντες» και ψευδο-θεολογούντες συνεχίζουν στην πραγματικότητα τον Φίχτε! … ))

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΟ: «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ;»¹ ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ



ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΟ: «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ;»¹

Το ερώτημα «Τι είναι Μεταφυσική;» παραμένει ερώτημα. Το ακόλουθο επίμετρο είναι, για εκείνον που εμμένει στο ερώτημα, ένας ακόμη πιο αρχέγονος πρόλογος. Το ερώτημα «Τι είναι Μεταφυσική;» ερωτά πέρα από τη μεταφυσική. Πηγάζει από μια σκέψη που έχει ήδη εισέλθει στην υπέρβαση της μεταφυσικής. Στην ουσία τέτοιων μεταβάσεων ανήκει το ότι, εντός ορισμένων ορίων, πρέπει ακόμη να μιλούν τη γλώσσα εκείνου που συμβάλλουν να υπερβεί.

Η ιδιαίτερη περίσταση κατά την οποία εξετάζεται το ερώτημα για την ουσία της μεταφυσικής δεν πρέπει να οδηγήσει στην άποψη ότι αυτό το ερωτάν είναι δεσμευμένο να εκκινεί από τις επιστήμες. Η νεότερη έρευνα, μαζί με άλλους τρόπους παράστασης και άλλους τρόπους παραγωγής του όντος, έχει ενταχθεί στο θεμελιώδες γνώρισμα εκείνης της αλήθειας, σύμφωνα με την οποία κάθε ον φέρει τη σφραγίδα της βούλησης για βούληση, της οποίας η «βούληση για δύναμη» άρχισε να εμφανίζεται ως προμορφή.

Η «βούληση», νοούμενη ως θεμελιώδες γνώρισμα της οντικότητας του όντος, είναι η εξομοίωση του όντος με το πραγματικό κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η πραγματικότητα του πραγματικού να εξουσιοδοτείται ως η άνευ όρων δυνατότητα κατασκευής, μέσω της καθολικής αντικειμενοποίησης.

Η νεότερη επιστήμη ούτε υπηρετεί έναν σκοπό που της επιβλήθηκε εκ των υστέρων ούτε αναζητεί μια «αλήθεια καθ’ εαυτήν». Ως τρόπος της υπολογιστικής αντικειμενοποίησης του όντος, αποτελεί έναν όρο που τίθεται από την ίδια τη βούληση για βούληση και μέσω του οποίου αυτή εξασφαλίζει την κυριαρχία της ουσίας της.[ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΡΩΕΙ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΟΥ]

Επειδή, ωστόσο, κάθε αντικειμενοποίηση του όντος εξαντλείται στην προμήθεια και στην εξασφάλιση του όντος και αντλεί από αυτό τις δυνατότητες της περαιτέρω πορείας της, η αντικειμενοποίηση εμμένει στο ον και το θεωρεί ήδη ως το Είναι. Κάθε συμπεριφορά προς το ον μαρτυρεί έτσι μια γνώση του Είναι, συγχρόνως όμως και την αδυναμία να σταθεί αφ’ εαυτής μέσα στον νόμο³ της αλήθειας αυτής της γνώσης.

Αυτή η αλήθεια είναι η αλήθεια περί του όντος. Η μεταφυσική είναι η ιστορία αυτής της αλήθειας. Λέγει τι είναι το ον, συλλαμβάνοντας εννοιολογικά την οντικότητα του όντος. Μέσα στην οντικότητα του όντος η μεταφυσική σκέπτεται το Είναι, χωρίς όμως να μπορεί, με τον τρόπο της σκέψης της, να στοχαστεί την αλήθεια του Είναι.

[Σε ένα χωρίο του Πλατωνικού Σοφιστή -διάσημο διότι χρησιμοποιήθηκε και σάν επιγραφή του έργου του Χάϊντεγκερ, Είναι και χρόνος- ο ξένος της Ελέας, βεβαιώνει : «Είναι ξεκάθαρο πάντως πώς εσείς απο πολύ καιρό είστε εξοικειωμένοι μ’αυτό που εννοείτε όταν χρησιμοποιείτε την έκφραση «ουσιώδες» (Το όν). Και εμείς πιστεύουμε να την κατανοήσουμε μία μέρα, αλλά για την ώρα είμαστε χαμένοι στην αβεβαιότητα». (...δήλον γάρ ώς υμείς μέν ταύτα (τί ποτε βούλεσθε σημαίνειν οπόταν όν φθέγγησθε) πάλαι γιγνώσκετε, ημείς δέ πρό του μέν ωόμεθα, νύν δ’ηπορήκαμεν...). Εάν στην θέση του Ελληνικού όν, θέσουμε το ΕΓΩ—μία αντικατάσταση με πολύ μεγάλη εσωτερική σημασία και ιστορική σπουδαιότητα, διότι η ίδια η σκέψη την πραγματοποίησε ξεκινώντας απο τον Καρτέσιο, δεδομένου ότι σ’αυτόν πρώτα, το υποκείμενο σαν υπόστρωμα, ανυψώνεται σε ΕΓΩ—αυτή η φράση εκφράζει παραδειγματικά την ψυχική μας στάση απέναντι στο ΕΓΩ και σε κάθε άλλη κορυφαία έννοια.]

Η μεταφυσική κινείται παντού στην περιοχή της αλήθειας του Είναι, η οποία παραμένει γι’ αυτήν —μιλώντας μεταφυσικά— το άγνωστο και αθεμελίωτο θεμέλιο. Αν όμως υποθέσουμε ότι όχι μόνο το ον προέρχεται από το Είναι, αλλά ότι, ακόμη αρχικότερα, το ίδιο το Είναι αναπαύεται μέσα στην αλήθεια του και ότι η αλήθεια του Είναι ουσιώνεται ως το Είναι της αλήθειας, τότε καθίσταται αναγκαίο το ερώτημα τι είναι η μεταφυσική κατά το θεμέλιό της.[ΦΙΛΑΥΤΙΑ]

Αυτό το ερωτάν πρέπει να σκέπτεται μεταφυσικά και συγχρόνως να σκέπτεται από το θεμέλιο της μεταφυσικής, δηλαδή όχι πλέον μεταφυσικά. Ένα τέτοιο ερωτάν παραμένει, με μια ουσιώδη έννοια, διφορούμενο.[ΦΤΑΙΕΙ Ο ΑΥΤΟΕΡΩΤΑΣ,Η ΒΟΥΛΗΣΗ]

Κάθε προσπάθεια να ακολουθήσει κανείς την πορεία της σκέψης της διάλεξης θα προσκρούσει, επομένως, σε εμπόδια. Αυτό είναι καλό. Έτσι το ερωτάν γίνεται γνησιότερο. Κάθε ερώτημα που ανταποκρίνεται στο ίδιο το πράγμα είναι ήδη η γέφυρα προς την απάντηση. Οι ουσιώδεις απαντήσεις είναι πάντοτε μόνο το τελευταίο βήμα των ερωτημάτων. Αυτό όμως παραμένει αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς τη μακρά σειρά των πρώτων και των αμέσως επόμενων βημάτων. Η ουσιώδης απάντηση αντλεί τη φέρουσα δύναμή της από την επίμονη ενστάση του ερωτάν. Η ουσιώδης απάντηση είναι μόνο η αρχή μιας ευθύνης. Μέσα σε αυτήν αφυπνίζεται αρχικότερα το ερωτάν. Γι’ αυτό και το γνήσιο ερώτημα δεν καταργείται από την απάντηση που βρέθηκε.[
Επειδή το Εγώ του Καρτέσιου εικονίζεται και σαν Ego cogito και σαν Res cogitans, ο προσδιορισμός τού Είναι, του «Sum», αφορά τόσο στην έννοια του Εγώ, όσο και σ' εκείνη της ουσίας και την σχέση τους.ΤΉΝ ΒΟΎΛΗΣΗ ΓΙΑ ΒΟΥΛΗΣΗ]

Τα εμπόδια που δυσχεραίνουν την παρακολούθηση της σκέψης της διάλεξης είναι δύο ειδών. Τα πρώτα αναδύονται από τα αινίγματα που κρύβονται στην περιοχή εκείνου που στοχάζεται εδώ. Τα άλλα πηγάζουν από την ανικανότητα, συχνά επίσης και από την απροθυμία για σκέψη. Στην περιοχή του σκεπτόμενου ερωτάν μπορούν ενίοτε να βοηθήσουν ακόμη και φευγαλέες αντιρρήσεις, πολύ περισσότερο δε οι προσεκτικά μελετημένες. Ακόμη και χονδροειδείς πλάνες αποφέρουν κάποιον καρπό, έστω και αν εκστομίζονται μέσα στην οργή μιας τυφλωμένης πολεμικής. Ο αναστοχασμός οφείλει μόνο να επαναφέρει τα πάντα στη γαλήνη του μακρόθυμου στοχασμού.

Οι κυριότερες αντιρρήσεις και πλάνες σχετικά με αυτή τη διάλεξη μπορούν να συνοψισθούν σε τρεις κατευθυντήριες προτάσεις. Λέγεται:

Η διάλεξη καθιστά «το μηδέν» το μοναδικό αντικείμενο της μεταφυσικής. Επειδή όμως το μηδέν είναι το απολύτως μηδαμινό, αυτή η σκέψη οδηγεί στην άποψη ότι τα πάντα είναι μηδέν, ώστε να μην αξίζει ούτε να ζει κανείς ούτε να πεθαίνει. Μια «φιλοσοφία του μηδενός» είναι ο ολοκληρωμένος «μηδενισμός».
Η διάλεξη αναγορεύει μια μεμονωμένη και, επιπλέον, καταθλιπτική διάθεση, την αγωνία, σε μοναδική θεμελιώδη διάθεση. Επειδή όμως η αγωνία είναι η ψυχική κατάσταση των «φοβισμένων» και των δειλών, αυτή η σκέψη απαρνείται το υψηλόφρονο φρόνημα της ανδρείας. Μια «φιλοσοφία της αγωνίας» παραλύει τη βούληση για πράξη.
Η διάλεξη τάσσεται εναντίον της «λογικής». Επειδή όμως ο νους περιέχει τα μέτρα κάθε υπολογισμού και κάθε τάξης, αυτή η σκέψη παραδίδει την κρίση για την αλήθεια στην τυχαία διάθεση. Μια «φιλοσοφία του απλού συναισθήματος» θέτει σε κίνδυνο την «ακριβή» σκέψη και την ασφάλεια της πράξης.

Η ορθή τοποθέτηση απέναντι σε αυτές τις προτάσεις πηγάζει από μια εκ νέου διεξοδική σκέψη της διάλεξης. Αυτή μπορεί να εξετάσει αν το μηδέν, το οποίο συντονίζει την αγωνία προς την ουσία της, εξαντλείται σε μια κενή άρνηση κάθε όντος ή αν εκείνο που ποτέ και πουθενά δεν είναι ένα ον αποκαλύπτεται ως αυτό που διακρίνεται από κάθε ον και το οποίο ονομάζουμε Είναι.[Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΘΕΟΣ Ο ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ. Ο ΟΥΡΟΒΟΡΟΣ ΤΟΥ PUER ΑETERNUS]

Όπου και όσο εκτεταμένα κι αν διερευνά η έρευνα το ον, πουθενά δεν βρίσκει το Είναι. Συναντά πάντοτε μόνο το ον, επειδή εκ των προτέρων, μέσα στην πρόθεση της εξήγησής της, εμμένει στο ον. Το Είναι, όμως, δεν είναι κάποια οντική ιδιότητα επάνω σε ένα ον. Το Είναι δεν μπορεί, όπως το ον, να παρασταθεί και να παραχθεί ως αντικείμενο. Αυτό το απολύτως Άλλο³ από κάθε ον είναι το μη ον. Αλλά αυτό το μηδένᵇ ουσιώνεται ως το Είναι.[ΕΦΟΣΟΝ ΤΟ ΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ]

Αποκηρύσσουμε τη σκέψη υπερβολικά βιαστικά, όταν, με μια εύκολη εξήγηση, παρουσιάζουμε το μηδέν ως το απλώς μηδαμινό και το εξισώνουμε με το άνευ ουσίας. Αντί να ενδώσουμε σε μια τέτοια βιασύνη κενής οξύνοιας και να εγκαταλείψουμε την αινιγματική πολυσημία του μηδενός, πρέπει να προετοιμαστούμε για τη μοναδική ετοιμότητα να βιώσουμε μέσα στο μηδέν την ευρυχωρία εκείνου που παρέχει σε κάθε ον την εγγύησηᶜ ότι είναι. Αυτό είναι το ίδιο το Είναι.[Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ.

1. Περί φυσικού Θελήματος, δηλαδή φυσικής Θελήσεως

Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
Δεν είναι λοιπόν η θέληση προαίρεση, εφόσον η θέληση είναι απλή όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση είναι συνεργασία όρεξης και σκέψης και κρίσης. Όταν δηλαδή επιθυμούμε, πρώτα σκεπτόμαστε, και αφού σκεφτούμε κρίνομε, κι αφού κρίνομε προτιμούμε από το χειρότερο αυτό που η κρίση μας έδειξε καλύτερο. Και η όρεξη εξαρτάται μόνο από τα φυσικά, ενώ η προαίρεση αναφέρεται σε όσα εξαρτώνται από εμάς και μπορεί να γίνουν από μας. Δεν είναι λοιπόν η προαίρεση θέληση.

2. Περί Βουλήσεως
Αλλά η προαίρεση δεν είναι ούτε βούληση. Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.
Έφτανε λοιπόν και η περιγραφή μόνο, δείχνοντας τη διαφορά τους, να κάνει εκείνους που φιλολογούν περισσά να σταματήσουν τη φιλονεικία τους, και είναι σαφώς αντίθετοι στις ορθές αποφάσεις (δεν γνωρίζω πως να το πω ευγενικά). Επειδή όμως οι φιλοπερίεργοι ποθούν κατά κάποιο τρόπο να τους δοθούν περισσότερες εξηγήσεις για τα ζητήματα αυτά, θα μιλήσομε κι αλλιώς.
Λένε όσοι έχουν ασχοληθεί και μιλήσει γι' αυτά, ότι σε όσους αρμόζει να προαιρώνται δεν αρμόζει οπωσδήποτε σε όλους και το να βούλονται. Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.
Τέλος λοιπόν λένε πως είναι αυτό που θέλομε, όπως η υγεία· ενώ οδηγεί στο τέλος αυτό για το οποίο διασκεπτόμαστε, όπως ο τρόπος της υγείας. Την ίδια λοιπόν αναλογία που έχει το αντικείμενο της βούλησης προς το αντικείμενο της διάσκεψης λένε πως έχει η βούληση προς την προαίρεση, εφόσον προαιρούμαστε αυτά μονάχα, όσα νομίζομε ότι μπορούν να γίνουν από μας. Θέλομε όμως και όσα δεν μπορούν να γίνουν από μας. Αποδείξαμε λοιπόν ότι δεν είναι ούτε βούληση η προαίρεση, και θ’ αποδειχθεί πάλι ότι δεν είναι ούτε διάσκεψη, δηλαδή σκέψη.]

Χωρίς το Είναι, του οποίου την αβυσσαλέα, αλλά ακόμη μη ανεπτυγμένη ουσία μάς αποστέλλει το μηδέν μέσα στην ουσιώδη αγωνία, κάθε ον θα παρέμενε στερημένο από το Είναι. Εντούτοις, ακόμη και αυτή η στέρηση του Είναι, ως εγκατάλειψη από το Είναι, δεν είναι και πάλι ένα μηδαμινό μηδέν, εφόσον στην αλήθεια του Είναι ανήκει το ότι το Είναι ποτέ² δεν ουσιώνεται χωρίς το ον και ότι ποτέ³ δεν υπάρχει ον χωρίς το Είναι.[ΤΟ ΣΩΜΑ ΧΩΡΙΣ ΨΥΧΗ. ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΨΥΧΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ. ΚΑΘΟΤΙ ΚΟΙΝΟΣ ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ]

Μια εμπειρία του Είναι ως του Άλλου σε σχέση με κάθε ον μάς τη χαρίζει η αγωνία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποφεύγουμε, από «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, δηλαδή μέσα στην απλή φοβικότητα του φόβου, την άηχηᶠ φωνή που μας διαθέτει προς τον τρόμο της αβύσσου. Αν, βέβαια, κατά την υπόδειξη αυτής της ουσιώδους αγωνίας, εγκαταλείψουμε αυθαίρετα την πορεία της σκέψης αυτής της διάλεξης και αποσπάσουμε την αγωνία, ως τη διάθεση που διατίθεται από εκείνη τη φωνή, από τη σχέση της προς το μηδέν, τότε μας απομένει η αγωνία ως ένα μεμονωμένο «συναίσθημα», το οποίο μπορούμε, μέσα στη γνωστή ποικιλία των ψυχικών καταστάσεων που περιεργάζεται η ψυχολογία, να το διακρίνουμε από άλλα συναισθήματα και να το αναλύσουμε.

Με οδηγό τη φθηνή διάκριση μεταξύ του «επάνω» και του «κάτω», μπορούν τότε οι «διαθέσεις» να καταταχθούν αριθμητικά στις κατηγορίες εκείνων που ανυψώνουν και εκείνων που καταβάλλουν. Το ανυπόμονο κυνήγι «τύπων» και «αντίτυπων» των «συναισθημάτων», παραλλαγών και υποκατηγοριών αυτών των «τύπων», δεν θα στερηθεί ποτέ τη λεία του. Εντούτοις, αυτή η ανθρωπολογική διερεύνηση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε έξω από τη δυνατότητα να βαδίσει μέσα στην πορεία της σκέψης της διάλεξης· διότι αυτή σκέπτεται, ξεκινώντας από την προσοχή προς τη φωνή του Είναι, προς εκείνο το διαθέτειν που προέρχεται από αυτή τη φωνή και το οποίο θέτει τον άνθρωπο, ως προς την ουσία του, υπό την αξίωσή του, ώστε να μάθει να βιώνει το Είναι μέσα στο μηδέν.

Η ετοιμότητα για την αγωνία είναι το Ναι στην ενστατικότητα, προκειμένου να εκπληρωθεί η ύψιστη αξίωση, από την οποία και μόνο θίγεται η ουσία του ανθρώπου. Μόνο ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλα τα όντα, βιώνει, καλούμενος από τη φωνή του Είναι, το θαύμα όλων των θαυμάτων: ότι υπάρχει ον. Εκείνος, λοιπόν, που ως προς την ουσία του καλείται μέσα στην αλήθεια του Είναι, είναι γι’ αυτό πάντοτε διατεθειμένος κατά έναν ουσιώδη τρόπο.

Το διαυγές θάρρος για την ουσιώδη αγωνία εγγυάται τη μυστηριώδη δυνατότητα της εμπειρίας του Είναι. Διότι κοντά στην ουσιώδη αγωνία, ως τον τρόμο της αβύσσου, κατοικεί η αιδημονία. Αυτή φωτίζει και περιφρουρεί εκείνον τον τόπο της ουσίας του ανθρώπου, μέσα στον οποίο αυτός παραμένει οικείος με το διαμένον.

Η «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, αντιθέτως, μπορεί να πλανηθεί τόσο πολύ, ώστε να παραγνωρίζει τις απλές σχέσεις που ανήκουν στην ουσία της αγωνίας. Τι θα ήταν κάθε ανδρεία, αν δεν έβρισκε στην εμπειρία της ουσιώδους αγωνίας το σταθερό της αντίβαρο;

Στον βαθμό που υποβιβάζουμε την ουσιώδη αγωνία και τη σχέση του Είναι προς τον άνθρωπο, η οποία διανοίγεται μέσα σε αυτήν, υποτιμούμε την ουσία της ανδρείας. Αυτή, όμως, είναι ικανή να αντέξει το μηδέν. Η ανδρεία αναγνωρίζει μέσα στην άβυσσο του τρόμου τον μόλις και μετά βίας πατημένο χώρο του Είναι, από το ξέφωτο του οποίου και μόνο κάθε ον επιστρέφει σε εκείνο που είναι και που μπορεί να είναι.

Η διάλεξη αυτή ούτε καλλιεργεί μια «φιλοσοφία της αγωνίας» ούτε επιδιώκει να υφαρπάξει την εντύπωση μιας «ηρωικής φιλοσοφίας». Σκέπτεται μόνο εκείνο που, από την απαρχή της δυτικής σκέψης, ανέτειλε ως αυτό που πρέπει να στοχαστούμε και, εντούτοις, παρέμεινε λησμονημένο: το Είναι. Αλλά το Είναι δεν είναι προϊόν της σκέψης. Αντιθέτως, η ουσιώδης σκέψη είναι ένα συμβάν του Είναι.

Γι’ αυτό καθίσταται τώρα αναγκαίο και το ελάχιστα ακόμη διατυπωμένο ερώτημα: άραγε αυτή η σκέψη στέκεται ήδη μέσα στον νόμο της αλήθειας της, όταν ακολουθεί μόνο εκείνη τη σκέψη την οποία η «λογική» περικλείει στις μορφές και στους κανόνες της; Γιατί η διάλεξη θέτει αυτόν τον τίτλο μέσα σε εισαγωγικά; Για να υποδηλώσει ότι η «λογική» είναι μόνο μία ερμηνεία της ουσίας της σκέψης, και συγκεκριμένα εκείνη η οποία, ήδη σύμφωνα με το όνομά της, βασίζεται στην εμπειρία του Είναι που αποκτήθηκε μέσα στην ελληνική σκέψη.

Η δυσπιστία απέναντι στη «λογική», της οποίας συνεπής εκφυλισμός μπορεί να θεωρηθεί η λογιστική, πηγάζει από τη γνώση εκείνης της σκέψης που βρίσκει την πηγή της στην εμπειρία της αλήθειας του Είναι και όχι στη θεώρηση της αντικειμενικότητας του όντος. Η ακριβής σκέψη δεν είναι ποτέ η αυστηρότερη σκέψη, εφόσον η αυστηρότητα λαμβάνει την ουσία της από το είδος της προσπάθειας με την οποία η γνώση διατηρεί κάθε φορά τη σχέση προς το ουσιώδες του όντος. Η ακριβής σκέψη δεσμεύεται απλώς στον υπολογισμό του όντος και υπηρετεί αποκλειστικά αυτόν.

Κάθε υπολογισμός εξαντλεί το μετρήσιμο μέσα σε ό,τι έχει μετρηθεί, για να το χρησιμοποιήσει στην επόμενη μέτρηση. Ο υπολογισμός δεν επιτρέπει να εμφανιστεί τίποτε άλλο εκτός από το μετρήσιμο. Καθετί είναι μόνο αυτό που μετρά. Εκείνο που κάθε φορά έχει μετρηθεί εξασφαλίζει την περαιτέρω πορεία της μέτρησης. Αυτή καταναλώνει προοδευτικά τους αριθμούς και είναι η ίδια μια αδιάκοπη αυτοκατανάλωση.

Η απόδοση λογαριασμού για το ον θεωρείται ως η εξήγηση του Είναι του. Ο υπολογισμός χρησιμοποιεί εκ των προτέρων κάθε ον ως μετρήσιμο και καταναλώνει το μετρημένο για χάρη της μέτρησης. Αυτή η καταναλωτική χρήση του όντος φανερώνει τον αναλωτικό χαρακτήρα του υπολογισμού. Μόνο επειδή ο αριθμός μπορεί να αυξάνεται επ’ άπειρον, και μάλιστα αδιακρίτως τόσο προς την κατεύθυνση του μεγάλου όσο και προς την κατεύθυνση του μικρού, μπορεί η αναλωτική ουσία του υπολογισμού να κρύβεται πίσω από τα προϊόντα της και να προσδίδει στην υπολογιστική σκέψη την επίφαση της παραγωγικότητας, ενώ αυτή, ήδη εκ των προτέρων και όχι μόνο μέσα στα μεταγενέστερα αποτελέσματά της, καθιστά κάθε ον έγκυρο μόνο με τη μορφή εκείνου που μπορεί να παρατεθεί προς διάθεση και να καταναλωθεί.

Η υπολογιστική σκέψη εξαναγκάζει τον ίδιο της τον εαυτό στον καταναγκασμό να κυριαρχεί επάνω στα πάντα μέσω της συνεπούς ακολουθίας της πορείας της. Δεν μπορεί να υποψιαστεί ότι καθετί υπολογίσιμο, πριν από τα αθροίσματα και τα γινόμενα που κάθε φορά υπολογίζει ο υπολογισμός, είναι ήδη ένα όλον, του οποίου όμως η ενότητα ανήκει στο ανυπολόγιστο, το οποίο διαφεύγει, μαζί με την ανοίκεια φύση του, από τις λαβές του υπολογισμού.

Εκείνο, όμως, που παντού και πάντοτε έχει εκ των προτέρων αποκλειστεί από την απαίτηση του υπολογισμού και, παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται ήδη κάθε στιγμή πλησιέστερα στον άνθρωπο, μέσα σε μια αινιγματική αγνωρισία, από κάθε ον εντός του οποίου αυτός εγκαθιστά τον εαυτό του και το εγχείρημά του, μπορεί ενίοτε να διαθέσει την ουσία του ανθρώπου προς μια σκέψη, της οποίας την αλήθεια καμία «λογική» δεν είναι σε θέση να συλλάβει.

Η σκέψη, της οποίας οι στοχασμοί όχι μόνο δεν υπολογίζουν, αλλά καθορίζονται εν γένει από το Άλλο του όντος, ας ονομαστεί ουσιώδης σκέψη®. Αντί να υπολογίζει, με αφετηρία το ον, το ον, αυτή σπαταλά τον εαυτό της μέσα στο Είναι για χάρη της αλήθειας του Είναι.

Η σκέψη αυτή ανταποκρίνεται στην αξίωση του Είναι, καθώς ο άνθρωπος παραδίδει την ιστορική του ουσία στην απλότητα της μοναδικής αναγκαιότητας, η οποία δεν εξαναγκάζει επιβάλλοντας καταναγκασμό, αλλά δημιουργεί την ανάγκη που εκπληρώνεται μέσα στην ελευθερία της θυσίας. Η ανάγκη είναι να διαφυλαχθεί η αλήθεια του Είναι, οτιδήποτε κι αν μέλλει να συμβεί στον άνθρωπο και σε κάθε ον.

Η θυσία είναι η απαλλαγμένη από κάθε καταναγκασμό σπατάλη της ουσίας του ανθρώπου —επειδή αναδύεται από την άβυσσο της ελευθερίας— στη διαφύλαξη της αλήθειας του Είναι για το ον. Μέσα στη θυσία συντελείται η κρυμμένη ευχαριστία, η οποία και μόνη αναγνωρίζει την εύνοια με την οποία το Είναι παραχώρησε τον εαυτό του στην ουσία του ανθρώπου μέσα στη σκέψη, ώστε αυτός, μέσα στη σχέση προς το Είναι, να αναλάβει τη φύλαξη του Είναι.

Η αρχέγονη σκέψη⁴ είναι η αντήχηση της εύνοιας του Είναι, μέσα στην οποία διανοίγεται και αφήνεται να συμβείᵃ⁵ το μοναδικό: ότι υπάρχει ον. Αυτή η αντήχηση είναι η ανθρώπινη απάντηση στον λόγο της άηχης φωνής του Είναι. Η απάντηση της σκέψης⁶ είναι η προέλευση του ανθρώπινου λόγου, ο οποίος και μόνο αφήνει κατόπιν να αναδυθεί η γλώσσα ως η εκφώνηση του λόγου μέσα στις λέξεις.

Αν δεν υπήρχε κατά καιρούς μια κρυμμένη σκέψη⁷ στο ουσιώδες θεμέλιο του ιστορικού ανθρώπου, αυτός δεν θα ήταν ποτέ ικανός για την ευχαριστία⁸, υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε κάθε περίσκεψη και σε κάθε έκφραση ευχαριστίας⁹ πρέπει να υπάρχει μια σκέψη που στοχάζεται αρχέγονα την αλήθεια του Είναι.

Με ποιον άλλον τρόπο, όμως, θα μπορούσε ποτέ μια ανθρωπότητα να εισέλθει στην αρχέγονη ευχαριστία, παρά μόνο αν η εύνοια του Είναι, μέσω της ανοικτής σχέσης προς την ίδια, παραχωρήσει στον άνθρωπο την ευγένεια της πενίας, μέσα στην οποία η ελευθερία της θυσίας κρύβει τον θησαυρό της ουσίας της;

Η θυσία είναι ο αποχαιρετισμός του όντος κατά την πορεία προς τη διαφύλαξη της εύνοιας του Είναι. Η θυσία μπορεί βέβαια να προετοιμαστεί και να υπηρετηθεί μέσω της δημιουργίας και της επίτευξης μέσα στο ον, ποτέ όμως δεν μπορεί να εκπληρωθεί μέσω αυτών. Η επιτέλεσή της πηγάζει από την ενστατικότητα, με αφετηρία την οποία κάθε ιστορικός άνθρωπος, ενεργώντας —και η ουσιώδης σκέψη είναι επίσης ένα ενεργείν—, διαφυλάσσει το Dasein που του δόθηκε, για χάρη της διαφύλαξης της αξιοπρέπειας του Είναι.

Αυτή η ενστατικότητα είναι η αταραξία, η οποία δεν επιτρέπει να κλονιστεί η κρυμμένη ετοιμότητά της για την αποχωριστική ουσία κάθε θυσίας. Η θυσία είναι οικεία μέσα στην ουσία του συμβάντος, ως το οποίο το Είναι θέτει τον άνθρωπο υπό την αξίωσή του³ για χάρη της αλήθειας του Είναι.

Γι’ αυτό η θυσία δεν ανέχεται κανέναν υπολογισμό, μέσω του οποίου κάθε φορά αποτιμάται απλώς ως προς κάποια χρησιμότητα ή αχρηστία, είτε οι σκοποί τίθενται χαμηλά είτε τοποθετούνται ψηλά. Μια τέτοια αποτίμηση παραμορφώνει την ουσία της θυσίας. Η μανία για σκοπούς συγχέει τη διαύγεια της έτοιμης για την αγωνία αιδημοσύνης του θάρρους της θυσίας, το οποίο έχει αναλάβει την τόλμη της γειτνίασης με το άφθαρτο.

Η σκέψη του Είναι δεν αναζητεί κανένα στήριγμα μέσα στο ον. Η ουσιώδης σκέψη προσέχει τα αργά σημεία του ανυπολόγιστου και αναγνωρίζει μέσα σε αυτό την αρχαιότερη από κάθε μνήμη έλευση του αναπότρεπτου. Αυτή η σκέψη είναι προσηλωμένη στην αλήθεια του Είναι και βοηθεί έτσι το Είναι της αλήθειας να βρει τον τόπο του μέσα στην ιστορική ανθρωπότητα. Αυτή η βοήθεια δεν επιφέρει αποτελέσματα, επειδή δεν έχει ανάγκη από επίδραση. Η ουσιώδης σκέψη βοηθεί ως απλή ενστατικότητα μέσα στο Dasein, εφόσον από αυτήν ανάβει κάτι όμοιό της, χωρίς εκείνη να μπορεί να το εξουσιάσει ή έστω να γνωρίζει κάτι γι’ αυτό.

Η σκέψη, υπακούοντας στη φωνή του Είναι, αναζητεί γι’ αυτό τον λόγο από τον οποίο η αλήθεια του Είναι έρχεται στη γλώσσα. Μόνον όταν η γλώσσα του ιστορικού ανθρώπου πηγάζει από τον λόγο, βρίσκεται στην ορθή της στάθμη. Όταν όμως βρίσκεται στην ορθή της στάθμη, τότε της νεύει η εγγύηση της άηχης φωνής κρυμμένων πηγών. Η σκέψη του Είναι φυλάσσει τον λόγο και, μέσα σε μια τέτοια προσεκτική φύλαξη, εκπληρώνει τον προορισμό της. Είναι η μέριμνα για τη χρήση της γλώσσας. Από τη μακρόχρονα διαφυλαγμένη αφωνία και από την προσεκτική διαύγαση της περιοχής που ξέφωτίζεται μέσα σε αυτήν προέρχεται το λέγειν του στοχαστή. Από την ίδια προέλευση προέρχεται και η κατονομασία του ποιητή.

Επειδή, όμως, το όμοιο είναι όμοιο μόνο ως διαφορετικό, ενώ η ποίηση και η σκέψη ομοιάζουν μεταξύ τους κατά τον καθαρότερο τρόπο ως προς τη μέριμνα για τον λόγο, είναι συγχρόνως και κατά την ουσία τους στον μεγαλύτερο βαθμό χωρισμένες. Ο στοχαστής λέγει το Είναι. Ο ποιητής κατονομάζει το Ιερό. Το πώς, βέβαια, όταν στοχαστούμε από την ουσία του Είναι, η ποίηση, η ευχαριστία και η σκέψη παραπέμπουν η μία στην άλλη και συγχρόνως διαχωρίζονται, πρέπει εδώ να παραμείνει ανοικτό. Πιθανώς η ευχαριστία και η ποίηση πηγάζουν, με διαφορετικό τρόπο, από την αρχέγονη σκέψη, την οποία χρειάζονται, χωρίς όμως να μπορούν οι ίδιες να είναι σκέψη.

Γνωρίζουμε ασφαλώς πολλά για τη σχέση της φιλοσοφίας και της ποίησης. Δεν γνωρίζουμε όμως τίποτε για τον διάλογο των ποιητών και των στοχαστών, οι οποίοι «κατοικούν κοντά, επάνω στα πιο απομακρυσμένα μεταξύ τους βουνά».

Ένας από τους ουσιώδεις τόπους της αφωνίας είναι η αγωνία, με την έννοια του τρόμου στον οποίο η άβυσσος του μηδενός διαθέτει τον άνθρωπο. Το μηδέν, ως το Άλλο σε σχέση με το ον, είναι το πέπλο του Είναι³. Μέσα στο Είναι έχει ήδη αρχέγονα ολοκληρωθεί κάθε πεπρωμένο του όντος.

Το τελευταίο ποίημα του τελευταίου ποιητή της αρχέγονης ελληνικής εποχής, ο Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ του Σοφοκλή, κλείνει με τον λόγο που στρέφεται, πέρα από κάθε δυνατότητα αναστοχασμού, προς την κρυμμένη ιστορία αυτού του λαού και διαφυλάσσει την είσοδό του στην άγνωστη αλήθεια του Είναι:

Ἀλλ᾽ ἀποπαύετε μηδ᾽ ἐπὶ πλείω
θρῆνον ἐγείρετε·
πάντως γὰρ ἔχει τάδε κῦρος.

Αλλά πάψτε τώρα, και ποτέ πια στο εξής
μην ξυπνήσετε τον θρήνο·
διότι παντού το συμβεβηκός διαφυλάσσει μέσα του
την απόφαση της ολοκλήρωσης. (μετάφραση του Heidegger)

[ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΙΣΤΗΚΕ ΠΕΙΣΤΗΚΕ. ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ, (Hannah Arendt)]

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Εισαγωγή: οι έννοιες της αληθινής και της ψευδούς θεολογίας 1


Εισαγωγή: οι έννοιες της αληθινής και της ψευδούς θεολογίας 1
Σειρά μαθημάτων του Stefano Fontana, με θέμα:
Από την ψευδή φιλοσοφία στην ψευδή θεολογία


Να που βρισκόμαστε ξανά μαζί, αγαπητοί φίλοι, μετά την παύση· είμαστε στην αρχή μιας νέας χρονιάς της Σχολής Χριστιανικής Φιλοσοφίας. Καλωσορίζω όλους, εκείνους που θα παρακολουθήσουν ζωντανά απόψε, συμμετέχοντας ενδεχομένως και με εμβαθύνσεις και ερωτήσεις στη συζήτησή μας, και καλωσορίζω θερμά όσους, μη μπορώντας να το κάνουν απόψε, θα συνδεθούν προσεχώς, διότι, όπως γνωρίζετε, τα βιντεομαθήματά μας παραμένουν στη διάθεση των εγγεγραμμένων.
Είμαι πολύ χαρούμενος που ξαναρχίζω την πορεία μαζί σας· το λέω για εκείνους —το είδα από τα ονόματα των εγγεγραμμένων— που έχουν ήδη παρακολουθήσει προηγούμενα μαθήματα για τη χριστιανική φιλοσοφία, αλλά είμαι επίσης χαρούμενος που συναντώ, εντός εισαγωγικών, εικονικά, πολλούς που εγγράφηκαν για πρώτη φορά σε αυτή τη σχολή.
Με χαροποιεί που συμβαίνει αυτό, δηλαδή ότι υπάρχει εκείνος ο σκληρός πυρήνας των αφοσιωμένων, με τους οποίους είμαι πολύ δεμένος, πλέον και με σχέση φιλίας, αλλά και ότι ο λόγος διευρύνεται, ότι το κύμα διευρύνεται, και ότι άλλοι συμμετέχουν σε αυτή τη δική μας πρωτοβουλία.
Ξέρετε ποιος είναι ο φετινός τίτλος; Από την ψευδή φιλοσοφία στην ψευδή θεολογία. Την ψευδή φιλοσοφία την εξετάσαμε πέρυσι· πράγματι, ολόκληρη η χρονιά, και οι δύο ενότητες, ήταν αφιερωμένες στους εχθρούς της χριστιανικής φιλοσοφίας, δηλαδή στην ψευδή φιλοσοφία.
Βέβαια δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε εκεί, διότι πάντοτε υποστηρίζαμε ότι, εφόσον η φιλοσοφία είναι ένα θεμελιώδες εργαλείο για τη θεολογία, αν σφάλει κανείς στη φιλοσοφία, θα έχει έπειτα μια κακή θεολογία. Να γιατί ήταν φυσικό, ύστερα από το θέμα της περσινής σχολής, να ακολουθήσει το θέμα της φετινής, για να δείξουμε, αν θέλετε, ότι η βασική μας παραδοχή είναι αληθινή: δηλαδή ότι χωρίς τη recta ratio, χωρίς τον ορθό λόγο, ακόμη και η νόηση της πίστεως —διότι αυτό είναι η θεολογία— εκλείπει, διαφθείρεται, μολύνεται βαθιά από μέσα.
Αυτό το μάθημα, όμως, όπως είδατε ή ασφαλώς θα είδατε από το πρόγραμμα, δεν θα μας βάλει άμεσα στην εξέταση ενός από τους πολλούς θεολόγους που ανέπτυξαν μια κακή θεολογία.
Θα το κάνουμε από το επόμενο μάθημα. Θεώρησα σημαντικό να αρχίσουμε απόψε θέτοντας ορισμένες εννοιολογικές βάσεις, ώστε να συνεννοηθούμε για το τι θέλουμε να πούμε όταν μιλούμε για ψευδή φιλοσοφία και, φυσικά, για αληθινή φιλοσοφία· ή όταν έπειτα μιλούμε για ψευδή θεολογία και αντίστοιχα για αληθινή θεολογία. Όταν χρησιμοποιούμε αυτές τις εκφράσεις, τι ακριβώς εννοούμε;
Χαίρομαι που το κάνω και επειδή, όπως έλεγα πριν, είναι πολλοί οι εγγεγραμμένοι που δεν παρακολούθησαν τις προηγούμενες ενότητες και εκδόσεις της σχολής μας χριστιανικής φιλοσοφίας. Γι’ αυτό, αν μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω πέντε λεπτά, θα ήθελα έπειτα να κάνω λίγη προϊστορία της φετινής σχολής, λίγο υπόβαθρο, για να ξανασυνδεθούμε με μια πορεία που δεν την αρχίσαμε χθες, ούτε προχθές, αλλά εδώ και αρκετό καιρό.
Λοιπόν, όπως γνωρίζετε, είχα γράψει ένα βιβλίο που τιτλοφορείται Η χριστιανική φιλοσοφία. Σας το δείχνω· πολλοί από εσάς το έχετε δει, το έχετε διαβάσει· φυσικά όλα τα βιβλία μου είναι διαθέσιμα στον ιστότοπο του Παρατηρητηρίου. Αφού έγραψα αυτό το βιβλίο, Η χριστιανική φιλοσοφία, άρχισα να κάνω μια σχολή χριστιανικής φιλοσοφίας.
Εφόσον το βιβλίο χωρίζεται σε έξι μεγάλες ενότητες ή έξι μεγάλα κεφάλαια, κάθε έκδοση της σχολής χριστιανικής φιλοσοφίας αναπτυσσόταν σε έξι θεματικές ενότητες, με διάφορα μαθήματα για κάθε ενότητα. Υπήρξε μια μακρά πορεία, διότι καθεμία από αυτές τις σχολές συνεπαγόταν τρία ολόκληρα χρόνια. Έκανα δύο κύκλους εκείνης της σχολής.
Έπειτα, αφού ολοκληρώθηκαν αυτοί οι δύο κύκλοι —μάλλον, κατά τη διάρκεια αυτών των δύο κύκλων—, έγραψα και άλλα πράγματα πάνω στην έννοια της χριστιανικής φιλοσοφίας. Για παράδειγμα, στο βιβλίο Καθολικός αθεϊσμός, σας το δείχνω κι αυτό, αν και πιθανότατα το γνωρίζετε ήδη, υπάρχει ένα κεφάλαιο ολόκληρο αφιερωμένο στη χριστιανική φιλοσοφία. Ένα άλλο βιβλίο μου, Η σοφία των μεσαιωνικών, αφιερωμένο στη μεσαιωνική φιλοσοφία, έχει μια αρκετά εκτενή εισαγωγή αφιερωμένη στο να εξηγήσει τι είναι η χριστιανική φιλοσοφία, γιατί η μεσαιωνική φιλοσοφία υπήρξε χριστιανική φιλοσοφία.

Λοιπόν, έχουμε πίσω μας μια αρκετά ουσιαστική, αρκετά μακρά πορεία, και παρατηρώ ότι πολλοί από όσους είναι και απόψε συνδεδεμένοι ή πάντως εγγεγραμμένοι έχουν ζήσει λίγο-πολύ —κάποιοι μάλιστα από την αρχή— όλη αυτή την πορεία. Αφού ολοκληρώθηκε αυτή η πορεία, για να μην επανεκδώσω ακόμη μία φορά έναν ολόκληρο κύκλο, σκέφτηκα πέρυσι ακριβώς να μετατοπίσω την προσοχή στους εχθρούς της χριστιανικής φιλοσοφίας· αλλά το κριτήριο ήταν πάντοτε εκείνο της χριστιανικής φιλοσοφίας, εκείνο που είχαμε εκθέσει στα μαθήματα, στις προηγούμενες σχολές.
Πέρυσι εξετάσαμε όλους τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της νεωτερικότητας και της συγχρονίας και τους αξιολογήσαμε επίσης, τους ασκήσαμε κριτική· μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι τους καταδικάσαμε —όχι προσωπικά, αλλά ως προς τη διάταξη της σκέψης τους.
Και να που φτάσαμε λοιπόν στη φετινή χρονιά. Και εδώ, και φέτος, θα αντιμετωπίσουμε το θέμα της ψευδούς θεολογίας. Με ποια γυαλιά, με ποιες οπτικές γωνίες, με ποια κριτήρια εξέτασης, διάκρισης και αξιολόγησης; Πάντοτε με εκείνο: δηλαδή με την έννοια της χριστιανικής φιλοσοφίας, διότι μέσα σε αυτή την έννοια βρίσκεται ολόκληρη η αληθινή διάταξη της σχέσης ανάμεσα στην πίστη και τον λόγο.
Να γιατί —και επιστρέφω στο σημείο— να γιατί απόψε σκέφτηκα όχι να αρχίσω αμέσως με την παρουσίαση ενός θεολόγου που εκφράζει μια ψευδή θεολογία, αλλά να ξαναπιάσω ορισμένες βασικές έννοιες, πολύ συνοπτικά φυσικά, επειδή ερχόμαστε από αυτή την πορεία και πρέπει πάντοτε να ξαναξεκινούμε από την πορεία που έχει γίνει. Φυσικά, όποιος είναι νέος και εγγράφηκε για πρώτη φορά, ας γνωρίζει ότι στην ενότητα «Σχολές» του ιστότοπού μας υπάρχει ο κατάλογος όλων των σχολών που έγιναν μέχρι τώρα, με τη δυνατότητα και προεγγραφής· τα μαθήματά μας δεν λήγουν ποτέ.
Λοιπόν, και απόψε, όπως γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν την εργασία μας, έχω παρουσιάσει διαφάνειες· να ξέρετε ότι μπορείτε να τις ζητήσετε από τη γραμματεία μας και θα σας σταλούν. Ευχαριστώ σε αυτό το σημείο την Esther Maria Ledda, η οποία, όπως πάντα, είναι η ιστορική σκηνοθέτις της δραστηριότητάς μας.
Έχω ετοιμάσει για απόψε δεκατρείς διαφάνειες —ο αριθμός φέρνει τύχη—, χωρισμένες σε αυτά τα τέσσερα περάσματα, αυτά τα τέσσερα στάδια που σας παρουσιάζω αμέσως, ώστε να έχετε μπροστά σας την εικόνα της πορείας που θα κάνουμε.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να διευκρινίσουμε την έννοια της ψευδούς φιλοσοφίας· και για να το κάνουμε, το καλύτερο είναι να δείξουμε τι είναι η αληθινή φιλοσοφία, η recta ratio. Το πρώτο στάδιο θα έχει αυτόν τον στόχο: να διευκρινίσει τι είναι η αληθινή φιλοσοφία· και φυσικά, συμμετρικά, θα αναδυθεί τι είναι η ψευδής φιλοσοφία, μέσω άρνησης ή αντιπαράθεσης.
Πρόκειται για τέσσερις διαφάνειες παρμένες από διάφορους συγγραφείς, διότι πριν ακόμη δώσει η πίστη κριτήρια για να καθοριστεί ποια είναι η αληθινή φιλοσοφία, είναι η ίδια η φιλοσοφία που, δυνάμει της ίδιας της φύσης της, της μορφής της, του σκοπού της και της μεθόδου της —είναι η ίδια η φιλοσοφία, είναι ο ίδιος ο λόγος— που θα είχε, χρησιμοποιώ την υποθετική έγκλιση για λόγους που θα πούμε έπειτα, θα είχε μέσα του την ικανότητα να καταλαβαίνει πότε βρίσκεται στο αληθές ή πότε βρίσκεται στο ψευδές.
Άρα αρχίζουμε από εδώ· αρχίζουμε βλέποντας τι λέει ο λόγος για τη recta ratio, δηλαδή για τη δική του ικανότητα να είναι αληθινός. Έπειτα κάνουμε ένα πέρασμα για να συνδέσουμε αυτό που ο λόγος μόνος του είναι σε θέση να πει για τη δική του αλήθεια με το πρόβλημα της πίστης. Και έπειτα, τρίτο πέρασμα, με άλλες δύο διαφάνειες, θα περιγράψουμε την υπηρεσία αξιοπιστίας της πίστης που προσφέρει ο λόγος· διότι η κύρια συμβολή που ο αληθινός λόγος, η recta ratio, δίνει στην πίστη είναι να καθορίζει τα κριτήρια αξιοπιστίας της, από ορθολογική άποψη φυσικά, από φυσική άποψη. Και θα δούμε πώς η πίστη δεν μπορεί να τα στερηθεί, δεν μπορεί να τα στερηθεί.
Τελευταίο στάδιο: μέσα όμως σε αυτή τη σχέση ανάμεσα στη recta ratio και τη religio vera, ή αντιθέτως, για να το θέσουμε αρνητικά, ανάμεσα στην ψευδή φιλοσοφία και την ψευδή θεολογία, μέσα σε αυτή τη σχέση θα διευκρινίσουμε κάτι θεμελιώδες: ότι το πρωτείο ανήκει στην πίστη, χωρίς με αυτό να αφαιρείται τίποτε από τον λόγο. Αντιθέτως, αυτό, όπως θα δούμε, θα είναι ένας από τους θεμελιώδεις λόγους για τους οποίους και ο ίδιος ο λόγος θα αποκομίσει όφελος, διότι όταν ο λόγος αξιώνει να τα κάνει μόνος του, μολύνει τον εαυτό του περισσότερο παρά βελτιώνεται, αναπτύσσεται και καθαίρεται· κανείς δεν καθαίρεται μόνος του, κανείς δεν δίνει στον εαυτό του αυτό που δεν έχει.

Αυτή είναι η πορεία μας. Και λοιπόν θα άρχιζα με έναν ορισμό που παίρνω από την εγκύκλιο Fides et Ratio του Ιωάννη Παύλου Β΄, ο οποίος είναι ακριβώς ο ορισμός του ορθού λόγου, δηλαδή της ορθής φιλοσοφίας, της αληθινής φιλοσοφίας.

Έχουμε ορθό λόγο όταν ο λόγος κατορθώνει να διαισθάνεται και να διατυπώνει τις πρώτες και καθολικές αρχές του είναι και να συνάγει ορθά από αυτές συνεπή συμπεράσματα λογικής και δεοντολογικής τάξης. Δεοντολογικής σημαίνει ηθικής· αφορά τις πράξεις, την ανθρώπινη πράξη, τις συμπεριφορές.

Επομένως, όποιος θα αρνιόταν ότι ο λόγος έχει την ικανότητα να γνωρίζει —καλύτερα να πούμε να διαισθάνεται· μπορεί να πει κανείς και γενικά να γνωρίζει— τις πρώτες αρχές του είναι, αυτός παίρνει τον δρόμο της ψευδούς φιλοσοφίας.
Γιατί; Διότι δεν θα έχει τα θεμέλια από τα οποία να συναγάγει έπειτα συνεπή συμπεράσματα συλλογισμού, δηλαδή σύμφωνα με τη λογική τάξη, ή συμπεράσματα που να τον καθοδηγούν να πράττει το καλό, δηλαδή συμπεράσματα δεοντολογικού χαρακτήρα.
Αυτός είναι ένας ορισμός, ας πούμε έτσι, ακόμη πολύ ευρύς, όχι πολύ άμεσος, ας πούμε, όχι πολύ συγκεκριμένος· όμως το γεγονός ότι χρησιμοποιεί, όπως θα δούμε τώρα, τις εκφράσεις «πρώτες αρχές» και τη λέξη «είναι», καθώς και τη λέξη «διαισθάνεται», δείχνει ότι είναι ήδη ένας αρκετά ενδιαφέρων ορισμός.
Ο άγιος Θωμάς, εδώ —το βλέπουμε στην επόμενη διαφάνεια, στη διαφάνεια αριθμός δύο, ευχαριστώ Esther— διευκρινίζει, εμβαθύνει, αν θέλουμε, συγκεκριμενοποιεί ίσως, γεμίζει με νόημα αυτό που μόλις διαβάσαμε, το οποίο, αν και είναι πολύ ενδιαφέρον, παραμένει ακόμη μάλλον γενικό.


Ο άγιος Θωμάς στη Summa λέει ότι η γνώση μπορεί να αφορά μόνο το είναι, διότι τίποτε δεν μπορεί να γνωσθεί εκτός από το αληθές, το οποίο είναι μετατρέψιμο με το είναι. Εδώ λοιπόν ο άγιος Θωμάς λέει κάτι θεμελιώδες: εμείς πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε το είναι. Προηγουμένως είπα, σχολιάζοντας την προηγούμενη διαφάνεια, ότι αν κάποιος αρχίζει αρνούμενος τη δυνατότητα να γνωρίσει τις πρώτες αρχές του είναι, βαδίζει προς την ψευδή θεολογία.

Λοιπόν, αυτή η δυνατότητα, από μια άποψη αυστηρά σχετική με τη θεωρία της γνώσεως, δεν μπορεί να αρνηθεί. Όλοι γνωρίζουν το είναι, ακόμη κι αν το αρνούνται, ακόμη κι αν επινοούν φιλοσοφικές θέσεις, φιλοσοφικές οπτικές, που αρνούνται την ύπαρξη του είναι και τη γνώση του είναι. Αλλά αν μείνουμε στο γνωσιολογικό επίπεδο, δηλαδή στην ορθή διδασκαλία περί γνώσεως, πρέπει να αναγνωρίσουμε μαζί με τον άγιο Θωμά, με αυτή τη φράση του αγίου Θωμά, ότι όταν λέμε «γνωρίζουμε», δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε το είναι, διότι το μη-είναι δεν είναι γνωρίσιμο.

Όταν λέγεται «γνωρίζω», ή όταν βιώνεται η γνώση, όταν γίνεται η εμπειρία του γνωρίζειν, είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε το είναι, διότι το μη-είναι δεν είναι γνωρίσιμο. Αλλά, θα μπορούσε να πει κάποιος, δεν γνωρίζω το είναι της αλήθειας, εγώ γνωρίζω το αληθές, και το αληθές είναι αυτό που παρουσιάζεται στη συνείδησή μου, δεν είναι το είναι. Αυτό είναι το σφάλμα της νεωτερικής φιλοσοφίας, από τον Καρτέσιο και έπειτα· αλλά αυτή η τοποθέτηση στερείται συνέπειας, διότι τι είναι το αληθές; Μας το λέει ο άγιος Θωμάς: το αληθές είναι το ίδιο το είναι· είναι, ας πούμε έτσι, το είναι καθόσον είναι γνωρίσιμο από τον νου, και τότε το ονομάζουμε αληθές.

Αλλά ένα πράγμα που είναι, είναι αληθές, έχει την ιδιότητα να είναι αληθές. Ένα πράγμα που δεν είναι, που δεν υπάρχει, δεν έχει την ιδιότητα να είναι αληθές. Όταν εμείς γνωρίζουμε κάτι αληθές, σημαίνει ότι γνωρίζουμε κάτι που είναι. Η σύλληψη της αλήθειας στον άγιο Θωμά, η οποία είναι η ρεαλιστική σύλληψη, είναι εκείνη της αντιστοιχίας του νου προς τα πράγματα, προς την πραγματικότητα, προς το είναι.

Αν εγώ πω ότι ένα πράγμα υπάρχει, ενώ αντιθέτως δεν υπάρχει, σφάλλω. Αν εγώ πω ότι ένα πράγμα δεν υπάρχει, ενώ αντιθέτως υπάρχει, σφάλλω. Αν εγώ πω ότι αυτό το πράγμα είναι αυτό το πράγμα, ενώ αντιθέτως αυτό το πράγμα είναι ένα άλλο πράγμα, σφάλλω.

Το μέτρο της αλήθειάς μας είναι η πραγματικότητα, και με την πραγματικότητα εμείς βρισκόμαστε εξαρχής σε άμεση σχέση, διότι δεν υπάρχει γνώση χωρίς ένα είναι που να γνωρίζεται. Έλεγε ο Chesterton: δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται χωρίς κάτι να σκέφτεται. Λοιπόν, εγώ μετασχηματίζω τη φράση: δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει χωρίς κάτι να γνωρίζει· και αυτό το κάτι προς γνώση είναι το είναι, είναι τα πραγματικά υπάρχοντα πράγματα.


Μια αληθινή φιλοσοφία δεν μπορεί να στερείται αυτό το στοιχείο, διότι αν η φιλοσοφία θέτει υπό αμφισβήτηση ότι μπορεί να γνωριστεί το είναι, δίνει χώρο στις δικές της υποθέσεις περί του είναι, στις δικές της προλήψεις περί του είναι, στην προβολή μέσα στη γνώση εκείνου που εμείς θέλουμε να βάλουμε, αντί να μένουμε αντικειμενικά σε αυτό που μας λέει η πραγματικότητα.

Και ιδού η άλλη θαυμαστή φράση του αγίου Θωμά:
το να γνωρίζει κανείς κάτι προηγείται του τρόπου με τον οποίο το γνωρίζει. Όταν η δική μας νόηση ανοίγεται, δηλαδή γνωρίζει, αμέσως το είναι είναι ήδη εκεί, παρόν, διότι δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει παρά μόνο γνωρίζοντας κάτι.

Επομένως εμείς πρώτα γνωρίζουμε και έπειτα εμβαθύνουμε στο πώς καταφέραμε να γνωρίσουμε. Η γνωσιολογία, δηλαδή η φιλοσοφία που μελετά τη γνώση, έρχεται μετά τη μεταφυσική, η οποία είναι η φιλοσοφία, το υψηλότερο μέρος της φιλοσοφίας, που μελετά την πραγματικότητα, το είναι στην καθολικότητά του. Αντιθέτως, το νεωτερικό, όπως γνωρίζετε, ανέτρεψε τους όρους και είπε: όχι, η γνωσιολογία ή κριτηριολογία ή κριτικό πνεύμα, ο κριτικισμός, έρχεται πριν από τη γνώση.

Πρώτα αναρωτιέμαι πώς γνωρίζω και έπειτα γνωρίζω. Δεν είναι έτσι, και γιατί αν εγώ πρώτα καθορίσω πώς γνωρίζω, έπειτα καταλήγω να γνωρίζω αυτό που θέλω εγώ, επειδή εγώ καθόρισα πώς να γνωρίζω. Με αυτόν τον τρόπο, αντιθέτως, αν η γνώση κάποιου πράγματος προηγείται του «πώς», εγώ δεν καθορίζω το «πώς»· είναι το ίδιο το είναι που μου δείχνει πώς κατάφερα να το γνωρίσω και επομένως μου δείχνει πώς γνωρίζω.

Η τρίτη διαφάνεια, πάντοτε μέσα σε αυτό το πεδίο της recta ratio, με τον τρόπο του ο Etienne Gilson λέει όλα αυτά με άλλα λόγια, αλλά θέλει να σημάνει ακριβώς αυτό που μόλις είπε ο άγιος Θωμάς. Ο νους τείνει άμεσα, με τρόπο προθετικό, προς το αντικείμενο όπως είναι καθαυτό και όχι όπως είναι μέσα μας, δηλαδή τείνει προς την εξωτερική πραγματικότητα, την πραγματικότητα που βρίσκεται έξω από εμένα ως τέτοια. Καταλαβαίνετε ότι είναι το ίδιο πράγμα που είδαμε προηγουμένως.

Εδώ όμως κάνω μια παρατήρηση πάνω στο επίθετο «προθετικός», πάνω στη λέξη «προθετικότητα». Προσοχή, διότι αυτό είναι αποφασιστικό σημείο για να διακρίνουμε την ψευδή και την αληθινή φιλοσοφία. Αν υπάρχει μια πρόθεση στο υποκείμενο, ήδη παρούσα στο υποκείμενο πριν από τη γνώση, τότε το υποκείμενο προβάλλει αυτή τη δική του πρόθεση της συνείδησης πάνω στο αντικείμενο.

Αυτό είναι ψευδής φιλοσοφία. Τίποτε δεν μπορεί να προηγείται της άμεσης γνώσης του είναι από τη δική μας νόηση. Αυτή είναι μια συνθετική, πρωταρχική, άμεση πρόσληψη.

Αρκεί να ανοίξει κανείς τη νόηση. Πώς; Όπως αρκεί να ανοίξει κανείς τα μάτια για να δει το φως. Άρα το να λέμε ότι υπάρχει μια προθετικότητα στο υποκείμενο πριν από τη γνώση του αντικειμένου και ότι αυτή προσανατολίζει τη γνώση του αντικειμένου σημαίνει ήδη ότι παίρνουμε τον δρόμο της ψευδούς φιλοσοφίας.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Είναι διαφορετικό το ότι, όταν το υποκείμενο αναπτύσσει μια δική του προθετικότητα προς το αντικείμενο, αυτό συμβαίνει επειδή το αντικείμενο είναι ήδη εκεί, το έχει ήδη γνωρίσει. Άλλωστε, αγαπητοί φίλοι, πώς μπορώ εγώ να είμαι προσανατολισμένος προθετικά προς κάτι, αν αυτό το κάτι δεν υπάρχει ακόμη και δεν το έχω ακόμη γνωρίσει; Θα ήμουν προσανατολισμένος προς το κενό, θα ήμουν προσανατολισμένος προς το μηδέν και η συνείδησή μου θα ήταν συνείδηση του μηδενός.

Αντιθέτως, συμβαίνει το αντίθετο. Πρώτα γνωρίζει κανείς και έπειτα ο νους προσανατολίζεται, η intentio mentis του αγίου Θωμά, προς εκείνο το αντικείμενο για να το εμβαθύνει, για να το γνωρίσει καλύτερα, αλλά επειδή είναι ήδη παρόν σε αυτόν. Ιδού λοιπόν ένα ακόμη θεμελιώδες κριτήριο για τον καθορισμό της αληθινής και της ψευδούς φιλοσοφίας.

Προχωρούμε προς τη διαφάνεια αριθμός τέσσερα. Εδώ είναι ο πατήρ Cornelio Fabro, ο οποίος λέει: η πρώτη βεβαιότητα —προσέξτε, είναι μια βεβαιότητα· γνωρίζετε ότι μια αλήθεια είναι προφανής όταν είναι άμεση και δεν αποδεικνύεται, δεν έχει ανάγκη να αποδειχθεί, επειδή είναι ήδη σαφής καθαυτή— η πρώτη βεβαιότητα είναι ότι το ον υπάρχει, δηλαδή το είναι, τα πράγματα υπάρχουν· αυτό είναι το πρώτο ξύπνημα της συνείδησης. Η συνείδηση δεν υπάρχει πριν· η συνείδηση ξυπνά γνωρίζοντας, και χωρίς το είναι που πρέπει να γνωριστεί, η συνείδηση δεν ξυπνά, παραμένει ναρκωμένη μέσα στον εαυτό της· και το ον, μέσα στην άμεση αυτοπροσφορά του, φωτίζεται από μόνο του.

Επομένως, η αυτοπροσφορά του όντος στη συνείδηση —το ον είναι— είναι συνθετική πράξη της συνείδησης και τίποτε άλλο δεν μπορεί να είναι. Ανάμεσα στη συνείδηση και στο ον, την πραγματικότητα, το είναι, τα πράγματα, υπάρχει μια σύνθεση· και η συνείδηση φωτίζεται ως τέτοια την ίδια εκείνη στιγμή κατά την οποία γνωρίζει. Πριν από αυτό δεν υπάρχει συνείδηση, ενώ όλη η ψευδής φιλοσοφία θεωρεί ότι υπάρχει η συνείδηση και ότι έπειτα η συνείδηση κάνει κάποια πορεία για να φτάσει γνωστικά στο είναι. Αυτή είναι η ψευδής φιλοσοφία.

Ωραία. Αφού είπαμε αυτό, ας δούμε τώρα δύο διαφάνειες που συνδέουν αυτή τη recta ratio με το πρόβλημα της πίστης, διότι μέχρι τώρα κάναμε μόνο έναν λόγο περί λόγου. Εδώ παίρνω ξανά ένα χωρίο του Μονσινιόρ Antonio Livi, ο οποίος είναι δάσκαλος από αυτή την άποψη και λέει ότι ο μεταφυσικός ρεαλισμός είναι η ίδια η λογική της πίστης. Μα πώς; Είπαμε ότι οι σκέψεις που κάναμε μέχρι τώρα είναι σκέψεις μόνο του λόγου, έτσι δεν είναι; Ορθολογικές.

Δεν βάλαμε ακόμη καθόλου στη μέση την πίστη. Και τώρα, αντιθέτως, ο Antonio Livi μας λέει ότι ο μεταφυσικός ρεαλισμός είναι η ίδια η λογική της πίστης, καθόσον η θεία αποκάλυψη απευθύνεται στον άνθρωπο με μια γλώσσα που προϋποθέτει ότι αυτός έχει αληθινή εμπειρία του κόσμου. Αυτό είναι ενδιαφέρον.

Προσοχή, δεν είναι ότι η θεία αποκάλυψη περιορίζεται να μας λέει τα ίδια πράγματα που μας λέει ο λόγος, προφανώς· αλλά για να μας πει τα πράγματα που θέλει να μας πει, η θεία αποκάλυψη υποθέτει, προϋποθέτει, ότι εμείς μπορούμε να γνωρίσουμε την αλήθεια, διότι μας μεταδίδει μια αλήθεια. Και πώς θα μπορούσε η θεία αποκάλυψη να μας μεταδώσει αλήθειες, αν εμείς δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε την αλήθεια;

Επομένως προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος έχει μια αληθινή εμπειρία του κόσμου καθαυτού, και ότι γνωρίζει τον Θεό ήδη με μόνο τον φυσικό λόγο· ασφαλώς per speculum et in aenigmate, όπως λέγεται, δηλαδή σαν μέσα σε καθρέφτη και μέσα στο μυστήριο, βέβαια· αλλά μια γνώση του Θεού ο άνθρωπος πρέπει να είναι ικανός να έχει. Αλλιώς η θεία αποκάλυψη δεν θα είχε εκείνο το φυσικό στήριγμα, ας το ονομάσουμε έτσι, αληθειακό, που επιτρέπει στον άνθρωπο να ανοιχθεί και στην υπερβατική αλήθεια.

Και αν ο άνθρωπος ήταν ανίκανος γι’ αυτό, δεν θα μπορούσε να δεχθεί κανένα υπερβατικό μήνυμα. Για αυτόν τον λόγο —και περνούμε στη διαφάνεια αριθμός έξι— αν το αρνηθεί κανείς αυτό, πέφτει αναπόφευκτα στον αθεϊσμό. Δηλαδή, αν αρνηθεί κανείς ότι η ανθρώπινη νόηση είναι ικανή να γνωρίσει την αλήθεια και το είναι ως αληθές, η συνέπεια έπειτα δεν μπορεί να είναι η παραδοχή του Θεού, αλλά είναι αναγκαστικά η άρνηση του Θεού.

Ιδού λοιπόν ο βαθύς δεσμός που υπάρχει ανάμεσα στη recta ratio και την πίστη. Στις πρώτες τέσσερις διαφάνειες μιλήσαμε μόνο για τη recta ratio από ορθολογική άποψη. Με αυτή την πόρτα που άνοιξε ο Antonio Livi και τώρα με τη φράση που θα χρησιμοποιήσουμε του πατρός Fabro, καταλαβαίνουμε ότι η αρχική επιλογή υπέρ της αληθινής ή της ψευδούς φιλοσοφίας είναι θεμελιώδης για τη θεολογία.

Γράφει ο Fabro: ο πρώτος και θεμελιώδης λόγος του νεωτερικού αθεϊσμού πρέπει να αναζητηθεί στο πρώτο βήμα της σκέψης. Όταν η αρχή γίνεται με το cogito, δηλαδή όταν ξεκινά κανείς από τη συνείδηση και όχι από το είναι, με την πράξη της σκέψης που έχει απομακρύνει από τον εαυτό της κάθε περιεχόμενο του είναι, η φιλοσοφία έχει αρνηθεί καθαυτή τη θεμελίωσή της στο είναι και έχει θέσει το είναι σε εξάρτηση από τη σκέψη. Αυτό βρίσκεται στη βάση, σύμφωνα με τον Fabro, του νεωτερικού αθεϊσμού.

Πράγματι, η φράση είναι παρμένη από το γνωστό και ογκώδες βιβλίο του, Εισαγωγή στον νεωτερικό αθεϊσμό. Ιδού, αγαπητοί φίλοι, λοιπόν: η σχέση της recta ratio με τη θεολογία υπάρχει, είναι αναπόφευκτη. Εκείνο που είναι ενδιαφέρον είναι να καταλάβουμε ότι η συμβατότητα με τη θεολογία ή η μη συμβατότητα με τη θεολογία παίζονται ήδη στο πρώτο βήμα της σκέψης, όπως λέει εδώ ο πατήρ Fabro.

Δηλαδή, αν λέγεται: υπάρχει η συνείδησή μου και έπειτα η γνώση γνωρίζει το είναι, εκεί πέφτει κανείς στον εμμενισμό και στον Θεό δεν θα φτάσει ποτέ. Ή, αντιθέτως, αν λέγεται: η νόησή μας είναι άμεσα ανοιχτή, μέσω μιας πρωταρχικής συνθετικής πρόσληψης, στο είναι από την πρώτη στιγμή, και η συνείδησή μας γίνεται συνειδητή επειδή γνωρίζει το είναι· τότε υπάρχει η δυνατότητα της υπέρβασης και επομένως και του ανοίγματος στις θείες αλήθειες.

Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει μια αλήθεια με τις δικές του δυνάμεις, δεν θα μπορέσει ούτε να γνωρίσει ως αληθινές τις αποκαλυμμένες αλήθειες. Ας δούμε τώρα δύο διαφάνειες που μας φωτίζουν ακόμη περισσότερο σχετικά με την αληθινή και την ψευδή φιλοσοφία, διότι η αληθινή φιλοσοφία παράγει τους λόγους αξιοπιστίας της πίστης.

Εδώ λέει ο Gilson, στο βιβλίο Η φιλοσοφία του Μεσαίωνα: ασφαλώς, μια ορισμένη εργασία του λόγου πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης στις αλήθειες της πίστης· και αυτό το είδαμε τώρα.

Συνεχίζεται