Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jochen Kirchhoff - Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jochen Kirchhoff - Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος γ

 Συνέχεια από: Tετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025



Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος γ

Του Jochen Kirchhoff

https://www.youtube.com/watch?v=F3qlJk4I6Kc


Λοιπόν, τώρα ας έρθουμε στα κεντρικά σημεία της Φιλοσοφίας της Φύσης του Schelling.


Θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω τα κεντρικά σημεία. Είναι δέκα βασικά σημεία στον Schelling, τα οποία επαναλαμβάνει διαρκώς και αναπτύσσει κάθε φορά με νέες προσεγγίσεις. Δέκα σημεία.

Πρώτο σημείο.

Το σύμπαν είναι ένας απόλυτος οργανισμός· οργανικός στο σύνολό του και σε κάθε επιμέρους μέρος του. Στον οργανισμό ανήκει και η οργανωτική αρχή του Πνεύματος. Η αρχή της ζωής είναι πανταχού παρούσα μέσα στο σύμπαν. Κυριολεκτικά, λέει ο Schelling: «Όλα μέσα στο σύμπαν είναι εμψυχωμένα.» Όλα μέσα στο σύμπαν είναι εμψυχωμένα.

Μπορεί κανείς, κατά κάποιον τρόπο, να πει —όπως λέει ο φιλόσοφος Helmut Friedrich Krause— ότι η ψυχή του κόσμου είναι ο χώρος. Ο κοσμικός χώρος είναι η ίδια η ψυχή του κόσμου. Δεν μπορούμε να εξέλθουμε από την ψυχή του κόσμου, όπως δεν μπορούμε να εξέλθουμε από τον χώρο. Είμαστε μέσα στον χώρο. Είμαστε και όντα του χώρου. Και δεν μπορούμε, έτσι απλά, να εξέλθουμε από τον χρόνο. Δεν είναι τόσο απλό.

Δεύτερο σημείο.
Αυτός ο απόλυτος, ολικός οργανισμός είναι η εκδήλωση του Θείου. Όλα τα πράγματα περιέχονται μέσα στον Θεό. Αυτό δεν είναι πανθεϊσμός, αλλά πανανθεϊσμός (Panentheismus). Το Όλον, ως αυτοαποκάλυψη του Θεού, είναι ταυτόχρονα η αυτοθεώρηση και αυτογνώση του Πνεύματος. Η λογική συμμετέχει στο Θείο. Ο απόλυτος οργανισμός —το Πνεύμα— διαπερνά και υφαίνει τα πάντα.

Τρίτο σημείο.
Η ουσία των πραγμάτων είναι η απόλυτη ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου, γνώσης και ύπαρξης. Θα το πω ξανά:
Αυτό που γνωρίζει είναι ταυτόσημο με αυτό που γνωρίζεται. Ο γνωρίζων είναι και ο γνωριζόμενος.
Δεν μπορώ να γνωρίσω τίποτα που δεν είμαι εγώ ο ίδιος. Αυτό θα μου παραμένει για πάντα ξένο. Μπορώ να γνωρίσω πραγματικά τον άλλο άνθρωπο; Δεν μου παραμένει για πάντα άγνωστος; Τι ξέρω τι συμβαίνει στην καρδιά του; Μπορώ να το γνωρίσω; Και αν ναι, πότε, και σε ποιο βαθμό;

Έτσι λοιπόν, έχουμε την απόλυτη ενότητα του υποκειμένου και του αντικειμένου, της γνώσης και της ύπαρξης· μια ενότητα που αγκαλιάζει το πραγματικό και το ιδεατό, το Είναι και τη Συνείδηση.


Και τώρα το καθοριστικό σημείο: Αυτή η οργανική ενότητα εκδιπλώνεται ως δυναμική κλίμακα σταδίων, από το λεγόμενο ανόργανο —το οποίο, ως τέτοιο, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει— προς το οργανικό με την αυστηρή έννοια του όρου.

Χρειάζεται εδώ μια μικρή διευκρίνιση, γιατί πολλοί δεν το γνωρίζουν:
Η ιστορία της επιστήμης είναι κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν. Όταν ακούν τη λέξη «εξέλιξη», σκέφτονται αμέσως τον Charles Darwin. Όμως το γεγονός είναι ότι ήδη στη δεύτερη μισή του 18ου αιώνα ο στοχασμός περί εξέλιξης ήταν αυτονόητος για όλους τους μορφωμένους φυσιοδίφες.

Δεν ήταν ιδέα του Darwin —εκείνο που του ανήκει είναι η αιτιοκρατικο-μηχανιστική εξήγηση και η πλήρης άρνηση κάθε ανώτερου νοήματος, κάθε telos, κάθε σκοπού. Αυτή είναι η αφετηρία του Darwin, όχι η ιδέα της εξέλιξης καθαυτή.

Διάσημος είναι και ο παππούς του Darwin, ο Erasmus Darwin. Αν διαβάσετε στον Goethe τη φράση «Διαβάζω Darwin», θα αναρωτηθείτε:
«Μα πώς; Ο Goethe πέθανε το 1832 —δεν γίνεται!»
Ναι, αλλά εννοεί τον Erasmus Darwin, τον παππού.
Εκείνος είχε ήδη προαναγγείλει, με τρόπο εντυπωσιακό, ολόκληρη τη θεωρία της εξέλιξης που αργότερα θα διατύπωνε ο εγγονός του. Αυτό πολλοί δεν το γνωρίζουν.


Ακόμη και στα Fragmenten του Bernoualis, που διάβασα πριν μερικά χρόνια, εμφανίζεται το όνομα Darwin —κι εκεί ταράζεται κανείς: «Μα πώς, ο Darwin πέθανε το 1831!» Όχι, πρόκειται για τον Erasmus Darwin.

Ο Erasmus Darwin υπήρξε εξαιρετικά επιδραστικός φυσιοδίφης· και ο συσχετισμός μεταξύ ανόργανου και οργανικού κόσμου, ζώων και ανθρώπων, ήταν αυτονόητος. Μάλιστα, εκείνη την εποχή η σχέση ανθρώπου και ζώου νοούνταν με πολύ βαθύτερο τρόπο απ’ ό,τι σήμερα —και αυτό ελάχιστοι το γνωρίζουν.

Ακόμη και το ερώτημα: είναι τα ζώα ευφυή; απαντιόταν καταφατικά, ακόμη και από δηλωμένους ορθολογιστές όπως ο John Locke. Και αυτό επίσης πολλοί δεν το ξέρουν. Υπήρχε λοιπόν η ιδέα της συνοχής των οργανικών βασιλείων, της εξέλιξης από το ανόργανο προς το οργανικό —όπου, αυστηρά μιλώντας, το «ανόργανο» δεν υπάρχει καθόλου.

Αυτό πρέπει να το τονίσουμε: δεν προέρχεται μεν από τον Schelling, αλλά εκείνος το συνεχίζει και το προάγει μέσα από το πνεύμα της εποχής. Είναι σημαντικό να το εντάξουμε ξανά στην ιστορία της επιστήμης, γιατί αυτή είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο. Πολλά πράγματα έχουν ήδη σκεφτεί στο παρελθόν· και πολλά από όσα για δεκαετίες θεωρούνταν «μεγάλη αποκάλυψη» (Hype), τελικά αποδείχθηκαν ψευδαίσθηση. Αυτό πρέπει απλώς να το θυμόμαστε.

Τέταρτο σημείο.
Η εξέλιξη —το φυσικό γίγνεσθαι— είναι μια διαλεκτική διαδικασία γένεσης, μια πορεία που εκτυλίσσεται μέσω αντιθέσεων. Με αυτή την έννοια μιλά ο Schelling για διαλεκτική. Ο Schelling κατηγορεί τον Hegel ότι όλη του η διαλεκτική είναι καθαρά διανοητική, εγκεφαλική.
Στον Hegel έχουμε την πορεία των εννοιών μέσα στην παγκόσμια ιστορία, την αυτοαποκάλυψη του Θεού μέσα στην ιστορία. Φυσικά, στον καθηγητή της φιλοσοφίας Hegel, στο γραφείο του στο Βερολίνο, έρχεται —όπως πίστευε— το Πνεύμα να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του. Αυτό ήταν κάτι που χαρακτήριζε συχνά τους Γερμανούς φιλοσόφους· ούτε ο Schelling εξαιρείται πλήρως από αυτό. (Ούτε και ο Nietzsche, παρεμπιπτόντως.) Έτσι λοιπόν, πίστευε κι εκείνος, στο γραφείο του, ότι ο παγκόσμιος Νους ερχόταν σε αυτοσυνείδηση. Εντάξει, ωραία.

Αλλά, για τον Schelling, όλα αυτά ανήκουν στο γίγνεσθαι· και ό,τι φαίνεται σταθερό, είναι απλώς ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα, όλα είναι ροή. Τα πράγματα είναι φανερώσεις δυνάμεων που έχουν παγιδευτεί· δηλαδή, εκφράσεις ανασχεθεισών ενεργειών. Ακόμη και η ύλη, για τον Schelling, είναι δίνη, συστροφή, περιδίνηση (Wirbel, Verwirbelung). Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύλληψη —στην οποία, εν μέρει, βασίζεται σε ιδέες του Roger Boskovic και άλλων.

Και σε αυτό το πλαίσιο, ο Schelling θεμελίωσε επίσης τον ηλεκτρομαγνητισμό — κάτι που επίσης πολλοί δεν γνωρίζουν. Ναι, ηλεκτρομαγνητισμός· Schelling, αυτός ο, ας πούμε, φανταστικός στοχαστής — ή καλύτερα, ο στοχαστής με φαντασία. Κι όμως, έτσι είναι. Ένας από τους μαθητές του, ο Christian Oersted, Δανός φυσικός, παρατήρησε το 1820 για πρώτη φορά ότι ο ηλεκτρισμός και ο μαγνητισμός συνδέονται μεταξύ τους, ότι δηλαδή ένα ηλεκτρικό ρεύμα προκαλεί και μαγνητική επίδραση. Αυτή θεωρείται η γενέθλια στιγμή του ηλεκτρομαγνητισμού.

Έπειτα ήρθε ο διάσημος λόγος του Faraday, του Άγγλου φυσικού, πειραματιστή. Και την ίδια χρονιά του θανάτου του Goethe, το 1832, ο Schelling δίνει μια διάλεξη για την ηλεκτρομαγνητική επαγωγή. Είπε τότε: «Το έλεγα πάντοτε!» — γιατί η κριτική απέναντί του ήταν πάντα: «Μα αυτό δεν είναι φυσική· ο Schelling δεν έχει ιδέα από φυσική.» Αυτό, όμως, είναι λάθος. Το ίδιο λάθος μπορεί να δει κανείς και στην περίπτωση του Novalis· κι εκείνος υπήρξε εξαιρετικός γνώστης των φυσικών επιστημών. Επίσης και ο Goethe —όποιος έχει ασχοληθεί με τη Θεωρία των χρωμάτων του, γνωρίζει πως υπήρξε άριστος πειραματιστής. Και είναι εντυπωσιακό το πώς και εκείνος έθεσε πολλά πράγματα πειραματικά.

Πέμπτο σημείο.

Ο κόσμος, λέει ο Schelling, είναι ταυτόχρονα η άπειρη αυτοκατάφαση του απόλυτου Πνεύματος, με την πιο ιδεαλιστική έννοια. Το άπειρο αυτό-θέλειν, η βούληση του εαυτού. Κυριολεκτικά: «Το αποτύπωμα αυτής της αιώνιας και άπειρης αυτοβούλησης είναι ο κόσμος.»
Ο Schelling λέει: «Το Θέλειν είναι το Πρωταρχικό Είναι» (Wollen ist Ursein). Αυτό το διακηρύσσει και ο μέσος και ο ύστερος Schelling. Εκεί, φυσικά, μπαίνει στο παιχνίδι ο Schopenhauer, σύγχρονός του, λίγο μεταγενέστερος. Και του αποδόθηκε συχνά η κατηγορία ότι δανείστηκε από τον Schelling την έννοια της παγκόσμιας βούλησης (Weltwille).

Γνωρίζουμε μάλιστα ότι στο προσωπικό του αντίτυπο του έργου του Schelling Über die Freiheit (Για την Ελευθερία), ο Schopenhauer είχε υπογραμμίσει τη φράση «Wollen ist Ursein». Αυτό είναι πια αποδεδειγμένο. Η βούληση παίζει, λοιπόν, κεντρικό ρόλο στη φιλοσοφία του Schelling. Και σχετίζεται επίσης με το Εγώ και την ελευθερία — υπάρχει δηλαδή μια εσωτερική γέφυρα. Γιατί ο Kant, να το θυμίσουμε, δεν ρώτησε μόνο «πώς είναι δυνατή η μαθηματική φυσική», αλλά και «πώς είναι δυνατή η ελευθερία». Αν όλα είναι δεμένα με αιτιακές μηχανιστικές αλυσίδες, τότε η ελευθερία χάνεται. Πού να βρεθεί; Δεν έχει ούτε χαραμάδα να σταθεί.

Αν κάθε πράξη της βούλησης είναι αιτιακά καθορισμένη, τότε τι σημαίνει να θέλω; Αν εγώ, λ.χ., σηκώσω τώρα τη μονογραφία μου για τον Schelling —επειδή ήταν όντως ένας πολύ ωραίος άνδρας, ακόμη και σε μεγάλη ηλικία— τι είναι αυτή η πράξη; Μια πράξη εκ του μηδενός; Ή μήπως υπάρχουν αλυσίδες αιτίων που με οδήγησαν εδώ;

Μα αυτά δεν αποδεικνύονται ούτε από τη φυσική ούτε από τη φυσιολογία. Παραμένει μυστήριο. Η ελευθερία είναι ακόμη ένα μεγάλο μυστήριο. Αλλά ο Schelling δεν εννοεί αυτό. Θεωρεί αυτή τη συζήτηση επιφανειακή. Αυτό που τον απασχολεί είναι: τι θεμελιώνει το Εγώ; πώς έρχομαι καθόλου στον εαυτό μου;

Και αυτή είναι πάντοτε για εκείνον και ηθική ερώτηση — ζήτημα Καλού και Κακού.
Για τον Schelling, η ελευθερία είναι η δυνατότητα του Καλού και του Κακού, όχι η απλή φράση «μπορώ να κάνω ό,τι θέλω». Μπορείς όμως και να θέλεις ό,τι θέλεις; Όχι. Ούτε τα παιδιά δεν μπορούν. «Θέλω.» «Γιατί;» «Απλώς θέλω.» Αυτό είναι το έσχατο θεμέλιο. Η βούληση δεν μπορεί να υπερβληθεί.

Αυτό εννοεί και ο Fichte με το παράξενο σχήμα του: «Το Εγώ θέτει τον εαυτό του ως ελεύθερο ον». Το Μεγάλο Εγώ θέτει το Μικρό Εγώ — μέσα σε μια μαγική πράξη της βούλησης. Υπάρχει μια θαυμάσια άσκηση διαλογισμού: να φανταστεί κανείς ότι όλα όσα είναι, ό,τι είναι, όλη του η βιογραφία, είναι αποτέλεσμα τού ότι ο ίδιος το ήθελε.
«Έτσι το ήθελα.» Ίσως σε μια προγεννητική κατάσταση —όπως το βρίσκουμε και στον Πλάτωνα και σε πολλές πνευματικές παραδόσεις.


«Το ήθελα έτσι. Εγώ το θέλησα.» Τι σημαίνει αυτό; Είναι μια σκέψη-άσκηση: Το ήθελα όπως είναι. Και τώρα απλώς εκτυλίσσεται. Μπορώ να το αλλάξω; Έγραψα εγώ το σενάριο; Μπορώ ακόμη να το ξαναγράψω; Αυτή είναι η ερώτηση. Η δημιουργία, κατά τον Schelling, δεν είναι μία και μοναδική πράξη, αλλά αιώνια διαδικασία.
Ο κόσμος είναι συνεχής δημιουργία.[ΕΚΑΡΤ]


Και ο κόσμος των φαινομένων, του φυσικο-αισθητού, λέει ο Schelling με έναν δύσκολο όρο, είναι ημι-πραγματικός. Είναι πραγματικός — εμπειρικά πραγματικός — αλλά και κατά κάποιον τρόπο μη πραγματικός. Αυτό μάς τρελαίνει μερικές φορές. Όλοι το ξέρουμε: ο βαθύτερος άνθρωπος το νιώθει καθαρά. Η πραγματικότητα είναι όντως εκεί — δεν αμφισβητείται. Και ταυτόχρονα, παλλόμενη, κυμαινόμενη, όχι οριστική. Δεν είναι το Όλον. Κάτι άλλο υπάρχει πίσω, μέσα και πέρα από αυτήν. Και πώς συνδέεται το ένα με το άλλο; Το αισθανόμαστε καθαρά.

Αλλιώς, θα ήταν απλώς ανείπωτα θλιβερό, ένα σκοτεινό δεσμωτήριο. Και τότε, η ολοκληρία του σύμπαντος: η ενότητα μέσα στην απειρότητα και η απειρότητα μέσα στην ενότητα — έτσι κατανοεί ο Schelling τη βαρύτητα. Η βαρύτητα είναι η τάση των μεμονωμένων σωμάτων προς την απειρότητα, προς την άπειρη, πραγματική ουσία.
Ο τελικός σκοπός της κοσμικής διαδικασίας, κατά τον Schelling, είναι η επιστροφή του πεπερασμένου στο Απόλυτο — η ενισχυμένη αποκατάσταση της ενότητας της αρχής.


Η ανώτατη βαθμίδα της αυτοσυνείδησης του Πνεύματος. Υπάρχει, λοιπόν, telos, ένας σκοπός σε όλη αυτή τη διαδικασία: στην αυτοαποκάλυψη, το Είναι επιστρέφει στον εαυτό του. Και τότε ολοκληρώνεται ένας κύκλος του κόσμου, ένας κοσμικός κύκλος.

Αλλά υπάρχει νόημα μέσα σ’ αυτό. Ο Schelling σκέφτεται το Εγώ πάντα σε σχέση με τη φύση — ως τεθειμένο μέσα σε έναν μαγικό πράξη της βούλησης, πέρα από τον κόσμο των φαινομένων. Πιστεύει πράγματι ότι ο άνθρωπος έχει θελήσει και θέσει ο ίδιος τον εαυτό του. Γι’ αυτό: Wollen ist Ursein. Και αυτό είναι, θα έλεγα, μια όμορφη άσκηση διαλογισμού: να το συνειδητοποιεί κανείς — όπως είμαι τώρα, όπως φαίνομαι, με τη βιογραφία μου, έτσι το ήθελα.[Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΥ, Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΤ΄ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ]
Ή, ίσως, έχω περιδινιστεί μέσα σε μια παράλογη κατάσταση, κι εκεί πρέπει να τα βγάλω πέρα. Αυτό είναι σκληρό, παράλογο — αλλά η βαθύτερη σκέψη εξεγείρεται εναντίον του.

Τελευταίο σημείο, για να φτάσουμε στο τέλος:
Ο Schelling σκέφτεται τη γνώση ως ανάμνηση. Το ξέρετε από τον Πλάτωνα: η Anamnesis είναι η μνήμη των αρχετύπων. Ο άνθρωπος, στη γνώση, θυμάται.
Στην πραγματικότητα, τα γνωρίζει όλα ήδη.


Και ο Schelling λέει: «Η φιλοσοφία είναι, για το Εγώ, τίποτε άλλο παρά μια ανάμνηση — μια ανάμνηση όσων έχει πράξει και υποστεί στην καθολική, προατομική ύπαρξή του.» Γνώση, λοιπόν, ως ανάμνηση, ως Anamnesis. Και αυτό παίζει, όπως λέει ο Kirchhof, κεντρικό ρόλο και στη δική του φιλοσοφία. Είμαι βαθιά πεπεισμένος, λέει, ότι ο καθένας μας —όλοι εσείς που κάθεστε εδώ— γνωρίζετε πολύ περισσότερα απ’ ό,τι νομίζετε. Αν πραγματικά ανοιχτείτε σ’ αυτό — ήδη το γνωρίζετε.

Δεν χρειάζεται να το διακηρύξει κανείς προφητικά· είναι απλώς έτσι. Αυτό, πιστεύω, συνιστά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αλλιώς, πού αλλού θα μπορούσε να εδρεύει η αξιοπρέπεια; Υπάρχει και μια ωραία φράση του Goethe, που λέει:
«Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τις πλάκες του Νόμου του σύμπαντος μέσα από μια αστραπή μνήμης που πέφτει μέσα στο σκοτάδι.»[Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου.

Λουκ. 10,18        Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα.

Λουκ. 10,19        ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.]


Μια περίφημη φράση — ο Goethe, στην κηδεία του Wilhelm, το 1813. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τις πλάκες του Νόμου του σύμπαντος μέσα από μια αστραπή της μνήμης.

Θαυμάσιο. Και τότε ανακύπτει το ερώτημα του χρόνου: Τι γίνεται με τον χρόνο; Κατεβαίνει άραγε στο πηγάδι του παρελθόντος; Βαθύς είναι ο βυθός του παρελθόντος. Αρχίζει το μυθιστόρημα για τον Ιωσήφ του Thomas Mann. Πολύ βαθιά. Ή είναι, θα λέγαμε, πίσω μου; Τα φέρω όλα αυτά πάνω μου σαν ένα δέρμα; Είναι όλα άραγε παρόντα; Το παρελθόν δεν είναι καθόλου παρελθόν. Αλλά είναι το παρόν. Κατά κάποιον τρόπο ήδη και το μέλλον. Το οποίο επίσης είναι ήδη πάντοτε εδώ. Κι αυτό απασχόλησε πολύ και τον Schelling, αυτό το ερώτημα. Και παίζει ρόλο και στις σκέψεις του για τη βούληση. Ο Schelling είναι πράγματι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων εκπρόσωπος της δυτικής πνευματικότητας.

Τέσσερα κεντρικά σημεία θα τα πω άλλη μια φορά, ως τελευταίο: κατανοεί τη γνώση ως ανάμνηση και θεμελιώνει τον λεγόμενο αντικειμενικό ιδεαλισμό. Ασκεί μια πολύ οξεία, έξυπνη, ευφυή κριτική στην αφηρημένη φυσική επιστήμη. Προσπαθεί να σκεφτεί την ελευθερία — όχι αφηρημένα, αλλά ως δυνατότητα του Καλού και του Κακού.

Και σκέφτεται —αυτό δεν το ανέφερα σήμερα, αν και ήθελα— σκέφτεται την λύτρωση της φύσης. Ένα από τα βιβλία μου έχει τον τίτλο Die Erlösung der Natur. Και για μένα αυτό είναι μια συναρπαστική ιδέα: ο Schelling επιχειρεί να σκεφτεί τη λύτρωση της φύσης, παρόλο που το λέει ρητά μόνο σπανιότατα. Υπάρχουν μόλις δύο-τρεις θέσεις σε όλο του το έργο όπου μιλά για το ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι ο λυτρωτής της φύσης. Τι είναι η λύτρωση της φύσης; Αυτό το θεωρώ έναν μαγευτικό στοχασμό. Τι είναι γενικά λύτρωση, τι είναι φύση κ.ο.κ.;

Λοιπόν, αυτός είναι ένας μικρός ορίζοντας στη φιλοσοφία ενός συναρπαστικού στοχαστή, που παραμένει πάντοτε ενδιαφέρων — εκτός αν πείτε εκ των προτέρων «αυτό μου είναι πολύ δύσκολο, δεν θέλω να το διαβάσω, δεν χρειάζεται να το διαβάσω». Αλλά αξίζει — και ιδίως σε συνάφεια με τον Goethe είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ο Goethe είναι πραγματικά καλό ταίριασμα.

Λοιπόν, καλά, προς το παρόν. Ευχαριστώ πολύ. Τώρα λέει ο Andreas Mayer ότι έχουμε ένα τέταρτο πριν το δείπνο. Έχουμε ακόμη δέκα λεπτά για ερωτήσεις. Θα είχα δύο ερωτήσεις, που όλες αγγίζουν η μία την άλλη. Κάναμε, λοιπόν, γύρω από τον Schelling …

Πνευματική ζωή, ιδεαλισμός για τις φυσικές επιστήμες. Ναι. Αυτό όμως δεν εννοείται καθόλου με τη σχετικότητα της κίνησης.

Φυσικά, όταν κάθεστε στον σταθμό μέσα στο τρένο και απέναντι κινείται ένα τρένο, νομίζετε ότι κινείστε εσείς. Όχι, αυτό δεν εννοείται. Εννοείται κάτι πολύ θεμελιωδέστερο, πολύ θεμελιωδέστερο.

Γιατί; Επειδή ολόκληρη η γήινη φυσική είναι στην πράξη απομονωμένη απέναντι από αυτή την κίνηση, και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη σχετικότητα της κίνησης. «Μα πώς να το εξηγήσει αυτό η αρχή της σχετικότητας;» Αυτό είναι κάτι εντελώς άλλο. Η σχετικότητα της κίνησης έχει ήδη στο Μεσαίωνα από τους σχολαστικούς διεξοδικά στοχαστεί.

Αυτό είναι γνωστό. Το ξέρει σίγουρα και ο Harald Waller. Όλα αυτά τα έχουν σκεφτεί.


Αλλά αυτό εδώ είναι ένα απολύτως φλέγον ερώτημα. Όχι, δεν έχει να κάνει με τη σχετικότητα της κίνησης με αυτή την έννοια. Πραγματικά όχι. Συγγνώμη, γι’ αυτό θα πρέπει να διαπραγματευτούμε πολύ καιρό μεταξύ μας: τι είναι η φυσική και τι είναι η ιστορία της φυσικής, και τι γνωρίζει η φυσική και τι δεν γνωρίζει. Έτσι έχουν τα πράγματα.

Η άλλη μου ερώτηση ήταν — μιας και στην αρχή αναφέρατε εν συντομία ότι είστε για την ανθρωποσοφία και τον νεκρό κόσμο, ότι το Εγώ τάχα αναπτύχθηκε, κατά την ανθρωποσοφία, από τον νεκρό κόσμο. Δεν το κατάλαβα αυτό. Εγώ δεν το είπα έτσι.

Αυτό το έμαθα από τον παλιό μου φίλο Bodo Hambrecht, που πέθανε πριν από 10 ή 11 χρόνια· μου έδωσε ένα κείμενο —ήμουν συχνά— καθηγητής φυσικής στο TU, στο FU, και επίσης προβεβλημένος ανθρωποσοφιστής· ήμασταν φίλοι, είχαμε πολλές συνομιλίες, κι από εκείνον έχω ένα κείμενο που είχε συντάξει ο Steiner. Όχι διάλεξη, αλλά κείμενο. Ο ίδιος υποστήριζε επίσης αυτή τη θέση: ότι το Εγώ έρχεται στον εαυτό του μέσα στη σκέψη, και όχι στη ζωντανή σκέψη, αλλά ακριβώς σε συνάφεια με διαδικασίες θανάτου.

Ναι, και οι διαδικασίες θανάτου είναι μόνο η μία πλευρά της σκέψης, και σε υψηλό βαθμό αναπαραστασιοκεντρική· και αδικεί κανείς τον Steiner υπερβολικά αν τον περιορίσει σ’ αυτόν τον έναν στοχασμό. Δεν θέλω να τον περιορίσω. Καθόλου. Θέλω μόνο να πω —δεν ήθελα κανένα υπαινιγμό κατά της ανθρωποσοφίας— ότι αποσυνδέω το όλο πράγμα από έναν ζωντανό Κόσμο, ο οποίος πράγματι είναι ουσιώδης.

Και ιστορικά, αυτός ο κόσμος αποψυχώθηκε όλο και περισσότερο. Και πάνω σ’ αυτόν τον αποψυχωμένο κόσμο άναψε, ιστορικά-εμπειρικά, και η σκέψη. Έτσι συνέβη. Και το ξέρουμε όλοι. Και να δει κανείς απλώς: είναι αυτό, με την εγελιανή έννοια, αναγκαιότητα ή παρεκτροπή; Αυτό είναι το ερώτημα. Ας ρωτήσουμε. Είναι σαφές ότι αυτό πρέπει να σε συγκινεί βαθιά. Ίσως υπάρχουν κι άλλες ερωτήσεις. Τότε: ο Schelling επίσης δέχτηκε τον Dante;

Ναι, ναι, ναι. Η αγάπη ως δύναμη του κόσμου, ως δημιουργός του κόσμου — παίζει επίσης μεγάλο ρόλο στον Schelling.

Με χαρά. Amore move il sole e l’altre stelle. Στον Dante, ναι.

Βεβαίως, γνώριζε και τον Dante. Και παίζει γι’ αυτόν ρόλο και σε συνάφεια με τον Jacob Böhme. Η βούληση του βάθους και επίσης η βούληση της αγάπης. Και αυτό το συνδέει με βαρύτητα και φως. Ναι, αυτό εμφανίζεται έντονα σ’ εκείνον. Σωστά.

«Κοιμήθηκα όταν…;» Όχι. Θέλατε στην αρχή να μιλήσετε για τη φιλοσοφία της φύσης και επίσης για την ελευθερία στον Schelling. Και εμένα το θέμα της ελευθερίας δεν μου έγινε τόσο συνειδητό. Ναι, απολύτως σωστά. Έτσι είναι. Έχετε δίκιο. Δεν κοιμηθήκατε. Αυτό οφείλεται απλώς στο βασικό μου σχέδιο. Έκανα αυτό που ο ομιλητής μου συνηθίζει να κάνει: ήθελα υπερβολικά πολλά. Και στην πραγματικότητα θα μπορούσα άνετα να χρησιμοποιήσω άλλο τόσο χρόνο για να μιλήσω διεξοδικά για την ελευθερία — και, παρεμπιπτόντως, και για τη φιλοσοφία της φύσης μίλησα υπερβολικά συνοπτικά.

Πολύ συνοπτικά. Αλλά κάτι είπα ήδη για την ελευθερία: ότι δηλαδή ο άνθρωπος θέτει τον εαυτό του έξω από τον κόσμο των φαινομένων, τον ορίζει έτσι όπως είναι. Δηλαδή, μια πράξη ελευθερίας θεμελιώνει το είναι. Αυτή είναι η θέση του Schelling. Και είναι στην πραγματικότητα συνταρακτική. Πώς να είναι αυτό; Πώς να… Ξυπνάς στον εαυτό σου και ρωτάς: Θεέ μου, γιατί μοιάζω έτσι; Θα μπορούσα να μοιάζω αλλιώς; Τι είναι γενικά; Γιατί πεθαίνω; Θυμάμαι ότι ως τετράχρονος ένιωσα ξαφνικά: «Ναι, θα πεθάνω.» Είναι σαν σοκ. Και τι σημαίνει αυτό; Το ήθελα αυτό; Ο Schelling λέει: ναι, το ήθελες.

Αλλά όχι ως εμπειρικό εγώ, παρά ως ένα ανώτερο Εγώ. Και το εννοεί αυτό γενικά και για τον κόσμο: υπάρχει ένα ανώτερο Ον που, θα λέγαμε, δημιούργησε τον εμπειρικο-αισθητό κόσμο. Και ο κάθε άνθρωπος δημιουργεί και θέτει και τον εαυτό του σε έναν αρχέγονο χρόνο των πραγμάτων. Και ο Schelling μιλά τότε για ένα μαγικό ταυτοχρόνως (magisches Zugleich). Το εννοεί μάλιστα ακραία: στην πραγματικότητα δεν υπάρχει χρόνος. Όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Είναι μέσα σε ένα μαγικό ταυτοχρόνως.

Γι’ αυτό μπορεί κανείς να πηγαίνει στον χρόνο μπρος και πίσω, γιατί όλα έτσι κι αλλιώς έχουν ήδη συμβεί. Τότε μπορείτε να ρωτήσετε: «Μα τι είναι αυτό; Πού βρίσκεται τότε η ελευθερία; Θα μπορούσε να είναι εντελώς αλλιώς.» Χρειάζεται συζήτηση. Προφητεία — πώς μπορεί να υπάρχει προφητεία όταν υπάρχει ελευθερία; Θα μπορούσε να είναι εντελώς αλλιώς.

Ναι, αυτά ήθελα να θίξω. Είναι μια άβυσσος. Δεν πρέπει να κοροϊδευόμαστε. Μπορεί κανείς εύκολα να φλυαρεί περί ελευθερίας — το κάνουν πολλοί, χωρίς να σκέφτονται καθόλου. Αλλά όταν το σκεφτεί κανείς βαθύτερα, μπορεί να σε ρίξει σε ίλιγγο, σε δίνη, όπου δεν ξέρεις πια πού είναι πάνω και πού κάτω. Αυτό εννοούσα. Όμως έχετε δίκιο: το συμπύκνωσα. Είπα πολύ λίγα γι’ αυτό. Συγγνώμη. Υπολόγισα κάπως λάθος. Νόμιζα πως είχα μισή ώρα ακόμη.

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος β

 Συνέχεια από: Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025


Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος β

Του Jochen Kirchhoff

https://www.youtube.com/watch?v=F3qlJk4I6Kc


Διάλεξη του Jochen Kirchhof. Ο Jochen Kirchhoff (γενν. 1944) είναι σύγχρονος Γερμανός φιλόσοφος που εκπροσωπεί μια ριζοσπαστικά ανανεωμένη εκδοχή της Naturphilosophie, της φιλοσοφίας της φύσης, στο πνεύμα του Schelling και του Goethe. Σπούδασε ιστορία, φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία, και δίδαξε στο Humboldt-Universität και στη Lessing-Hochschule του Βερολίνου. Το έργο του κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ φιλοσοφίας, επιστήμης και πνευματικότητας, με βασική του επιδίωξη να υπερβεί τον μηχανιστικό και μαθηματικό φορμαλισμό της σύγχρονης φυσικής επιστήμης

Η μεγάλη ερώτηση του Kant ήταν, όπως ξέρετε πιθανώς όλοι, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει καθόλου φυσική επιστήμη; Ο Kant το διατύπωσε στη θαυμάσια, αν και αφηρημένη, γλώσσα του ως εξής: πώς είναι δυνατές συνθετικές κρίσεις a priori; Αυτό σημαίνει στην ουσία: πώς είναι καθόλου δυνατή η μαθηματική φυσική επιστήμη; Δηλαδή, ήθελε μια θεμελίωση της μαθηματικής φυσικής και κατέληξε σε μια παράξενη έννοια, η οποία τότε συζητήθηκε πολύ, και αργότερα επίσης: ο κόσμος της φυσικο-αισθητής πραγματικότητας είναι ο κόσμος των φαινομένων.

Τον όρο αυτόν, απ’ όσο γνωρίζω, τον επινόησε ο Kant, αν και ήδη στον παλαιότερο Berkeley εμφανίζεται κάτι παρόμοιο, όπως ο όρος Appearances· αλλά «κόσμος των φαινομένων» —και εμείς, ο άνθρωπος, οι άνθρωποι— δεν έχουμε απολύτως καμία δυνατότητα να κατανοήσουμε πραγματικά τι είναι τα πράγματα στην κυριολεκτική τους ουσία. Το λεγόμενο περίφημο «πράγμα καθ’ εαυτό» (Ding an sich) είναι, επίσης, μια παράξενη λέξη στον Kant· είναι η ίδια η πραγματικότητα, ενώ εμείς προβάλλουμε χώρο, χρόνο, αιτιότητα, υπόσταση, μέσα σε ένα Χ, ένα άγνωστο Χ.

Αυτό συγκλόνισε πολλούς. Ο Kleist, για παράδειγμα —κάποιοι λένε ότι συνέβαλε και στην αυτοκτονία του. Ήταν ένα πλήγμα, διότι η φιλοσοφία ως τότε, με τον Leibniz και άλλους, η ρασιοναλιστική φιλοσοφία, στηριζόταν στην ιδέα ότι η φύση, ο κόσμος, μπορεί να εξηγηθεί λογικά.

Ο Θεός έχτισε τον κόσμο λογικά, λέει και ο Kepler· γιατί, λοιπόν, να μην είμαστε κι εμείς οι άνθρωποι σε θέση να τον κατανοήσουμε με τη σκέψη; Ο Kant λέει: δεν είναι έτσι. Δεν μπορούμε πραγματικά να διεισδύσουμε στο βάθος του κόσμου.

Οι μεταφυσικές γνώσεις, λέει ρητά ο Kant, είναι αδύνατες όσο είμαστε άνθρωποι. Τώρα έρχεται αυτός ο περιορισμός —τι εννοεί ο Kant στην πραγματικότητα; Εννοεί πως υπάρχει, τελικά, μια ύπαρξη πέρα από το φυσικο-αισθητό· το αφήνει ανοιχτό· υπάρχει κάτι τέτοιο στον Kant. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατό να το γνωρίσουμε.

Ήταν κάτι καταθλιπτικό, κάτι συντριπτικό. Για πολλούς, η Κριτική του καθαρού Λόγου (1781) υπήρξε μια καταστροφή. Ο Kant απέκτησε τεράστια φήμη· 700 σελίδες Κριτική του καθαρού Λόγου.
Αφορούσε τον καθαρό, θεωρητικό Λόγο, και αυτός συντρίφτηκε. Πολύ νωρίς, όμως, εμφανίστηκαν αντιρρήσεις. Ποιος, στην πραγματικότητα, τον συντρίβει; Ο ίδιος ο Νους συντρίβει τον εαυτό του. Είναι ένας κύκλος. Θα έπρεπε να υπάρχει μια ανώτερη αρχή, όπως κριτικάρει και ο Schelling.
Λοιπόν, ο Kant υπήρξε μια εξαιρετικά σημαντική μορφή.

Ύστερα ήρθε ο Fichte, τον οποίο αρχικά θαύμαζε ο νεαρός Schelling. Ο Fichte μεταφέρει τα πάντα πίσω στο Εγώ —όχι στο εμπειρικό εγώ του κάθε ατόμου, αλλά σε μια μορφή απόλυτου Εγώ, ενός υπερβατικού Εγώ, ενός Εγώ καθαυτό. Και επινοεί τον όρο Wissenschaftslehre (διδασκαλία της επιστήμης).

Δεν πρόκειται πλέον για το περιεχόμενο, αλλά για τις τυπικές δομές της γνωστικής μας ικανότητας —αυτή είναι η Wissenschaftslehre. Έπειτα έρχεται ο Spinoza, κατόπιν φυσικά ο Goethe, και ο Giordano Bruno, οι οποίοι υπήρξαν ουσιαστικοί εμπνευστές, τους οποίους ακολούθησε ο Schelling.

Και τότε τίθεται το ερώτημα: πώς είναι η σχέση του Εγώ προς το Σύμπαν; Αυτό είχε απασχολήσει σε κάποιο βαθμό και τον Goethe. Το λέω συνειδητά «σε κάποιο βαθμό», διότι ο Goethe ήταν άνθρωπος των αισθήσεων —κατά κάποιον τρόπο ήθελε να περάσει μέσω του αισθητού προς το υπεραισθητό· και εν μέρει το πέτυχε, αλλά δεν συνέλαβε απαραίτητα το Σύμπαν ως σύνολο. Αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια στον Goethe.

Υπάρχει όμως ένα θαυμάσιο απόσπασμα, που ίσως δεν γνωρίζετε —γι’ αυτό το αναφέρω, επειδή είναι σημαντικό και για τον Schelling. Προέρχεται από τα Wilhelm Meisters Lehrjahre (Τα χρόνια μαθητείας του Wilhelm Meister).
Το απόσπασμα έχει ως εξής:
Ο αστρονόμος υποσχέθηκε στον Wilhelm να τον κάνει κοινωνό, αυτή τη θαυμάσια νύχτα, των θαυμάτων του έναστρου ουρανού.
Ύστερα από λίγες ώρες, ο αστρονόμος οδήγησε τον φιλοξενούμενό του στα σκαλοπάτια του αστεροσκοπείου και, τέλος, έξω στην εντελώς ελεύθερη επιφάνεια ενός στρογγυλού, ψηλού πύργου. Η πιο γαλήνια νύχτα, γεμάτη με άστρα που έλαμπαν και άστρα που τρεμόπαιζαν, περιέβαλλε τον θεατή, ο οποίος πίστεψε για πρώτη φορά πως αντίκριζε το ουράνιο στερέωμα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Συγκλονισμένος και έκπληκτος, έπιασε και έκλεισε και τα δύο του μάτια. Το τεράστιο παύει να είναι υψηλό.
Υπερβαίνει την ικανότητα σύλληψής μας· απειλεί να μας συντρίψει.
«Τι είμαι εγώ μπροστά στο Όλον;» είπε στο πνεύμα του.
«Τι είμαι εγώ μπροστά στο Όλον; Πώς μπορώ να σταθώ απέναντί του; Πώς μπορώ να σταθώ στο κέντρο του;»

Πώς μπορεί ο άνθρωπος να σταθεί απέναντι στο άπειρο, παρά μόνο όταν όλες οι πνευματικές του δυνάμεις, που τραβιούνται προς πολλές κατευθύνσεις, συγκεντρωθούν στο εσωτερικό του, στο βαθύτερό του κέντρο, όταν ρωτά τον εαυτό του: τολμάς εσύ, άνθρωπε, να σκεφτείς τον εαυτό σου στο κέντρο αυτής της αιώνια ζώσας τάξης, εάν δεν προβάλλεται και μέσα σου ένας καθαρός, σταθερός, κινούμενος κύκλος;

Αυτή η συγκλονιστική ερώτηση —«τι είμαι εγώ μπροστά στο Όλον;»— μπορεί ακόμη και σήμερα να αγγίξει τον σύγχρονο άνθρωπο. Ο λεγόμενος σύγχρονος ή μεταμοντέρνος άνθρωπος, αν και ίσως όχι εδώ στη μεγάλη πόλη, αλλά ίσως στη Βόρεια Αφρική, στα βουνά ή ακόμη και στο Brandenburg, μπορεί, φυσικά, εάν έχει διατηρήσει έναν ελάχιστο βαθμό εγρήγορσης και δεκτικότητας, να συγκλονιστεί μπροστά σε ένα νυχτερινό ουράνιο στερέωμα —να ταραχθεί, να σαλευτεί από τα θεμέλια.

Υπάρχει ακόμη μια στοιχειώδης συγκίνηση από τον έναστρο ουρανό. Και μπορεί να συμβεί —γνωρίζω τέτοιες καταστάσεις— να σε καταλάβει κάτι σαν ίλιγγος, να βρεθείς κυριολεκτικά σοκαρισμένος μέσα σε μια άλλη πραγματικότητα, σε μια άλλη αντίληψη. Η λαμπρότητα των άστρων μπορεί να σε εκτινάξει μέσα σε μιαν άλλη, διαφορετική πραγματικότητα.

Και η αντιπαράθεση με τη λαμπρότητα των άστρων και με το περιβάλλον, παράξενα ρουφηχτικό σκοτάδι —ως φόντο του, δεν ξέρω αν το γνωρίζετε από προσωπική εμπειρία—, το σκοτάδι, το λεγόμενο σκοτάδι, μπορεί μερικές φορές να έχει μια ιδιόμορφα απορροφητική επίδραση· ως φόντο λοιπόν, που ταυτόχρονα αποκρύπτει και αποκαλύπτει το απειρομέγεθες, μπορεί ακόμη και στη δική μας εποχή να προκαλέσει έναν συγκλονισμό. Ο σύγχρονος άνθρωπος, που θεωρεί τον εαυτό του ενημερωμένο, είναι συνήθως κακώς προετοιμασμένος απέναντι σε τέτοιες εισβολές και αποκαλύψεις, ήδη και μόνο επειδή αυτές είναι ικανές να ταρακουνήσουν, έστω προσωρινά, την αυτοαντίληψή του ως, δήθεν, ψυχρού και ορθολογικού όντος.

Ως άμυνα λειτουργεί τότε η φυγή προς την ψυχρή απόσταση, προς τη στάση του «επιστημονικά μορφωμένου» —μια επιστροφή στις γνώριμες ράγες και στα καθιερωμένα σχήματα σκέψης. Κι όμως, ακόμη κι αν για λίγο ανοίγεται ένας εσωτερικός χώρος, γεννάται το ερώτημα: είναι αυτός ο χώρος μέσα ή έξω; Μια, θα έλεγε κανείς, μη ενδιαφέρουσα ερώτηση διαλογισμού.

Είναι ο χώρος μέσα ή είναι έξω; Ή μήπως δεν είναι ούτε μέσα ούτε έξω; Ακόμα κι αν για μια σύντομη στιγμή ανοίγεται ένας εσωτερικός χώρος, που θυμάται κανείς, σαν να ήταν πάντοτε οικείος, σαν να τον γνώριζε και απλώς να τον είχε ξεχάσει —τότε μπορεί ο παλαιός Κόσμος, που εμπεριέχει κάτι από μιαν αξιοπρέπεια, να είναι ακόμη ζωντανός. Αλλά πάνω του απλώνεται πλέον μια εντελώς διαφορετική μεμβράνη —ό,τι κανείς γνωρίζει από δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο χέρι· ό,τι νομίζει ότι γνωρίζει, έχει ακούσει, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει καμία εμπειρική σχέση με αυτό.

Δεν θέλω τώρα να μιλήσω για τα περίφημα βαρυτικά κύματα. Θα μπορούσα να σας πω: αυτά είναι ανοησίες. Αυτά τα «βαρυτικά κύματα» δεν υπάρχουν —και υπάρχουν αρκετές κριτικές φωνές, αν μπείτε στον κόπο να διαβάσετε στο διαδίκτυο και φυσικούς που τα έχουν αναλύσει ξεκάθαρα. Είναι μια απολύτως παράλογη δογματική κατασκευή, και ο απλός άνθρωπος μένει αποσβολωμένος: «Θεέ μου, τι πράγματα ανακαλύπτουν!»

Αλλά από μια πληθώρα εξαιρετικά ισχυρών και χαοτικών σημάτων, αυτά φιλτράρονται με κόπο, πάνω στη βάση εξαιρετικά αφηρημένων μοντέλων. Ο απλός άνθρωπος δεν γνωρίζει πόσο ασταθές είναι το θεμέλιο όλου αυτού. Είναι περίπου όπως είπε πρόσφατα ο φυσικός Alexander Unziker: σαν να απλώνεις πάνω σε όλη τη Γερμανία ένα σεντόνι, να ρίχνεις πάνω του λεκέδες, και να υποθέτεις ότι κάπου εκεί μπορεί να δει κανείς το πρόσωπο του Abraham Lincoln.

Και, βεβαίως, θα υπάρξουν φυσικοί που θα το βρουν. «Να, εκεί είναι ο Abraham Lincoln, φαίνεται καθαρά!» —θα πουν. Δεν μπορώ παρά να σας ενθαρρύνω, λοιπόν (αν και δεν είναι αυτό το κύριο θέμα μας, ο Senf θα μπορούσε επίσης να το επιβεβαιώσει): μην αφήνετε να σας αγοράσουν τη σκέψη. Μην αφήνετε ανθρώπους που γράφουν εξισώσεις στον πίνακα να σας εκφοβίζουν ή να σας κάνουν να νιώθετε μικροί.

Γιατί όλες αυτές οι εξισώσεις έχουν μια πολύ συγκεκριμένη γνωσιολογική βάση —είναι προϋποθέσεις. Αυτές οι προϋποθέσεις μπορούν να ονομαστούν, μπορούν να ασκηθεί κριτική σε αυτές, και μπορεί κανείς να τις συζητήσει. Δεν χρειάζεται λοιπόν να αισθάνεστε κατώτεροι. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλοί που δεν τολμούν. «Θεέ μου», λένε, «θα γίνω ρεζίλι αν πω κάτι εναντίον αυτού».

Το περιοδικό Der Spiegel το παρουσιάζει με τεράστια έμφαση, και σύντομα έρχεται το βραβείο Nobel —όπως έγινε με το σωματίδιο Higgs, που έχει παρόμοια βάση. Μα τι είναι αυτό; Ο κάθε άνθρωπος οδηγείται έτσι σε μια ιδιόμορφη θέση, δεν τολμά καν να μιλήσει.

Και πολύ περισσότερο, δεν τολμά να μιλήσει για έναν ζωντανό Κόσμο. Αυτό θεωρείται «μυστικιστικό», «ποιητικό», σίγουρα όχι «επιστημονικό». Και αυτό, στην πραγματικότητα, είναι μια τραγωδία —ότι έχει εισχωρήσει μια σχιζοφρένεια στη σύγχρονη συνείδηση, που είναι καταστροφική. Πρέπει να το πει κανείς καθαρά.

Ναι, ξέρω πράγματι τι λέω. Είμαι σ’ αυτή την πορεία εδώ και δεκαετίες —θα έλεγα σχεδόν πενήντα χρόνια. Το λέω αυτό όχι τυχαία, και μπορώ να το επαληθεύσω και στα βιβλία μου, αν μπείτε στον κόπο να ρίξετε μια ματιά.

Λοιπόν, ο Schelling έπρεπε να παλέψει με μια βασική πρόκληση, όπως όλοι οι φιλόσοφοι της εποχής του· μια πρόκληση που προέκυψε από τη Νευτώνεια φυσική, από την κοσμολογία της εποχής εκείνης. Υπήρχαν ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα, θερμά και καίρια συζητούμενα, με τα οποία ασχολήθηκε και ο Schelling. Να μερικά παραδείγματα:

Αν η Γη κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα γύρω από τον Ήλιο —και αυτό έπρεπε, φυσικά, να το δεχθεί ο Kopernikus—, γιατί δεν το αντιλαμβανόμαστε; Με άλλα λόγια: γιατί η κοσμική κίνηση της Γης διαφεύγει άμεσα τόσο της αισθητηριακής όσο και της φυσικής παρατήρησης; Το έδαφος που μας φέρει φαίνεται να ησυχάζει. Γιατί συμβαίνει αυτό; Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι φυσικοί το έχουν εξηγήσει. Όχι, δεν το έχουν.

Δεν έχει διευκρινιστεί στη φυσική. Δεύτερο ερώτημα: όταν κανείς, νοητά, συντρίβει τις διαφανείς κρυστάλλινες σφαίρες της γεωκεντρικής κοσμολογίας —το έκανε πρώτος ο Giordano Bruno, και αργότερα κι άλλοι· ο Kepler και ο Kopernikus ωστόσο προσκολλήθηκαν ακόμη σε αυτό— τότε τα ουράνια σώματα, οι πλανήτες, ήταν πια ελεύθερα αιωρούμενα στο διάστημα. Τι είναι αυτό που τα ωθεί στην πορεία τους; Και εδώ: καμία απάντηση.

Οι φυσικοί υποτίθεται ότι το γνωρίζουν; Όχι, δεν το γνωρίζουν. Λένε μάλιστα ότι δεν χρειάζεται να το γνωρίζουμε, διότι δεν απαιτείται καθόλου αιτιακή εξήγηση· ο Einstein το έδειξε ωραία —η καμπυλότητα του χωροχρόνου κ.λπ.— όλα αυτά μπορούν να υπολογιστούν μαθηματικά. Τελεία.

Αλλά κι εδώ υπάρχει μια κυριαρχία των μαθηματικών πάνω στη φυσική. Υπάρχουν όμως δυνάμεις που κινούν τα ουράνια σώματα. Ακόμη και ο Newton μιλούσε για Spirits.

Spirits —γιατί όχι; Πνεύματα που ωθούν τα άστρα στην πορεία τους. Δεν είναι τόσο απλό να τα αφαιρέσουμε από την εξίσωση. Σε καμία περίπτωση τα ουράνια σώματα δεν κινούνται γύρω-γύρω άδεια, νεκρά και χωρίς νόημα. Μόνο αν έχει κανείς αποκόψει όλες τις ζωντανές του κεραίες μπορεί να το υποθέσει αυτό.

Και τότε έρχεται το ερώτημα, στο οποίο ο Schelling απάντησε πολύ έξυπνα: τι είναι η βαρύτητα; Ο Newton πάλευε με αυτό το πρόβλημα σε όλη του τη ζωή. Είπε τη γνωστή φράση: Hypotheses non fingo —«δεν επινοώ υποθέσεις»— αναφερόμενος στη βαρύτητα. Δεν το ξέρω, είπε, δεν γνωρίζω ποια είναι η αιτία της βαρύτητας· δεν μπορώ να το πω.

Ήταν, μάλιστα, έντονα επηρεασμένος από μυστικιστικά ρεύματα —υπάρχουν ίχνη και από τον Böhme στον Newton— υπήρχαν ζωντανά στοιχεία μέσα του· αλλά το άφησε ανοιχτό. Και ποιο ήταν, τελικά, το συμπέρασμά του, η καθαρή συγκομιδή;
Αυτό είναι ο Θεός. Η βαρύτητα είναι ο Θεός.

Η θεία βούληση εκδηλώνεται μέσα στη βαρύτητα. Αυτή ήταν η κεντρική υπόθεση που διατύπωσε τελικά ο Newton. Ο Newton ήταν πράγματι ένας άνθρωπος με μεγάλο βάθος, επίσης μυστικιστής.

Η βαρύτητα είναι ο Θεός. Και ένα ακόμη ερώτημα που συνδέεται με αυτό είναι: εφόσον μιλάμε ήδη για τον Θεό, ποια είναι η σχέση του Θεού με τον χώρο; Αυτό ήταν κάτι με το οποίο έπρεπε όλοι να αναμετρηθούν. Είναι ο Θεός ταυτόσημος με τον χώρο; Είναι ο Θεός πίσω από τον χώρο; Είναι, θα λέγαμε, πέρα από τον χώρο; Ή τι ακριβώς ισχύει;

Υπάρχει μια θαυμάσια και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αλληλογραφία ανάμεσα στον Leibniz και έναν μαθητή του Newton σχετικά με αυτό το ζήτημα —περίπου στα χρόνια 1715–1716. Συζητείται εκεί με πάθος: τι είναι στην πραγματικότητα ο χώρος; Πώς πρέπει να τον κατανοήσουμε; Ποιες είναι οι δυνάμεις που δρουν μέσα του;

Έπειτα, μετά τον Kant, με τον τρανσεντενταλισμό, δεν υπάρχει καθόλου «χώρος καθ’ εαυτόν». Τότε το ερώτημα είναι: τι είναι αυτό που υπάρχει; Τι είναι το «πράγμα καθ’ εαυτό» (Ding an sich) —ένα ερεθιστικό Χ; Και τι να σημαίνει αυτό το Χ, αν δεν είναι ο χώρος;

Και έπειτα προκύπτει η ερώτηση: τι συμβαίνει με τη ζωή; Υπάρχει παντού ή μόνο εδώ, και με ποια μορφή; Και γενικότερα: τι ισχύει για τη σχέση του ανθρώπου με το σύμπαν; Ποια είναι, στην ουσία, η στάση του ανθρώπου απέναντι στον Κόσμο; Αν το συγκρίνει κανείς με ό,τι σήμαινε και επιδιωκόταν κατά τον Μεσαίωνα και την Αρχαιότητα με τον γεωκεντρικό κόσμο των κρυστάλλινων σφαιρών, βλέπει κανείς πως πρόκειται για το ίδιο θεμελιώδες ζήτημα.

Αυτά τα ερωτήματα ήταν τότε κεντρικής σημασίας —και εξακολουθούν να είναι ακόμη και σήμερα. Είναι απίστευτα επίκαιρα.

Το ερώτημα του χώρου, για παράδειγμα: μπορεί ο χώρος να διαστέλλεται; Όχι, στην πραγματικότητα δεν μπορεί. Ένας χώρος μπορεί να διαστέλλεται μόνο μέσα σε έναν άλλο χώρο. Αν θέλετε, σε έναν υπερχώρο (Hyperraum).

Μόνο και μόνο από λογική άποψη, είναι παραλογισμός να λέμε ότι ένας χώρος διαστέλλεται από μόνος του. Μα προς τα πού; Μπορεί να διαστέλλεται μόνο μέσα σε κάποιον άλλον χώρο. Ο άλλος αυτός χώρος πρέπει, επομένως, να υπάρχει ήδη από πριν.

Αυτό είναι το γνωστό πρόβλημα ήδη από την αρχαιότητα: αν τοποθετήσει κανείς έναν τοξότη στο άκρο του κόσμου και εκείνος εκτοξεύσει ένα βέλος πέρα από το όριο του κόσμου —αν το βέλος συνεχίσει την πορεία του, τότε ο κόσμος προφανώς συνεχίζεται. Ή, όπως το έλεγε ο Aristoteles, υπάρχει ένας θεϊκός υπερχώρος που περιβάλλει το όλον, και αυτός, με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί πλέον να κατανοηθεί.

Λοιπόν, τώρα ας έρθουμε στα κεντρικά σημεία της Φιλοσοφίας της Φύσης του Schelling.

Συνεχίζεται

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος α

 

Schelling και η δυτική πνευματικότητα: Η ώθηση του Εγώ και ο ζωντανός Κόσμος α

https://www.youtube.com/watch?v=F3qlJk4I6Kc


Διάλεξη του Jochen Kirchhof. Ο Jochen Kirchhoff (γενν. 1944) είναι σύγχρονος Γερμανός φιλόσοφος που εκπροσωπεί μια ριζοσπαστικά ανανεωμένη εκδοχή της Naturphilosophie, της φιλοσοφίας της φύσης, στο πνεύμα του Schelling και του Goethe. Σπούδασε ιστορία, φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία, και δίδαξε στο Humboldt-Universität και στη Lessing-Hochschule του Βερολίνου. Το έργο του κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ φιλοσοφίας, επιστήμης και πνευματικότητας, με βασική του επιδίωξη να υπερβεί τον μηχανιστικό και μαθηματικό φορμαλισμό της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Ο Kirchhoff υποστηρίζει ότι η κυρίαρχη κοσμοαντίληψη, θεμελιωμένη στον νευτώνειο-καρτεσιανό ορθολογισμό, έχει αποξενώσει τον άνθρωπο από τη φύση και έχει μετατρέψει τον κόσμο σε αντικείμενο υπολογισμού και τεχνικού ελέγχου. Αντιπροτείνει μια «ζωντανή κοσμολογία», όπου το σύμπαν νοείται ως ενιαίο οργανικό όλο, εμποτισμένο από πνευματική ενέργεια και εσωτερική νοημοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο, η πνευματικότητα δεν είναι κάτι υπερβατικό αλλά ο ίδιος ο ρυθμός της ζωντανής ύλης, και ο άνθρωπος είναι μέλος, όχι κύριος, του κοσμικού συνόλου. Έργα του όπως το Räume, Dimensionen, Weltmodelle. Impulse für eine andere Naturwissenschaft (1999) και το Naturphilosophie αναπτύσσουν την ιδέα μιας «άλλης φυσικής επιστήμης», που ενώνει γνώση και εμπειρία, λογική και ενόραση, επιστήμη και πνευματική αυτογνωσία. Ο Kirchhoff θεωρείται από πολλούς σύγχρονος συνεχιστής της γερμανικής ρομαντικής παράδοσης και της αναζήτησης ενός ενιαίου, εμψυχωμένου κόσμου, όπου άνθρωπος και σύμπαν ανήκουν στο ίδιο ζωντανό πεδίο ύπαρξης.

Είπατε πως είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος. Κι εγώ αρχικά δίστασα και είπα: «Δεν ξέρω αν θα το κάνω ή όχι». Και μου πήρε μερικές ώρες, ώσπου τελικά πήρα την απόφαση.
Φυσικά έπρεπε να σκεφτώ: τι ακριβώς θα κάνω; Διότι ο κύριος Neider ήθελε να μιλήσει για τον μοναχισμό — κάτι που εγώ δεν ήθελα να κάνω. Ήξερα επίσης ότι ο Bernd Senf θα μιλούσε το βράδυ και ότι θα συζητούσαμε μαζί.

Έτσι αποφάσισα να μιλήσω για τον Schelling. Γιατί ο Schelling —όπως φαίνεται και από το θέμα της διάλεξής μου— είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων εκπρόσωπος της δυτικής ή αλλιώς ευρωπαϊκής πνευματικότητας· ένας συναρπαστικός στοχαστής, πολύ γνωστός, αλλά ελάχιστα αναγνωσμένος. Αυτό το γνωρίζω καλά.
Ακόμα και πολλοί που γνωρίζουν το όνομά του —ως φίλου του Goethe, του Hegel, του Hölderlin κ.λπ.— ελάχιστα έχουν διαβάσει κάτι δικό του. Γιατί συμβαίνει αυτό, μπορώ να το εξηγήσω. Θα κάνω λοιπόν μερικές εισαγωγικές παρατηρήσεις για τον Schelling.

Το ονόμασα «Schelling: ώθηση του Εγώ και ζωντανός Κόσμος» — ο Schelling ως εκπρόσωπος της δυτικής πνευματικότητας. Ο Schelling είναι ο μεγάλος «άγνωστος» της φιλοσοφίας.
Στην πραγματικότητα έχει διαβαστεί ελάχιστα και έχει κατανοηθεί ακόμη λιγότερο. Εν συντομία, μια μικρή βιογραφία: 1775 έως 1854.
Δεν ανήκει ακριβώς στη γενιά του Hegel, του Hölderlin ή του Beethoven· όχι του 1770 αλλά του 1775. Είναι δηλαδή πέντε χρόνια νεότερος από τους δύο συναδέλφους του στο Tübingen, τον Hölderlin και τον Hegel.
Ο Schelling ήταν εξαιρετικά πρόωρος πνευματικά· θα λέγαμε χαριτολογώντας πως ήταν ένα παιδί-θαύμα. Ένα shooting star.
Σε ηλικία μόλις 23 ετών έγινε καθηγητής φιλοσοφίας στην Jena — κατόπιν σύστασης του ίδιου του Goethe. Ήδη στα 19 του είχε δημοσιεύσει σημαντικά φιλοσοφικά έργα.
Ένα φαινόμενο πρόωρης ωριμότητας, πνευματικά ανώτερος από τους άλλους δύο, ακόμη και από τον πολύ μεγαλύτερό του φίλο Hegel — τουλάχιστον στην αρχή.
Ακολούθησε μια αστραπιαία σταδιοδρομία ως φιλόσοφος. Έγινε πολύ γρήγορα γνωστός σε όλη τη Γερμανία ως φιλόσοφος της φύσης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι καθιέρωσε στη Γερμανία τη φυσική φιλοσοφία.
Υπήρχε βεβαίως και πριν, αλλά ο Schelling θεωρείται κατά κάποιον τρόπο ο θεμελιωτής της δυτικής φυσικής φιλοσοφίας. Είχε πολυάριθμους μαθητές και πνευματικούς επιγόνους, και άσκησε τεράστια επιρροή.
Ήταν ο μόνος φιλόσοφος της εποχής του που ο Goethe αναγνώρισε. Ήταν φίλοι και συναντιούνταν συχνά — ο 23χρονος Schelling και ο πολύ μεγαλύτερος Goethe. Αργότερα ο Schelling εγκαταλείπει την Jena και εντάσσεται στον κύκλο των πρώιμων ρομαντικών· γνωρίζει και τον Novalis, για τον οποίο όμως εκφράζεται επικριτικά. Το περίφημο σχόλιο του Schelling για τον Novalis ήταν ότι δεν του άρεσε αυτή η «επιπολαιότητα του να αγγίζει κανείς τα πάντα χωρίς να διεισδύει σε τίποτα».
Έτσι ερμήνευσε τα αποσπάσματα (Fragments) του Novalis — αν και πρέπει να πούμε πως και ο ίδιος ο Schelling υπήρξε άνθρωπος των αποσπασμάτων. Έγραψε πάρα πολλά, αλλά λίγα από τα έργα του είναι ολοκληρωμένα, με γλωσσική και νοηματική συνοχή. Συχνά πρόκειται για μεγάλα αποσπασματικά μέρη, κάπως ανολοκλήρωτα.

Αυτό επηρέασε σημαντικά την πρόσληψη και την επιρροή του.

Ακολουθεί μια δεύτερη φάση στο έργο του Schelling, που θα την αποκαλούσα «μυστικιστική». Μέσω του Franz von Baader γνωρίζει τον Jakob Böhme. Διαβάζει τον Böhme και επηρεάζεται βαθύτατα· βλέπει πλέον τον κόσμο με άλλο μάτι — θεοσοφικά θα λέγαμε.
Αυτό του προκάλεσε έντονη κριτική. Οι παλαιοί του θαυμαστές και οπαδοί απογοητεύτηκαν: ο Schelling έγινε μυστικιστής, δεν μπορεί πια να ληφθεί στα σοβαρά ως φιλόσοφος. Από εκεί και πέρα αρχίζει, δημοσίως, η κάθοδος του Schelling. Μετακινείται σε München, Erlangen, Würzburg· το πρώιμο κύρος του φθίνει. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να γράφει νέα έργα. Τα δύο πιο γνωστά έργα της μέσης περιόδου του είναι:
το «Philosophische Untersuchungen über das Wesen der menschlichen Freiheit» (Φιλοσοφικές έρευνες για την ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας),
και το «Weltalter» (Ηλικίες του Κόσμου).

Τα Weltalter είναι, σύμφωνα με τον Schelling, ένα αντίπαλο δέος προς τον Hegel· περιγράφουν τα στάδια της αυτοαποκάλυψης του Θεού στην ιστορία. Τα στάδια αυτά της θείας αυτοαποκάλυψης αντιτίθενται στη εγελιανή φιλοσοφία, και γι’ αυτό ο Schelling, που κάποτε ήταν φίλος του Hegel, τον θεωρεί πλέον αιρετικό. Εκείνος (ο Hegel) θα ήθελε να τα είχε όλα υποτάξει στη καθαρή, αγνή λογική. Και αυτό ο Schelling το επικρίνει — πολύ έντονα.
Λοιπόν, ο Schelling είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πνεύμα. Πριν από περίπου 35 χρόνια, είχα συγγράψει —μεταξύ άλλων— αυτό το μικρό βιβλιαράκι εδώ: τη μονογραφία για τον Schelling. Δυστυχώς αυτές οι μονογραφίες σήμερα δεν είναι πλέον διαθέσιμες· έχουν αποσυρθεί. Εδώ λοιπόν είναι η μονογραφία του Schelling.
Τουλάχιστον στο Amazon μπορεί κανείς ακόμη να τη βρει. Εκδόθηκε το 1982, γράφτηκε το 1980–81.

Λοιπόν, ας επιστρέψουμε στον Schelling. Ίσως να πω πρώτα κάτι σύντομο για την πνευματικότητα, γιατί πρόκειται για έναν δύσκολο όρο. Τι σημαίνει στην πραγματικότητα; Είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται κάπως υπερβολικά στις μέρες μας. Υπάρχουν στην ουσία δύο εντελώς διαφορετικοί τρόποι να κατανοήσει κανείς την πνευματικότητα.
Αφενός, μπορεί να ειπωθεί ότι η πνευματικότητα είναι ένα ανώτατο στάδιο της εξέλιξης της συνείδησης· το ύψιστο στάδιο, θα λέγαμε.
Αφετέρου, μπορεί να ειπωθεί ότι η πνευματικότητα είναι μια θεμελιώδης ικανότητα του ανθρώπου εν γένει — παρούσα σε κάθε στάδιο εξέλιξης, αν και εκδηλώνεται διαφορετικά σε κάθε επίπεδο. Αυτές είναι δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις.
Εγώ θα έλεγα πως και οι δύο είναι σωστές. Η πνευματικότητα είναι μια βασική ανθρώπινη ικανότητα, αλλά εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα στάδια της εξέλιξης της συνείδησης.
Αν έπρεπε να δώσω έναν ορισμό, θα έλεγα:
πνευματικότητα είναι η θεμελιώδης πεποίθηση ότι ο φυσικός, αισθητός μας κόσμος είναι εμπλεγμένος, διαποτισμένος, υπερκαλυμμένος και θεμελιωμένος από μια ανώτερη πνευματική πραγματικότητα, η οποία προσδίδει νόημα και αξία στον αισθητό κόσμο και στην οποία ο άνθρωπος έχει πρόσβαση μέσω της ψυχής του· μια πραγματικότητα που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την αληθινή του πατρίδα και την πηγή της ύπαρξής του.
Επιπλέον, υπάρχει η ιδέα ότι αυτή η ανώτερη πνευματική πραγματικότητα διέπεται από νόμους που απορρέουν από ένα ανώτατο Ον, από μια ύστατη αρχή του Είναι. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια πιθανή περιγραφική θεώρηση της πνευματικότητας. Φυσικά, αμέσως προκύπτει το ερώτημα: Πνευματικότητα και φυσική επιστήμη — πώς συνδέονται;
Είναι ένα θέμα που έχει συζητηθεί έντονα επί δεκαετίες. Προσωπικά υποστηρίζω μια μάλλον ριζοσπαστική θέση, που μπορεί να διατυπωθεί ως εξής:
Αν η φυσική επιστήμη, όπως υπάρχει σήμερα —και ιδίως η κοσμολογία— έχει πλήρως δίκιο, τότε η πνευματικότητα παύει να υφίσταται.
Δηλαδή δεν είναι πραγματικά συμβατές. Για μένα, η πνευματικότητα προϋποθέτει ένα διαφορετικό σχέδιο φυσικής επιστήμης, ένα άλλο επιστημονικό παράδειγμα.
Στα βιβλία μου —όπως π.χ. στο Impulse einer anderen Naturwissenschaft. Räume, Dimensionen, Weltmodelle— προσπάθησα να θεμελιώσω μια διαφορετική φυσική επιστήμη: φυσική επιστήμη, ναι, αλλά όχι όπως κυριαρχεί σήμερα. Με τη σημερινή της μορφή δεν υπάρχει γέφυρα προς το πνευματικό.
Πιστεύω ότι το έχω δείξει με αρκετή πειστικότητα. Το αναφέρω εδώ απλώς ως υπόθεση.

Θέλω να μιλήσω για τη φυσική φιλοσοφία και για τη διδασκαλία περί ελευθερίας του Schelling.

Ich, Impuls und lebendiger Kosmos — «Εγώ, ώθηση και ζωντανός Κόσμος».
Γνωρίζω τη θέση, που υποστηρίζεται και από ορισμένους ανθρωποσοφιστές, ότι ο νεκρός κόσμος είναι εκείνος που ενεργοποίησε τη σκέψη, και ότι μόνο μέσω του άψυχου κόσμου το Εγώ βρήκε τον εαυτό του. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό.

Πιστεύω ότι το Εγώ κατοικεί μέσα σε έναν ζωντανό Κόσμο και ότι υπάρχει μια αμοιβαία σχέση ανάμεσα στα δύο — Εγώ και Κόσμος, Εγώ και ζωντανός Κόσμος.

Είμαι λοιπόν ένας υποστηρικτής μιας ζωντανής κοσμολογίας, και από αυτήν την οπτική προσπάθησα να κατανοήσω το Εγώ· αυτό είναι κάτι που με απασχολεί όσο μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου.

Ποιος είναι το Εγώ; Τι είμαι εγώ; Πώς είναι αυτή η συγκλονιστική εμπειρία του να λες: «Είμαι ένα εγώ-ον». Δεν είμαι ένα «εκείνο».
Τα παιδιά επίσης ρωτούν: «Γιατί είμαι εγώ εγώ; Γιατί δεν είμαι εσύ;»
Γιατί βρίσκομαι μέσα στο εγώ.

Πώς συμβαίνει αυτό; Τι θεμελιώνει το εγώ; Ίσως ένα ανώτερο Εγώ; Μήπως εγώ το θέλησα ο ίδιος;

Ο Schelling θέτει το ερώτημα: «Έχω άραγε θελήσει εγώ τον εαυτό μου;» — όπως λέει και ο Fichte, «το Εγώ θέτει τον εαυτό του».
Αλλά τότε μπορεί να υπάρχει ένα μεγαλύτερο, ανώτερο Εγώ, το οποίο «θέτει» το μικρό, εμπειρικό εγώ.

Έτσι μπαίνουμε σε πολύ δύσκολα ερωτήματα — που όμως συνδέονται άμεσα με τη φυσική φιλοσοφία.
Τι είναι ο Κόσμος; Και τι είναι το Εγώ; Ποια είναι η σχέση του ανθρώπου με τον Κόσμο;
Αυτά είναι θεμελιωδώς σημαντικά ερωτήματα.
Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από τον Schelling, για να μπούμε λίγο στο πνεύμα της σκέψης του, χωρίς να τα ερμηνεύσω ακόμη· θα επανέλθω σε αυτά.

Ο Schelling λέει, λόγου χάρη — μπορείτε να το πάρετε ως μια μικρή νοητική άσκηση διαλογισμού — (από το πρώιμο έργο του, τέσσερις-πέντε φράσεις):
«Ο εξωτερικός κόσμος κείται μπροστά μας ανοιχτός, για να ξαναβρούμε μέσα του την ιστορία του δικού μας πνεύματος.»
Ή: «Η φύση πρέπει να είναι το ορατό πνεύμα, και το πνεύμα η αόρατη φύση.»
Θα μπορούσε να είναι και φράση του Novalis, υπάρχουν παρόμοιες στα αποσπάσματά του.
Ή ακόμη: «Η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια φυσική ιστορία του πνεύματός μας. Δεν εξετάζουμε το σύστημα των παραστάσεών μας ως κάτι που “είναι”, αλλά ως κάτι που “γίνεται”. Η φιλοσοφία γίνεται γενετική.»
Ή: «Το σύστημα της φύσης είναι ταυτόχρονα το σύστημα του πνεύματός μας.»

Αυτός είναι ο θεμελιώδης άξονας του Schelling, ο αποκαλούμενος Realidealismus — η ενότητα πνεύματος και φύσης. Και ακόμη:
«Όσο είμαι ο ίδιος ταυτόσημος με τη φύση, κατανοώ τι είναι η ζωντανή φύση, όπως κατανοώ και τη δική μου ζωή· κατανοώ πώς αυτή η καθολική ζωή της φύσης, σε άπειρες μορφές, σε βαθμιδωτές εξελίξεις, σε σταδιακές προσεγγίσεις προς την ελευθερία, αποκαλύπτεται.
Μόλις όμως χωριστώ από τη φύση —ως ιδανικός παρατηρητής— δεν μου απομένει παρά ένα νεκρό αντικείμενο, και παύω να κατανοώ πώς μπορεί να υπάρχει ζωή έξω από εμένα.» Εδώ βλέπουμε ήδη έναν θεμελιώδη άξονα της σκέψης του Schelling:
Η φύση δεν είναι απλό αντικείμενο, δεν είναι καθαρό «αντικείμενο». Η φύση είναι και υποκείμενο.

Ο Schelling λέει αλλού:
«Ο γνωρίζων και το γνωριζόμενο είναι το ίδιο.»
Δηλαδή μπορώ να γνωρίσω μόνο αυτό που είμαι εγώ ο ίδιος. Ό,τι δεν είμαι, δεν μπορώ να το γνωρίσω. Αλλιώς παραμένω αιώνια φυλακισμένος στο καθρέφτισμα των δικών μου προβολών. Βλέπετε λοιπόν: ο Schelling ξεκινά από έναν ζωντανό κόσμο.
Για αυτόν, τα πάντα είναι ζωντανά, τα πάντα διαποτισμένα από συνείδηση. Δεν υπάρχει νεκρός Κόσμος· υπάρχει μόνο ένας απόλυτα ζωντανός Κόσμος, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος είναι ενταγμένος. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσει εκ νέου μια αρχαία ιδέα — την ιδέα της ψυχής του κόσμου (Weltseele).

Ένα από τα γνωστότερα έργα του φέρει τον τίτλο Von der Weltseele, με υπότιτλο Eine Hypothese der höheren Physik zur Erklärung des allgemeinen Organismus — δηλαδή: Μια υπόθεση της ανώτερης φυσικής για την εξήγηση του καθολικού οργανισμού.
Υπέροχο: θεωρεί ότι υπάρχει ένας καθολικός οργανισμός.
Το ονομάζει «υπόθεση» — ευπρεπώς, μετρημένα. Εγώ θα έλεγα: είναι ακριβώς έτσι. Μια υπόθεση της ανώτερης φυσικής για την εξήγηση του καθολικού οργανισμού. Αναλαμβάνει λοιπόν την ιδέα της ψυχής του κόσμου από τον Platon, τον Plotin, και βεβαίως τον Giordano Bruno, τον οποίο εκτιμά βαθύτατα και για τον οποίο έγραψε και βιβλίο.
Ο Bruno εκείνη την εποχή ανακαλύφθηκε εκ νέου στη γερμανική φιλοσοφία, χάρη στον Jacobi, φίλο του Goethe, ο οποίος είχε μεταφράσει εν μέρει τα έργα του Bruno και τα είχε παρουσιάσει στο κοινό. Εκείνη την εποχή ταύτιζαν τον Bruno με τον Spinoza — Spinozismus, δηλαδή Spinoζισμός — και θεωρούσαν ότι ο Spinozismus είναι αθεϊσμός. Άρα και ο Brunianismus (η σκέψη του Bruno) είναι αθεϊσμός. Αυτό ήταν τότε, στα τέλη του 18ου αιώνα, σοβαρό παράπτωμα· μπορούσε να στοιχίσει τη θέση σε έναν πανεπιστημιακό. Ο Fichte, για παράδειγμα, απολύθηκε το 1799 από το Πανεπιστήμιο της Jena, επειδή του αποδόθηκε με επίσημο διάταγμα η κατηγορία του αθεϊστή.
Τότε έπρεπε να εγκαταλείψει την έδρα του. Έτσι ήταν τότε τα πράγματα — πρέπει να το κατανοήσει κανείς καθαρά. Ήταν ακόμη πολύ στενά δεμένο με το κρατούν Χριστιανισμό μέσα στους θεσμούς. Όταν μιλά κανείς για τη ζωντανή πνευματικότητα της Δύσης, σκέφτεται κατ’ αρχάς τη μουσική, τη μεγάλη μουσική — και έπειτα τη φιλοσοφία της φύσης (Naturphilosophie), στην οποία ανήκει και ο Goethe. Ο Goethe, κατά τη γνώμη μου, είναι επίσης φιλόσοφος, φιλόσοφος της φύσης. Φυσικά, και ο Schelling ενδιαφέρθηκε για τη θεωρία των χρωμάτων. Την μελέτησε σε βάθος και είχε έντονο πάθος γι’ αυτήν. Ξεκινά από μια ζωντανή πνευματικότητα, από ένα ζωντανό Είναι μέσα σε έναν ζωντανό Κόσμο. Εδώ ο Goethe είναι σύμμαχός του.
Ο αγώνας του Goethe εναντίον του Newton στη θεωρία των χρωμάτων, ενάντια στη νευτώνεια οπτική, αναλαμβάνεται από τον Schelling με διαφορετικό τρόπο εναντίον της νευτώνειας ουράνιας μηχανικής. Πρόκειται για ένα είδος παραλληλίας. Και λέει κάπου — το παραθέτω — για τον Newton, για τη μηχανική του ουρανού: Και πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι η νευτώνεια ουράνια μηχανική στο τέλος του 18ου αιώνα ήταν σχεδόν ιερή.
Η φυσική επιστήμη ήταν η νευτώνεια φυσική. Ουσιαστικά δεν υπήρχε βιολογία με τη σημερινή έννοια· σχεδόν καθόλου. Υπήρχε η φυσική, που ήταν η κυρίαρχη επιστήμη, και υπήρχε ο Newton, που για πολλούς ήταν ημίθεος.

Η επίθεση του Goethe εναντίον του Newton ήταν αρχικά σκάνδαλο. Ξέρετε, τον 19ο αιώνα ο Goethe γελοιοποιήθηκε, εν μέρει από φυσικούς επιστήμονες· αργότερα όμως όχι πλέον. Στον 20ό αιώνα, πολλοί — μεταξύ άλλων και οι Heisenberg, von Weizsäcker και άλλοι — ανακάλυψαν εκ νέου τον Goethe με νέο και ενδιαφέροντα τρόπο. Και τώρα, ας πάμε στον Newton μέσα από τον Schelling. Τον Goethe τον γνωρίζετε ασφαλώς καλά και ξέρετε την οξεία πολεμική του εναντίον του Newton — είναι γνωστή, περίφημη.

Ο Schelling γράφει το 1803:
«Ακόμη κι αν από την πλευρά του μηχανισμού — της μηχανιστικής φυσικής, της αιτιομηχανικής ερμηνείας του κόσμου — κάθε φαινόμενο εξηγούνταν πλήρως, δηλαδή ακόμη κι αν μπορούσε κανείς με αυτήν την υπόθεση να εξηγήσει τα πάντα αιτιομηχανικά, η περίπτωση θα ήταν η ίδια όπως αν ήθελε κανείς να εξηγήσει τον Homer ή κάποιον άλλον συγγραφέα, ξεκινώντας από το να κάνει κατανοητή τη μορφή των τυπογραφικών στοιχείων, μετά να δείξει πώς συντέθηκαν και τυπώθηκαν, και τέλος πώς προέκυψε από αυτά το έργο.
Περίπου έτσι είναι η κατάσταση με εκείνο που μέχρι τώρα στη φυσική θεωρούνταν μαθηματικές κατασκευές. Ήδη νωρίτερα παρατηρήθηκε ότι οι μαθηματικές μορφές έχουν καθαρά μηχανική χρήση. Δεν είναι οι ουσιώδεις λόγοι των ίδιων των φαινομένων, τα οποία βρίσκονται μάλλον σε κάτι εντελώς διαφορετικό, εμπειρικό, όπως, π.χ., στην άποψη ότι η κίνηση των ουράνιων σωμάτων προήλθε από μια ώθηση που δόθηκε προς μία κατεύθυνση. Είναι αλήθεια ότι μέσω της εφαρμογής των μαθηματικών μάθαμε να προβλέπουμε με ακρίβεια τις αποστάσεις των πλανητών, τον χρόνο των περιφορών και των επανεμφανίσεών τους. Αλλά για την ουσία ή καθεαυτή αυτή την κίνηση δεν έχει δοθεί ούτε η ελάχιστη εξήγηση.

Η λεγόμενη μαθηματική φυσική είναι λοιπόν έως τώρα ένας διδακτικός φορμαλισμός, μέσα στον οποίο δεν υπάρχει τίποτε από μια **αληθινή επιστήμη της φύσης». Πρέπει να το αφήσει κανείς να λιώσει στη γλώσσα του, όπως λέμε: Ο Schelling κατηγορεί τον Newton ότι δεν κάνει αληθινή φυσική επιστήμη, αλλά καθαρό μαθηματικό φορμαλισμό.
Και τότε ο μαθηματικός φορμαλισμός δεν είχε φτάσει ακόμη στο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο αφαίρεσης που έχει σήμερα, όπου η φυσική και τα μαθηματικά είναι πλέον αχώριστα, και η φυσική χωρίς αφηρημένα μαθηματικά είναι σχεδόν αδιανόητη.
Αυτό πρέπει να το τονίσει κανείς — είναι καθοριστικό σημείο. Ο Schelling λοιπόν καταλογίζει στον Newton ότι δεν κατανοεί τα πράγματα εκ των έσω, από το ίδιο το Είναι τους, αλλά εξωτερικά. Τι είναι λοιπόν η φυσική επιστήμη; Σε μεγάλο βαθμό, τίποτε άλλο από μια περιγραφή της τυπικής ενότητας των φαινομένων.


Αυτό ακριβώς απασχόλησε τον Kant, και από αυτό επηρεάστηκε φυσικά και ο Schelling.

Συνεχίζεται