Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "ραιοκτω. ឡប"

Μεταμόρφωση! Τι όμορφη, τι ωραία, τι χαρούμενη λέξη! Αντηχεί στην ψυχή και στο νου με τέτοια λαμπρότητα και πανηγυρικότατα!
Σε ποιο πράγμα αναφέρεται αυτή η γιορτή, ποια είναι η ουσία και η πηγή της χαράς και του φωτός της; Κατ’ αρχάς ας ακούσουμε τι λέει το Ευαγγέλιο γι’ αυτό το γεγονός. Ο Ιησούς, σύμφωνα με την αφήγηση του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὕψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωυσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἶ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς… ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον. Καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. (Ματθ. 17, 1-9).
Τι σημαίνει αύτη η ευαγγελική ιστορία; Τι θέση έχει αυτή η αινιγματική αποκάλυψη της δόξας στην επίγεια ζωή και στο έργο του Χριστού;
Λίγοι θα διαφωνήσουν πως η εικόνα του Χριστού στα ευαγγέλια είναι κατεξοχήν μια εικόνα ταπείνωσης. Ήδη κατά τη γέννησή Του δεν βρέθηκε χώρος σε κανένα από τα σπίτια της πόλης, κι έτσι γεννήθηκε έξω, σε μια σπηλιά. Μέχρι τέλους δεν είχε σπίτι, «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8, 20), σύμφωνα με τα δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αυτούς που θεραπεύει και βοηθά να μη μιλήσουν σε κανένα για τη βοήθεια που δέχθηκαν. Αποφεύγει κάθε τιμή και κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να αποκτήσει φήμη. Εκουσίως μάλιστα άφησε την ασφάλεια της Γαλιλαίας, όπου δεν υπήρχε καμιά απειλή, και διάλεξε να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ, όπου τον περίμενε ο πόνος, η ταπείνωση της δίκης και της καταδίκης, και μια οδυνηρή και επαίσχυντη εκτέλεση. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ», είπε, «ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ …» (Ματθ. 11, 29).
Σ’ αυτή τη ζωή ταπεινοφροσύνης και αυταπάρνησης, λίγες ήταν οι περιπτώσεις που οι κρυμμένες ακτίνες της θείας ενέργειας και δόξας φάνηκαν εξωτερικά. Δίχως εξαίρεση, μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι έγιναν ζωντανοί μάρτυρες των περιπτώσεων εκείνων που «περιεβλήθη τὴν δόξαν», και αυτοί συνήθως δεν κατανοούσαν τη σημασία αυτών που έβλεπαν. Αυτό ακριβώς συνέβη τη νύχτα της γέννησής Του, όταν οι απλοί ποιμένες άκουσαν τον αγγελικό ύμνο, και τα νέα της μεγάλης χαράς, όπως μας λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,10). Το ίδιο συνέβη πολλά χρόνια αργότερα, την ημέρα που ο Ιησούς ήλθε στον Ιορδάνη για να δεχθεί το βάπτισμα, όταν ακούστηκε η ίδια φωνή από τον ουρανό, ενώ τα ίδια λόγια ακούστηκαν και κατά τη Μεταμόρφωση: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα …» (Ματθ. 3,17). Τελικά δοξάζεται εδώ στο όρος παρουσία των τριών μαθητών. Κάθε φορά δε που αποκαλύπτεται αυτή η μυστηριώδης ουράνια δόξα, δεν προέρχεται από ανθρώπους, αλλά από πάνω, από τον ουρανό. Η Εκκλησία στο ερώτημα για τη σημασία που έχουν οι επίγειες φανερώσεις της δόξας του Χριστού απαντά όχι με εξηγήσεις αλλά με πανηγυρισμούς, εορτάζοντας αυτή τη μοναδική χαρά που σημαδεύει την ετήσια μνήμη της Μεταμορφώσεως.
Μία λέξη κυριαρχεί σ’ όλες τις ευχές, τους ύμνους και τα αναγνώσματα αυτής της εορτής. Είναι η λέξη φως. «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον». Ο κόσμος είναι ένα σκοτεινό, ψυχρό και τρομακτικό μέρος. Αυτό το σκοτάδι δεν διαλύεται από το φυσικό φως του ήλιου. Αντίθετα, το φως του ήλιου ίσως κάνει την ανθρώπινη ζωή να φαίνεται ακόμη τρομερότερη και απελπιστικότερη, καθώς η ζωή ξεχύνεται αμείλικτα και αδυσώπητα προς το θάνατο και τον αφανισμό περικυκλωμένη από πόνο και μοναξιά. Όλα είναι καταδικασμένα, όλα υποφέρουν, όλα υπόκεινται στον ακατανόητο και ανελέητο νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Τότε όμως εμφανίζεται πάνω στη γη, εισέρχεται στον κόσμο ένας άνθρωπος ταπεινός και άστεγος, που δεν εξασκεί καμιά εξουσία πάνω σε κανένα, και δεν διαθέτει καμιά επίγεια εξουσία. Λέει δε στους ανθρώπους πως αυτό το βασίλειο του σκότους, του κακού και του θανάτου δεν είναι η αληθινή τους ζωή· πως δεν είναι ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός· πως μπορεί και πρέπει να νικηθεί το κακό, ο πόνος και τελικά ο ίδιος ο θάνατος· και πως έχει σταλεί από τον Θεό, τον Πατέρα Του, για να σώσει τον άνθρωπο από την τρομακτική δουλεία στην αμαρτία και στο θάνατο.
Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση και κλήση, τις έχουν απαρνηθεί. Πρέπει να επιστρέψουν για να δουν πως έχουν χάσει την ικανότητα να βλέπουν, και να ακούν αυτά που είναι ανίκανοι ήδη να ακούσουν. Πρέπει να ξαναπιστέψουν πως το καλό είναι ισχυρότερο από το κακό, η αγάπη ισχυρότερη από το μίσος, η ζωή ισχυρότερη από τον θάνατο. Ο Χριστός θεραπεύει, βοηθά και δίνεται σε όλους. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούν, δεν πιστεύουν. Θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει την ουράνια δόξα και δύναμή Του, και να τους υποχρεώσει να πιστέψουν. Θέλει όμως απ’ αυτούς την πίστη, την αγάπη και την αποδοχή που δίνονται ελεύθερα. Γνωρίζει πως την ώρα της έσχατης θυσίας Του, της έσχατης αυτοπροσφοράς Του, οι πάντες θα φύγουν από φόβο και θα Τον εγκαταλείψουν. Όμως ακριβώς τότε, όπως και μετά. όταν όλα θα έχουν τελειώσει, ο κόσμος θα διαθέτει ακόμη κάποια ένδειξη για την κατεύθυνση που είχε καλέσει τους ανθρώπους να πάρουν, για το τι μας προσέφερε ως δώρο, ως ζωή, ως πληρότητα νοήματος και χαράς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος από τον κόσμο και τους ανθρώπους, αποκαλύπτει σε τρεις από τους μαθητές Του αυτή τη δόξα, αυτό το φως, αυτόν το νικητήριο εορτασμό, στον οποίο ο άνθρωπος έχει κληθεί προ αιώνων να μετάσχει.
Το θείο φως που διαπερνά όλον τον κόσμο. Το θείο φως που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το θείο φως στο οποίο τα πάντα αποκτούν το έσχατο και αιώνιο νόημά τους. «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», φώναξε ο απόστολος Πέτρος όταν είδε αυτό το φως και αυτή τη δόξα. Και από την ώρα εκείνη ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία, η πίστη είναι μια συνεχής, χαρούμενη επανάληψη αυτών των λόγων, «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Η πίστη όμως είναι και μια έκκληση για το αΐδιο φως, μια δίψα γι’ αυτόν το φωτισμό και γι’ αυτή τη μεταμόρφωση. Αυτό το φως συνεχίζει να λάμπει, μέσα στο σκοτάδι και στο κακό, μέσα στη μουντή γκριζάδα και στη θολή ρουτίνα αυτού του κόσμου, σαν ηλιαχτίδα που διασχίζει τα σύννεφα. Το αναγνωρίζει η ψυχή, παρηγορεί την καρδιά, μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί, και μας μεταμορφώνει εκ των έσω.
«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»! Ας γίνονταν δικά μας αυτά τα λόγια, ας γίνονταν απάντηση της ψυχής μας στο δώρο του θείου φωτός, ας γινόταν η προσευχή μας προσευχή για τη μεταμόρφωση, για τη νίκη του φωτός! «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον».

Μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Η ΔΟΞΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΝΡΟ ΤΗΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΖΩΗΣ. ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΣΟΦΙΑ ΑΛΛΑ Η ΔΟΞΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΑΠΟΔΩΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ. Η ΕΠΙΓΕΙΑ ΔΟΞΑ. Η ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ. ΔΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ. ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΕΔΕΙΞΕ Ο ΜΑΞ ΒΕΜΠΕΡ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΠΟΥ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΟΝ ΣΩΣΜΕΝΟ. ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΔΙΑΣΗΜΟ.  ΜΙΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

Ἡ δόξα με δαγκώνει (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος) ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΣΕ.


Η ΔΟΞΑ μὲ δαγκώνει, κενή, μάταιη τὰ δόντια της ἔμπηξε στὴν καρδιά μου,κι ὅταν ἦρθαν τ’ ἄγρια σκυλιά, τὸ πλῆθος τὰ θηρία,μὲ βρῆκαν νὰ κείτομαι καὶ μὲ κατασπαράξαν.
Ἡ τρυφὴ κι ὁ ἔπαινος τὸν μυελὸ καὶ τὰ νεῦρα μου διέσπασαν, τῆς ψυχῆς τὴ δύναμη καὶ προθυμία.Ὅσα μοῦ ἀφαίρεσαν, ἀλίμονο, πῶς νὰ τὰ γράψω ὅλα;
Ἀντὶ γι’ αὐτὰ μοῦ ‘βαλαν νἄχω ληστὲς τὴν οἴηση καὶ τὸν ὄκνο, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ μέριμνα πῶς ν’ ἀρέσω στοὺς ἄλλους, στ’ ἀντίθετα μ’ ἔσυραν καὶ μὲ διαμέλισαν.
Ἄλλοι τὴ σωφροσύνη παινεύοντας, τὴ νηφαλιότητά μου,ἄλλοι τὰ ἔργα μου, νεκρὸ μὲ κατάφεραν, οἴηση, τὸ παράδοξο πρᾶγμα, τὴ μεγάλη ἀπορία, σὲ μένα ἔσπειραν, τὸν καταβρωμισμένο.
Γιατὶ πῶς, ἐξήγησε, πῶς δὲν εἶναι ν’ ἀπορεῖ κανείς,πῶς δὲν εἶναι ἀξιολύπητο τελείως,
τόσα πάθη ξαφνικὰ μοῦ ἐπιτέθηκαν,μὲ κατάφεραν νεκρό, ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς γυμνό,
πάλι ἔχασα τὸν ἑαυτό μου, τὸν λησμόνησα, ἀπ’ ὅσα ἔγιναν δὲν κατάλαβα τίποτα, ἀλλὰ ἔχω οἴηση, πὼς εἶμαι ὁ μεγαλύτερος ὅλων ἀπαθής, ἅγιος, σοφὸς θεολόγος, δίκαιο εἶναι κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ μὲ τιμοῦν,ἀλλὰ καὶ νὰ μ’ ἐπαινοῦν, γιατὶ ἀξίζω ἐπαίνους προσκαλῶ κάθε ἄνθρωπο καὶ νομίζω πὼς τιμὴ συγκεντρώνω, ὅσο ἔρχονται καὶ μαζεύονται, τόσο καμαρώνω κι ὅλο κοιτάζω δεξιὰ ἀριστερά, μήπως ἔγινε κάποιος καὶ λείπει, δὲν ἦρθε, δὲ μὲ θαύμασε, κι ἂν τυχὸν βρεθεῖ κανεὶς νὰ μὲ ξέχασε,ἔχω κακία, τὸν κατηγορῶ, τὸν διασύρω, νὰ τὸ μάθει κι ὁ ἴδιος, νὰ τὸν πτοήσει ὁ ψόγος καὶ νὰ ‘ρθεῖ, νὰ προσφωνήσει, νὰ δείξει ὑποταγή, ὅτι κι αὐτὸς ἀνάγκη ἔχει τὴν εὐχὴ καὶ τὴ φιλία μου. …
Μή μ’ ἀφήσεις, Χριστέ, νὰ πλανιέμαι στὸ μέσο τοῦ κόσμου,Ἐσένα μόνο ἀγαπάω χωρὶς ποτὲ νὰ Σ’ ἀγάπησα καὶ μόνη ἐλπίδα ἔχω τὶς δικές Σου ἐντολὲς νὰ φυλάω, ἂν κι ὁλόκληρος στὰ πάθη βρίσκομαι καὶ δὲν Σ’ ἔχω γνωρίσει καλά.
Γιατὶ ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, ἔχει ἀνάγκη τὴ δόξα τοῦ κόσμου;
Ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, θέλει κάτι ἄλλο ἀπὸ Σένα τὸν ἴδιο;
Θὰ προσκαλέσει αὐτὸς τοὺς πάντες ἢ μερικοὺς θὰ κολακέψει,ἢ θὰ φροντίσει νὰ γίνει φίλος καθενός;
Ὅσοι εἶναι δοῦλοι Σου πραγματικοὶ δὲν ἔκαναν τέτοια, οὔτε ἕνας.
Γι’ αὐτὸ ἔχω θλίψη καὶ λύπη, Θεέ μου,ὅτι βλέπω σ’ αὐτά δουλωμένο τὸν ἑαυτό μου,
καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ νοιώσω καλά, οὔτε νὰ ταπεινωθῶ,τὴ δική Σου δόξα τὴ μόνη ἀληθινὴ δὲν θέλω.

[Ὕμνος ΙΒ’, στ. 69-101, 117-129]

ΠΕΡΙ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (RUDOLF BULTMANN)

 ΤΟ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΣΥΜΒΟΛΟ 

ΤΟΥ RUDOLF BULTMANN

Η πιο ριζική διαφοροποίηση από την Τριαδική Θεολογία του Μπαρθ, ενός καταρχήν υποστηρικτού τής διαλεκτικής στροφής, υπήρξε εκ μέρους τού Rudolf Bultmann. Ο Μπαρθ δοκίμασε να ελευθερωθεί από την «δουλεία» τής φιλελεύθερης θεολογίας για να φθάσει στην «Γη Χαναάν» του πρωτείου του Θεού και της αποκαλύψεώς του. Ο Μπούλτμαν όμως ξανασυνθέτει τις παλιές απαιτήσεις του φιλελευθερισμού σε ένα είδος Νέο-Λουθηρανισμού.

Ο Bultmann καταλήγει πραγματικά να κατανοεί τον Θεό στην καθαρή «απόφαση» τής πίστεως, μόνο που μ’ αυτόν τον τρόπο τον περιορίζει, στην άλλη ενέργεια ή καλύτερα πράξη ή στο ολοκληρωμένο έργο της αγγελίας του Ιησού, το οποίο επαναλαμβάνεται στην κατήχηση!

Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τού Θεού δεν δίνονται από την οντολογική του δομή, αλλά από την ενέργεια τής πράξεώς του, ενώ αυτή η ίδια η πράξη αναστέλλεται από το ναι ή το όχι του ανθρώπου. Τα αυτιά αυτού που είναι διατεθειμένος ή όχι στο auditus verbi γίνονται κατά τον Μπούλτμαν το κριτήριο της πράξεως και της υπάρξεως αυτού του ιδίου του Θεού. Η αυτοαποκάλυψη του Θεού γίνεται ορατή μόνο μέσω της υπαρξιακής κινήσεώς τού ανθρώπου. Προκύπτει έτσι λοιπόν πως ο Θεός τού Μπούλτμαν μιλά μόνον σύμφωνα με την ενέργεια ή την πράξη του ή σύμφωνα με την ενέργεια ή την πράξη τού ανθρώπου, ποτέ όμως σύμφωνα με το Είναι του ή με το Είναι τού ανθρώπου. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, να γίνει ανεκτός ένας μοναδικός θεός στην ουσία του και τριαδικός στα πρόσωπα, χωρίς να καταλήξουμε στον αληθινό και ουσιαστικό μύθο; Ακριβώς γι’ αυτό το απομυθοποιητικό πρόγραμμα του Bultmann, με το οποίο απομυθοποίησε τις Γραφές, συμπεριέλαβε στο τέλος και αυτό το ίδιο το δόγμα της Εκκλησίας. Την Θεότητα τού Χριστού.

Είναι δυνατή η ομολογία πίστεως στην Αγία Τριάδα με την βοήθεια του Συμβόλου, μόνον εάν  αναγνωρίσουμε σαν «Θεό» τον Ιησού Χριστό και επομένως το Άγιο Πνεύμα. Αλλά κατ’ αρχάς τι σημαίνει να αναγνωρίσουμε τον Ιησού Χριστό σαν «Θεό»; Για να απαντήσουμε σε μια τέτοια ερώτηση, διευκρινίζει ο Bultman, πρέπει πρωτίστως να αναρωτηθούμε: ο προσδιορισμός του Χριστού σαν «Θεός» στοχεύει να εκφράσει την «φύση» του, την μεταφυσική του ουσία, ή απλώς την «σημασία» του; Η έκφραση έχει χαρακτήρα σωτηριολογικό ή κοσμολογικό ή και τα δύο; Λοιπόν, συνεχίζει, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν πως κανένα από τα Ευαγγέλια δεν μιλά για τον Ιησού σαν «Θεό», ούτε οι αυθεντικές Επιστολές του Παύλου το ομολογούν, και πως συναντάται μόνο σε δευτερο-παύλεια κείμενα (προς Τίτον 2,13) και σε τελική ανάλυση μόνον στο κατά Ιωάννη (20,28). Ο Χριστός ονομάζεται Κύριος στην Κ. Δ αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο θεωρείται Θείος ή θεϊκή μορφή με κανένα τρόπο «Θεός». Το καθοριστικό πρόβλημα λοιπόν θα ’πρεπε να εκφραστεί ως ακολούθως, κατά τον Bultmann: σε ποιό μέτρο στην Κ.Δ. υπάρχει η πρόθεση να δηλωθεί κάτι γύρω από τη «Φύση» του Ιησού, σε ποιό μέτρο περιγράφεται σαν «αντικείμενο» υπάρχον καθ’ εαυτό, ή εάν και σε ποιό μέγεθος ή Κ.Δ. μιλά γι’ αυτόν και για το «νόημά» του για τους ανθρώπους, για την πίστη. 

Εν συντομία, στην Κ.Δ. οι τίτλοι του Χριστού ομιλούν για την Φύση ή αντιθέτως για τον Christus pro me, (Χριστό για μένα); Σε ποιό μέτρο μια Χριστολογική δήλωση είναι ταυτόχρονα και μία δήλωση πάνω σε μένα; Ο Χριστός με σώζει, επειδή είναι ο Υιός του Θεού, ή μήπως είναι ο Υιός τού Θεού επειδή με σώζει; Έτσι λοιπόν, ο Bultman ισχυρίζεται τελικώς πως στην Κ.Δ., οι δηλώσεις πάνω στην θεότητα του Ιησού ή στο γεγονός πως ανήκει στην θεία περιοχή έχουν σαν στόχο να φωτίσουν όχι την «Φύση» του, αλλά την «σημασία» του! εκφράζουν την πίστη πως αυτό που λέει και αυτό που είναι δεν πηγάζει από τον κόσμο τούτο, δεν είναι ιδέα και γεγονός ανθρώπινα, αλλά λόγος Θεού απευθυνόμενος σε μας, θεϊκή πράξη πάνω μας και για εμάς.

Για την πίστη της Κ.Δ. στον Χριστό είναι ο Θεός που δρα. Για παράδειγμα στην 2 προς Κορ. 5,11 «θα ’πρεπε να μας είναι ξεκάθαρο, πως μιλώντας για τον Θεό και για τον Χριστό, ο Παύλος δεν είχε σκοπό να μας κάνει να αισθανθούμε υπεύθυνοι μπροστά σε δύο πρόσωπα, αλλά να κάνει κατανοητό πως η ευθύνη μας απέναντι στον Χριστό είναι ένα με την ευθύνη μας απέναντι στο Θεό». Το νόημα των τίτλων του Ιησού, ακόμη και Εκείνοι του Θεού, συνίσταται στο να μας κάνει κατανοητό το εξής: ότι με την εμφάνιση του Ιησού, ο άνθρωπος και ο κόσμος τοποθετούνται σε μια νέα κατάσταση, καλούνται να αποφασίσουν υπέρ ή κατά του Θεού, και υπέρ ή κατά του κόσμου. Η θεότης τού Χριστού αποδεικνύεται και ενεργείται σ’ εκείνο το γεγονός το οποίο μας συσχετίζει, δηλ στην διάδοση του κηρύγματος που τον αναγγέλλει σαν την Χάρη του Θεού, φανερωμένη σε μας, και αντιστρόφως το γεγονός πως το κήρυγμα απευθύνεται σε μάς σάν λόγος ο οποίος απαιτεί την πίστη, που μας καλεί στην υπευθυνότητα και τοιουτοτρόπως αποφασίζει γιά μάς, αυτό το γεγονός βρίσκει την έκφρασί του στις ιδιότητες που εφαρμόζονται στον Χριστό: μας λένε πως στην πραγματικότητα ο Θεός μας συναντά σ’ αυτόν και σ’ αυτόν μόνο.

«Η Κ.Δ. -δηλώνει ο Μπούλτμαν- υποστηρίζει χωρίς δισταγμούς την ανθρωπότητα του Χριστού, ενάντια σε κάθε Γνωστικό Δοκητισμό. Οπωσδήποτε εκφράζεται επίσης με μια απλότητα η οποία αγνοεί ακόμη την προβληματική του «αληθινού Θεού και του αληθινού ανθρώπου», Εκείνη την προβληματική την οποία η αρχαία Εκκλησία είδε και την οποία προσπάθησε να λύσει με μη -ικανοποιητικό τρόπο, χρησιμοποιώντας τις κατηγορίες σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων που εξαντικειμενοποιούν τα περιεχόμενα. Έχουμε σαν παράδειγμα αυτής της λύσεως τις εκφράσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνος, οι όροι της οποίας είναι ανυπόστατοι για τη σημερινή σκέψη». Διότι ο Χριστός είναι τότε όλα όσα έχουν λεχθεί γι’ αυτόν, διότι είναι ένα γεγονός εσχατολογικό. «Όμως ο Χριστός είναι ή, καλύτερα – διευκρινίζει ο Μπούλτμαν– γίνεται εσχατολογικό γεγονός στην συνάντηση, όταν δηλ ο λόγος που τον αναγγέλλει γεννά την πίστη». 

Στην συνέχεια περιγράφει έναν παραλληλισμό ο οποίος φωτίζει και αποκαλύπτει τις πηγές και το τέλος τής «μειώσεώς» Του! «Όπως η Εκκλησία, εσχατολογική κοινότης, είναι πραγματική Εκκλησία μόνον επειδή είναι ένα ακριβές γεγονός[ μιά σύναξη], έτσι και η Κυριότης του Χριστού, η Θεότης Του, είναι πάντοτε ένα ακριβές γεγονός. Αυτό σημαίνει η ομολογία ότι είναι το εσχατολογικό γεγονός, ότι δηλ. δεν μπορεί ποτέ να γίνει ένα γεγονός που να μπορεί να εξαντικειμενοποιηθεί στο παρελθόν, ούτε σε μια μεταφυσική σφαίρα, αλλά αντιστέκεται αντιθέτως σε κάθε εξαντικειμενοποίηση». Μ’ αυτό το νόημα πάντοτε ο Θεός μάς συναντά στον Χριστό. Η έκφραση «ο Χριστός είναι θεός» είναι λανθασμένη εάν μ’ αυτή εννοούμε τον Θεό σαν ένα μέγεθος το οποίο μπορεί να εξαντικειμενοποιηθεί, και με την Αρειανή σημασία και με την Ορθόδοξη ή ακόμη και με την φιλελεύθερη. Αυτή η έκφραση είναι σωστή, μόνον εάν ο «Θεός» γίνει κατανοητός σαν το γεγονός της πράξεως τού Θεού! 

Απομυθοποιημένος λοιπόν ο Χριστός σαν «Θεός» δεν μένει παρά να περάσουμε στο Άγιο Πνεύμα: ώστε η ριζική «μείωσις» της Αγίας Τριάδος να είναι τέλεια. Έτσι λοιπόν καθώς ο Χριστός δεν είναι «Θεός» παρά μόνον σαν γεγονός εσχατολογικό που πραγματοποιείται στην αναγγελία του κηρύγματος, άλλο τόσο το Άγιο Πνεύμα δεν μπορεί να είναι πρόσωπο μέσα στην ίδια Μοναδική Θεία Φύση. Το Άγιο Πνεύμα του Τριαδικού δόγματος μπορεί να είναι μόνον αυτό το ίδιο Θεός, ή καλύτερα, η ενέργεια τού Θεού για μας, στην απόφαση της πίστεως. Για τον Bultmann η πίστη είναι ενέργεια. Η Εκκλησιαστική παράδοση μας δείχνει το Άγιο Πνεύμα το οποίο μας μετακινεί προς αυτή την ενέργεια. Αυτή όμως η απάντηση είναι παράλογη κατά τον Bultman, εφόσον το πνεύμα παρουσιάζεται σαν κάτι μυστικό και αινιγματικό, το οποίο ενεργεί πέρα από τις αποφάσεις μας: όπως λέει δε ο Herrmann, αυτό θα ισοδυναμούσε με το «να στοχαζόμαστε σαν τον Αυγουστίνο και να ζούμε σαν τον Πελάγιο». Εάν αντιθέτως το πνεύμα είναι το «πως» της νέας ιστορικής υπάρξεως του Χριστιανού, το πρόβλημα σημαδεύεται με την απάντηση, αλλά δεν λύνεται. Έτσι μας υπενθυμίζεται πως Εν Χριστώ οι πράξεις μας είναι ένα «άγεσθαι πνεύματι», αλλά παρ’ όλα αυτά δεν μας αφαιρείται η πράξη. Εκείνο που έχει σημασία είναι να κατανοήσουμε καλά τι είναι ακριβώς αυτή η πράξη.

Πώς καταλήγει λοιπόν το Σύμβολο για τον Bultmann; Πώς να μην ανησυχούμε, αναρωτιέται ο Μπαρθ, απέναντι στην ανάγνωση της Κ.Δ. από τον Bultmann, στην οποία η Χριστολογία δεν είναι πλέον το κεντρικό σημείο , αλλά εγκαταλείπεται στην σωτηριολογία μέχρι του σημείου να μην αποτελεί τίποτε άλλο από την αρχή της σωτηριολογίας και να μην έχει άλλη λειτουργία από το να προσδώσει Ιστορικότητα στην απόφαση της πίστης; 

Ο Bultmann για λογαριασμό του, παραμένει σταθερός και ήρεμος στις κριτικές «Την πυρκαγιά την αφήνω να καίει ήσυχα-ήσυχα, καθώς βλέπω ότι καίγονται μόνο οι φανταστικές εικόνες της «ζωής του Χριστού», δηλ. ο Χριστός κατά σάρκα. Όμως ο Χριστός κατά σάρκα, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου διότι πως πάνε τα πράγματα στην καρδιά του Ιησού, ούτε το ξέρω ούτε και θέλω να το μάθω». Για τον «Ιστορικό Ιησού» ή τον «Ενσαρκωμένο Χριστό» δεν ενδιαφέρεται διόλου, αυτό που τον πιέζει είναι «ο Χριστός της πίστης» ή «κατά το Άγιο Πνεύμα».

Προσπαθώντας να κατανοήσει τον Bultmann ο Μπαρθ δεν φτάνει μέν μέχρι την κατηγορία του αιρετικού, δεν μπόρεσε όμως να αρνηθεί πως από την απομυθοποιημένη Κ.Δ. σύμφωνα με την μέθοδο του Bultmann «φαίνεται να αναδύεται μια πικρή οσμή δοκητισμού», «δεν γνωρίζω – συνεχίζει ο Μπαρθ – πόσοι είναι εκείνοι που ο Bultmann και οι μαθητές του κατόρθωσαν να βοηθήσουν, με την υπαρξιακή τους ερμηνεία να βοηθήσουν να κατανοήσουν το Ευαγγέλιο, και να το κατανοήσουν μέσα στην Χαρά. Δεν θέτω το πρόβλημα και θέλω να ελπίζω στο καλύτερο. Όμως απαιτείται από μέρους μου μια πολύ μεγάλη προσπάθεια για να φανταστώ πώς εγώ ο ίδιος θα μπορούσα να αισθανθώ εάν θα έπρεπε να κληθώ στην θεολογία, στο κήρυγμα ή απλώς στην πίστη από ένα κήρυγμα, αυτό της Κ.Δ., ερμηνευμένο με τέτοιο τρόπο. Και αυτό μόνο από το απλό γεγονός της τεράστιας σημασίας που αυτή η ερμηνεία δίνει στον εαυτό της, ή αν θέλουμε, λόγω όλων εκείνων που στην συγκεκριμένη ερμηνεία δεν βρίσκουν θέση, εάν την συγκρίνουμε με το κείμενο που υποτίθεται ότι ερμηνεύει».

Ανάμεσα σ’ εκείνα που δεν βρίσουν θέση στην ανάγνωση της Κ.Δ. από τον Bultmann, υπάρχει η Τριάδα των προσώπων του Μοναδικού Θεού, όπως αντιθέτως είχαν δει στην θεότητα η αρχαία Εκκλησία, οι καθολικοί και στις αρχές οι ίδιοι οι προτεστάντες. Μέχρι ποίου σημείου ο Bultmann, με όλη του την υπαρξιακή κατανόηση, και με ποιό νόημα, θα μπορούσε να ονομασθεί ακόμη «Χριστιανός»; 

Αμέθυστος

Σχόλιο.Όπως βλέπουμε στον πατέρα τής απομυθοποιήσεως τού Ευαγγελίου, οι δικοί μας απομυθοποιητές τής Θεότητος τού Κυρίου, η σχολή του Αγουρίδη, ο Ράμφος,  η εσχατολογική ευχαριστεία τού Ζηζιούλα και το αίνιγμα τού κακού του Γιανναρά, είναι απλοί αντιγραφείς του
Η μοναδική μας απορία είναι η επιμονή τους να θεωρούν τόν εαυτό τους ορθόδοξο ή ακόμη και Χριστιανό.


OΠΩΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΙΩΣΗ. ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΣΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ. 
ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ Ο ΣΜΕΜΑΝ:ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΜΑΞΙΜΑΛΙΣΤΗΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, Η ΦΥΣΗ ΓΥΡΩ ΜΟΥ, ΜΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΜΟΥ ΦΤΑΝΟΥΝ.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΕΤΑΙ (11)

 Συνέχεια από Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Θα συνεχίσουμε όμως με τον πιο διάσημο χριστιανό της εποχής μας, τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν, γιατί υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Οι εργασίες του στη Θεία Ευχαριστία εδραιώνουν την ευχαριστιακή εσχατολογία των ημερών μας. Μέσα στα απομνημονεύματά του, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, υπάρχουν δύο εξαίρετες σημειώσεις που μας ενδιαφέρουν άμεσα και φωτίζουν δύο πολύ σκοτεινές πτυχές της συγχρόνου θεολογίας από την πλευρά της πράξης.

Το βιβλίο, αν και κυκλοφορεί εδώ και αρκετά χρόνια μεταφρασμένο στα ελληνικά (δίπλα σε άλλα γνωστά βιβλία του συγγραφέα), μοιάζει να περνά απαρατήρητο. Πρόκειται για το “Ημερολόγιο” του Σμέμαν, κρυμμένο απ’ όλους, όπως φαίνεται, όσο αυτός ζούσε ανάμεσά μας και που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του. Και είναι αποκαλυπτικό για όσα αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο σύγχρονος χριστιανός ιερέας και “θεολόγος” βίωνε στην ψυχή του.

Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν


«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»

Για να δούμε λοιπόν, ο άνθρωπος, ο χριστιανός ο οποίος βάπτισε τη Θ. Ευχαριστία εσχατολογία τί είναι, όταν αντιμετωπίζει τα έσχατα ερωτήματα! Την αλήθεια!

Λέει: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά δεν έχω πνευματική. Έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον οποίο όμως, απαιτεί το Ευαγγέλιο! Ας δούμε ποια είναι η πίστη του: Για μια απλή επίγεια ευτυχία, για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου, για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός, για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος!
Για μια ζωή που μας έχει καλέσει ο Θεός, όχι ο Χριστός. Εάν η χαρά ξεπερνά τον φόβο του θανάτου (ένας τρυφερός Βουδισμός στην πραγματικότητα, γιατί ο Βουδισμός είναι ένα σύστημα με το οποίο γλιτώνουμε από τον φόβο του θανάτου) τότε Γιατί η Ενανθρώπιση; Ο άνθρωπος που θα στηρίξει με την ευχαριστιακή του εκκλησιολογία την νέα Εκκλησία δεν είναι καν Χριστιανός. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό βεβαίως. Και ποιος είναι Χριστιανός; Ο αληθινός Χριστιανός πρώτος τον λίθον βαλέτω! Γιατί όμως δεν το καταλαβαίνει; Γιατί δεν ανησυχεί με τα ίδια του τα λόγια; Γιατί ενώ ομολογεί πως δεν έχει αυτό που απαιτεί το Ευαγγέλιο, αμέσως μετά μιλά για ανθρώπινη ευτυχία και την εμφανίζει σαν εναλλακτική, λογική, αξιοθαύμαστη, γεμάτη αγάπη συγκρίνοντάς τη με τη ζωή του Αγίου Συμεών, τον οποίο κατακρίνει μόνο από ένα απόσπασμα; Είναι δυνατόν αυτή η προχειρότης να στηρίξει Εκκλησία; Αυτή η αδιαφορία; Μας συμφέρει όλους, αυτή είναι η αλήθεια! Και τον σκύλο χορτάτο και την πίττα ολόκληρη.
Η εσχατολογία λοιπόν, η οποία μεταλλάσσει την Εκκλησία μεταφέροντας το νόημα και τον αγώνα μας, από την ζωή, στην ύπαρξη, μέσω του αγαπητού Σμέμαν, συνάντησε απροσκάλεστα τα έσχατα ερωτήματα της ζωής, αυτά που είχε σκοπό η εσχατολογία ακριβώς να αποφύγει.
Και τα αποτελέσματα είναι θλιβερά όπως βλέπουμε! Το υποκείμενο δεν μπορεί να εκκλησιαστεί. Μπορεί να υπάρξει μόνον σε τέλεια, ολοκληρωμένη, παντοτινή, σίγουρη κατάσταση. Δεν αντέχει το Γίγνεσθαι, την αβεβαιότητα, το κατά Χάριν, την πίστη πραγμάτων ου βλεπομένων. Θέλει αποδείξεις και πνεύμα εμπιστοσύνης.

«Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου, 1982

Ο κληρικαλισμός δημιουργεί ασφυξία• ανάγει ένα μέρος του εαυτού του σ’ ολόκληρο τον ιερό χαρακτήρα της Εκκλησίας• μεταβάλλει τη δύναμή της σε ιερή εξουσία για να ελέγχει, να καθοδηγεί, να διοικεί• σ’ εξουσία για να επιτελεί μυστήρια, και γενικά, μετατρέπει την κάθε εξουσία σε «θεόσδοτη εξουσία»! Ο κληρικαλισμός αποσπά κάθε «ιερότητα» από τους λαϊκούς: αποδείξεις; το τέμπλο, η θεία Κοινωνία (μόνο κατόπιν αδείας), η Θεολογία...

Και όσο περισσότερο ο κληρικαλισμός «κληρικοποιεί» (η παραδοσιακή εικόνα του επισκόπου ή του ιερέα – που επιτείνεται από τα ρούχα του, τα μαλλιά του, κ.λπ., κι ο επίσκοπος από τις πανάκριβες στολές!), τόσο περισσότερο η ίδια η Εκκλησία θα εκκοσμικεύεται, θα υποτάσσεται πνευματικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην Καινή Διαθήκη, ο ιερέας παρουσιάζεται ως ο ιδανικός λαϊκός. Σχεδόν όμως αμέσως μετά αρχίζει ο αυξανόμενος ριζικός χωρισμός του από τους λαϊκούς• κι όχι μόνο χωρισμός, αλλά αντίθεση κι αντιπαράθεση προς τους λαϊκούς…

Ο ιερέας αντί να είναι ο «τύπος των πιστών» (Α' Τιμοθ. 4, 12), εμφανίζεται με την εικόνα του «κυρίου πάσης ιερότητος» (master of all sacrality) που ξεχωρίζει από τους πιστούς, που διανέμει τη χάρη κατά βούληση.

Αυτή είναι η ρίζα της αντίθεσης στη συχνή θεία Κοινωνία από κάποιους κληρικούς – η προστασία της θείας Κοινωνίας με την εξομολόγηση, την άφεση, με την «εξουσία που μου έχει δοθεί...» κ.λπ. Είναι σαφές πως αυτός ο αγώνας μεγαλώνει τώρα υπό την επίδραση κάποιων κληρικών πού έχουν καταληφθεί από την εξουσία τους, από την «ιερότητά» τους. Τίποτε δεν απειλεί τόσο την εξουσία τους όσο η επιστροφή της Ευχαριστίας στην Εκκλησία, η αναγέννησή της ως το «Μυστήριο της Εκκλησίας», κι όχι ως ένα από «τα μέσα εξαγιασμού...».

Η τραγωδία της θεολογικής παιδείας βρίσκεται στο γεγονός πως νέοι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν ιερείς αναζητούν –συνειδητά ή ασυνείδητα– αυτόν τον χωρισμό, αυτή την εξουσία, αυτό το ανέβασμα πάνω από τους λαϊκούς. Η δίψα τους αυτή ενισχύεται και γεννάται από ολόκληρο το σύστημα της θεολογικής παιδείας, τον κληρικαλισμό. Πώς μπορεί να τους κάνει κανείς να καταλάβουν, όχι μόνο με το μυαλό τους, αλλά μ’ ολόκληρη την ύπαρξή τους, πως πρέπει ν’ απομακρυνθούν από την εξουσία, από κάθε εξουσία, η οποία υπήρξε ανέκαθεν ένας πειρασμός που προέρχεται πάντοτε από τον Διάβολο; Ο Χριστός μάς απελευθέρωσε απ’ αύτη την εξουσία –«εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης...» (Ματθ., 28,18)– αποκαλύπτοντας το Φως της εξουσίας ως εξουσία αγάπης και Ουσιαστικής αυτοπροσφοράς. Ο Χριστός δεν έδωσε στην Εκκλησία «εξουσία», αλλά το Άγιο Πνεύμα: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον...». Η εξουσία, εν Χριστώ, επέστρεψε στον Θεό, κι ο άνθρωπος θεραπεύτηκε από το «διοικείν και διατάζειν».

Στο εξηκοστό πρώτο έτος της ζωής μου, ξαφνικά αναρωτιέμαι: Πώς τα πάντα έχουν τόσο πολύ διαστρεβλωθεί; Και φοβούμαι!»

Φοβερό; Κι όμως αυτός ο άνθρωπος με την τόσο βαθειά απέχθεια, και συμβιβασμό ταυτόχρονα με την “ψεύτικη ζωή” του, υπήρξε και θεωρείται ακόμα, ένας στυλοβάτης της σύγ­χρονης “ακαδημαϊκής” θεολογίας μας. Πώς να μην κλάψου­με πικρά; Πώς κατασκευάσαμε έναν τέτοιο φτιαχτό “θεολογι­κό” κόσμο; Και πώς να μην αρνηθούμε ολόκληρη την εκκλη­σιαστική πατερική μας κληρονομιά, εφόσον αυτός είναι ο σκοπός αυτού του φτιαχτού κόσμου!;

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Πώς δει τιμάν τα Άγια Πάθη (Ηλίας Μηνιάτης)


…ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.

                                             Πῶς δεῖ τιμᾶν τά Ἅγια Πάθη

                                                           Ἡλία Μηνιάτη
«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ». Ἱωάνν. ιβ’ 13)

Ὅταν ἐγώ βλέπω τόν Ἰησοῦν Χριστόν νά ἐμβαίνῃ μέ τόσην τιμήν, μέ τόσην δοξολογίαν, μέ τόσον θρίαμβον μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, ἠμπορῶ νά λογιάσω μέ δίκαιον λόγον, πώς ἀπό τόν φθόνον καί μῖσος τῶν ἀρχιερέων, τῶν πρεσβυτέρων καί γραμματέων δέν ἔχει πλέον νά φοβῆται κανένα κακόν.

Ὦ πόλις ἁγία, ὄντως πόλις τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ! «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ» εἰς τούς περασμένους αἰῶνας, δεδοξασμένα θέλουσι λαληθῇ περί σοῦ καί εἰς τούς αἰῶνας τούς μέλλοντας, διά τήν εὐχαριστίαν καί ἀγάπην, ὅπου δείχνεις πρός τόν θεῖον σου εὐεργέτην! Εὐγνώμονες παῖδες Ἑβραίων, ἐπαινῶ τήν ἀγαθήν σας διάθεσιν· ἐσεῖς τώρα πιάνετε κλάδους ἐλαιῶν καί βαΐα φοινίκων, σύμβολα νίκης, μέ τά ὁποῖα προαπαντᾶτε, ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, τόν θαυματουργόν τοῦτον υἱόν Δαυΐδ· δείχνετε μίαν καρδίαν πώς εἶσθε ἕτοιμοι νά πιάσετε καί τά ὅπλα, διά νά τόν φυλάξετε κάθε καιρόν ἀπό τῶν ἐχθρῶν του τά μηχανήματα.

Ἰησοῦ μου, ἐδῶ μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ ἐσύ πλέον δέν φοβεῖσαι· οὗτος δι᾽ ἐσέ εἶναι τόπος καταφυγῆς· καί ἄν ἐσείσθη ὅλη ἡ πόλις διά τήν εἴσοδόν σου, θέλει σεισθῇ πάλιν ὅλη ἡ πόλις διά τήν φύλαξίν σου. Γραμματεῖς, πρεσβύτεροι καί ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων, εἰς μάτην κοπιάζετε· τί συμβουλεύεσθε εἰς τά συνέδρια; τί μελετᾶτε εἰς τάς συναγωγάς, ἐσεῖς δέν ἔχετε καμμίαν δύναμιν νά κακοποιήσετε τοῦτον τόν Ναζωραῖον, τόν ὁποῖον ἕνας ἀναρίθμητος λαός ὑποδέχεται μέ τόσην πανήγυριν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ».

Μά τί λέγω ἐγώ; ὦ ἀκατάστατοι διαλογισμοί τῶν ἀνθρώπων! ὤ ψευδής ἐπίδειξις τῆς μιαιφόνου πόλεως! ὤ προσωρινή περιποίησις τοῦ ἀχαρίστου λαοῦ! ἡ πόλις Ἱερουσαλήμ, ὅπου σήμερον εἶναι θέατρον τόσον λαμπρᾶς ἑορτῆς, εἰς ὀλίγας ἡμέρας θέλει γένει θέατρον τῆς φρικτῆς τραγῳδίας. Αὐτή, ὅπου τόν δέχεται ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, θέλει τόν προσηλώσει εἰς ἕνα ξύλον, ὡς ἕνα κατάδικον· αὐτός ὁ λαός, ὅπου τώρα σείει τά βαΐα, θέλει πελεκήσει τόν Σταυρόν· αὐτός, αὐτός ὅπου τώρα φωνάζει τό: Ὡσαννά, θέλει φωνάζει τό σταυρωθήτω. Καί λοιπόν σήμερον τόση τιμή εἰς ὀλίγας ἡμέρας τόση καταφρόνησις; αὐτοί οἱ ἴδιοι, ὅπου τώρα τόν προσκυνοῦσαν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, ὅπου τόν σταυρώνουσι; ναί.

Τοῦτο ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τοῦτο τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.

ΜΕΡΟΣ Α΄

Ἀφοῦ ἔκαμε τό δεῖπνον τό Μυστικό ὁ Ἰησοῦς Χριστός, συντροφιασμένος μέ τούς μαθητάς του, ἔρχεται πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν κέδρων, εἰς τό χωρίον Γεσθημανῆ· ἦτον εἰς τήν ἀρχήν τῆς νυκτός καί, ἀφήνοντάς τους ἐκεῖ παίρνει μαζῆ του τούς τρεῖς, Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην. Παραμερίζει νά προσευχηθῇ καί, στοχαζόμενος τό πάθος του, περίλυπος ἔγεινεν ἡ ψυχή του ἕως θανάτου.

Καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή λυπᾶσαι· ἐγώ βλέπω ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπου ἔρχεται πρός σέ μετά φανῶν καί λαμπάδων· αὐτοί πρέπει νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι, διατί ἀλλέως δέν ἐπεριπατοῦσαν τήν νύχτα μέ τό φῶς. Βλέπω καί περιπατεῖ ἔμπροσθεν τους ἕνας ἄνθρωπος, ὅπου ἀπό τό σχῆμα μέ φαίνεται ἕνας σου μαθητής. Βλέπω καί ἐκεῖνοι σιμώνουσιν, ἐτοῦτος σέ χαιρετᾷ: «χαῖρε Ραββί»· μάλιστα σέ φιλεῖ «καί κατεφίλησεν αὐτόν».

Ἐκεῖ ὅπου εἶναι φιλήματα, ἐκεῖ ὅπου εἶναι χαιρετισμοί, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἕνας μαθητής, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι φανοί καί λαμπάδες, ἠμπορεῖ νά εἶναι κανένα κακόν; καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή φοβεῖσαι. Μά τέλος πάντων τί γίνεται; ἐκεῖνοι οἱ λαμπαδοφόροι ἄνθρωποι εἶναι σπεῖρα στρατιωτῶν, εἶναι πλῆθος ὑπηρετῶν, ὅπου ἔρχονται διά νά πιάσωσι τόν Ἰησοῦν καί νά τόν σύρουσιν εἰς τόν θάνατον· ἐκεῖνος ὁ μαθητής εἶναι ὁ προδότης Ἰούδας, ὅπου τόν ἐπώλησε διά τριάκοντα ἀργύρια, καί τώρα ἔρχεται νά τόν παραδώσῃ· ἐκεῖνος ὁ χαιρετισμός εἶναι δόλιος, ἐκεῖνο τό φίλημα εἶναι τό σημεῖον τῆς προδοσίας· «ὅν ἄν φιλήσω αὐτός ἐστι, κρατήσατε αὐτόν».

Ὥστε ὅπου ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα; βέβαια ὤ μεγάλη συμφορά τοῦ Ἰησοῦ! δίκαιον ἔχει, δίκαιον ἔχει νά λέγῃ: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Ἕνα ὅμοιον πρᾶγμα συμβαίνει τήν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅταν γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῶν ἁγίων καί φρικτῶν παθῶν τοῦ Σωτῆρος. Πλῆθος πολύ, ἡ πρόοδος τῶν Σταυρῶν καί τῶν ἁγίων Τάφων κρατεῖ ἀπό τό ἕνα ἕως τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως, συνδρομή ἀναρίθμητος ἱερωμένων καί λαϊκῶν, καί ἰδιωτῶν μεγάλων καί μικρῶν, ὅπου προάγονται καί ἀκολουθοῦσι τήν ἱεράν λιτανείαν· στενοχωροῦνται εἰς κάθε τόπον κάθε ἡλικίας ἄνθρωποι, ὅπου συντρέχουσιν εἰς τό θέαμα· κρέμονται ἀπό τά παράθυρα ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί παιδιά καί γέροντες, διά νά ἰδοῦσι τήν σεβασμίαν παράταξιν.

Φωτοχυσία μεγάλη φανῶν καί λαμπάδων, εἰς τρόπον ὥστε λάμπει μία ἡμέρα εἰς τό σκότος τῆς νυχτός· εἶναι ὅλα σημεῖα μιᾶς ἐξαιρέτου θερμῆς εὐλαβείας. Ὅποιος ἰδῇ τί γίνεται καί μέσα εἰς τάς ἐκκλησίας καί ἔξω εἰς τάς πλατείας καί τάς ὁδούς, θέλει λογιάσει πώς ὅλη ἡ πόλις, ὡσάν ἡ Νινευή, ὅταν ἔκαμεν ἐκείνην τήν δημοσίαν μετάνοιαν διά νά ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, εἶναι ὅλη πόνος, συντριβή, κατάνυξις· καί πῶς, ἄν ὅλαις ταῖς ἡμέραις τοῦ χρόνου ἐστάθημεν ἁμαρτωλοί, τήν Μεγάλην Παρασκευήν ἡμεῖς εἴμεσθεν ἀληθινά μετανοημένοι;

Μ᾽ ὅλον τοῦτο, ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· ἡ μεγάλη ἐκείνη παρρησία δέν εἶναι ἄλλο παρά μία ἐπίδειξις θεατρική· ἀπό ἐκεῖνο τό πολύ πλῆθος, ὅπου συντρέχει διά νά ἑορτάση τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, μερικοί ὁλότελα δέν ἐμετανόησαν· βλέπουσιν τόν Χριστόν εἰς τόν Σταυρόν καί ἐκεῖνος δέν ἐχωρίσθη ἀκόμη ἀπό τήν πόρνην· τοῦτος δέν ἐπέστρεψεν ἀκόμη τό ξένον πρᾶγμα, οὗτος ὁ ἄλλος ἀκόμη δέν ἐσυγχώρησεν τόν ἐχθρόν του, δέν ἄφησε τήν κακήν του συνήθειαν καί δέν ἔχει γνώμην νά κάμῃ καμμίαν διόρθωσιν τῆς ζωῆς του· ἄλλοι ἐμετανόησαν, μά πρός ὥρας ἐμετανόησαν πώς ἥμαρτον, μετ᾽ ὀλίγον θέλουσι μετανοήσει πώς ἐμετανόησαν: ἄλλοι ἔχουσι γνώμην νά ἐξομολογηθῶσι, μά ἔχουσι καί γνώμην εὐθύς, ὅπου ἀναστηθῇ ὁ Χριστός, πάλιν νά τόν ξανασταυρώσουσιν: «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντες», καθώς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος.

Ὦ Θεέ! καί οἱ Χριστιανοί τιμῶσι τόν Χριστόν εἰς τά πάθη του μόνον μέ τά χείλη, μά ἡ καρδιά τους εἶναι πολλά μακράν, ἔτσι ἐπαραπονεῖτο ὁ Θεός, μέ τό στόμα τοῦ Ἡσαΐου, καί αὐτός ὁ Χριστός εἰς τό ἱερόν Εὐαγγέλιον: «Ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσε περί ὑμῶν Ἡσαΐας, λέγων ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος τῷ στόματι αὑτῶν καί τοῖς χείλεσί με τιμᾷ· ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ».

Τέτοιας λογῆς ἀνίσως καί τήν μεγάλην ἐκείνην Παρασκευήν μίαν φοράν ἐσταυρώθη ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἰουδαίους, κάθε μεγάλην Παρασκευήν ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός ἀπό τούς Χριστιανούς, διατί ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· καί μ᾽ ὅλον τοῦτο· τότε ἔπρεπε μάλιστα οἱ Χριστιανοί νά φαίνωνται πλέον εὐλαβεῖς καί πλέον εὐχάριστοι.

Ἀποστάτησεν ὁ λαός τῆς Ἀντιοχείας καί Σέλευκος ὁ Βασιλεύς μετά βίας ἐλυτρώθη ἀπό τάς χεῖρας τῶν ἀποστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά τοῦ πάρωσι καί τήν ζωήν, ἀφ᾽ οὗ τοῦ ἐπήρασι τήν βασιλείαν. Μοναχός φεύγει κρυφίως ἀπό τά βασίλεια, ἐβγαίνοντας ἀγνώριστος ἀπό τήν χώραν, περιπατεῖ ὅλην τήν νύκτα καί πρός τήν αὐγήν φθάνει εἰς μίαν παραθαλασσίαν, ὅπου κάθεται νά πάρῃ ὀλίγην ἀναπνοήν. Κουρασένος εἰς τό κορμί διά τόν κόπον, περίλυπος εἰς τήν ψυχήν διά τήν καταστροφήν, καί μέ πολλούς ἀναστεναγμούς στέκει καί συλλογίζεται τήν συμφοράν του.

Μά οἱ ἀποστάται, ὅπου τόν ἤθελον ἀποθαμένον, ἀκολουθοῦσι τά ἴχνη του· φθάνουσι καί αὐτοί εἰς τόν ἴδιον τόπον· τόν ξανοίγουσι μακρόθεν, τόν γνωρίζουσι· τρέχουσι τότε μέ ὅλον τόν θυμόν εἰς τό πρόσωπον, μέ τάς ρομφαίας εἰς τάς χεῖρας, καί ὁρμοῦσι καταπάνω του, διά νά πίωσι τό αἷμα του. Πλησιάζουσι· καί ἐδῶ, βλέποντες ἕνα Βασιλέα, τόν ἴδιόν τους Βασιλέα, μοναχόν, χωρίς καμμίαν συντροφίαν, τεθλιμμένον, χωρίς καμμίαν παρηγορίαν, γυμνόν ἀπό κάθε βασιλικήν στολήν, κείμενον εἰς τήν γῆν, ὅλον περιχυμένον ἀπό τά δάκρυα, κρατοῦσιν εἰς τό πρῶτον τόν θυμόν καί τάς χεῖρας, τόν λυποῦνται, μετανοοῦσιν εἰς τήν ἀποστασίαν ὅπου ἔκαμαν· τόν παρηγοροῦσιν μέ λόγια συμπαθητικά· τόν σηκώνουσιν ἀπό τήν γῆν· τόν προσκυνοῦσι πάλιν διά βασιλέα ζητοῦσι συγχώρησιν εἰς τά περασμένα· τόν συντροφεύουσιν εἰς τήν πόλιν· τόν ἀνεβάζουσιν εἰς τόν θρόνον καί τοῦ ὀμνύουσιν εἰς τό ἐρχόμενον πίστιν καί ὑπακοήν! Τόσον ἴσχυσεν εἰς καρδίας καί βαρβάρων καί ἀποστατῶν ἡ ὄψις δυστυχισμένου βασιλέως.

Αἴ, χριστιανοί, ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον τήν μεγάλην Παρασκευήν βλέπομεν καρφωμένον εἰς ἕνα σταυρόν, στεφανωμένον μέ ἀκάνθας, ἄμορφον ἀπό τά ραπίσματα, ὅλον αἱματωμένον ἀπό τάς πληγάς, εἶναι ὁ βασιλεύς τῆς Δόξης, εἶναι ὁ βασιλεύς ἡμῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἐβαπτίσθημεν, τοῦ ὁποίου τό εὐαγγέλιον πιστεύομεν, τοῦ ὁποίου τήν βασιλείαν ἐλπίζομεν.

Αἱ ἁμαρτίαι μας τόν ἔφεραν εἰς μίαν κατάστασιν τόσον ἐλεεινήν· καί λοιπόν ἐκείνην τήν ὥραν, ὅπου τόν βλέπομεν, εἶναι τόσον πέτριναι αἱ καρδίαι μας, καί δέν συτρίβονται ἀπό τόν πόνον; τότε ἔπρεπε νά λέγωμεν, μά νά τό λέγωμεν ἐκ καρδίας καί μέ ὅλην τήν συντριβήν: Ἰησοῦ μου, Λυτρωτά μου, εἶναι δίκαιον Ἐσύ νά εἶσαι προσηλωμένος εἰς ἕνα Σταυρόν καί ἐγώ νά κείτωμαι ἀκόμη εἰς τόν κράββατον μέ τήν πόρνην! Ἐσύ νά φορῇς τόν ἀκάνθινον στέφανον καί ἐγώ νά ἔχω τόσους κακούς λογισμούς εἰς τήν κεφαλήν!

Ἐσύ νά ἔχῃς ἀνοικτήν τήν πληγωμένην πλευράν καί ἐγώ νά κρατῶ εἰς τήν καρδίαν κατά τοῦ πλησίον μου μῖσος αἰώνιον! Ἐσύ νά ἔχῃς καρφωμένα χέρια καί πόδια καί ἐμέ τά χέρια μου νά εἶναι γεμᾶτα ἀδικίας, τά πόδια νά τρέχουσιν εἰς τήν ἀπώλειαν! Ἐσύ νά ἔχῃς καταξεσχισμένας τάς καθαρωτάτας σάρκας ἀπό τάς μάστιγας καί ἐγώ νά ἔχω τήν σάρκα μου μολυσμένην ἀπό τόσας ἀκαθαρσίας!

Ἐγώ ἔπρεπε νά βαστῶ τοιοῦτον σταυρόν· ἐγώ νά λάβω τόσα πάθη· ἐγώ νά ὑποφέρω τοιοῦτον θάνατον· μά, ἄν δέν ἠμπορῶ νά ἀποθάνω διά ἐσέ, κἄν ἄς μετανοήσω· ἄν δέν ἠμπορῶ νά χύσω τό αἷμα μου, κἄν ἄς χύσω τά δάκρυά μου· ἄν δέν ἠμπορῶ νά δώσω τήν ζωήν μου διά τήν ζωήν σου, κἄν ἄς δώσω τήν ἀγάπην μου διά τήν ἀγάπην σου. Ἐσύ, ὁ ἀναμάρτητος Θεός, ἔκαμες τόσα δι᾽ ἐμέ τόν ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον, καί ἐγώ τί ὀλιγώτερον ἠμπορῶ νά κάμω διά ἐσέ, παρά νά σέ ἀγαπῶ, παρά πλέον νά μήν πταίσω; Καί λοιπόν ἐγώ μετανοῶ, ἐγώ ἀθετῶ τά περασμένα μου σφάλματα καί ἁμαρτίας καί ὀμνύω ἀπ᾽ ἐδῶ καί ἐμπρός αἰώνιον ἀγάπην εἰς τό ὄνομα σου καί ὑπακοήν εἰς τόν νόμον σου.

Ἔτσι ἔπρεπε νά λέγωμεν, ἔτσι νά κάμωμεν τήν μεγάλην Παρασκευήν· καί αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὅπου διά τοῦτο κάθε χρόνον μᾶς ἐνθυμίζει τοῦ Χριστοῦ τό πάθος καί θάνατον. Ἡ ἑορτή τῶν χριστιανῶν, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἐξόχως εἰς τάς ἁγίας ταύτας ἡμέρας νά εἶναι «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια». Ἐπίδειξις ἀγαθῶν ἔργων, ὄχι μόνον φανῶν καί λαμπάδων· εὐλάβεια ψυχῆς, ὄχι μόνον κατ᾽ ἐπιφάνειαν· πολιτείας ἀκρίβεια, ὄχι μόνο θεατρική παρρησία. Ἀλλέως, ὅταν ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα, ἠξεύρετε τί ἦτον καλλίτερον νά κάμωμεν; ἀκούσατέ το.

Εἰς τόν πόλεμον ὅπου ἔκαμεν ὁ βασιλεύς Σαούλ ἐναντίον τῶν Φιλισταίων, ἀπέθανεν ἐσφαγμένος μέ τήν ἴδιαν του δεξιάν· ὅταν τό ἤκουσεν ὁ Δαυΐδ, ἔσχισε τά ἱμάτιά του, ἔκαμε θρῆνον μέγαν καί εἶπεν πρός ὅλον τόν λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ὁ βασιλεύς Σαούλ ἀπέθανε· σιωπή τό λοιπόν, δέν θέλω τινάς νά τό φανερώσῃ, διά νά μή τό ἀκούσωσι καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί· «μή ἀπαγγείλατε ἐν Γάθ, μηδέ εὐαγγελίσησθε ἐν ἐξόδοις Ἀσκάλωνος, ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».

Ἔρχεται ἡ ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμίζει, πώς ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Βασιλεύς ὑμῶν, ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς ἕνα Σταυρόν διά τήν ἀγάπην μας· καί λοιπόν σιωπή· σφαλίξατε, ὦ ἱερεῖς τάς ἐκκλησίας, κρύψατε εἰς τά ἐνδότερα τοῦ θυσιαστηρίου τόν Ἐσταυρωμένον καί τόν Σταυρόν· μή ἀκουσθῇ, μή φανῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως. Μά πῶς; νά φέρωμεν ἀπό τό ἕνα εἰς τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως τόν Σταυρόν, νά σύρωμεν ἀπό τάς ὁδούς καί ἀπό τάς πλατείας τόν Ἐσταυρωμένον, νά κηρύττωμεν φανερά πώς ἐκεῖνος ἔλαβε τοιοῦτον ἐπώδυνον καί ἐπονείδιστον θάνατον διά ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὡς τόσον, ἔξω ἀπό ἐκείνην τήν φαινομένην παρρησίαν, νά μή δείχνωμεν πρός αὐτόν κανένα σημάδι πόνου καρδιακοῦ, εὐλαβείας ἀληθινῆς, ἀγάπης καί εὐχαριστίας;

Τί θέλουσι λέγει τότε οἱ Ἑβραῖοι, ὅπου τόν ἐσταύρωσαν; θέλουσι λέγει: οἱ Χριστιανοί πιστεύουσι πώς ἐκεῖνος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ· οἱ Χριστιανοί ὁμολογοῦσι, πώς ἐκεῖνος ἐσταυρώθη διά τήν ἀγάπην τους, καί οἱ Χριστιανοί τόσον μόνον κάνουσι διά τόν εὐεργέτην τους; ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ δέν εἶναι ἔτσι, καθώς οἱ Χριστιανοί πιστεύουσιν, ἤ καί αὐτοί οἱ Χριστιανοί ἀληθινά δέν τόν πιστεύουσιν. «Εἰ υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ, καί πιστεύσομεν εἰς αὐτόν»· ἔτσι θέλουσι βλασφημεῖ καί τώρα οἱ Ἑβραῖοι, καθώς καί τότε εἰς τό πάθος τοῦ Χριστοῦ· ἔτσι θέλουσι περιγελᾷ τήν ὑπόκρισιν τῶν Χριστιανῶν.

Ὅθεν διά τό καλλίτερον σφαλίσατε – λέγω πάλιν – ἱερεῖς, τάς ἐκκλησίας, κρύψατε τόν Σταυρόν καί τόν Ἐσταυρωμένον· μή φανῆ, μήν ἀκουσθῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, διά νά μή χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως: «ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».

Καί λοιπόν δέν ἔχει νά γενῇ τήν μεγάλην Παρασκευήν ἡ συνηθισμένη πρόοδος, ἡ λιτανεία καί παρρησία, ὅπου γίνεται κάθε χρόνον; τό εἶπα· πλήν, ἐπειδή καί ἔτσι θέλετε, ἄς γένῃ· μά ἄς γένῃ καθώς πρέπει· καθώς εἶναι τά φαινόμενα, ἔτσι ἄς εἶναι καί τά γινόμενα· καθώς εἶναι ἡ ἐξωτερική, ἔτσι ἄς εἶναι καί ἡ ἐσωτερική εὐλάβεια.

Μέ τούς φανούς καί μέ τάς λαμπάδας, ἄς ἀνάπτη μέσα εἰς τήν καρδίαν μας ἡ ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον, ὅπου διά τήν ἀγάπην μας ἀπέθανε· ἀπό τόν ἀκάνθινόν του στέφανον, ἄς πάρωμεν κατάνυξιν καί συντριβήν· ἀπό τάς πληγάς του, ἄς παρακινηθῶμεν νά σκληραγωγοῦμεν τήν σάρκα· ἀπό τόν Σταυρόν του, ἄς μάθωμεν τήν ὑπομονήν· ἀπό τόν θάνατόν του, ἄς καταλάβωμεν πόσον μέγα κακόν εἶναι ἡ ἁμαρτία· ἡ ἡμέρα τῆς μεγάλης Παρασκευῆς, ἄς εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς μετανοίας μας, ἄς εἶναι ἡ λιτανεία «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια» καί ἄς γένῃ.


ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΓΕΥΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ.
Ἔρχεται ἡ ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμίζει, πώς ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Βασιλεύς ὑμῶν, ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς ἕνα Σταυρόν διά τήν ἀγάπην μας·
ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΜΑΣ ΟΤΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ, Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ, Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΛΛΟΙΩΣΑΝ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ. ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ. ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ, ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ ΤΟΥ.
ΜΟΝΟ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΕΜΕΙΝΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ, ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΖΩΗ, ΜΕ ΝΟΗΜΑ ΟΜΩΣ, ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥΣ.

Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη Schmemann Alexander Protopresbyter (1921-1983)


Αὐτὲς οἱ τρεῖς ἡμέρες, τὶς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει Μεγάλες καὶ Ἅγιες, ἔχουν, μέσα στὸν λειτουργικὸ κύκλο τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἕναν καθοριστικὸ σκοπό. Τοποθετοῦν ὅλες τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες στὴν προοπτική τοῦ Τέλους· μᾶς ὑπενθυμίζουν τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τοῦ Πάσχα.

Συχνὰ, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα χαρακτηρίζεται σὰν περίοδος γεμάτη μὲ «ὡραιότατες παραδόσεις» καὶ «ἔθιμα», σὰν ξεχωριστὸ τμῆμα τοῦ ἑορτολογίου μας. Τὰ ζοῦμε ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴν παιδική μας ἡλικία, σὰν ἕνα ἐλπιδοφόρο γεγονὸς ποὺ γιορτάζουμε κάθε χρόνο, θαυμάζουμε τὴν ὀμορφιὰ τῶν ἀκολουθιῶν, τὶς ἐπιβλητικὲς πομπὲς καὶ προσβλέπουμε μὲ κάποια ἀνυπομονησία στὸ Πασχαλινὸ τραπέζι… Καὶ ὕστερα, ὅταν ὅλα αὐτὰ τελειώσουν, ξαναρχίζουμε τὴν κανονική μας ζωή.

Ἀλλὰ, ἄραγε, καταλαβαίνουμε πὼς, ὅταν ὁ κόσμος ἀρνήθηκε τὸν Σωτήρα του, ὅταν ὁ Ἰησοῦς «ἤρξατο ἀδημονεῖν» καὶ ἔλεγε: «περίλυπος ἐστὶν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» καὶ ὅταν πέθανε στὸ Σταυρό, τότε ἡ «κανονικὴ ζωή» σταμάτησε; Δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρξει «κανονικὴ ζωή», γιατί ἀκριβῶς, αὐτοὶ ποὺ φώναζαν «Σταὺρωσον Αὐτόν!», αὐτοὶ ποὺ Τὸν ἔφτυναν καὶ Τὸν κάρφωναν στὸ Σταυρὸ, ἦταν… «κανονικοὶ ἄνθρωποι». Τὸν μισοῦσαν καὶ Τὸν σκότωσαν, ἀκριβῶς γιατί τοὺς τάραξε, τοὺς χάλασε τὴν «κανονική» ζωή τους. Καὶ ἦταν, πραγματικὰ, ἕνας τέλεια «κανονικός» κόσμος, αὐτὸς ποὺ προτίμησε τὸ σκοτάδι καὶ τὸ θάνατο ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴ ζωή… Μὲ τὸ θάνατο, ὅμως, τοῦ Χριστοῦ, ὁ «κανονικός» κόσμος καὶ ἡ «κανονικὴ» ζωὴ καταδικάστηκαν ἀμετάκλητα. Ἢ μᾶλλον, θὰ λέγαμε, ὅτι ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀληθινή, ἡ ἀνώμαλη φύση τους, ἡ ἀνικανότητά τους νὰ δεχθοῦν τὸ Φῶς· ἀποκαλύφθηκε ἡ τρομερὴ δύναμη τοῦ κακοῦ μέσα τους. «Νῦν κρίσις ἐστὶν τοῦ κόσμου τούτου· νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω» (Ἰω. 12, 31).

Τὸ Πάσχα σημαίνει τὸ τέλος «αὐτοῦ τοῦ κόσμου». Μὲ τὸ Θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συντελέστηκε αὐτὸ τὸ τέλος, ποὺ μπορεῖ νὰ διαρκέσει ἑκατοντάδες αἰῶνες, χωρὶς νὰ ἀλλοιώνει τὴ φύση τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖο ζοῦμε σὰν «ἔσχατο καιρό». «Καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου» (Α΄ Κορ. 7, 31).

Ἡ λέξη Πάσχα σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Ἡ γιορτὴ τῆς Διάβασης (Πάσχα) ἦταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους ἡ ἐτήσια ἀνάμνηση ὅλης τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας τους· τῆς σωτηρίας σὰν πέρασμα ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Αἰγυπτίων στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἐξορία στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ἦταν, ἐπίσης, ἡ προσδοκία τῆς τελικῆς διάβασης στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε ἡ ἐκπλήρωση αὐτοῦ τοῦ Πάσχα, ἔγινε τὸ Πέρασμα. Αὐτὸς πραγματοποίησε τὴν τελικὴ διάβαση ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ, ἀπὸ τοῦτο τὸν «παλαιὸ κόσμο» στὸν «καινὸ κόσμο», στὸν «καινὸ χρόνο» τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς ἔδωσε καὶ σέ μᾶς τὴ δυνατότητα γιὰ μία τέτοια διάβαση. Ζώντας «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ», μποροῦμε ταυτόχρονα νὰ μὴν εἴμαστε «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», δηλαδὴ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ στὸ θάνατο καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ συμμετέχουμε στὸν «ἐπερχόμενο αἰῶνα». Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ, θὰ πρέπει καὶ ἐμεῖς ἐπίσης νὰ πραγματοποιήσουμε τὴ δική μας, τὴν προσωπικὴ διάβαση · νὰ καταδικάσουμε τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ μέσα μας, νὰ «ἐνδυθοῦμε» τὸν Χριστὸ – αὐτὸ δηλαδὴ, ποὺ γίνεται στὸ βάπτισμα μὲ τὴν τριπλῆ κατάδυση καὶ ποὺ εἶναι σύμβολο θανάτου – καὶ νὰ ζήσουμε τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ἐν Θεῷ…

Μόνον ἔτσι, τὸ Πάσχα δὲν γίνεται μία ἐτήσια ἀνάμνηση – ἱεροπρεπὴς καὶ ὡραῖα – γεγονότων τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ εἶναι τὸ Γεγονὸς, πού μᾶς προσφέρθηκε καὶ ἀποτελεσματικά μᾶς ἀποκαλύπτει, ὅτι ὁ παρὼν κόσμος μας, ὁ χρόνος μας, ἡ ζωή μας ἔφτασαν στὸ Τέλος τους καὶ ταυτόχρονα μᾶς ἀναγγέλλει τὴν Ἀρχὴ τῆς νέας ζωῆς…

Οἱ τρεῖς, λοιπόν, πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἔχουν σὰν σκοπὸ νὰ μᾶς παρουσιάσουν, σὰν πρόκληση, αὐτὸ τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τοῦ Πάσχα καὶ νὰ μᾶς προετοιμάσουν νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ τὸ ἀποδεχτοῦμε.Ἡ ἐσχατολογικὴ αὐτὴ πρόκληση ἀποκαλύπτεται πρῶτα-πρῶτα μὲ τὸ κοινὸ, καὶ γιὰ τὶς τρεῖς ἡμέρες, τροπάριο: «Ἰδοὺ, ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὐρήσει γρηγορούντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὅν εὐρήσει ραθυμούντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἴνα μὴ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς καὶ τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς · ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς»

Τὸ «μέσον τῆς νυκτός» (μεσονύκτιο) εἶναι ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἡμέρα φτάνει στὸ τέλος της καὶ μία νέα ἡμέρα ἀρχίζει. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ, τὸ μεσονύκτιο γίνεται τὸ σύμβολο τοῦ χρόνου, στὸν ὁποῖο ζοῦμε σὰν χριστιανοί. Γιατί ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ, ζεῖ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, συμμετέχοντας στὶς ἀδυναμίες του καὶ σ’ ὅλες τὶς τραγωδίες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ, ἡ ἀληθινή της ὕπαρξη δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», γιατί εἶναι ἡ Νύμφη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀποστολὴ της εἶναι νὰ ἀναγγείλει καὶ νὰ ἀποκαλύψει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν «καινὴ ἡμέρα». Ἡ ζωὴ της εἶναι μία αἰώνια ἀναμονή, μία συνεχὴς καὶ ἄγρυπνη προσδοκία αὐτῆς τῆς νέας Ἡμέρας… Ἀλλὰ ἐμεῖς ξέρουμε πολὺ καλὰ, πόσο ἰσχυρὸς εἶναι ὁ δεσμός μας μὲ τὴν «παλαιὰ ἡμέρα», μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὰ πάθη του καὶ τὶς ἁμαρτίες. Ξέρουμε, πόσο βαθιὰ ἀκόμα ἀνήκουμε στὸν «κόσμο τοῦτο». Εἴδαμε τὸ φῶς, γνωρίσαμε τὸν Χριστό, ἀκούσαμε γιὰ τὴν εἰρήνη, τὴ χαρά, τὴ νέα «ἐν Χριστῷ ζωή» καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ κόσμος μᾶς κρατάει σκλάβους του. Αὐτὴ ἡ ἀδυναμία, αὐτὴ ἡ συνεχὴς προδοσία τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ ἀνικανότητα νὰ δώσουμε ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη μας στὸ μόνο πραγματικὸ ἀντικείμενο ἀγάπης, ἐκφράζονται τέλεια στὸ ἐξαποστειλάριο τῶν τριῶν αὐτῶν ἡμερῶν:

«Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἴνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσον με»Τὸ ἴδιο θέμα παρουσιάζεται στὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων (ὡς τὸ Ἰω. 13, 31) διαβάζεται στὶς Ὧρες (πρώτη, τρίτη, ἕκτη καὶ ἐννάτη). Αὐτὴ ἡ ἀνακεφαλαίωση δείχνει, ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς καὶ τῆς διακονίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δίνει τὸ κλειδὶ γιὰ τὴ βαθύτερη κατανόηση αὐτῆς τῆς ζωῆς. Καθετὶ στὸ Εὐαγγέλιο ὁδηγεῖ σ’ αὐτὴ τὴν ἔσχατη ὧρα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ὅλα γίνονται κατανοητὰ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ φῶς. Γι’ αὐτὸ, κάθε ἀκολουθία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἔχει εἰδικὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα:

Μεγάλη Δευτέρα

Στὸν Ὄρθρο, διαβάζεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (21, 18- 43) ἡ ἱστορία τῆς «ξηρανθείσης συκῆς». Ἡ συκιὰ ἐδῶ εἶναι τὸ σύμβολο τοῦ κόσμου, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ φέρει πνευματικοὺς καρποὺς καὶ ἀπέτυχε ν’ ἀνταποκριθεῖ στὸ Δημιουργό του.
Στὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, διαβάζονται ἀπὸ τὸ 24ο κεφάλαιο τοῦ Ματθαίου οἱ στίχοι 3-35, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὰ σημεῖα τῆς ἔλευσης τοῦ Κυρίου καὶ τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου. Εἶναι μία ἐσχατολογικὴ ἀπάντηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν Του καὶ προαναγγέλλει τὸ Τέλος, τὰ Ἔσχατα. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι…».

Μεγάλη Τρίτη

Στὸν Ὄρθρο, διαβάζεται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (22,15-23,39) ἡ καταδίκη τῶν Φαρισαίων. Τὰ πολλὰ «οὐαί» γιὰ τὴν τυφλὴ καὶ ὑποκριτικὴ θρησκεία αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι εἶναι ἀρχηγοὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου ἀλλὰ στὴν οὐσία «κλείουν τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων…».
Στὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, συνεχίζεται ἡ ἀνάγνωση ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου, στὰ κεφάλαια 24 (36) 25 καὶ 26 (2). Καὶ ἐδῶ πάλι, γίνεται λόγος γιὰ τὰ Ἔσχατα, γιὰ τὸ Τέλος. Γι’ αὐτὸ μιλοῦν καὶ οἱ παραβολὲς, ποὺ χαρακτηρίζονται «παραβολὲς τῶν Ἐσχάτων». Εἶναι ἡ παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων. «Πέντε ἐξ αὐτῶν ἦσαν φρόνιμοι» καὶ εἶχαν πάρει μαζὶ μὲ τὶς λαμπάδες τους καὶ ἀρκετὸ λάδι, «πέντε ἦσαν μωραί», οἱ λαμπάδες τους ἔσβυσαν καὶ δὲν ἔγιναν δεκτὲς στὸ γαμήλιο δεῖπνο. Ἡ ἄλλη παραβολὴ εἶναι τῶν ταλάντων. Δὲν χρησιμοποιοῦνται τὰ τάλαντα, ποὺ ἔδωσε στὸν καθένα ὁ Κύριος. «…Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὧραν ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». Καὶ τέλος, διαβάζουμε γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς μέλλουσας κρίσης.

Μεγάλη Τετάρτη

Στὸν Ὄρθρο, τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀπὸ τὸν Ἰωάννη (12, 17-50). Ἀναφέρεται σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀρνήθηκαν τὸν Χριστὸ καὶ κάνει τὴν ἐσχατολογικὴ προειδοποίηση: «Νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου… Ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτὸν· ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρίνει αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ».
Στὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, διαβάζεται στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (26, 6-16) ἡ ἱστορία τῆς γυναίκας, ποὺ μὲ πολύτιμα μύρα ἔλουσε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ γυναίκα, μὲ τούτη τὴν πράξη της, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς μετάνοιας, μοναδικὰ μέσα γιὰ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό.Τὰ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα βρίσκουν τέλεια ἑρμηνεία καὶ ἀνάπτυξη στὴν ὑμνολογία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Τὰ στιχηρὰ καὶ τὰ τριώδια (σύντομοι κανόνες ἀπὸ τρεῖς ὠδὲς, ποὺ ψάλλονται στὸν Ὄρθρο) ἀναλύουν τὰ Εὐαγγελικὰ νοήματα. Μία προειδοποίηση, προτροπὴ, διατρέχει ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὕμνους: τὸ τέλος, ἡ κρίση ἔρχεται… ἂς προετοιμαστοῦμε ἀνάλογα…

«Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος, τοῖς ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ· ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἄνθρωπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ. Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν καὶ νεκρωθῶμεν δι’ αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἠδοναῖς· ἴνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ· Οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, διὰ τὸ παθεῖν, ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. Καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν.»
(Στιχηρὸ ἀπὸ τοὺς Αἴνους τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Δευτέρας).

«Ἰδοὺ σοὶ τὸ τάλαντον ὁ Δεσπότης ἐμπιστεύει, ψυχή μου· φόβῳ δέξαι τὸ χάρισμα, δάνεισαι τῷ δεδωκότι, διάδος πτωχοῖς καὶ κτῆσαι φίλον τὸν Κύριον, ἴνα στῇς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, ὅταν ἔλθῃ ἐν δόξῃ καὶ ἀκούσῃς μακαρίας φωνῆς · Εἴσελθε, δοῦλε, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Αὐτῆς ἀξίωσόν με, Σωτήρ, τὸν πλανηθέντα, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος»

(Δοξαστικὸ τῶν Αἴνων στὸν Ὄρθρο τῆς Μεγάλης Τρίτης).Στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, τὰ δυὸ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ διαβάζονται στοὺς Ἑσπερινοὺς εἶναι ἡ Γένεση καὶ οἱ Παροιμίες. Μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἀντὶ γι’ αὐτὰ, ἔχουμε τὰ βιβλία «Ἔξοδος» καὶ «Ἰώβ», πάλι ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἡ Ἔξοδος εἶναι ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ Ἰσραήλ, τῆς ἐλευθερίας του ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Αἰγυπτίων, ἡ ἱστορία δηλαδὴ τῆς Διάβασης τῶν Ἑβραίων. Αὐτὴ ἡ ἱστορία προετοιμάζει καὶ μᾶς νὰ κατανοήσουμε τὴν ἔξοδο τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Πατέρα Του, τὴν ὁλοκλήρωση δηλαδὴ τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Ἰώβ, ὁ πολύπαθος, εἶναι ἡ προεικόνιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Αὐτὰ τὰ ἀναγνώσματα, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰὼβ, προαναγγέλλουν τὸ μεγάλο μυστήριο τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς θυσίας Του.
Ἡ λειτουργικὴ πορεία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἔχει ἀκόμα τὸ ρυθμὸ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Λέγεται, ἀκόμα, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, («Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας, μὴ μοὶ δῶς. Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναὶ, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν») καὶ γίνονται οἱ ἀνάλογες μετάνοιες. Ἐπίσης, ἔχουμε ἐκτεταμένα ἀναγνώσματα ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι καὶ, βέβαια, κάθε πρωὶ τὴν Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμὲνων Δώρων, μὲ τοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Βρισκόμαστε ἀκόμα στὴν περίοδο τῆς μετανοίας, γιατί μόνο ἡ μετάνοια μᾶς ἐξασφαλίζει τὴ συμμετοχή μας στὸ Πάσχα τοῦ Κυρίου μας καὶ μᾶς ἀνοίγει τὶς θύρες στὸ Πασχάλιο δεῖπνο.

Τελικὰ, τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη, ὅταν ἡ τελευταία πιὰ Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων φτάνει στὸ τέλος, ἀφοῦ τὰ Τίμια Δῶρα ἔχουν μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ὁ ἱερέας λέει, γιὰ τελευταῖα φορᾶ, τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ. Σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο, ἡ προετοιμασία φτάνει στὸ τέλος. Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ τώρα στὸ τελευταῖο Του δεῖπνο.



Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Θάφτηκε στη δραστηριότητά του - π. Αλέξανδρος Σμέμαν

 

Θάφτηκε στη δραστηριότητά του

π. Αλέξανδρος Σμέμαν


Τραγικές ειδήσεις για την ψυχική κατάρρευση του π. Ν. Τα συμπτώματα λοιπόν, που είχα παρατηρήσει τρεις εβδομάδες πριν, ήταν πραγματικά. Φοβούμαι πως ο λόγος είναι σαφής: "Θάφτηκε στη δραστηριότητά του". Αυτό ακριβώς είναι κάτι που δεν πρέπει να κάνουμε. Αδυνατούμε να δώσουμε προοπτική στα πράγματα, να αποσπαστούμε, να παραμερίσουμε την τύρβη και τις ασήμαντες λεπτομέρειες που βαραίνουν τη ζωή μας και που μπορούν να καταβροχθίσουν τις καρδιές μας. Ουσιαστική αιτία είναι η ίδια η υπεροψία που ζητά να με πείσει πως όλα εξαρτώνται από μένα. Τότε το "Εγώ" γεμίζει κάθε πραγματικότητα, και αρχίζει η πτώση. Το ουσιαστικό λάθος του σύγχρονου ανθρώπου είναι πως ταυτίζει τη ζωή με τον ακτιβισμό, με τη λογική σκέψη κ.λπ., από όπου προέρχεται πλέον η αδυναμία του να "ζήσει", δηλαδή να αισθανθεί, να εκτιμήσει, να ζήσει τη ζωή ως ένα διαρκές δώρο. Να περπατήσει στον σιδηροδρομικό σταθμό σ΄ ένα φως που θα θυμίζει άνοιξη, μέσα στη βροχή, να μπορεί να δει, να αισθανθεί, να συνειδητοποιήσει μια πρωινή ηλιαχτίδα στον τοίχο- όλα αυτά είναι η πραγματικότητα της ζωής.
Δεν είναι οι όροι ύπαρξης του ακτιβισμού ή της λογικής σκέψης, δεν αποτελούν απλώς έναν αδιάφορο φόντο, είναι ο λόγος για τον οποίο κάποιος ενεργεί και σκέπτεται. Μόνο σ΄ αυτήν την πραγματικότητα της ζωής αποκαλύπτεται ο Θεός και όχι στον ακτιβισμό και στον ορθολογισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Τζούλιεν Γκριν έχει δίκιο όταν λέει: "όλα βρίσκονται αλλού" - "η μόνη αλήθεια βρίσκεται στο τρέμουλο των γυμνών κλαδιών στον ουρανό". Το ίδιο αληθεύει και για την επικοινωνία. Κανείς δεν επικοινωνεί με συζητήσεις και διαφωνίες. Όσο πιο βαθιά και χαρμόσυνη είναι η επικοινωνία, τόσο λιγότερο εξαρτάται από τις λέξεις. Αντίθετα, σχεδόν φοβόμαστε τα λόγια, επειδή μπορούν να καταστρέψουν την (επι)κοινωνία, να αποκόψουν την χαρά.

Το αισθάνθηκα αυτό πολύ έντονα την παραμονή εκείνης της Πρωτοχρονιάς στο Παρίσι, στη σοφίτα του Αντάμοβιτς. Πάντοτε άκουγα πως προτιμούσε να συζητά για μικρά, ασήμαντα γεγονότα. Αυτό είναι αλήθεια. Όχι όμως επειδή δεν υπήρχε τίποτα να συζητήσει, αλλά επειδή η επικοινωνία μας ήταν τόσο σαφής και περιστρεφόταν γύρω από το τί συνέβαινε τόσο ζωηρά μέσα μας. Από εδώ ξεκινά και η αντιπάθειά μου για οτιδήποτε το "βαθύ" και ειδικά για τις πνευματικές συζητήσεις. Μήπως ο Χριστός συζητούσε με τους δώδεκα μαθητές Του όταν περπατούσαν μαζί στους δρόμους της Γαλιλαίας; Μήπως έλυνε τα προβλήματα και τις δυσκολίες τους; Ο Χριστιανισμός είναι η συνέχεια αυτής της επικοινωνίας, η πραγματικότητά της, η χαρά και η πραγματοποίησή της. "Καλόν εστίν ημάς ώδε είναι".

Έξω, όμορφη μέρα, σχεδόν ανοιξιάτικη! Έχει λίγη ζέστη. Πέρασα όλη τη μέρα στο σπίτι, στο γαφείο μου. Ευτυχία.

Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν

«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ. ΠΩΣ ΝΑ ΤΗΝ ΔΕΧΤΕΙΣ;

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

π. Γεώργιος Λέκκας Χωρίς Χριστό δεν υπάρχει εαυτός


π. Γεώργιος Λέκκας Χωρίς Χριστό δεν υπάρχει εαυτός


Συζήτηση του π. Γεωργίου Λέκκα (Ιερά Μητρόπολη Βελγίου) με την Σοφία Σαρογλίδου στα πλαίσια τη εκπομπής εκκλησία και ζωή για το άνοιγμα του ανθρώπου στην Καινή Διαθήκη. Γιατί μιλάμε για την έννοια του Ανοίγματος στην Καινή Διαθήκη; Χριστός, η κατεξοχήν απόδειξη του Ανοικτού Θεού. Η Κένωση του Χριστού. Ο Χριστός φέρνει στην επιφάνεια της ταπείνωση ή τον εγωισμό μας. Η περίπτωση της Συγκύπτουσας και η περίπτωση των Φαρισαίων. Ο σκοπός των θαυμάτων: η αποκατάσταση των σχέσεων Θεού - ανθρώπου. Η προϋπόθεση της πίστης. Και λίγο άνοιγμα αρκεί. Η περίπτωση του Αποστόλου Θωμά. Το άνοιγμα του ανθρώπου ως μέσο για να επιτύχει τον οντολογικό του προορισμό. 10. Η σπουδαιότητα των δοκιμασιών στη ζωή μας για την διάνοιξη του εαυτού μας. Η κένωση του ανθρώπου. (Η ταπείνωση της πόρνης που αρωμάτισε τα πόδια του Ιησού και η ταπείνωση του Σαμαρείτιδος) Το άνοιγμα του ανθρώπου ως προϋπόθεση της ανάδυσης του πνευματικού του εαυτού. Η υπέρτατη στιγμή ανοίγματος: ο θάνατος μας. (θάνατος Χριστού και θάνατος του καθενός μας)

https://www.youtube.com/watch?v=6Q2pK0y2Lgg

Μόνο συνδρομητές


Βρισκόμαστε στο φιλόξενο αρχονταρίκι του παλαιού ενοριακού ναού των Αγίων Αναργύρων στον Πειραιά. Κοντά μας έχουμε από την ιερά Μητρόπολη Βελγίου τον πατέρα Γεώργιο Λέκκα. Θα κουβεντιάσουμε σήμερα για τη σπουδαιότητα του ανοίγματος του ανθρώπου στην Καινή Διαθήκη.

Κυρία Σαρογλίδου, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συζήτηση που θα κάνουμε σήμερα μαζί. Ευχαριστώ τη φιλοξενία του αντιφώνου και του ωραίου αυτού χώρου που μας υποδέχτηκε. Να είστε καλά.
Πατέρα Γεώργιε, γιατί μιλάμε για την έννοια του ανοίγματος στην Καινή Διαθήκη. Το άνοιγμα έχει δύο πλευρές. Είναι το άνοιγμα του Θεού προς τον άνθρωπο και είναι το άνοιγμα του ανθρώπου προς τον Θεό.

Έχουμε δύο ανοίγματα. Ο άνθρωπος καλείται να ανταποκριθεί στο άνοιγμα του Θεού και το άνοιγμα του Θεού είναι ο Χριστός. Οπότε το άνοιγμα του ανθρώπου προς τον Θεό είναι αυτό που θα λέγαμε η πίστη για να καταλάβουν οι θεατές μας για ποιο πράγμα μιλάμε σήμερα.

Κάπως να το οριοθετήσουμε δηλαδή. Να το οριοθετήσουμε. Αυτό το άνοιγμα στην πραγματικότητα είναι το άνοιγμα της πίστης.

Το άνοιγμα της πίστης προς τον Θεό και το άνοιγμα της πίστης τής εμπιστοσύνης του ενός προς τον άλλον. Γιατί η αγάπη την οποία μας δίδαξε ο Χριστός και μας καλεί να αγαπήσουμε έχει μια διπλή αναφορά. Την αναφορά προς της αγάπης προς τον Θεό και την αναφορά αγάπης προς τον άνθρωπο.

Και η βάση της αγάπης, η βάση του ανοίγματος είναι η πίστη. Και είναι μια άσκηση όλο αυτό. Σε όλη μας τη ζωή.

Βεβαίως και είναι μια άσκηση. Αυτό για όλη μας τη ζωή. Το άνοιγμα είναι μια πορεία.

Είναι μια προοδευτική διαδικασία που πολλές φορές δεν είναι και σταθερή πορεία προς τα μπροστά. Έχει πίσω. Έχει και πισογυρίσματα.

Πισωγυρίσματα, ακριβώς. Αλλά το θέμα είναι να παραμένουμε σε αυτή την προσπάθεια. Την προσπάθεια ανοίγματος της ψυχής μας μέσα από την πίστη και μέσα από την ζωή μας μέσα στην εκκλησία προς τον Θεό και προς τον πλησίον μας.

Τα πισωγυρίσματα αυτά που λέτε σχετίζονται με την απουσία ταπείνωσης. Δηλαδή όσο πιο ταπεινή προσπαθούμε να είμαστε τόσο ανοιγόμαστε και όταν συμβαίνει το αντίστροφο είναι ένα καμπανάκι ότι μας επισκέπτεται πιο έντονα ο εγωισμός μας. Νομίζω ότι σωστά το θέλετε.

Προϋπόθεση του ανοίγματος προς τον Θεό μέσω της πίστης είναι η ταπείνωση. Διότι δεν μπορούμε να πιστέψουμε στον Χριστό εάν δεν τον χρειαζόμαστε. Και χρειαζόμαστε τον Χριστό όταν βλέπουμε τις ανεπάρκειές μας.

Το να δούμε τις ανεπάρκειές μας αυτό είναι ταπείνωση. Δεν είναι εύκολο να σηκώσει κανείς το σταυρό του να δει τις ανεπάρκειές του. Και γι' αυτό πραγματικά η πίστη προϋποθέτει την ταπείνωση. Είτε η πίστη προς τον Θεό είτε η εμπιστοσύνη προς τον συνάνθρωπο προϋποθέτει την ταπείνωση. Γιατί και να εμπιστευθούμε τον συνάνθρωπό μας χρειάζεται να ταπεινωθούμε. Χρειάζεται να δούμε την ανεπάρκειά μας ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτό.

Και ειδικά σε έναν κόσμο που εκπαιδεύει όλους μας στην ιδέα του τέλειου εαυτού. Είναι ακόμα πιο δύσκολο μια ψυχή έτσι να καταλαγιάσει και να κοιτάξει λίγο μέσα της και να βρει αυτές τις ανεπάρκειες, να εντοπίσει τις ανεπάρκειες. Εκπαιδευόμαστε στο ότι είμαστε τα τέλεια παιδιά, οι τέλειοι γονείς, οι τέλειοι σύντροφοι, οι τέλειοι φίλοι.

Και όταν αυτό το κέλυφος της τελειότητας με κάποιο τρόπο σπάσει, γίνεται η καρδιά θρύψαλα.
Αυτό που λέτε είναι ο τέλειος επίκτητος εαυτός. Παλεύουμε να δημιουργήσουμε έναν εαυτό που δεν είναι ο πραγματικός μας εαυτός.

Τον επιβάλλουμε οι ίδιοι πάνω μας ως μια μάσκα που φορούμε, ως κάτι ξένο προς εμάς. Αλλά που μας έχει επιβληθεί από την πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας και από τις επιλογές που κάνανε άλλοι για εμάς χωρίς εμάς. Για εξηγήστε το λίγο αυτό παραπάνω.

Πώς το αντιλαμβάνεστε, δηλαδή, οι επιλογές που έχουν κάνει τρίτοι, οι επιλογές που κάνει το σύστημα σήμερα με έναν τρόπο για τα μέλη μιας κοινότητας, η απομάκρυνση από το πρόσωπο του Χριστού, η μη αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού πουθενά.

Βάλατε πολλούς παράγοντες και όλοι αυτοί ισχύουν. Να ξεκινήσω από το τελευταίο, από το πρόσωπο του Χριστού που λέτε. Για να μείνουμε στο θέμα που μας απασχολεί σήμερα.

Η πίστη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι, μας οδηγεί στην ανακάλυψη του βαθέως μας εαυτού. Χωρίς την πίστη στον Χριστό, ενεργή και πραγματική, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον βαθύ μας εαυτό. Ο βαθύς μας εαυτός έρχεται στην επιφάνεια από την στιγμή που πιστεύουμε στον Χριστό και προσπαθούμε να ακολουθήσουμε τις εντολές Του.

Είδατε σήμερα γιορτάσαμε την Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Και σύμφωνα με το Ευαγγέλιο της ημέρας, οι μαθητές άκουσαν φωνή εκ του ουρανού, τον Πατέρα, να λέει «Αυτός είναι ο Υιός μου, ο Αγαπημένος και Αυτόν να ακούτε». Αυτό σημαίνει ότι, και το είδαμε αυτό στην θεολογία του αγίου Σωφρονίου, ότι αυτό σημαίνει ότι ο λόγος του Χριστού, η προσπάθεια να ανταποκριθούμε σε αυτό που ο Χριστός μας λέει να κάνουμε, μας οδηγεί βαθύτερα σε αυτό που πραγματικά είμαστε.

Δεν πρόκειται για έναν ηθικό αγώνα. Ο Χριστός δεν μας καλεί στο να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Ο Χριστός θέλει να πετύχουμε τον οντολογικό μας προορισμό, που είναι να αποκαταστήσουμε τη σχέση μας με την Αγία Τριάδα και να γίνουμε μικροί θεάνθρωποι κατά το πρότυπο του θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

Ο Χριστός λοιπόν φέρνει στην επιφάνεια την ταπείνωση ή τον εγωισμό μας. Ο Χριστός λειτουργεί ως διπλή μάχαιρα. Το ίδιο το πρόσωπό Του επιτρέπει στον πιστό να γίνει πιστότερος και στον άπιστο να απομακρυνθεί και άλλο από τον Θεό.
Το βλέπουμε λοιπόν στην Καινή Διαθήκη πολλές φορές αυτό, ότι τα πρόσωπα που πλησιάζουν τον Χριστό είναι άλλοτε θετικοί και άλλοτε αρνητικοί πρωταγωνιστές. Φέρνουν διαφορετικά φορτία. Ναι, κοιτάξτε για παράδειγμα της συγκύπτουσας.

Η περίπτωση της συγκύπτουσας είναι διαφορετική γιατί το μεγαλύτερο κομμάτι του Ιερού Ευαγγελίου αναφέρεται, του Λουκά, δεν αναφέρεται στη θεραπεία της συγκύπτουσας, που μερικώς οφείλεται στην πίστη της, αλλά στην απιστία των Φαρισαίων που βάζανε εμπόδια στη θεραπεία αυτής της γυναίκας, η οποία ήταν η μία από τις αδελφές. Άρα ο Χριστός με την παρουσία και με το έργο Του επιτρέπει στη συγκύπτουσα να γίνει καλά και στον Φαρισαίο να εκδηλώσει την κακία Του, την κλειστότητά Του. Το αντίθετο στο άνοιγμα, το αντίθετο στην κλήση του Χριστού που είναι το να ανοίξουμε.

Κι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ ο ταπεινός Χριστός κερδίζει την αγάπη μας. Ήδη δεν Τον αφήνουμε να την κερδίσει κάπως έτσι. Ο ταπεινός Χριστός είναι εκείνος που μας, που κερδίζει πραγματικά την αγάπη μας γιατί αγαπάμε τον Χριστό γιατί είναι ταπεινός.
Δεν Τον αγαπάμε γιατί είναι παντοδύναμος. Τον αγαπάμε γιατί είναι ο παντοδύναμος Θεός που από την ταπείνωσή Του έγινε ταπεινός άνθρωπος για να μας σώσει. Και αυτή η ταπείνωση του Χριστού υποδουηλώνει την καρδιά μας με θετικό τρόπο στο να ανταποκριθούμε σε αυτή την αγάπη.

Και βλέπετε και στη ζωή μας, την καθημερινή. Οι άνθρωποι που θέλουμε να συνδεθούμε μαζί τους είναι ταπεινοί άνθρωποι. Ο εγωιστής μας απωθεί.
Ο ταπεινός μας ελκύει γιατί μας αφήνει χώρο να ζήσουμε. Και μας αφήνει και χώρο στην καρδιά Του και έχουμε ανάγκη και εμείς αυτό το χώρο αυτό δεν είναι. Μας αφήνει χώρο στην καρδιά Του. Ο ταπεινός κάνει χώρο για εμάς. Κάνει χώρο για εμάς. Αυτό που κάνει ο Χριστός συνέχεια για εμάς.

Και για όλο τον κόσμο και πάντοτε. Για όλο τον κόσμο και πάντοτε. Χώρο στην καρδιά μας.

Δημιουργεί χώρο για εμάς. Για να ζούμε ελεύθερα. Σε αυτό το άνοιγμα μας καλεί ο Χριστός.

Και σε αυτή τη μορφή ελευθερίας. Στην ελευθερία να είμαστε ελεύθεροι από τον επίκτητο εαυτό μας. Να αρχίσουμε να ζούμε την άνοιξη της ανάδυσης του βαθέως εαυτού.

Και της καρδιακής συνάντησης με τα πάντα και τους πάντες. Να μπαίνουμε δηλαδή σε μια γιορτή. Να μπαίνουμε στη γιορτή της συνάντησης με τα πρόσωπα των αδελφών.
Στη γιορτή της συνύπαρξης με τα αδέλφια μας. Και με όλους τους ανθρώπους και με όλη τη δημιουργία. Που βλέπουμε σε όλους τους ανθρώπους εικόνες του Θεού.
Και σε όλη τη δημιουργία τα έργα Του. Πόσο εύκολο είναι να βλέπουμε τους αδελφούς μας ως αδελφούς. Βλέπουμε τους αδελφούς μας, αδελφούς.
Στο βαθμό που αναγνωρίζουμε πάνω τους το πρόσωπο του Χριστού. Όταν χάνουμε τη σχέση μας με τον Χριστό, δεν μπορούμε να αναγνωρίζουμε στους άλλους, στον αδελφό μας. Αναγνωρίζουμε στον άλλον τον αδελφό μας, γιατί βλέπουμε τον Χριστό σε αυτόν.

Είναι συγκοινωνούντα δοχεία δηλαδή.
Είναι συγκοινωνούντα δοχεία, ναι. Βλέπουμε τον Χριστό σε Αυτόν και πρέπει να θέλουμε να είμαστε μαζί Του ανοιχτοί με την αγάπη, με την άνοιξη της αγάπης του Χριστού προς όλους μας.
Να μιμηθούμε αυτό το άνοιγμα του Χριστού προς όλους μας. Να το πραγματοποιήσουμε, να θελήσουμε να το πραγματοποιήσουμε εμείς προς τα αδέλφια μας. Να του ζητήσουμε να ανοίξει την καρδιά μας προς τον αδελφό μας.

Γιατί, σωστά το λέτε, δεν γίνεται απλά. Δεν είναι εύκολο αυτό. Είναι χάρη.

Είναι χάρη και υπάρχουν σε όλη αυτή τη διαδρομή βαθμίδες πίστεως και βαθμίδες ανοίγματος. Βαθμίδες πίστεως και βαθμίδες ανοίγματος, ναι. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος μιλάει για τρεις διαφορετικές, τρεις αναβαθμίδες πίστεως.
Θα μπορούσαμε να το δούμε έτσι. Την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη. Η πίστη είναι η πρώτη βαθμίδα.

Η ελπίδα είναι βεβαιότερη πίστη. Και η αγάπη είναι η τελειότητα της πίστης. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει στην πίστη, εν Αγίω Πνεύματι, έχει βεβαιότερη την ελπίδα στον Χριστό.
Και όταν εν Αγίω Πνεύματι προχωρεί στην πίστη, αυτή η πίστη γίνεται αγάπη για τον Χριστό. Και γίνεται αγάπη για τους όλους τους ανθρώπους και γίνεται αγάπη για όλη τη δημιουργία. Υπάρχει μία κλιμάκωση δηλαδή.
Υπάρχει μία κλιμάκωση γιατί, όπως είπαμε και στην αρχή αυτής της κουβέντας μας, η πίστη είναι μία πορεία. Είναι μία διαδικασία. Είναι μία κίνηση συμπλησιάσματος με τον Χριστό μας.

Αρκεί το λίγο άνοιγμα;


Για τον Χριστό νομίζω αρκεί και αυτό. Αρκεί το λίγο άνοιγμα. Το είδαμε αυτό στον Άγιο Απόστολο Θωμά. Στην ολιγοπιστία του Θωμά. Ο Χριστός εμφανίζεται στον Θωμά για να βελτιώσει την πίστη του.
Γιατί είδε ότι ο Θωμάς δεν έπασχε από απιστία αλλά έπασχε από ολιγοπιστία. Και ο Χριστός μας είναι ευσυγκίνητος στην ολιγοπιστία μας. Θέλει να μας αυξήσει την πίστη και παρεμβαίνει στη ζωή μας για να μας αυξήσει την πίστη.
Και βέβαια πάντα εξαρτάται από την ελευθερία μας σε μεγάλο βαθμό. Αν θα ανταποκριθούμε στο κάλεσμα του Χριστού μας για να αυξηθεί η πίστη μας. Αν θα δράξουμε την ευκαιρία της ζωής μας για να αυξηθεί η πίστη μας.
ή θα αρνηθούμε; Αν θα δεχτούμε τη συμπόνια Του. Αν θα καταλάβουμε την ευκαιρία που μας δίνει και μέσα από τα δύσκολα και μέσα από τα εύκολα.
Οι δοκιμασίες είναι ένας τέτοιος δρόμος σπουδαίος για να ανοίξει ο εαυτός μας στην προοπτική της συνάντησης με τον Χριστό και με τους αδελφούς. Οι δοκιμασίες βέβαια και είναι ένας τέτοιος δρόμος. Οι δοκιμασίες μας επιτρέπουν πάλι να ενεργοποιήσουμε προοδευτικά την πίστη.
Από την παράκληση στην ευχαριστία και από την ευχαριστία στη δοξολογία. Τι θέλω να πω. Ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουν την ανάγκη κάθε φορά που δοκιμάζονται, αντιμετωπίζουν έναν πειρασμό, να στραφούν προς τον Χριστό παρακαλώντας το. Να μας σώσει από αυτή τη δοκιμασία. Αυτή είναι μία μορφή πίστης. Μέσα στη δοκιμασία μας μπορεί να εκδηλωθεί και ανώτερη μορφή πίστης.
Το βλέπουμε στους Αγίους μας. Μέσα στη δοκιμασία να ευχαριστήσουν τον Χριστό για την δοκιμασία που αντιμετωπίζουν. Γιατί βλέπουν ότι η δοκιμασία είναι μία ευκαιρία να τον μιμηθούν. Να σηκώσουν λιγάκι από τον Σταυρό του. Να σηκώσουν στην πραγματικότητα λιγάκι από τα δικά τους πάθη που σήκωσε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό. Και υπάρχει, το βλέπουμε πάλι στους Αγίους μας, η δοξολογική διαχείριση της δυσκολίας.
Και μέσα στη δοκιμασία όχι μόνο να παρακαλέσεις, να ευχαριστείς, αλλά και να δοξάζεις τον Θεό για τη δοκιμασία που σου επέτρεψε. Για να συνδεθείς ακόμα περισσότερο μαζί Του. Και να μπεις στη χαρά της Αναστάσεως του ίδιου από τώρα.
Σε έναν κόσμο γεμάτο πόνο, όπως είναι ο σημερινός. Σκέφτεστε καμιά φορά μήπως αυτές οι τρεις διαδοχικές κινήσεις της πίστης της ευχαριστίας και της δοξολογίας μπορεί να ακούγονται σε κάποιους ανθρώπους κινήσεις ρομαντικές ή κινήσεις χωρίς ειδικό βάρος. Δηλαδή ένας άνθρωπος μέσα σε έναν μεγάλο πόνο. Και νομίζω θα το έχετε κι εσείς αντιμετωπίσει στη διακονία σας. Έχει μέσα στην καρδιά του και μια απόγνωση, ένα γιατί, ένα πικρό γιατί.
Η δοκιμασία, κυρία Σαρογλίδου, είναι η μεγάλη μας ευκαιρία να συνδεθούμε ή να αφήσουμε να ανέβει λίγο στην επιφάνεια ο βαθύς μας εαυτός.
Αυτού του οποίου την ύπαρξη αγνοούσαμε μέχρι την εμφάνιση της δοκιμασίας. Και πραγματικά για τους ανθρώπους που δεν έχουν αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες στη ζωή τους πολλά από αυτά που λέμε μπορεί να φαίνονται ρομαντικά. Αλλά για εκείνον που μέσα στη δοκιμασία του ανακαλύπτει το βαθύ του εαυτό και δεν είναι υποχρεωτικό ότι θα πάμε σε αυτή την ανακάλυψη.
Είναι ένας δρόμος που δεν το παίρνουν όλοι. Αλλά για εκείνον που θα πάει προς την κατεύθυνση του βαθέως του εαυτού και θα συνδεθεί μέσω αυτού με τον Χριστό, μπαίνει σε άλλο τρόπο ύπαρξης. Μπαίνει σε μια κατάσταση γιορτής από την οποία δεν θέλει…

Την οποία δεν θέλει να στερείται. Δεν θέλει να χάσει, δεν θέλει να βγει από τη γιορτή. Δεν θέλει να βγει από τη γιορτή.
Και βέβαια υπάρχουν φυγόκεντρες δυνάμεις που μας βγάζουν από αυτή τη γιορτή. Αλλά ο Χριστός είναι πάντα δίπλα μας και περιμένει πάντα να του τείνουμε το χέρι για να απλώσει το δικό του. Εκείνος το έχει απλωμένο.
Εμείς, εμείς δεν του τείνουμε το χέρι. Εμείς δεν του τείνουμε το χέρι να μας το κρατήσει. Οπότε μέσα στη δυσκολία μας όταν βρούμε εκείνον το βαθύ εαυτό που έχει ανάγκη από τον Χριστό και που έχει ανάγκη να ακουμπήσει το χέρι του Χριστού όπως το μικρό παιδί το χέρι της μανούλας του, αν συναντηθούμε με αυτή τη πνευματική παιδικότητά μας και αρχίσουμε να μπαίνουμε σε αυτή την κατεύθυνση της σχέσης με τον Χριστό, τότε αλλάζουν τα πράγματα, αλλάζει η προοπτική μας.

Φαίνεται για τους περισσότερους ρομαντικά αρχίζει να γίνεται η πραγματικότητα της ζωής μας. Είναι αυτό που λέει ο ποιητής, ζω για τότε που δεν θα υπάρχω. Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω με τον τρόπο που υπάρχω ως τώρα.

Ναι. Αυτό έχουμε ανάγκη. Δεν έχουμε ανάγκη να πεθάνουμε.
Ναι. Ή για να μπούμε σε άλλο τρόπο υπάρξεως. Όχι. Πρέπει τον άλλο τρόπο υπάρξεως να τον ανακαλύψουμε από τώρα για να τον πάρουμε μαζί μας μετά. Ό,τι δεν επιτρέψουμε στον Χριστό να κάνει σήμερα πάνω μας δεν θα μπορούσαμε να τον πάρουμε αύριο μαζί μας. Γιατί πραγματικά δικό μας νιώθω κ. Σαρογλίδου ότι είναι μόνο αυτό που επιτρέπουμε στον Χριστό να κάνει σε εμάς.

Να ενεργήσει πάνω μας. Να ενεργήσει πάνω μας, ναι. Και αυτό μας ακολουθεί για πάντα.
Αυτό αφορά τη πνευματική διάσταση της υπάρξεως μας. Αφορά αυτό που είπαμε προηγουμένως την θεανθρώπινη πλευρά του καθενός μας, ας το πούμε έτσι. Γιατί ο Χριστός ήρθε στον κόσμο ο θεάνθρωπος Ιησούς για να γίνουμε όλοι μικροί θεάνθρωποι.

Να μπούμε δηλαδή σε σχέση μαζί Του και δι' αυτού να μπούμε στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Οπότε βέβαια σε σχέση με τον θεάνθρωπο Χριστό σιγά σιγά αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε ότι τον έχουμε ανάγκη για τα πάντα. Και ό,τι δεν κάνει εκείνος μέσα μας δεν είναι καλό.
Και ό,τι δεν μπει εκείνος μέσα μας δεν είναι καλό. Και ό,τι επιχειρήσουμε να φτιάξουμε με τις δικές μας δυνάμεις δεν είναι καλό. Είναι ημιτελές. Χωρίς την αναφορά στο πρόσωπό Του. Χωρίς Του να Του επιτρέψουμε να μπει στη ζωή μας με τις θεανδρικές Του ενέργειες. Η υπέρτατη στιγμή του ανοίγματος του καθενός μας είναι η στιγμή του θανάτου μας.
Είναι η υπέρτατη στιγμή του ανοίγματος. Είναι η ύστατη στιγμή και είναι η ύστατη ευκαιρία. Νομίζω ότι θα είμαστε πιο σωστοί να πούμε ότι είναι η ύστατη ευκαιρία που έχουμε για τη διάνοιξη του εαυτού μας ο θάνατος μας.

Και δείτε σήμερα πάλι στη γιορτή της μεταμορφώσεως ο Χριστός μας μιλούσε με τους προφήτες για την έξοδό Του. Δηλαδή για το θάνατό Του. Η έξοδος είναι ο θάνατος.

Η κένωση του Χριστού ολοκληρώθηκε τη στιγμή όχι της σταύρωσής Του αλλά τη στιγμή της εκπνοής της ψυχής του. Τη στιγμή του θανάτου του πάνω στο σταυρό. Και ο θάνατος του καθενός μας είναι από αυτή την έννοια μίμηση  του θανάτου του Χριστού.

Πρέπει να δούμε στο θάνατό μας την ευκαιρία να συμπλησιάσουμε με τον Χριστό σε αυτή τη διαδικασία της κένωσης. Ο θάνατος είναι η κένωση. Γιατί σκέφτομαι ότι η κένωση του ανθρώπου είναι που επιτρέπει στον Παντοδύναμο Θεό να συνεργήσει με τον άνθρωπο.
Έχουμε την κένωση του Θεού από τη δόξα Του για να γίνει άνθρωπος αλλά πρέπει και ο άνθρωπος να κενωθεί από την κατ’ άνθρωπο δύναμη του για να συνεργαστεί με τον Παντοδύναμο Θεό. Τον ταπεινό και τον Παντοδύναμο Θεό. Υπάρχει δηλαδή φαίνεται μία μυστική πνευματική συμπληρωματικότητα ανάμεσα στην ανθρώπινη αδυναμία και στην θεϊκή Παντοδυναμία.
Και ο άνθρωπος δεν μπορεί να μπει σε σχέση με την Παντοδυναμία του Θεού πριν ελευθερωθεί από τον Παντοδύναμο ψευτοείδωλό του, τον επίκτητό του εαυτό πριν ανακαλύψει το τίποτα που είναι χωρίς τον Χριστό του. Εκείνη τη στιγμή δίνει την ευκαιρία στον Χριστό να τον σώσει. Άρα αυτό το άνοιγμα του ανθρώπου προς τον Χριστό είναι το άνοιγμα προς το ζητούμενο της ενότητας.
Το άνοιγμα είναι η προϋπόθεση της ενότητας. Γιατί το άνοιγμα μας επιτρέπει να χωρέσουμε τον άλλο μέσα μας. Το άνοιγμα επιτρέπει να χωρέσουμε τον Χριστό μέσα μας
Να κάνουμε τόπο γι' αυτόν. Το άνοιγμα επιτρέπει να χωρέσουμε τον συνάνθρωπό μας μέσα μας, να κάνουμε τόπο γι' αυτόν. Με το να ανοίξει ο εαυτός μας ώστε να χωρέσουμε τον άλλο μέσα μας, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ενότητα όλων. Και για την αποκατάσταση της ορθής τάξης του κόσμου, που είναι η ενότητα, την οποία χάσαμε με την πτώση.
Ο Χριστός ήρθε για να αποκαταστήσει την ενότητα του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του, πρώτα του ανθρώπου με τον Θεό, του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του και του ανθρώπου με ολόκληρη τη δημιουργία. Με ολόκληρη την πλάση. Με ολόκληρη την πλάση.

Αλλά ενότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την προϋπόθεση της πίστης και ενότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την προϋπόθεση της πίστης που είναι η ταπείνωση. Μήπως ο Χριστός μας καλεί να πετύχουμε τα αδύνατα. Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές αυτά που μας λέει ο Χριστός να κάνουμε, μας ζητάει, για τους περισσότερους από εμάς μοιάζουν σκληρά λόγια.
Το καταλογίζουν του Χριστού, ας το πούμε έτσι, πολλοί άνθρωποι, ότι είναι ένας Θεός σκληρός, ότι είναι ένας Θεός άδικος. Τα ακούμε αυτά. Είναι ένας Θεός υπερτρυφερός, είναι ένας Θεός αγάπης, είναι ένας Θεός που μας αγκαλιάζει συνέχεια, είναι ένας Θεός που πονάει για μας μέσα στη δοκιμασία μας και που την δέχεται να την περάσουμε όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μας σώσει.
Αλλά εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε όλα αυτά, γιατί δεν έχουμε, κυρία Σαρογλίδου, το νου του Χριστού. Πρέπει να αποκτήσουμε νου Χριστού για να καταλάβουμε ότι ο λόγος του Χριστού δεν είναι σκληρός, αλλά είναι λόγος αγάπης και ότι είναι λόγος για να μας σώσει. Είναι λόγος για να μας πάρει μέσα στην αγκαλιά Του, για να μας κάνει παιδιά Του, για να μας βγάλει από το καθεστώς της δουλείας, για να μας κάνει τέκνα Του, να μας κάνει παιδιά Του, να μας κάνει αδελφούς Του, να μας κάνει σύνθρονούς Του, να μας κάνει μικρούς ανθρώπους.
Ο άνθρωπος κλήθηκε για ένα οντολογικό τέλος, για ένα σκοπό, που είναι υψηλότερο από αυτό των αγγέλων. Γι' αυτό λέμε στην Εκκλησία μας, «Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Το ανθρώπινο τέλος, το σκοπό δηλαδή της υπάρξεώς μας, τον πραγματοποίησε μετά τον Χριστό η Παναγία μας.
Και είναι υπερτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σαραφείμ. Για αυτή τη μορφή ζωής έχουμε κληθεί οι άνθρωποι. Και ο Χριστός μας καλεί συνεχώς και μας υποστηρίζει και μας βοηθάει για να πάμε σε αυτή τη μορφή της ζωής.
Δεν είναι εύκολο να γίνει αυτή η μετάβαση από την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, στην κατάσταση που θέλει να μας πάει ο Χριστός. Αυτή είναι η δυσκολία μας. Δεν είναι σκληρός ο λόγος του Χριστού.
Σκληρή είναι η κατάσταση στην οποία έχουμε πέσει σαν άνθρωποι μετά την πτώση και η ανάπλαση που θέλει ο Χριστός να μας κάνει εν Αγίω Πνεύματι για τον καθένα μας που περνάει πολλές φορές από διαδοχικά χειρουργεία. Όχι γιατί είναι κακός ο Θεός, αλλά γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί, αν δεν υποστεί κάποια χειρουργεία, να πραγματοποιήσει την ανάγκη της μεταμορφώσεώς του. Εν Αγίω Πνεύματι που γίνεται μέσα στην Εκκλησία.
Οι σχέσεις των ανθρώπων σήμερα και η σχέση τους με τον Χριστό είναι σχέσεις που διακρίνονται από μια ψυχική παραλυσία. Η θεραπεία αυτής της παραλυσίας... Οι σχέσεις μας διακρίνονται από μια κλειστότητα.
Σωστά το λέτε, κύριε Σαρογλίδου. Ο καθένας κλεισμένος στον μικρό κόσμο του και το ζήτημα είναι πώς θα ανοίξουμε με αυτό το μικρό κόσμο και θα συναντηθούμε ένας με τον άλλο. Με το Θεό μας, με τον Τριαδικό Θεό και μεταξύ μας. Οπότε ο κανόνας είναι η κλειστότητα. Το τέλος της ανθρώπινης ζωής είναι το άνοιγμα. Να ανοίξουμε στο Θεό και να ανοίξουμε μεταξύ μας. Να πραγματοποιήσουμε το λόγο για τον οποίο ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο.
Τι καλύτερα να αφήσουμε το Χριστό να πραγματοποιήσει μέσα μας το λόγο για τον οποίο επέτρεψε να έρθουμε σε αυτόν τον κόσμο. Μας έστειλε, εδώ. Επομένως, το άνοιγμα της καρδιάς, εν τέλει, έχει να κάνει με το πώς η πίστη και η αγάπη προσερχόμαστε στις σχέσεις μας. Η αγάπη, είπαμε, είναι βαθμίδα πίστεως. Όσο περισσότερο εμπιστευόμαστε τον άλλον, τόσο περισσότερο τον αγαπάμε. Τον αγαπάμε γιατί τον εμπιστευόμαστε.
Τον αγαπάμε γιατί τον εμπιστευόμαστε και θέλουμε να του παραδοθούμε. Τον αγαπάμε γιατί τον εμπιστευόμαστε και θέλουμε να του παραδοθούμε γιατί αναγνωρίζουμε ότι χωρίς αυτόν είμαστε λειψοί. Μας λείπει ο άλλος. Ο αδελφός μας μάς λείπει. Θέλουμε να συνδεθούμε με όλους γιατί και ένας να μας λείπει είμαστε λειψοί άνθρωποι. Και αυτό το κάνει ο Χριστός μας, εν Αγίω Πνεύματι μέσα στην Εκκλησία. Θέλει να τους κερδίσει όλους.
Και ήρθε στον κόσμο και προσευχήθηκε στον Πατέρα Του για την ενότητα όλων. Και θέλει να μας κερδίσει όλους. Για την υγεία του Εκκλησίας.
Είμαστε ορφανοί στον βαθμό που αναγνωρίζουμε ότι έστω και ένας άνθρωπος είναι απέναντί μας και δεν είναι κομμάτι της καρδιάς μας. Κάθε φορά που βλέπουμε, που αναγνωρίζουμε μέσα μας με κάποιον έχουμε μια δυσκολία σχέσης εκείνη την ώρα πρέπει να δουλέψουμε με τον εαυτό μας και να ζητήσουμε από τον Χριστό μας αυτός που είναι απέναντί μας να γίνει κομμάτι του εαυτού μας. Γιατί είναι κομμάτι του σώματος του Χριστού.
Και χωρίς Αυτόν μας λείπει και ο Χριστός, μας λείπει και ο εαυτός μας. Χωρίς Αυτόν που είναι ο εχθρός μας που τον αναγνωρίζουμε ως εχθρό μας, μας λείπει και ο Χριστός, μας λείπει και ο εαυτός μας. Όσο πιο πολλούς εχθρούς βλέπουμε τόσο λιγότερο Χριστό αντικρίζουμε.
Ναι. Το βλέπουμε και στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη αυτό.

Το βλέπουμε στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Ο Χριστός στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη μας μαθαίνει μέσω της παραβολής αυτής, μας μαθαίνει ότι δεν αρκεί να αναγνωρίσουμε στον άλλο τον πλησίον μας, πρέπει εμείς να γίνουμε ο πλησίον του καθενός. Αυτό ας το πάμε βαθύτερα. Όταν αναγνωρίζουμε σε κάποιον, αυτό τι μας διδάσκει, ότι όταν αναγνωρίζουμε σε κάποιον, βλέπουμε σε κάποιον ότι δυσκολευόμαστε να υπάρξουμε μαζί του, πρέπει εμείς να τον κάνουμε μέσα μας αδελφό μας. Ο εχθρός μας, για να πάψει να είναι εχθρός, πρέπει να γίνει μέσα μας αδελφός. Μεγάλο στοίχημα αυτό. Πάντα δυνατά εν Αγίω Πνεύματι. Αλλά γι' αυτό τον τρόπο ζωής ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, ώστε να μην υπάρχουν σύνορα έχθρας ανάμεσα στους ανθρώπους, που μας χωρίζουν από τον Χριστό και από το βαθύ μας εαυτό.
Μιλήσαμε για τη σπουδαιότητα των δοκιμασιών στη ζωή μας και για τη διάνυξη του εαυτού μας. Τι συμβαίνει όμως με όλες αυτές τις φανερές και αφανείς ευεργεσίες, που γίνονται σε εμάς καθημερινά.
Τις νιώθουμε ως τέτοιες, τις βλέπουμε σαν έναν άλλο δρόμο ανοίγματος. Είναι ο βασιλικός δρόμος ανοίγματος και θα έπρεπε να είναι, κυρία Σαρογλίδου, ο βασιλικός δρόμος ανοίγματος για τον άνθρωπο. Δεχόμαστε καθημερινά ευεργεσίες, είτε είμαστε πιστοί, είτε είμαστε άπιστοι.
Όλοι οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο δέχονται τις ευεργεσίες του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. Στην κάθε τους μέρα, … στιγμή. Το θέμα είναι την επιτυχία, την ευλογία που έχουμε μέσα στην ημέρα μας, μέσα στη στιγμή που ζούμε, την αξιοποιούμε για να μπούμε σε έναν δρόμο αναζήτησης και σχέσης με τον πραγματικό Θεό. Την αναγνωρίζουμε την πηγή της. Αναγνωρίζουμε την πηγή της.
Είμαστε ανοιχτοί σε αυτή την πηγή της. Ψάχνουμε να συναντηθούμε με αυτή την πηγή. Εγώ για παράδειγμα, έχω την ευλογία από τον Θεό και από τον Δεσπότη μου να υπηρετώ σε μία γαλλόφωνη ενορία στις Βρυξέλες.
Και βλέπω ανθρώπους που δεν έχουν, που δεν είχαν τα προηγούμενα χρόνια μια σχέση με τον Τριαδικό Θεό. Πολλοί που προέρχονται από άλλες θρησκείες. Κάποια στιγμή γίνεται ένα κλικ μέσα στην καρδιά και στο μυαλό τους και αρχζουν να ψάχνονται προς τη μεριά της Ορθοδοξίας.
Και έχω δει και αυτοί χτυπάνε την πόρτα της ενορίας μας. Και στέλνουν ένα mail για να γνωρίσουν τον Χριστό μέσα από την Ορθοδοξία. Και κάθε ένας άνθρωπος που έρχεται εκεί είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Είναι ένας άνθρωπος που φτάνει στο κατώφλι του ναού κουβαλώντας προηγούμενες απογοητεύσεις. Συνήθως κουβαλώντας προηγούμενες απογοητεύσεις ή κουβαλώντας τη δίψα της ψυχής του που δεν έχει συναντηθεί ακόμα με τον πραγματικό Θεό. Και που δεν έχει ξεδιψάσει σ' άλλες πνευματικότητες.
Και κάποια στιγμή γίνεται το κλικ μέσα του ότι πρέπει να ψάξει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ότι αλλιώς δεν αντέχεται αυτή η ζωή. Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει.
Κάτι άλλο πρέπει να υπάρχει. Κάποιος άλλος πρέπει να υπάρχει. Ναι.
Σιγά σιγά καλλιεργείται μέσα από τα ευχάριστα ή τα δυσάρεστα. Ανακαλύπτουμε σιγά σιγά ότι υπάρχει ένας βαθύτερος εαυτός μας που διψάει για την αλήθεια της συνάντησης με τον πραγματικό Θεό. Αυτό δεν είναι.;
Δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο για όλους τους ανθρώπους.
Βέβαια. Δεν γίνεται στον ίδιο χρόνο για όλους τους ανθρώπους. Αλλά υπάρχει μέσα μας αυτή η δίψα της συνάντησης με τον πραγματικό Θεό γιατί υπάρχει μέσα μας ο βαθύς εαυτός που έχει φτιαχτεί κατ' εικόνα του Χριστού. Είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί είτε όχι, είτε ανήκουμε στην ορθοδοξία είτε σε άλλες θρησκείες, υπάρχει ένας βαθύς εαυτός που διψάει για τον Χριστό έστω και αν δεν τον ξέρουμε ακόμα και δεν τον έχουμε ανακαλύψει. Και αυτή η ανάγκη μέσα μας είναι η πνευματική ανάγκη, είναι η ανάγκη της θεανθρωπινότητος μας.
Κάθε άνθρωπος σε όλο τον κόσμο έχει έρθει σε αυτή τη ζωή με την ανάγκη της θεανθρωπινότητος. Δεν το γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι ακόμα. Και ο Χριστός έχει τους τρόπους του και την πρόνοια του, τη γενική και την ευχή λέμε στην Εκκλησία μας για τον καθέναν άνθρωπο.
Αλλά το ζητούμενο είναι για τον καθέναν μας να έρθουμε σε επικοινωνία με αυτή την ανάγκη. Πρώτα να την αισθανθούμε μέσα μας και μετά να αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε προς ποια κατεύθυνση αυτή η ανάγκη μπορεί να ικανοποιηθεί. Αυτοί οι άνθρωποι που υποπτεύονται ότι αυτή η ανάγκη μπορεί να ικανοποιηθεί στην Ορθοδοξία έρχονται αυτοί που χτυπάνε την πόρτα αυτής της γαλλόφωνης ενορίας την οποία υπηρετώ.
Και είναι άνθρωποι από διαφορετικά περιβάλλοντα εργασιακά, κοινωνικά, εθνικά, θρησκευτικά, μορφωτικά. Και εκεί βλέπει κανείς την πράξη ότι υπάρχει η πνευματική ανάγκη του ανθρώπου. Για να συναντηθεί με τον Χριστό.
και ότι αυτή η ανάγκη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτός Εκκλησίας. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στην πληρότητα εις αυτή η ανάγκη εκτός Εκκλησίας, εκτός των μυστηρίων, εκτός του σώματος του Χριστού που είναι η Εκκλησία.
Γιατί ενωνόμαστε με τον Χριστό γινόμαστε μικροί θεάνθρωποι, πετυχαίνουμε τον οντολογικό μας στόχο με τη συνάντησή μας με τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Δεν Τον έχουμε φυσικά δίπλα μας όπως τον είχαν οι Άγιοι Απόστολοι. Ο Χριστός το είπε αυτό, ότι θα έρθει η ώρα που οι άνθρωποι θα με γνωρίσουν με άλλο τρόπο και όχι όπως εσείς με γνωρίζετε
Και αυτός ο τρόπος που γνωρίζουμε τον Χριστό Αγίο Πνεύμα Τη σήμερα μέσα στην Εκκλησία Του είναι πολύ ανώτερος από το φυσικό τρόπο να αγγίξουμε το χέρι Του όπως το έκανε ή την πληγή Του ή όπως έκανε ο Θωμάς. Γι' αυτό είπε ο Χριστός, μακάρι αυτοί που θα με γνωρίσουνε Αγίω Πνεύματι. Όχι γιατί αυτό που έκανε ο Θωμάς δεν έχει αξία.
Έχει μια αξία για τον ίδιο και για όλους, για όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών. Αλλά γιατί το να γνωρίσουμε τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι μας βάζει σε άλλο τρόπο επικοινωνίας μαζί Του. Μας βάζει στην ένωση μαζί Του εν Αγίω Πνεύματι μέσα στην Εκκλησία και στην ένωση με τον Πατέρα Του τον Ουράνιο δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Γιατί η ταπείνωση του Χριστού είναι τέτοια που μας σολαβεί για να ενωθούμε με τον Πατέρα Του. Ο ίδιος γίνεται το μέσο για να ενωθούμε με τον Πατέρα Του Αγίο Πνεύμα Τη. Μας παίρνει από το χέρι και μας πάει κοντά Του.
Μας παίρνει από το χέρι, να το πούμε έτσι, παιδικά, μας παίρνει από το χέρι και μας συνδέει ο ίδιος μέσω του σώματός Του με τον Πατέρα Του εν Αγίω Πνεύματι και μπαίνουμε μέσα στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Αυτή είναι ανάγκη που έχουν όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης είτε τη γνωρίζουν αυτή την ανάγκη είτε όχι. Μερικές προσπαθούν να την ικανοποιήσουν με άλλους τρόπους αλλά πραγματικά και ολοκληρωτικά δεν πραγματοποιείται παρά μόνο εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Για τους ανθρώπους λοιπόν που έρχονται στο κατώφλι του ναού στο Βέλγιο και έρχονται από διάφορους άλλους δρόμους, αναζητήσεις πνευματικές από άλλες πνευματικές παραδόσεις η πρόταση της Ορθοδοξίας είναι μια πρόταση οντολογική και συγχρόνως είναι και μια πρόταση αλλαγής όλου του καθημερινού τους βίου. Όλες τις διαχειρίσεις του χρόνου τους και του τρόπου που ζουν μέσα σε αυτό το χρόνο. Πώς αντιμετωπίζουν λοιπόν οι άνθρωποι αυτή την πρόταση στην αρχή τουλάχιστον είναι ένα σοκ για αυτούς είναι μια καλοδεχούμενη δοκιμασία. Είναι μια πηγή χαράς που δεν την είχαν αντιληφθεί πριν παρά τις δυσκολίες της.
Έρχονται στην Ορθοδοξία παντού οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο κ. Σαρογλίδου γιατί δεν ικανοποιούνται στις δικές τους πνευματικές παραδόσεις και ψάχνουν κάτι άλλο, ψάχνουν σχέση με ζωντανό Θεό και αυτή η σχέση με τον ζωντανό Θεό δεν έχει εκπληρωθεί, αυτή η σχέση μέσα στην πνευματική παράδοση την οποία ζουν. Αλλά αυτός που είναι ζωντανός Θεός τους παιδαγωγεί και τους οδηγεί, τους πηγαίνει προς τα εκεί που μπορούν να ικανοποιηθούν, προς τα εκεί που μπορούν να Του συναντήσουν προς τα εκεί που είναι η Εκκλησία Του, οπότε οι άνθρωποι που έρχονται στην Ορθοδοξία, που μας πλησιάζουν θέλουν να μπουν σε σχέση με ζωντανό Θεό και ήδη έχουν αρχίσει να είναι σε αυτή τη σχέση με τον ζωντανό Θεό. για να χτυπήσουν το κατώφλι της πόρτας μας δεν έρχονται άνθρωποι που δεν έχουν κάνει μία προετοιμασία μέσα τους, συνήθως δύο-τρία χρόνια να το πω έτσι, δουλεύει μέσα τους αυτό το ερώτημα, δουλεύει το ερώτημα και δουλεύει αυτή η ανάγκη που παίρνει χρόνο, τους παίρνει χρόνο και χρειάζεται χρόνο επώασης για να φτάσουν να χτυπήσουν την πόρτα ενός Ορθόδοξου Ναού σε μία χώρα που δεν είναι Ορθόδοξη βέβαια.

Βέβαια έχει μεγάλη διαφορά εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε ούτε μπορούμε να μπούμε στο βάθος του τι έχει γίνει στη ψυχή του καθενός για να φτάσει και να χτυπήσει την πόρτα ενός Ορθόδοξου Ναού. Όταν όμως μας έρχεται βλέπουμε ότι αυτός ο άνθρωπος αναγνωρίζουμε αν είναι έτοιμος για να γίνει κατηχούμενος ή όχι, αλλά πια και τις περισσότερες περιπτώσεις βλέπουμε ότι είναι για να γίνει κατηχούμενος τον προτείνουμε στον Δεσπότη μας και εκείνος δίνει την ευλογία για τον χρόνο κατήχησης που θα χρειαστεί.
Αλλά ο χρόνος της επώασης στα πνευματικά πράγματα είναι, είναι κάτι το εντυπωσιακό και έχει να κάνει με το τι γίνεται μέσα στη ψυχή του καθενός μας εν Αγίω Πνεύματι, τις ζυμώσεις εμένα μου συνέβηκε στο νοσοκομείο για παράδειγμα του Σενλίκ που εξυπηρετώ ως ιερέας Ορθόδοξος, να με καλέσει πριν από χρόνια ένας Έλληνας αλλά που είχε μεγαλώσει στο Βέλγιο και περισσότερο μιλούσε γαλλικά παρά ελληνικά μεγάλης ηλικίας, ο κ. Γιώργος και είχε μπει για να κάνει μία επέμβαση στο νοσοκομείο και έμαθε ότι υπάρχει ο Ορθόδοξος ιεράς και με κάλεσε. Αυτό πρέπει να ήταν πριν από 3-4 χρόνια και εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία να του πω για το μυστήριο της εξομολογήσεως και για τη μετάνοια και μου λέει, κατάλαβα ότι ήταν λίγο αρνητικός, δεν τα χρειάζομαι … αυτά και τέτοια κάπως έτσι κατάλαβα ότι δεν επέμεινα εγώ είπα αυτό που είχα να πω, γιατί κατάλαβα ότι ο άνθρωπος αυτός φώναξε έναν ιερέα αλλά δεν είχε ποτέ εξομολογηθεί στη ζωή του. Και πριν από δύο μήνες περίπου που ξαναμπήκε για μια μακρά νοσηλεία στο ίδιο νοσοκομείο ξαναφώναξε και πήγα να δω ποιος είναι και ήταν αυτός, αυτός ο άνθρωπος ήθελε να εξομολογηθεί και ήθελε να μεταλάβει. Και έκανε μια πολύ καλή εξομολόγηση και του πήγα όταν έκρινε ότι έπρεπε να πάω τα τίμια δώρα στο νοσοκομείο να μεταλάβει.
Βλέπετε ότι κάτι που λέμε μπορεί να χρειαστεί τρία τέσσερα χρόνια για να λειτουργήσει σε έναν άνθρωπο και να έρθει μετά από τρία τέσσερα χρόνια ένας άνθρωπος δεν έχει εξομολογηθεί ποτέ να ζητήσει να εξομολογηθεί και να αξιωθεί της Θείας Μεταλήψεως. Κάτι αντίστοιχο γίνεται με τους κατηχούμενους που έρχονται στον ορθόδοξο ναό.
Έχει γίνει μια προεργασία, … μέσα τους και έρχονται εκεί ναι είναι αυτό που λέτε ο χρόνος ας πούμε που δουλεύει μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου δεν ξέρεις αυτό, δεν ξέρεις ,και βγάζουμε και πολύ εύκολα συμπεράσματα βγάζουμε.

Δεν ξέρεις τι θα γίνει. Να σας πω κάτι άλλο. Στο ίδιο νοσοκομείο ήρθε μια καθολική, η Μονίκ και με βρήκε στο δωματιάκι που ήμουνα και μου λέει μπορείτε να έρθετε στο δωμάτιο να μιλήσετε λίγο με τον σύζυγό μου. Πληροφορήθηκα ότι ο σύζυγός της ήταν Ρωμαιοκαθολικός αλλά δεν είχε ποτέ ούτε δεν είχε στο παρελθόν σαν παιδί αλλά από ένα σημείο και έπειτα εγκατέλειψε εντελώς την εκκλησία την Ρωμαιοκαθολική και μου λέει ελάτε σας παρακαλώ. Λέω γιατί δεν απευθύνεστε αφού είσαστε Ρωμαιοκαθολικοί γιατί δεν απευθύνεστε στον Ρωμαιοκαθολικό ιερέα που είναι στο νοσοκομείο; Μου λέει δεν θέλει, θέλει ο Ορθόδοξος. λέω πάμε. και ανεβαίνω στο δωμάτιο αυτός ο άνθρωπος έχει πάρει την απόφαση να κάνει ευθανασία.

Το συζητάμε τώρα το θυμήθηκα πάνω στο θέμα του ανοίγματος που είναι το θέμα της συζήτησης μας σήμερα μου ανακοινώνει ξαφνικά ήμουν μπροστά του και μου ανακοινώνει ότι θέλει να κάνει ευθανασία και ότι έχει υπογράψει στο χαρτί ήταν πολύ πρόσφατος ο χρόνος της εκδημίας της πρεσβυτέρας μου και την ώρα που ήμουν μπροστά του κρατώντας του το χέρι δεν ξέρω πως έγινε εκείνη τη στιγμή άρχισα απλώς να κλαίω μπροστά του κρατώντας του το χέρι και βλέπω δεν μπορούσα να συγκρατήσω την συγκίνησή μου και βλέπω σιγά σιγά ότι αρχίζει να κλαίει και αυτός και μείναμε εκεί να κλαίω εγώ και να κλαίει και αυτός τον χάιδεψα στο κεφάλι τον σταύρωσα τους χαιρέτησα και τους δύο και έφυγα. και μετά περίπου δέκα μέρες με παίρνει τηλέφωνο η Μονικ, η σύζυγός του να με ευχαριστήσει και να μου πει, πάτερ ο σύζυγός μου δεν έφυγε με ευθανασία έφυγε κανονικά και δεν χρειάστηκε να κάνουμε ευθανασία. Το λέω γιατί εκείνη την ώρα πραγματοποιήθηκε το άνοιγμα της ψυχής αυτού του ανθρώπου και το δικό μου το άνοιγμα γιατί μια σχέση πνευματική είναι σχέση διπλού ανοίγματος. Βέβαια είναι μια ευκαιρία ο ένας να μπει μέσα στον άλλον με την ενσυναίσθηση ενώθηκαν τα δάκρυά σας ενώθηκαν τα δάκρυά μας και ο Θεός έκανε αυτό που ήθελε να κάνει μέσα από αυτή τη συνάντηση του ανοίγματος χωρίς να πούμε πολλά λόγια.

Αυτό πολλές φορές δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Δηλαδή έχω κατά νου περιπτώσεις που κυρίως σε στιγμές μεγάλου πόνου που ο παρηγορητικός ας το πούμε λόγος ακόμα και της Εκκλησίας μας μπορεί να ακουστεί πολύ λίγο. Υπάρχουν αυτές τις στιγμές που η σιωπή είναι τόσο εύγλωττη και τόσο είναι μια σιωπή πονόψυχη, ναι και ο άνθρωπος καταλαγιάζει με αυτό. Ναι έχει ανάγκη ο άνθρωπος όχι να το μιλήσουμε με το λόγο, έχει ανάγκη να του μιλήσει η ψυχή μας έχει ανάγκη να νιώσει ότι μοιραζόμαστε την δυσκολία του έχει ανάγκη να ξεφορτώσει λίγο από την δυσκολία του πάνω μας και εμείς μοιραζόμενοι αυτή την δυσκολία του άλλου να αντιμετωπίσουμε και την δικιά μας δυσκολία. Γιατί κάθε φορά που μοιραζόμαστε την δυσκολία του άλλου ανακουφίζεται και η δικιά μας δυσκολία, ναι η αυτή η ψυχοθεραπευτική λειτουργία εμπλέκει όλα τα μέρη βέβαια, δεν είναι μονομερής δεν είναι μονομερής και είναι καθαρτική για όλα τα μέρη. Τουλάχιστον από ποιμαντικής απόψεως και δεν χρειάζεται, σωστά το λέτε, πολλές φορές έτσι, να μιλήσουμε να τον ακούσουμε να τον κρατήσουμε το χέρι να κλάψουμε μαζί του να μπούμε στην οδύνη του και να την κατανοήσουμε ως δικιά μας οδύνη. Και όταν κατανοήσουμε την οδύνη του άλλου ως δικιά μας οδύνη και τη βιώσουμε έτσι αυτός ανακουφίζεται χωρίς να πούμε τίποτα. Ναι, ο πόνος του πόνος μας, ο πόνος του πόνος μας. όσο μπορούμε, και όσο χωράμε.

Η σιωπή είναι η γλώσσα των αγγέλων και είναι η γλώσσα της όγδοης ημέρας και είναι ο τρόπος της επικοινωνίας, θα είναι ο τρόπος αν θέλει ο Κύριος να μας αξιώσει, ο τρόπος για να επικοινωνούμε όλοι μας αιωνίως μέσα σε αυτήν την εκκωφαντική εορτινή σιωπή όπου θα υπάρχουμε όλοι με όλους όταν θα έχουν τελειώσει όλες οι προσευχές, θα έχουν βρει το τέλος τους δηλαδή το σκοπό της ύπαρξής τους θα έχουν βρει οι προσευχές το σκοπό της ύπαρξής τους. Όταν η δοξολογία μας προς τον Θεό θα είναι η κατάσταση του πνεύματός μας, όχι το τραγούδι αλλά η κατάσταση του πνεύματός μας σε μια μόνιμη ανοιχτότητα, δοξολογική και ευχαριστιακή της θεϊκής παρουσίας που καταυγάζει τα πάντα, τα αγκαλιάζει τα πάντα με την αγάπη της και που εμείς θέλουμε μονίμως να μείνουμε ανοιχτοί σε αυτό το ρεύμα που μας συνεπαίρνει και που θέλει να μας μεταμορφώσει. Όπως σήμερα γιορτάσαμε την εορτή της μεταμορφώσεως του Κυρίου μας.

Ευχαριστούμε πραγματικά πάρα πολύ για αυτή τη συνομιλία. Εγώ σας ευχαριστώ κυρία Σαρογλίδου για την ευκαιρία που μου δώσατε και ευχαριστώ το Αντίφωνο που μας φιλοξένησε και τον ωραίο αυτόν εδώ χώρο των Αγίων Αναργύρων. Να είστε καλά.

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΣΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΑΝΟΙΓΜΑ.


Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΗ ΓΕΥΣΗ ΟΜΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Σας φέρνω σαν παράδειγμα τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό∙ αυτόν τον ένα, τον μέγα, τον σίφουνα, ο οποίος κατέβηκε στο κήρυγμα μια στιγμή, που όλος ο κόσμος είχε απογοητευθή∙ κι έσωσε τον ελληνισμό, εκείνη την περίοδο την δύσκολη, που χωριά ολόκληρα είχαν εξισλαμισθή. Ήταν ένας άνθρωπος απλός, αδύναμος, θα έλεγα δειλός, γι’ αυτό ήταν πάντολμος κι έλεγε: “Εγώ, αδελφοί μου, δεν είμαι ικανός, όχι να σας μιλήσω, αλλά ούτε να προσκυνήσω τα ποδάρια σας, γιατί βλέπω ότι είστε βαπτισμένοι και μυρωμένοι. Αλλ’ επειδή βρίσκεται το γένος μας σ’ αυτήν την ανάγκη, γι’ αυτό είπα να κατέβω κάτω και να πω μερικά λόγια∙ ό,τι ξέρω”.
Έλεγε πάλι: “Κοιτάξτε, δεν έχω τίποτε δικό μου∙ ένα ράσο έχω κι αυτό το έχω για σας∙ όλα ό,τι έχω είναι για σας. Κι έχω ένα σκαμνί, στο οποίο πατώ επάνω∙ και το σκαμνί αυτό, άλλοι το λένε θρόνο, άλλοι το λένε σκαμνί. Να σας πω τι είναι; Δεν είναι ούτε σκαμνί, ούτε θρόνος, αλλά είναι ο τάφος μου∙ και μέσα από αυτόν τον τάφο μιλάει ο νεκρός εαυτός μου. Κι αν εγώ δεν μπορώ να σας πω τίποτε, με σώζει αυτός, που μπορεί να διδάξη όλη την οικουμένη, τους αρχιερείς, τους βασιλείς και όλο τον κόσμο”.
Εδώ φαίνεται η παρουσία του ανθρώπου δια της ορθοδόξου Εκκλησίας. Γιατί δεν ήταν ένας καλόγερος, αλλ’ ήταν ένας αληθινός άνθρωπος και δι’ αυτού μιλούσε όλη η Εκκλησία. Δεν έκανε αυτός νεωτερισμούς, δεν έλεγε εξυπνάδες, αλλά δι’ αυτού μίλησε όλη η παράδοσι. “Είμαι αδύνατος και ανίκανος να φιλήσω τα ποδάρια σας”, κι από την άλλη μεριά: “Ο νεκρός εαυτός μου μπορεί να διδάξη όλον τον κόσμο”. Αυτή είναι η δύναμι της πίστεως μας.

π. Ν. Λουδοβίκος: O μόνος Ευρωπαϊκός λαός που έχει αρνηθεί τον εαυτό του

https://www.youtube.com/watch?v=5qJof7Oqdso&list=PLCjT9ILXi93w-AW5LYulHmkpZFlEgCbnI&index=29