Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Με ποιο τρόπο ο βυζαντινός εκκλησιαστικός ανθρωπότυπος έγινε και σύγχρονος κοσμικός

Πολυμερώς και πολυτρόπως


Στέλιος Ράμφος (1939-2026): Ο βαθύς ανατόμος της ελληνικής ψυχής

Με αφορμή την απώλεια του γνωστού στοχαστή και φιλοσόφου Στέλιου Ράμφου, το ιστολόγιό μας φιλοδοξεί να φιλοξενήσει μια σειρά από μελετήματα, τα οποία θα επιχειρήσουν με κριτικό τρόπο να φωτίσουν και να συζητήσουν πτυχές του πολύπλευρου έργου, το οποίο καταπιάνεται με όλα σχεδόν, τα πεδία του θεωρητικού και όχι μόνον στοχασμού (φιλοσοφία, θεολογία, κοινωνιολογία, ψυχανάλυση, πολιτική, κ.ά.) και το οποίο με τον ένα ή τον άλλον τρόπο υπήρξε συχνά “σημείον αντιλεγόμενον” στη δημόσια αρένα των ιδεών.

Καλή ανάγνωση


Ο αείμνηστος Στέλιος Ράμφος δημιούργησε, χωρίς υπερβολή, ένα big-bang ιδεών, με πολύπλευρη εμβέλεια, που θα μας απασχολεί εποικοδομητικά για δεκαετίες.

Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του αφιερώματος, επιλέγω να αναπτύξω περισσότερο μια πτυχή για την οποία είχα μιλήσει, για πρώτη φορά, σε συζήτηση μαζί του το 2013 (στο εξής τα αποσπάσματα στα οποία δεν αναφέρεται πηγή είναι ειλημμένα από το κείμενο της συζήτησης).[1] Αφορούσε σε μια εναλλακτική υπόθεση σχετικά με τις απώτατες εκκλησιαστικές αιτίες της παθολογίας του σύγχρονου νεοέλληνα. Όπως είναι γνωστό, μελετώντας ο Ράμφος τα «φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού» κατέπληξε και σόκαρε τον χώρο και των θεολόγων και ευρύτερα των πιστών. Επρόκειτο για οιονεί επαναστατική άποψη, η οποία εισήγε, στο συστηματικά απηρτισμένο κατά τις τελευταίες δεκαετίες εννοιολογικό σύστημα της θέωσης, ανθρωπολογικές παραμέτρους, και μάλιστα νεωτερικές. Το να ανακαλύπτει κανείς αρνητικά πρόσημα στον φιλοκαλικό ανθρωπότυπο ήταν, και είναι, τολμηρό.

Και όμως, προσωπικά συγκλίνω προς πολλές από τις ανακαλύψεις του. Ανεξάρτητα από την υψηλή και εγνωσμένη αγιότητα των προσώπων-φορέων, είναι σαφές ότι το φιλοκαλικό σύμπαν έχει την αφετηρία του σε ένα άλλο ανθρωποείδωλο.[2] Αναμφίβολα εφαρμόζεται στον ανθρωπότυπο κάθε εποχής και έτσι πάντοτε θα καθιστά το ιδεώδες της αγιότητας εφικτό, όμως η διαχρονικότητά του απαιτεί και ανάλογες προσαρμογές και ρυθμίσεις, έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη και η εκάστοτε ανθρωπολογία.

Επιπλέον, αυτονόητο είναι ότι για να έχω την «πολυτέλεια» μιας διαφοροποιημένης εκδοχής χρειάσθηκε να επωφεληθώ από τον μόχθο του Ράμφου. Έπρεπε πρώτα να τάμει καινούργια οδό, προγενέστερη της Τουρκοκρατίας, σχετικά με την προέλευση των νεοελληνικών παθολογιών, ουσιαστικά δηλαδή να πρωτοτυπήσει ως προς το μονοπάτι έρευνας και με πειστικό τρόπο να αναλύσει για πρώτη φορά πώς το, πολύτιμο κατά τα άλλα, φιλοκαλικό ήθος ξετυλίχθηκε με τρόπο που δεν επέτρεπε την εξατομίκευση. Δεδομένης, μάλιστα, της βίαιης στατικότητας την οποία επέφερε στη συνέχεια η Τουρκοκρατία, ο Νέος Ελληνισμός (κυρίως δε ο θρησκεύων) στάθηκε ανήμπορος να διαλεχθή με τα προτάγματα της Νεωτερικότητας.

Περιληπτικά αυτή υπήρξε η θέση του ακάματου ευρυμαθούς στοχαστή μας, τεκμηριωμένη εξαντλητικά στο «αδιανόητο τίποτα».[3] Οι παθολογίες στις οποίες εκβάλλει η καθήλωση ως προς την αντιμετώπιση του χρόνου, έχουν σήμερα διαποτίσει όλες τις μορφές της ελληνικής δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. (Την Εκκλησία, φυσικά, θα έπρεπε επιπλέον να ανησυχήσει η επίπτωση ενός ανώριμου υποκειμένου στον τρόπο του θρησκεύειν).

Η δική μου παρέμβαση εδώ ας λειτουργήσει ως ένα δημιουργικό και ευλαβικό μνημόσυνο. Εισήγαγα σε εκείνη τη συζήτηση, λοιπόν, την υπόθεση του λατρευτικού άξονα, ως μαζικότερου σε σύγκριση με την οικείωση της Φιλοκαλίας, για το κοινό του Βυζαντίου. Έλεγα:

«Εξετάζοντας κανείς τα σημερινά δεδομένα και τις αλλοιώσεις που έχει υποστεί η ορθόδοξη λατρεία, πάει προς τα πίσω να βρει αιτίες και καταστάσεις, και μετά από διάφορους σταθμούς που κάνει στην Τουρκοκρατία και στο ύστερο Βυζάντιο, μπορεί νομίζω να τοποθετήσει τελικά την έναρξη των αλλοιώσεων στη μεσοβυζαντινή περίοδο… Αυτή είναι μία θέση που συμμερίζεται και ο Σμέμαν και νομίζω ότι χρωστάμε ανυπολόγιστα σε αυτόν τον άνθρωπο που από τη μια κατάφερε να κάνει τη λατρεία τόσο ζωντανή και αγαπητή πάλι στον άνθρωπο του 20ου αιώνα, και από την άλλη δεν δίστασε να μιλήσει για τις παραφθορές της, και μάλιστα να εντοπίσει αυτές μέσα στην καρδιά της Βυζαντινής εποχής, μια εποχή που κατά τα άλλα όλοι τιμούν.

…Έχει πια [τότε] μαζικοποιηθεί η λατρεία και όλη η κοινωνία είναι χριστιανική. Είναι μηδαμινό το ποσοστό των μη Χριστιανών μελών της αυτοκρατορίας, επομένως όλοι οι άνθρωποι εισήλθαν πλέον μέσα στο ναό. Δεν μπορούν να ισχύσουν αυτά που ίσχυαν κατά τους πρώτους αιώνες, για τάγματα μετανοούντων που είναι απ’ έξω, να ακούγονται οι ευχές κ.τ.λ. Οι ευχές δεν ακούγονται και για πρακτικούς λόγους (έχουν μεγαλώσει οι ναοί) αλλά και γιατί δήθεν δεν πρέπει να ακούν οι πάντες τις ευχές οπότε υψώνεται τέμπλο. Η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή μεταφέρθηκε από την είσοδο του ναού στο τέμπλο.

Έχουμε μια σειρά από εξελίξεις, οι οποίες εγκαθιστούν αυτό που ο Σμέμαν ονομάζει ως ‘μυστηριολογικό’ στοιχείο, όχι το μυσταγωγικό.[4] …Και βέβαια αυτός ο άξονας διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας, αυτός ο άξονας διδάσκεται και καλλιεργείται μερικές φορές εκτρεπόμενος και σε μαγικού τύπου λατρεία και βεβαίως μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα το μέλος του εκκλησιάσματος, ο πιστός, δεν έχει κανένα περιθώριο για εξατομίκευση».

Ως προς την επίγνωση όλων αυτών, είμαστε ακόμη πολύ πίσω. Αυτή η λατρευτική αλλοίωση, προφανέστατη πια σήμερα στους ιστορικούς και στους λειτουργιολόγους, δεν έχει καν εντοπισθή και αναγνωρισθή από τους σύγχρονους επισκόπους και ιερείς, μάλιστα δε κάποιος ιεράρχης αποκάλεσε την άποψη αυτή «καινοφανή αίρεση»! Λόγω του ενδιαφέροντός μου για τα λειτουργικά ζητήματα, καθώς και εξαιτίας της επί 9 χρόνια διδασκαλίας της Λειτουργικής κατ’ ανάθεσιν σε μελλοντικούς κληρικούς, ανέπτυξα ιδιαίτερη ευαισθησία για τις υπολανθάνουσες συνιστώσες της λατρείας και τις ανθρωπολογικές επιπτώσεις τους. Συνέχισα λοιπόν τη συζήτηση μνημονεύοντας τους δύο εκείνους άξονες, από την συμβολή και συνοδοιπορία των οποίων ονομάζεται η Εκκλησία:

«Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι δύο ειδών λεξιλόγια κυκλοφορούν μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, τα οποία δεν συναντιούνται σχεδόν ποτέ ώστε να γονιμοποιήσει το ένα το άλλο. Το ένα είναι το ασκητικό λεξιλόγιο, το οποίο μιλάει με όρους πνευματικής θεραπείας, το άλλο είναι το εκκλησιολογικό λεξιλόγιο που μιλάει για ευχαριστία, κοινότητα, μυστήρια.

Αυτά τα δύο δεν συναντώνται παρά μόνο όταν είναι να μιλήσουν για μυστήρια. Η μόνη γέφυρα μεταξύ τους είναι τα μυστήρια, αλλά αν κρέμεσαι μόνο από αυτή τη γέφυρα, κινδυνεύεις να ερμηνεύεις τα μυστήρια με τρόπο ‘θεραπευτικολογίας’, ιδρυματικό θα τον έλεγα εγώ. Και γι’ αυτό συμφωνώ με τις διαγνώσεις που κάνετε (ο Σ.Ρ.) για τα μυστήρια στις σελίδες 344-345 του ‘αδιανόητου τίποτα’. Αυτή η λατρευτική αλλαγή, συμβαδίζει με μια αλλαγή στην εκκλησιολογία πλέον, που είναι θέμα ιστορικής έρευνας να δείξει αν προηγήθηκε το ένα ή το άλλο ή αν προχώρησαν και τα δύο μαζί».

Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι δύο ειδών λεξιλόγια κυκλοφορούν μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, τα οποία δεν συναντιούνται σχεδόν ποτέ ώστε να γονιμοποιήσει το ένα το άλλο. Το ένα είναι το ασκητικό λεξιλόγιο, το οποίο μιλάει με όρους πνευματικής θεραπείας, το άλλο είναι το εκκλησιολογικό λεξιλόγιο που μιλάει για ευχαριστία, κοινότητα, μυστήρια.

Να σημειώσω εδώ ότι στις συγκεκριμένες ως άνω σελίδες ο στοχαστής μας φαίνεται ενήμερος της διαφοράς μεταξύ αλληγορίας και συμβολισμού, πιστώνει δε τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα με τον δεύτερο. (Δυστυχώς ακόμη και αυτός δεν πρόλαβε να αναστρέψει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή που είχε ήδη αρχίσει). Αυτό το στοιχείο, καθώς και η εξέλιξη της συζήτησής μας, φανερώνουν ότι διέθεσε ευήκοον ους στην υπόθεση της μεσοβυζαντινής λατρευτικής αλλοίωσης. Όντως ανταποκρίνεται στην συνέχεια θετικά, λέγοντας τα εξής:

«Η ‘μυστηριοποίηση’ αυτή, η οποία ενείχε και μια σοβαρή διαφοροποίηση από την αρχική μορφή της ευχαριστιακής λατρείας και την εμπειρία της εκκλησιαστικής κοινότητος που ήταν πολύ λιτή και ουσιαστική, συνδέθηκε με την κρατικοποίηση της θρησκείας, και με το γεγονός ότι συνδέθηκε η ίδια η σωτηρία του ανθρώπου με ορισμένες τελετουργικές πράξεις και με ένα εξαιρετικά πλούσιο και δουλεμένο τυπικό που είναι εντυπωσιακά ωραίο… Η αντίληψη λοιπόν ότι η ακριβής τέλεση και παρακολούθηση ορισμένου τελετουργικού σε ανήγε σωτήρια εκεί ακριβώς που χρειάζεσαι ως πιστός, δηλαδή να μεταλαμβάνεις του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, αντίληψη επηρεασμένη και από τα νεοπλατωνικά θεουργικά μυστήρια, οδήγησε σε μια μαγική κατανόηση του τελετουργικού της Εκκλησίας. Το τυπικό φέρνει τη Χάρι. Υπ’ αυτήν την έννοια η σωτηρία βρίσκεται στα ιερά λόγια και τις πράξεις εμποδίζοντας δραματικά κάθε άλλη μορφή συνειδητοποιήσεως. Το κρίσιμο ήταν και είναι η δεξίωση τους.

…Από αυτήν την άποψη η δουλειά που έκανε ο Σμέμαν ήταν πραγματική ευεργετική. Γιατί; Διότι στην προσέγγισή του δίνει μεγάλη σημασία στη συνειδητοποίηση εκ μέρους μας αυτών που τελούνται. Και αυτό είναι το κρίσιμο».


Κατόπιν μεσολάβησε η αναφορά του στα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα και στη Μυσταγωγία του Αγίου Μαξίμου ως περιεχόντων νεοπλατωνικά στοιχεία, και επομένως ότι συνέβαλαν στην αλλοίωση, κάτι το οποίο δεν αισθάνομαι έτοιμος να δεχθώ, ούτε νομίζω πως η πατρολογική βιβλιογραφία το στηρίζει. Αλλά μικρή σημασία έχει για το θέμα μας. Προχώρησα λοιπόν σε περαιτέρω τεκμηρίωση των καθοριστικών αλλαγών στη λατρεία:

«Να πάρω το πολύ απλό παράδειγμα ότι [τότε] έχει αφαιρεθεί [του πιστού] και η δυνατότητα να ψάλλει και να απαγγέλλει. Στους πρώτους αιώνες είχαμε συμψαλμωδία και συναπαγγελία. Στα δε υστεροβυζαντινά χρόνια και στην αρχή της Τουρκοκρατίας δημιουργούνται μουσικά μέλη τόσο περίτεχνα, που είναι σαφές πια ότι αποτελούν εκτέλεση ενός ‘κομματιού’ από έναν καλλιτέχνη. Δηλαδή έχει τόσο απομακρυνθεί το ιδεώδες από το γεγονός της κοινότητας, που είναι να τρομάζεις.

Και το διαζύγιο μεταξύ λόγου και πίστεως, στο οποίο αναφέρεστε, πρέπει κατά τη γνώμη μου να εισήλθε πολύ νωρίτερα, όταν χάθηκε η ακρόαση των ευχών της Λειτουργίας και μετακινήθηκε το περιεχόμενο του συμβολισμού. Από την εσχατολογική συμπερίληψη της ευθύνης των πιστών, πήγε στην αναπαράσταση των ιστορικών γεγονότων της ζωής του Χριστού.

Μήπως η αλλοίωση συνέβη πρωτίστως στην εκκλησιολογία και εξ αυτής στη λατρεία ή αντίστροφα, και όχι τόσο στη φιλοκαλική παράδοση; Το λέω γιατί στο πλήρωμα της τότε Εκκλησίας και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε σε σημερινό κάτοικο αυτού του τόπου, Έλληνα και Ορθόδοξο, μεγαλύτερη εμβέλεια και ικανότητα επίδρασης είχε η λατρεία και λιγότερο η Φιλοκαλία, η οποία για λίγο διαβάστηκε και όχι από όλους. Επιπλέον, δεν είχαν όλοι οι Χριστιανοί την ευκαιρία να συνομιλήσουν εκ του σύνεγγυς με κάποιον ασκητή, ενώ συμμετείχαν όλοι στη λατρεία όπως την περιγράψαμε τώρα».

Εδώ προέβην σε πραγματολογικές αναφορές. Κατ’ αρχήν μνημονεύω κάποιες σταδιακές απώλειες και αλλοιώσεις (πιο αναλυτικά στο Ξεχασμένο Μυστήριο).[5] Στη συνέχεια, στέκομαι στην αλλαγή του λατρευτικού συμβολισμού: άλλο να εικονίζεις τα έσχατα (γεγονός που απαιτεί ηθική νήψη και εγκόσμια υπευθυνότητα εν χρόνω) και άλλο να εικονίζεις απλώς την ιστορία, έστω και της ζωής του Χριστού. (Η προϊούσα αλλοίωση φαίνεται και από την θεολογία των μετά τον 7ο αιώνα βυζαντινών υπομνημάτων στη Θεία Λειτουργία – ο εσχατολογικός προσανατολισμός της Μυσταγωγίας είναι η τελευταία αναλαμπή ενός κόσμου που σβήνει). Τέλος επικαλούμαι την αυταπόδεικτη αλήθεια, ότι πολύ περισσότερη υπήρξε η μετοχή των πιστών επί αιώνες στα λατρευτικά δρώμενα, και μάλιστα κατ’ επανάληψιν, παρά η εκ μέρους τους γνώση των ησυχαστικών κειμένων (λαμβανομένου υπόψη και του περιορισμένου γραμματισμού εκείνων των εποχών).

Και το διαζύγιο μεταξύ λόγου και πίστεως, στο οποίο αναφέρεστε, πρέπει κατά τη γνώμη μου να εισήλθε πολύ νωρίτερα, όταν χάθηκε η ακρόαση των ευχών της Λειτουργίας και μετακινήθηκε το περιεχόμενο του συμβολισμού. Από την εσχατολογική συμπερίληψη της ευθύνης των πιστών, πήγε στην αναπαράσταση των ιστορικών γεγονότων της ζωής του Χριστού.

Καθώς στον 4ο αιώνα αναπτύσσεται και παγιώνεται η δομή της Λειτουργίας, ως καρπός της εκκλησιολογίας της αρχαίας Εκκλησίας στην οποία ο Περγάμου Ιωάννης διέβλεπε κληρικολαϊκή συνοχή, εσχατολογική αποδοχή της ιστορίας, και χριστολογική φανέρωση μέσα στις διαπροσωπικές σχέσεις, θεωρώ πως είναι ακόμη πολύ νωρίς για να μιλούμε περί ασκητικού κλεισίματος του υποκειμένου τότε και απόσυρση από την χρονικότητα. Όμως, η φιλοκαλική συλλογή αρχίζει από τον 4ο αιώνα! Γιατί, εφόσον δεν είχε αρχίσει ακόμη η λατρευτική αλλοίωση;

Προσωπικά θα διακινδύνευα την υπόθεση πως ήταν η απόκλιση της ιδιοφυίας του Ευάγριου ο παράγοντας εκείνος που έκανε τόσο νωρίς την αρχή, μαζί με την όποια επιρροή είχε στους μεταγενέστερους το κύρος του – χωρίς αυτόν η ανιστορική (ιδιωτεύουσα) πνευματικότητα ίσως να είχε καθυστερήσει. Επίσης, εξεταστέο παραμένει αν το ρεύμα αυτό, το οποίο (ορθά) ενοχοποίησε ο Ράμφος, είχε ως αφορμή και την απότομη και ταχύτατη εναρμόνιση της Εκκλησίας με την αυτοκρατορία, στοιχείο το οποίο ψυχολογικά πίεζε για περισσότερη αφαίρεση και υπερβατικότητα – αν συνέβη αυτό, η αντίδραση έγινε κάπως βεβιασμένα και παθιασμένα, μεταπίπτοντας στο άλλο άκρο. Όλα αυτά απομένει να ερευνηθούν προκειμένου να κατανοήσουμε γιατί τα ασκητικά-ησυχαστικά εμπόδια προς την εξατομίκευση άρχισαν νωρίτερα από τις αλλοιώσεις της λειτουργικής θεολογίας (θυμίζω πως η στροφή τοποθετείται από τον 6ο έως τον 8ο αιώνα).

Ενδιαφέρουσα τροπή της συζήτησής μας υπήρξε η αυθόρμητη είσοδος του μακαριστού δασκάλου στην εν λόγω υπόθεσή μου, ως εάν τρόπον τινά συνευδοκούσε. Συγκεκριμένα είπε: «Από τη Θεία Λειτουργία έπαιρνε όλη την πνευματική-οραματική τροφή του ο λαός. Οι θεολόγοι ελάχιστα επηρέασαν. Η Θεία Λειτουργία, το μυστήριο, ήταν και παραμένει το κρίσιμο». Σε άλλο σημείο εξειδίκευσε την άποψή του:

«Ένα από τα σοβαρά θέματα του εκκλησιαστικού μας προβλήματος έγκειται στο γεγονός ότι η λειτουργική μας ζωή διεκδικεί για λογαριασμό της την αιωνιότητα. Έναν χρόνο ο οποίος δεν έχει αντίκρισμα πουθενά εκτός της τελετουργίας αλλά σημαίνει την απόλυτη ανθρώπινη πραγμάτωση και προκοπή. Για να φθάση εκεί ο πιστός πρέπει να εγκαταλείψει τον χρόνο της καθημερινότητός του γινόμενος κατά κάποιο τρόπο διπλός: δόκτωρ Τζέκυλ και δόκτωρ Χάϊντ. Στην λειτουργία να τελειούται ενούμενος με το Χριστό και τις υπόλοιπες ώρες και ημέρες της εβδομάδος να κερδίζη ή να χαίρεται τη ζωή του πράττοντας κατά το δοκούν.

Αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό και συνδέεται με τα νεοπλατωνικά σχήματα που αντικατέστησαν την ευχαριστιακή ζωή της αρχικής χριστιανικής κοινότητος και εννοούσαν τα έσχατα με όρους αιωνιότητος. Το τίμημα της Λειτουργίας ως τόπου της αιωνιότητος ήταν βαρύ, ήταν ο μηδενισμός του χρόνου, η απαξίωση του χρόνου. Και η μόνη παραχώρησι στον χρόνο είναι ένα τυποποιημένο κήρυγμα, ένα ευχολόγιο καλών προθέσεων. Να είμαστε καλοί άνθρωποι κ.τ.λ. Όμως με αυτόν τον τρόπο η κοινωνία εγκλωβίζεται σε μιαν ιδέα ασάλευτης αιωνιότητος και δεν μπορεί να αναζητήσει το έσχατο μέσα στο χρόνο. Αλλά ενδιαφέρει ζωτικά να αναζητήσουμε το έσχατο μέσα στο χρόνο και γι’ αυτό η επανασύνδεση με τα βιβλικά κείμενα, η οποία δεν είναι ανάγκη να περνάει απαραιτήτως από τον βυζαντινό Μεσαίωνα και την ερμηνευτική του, θα ήταν πολύ χρήσιμη».

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, κατ’ εμέ η υπόθεση εργασίας φαίνεται να αποκρυσταλλώνεται σε δύο παραμέτρους: ησυχαστική πνευματικότητα και λειτουργική ιδρυματοποίηση, με το βάρος της επιδραστικότητας να πέφτει στη δεύτερη. Το εκκλησιαστικό σώμα διασπάται, το χάσμα κληρικών και λαϊκών μεγαλώνει, η λατρεία γίνεται ολοένα και πιο ατομική (λαμβανομένου υπόψη και του τεράστιου αριθμού τροπαρίων που δημιουργήθηκαν από το μοναχικό τυπικό το οποίο επικράτησε και στις ενορίες, τα οποία εύλογα το εκκλησίασμα αγνοούσε, οπότε έπαψε να συμψάλλει), η ευχαριστιακή «ανάμνηση» (αν και τα λόγια της Λειτουργίας παραμένουν τα ίδια) ψυχολογικά περιορίζεται στο παρελθόν και χάνεται από το μέλλον το οποίο συγκροτεί όλους μας – όλα αυτά, αναπόφευκτα, μεταφράζονται για κάποιους και στο ασκητικό ανάλογό τους: το υποκείμενο αγωνίζεται για τη θέωση με ανιστορική εσωστρέφεια.

Αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό και συνδέεται με τα νεοπλατωνικά σχήματα που αντικατέστησαν την ευχαριστιακή ζωή της αρχικής χριστιανικής κοινότητος και εννοούσαν τα έσχατα με όρους αιωνιότητος. Το τίμημα της Λειτουργίας ως τόπου της αιωνιότητος ήταν βαρύ, ήταν ο μηδενισμός του χρόνου, η απαξίωση του χρόνου. Και η μόνη παραχώρησι στον χρόνο είναι ένα τυποποιημένο κήρυγμα, ένα ευχολόγιο καλών προθέσεων. Να είμαστε καλοί άνθρωποι κ.τ.λ. Όμως με αυτόν τον τρόπο η κοινωνία εγκλωβίζεται σε μιαν ιδέα ασάλευτης αιωνιότητος και δεν μπορεί να αναζητήσει το έσχατο μέσα στο χρόνο.

Βεβαίως δεν πρέπει να γενικεύουμε ισοπεδωτικά. Τα παραπάνω ισχύουν ως υπόρρητη θεολογία, όχι κατ’ ανάγκη ως καθημερινή πρακτική, δεδομένου πως οι ασκητές δεν έπαψαν ποτέ να ασκούν ελεημοσύνη και να συμμετέχουν στην Ευχαριστία. Επίσης, η όποια εσφαλμένη πρακτική θεολογία δεν είναι αποκλειστική – υπάρχουν κορυφαία θεολογικά ορόσημα στον ησυχασμό που εγκεντρίζουν την ιστορικότητα στο υποκείμενο, όπως πχ η κατάφαση του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά στο σώμα και στο «παθητικό» της ψυχής (συναισθήματα, επιθυμίες).

Επανερχόμενοι, λοιπόν, πιθανόν να πρόκειται για δύο παράλληλα φαινόμενα με κοινές αιτίες. Καταθέτω ως υπόθεση εργασίας την σταδιακή διάπλαση ανθρωπότυπου, μέσω της μακραίωνης και επαναλαμβανόμενης συμμετοχής σε μια λατρεία η οποία μοιάζει να έχει αποβάλει την ένταση μεταξύ εμμένειας και εσχάτων, γνωστή στην αρχαία Εκκλησία. Είναι συμμετρικό το θέμα: εφόσον η ψυχολογική ατμόσφαιρα του Βυζαντινού κράτους είναι σχεδόν χιλιαστική, αποκλείοντας την εξατομίκευση ως περιττή αφού έχει πλέον απαρτισθή η θεωρητικώς τέλεια κοινωνία, τότε και η αντιδραστική προς αυτήν πνευματική εσωτερικότητα καταλήγει να αποκρούει την εξατομίκευση ως επικίνδυνη.

Πού ακριβώς εκβάλλουν σε εμάς σήμερα αυτά, και μάλιστα στους μη θρησκεύοντες; Έχοντας υπόψη την επιμένουσα σημερινή παθολογία μας, αποπειράθηκα κατόπιν να διατυπώσω υποθέσεις για ειδικούς ιστορικούς δρόμους με τους οποίους το Βυζαντινό υποκείμενο επηρέασε το νεοελληνικό:

«Οι δρόμοι μέσα από τους οποίους αυτή η αλλοίωση στην εκκλησιολογία και στη λατρεία θα μπορούσε να είχε επηρεάσει το νεοέλληνα ήταν, πρώτον, ο κληρικαλισμός τον οποίο προήγε. Ο κληρικαλισμός εκ των πραγμάτων, από την ουσία του την ίδια προϋποθέτει αλλά και δημιουργεί ένα υποκείμενο πιστού το οποίο είναι παθητικό, αγνοεί τη δωρεά που του δόθηκε μέσω της χειροτονίας του την οποία έλαβε μέσα από το μυστήριο του Χρίσματος, όταν χειροτονήθηκε με Άγιο Πνεύμα, αγνοεί τα διακονήματα μέσα στην Εκκλησία στα οποία μπορεί να συμμετάσχει, τις δυνάμεις που του έδωσε ο Θεός και εν πάση περιπτώσει, ευνοεί επίσης τη νοοτροπία αυτή, ότι το να ασκώ κριτική και να έχω πρωτοβουλίες είναι εφάμαρτο.

Ένας δεύτερος δρόμος είναι η λεγόμενη πολιτισμική Ορθοδοξία. Σε αυτό το φαινόμενο, που ταλανίζει Ρώσους και Έλληνες σε μεγάλο βαθμό και που ο Σμέμαν το πολέμησε, λειτουργεί αρκετά το μαγικό στοιχείο, η παντοκρατορία συμβόλων χωρίς αντίκρισμα, και στην πραγματικότητα ένας στατικός χρόνος. Σε πανηγύρια τοπικά, σε χωριά και σε πόλεις ακόμη, οι άνθρωποι εύχονται ‘χρόνια πολλά’, δηλαδή η ευχή είναι να ζήσουμε πολλά χρόνια, ‘και του χρόνου’ δηλαδή να αξιωθούμε να κάνουμε το ίδιο, να μοιράσουμε τους άρτους μας κτλ. Αυτή είναι η πολιτισμική ορθοδοξία. Η συμμετοχή απλώς σε μια ατμόσφαιρα εγκλωβισμένη στο εγκόσμιο (και μάλιστα στο ήδη γνωστό και οικείο εγκόσμιο), όπου βέβαια εκεί δεν ευνοείται καθόλου η εξατομίκευση ως άνοιγμα στο μέλλον».

Ενδεικτικά, ο Dix γράφει ότι στο διάστημα 300-450 μΧ αλλάζει ριζικά το νόημα της λέξης ‘λαϊκός’, δηλαδή αρκετά πριν εμφανιστούν οι αλλοιώσεις της λατρείας. Από χειροτονημένο μέλος του λαού του Θεού καταντά να σημαίνει τον μη κληρικό.[6] Το διάστημα είναι βραχύτατο, με τα μέτρα της ιστορίας, για μια τέτοια πελώρια αναστροφή. Η αλλαγή είναι καταλυτική, με αρνητικό πρόσημο φυσικά.

Αντί για τον χρόνο τον ανοιχτό στο μέλλον, προτιμήθηκε μια αναστροφή προς ένα παρελθόν εξιδανικευμένο, και προς τη νοσταλγία του, γι’ αυτό και άλλαξε ο συμβολισμός της Λειτουργίας. Θεωρώ βέβαιο ότι αυτός ο εγκλωβισμός στο παρελθόν και η νοσταλγία του προετοίμασαν αργότερα ένα υποκείμενο που και κοινωνικά ήταν κλειστό στο μέλλον και εξιδανίκευε το παρελθόν. Ένας άτυπος ωριγενισμός σταδιακά εγκαθίσταται («το σπουδαίο έγκειται στο παρελθόν»), νοοτροπία η οποία στους αιώνες της σκλαβιάς αποκτά, εύλογα, μεγαλύτερη αληθοφάνεια.

Εν τω μεταξύ, από την Άλωση και μετά, το βαρύτατο συλλογικό τραύμα συντελεί στο να γίνεται αυτός ο ωριγενισμός και κοσμικός, διότι εμπεδώνεται πλέον η παθητική κοινότητα-αντικείμενο.[7] Αντικείμενο τίνος; Μιας προσδοκώμενης μεσσιανικής αποκατάστασης, μιας θεόθεν λύτρωσης του Γένους, η οποία τροφοδότησε τόση χρησμολογική γραμματεία. Πάνω σε αυτό τον δοξασμό του παρελθόντος χτίζεται αργότερα το νεοελληνικό κράτος. Δεν πρόκειται, άραγε, για το νεοελληνικό μανιφέστο που βλέπουμε ακόμη και στον 21ο αιώνα να καυχάται για τους προγόνους του, ενώ αδυνατεί να προκόψει στο σήμερα; Δεν εκβάλλει τελικά στην απλοϊκή πολιτική θεωρία των σύγχρονων μαζών της χώρας που ερωτοτροπούν με την ιδέα μιας χαρισματικής αναγεννητικής προσωπικότητας, έστω και αυταρχικής, ή μιας άνωθεν αποκατάστασης των δικαίων του ταλαιπωρημένου έθνους μας,[8] ή με την αδάπανη διδασκαλία για το τι πρέπει να γίνει χωρίς αντίστοιχες προσωπικές ή συλλογικές πρωτοβουλίες;

Με άλλα λόγια, η νεοελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμη γίνει κοινότητα-υποκείμενο (δράσης). Ιδού, ενδεικτικά, μερικά χαρακτηριστικά, κληρονόμοι της παθητικότητας και αχρονικότητας. Η ανευθυνότητα του υποκειμένου: μονίμως ο Έλληνας κατηγορεί τους πολιτικούς του και μπορεί να έχει δίκιο σε πολλά, αλλά δεν αναλαμβάνει ο ίδιος ευθύνη στα κοινά. Κάποιος άλλος πρέπει να του λύνει το πρόβλημα. Αντίστοιχα, και στην εκκλησιαστική κοινότητα: κατηγορεί, και πολλές φορές δικαιολογημένα, τους κληρικούς για λάθος επιλογές και αποφάσεις, αλλά δεν αναλαμβάνει ο ίδιος τις ευθύνες του Η λειτουργία της ενορίας δεν είναι το αντικείμενο φροντίδας από ένα κληρικολαϊκό σώμα, δεν εναπόκειται αποκλειστικά στη φροντίδα, υλική ή όποια άλλη, του ίδιου του πιστού.

Επίσης, η εξιδανίκευση της παράδοσης στον εκκλησιαστικό χώρο (παράδοσης την οποία ουσιαστικά οι φωνασκούντες αγνοούν) και η εξιδανίκευση της εθνικής ιστορίας, την οποία επίσης αγνοούμε, στον κοινωνικό-εθνικό χώρο. Αυτή συνοδεύεται και από απίστευτη κούφια ρητορεία, κάτι στο οποίο συγκλίνουν τόσο ο συντηρητικός εκκλησιαστικός χώρος όσο και ο χώρος του εξωεκκλησιαστικού εθνικισμού.


Πάνω σε αυτό τον δοξασμό του παρελθόντος χτίζεται αργότερα το νεοελληνικό κράτος. Δεν πρόκειται, άραγε, για το νεοελληνικό μανιφέστο που βλέπουμε ακόμη και στον 21ο αιώνα να καυχάται για τους προγόνους του, ενώ αδυνατεί να προκόψει στο σήμερα; Δεν εκβάλλει τελικά στην απλοϊκή πολιτική θεωρία των σύγχρονων μαζών της χώρας που ερωτοτροπούν με την ιδέα μιας χαρισματικής αναγεννητικής προσωπικότητας, έστω και αυταρχικής, ή μιας άνωθεν αποκατάστασης των δικαίων του ταλαιπωρημένου έθνους μας, ή με την αδάπανη διδασκαλία για το τι πρέπει να γίνει χωρίς αντίστοιχες προσωπικές ή συλλογικές πρωτοβουλίες;

Το μόνιμο μίγμα απαιτητικότητας και ταυτόχρονα καχυποψίας προς τους ξένους και ισχυρούς. Η διαρκής αίσθηση απειλής, κάτι εύλογο για όσους αισθάνονται ότι έπεσαν από έναν «απολεσθέντα παράδεισο» στην αφιλόξενη γη της πραγματικότητας. Η απροθυμία να εργασθούμε συστηματικά για να συμβάλουμε ως έθνος και κοινωνία στην αλλαγή του κόσμου (γραμμικός χρόνος, έμφαση στο μέλλον) – αντίθετα, ο κόσμος οφείλει να συνειδητοποιήσει ποιοι είμαστε και να βραβεύει συνεχώς γι αυτό (στασιμότητα, έμφαση στο παρελθόν).

Η περαιτέρω έρευνα για την σύνδεση των απώτατων αιτίων με την σημερινή μας κατάσταση αναπόφευκτα οφείλει να είναι διαθεματική και διεπιστημονική: Ιστορία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Θεολογία, Ψυχολογία καλούνται να συνεργασθούν.[9] Αν επιτύχει το εγχείρημα θα έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς συλλογική αυτογνωσία και θεραπεία. Εννοείται πως η προσπάθεια αυτή δεν θα πρέπει να εκτραπή σε μονισμό – παράγοντες όπως το συλλογικό και εθνικό τραύμα, ο εσωτερικός πολιτισμικός δυϊσμός κ.ά. πάντοτε χρειάζεται να συνεξετάζονται.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, καταλήγοντας στο ‘δια ταύτα’, πέρα από την προσπάθεια που πρέπει να γίνεται στο κοινωνικό και εθνικό επίπεδο για αλλαγή της αυτοσυνειδησίας του Έλληνα, νομίζω ότι θα προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στο έθνος και στην πατρίδα μας, η όποια διαρθρωτική κίνηση αυτοσυνειδησίας του πληρώματος της Εκκλησίας. Γιατί μόνο έτσι αυτό θα μπορέσει να λειτουργήσει ως ζύμη, όπως ζήτησε ο Χριστός.


[1] Συζήτηση με τον Στέλιο Ράμφο για την ψυχο(παθο)λογία του σύγχρονου νεοελληνικού υποκειμένου σε συνάρτησι με τις εκκλησιαστικές του ρίζες. Ψυχής Δρόμοι, τ. 6, 2013, σ. 112-132. Τα πλάγια της έμφασης αποτελούν τωρινές παρεμβάσεις μου.

[2] Σημαντικές πρωτότυπες τομές εδώ επιχειρεί το βιβλίο του π. Χρυσόστομου Τύμπα, Ρους αυτογνωσίας. Ιχνηλατώντας ρίζες ψυχικής παθολογίας και ταυτότητος. Αρμός, 2018.

[3] Στέλιου Ράμφου, Το αδιανόητο τίποτα. Αρμός, 2010.

[4] Όπως γράφει ο Σμέμαν, η λαϊκή λειτουργική ευσέβεια, παρά τις έξοχες στιγμές προσωπικής αγιότητας τις οποίες έχει δώσει, δομικά χαρακτηρίζεται από την «διάκριση ανάμεσα στο άγιο και στο κοσμικό, θεωρώντας τη λατρεία ως ένα σύστημα ακολουθιών και τελετουργικών πράξεων με τις οποίες μεταδίδεται αυτή η αγιότητα στο κοσμικό. Το εθνικό μυστήριο ήταν ακριβώς μια τέτοια πράξη μετάδοσης ιερότητας και αγιασμού…, γεγονός που προϋποθέτει αναπόφευκτα οντολογική ασυμβατότητα ανάμεσα στις δύο σφαίρες» (πρωτ. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η Εκκλησία προσευχομένη: εισαγωγή στη Λειτουργική θεολογία. Ακρίτας, 1991, σ. 146-147).

[5] Βλ. στο βιβλίο μου Το ξεχασμένο Μυστήριο: εκκλησιολογικές συνέπειες του Αγίου Χρίσματος. Γρηγόρη, 2003, σ. 105-222.

[6] Gregory Dix, The shape of the liturgy. Dacre press, 1952, σ. 480.

[7] Anthony Smith, Εθνική ταυτότητα. Οδυσσέας, 2000, σ. 168.

[8] Βλ. το άρθρο μου «Το ‘φαινόμενο Χριστόδουλου’ ως η εκκλησιαστική εκδοχή μιας ‘πολιτικής θρησκείας της Μεταπολίτευσης’», Σύναξη, τ. 174, 2025, σ. 25-38.

[9] Ένα τέτοιο συνεργατικό εγχείρημα έχει να βοηθήσει και τις επιμέρους επιστήμες. Για παράδειγμα, ο δάσκαλος έγραψε πως ο ‘έσω άνθρωπος’ των Πατέρων δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον νεώτερο ψυχολογικό συνονόματό του(Το αδιανόητο τίποτα, σ. 329). Ιδού μια εξαιρετική ευκαιρία η Ψυχολογία και η Θεολογία να εμβαθύνουν στις εν λόγω έννοιές τους.


ΤΙ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΑΣ, ΠΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΙΚΟΣ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ; ΕΝΑ ΑΝΩΡΙΜΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΡΙΓΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑ,ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΣΜΙΚΗ.
π. Θερμός: ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ Ο ΒΑΠΤΙΣΜΕΝΟΣ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ. ΜΕ ΜΥΡΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ. ΣΑΝ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΚΑΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΕΛΟΣ. Ο ΣΙΜΩΝ Ο ΜΑΓΟΣ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ. ΣΤΗΝ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ Ο ΙΕΡΕΥΣ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΦ ΟΡΟΥ ΖΩΗΣ ΜΑΛΙΣΤΑ. ΣΑΝ ΠΡΩΙΜΗ ΣΥΝΤΑΞΗ.ΣΑΝ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ,ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΙΑΤΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΣΜΕΜΑΝ

Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»


«Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου, 1982

Ο κληρικαλισμός δημιουργεί ασφυξία• ανάγει ένα μέρος του εαυτού του σ’ ολόκληρο τον ιερό χαρακτήρα της Εκκλησίας• μεταβάλλει τη δύναμή της σε ιερή εξουσία για να ελέγχει, να καθοδηγεί, να διοικεί• σ’ εξουσία για να επιτελεί μυστήρια, και γενικά, μετατρέπει την κάθε εξουσία σε «θεόσδοτη εξουσία»! Ο κληρικαλισμός αποσπά κάθε «ιερότητα» από τους λαϊκούς: αποδείξεις; το τέμπλο, η θεία Κοινωνία (μόνο κατόπιν αδείας), η Θεολογία...

Και όσο περισσότερο ο κληρικαλισμός «κληρικοποιεί» (η παραδοσιακή εικόνα του επισκόπου ή του ιερέα – που επιτείνεται από τα ρούχα του, τα μαλλιά του, κ.λπ., κι ο επίσκοπος από τις πανάκριβες στολές!), τόσο περισσότερο η ίδια η Εκκλησία θα εκκοσμικεύεται, θα υποτάσσεται πνευματικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην Καινή Διαθήκη, ο ιερέας παρουσιάζεται ως ο ιδανικός λαϊκός. Σχεδόν όμως αμέσως μετά αρχίζει ο αυξανόμενος ριζικός χωρισμός του από τους λαϊκούς• κι όχι μόνο χωρισμός, αλλά αντίθεση κι αντιπαράθεση προς τους λαϊκούς…

Ο ιερέας αντί να είναι ο «τύπος των πιστών» (Α' Τιμοθ. 4, 12), εμφανίζεται με την εικόνα του «κυρίου πάσης ιερότητος» (master of all sacrality) που ξεχωρίζει από τους πιστούς, που διανέμει τη χάρη κατά βούληση.

Η τραγωδία της θεολογικής παιδείας βρίσκεται στο γεγονός πως νέοι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν ιερείς αναζητούν –συνειδητά ή ασυνείδητα– αυτόν τον χωρισμό, αυτή την εξουσία, αυτό το ανέβασμα πάνω από τους λαϊκούς. Η δίψα τους αυτή ενισχύεται και γεννάται από ολόκληρο το σύστημα της θεολογικής παιδείας, τον κληρικαλισμό. Πώς μπορεί να τους κάνει κανείς να καταλάβουν, όχι μόνο με το μυαλό τους, αλλά μ’ ολόκληρη την ύπαρξή τους, πως πρέπει ν’ απομακρυνθούν από την εξουσία, από κάθε εξουσία, η οποία υπήρξε ανέκαθεν ένας πειρασμός που προέρχεται πάντοτε από τον Διάβολο; Ο Χριστός μάς απελευθέρωσε απ’ αύτη την εξουσία –«εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης...» (Ματθ., 28,18)– αποκαλύπτοντας το Φως της εξουσίας ως εξουσία αγάπης και Ουσιαστικής αυτοπροσφοράς. Ο Χριστός δεν έδωσε στην Εκκλησία «εξουσία», αλλά το Άγιο Πνεύμα: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον...». Η εξουσία, εν Χριστώ, επέστρεψε στον Θεό, κι ο άνθρωπος θεραπεύτηκε από το «διοικείν και διατάζειν».

Στο εξηκοστό πρώτο έτος της ζωής μου, ξαφνικά αναρωτιέμαι: Πώς τα πάντα έχουν τόσο πολύ διαστρεβλωθεί; Και φοβούμαι!»

ΩΡΑΙΕΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ ΑΛΛΑ ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΨΥΧΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΝΝΟΕΙ ΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ; ΟΥΤΕ ΛΟΓΟΣ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ; ΑΥΤΑ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ. ΠΡΟΣ ΤΙ Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ; ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΥΞΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ;.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "ραιοκτω. ឡប"

Μεταμόρφωση! Τι όμορφη, τι ωραία, τι χαρούμενη λέξη! Αντηχεί στην ψυχή και στο νου με τέτοια λαμπρότητα και πανηγυρικότατα!
Σε ποιο πράγμα αναφέρεται αυτή η γιορτή, ποια είναι η ουσία και η πηγή της χαράς και του φωτός της; Κατ’ αρχάς ας ακούσουμε τι λέει το Ευαγγέλιο γι’ αυτό το γεγονός. Ο Ιησούς, σύμφωνα με την αφήγηση του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὕψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωυσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἶ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς… ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον. Καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. (Ματθ. 17, 1-9).
Τι σημαίνει αύτη η ευαγγελική ιστορία; Τι θέση έχει αυτή η αινιγματική αποκάλυψη της δόξας στην επίγεια ζωή και στο έργο του Χριστού;
Λίγοι θα διαφωνήσουν πως η εικόνα του Χριστού στα ευαγγέλια είναι κατεξοχήν μια εικόνα ταπείνωσης. Ήδη κατά τη γέννησή Του δεν βρέθηκε χώρος σε κανένα από τα σπίτια της πόλης, κι έτσι γεννήθηκε έξω, σε μια σπηλιά. Μέχρι τέλους δεν είχε σπίτι, «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8, 20), σύμφωνα με τα δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αυτούς που θεραπεύει και βοηθά να μη μιλήσουν σε κανένα για τη βοήθεια που δέχθηκαν. Αποφεύγει κάθε τιμή και κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να αποκτήσει φήμη. Εκουσίως μάλιστα άφησε την ασφάλεια της Γαλιλαίας, όπου δεν υπήρχε καμιά απειλή, και διάλεξε να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ, όπου τον περίμενε ο πόνος, η ταπείνωση της δίκης και της καταδίκης, και μια οδυνηρή και επαίσχυντη εκτέλεση. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ», είπε, «ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ …» (Ματθ. 11, 29).
Σ’ αυτή τη ζωή ταπεινοφροσύνης και αυταπάρνησης, λίγες ήταν οι περιπτώσεις που οι κρυμμένες ακτίνες της θείας ενέργειας και δόξας φάνηκαν εξωτερικά. Δίχως εξαίρεση, μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι έγιναν ζωντανοί μάρτυρες των περιπτώσεων εκείνων που «περιεβλήθη τὴν δόξαν», και αυτοί συνήθως δεν κατανοούσαν τη σημασία αυτών που έβλεπαν. Αυτό ακριβώς συνέβη τη νύχτα της γέννησής Του, όταν οι απλοί ποιμένες άκουσαν τον αγγελικό ύμνο, και τα νέα της μεγάλης χαράς, όπως μας λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,10). Το ίδιο συνέβη πολλά χρόνια αργότερα, την ημέρα που ο Ιησούς ήλθε στον Ιορδάνη για να δεχθεί το βάπτισμα, όταν ακούστηκε η ίδια φωνή από τον ουρανό, ενώ τα ίδια λόγια ακούστηκαν και κατά τη Μεταμόρφωση: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα …» (Ματθ. 3,17). Τελικά δοξάζεται εδώ στο όρος παρουσία των τριών μαθητών. Κάθε φορά δε που αποκαλύπτεται αυτή η μυστηριώδης ουράνια δόξα, δεν προέρχεται από ανθρώπους, αλλά από πάνω, από τον ουρανό. Η Εκκλησία στο ερώτημα για τη σημασία που έχουν οι επίγειες φανερώσεις της δόξας του Χριστού απαντά όχι με εξηγήσεις αλλά με πανηγυρισμούς, εορτάζοντας αυτή τη μοναδική χαρά που σημαδεύει την ετήσια μνήμη της Μεταμορφώσεως.
Μία λέξη κυριαρχεί σ’ όλες τις ευχές, τους ύμνους και τα αναγνώσματα αυτής της εορτής. Είναι η λέξη φως. «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον». Ο κόσμος είναι ένα σκοτεινό, ψυχρό και τρομακτικό μέρος. Αυτό το σκοτάδι δεν διαλύεται από το φυσικό φως του ήλιου. Αντίθετα, το φως του ήλιου ίσως κάνει την ανθρώπινη ζωή να φαίνεται ακόμη τρομερότερη και απελπιστικότερη, καθώς η ζωή ξεχύνεται αμείλικτα και αδυσώπητα προς το θάνατο και τον αφανισμό περικυκλωμένη από πόνο και μοναξιά. Όλα είναι καταδικασμένα, όλα υποφέρουν, όλα υπόκεινται στον ακατανόητο και ανελέητο νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Τότε όμως εμφανίζεται πάνω στη γη, εισέρχεται στον κόσμο ένας άνθρωπος ταπεινός και άστεγος, που δεν εξασκεί καμιά εξουσία πάνω σε κανένα, και δεν διαθέτει καμιά επίγεια εξουσία. Λέει δε στους ανθρώπους πως αυτό το βασίλειο του σκότους, του κακού και του θανάτου δεν είναι η αληθινή τους ζωή· πως δεν είναι ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός· πως μπορεί και πρέπει να νικηθεί το κακό, ο πόνος και τελικά ο ίδιος ο θάνατος· και πως έχει σταλεί από τον Θεό, τον Πατέρα Του, για να σώσει τον άνθρωπο από την τρομακτική δουλεία στην αμαρτία και στο θάνατο.
Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση και κλήση, τις έχουν απαρνηθεί. Πρέπει να επιστρέψουν για να δουν πως έχουν χάσει την ικανότητα να βλέπουν, και να ακούν αυτά που είναι ανίκανοι ήδη να ακούσουν. Πρέπει να ξαναπιστέψουν πως το καλό είναι ισχυρότερο από το κακό, η αγάπη ισχυρότερη από το μίσος, η ζωή ισχυρότερη από τον θάνατο. Ο Χριστός θεραπεύει, βοηθά και δίνεται σε όλους. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούν, δεν πιστεύουν. Θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει την ουράνια δόξα και δύναμή Του, και να τους υποχρεώσει να πιστέψουν. Θέλει όμως απ’ αυτούς την πίστη, την αγάπη και την αποδοχή που δίνονται ελεύθερα. Γνωρίζει πως την ώρα της έσχατης θυσίας Του, της έσχατης αυτοπροσφοράς Του, οι πάντες θα φύγουν από φόβο και θα Τον εγκαταλείψουν. Όμως ακριβώς τότε, όπως και μετά. όταν όλα θα έχουν τελειώσει, ο κόσμος θα διαθέτει ακόμη κάποια ένδειξη για την κατεύθυνση που είχε καλέσει τους ανθρώπους να πάρουν, για το τι μας προσέφερε ως δώρο, ως ζωή, ως πληρότητα νοήματος και χαράς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος από τον κόσμο και τους ανθρώπους, αποκαλύπτει σε τρεις από τους μαθητές Του αυτή τη δόξα, αυτό το φως, αυτόν το νικητήριο εορτασμό, στον οποίο ο άνθρωπος έχει κληθεί προ αιώνων να μετάσχει.
Το θείο φως που διαπερνά όλον τον κόσμο. Το θείο φως που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το θείο φως στο οποίο τα πάντα αποκτούν το έσχατο και αιώνιο νόημά τους. «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», φώναξε ο απόστολος Πέτρος όταν είδε αυτό το φως και αυτή τη δόξα. Και από την ώρα εκείνη ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία, η πίστη είναι μια συνεχής, χαρούμενη επανάληψη αυτών των λόγων, «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Η πίστη όμως είναι και μια έκκληση για το αΐδιο φως, μια δίψα γι’ αυτόν το φωτισμό και γι’ αυτή τη μεταμόρφωση. Αυτό το φως συνεχίζει να λάμπει, μέσα στο σκοτάδι και στο κακό, μέσα στη μουντή γκριζάδα και στη θολή ρουτίνα αυτού του κόσμου, σαν ηλιαχτίδα που διασχίζει τα σύννεφα. Το αναγνωρίζει η ψυχή, παρηγορεί την καρδιά, μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί, και μας μεταμορφώνει εκ των έσω.
«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»! Ας γίνονταν δικά μας αυτά τα λόγια, ας γίνονταν απάντηση της ψυχής μας στο δώρο του θείου φωτός, ας γινόταν η προσευχή μας προσευχή για τη μεταμόρφωση, για τη νίκη του φωτός! «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον».

Μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Η ΔΟΞΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΝΡΟ ΤΗΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΖΩΗΣ. ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΣΟΦΙΑ ΑΛΛΑ Η ΔΟΞΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΑΠΟΔΩΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ. Η ΕΠΙΓΕΙΑ ΔΟΞΑ. Η ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ. ΔΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ. ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΕΔΕΙΞΕ Ο ΜΑΞ ΒΕΜΠΕΡ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΠΟΥ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΟΝ ΣΩΣΜΕΝΟ. ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΔΙΑΣΗΜΟ.  ΜΙΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

Ἡ δόξα με δαγκώνει (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος) ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΣΕ.


Η ΔΟΞΑ μὲ δαγκώνει, κενή, μάταιη τὰ δόντια της ἔμπηξε στὴν καρδιά μου,κι ὅταν ἦρθαν τ’ ἄγρια σκυλιά, τὸ πλῆθος τὰ θηρία,μὲ βρῆκαν νὰ κείτομαι καὶ μὲ κατασπαράξαν.
Ἡ τρυφὴ κι ὁ ἔπαινος τὸν μυελὸ καὶ τὰ νεῦρα μου διέσπασαν, τῆς ψυχῆς τὴ δύναμη καὶ προθυμία.Ὅσα μοῦ ἀφαίρεσαν, ἀλίμονο, πῶς νὰ τὰ γράψω ὅλα;
Ἀντὶ γι’ αὐτὰ μοῦ ‘βαλαν νἄχω ληστὲς τὴν οἴηση καὶ τὸν ὄκνο, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ μέριμνα πῶς ν’ ἀρέσω στοὺς ἄλλους, στ’ ἀντίθετα μ’ ἔσυραν καὶ μὲ διαμέλισαν.
Ἄλλοι τὴ σωφροσύνη παινεύοντας, τὴ νηφαλιότητά μου,ἄλλοι τὰ ἔργα μου, νεκρὸ μὲ κατάφεραν, οἴηση, τὸ παράδοξο πρᾶγμα, τὴ μεγάλη ἀπορία, σὲ μένα ἔσπειραν, τὸν καταβρωμισμένο.
Γιατὶ πῶς, ἐξήγησε, πῶς δὲν εἶναι ν’ ἀπορεῖ κανείς,πῶς δὲν εἶναι ἀξιολύπητο τελείως,
τόσα πάθη ξαφνικὰ μοῦ ἐπιτέθηκαν,μὲ κατάφεραν νεκρό, ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς γυμνό,
πάλι ἔχασα τὸν ἑαυτό μου, τὸν λησμόνησα, ἀπ’ ὅσα ἔγιναν δὲν κατάλαβα τίποτα, ἀλλὰ ἔχω οἴηση, πὼς εἶμαι ὁ μεγαλύτερος ὅλων ἀπαθής, ἅγιος, σοφὸς θεολόγος, δίκαιο εἶναι κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ μὲ τιμοῦν,ἀλλὰ καὶ νὰ μ’ ἐπαινοῦν, γιατὶ ἀξίζω ἐπαίνους προσκαλῶ κάθε ἄνθρωπο καὶ νομίζω πὼς τιμὴ συγκεντρώνω, ὅσο ἔρχονται καὶ μαζεύονται, τόσο καμαρώνω κι ὅλο κοιτάζω δεξιὰ ἀριστερά, μήπως ἔγινε κάποιος καὶ λείπει, δὲν ἦρθε, δὲ μὲ θαύμασε, κι ἂν τυχὸν βρεθεῖ κανεὶς νὰ μὲ ξέχασε,ἔχω κακία, τὸν κατηγορῶ, τὸν διασύρω, νὰ τὸ μάθει κι ὁ ἴδιος, νὰ τὸν πτοήσει ὁ ψόγος καὶ νὰ ‘ρθεῖ, νὰ προσφωνήσει, νὰ δείξει ὑποταγή, ὅτι κι αὐτὸς ἀνάγκη ἔχει τὴν εὐχὴ καὶ τὴ φιλία μου. …
Μή μ’ ἀφήσεις, Χριστέ, νὰ πλανιέμαι στὸ μέσο τοῦ κόσμου,Ἐσένα μόνο ἀγαπάω χωρὶς ποτὲ νὰ Σ’ ἀγάπησα καὶ μόνη ἐλπίδα ἔχω τὶς δικές Σου ἐντολὲς νὰ φυλάω, ἂν κι ὁλόκληρος στὰ πάθη βρίσκομαι καὶ δὲν Σ’ ἔχω γνωρίσει καλά.
Γιατὶ ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, ἔχει ἀνάγκη τὴ δόξα τοῦ κόσμου;
Ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, θέλει κάτι ἄλλο ἀπὸ Σένα τὸν ἴδιο;
Θὰ προσκαλέσει αὐτὸς τοὺς πάντες ἢ μερικοὺς θὰ κολακέψει,ἢ θὰ φροντίσει νὰ γίνει φίλος καθενός;
Ὅσοι εἶναι δοῦλοι Σου πραγματικοὶ δὲν ἔκαναν τέτοια, οὔτε ἕνας.
Γι’ αὐτὸ ἔχω θλίψη καὶ λύπη, Θεέ μου,ὅτι βλέπω σ’ αὐτά δουλωμένο τὸν ἑαυτό μου,
καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ νοιώσω καλά, οὔτε νὰ ταπεινωθῶ,τὴ δική Σου δόξα τὴ μόνη ἀληθινὴ δὲν θέλω.

[Ὕμνος ΙΒ’, στ. 69-101, 117-129]

ΠΕΡΙ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (RUDOLF BULTMANN)

 ΤΟ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΣΥΜΒΟΛΟ 

ΤΟΥ RUDOLF BULTMANN

Η πιο ριζική διαφοροποίηση από την Τριαδική Θεολογία του Μπαρθ, ενός καταρχήν υποστηρικτού τής διαλεκτικής στροφής, υπήρξε εκ μέρους τού Rudolf Bultmann. Ο Μπαρθ δοκίμασε να ελευθερωθεί από την «δουλεία» τής φιλελεύθερης θεολογίας για να φθάσει στην «Γη Χαναάν» του πρωτείου του Θεού και της αποκαλύψεώς του. Ο Μπούλτμαν όμως ξανασυνθέτει τις παλιές απαιτήσεις του φιλελευθερισμού σε ένα είδος Νέο-Λουθηρανισμού.

Ο Bultmann καταλήγει πραγματικά να κατανοεί τον Θεό στην καθαρή «απόφαση» τής πίστεως, μόνο που μ’ αυτόν τον τρόπο τον περιορίζει, στην άλλη ενέργεια ή καλύτερα πράξη ή στο ολοκληρωμένο έργο της αγγελίας του Ιησού, το οποίο επαναλαμβάνεται στην κατήχηση!

Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τού Θεού δεν δίνονται από την οντολογική του δομή, αλλά από την ενέργεια τής πράξεώς του, ενώ αυτή η ίδια η πράξη αναστέλλεται από το ναι ή το όχι του ανθρώπου. Τα αυτιά αυτού που είναι διατεθειμένος ή όχι στο auditus verbi γίνονται κατά τον Μπούλτμαν το κριτήριο της πράξεως και της υπάρξεως αυτού του ιδίου του Θεού. Η αυτοαποκάλυψη του Θεού γίνεται ορατή μόνο μέσω της υπαρξιακής κινήσεώς τού ανθρώπου. Προκύπτει έτσι λοιπόν πως ο Θεός τού Μπούλτμαν μιλά μόνον σύμφωνα με την ενέργεια ή την πράξη του ή σύμφωνα με την ενέργεια ή την πράξη τού ανθρώπου, ποτέ όμως σύμφωνα με το Είναι του ή με το Είναι τού ανθρώπου. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, να γίνει ανεκτός ένας μοναδικός θεός στην ουσία του και τριαδικός στα πρόσωπα, χωρίς να καταλήξουμε στον αληθινό και ουσιαστικό μύθο; Ακριβώς γι’ αυτό το απομυθοποιητικό πρόγραμμα του Bultmann, με το οποίο απομυθοποίησε τις Γραφές, συμπεριέλαβε στο τέλος και αυτό το ίδιο το δόγμα της Εκκλησίας. Την Θεότητα τού Χριστού.

Είναι δυνατή η ομολογία πίστεως στην Αγία Τριάδα με την βοήθεια του Συμβόλου, μόνον εάν  αναγνωρίσουμε σαν «Θεό» τον Ιησού Χριστό και επομένως το Άγιο Πνεύμα. Αλλά κατ’ αρχάς τι σημαίνει να αναγνωρίσουμε τον Ιησού Χριστό σαν «Θεό»; Για να απαντήσουμε σε μια τέτοια ερώτηση, διευκρινίζει ο Bultman, πρέπει πρωτίστως να αναρωτηθούμε: ο προσδιορισμός του Χριστού σαν «Θεός» στοχεύει να εκφράσει την «φύση» του, την μεταφυσική του ουσία, ή απλώς την «σημασία» του; Η έκφραση έχει χαρακτήρα σωτηριολογικό ή κοσμολογικό ή και τα δύο; Λοιπόν, συνεχίζει, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν πως κανένα από τα Ευαγγέλια δεν μιλά για τον Ιησού σαν «Θεό», ούτε οι αυθεντικές Επιστολές του Παύλου το ομολογούν, και πως συναντάται μόνο σε δευτερο-παύλεια κείμενα (προς Τίτον 2,13) και σε τελική ανάλυση μόνον στο κατά Ιωάννη (20,28). Ο Χριστός ονομάζεται Κύριος στην Κ. Δ αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο θεωρείται Θείος ή θεϊκή μορφή με κανένα τρόπο «Θεός». Το καθοριστικό πρόβλημα λοιπόν θα ’πρεπε να εκφραστεί ως ακολούθως, κατά τον Bultmann: σε ποιό μέτρο στην Κ.Δ. υπάρχει η πρόθεση να δηλωθεί κάτι γύρω από τη «Φύση» του Ιησού, σε ποιό μέτρο περιγράφεται σαν «αντικείμενο» υπάρχον καθ’ εαυτό, ή εάν και σε ποιό μέγεθος ή Κ.Δ. μιλά γι’ αυτόν και για το «νόημά» του για τους ανθρώπους, για την πίστη. 

Εν συντομία, στην Κ.Δ. οι τίτλοι του Χριστού ομιλούν για την Φύση ή αντιθέτως για τον Christus pro me, (Χριστό για μένα); Σε ποιό μέτρο μια Χριστολογική δήλωση είναι ταυτόχρονα και μία δήλωση πάνω σε μένα; Ο Χριστός με σώζει, επειδή είναι ο Υιός του Θεού, ή μήπως είναι ο Υιός τού Θεού επειδή με σώζει; Έτσι λοιπόν, ο Bultman ισχυρίζεται τελικώς πως στην Κ.Δ., οι δηλώσεις πάνω στην θεότητα του Ιησού ή στο γεγονός πως ανήκει στην θεία περιοχή έχουν σαν στόχο να φωτίσουν όχι την «Φύση» του, αλλά την «σημασία» του! εκφράζουν την πίστη πως αυτό που λέει και αυτό που είναι δεν πηγάζει από τον κόσμο τούτο, δεν είναι ιδέα και γεγονός ανθρώπινα, αλλά λόγος Θεού απευθυνόμενος σε μας, θεϊκή πράξη πάνω μας και για εμάς.

Για την πίστη της Κ.Δ. στον Χριστό είναι ο Θεός που δρα. Για παράδειγμα στην 2 προς Κορ. 5,11 «θα ’πρεπε να μας είναι ξεκάθαρο, πως μιλώντας για τον Θεό και για τον Χριστό, ο Παύλος δεν είχε σκοπό να μας κάνει να αισθανθούμε υπεύθυνοι μπροστά σε δύο πρόσωπα, αλλά να κάνει κατανοητό πως η ευθύνη μας απέναντι στον Χριστό είναι ένα με την ευθύνη μας απέναντι στο Θεό». Το νόημα των τίτλων του Ιησού, ακόμη και Εκείνοι του Θεού, συνίσταται στο να μας κάνει κατανοητό το εξής: ότι με την εμφάνιση του Ιησού, ο άνθρωπος και ο κόσμος τοποθετούνται σε μια νέα κατάσταση, καλούνται να αποφασίσουν υπέρ ή κατά του Θεού, και υπέρ ή κατά του κόσμου. Η θεότης τού Χριστού αποδεικνύεται και ενεργείται σ’ εκείνο το γεγονός το οποίο μας συσχετίζει, δηλ στην διάδοση του κηρύγματος που τον αναγγέλλει σαν την Χάρη του Θεού, φανερωμένη σε μας, και αντιστρόφως το γεγονός πως το κήρυγμα απευθύνεται σε μάς σάν λόγος ο οποίος απαιτεί την πίστη, που μας καλεί στην υπευθυνότητα και τοιουτοτρόπως αποφασίζει γιά μάς, αυτό το γεγονός βρίσκει την έκφρασί του στις ιδιότητες που εφαρμόζονται στον Χριστό: μας λένε πως στην πραγματικότητα ο Θεός μας συναντά σ’ αυτόν και σ’ αυτόν μόνο.

«Η Κ.Δ. -δηλώνει ο Μπούλτμαν- υποστηρίζει χωρίς δισταγμούς την ανθρωπότητα του Χριστού, ενάντια σε κάθε Γνωστικό Δοκητισμό. Οπωσδήποτε εκφράζεται επίσης με μια απλότητα η οποία αγνοεί ακόμη την προβληματική του «αληθινού Θεού και του αληθινού ανθρώπου», Εκείνη την προβληματική την οποία η αρχαία Εκκλησία είδε και την οποία προσπάθησε να λύσει με μη -ικανοποιητικό τρόπο, χρησιμοποιώντας τις κατηγορίες σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων που εξαντικειμενοποιούν τα περιεχόμενα. Έχουμε σαν παράδειγμα αυτής της λύσεως τις εκφράσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνος, οι όροι της οποίας είναι ανυπόστατοι για τη σημερινή σκέψη». Διότι ο Χριστός είναι τότε όλα όσα έχουν λεχθεί γι’ αυτόν, διότι είναι ένα γεγονός εσχατολογικό. «Όμως ο Χριστός είναι ή, καλύτερα – διευκρινίζει ο Μπούλτμαν– γίνεται εσχατολογικό γεγονός στην συνάντηση, όταν δηλ ο λόγος που τον αναγγέλλει γεννά την πίστη». 

Στην συνέχεια περιγράφει έναν παραλληλισμό ο οποίος φωτίζει και αποκαλύπτει τις πηγές και το τέλος τής «μειώσεώς» Του! «Όπως η Εκκλησία, εσχατολογική κοινότης, είναι πραγματική Εκκλησία μόνον επειδή είναι ένα ακριβές γεγονός[ μιά σύναξη], έτσι και η Κυριότης του Χριστού, η Θεότης Του, είναι πάντοτε ένα ακριβές γεγονός. Αυτό σημαίνει η ομολογία ότι είναι το εσχατολογικό γεγονός, ότι δηλ. δεν μπορεί ποτέ να γίνει ένα γεγονός που να μπορεί να εξαντικειμενοποιηθεί στο παρελθόν, ούτε σε μια μεταφυσική σφαίρα, αλλά αντιστέκεται αντιθέτως σε κάθε εξαντικειμενοποίηση». Μ’ αυτό το νόημα πάντοτε ο Θεός μάς συναντά στον Χριστό. Η έκφραση «ο Χριστός είναι θεός» είναι λανθασμένη εάν μ’ αυτή εννοούμε τον Θεό σαν ένα μέγεθος το οποίο μπορεί να εξαντικειμενοποιηθεί, και με την Αρειανή σημασία και με την Ορθόδοξη ή ακόμη και με την φιλελεύθερη. Αυτή η έκφραση είναι σωστή, μόνον εάν ο «Θεός» γίνει κατανοητός σαν το γεγονός της πράξεως τού Θεού! 

Απομυθοποιημένος λοιπόν ο Χριστός σαν «Θεός» δεν μένει παρά να περάσουμε στο Άγιο Πνεύμα: ώστε η ριζική «μείωσις» της Αγίας Τριάδος να είναι τέλεια. Έτσι λοιπόν καθώς ο Χριστός δεν είναι «Θεός» παρά μόνον σαν γεγονός εσχατολογικό που πραγματοποιείται στην αναγγελία του κηρύγματος, άλλο τόσο το Άγιο Πνεύμα δεν μπορεί να είναι πρόσωπο μέσα στην ίδια Μοναδική Θεία Φύση. Το Άγιο Πνεύμα του Τριαδικού δόγματος μπορεί να είναι μόνον αυτό το ίδιο Θεός, ή καλύτερα, η ενέργεια τού Θεού για μας, στην απόφαση της πίστεως. Για τον Bultmann η πίστη είναι ενέργεια. Η Εκκλησιαστική παράδοση μας δείχνει το Άγιο Πνεύμα το οποίο μας μετακινεί προς αυτή την ενέργεια. Αυτή όμως η απάντηση είναι παράλογη κατά τον Bultman, εφόσον το πνεύμα παρουσιάζεται σαν κάτι μυστικό και αινιγματικό, το οποίο ενεργεί πέρα από τις αποφάσεις μας: όπως λέει δε ο Herrmann, αυτό θα ισοδυναμούσε με το «να στοχαζόμαστε σαν τον Αυγουστίνο και να ζούμε σαν τον Πελάγιο». Εάν αντιθέτως το πνεύμα είναι το «πως» της νέας ιστορικής υπάρξεως του Χριστιανού, το πρόβλημα σημαδεύεται με την απάντηση, αλλά δεν λύνεται. Έτσι μας υπενθυμίζεται πως Εν Χριστώ οι πράξεις μας είναι ένα «άγεσθαι πνεύματι», αλλά παρ’ όλα αυτά δεν μας αφαιρείται η πράξη. Εκείνο που έχει σημασία είναι να κατανοήσουμε καλά τι είναι ακριβώς αυτή η πράξη.

Πώς καταλήγει λοιπόν το Σύμβολο για τον Bultmann; Πώς να μην ανησυχούμε, αναρωτιέται ο Μπαρθ, απέναντι στην ανάγνωση της Κ.Δ. από τον Bultmann, στην οποία η Χριστολογία δεν είναι πλέον το κεντρικό σημείο , αλλά εγκαταλείπεται στην σωτηριολογία μέχρι του σημείου να μην αποτελεί τίποτε άλλο από την αρχή της σωτηριολογίας και να μην έχει άλλη λειτουργία από το να προσδώσει Ιστορικότητα στην απόφαση της πίστης; 

Ο Bultmann για λογαριασμό του, παραμένει σταθερός και ήρεμος στις κριτικές «Την πυρκαγιά την αφήνω να καίει ήσυχα-ήσυχα, καθώς βλέπω ότι καίγονται μόνο οι φανταστικές εικόνες της «ζωής του Χριστού», δηλ. ο Χριστός κατά σάρκα. Όμως ο Χριστός κατά σάρκα, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου διότι πως πάνε τα πράγματα στην καρδιά του Ιησού, ούτε το ξέρω ούτε και θέλω να το μάθω». Για τον «Ιστορικό Ιησού» ή τον «Ενσαρκωμένο Χριστό» δεν ενδιαφέρεται διόλου, αυτό που τον πιέζει είναι «ο Χριστός της πίστης» ή «κατά το Άγιο Πνεύμα».

Προσπαθώντας να κατανοήσει τον Bultmann ο Μπαρθ δεν φτάνει μέν μέχρι την κατηγορία του αιρετικού, δεν μπόρεσε όμως να αρνηθεί πως από την απομυθοποιημένη Κ.Δ. σύμφωνα με την μέθοδο του Bultmann «φαίνεται να αναδύεται μια πικρή οσμή δοκητισμού», «δεν γνωρίζω – συνεχίζει ο Μπαρθ – πόσοι είναι εκείνοι που ο Bultmann και οι μαθητές του κατόρθωσαν να βοηθήσουν, με την υπαρξιακή τους ερμηνεία να βοηθήσουν να κατανοήσουν το Ευαγγέλιο, και να το κατανοήσουν μέσα στην Χαρά. Δεν θέτω το πρόβλημα και θέλω να ελπίζω στο καλύτερο. Όμως απαιτείται από μέρους μου μια πολύ μεγάλη προσπάθεια για να φανταστώ πώς εγώ ο ίδιος θα μπορούσα να αισθανθώ εάν θα έπρεπε να κληθώ στην θεολογία, στο κήρυγμα ή απλώς στην πίστη από ένα κήρυγμα, αυτό της Κ.Δ., ερμηνευμένο με τέτοιο τρόπο. Και αυτό μόνο από το απλό γεγονός της τεράστιας σημασίας που αυτή η ερμηνεία δίνει στον εαυτό της, ή αν θέλουμε, λόγω όλων εκείνων που στην συγκεκριμένη ερμηνεία δεν βρίσκουν θέση, εάν την συγκρίνουμε με το κείμενο που υποτίθεται ότι ερμηνεύει».

Ανάμεσα σ’ εκείνα που δεν βρίσουν θέση στην ανάγνωση της Κ.Δ. από τον Bultmann, υπάρχει η Τριάδα των προσώπων του Μοναδικού Θεού, όπως αντιθέτως είχαν δει στην θεότητα η αρχαία Εκκλησία, οι καθολικοί και στις αρχές οι ίδιοι οι προτεστάντες. Μέχρι ποίου σημείου ο Bultmann, με όλη του την υπαρξιακή κατανόηση, και με ποιό νόημα, θα μπορούσε να ονομασθεί ακόμη «Χριστιανός»; 

Αμέθυστος

Σχόλιο.Όπως βλέπουμε στον πατέρα τής απομυθοποιήσεως τού Ευαγγελίου, οι δικοί μας απομυθοποιητές τής Θεότητος τού Κυρίου, η σχολή του Αγουρίδη, ο Ράμφος,  η εσχατολογική ευχαριστεία τού Ζηζιούλα και το αίνιγμα τού κακού του Γιανναρά, είναι απλοί αντιγραφείς του
Η μοναδική μας απορία είναι η επιμονή τους να θεωρούν τόν εαυτό τους ορθόδοξο ή ακόμη και Χριστιανό.


OΠΩΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΙΩΣΗ. ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΣΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ. 
ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ Ο ΣΜΕΜΑΝ:ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΜΑΞΙΜΑΛΙΣΤΗΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, Η ΦΥΣΗ ΓΥΡΩ ΜΟΥ, ΜΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΜΟΥ ΦΤΑΝΟΥΝ.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΕΤΑΙ (11)

 Συνέχεια από Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Θα συνεχίσουμε όμως με τον πιο διάσημο χριστιανό της εποχής μας, τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν, γιατί υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Οι εργασίες του στη Θεία Ευχαριστία εδραιώνουν την ευχαριστιακή εσχατολογία των ημερών μας. Μέσα στα απομνημονεύματά του, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, υπάρχουν δύο εξαίρετες σημειώσεις που μας ενδιαφέρουν άμεσα και φωτίζουν δύο πολύ σκοτεινές πτυχές της συγχρόνου θεολογίας από την πλευρά της πράξης.

Το βιβλίο, αν και κυκλοφορεί εδώ και αρκετά χρόνια μεταφρασμένο στα ελληνικά (δίπλα σε άλλα γνωστά βιβλία του συγγραφέα), μοιάζει να περνά απαρατήρητο. Πρόκειται για το “Ημερολόγιο” του Σμέμαν, κρυμμένο απ’ όλους, όπως φαίνεται, όσο αυτός ζούσε ανάμεσά μας και που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του. Και είναι αποκαλυπτικό για όσα αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο σύγχρονος χριστιανός ιερέας και “θεολόγος” βίωνε στην ψυχή του.

Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν


«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»

Για να δούμε λοιπόν, ο άνθρωπος, ο χριστιανός ο οποίος βάπτισε τη Θ. Ευχαριστία εσχατολογία τί είναι, όταν αντιμετωπίζει τα έσχατα ερωτήματα! Την αλήθεια!

Λέει: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά δεν έχω πνευματική. Έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον οποίο όμως, απαιτεί το Ευαγγέλιο! Ας δούμε ποια είναι η πίστη του: Για μια απλή επίγεια ευτυχία, για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου, για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός, για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος!
Για μια ζωή που μας έχει καλέσει ο Θεός, όχι ο Χριστός. Εάν η χαρά ξεπερνά τον φόβο του θανάτου (ένας τρυφερός Βουδισμός στην πραγματικότητα, γιατί ο Βουδισμός είναι ένα σύστημα με το οποίο γλιτώνουμε από τον φόβο του θανάτου) τότε Γιατί η Ενανθρώπιση; Ο άνθρωπος που θα στηρίξει με την ευχαριστιακή του εκκλησιολογία την νέα Εκκλησία δεν είναι καν Χριστιανός. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό βεβαίως. Και ποιος είναι Χριστιανός; Ο αληθινός Χριστιανός πρώτος τον λίθον βαλέτω! Γιατί όμως δεν το καταλαβαίνει; Γιατί δεν ανησυχεί με τα ίδια του τα λόγια; Γιατί ενώ ομολογεί πως δεν έχει αυτό που απαιτεί το Ευαγγέλιο, αμέσως μετά μιλά για ανθρώπινη ευτυχία και την εμφανίζει σαν εναλλακτική, λογική, αξιοθαύμαστη, γεμάτη αγάπη συγκρίνοντάς τη με τη ζωή του Αγίου Συμεών, τον οποίο κατακρίνει μόνο από ένα απόσπασμα; Είναι δυνατόν αυτή η προχειρότης να στηρίξει Εκκλησία; Αυτή η αδιαφορία; Μας συμφέρει όλους, αυτή είναι η αλήθεια! Και τον σκύλο χορτάτο και την πίττα ολόκληρη.
Η εσχατολογία λοιπόν, η οποία μεταλλάσσει την Εκκλησία μεταφέροντας το νόημα και τον αγώνα μας, από την ζωή, στην ύπαρξη, μέσω του αγαπητού Σμέμαν, συνάντησε απροσκάλεστα τα έσχατα ερωτήματα της ζωής, αυτά που είχε σκοπό η εσχατολογία ακριβώς να αποφύγει.
Και τα αποτελέσματα είναι θλιβερά όπως βλέπουμε! Το υποκείμενο δεν μπορεί να εκκλησιαστεί. Μπορεί να υπάρξει μόνον σε τέλεια, ολοκληρωμένη, παντοτινή, σίγουρη κατάσταση. Δεν αντέχει το Γίγνεσθαι, την αβεβαιότητα, το κατά Χάριν, την πίστη πραγμάτων ου βλεπομένων. Θέλει αποδείξεις και πνεύμα εμπιστοσύνης.

«Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου, 1982

Ο κληρικαλισμός δημιουργεί ασφυξία• ανάγει ένα μέρος του εαυτού του σ’ ολόκληρο τον ιερό χαρακτήρα της Εκκλησίας• μεταβάλλει τη δύναμή της σε ιερή εξουσία για να ελέγχει, να καθοδηγεί, να διοικεί• σ’ εξουσία για να επιτελεί μυστήρια, και γενικά, μετατρέπει την κάθε εξουσία σε «θεόσδοτη εξουσία»! Ο κληρικαλισμός αποσπά κάθε «ιερότητα» από τους λαϊκούς: αποδείξεις; το τέμπλο, η θεία Κοινωνία (μόνο κατόπιν αδείας), η Θεολογία...

Και όσο περισσότερο ο κληρικαλισμός «κληρικοποιεί» (η παραδοσιακή εικόνα του επισκόπου ή του ιερέα – που επιτείνεται από τα ρούχα του, τα μαλλιά του, κ.λπ., κι ο επίσκοπος από τις πανάκριβες στολές!), τόσο περισσότερο η ίδια η Εκκλησία θα εκκοσμικεύεται, θα υποτάσσεται πνευματικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην Καινή Διαθήκη, ο ιερέας παρουσιάζεται ως ο ιδανικός λαϊκός. Σχεδόν όμως αμέσως μετά αρχίζει ο αυξανόμενος ριζικός χωρισμός του από τους λαϊκούς• κι όχι μόνο χωρισμός, αλλά αντίθεση κι αντιπαράθεση προς τους λαϊκούς…

Ο ιερέας αντί να είναι ο «τύπος των πιστών» (Α' Τιμοθ. 4, 12), εμφανίζεται με την εικόνα του «κυρίου πάσης ιερότητος» (master of all sacrality) που ξεχωρίζει από τους πιστούς, που διανέμει τη χάρη κατά βούληση.

Αυτή είναι η ρίζα της αντίθεσης στη συχνή θεία Κοινωνία από κάποιους κληρικούς – η προστασία της θείας Κοινωνίας με την εξομολόγηση, την άφεση, με την «εξουσία που μου έχει δοθεί...» κ.λπ. Είναι σαφές πως αυτός ο αγώνας μεγαλώνει τώρα υπό την επίδραση κάποιων κληρικών πού έχουν καταληφθεί από την εξουσία τους, από την «ιερότητά» τους. Τίποτε δεν απειλεί τόσο την εξουσία τους όσο η επιστροφή της Ευχαριστίας στην Εκκλησία, η αναγέννησή της ως το «Μυστήριο της Εκκλησίας», κι όχι ως ένα από «τα μέσα εξαγιασμού...».

Η τραγωδία της θεολογικής παιδείας βρίσκεται στο γεγονός πως νέοι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν ιερείς αναζητούν –συνειδητά ή ασυνείδητα– αυτόν τον χωρισμό, αυτή την εξουσία, αυτό το ανέβασμα πάνω από τους λαϊκούς. Η δίψα τους αυτή ενισχύεται και γεννάται από ολόκληρο το σύστημα της θεολογικής παιδείας, τον κληρικαλισμό. Πώς μπορεί να τους κάνει κανείς να καταλάβουν, όχι μόνο με το μυαλό τους, αλλά μ’ ολόκληρη την ύπαρξή τους, πως πρέπει ν’ απομακρυνθούν από την εξουσία, από κάθε εξουσία, η οποία υπήρξε ανέκαθεν ένας πειρασμός που προέρχεται πάντοτε από τον Διάβολο; Ο Χριστός μάς απελευθέρωσε απ’ αύτη την εξουσία –«εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης...» (Ματθ., 28,18)– αποκαλύπτοντας το Φως της εξουσίας ως εξουσία αγάπης και Ουσιαστικής αυτοπροσφοράς. Ο Χριστός δεν έδωσε στην Εκκλησία «εξουσία», αλλά το Άγιο Πνεύμα: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον...». Η εξουσία, εν Χριστώ, επέστρεψε στον Θεό, κι ο άνθρωπος θεραπεύτηκε από το «διοικείν και διατάζειν».

Στο εξηκοστό πρώτο έτος της ζωής μου, ξαφνικά αναρωτιέμαι: Πώς τα πάντα έχουν τόσο πολύ διαστρεβλωθεί; Και φοβούμαι!»

Φοβερό; Κι όμως αυτός ο άνθρωπος με την τόσο βαθειά απέχθεια, και συμβιβασμό ταυτόχρονα με την “ψεύτικη ζωή” του, υπήρξε και θεωρείται ακόμα, ένας στυλοβάτης της σύγ­χρονης “ακαδημαϊκής” θεολογίας μας. Πώς να μην κλάψου­με πικρά; Πώς κατασκευάσαμε έναν τέτοιο φτιαχτό “θεολογι­κό” κόσμο; Και πώς να μην αρνηθούμε ολόκληρη την εκκλη­σιαστική πατερική μας κληρονομιά, εφόσον αυτός είναι ο σκοπός αυτού του φτιαχτού κόσμου!;

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Πώς δει τιμάν τα Άγια Πάθη (Ηλίας Μηνιάτης)


…ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.

                                             Πῶς δεῖ τιμᾶν τά Ἅγια Πάθη

                                                           Ἡλία Μηνιάτη
«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ». Ἱωάνν. ιβ’ 13)

Ὅταν ἐγώ βλέπω τόν Ἰησοῦν Χριστόν νά ἐμβαίνῃ μέ τόσην τιμήν, μέ τόσην δοξολογίαν, μέ τόσον θρίαμβον μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, ἠμπορῶ νά λογιάσω μέ δίκαιον λόγον, πώς ἀπό τόν φθόνον καί μῖσος τῶν ἀρχιερέων, τῶν πρεσβυτέρων καί γραμματέων δέν ἔχει πλέον νά φοβῆται κανένα κακόν.

Ὦ πόλις ἁγία, ὄντως πόλις τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ! «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ» εἰς τούς περασμένους αἰῶνας, δεδοξασμένα θέλουσι λαληθῇ περί σοῦ καί εἰς τούς αἰῶνας τούς μέλλοντας, διά τήν εὐχαριστίαν καί ἀγάπην, ὅπου δείχνεις πρός τόν θεῖον σου εὐεργέτην! Εὐγνώμονες παῖδες Ἑβραίων, ἐπαινῶ τήν ἀγαθήν σας διάθεσιν· ἐσεῖς τώρα πιάνετε κλάδους ἐλαιῶν καί βαΐα φοινίκων, σύμβολα νίκης, μέ τά ὁποῖα προαπαντᾶτε, ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, τόν θαυματουργόν τοῦτον υἱόν Δαυΐδ· δείχνετε μίαν καρδίαν πώς εἶσθε ἕτοιμοι νά πιάσετε καί τά ὅπλα, διά νά τόν φυλάξετε κάθε καιρόν ἀπό τῶν ἐχθρῶν του τά μηχανήματα.

Ἰησοῦ μου, ἐδῶ μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ ἐσύ πλέον δέν φοβεῖσαι· οὗτος δι᾽ ἐσέ εἶναι τόπος καταφυγῆς· καί ἄν ἐσείσθη ὅλη ἡ πόλις διά τήν εἴσοδόν σου, θέλει σεισθῇ πάλιν ὅλη ἡ πόλις διά τήν φύλαξίν σου. Γραμματεῖς, πρεσβύτεροι καί ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων, εἰς μάτην κοπιάζετε· τί συμβουλεύεσθε εἰς τά συνέδρια; τί μελετᾶτε εἰς τάς συναγωγάς, ἐσεῖς δέν ἔχετε καμμίαν δύναμιν νά κακοποιήσετε τοῦτον τόν Ναζωραῖον, τόν ὁποῖον ἕνας ἀναρίθμητος λαός ὑποδέχεται μέ τόσην πανήγυριν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ».

Μά τί λέγω ἐγώ; ὦ ἀκατάστατοι διαλογισμοί τῶν ἀνθρώπων! ὤ ψευδής ἐπίδειξις τῆς μιαιφόνου πόλεως! ὤ προσωρινή περιποίησις τοῦ ἀχαρίστου λαοῦ! ἡ πόλις Ἱερουσαλήμ, ὅπου σήμερον εἶναι θέατρον τόσον λαμπρᾶς ἑορτῆς, εἰς ὀλίγας ἡμέρας θέλει γένει θέατρον τῆς φρικτῆς τραγῳδίας. Αὐτή, ὅπου τόν δέχεται ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, θέλει τόν προσηλώσει εἰς ἕνα ξύλον, ὡς ἕνα κατάδικον· αὐτός ὁ λαός, ὅπου τώρα σείει τά βαΐα, θέλει πελεκήσει τόν Σταυρόν· αὐτός, αὐτός ὅπου τώρα φωνάζει τό: Ὡσαννά, θέλει φωνάζει τό σταυρωθήτω. Καί λοιπόν σήμερον τόση τιμή εἰς ὀλίγας ἡμέρας τόση καταφρόνησις; αὐτοί οἱ ἴδιοι, ὅπου τώρα τόν προσκυνοῦσαν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, ὅπου τόν σταυρώνουσι; ναί.

Τοῦτο ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τοῦτο τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.

ΜΕΡΟΣ Α΄

Ἀφοῦ ἔκαμε τό δεῖπνον τό Μυστικό ὁ Ἰησοῦς Χριστός, συντροφιασμένος μέ τούς μαθητάς του, ἔρχεται πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν κέδρων, εἰς τό χωρίον Γεσθημανῆ· ἦτον εἰς τήν ἀρχήν τῆς νυκτός καί, ἀφήνοντάς τους ἐκεῖ παίρνει μαζῆ του τούς τρεῖς, Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην. Παραμερίζει νά προσευχηθῇ καί, στοχαζόμενος τό πάθος του, περίλυπος ἔγεινεν ἡ ψυχή του ἕως θανάτου.

Καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή λυπᾶσαι· ἐγώ βλέπω ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπου ἔρχεται πρός σέ μετά φανῶν καί λαμπάδων· αὐτοί πρέπει νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι, διατί ἀλλέως δέν ἐπεριπατοῦσαν τήν νύχτα μέ τό φῶς. Βλέπω καί περιπατεῖ ἔμπροσθεν τους ἕνας ἄνθρωπος, ὅπου ἀπό τό σχῆμα μέ φαίνεται ἕνας σου μαθητής. Βλέπω καί ἐκεῖνοι σιμώνουσιν, ἐτοῦτος σέ χαιρετᾷ: «χαῖρε Ραββί»· μάλιστα σέ φιλεῖ «καί κατεφίλησεν αὐτόν».

Ἐκεῖ ὅπου εἶναι φιλήματα, ἐκεῖ ὅπου εἶναι χαιρετισμοί, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἕνας μαθητής, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι φανοί καί λαμπάδες, ἠμπορεῖ νά εἶναι κανένα κακόν; καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή φοβεῖσαι. Μά τέλος πάντων τί γίνεται; ἐκεῖνοι οἱ λαμπαδοφόροι ἄνθρωποι εἶναι σπεῖρα στρατιωτῶν, εἶναι πλῆθος ὑπηρετῶν, ὅπου ἔρχονται διά νά πιάσωσι τόν Ἰησοῦν καί νά τόν σύρουσιν εἰς τόν θάνατον· ἐκεῖνος ὁ μαθητής εἶναι ὁ προδότης Ἰούδας, ὅπου τόν ἐπώλησε διά τριάκοντα ἀργύρια, καί τώρα ἔρχεται νά τόν παραδώσῃ· ἐκεῖνος ὁ χαιρετισμός εἶναι δόλιος, ἐκεῖνο τό φίλημα εἶναι τό σημεῖον τῆς προδοσίας· «ὅν ἄν φιλήσω αὐτός ἐστι, κρατήσατε αὐτόν».

Ὥστε ὅπου ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα; βέβαια ὤ μεγάλη συμφορά τοῦ Ἰησοῦ! δίκαιον ἔχει, δίκαιον ἔχει νά λέγῃ: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Ἕνα ὅμοιον πρᾶγμα συμβαίνει τήν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅταν γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῶν ἁγίων καί φρικτῶν παθῶν τοῦ Σωτῆρος. Πλῆθος πολύ, ἡ πρόοδος τῶν Σταυρῶν καί τῶν ἁγίων Τάφων κρατεῖ ἀπό τό ἕνα ἕως τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως, συνδρομή ἀναρίθμητος ἱερωμένων καί λαϊκῶν, καί ἰδιωτῶν μεγάλων καί μικρῶν, ὅπου προάγονται καί ἀκολουθοῦσι τήν ἱεράν λιτανείαν· στενοχωροῦνται εἰς κάθε τόπον κάθε ἡλικίας ἄνθρωποι, ὅπου συντρέχουσιν εἰς τό θέαμα· κρέμονται ἀπό τά παράθυρα ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί παιδιά καί γέροντες, διά νά ἰδοῦσι τήν σεβασμίαν παράταξιν.

Φωτοχυσία μεγάλη φανῶν καί λαμπάδων, εἰς τρόπον ὥστε λάμπει μία ἡμέρα εἰς τό σκότος τῆς νυχτός· εἶναι ὅλα σημεῖα μιᾶς ἐξαιρέτου θερμῆς εὐλαβείας. Ὅποιος ἰδῇ τί γίνεται καί μέσα εἰς τάς ἐκκλησίας καί ἔξω εἰς τάς πλατείας καί τάς ὁδούς, θέλει λογιάσει πώς ὅλη ἡ πόλις, ὡσάν ἡ Νινευή, ὅταν ἔκαμεν ἐκείνην τήν δημοσίαν μετάνοιαν διά νά ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, εἶναι ὅλη πόνος, συντριβή, κατάνυξις· καί πῶς, ἄν ὅλαις ταῖς ἡμέραις τοῦ χρόνου ἐστάθημεν ἁμαρτωλοί, τήν Μεγάλην Παρασκευήν ἡμεῖς εἴμεσθεν ἀληθινά μετανοημένοι;

Μ᾽ ὅλον τοῦτο, ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· ἡ μεγάλη ἐκείνη παρρησία δέν εἶναι ἄλλο παρά μία ἐπίδειξις θεατρική· ἀπό ἐκεῖνο τό πολύ πλῆθος, ὅπου συντρέχει διά νά ἑορτάση τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, μερικοί ὁλότελα δέν ἐμετανόησαν· βλέπουσιν τόν Χριστόν εἰς τόν Σταυρόν καί ἐκεῖνος δέν ἐχωρίσθη ἀκόμη ἀπό τήν πόρνην· τοῦτος δέν ἐπέστρεψεν ἀκόμη τό ξένον πρᾶγμα, οὗτος ὁ ἄλλος ἀκόμη δέν ἐσυγχώρησεν τόν ἐχθρόν του, δέν ἄφησε τήν κακήν του συνήθειαν καί δέν ἔχει γνώμην νά κάμῃ καμμίαν διόρθωσιν τῆς ζωῆς του· ἄλλοι ἐμετανόησαν, μά πρός ὥρας ἐμετανόησαν πώς ἥμαρτον, μετ᾽ ὀλίγον θέλουσι μετανοήσει πώς ἐμετανόησαν: ἄλλοι ἔχουσι γνώμην νά ἐξομολογηθῶσι, μά ἔχουσι καί γνώμην εὐθύς, ὅπου ἀναστηθῇ ὁ Χριστός, πάλιν νά τόν ξανασταυρώσουσιν: «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντες», καθώς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος.

Ὦ Θεέ! καί οἱ Χριστιανοί τιμῶσι τόν Χριστόν εἰς τά πάθη του μόνον μέ τά χείλη, μά ἡ καρδιά τους εἶναι πολλά μακράν, ἔτσι ἐπαραπονεῖτο ὁ Θεός, μέ τό στόμα τοῦ Ἡσαΐου, καί αὐτός ὁ Χριστός εἰς τό ἱερόν Εὐαγγέλιον: «Ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσε περί ὑμῶν Ἡσαΐας, λέγων ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος τῷ στόματι αὑτῶν καί τοῖς χείλεσί με τιμᾷ· ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ».

Τέτοιας λογῆς ἀνίσως καί τήν μεγάλην ἐκείνην Παρασκευήν μίαν φοράν ἐσταυρώθη ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἰουδαίους, κάθε μεγάλην Παρασκευήν ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός ἀπό τούς Χριστιανούς, διατί ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· καί μ᾽ ὅλον τοῦτο· τότε ἔπρεπε μάλιστα οἱ Χριστιανοί νά φαίνωνται πλέον εὐλαβεῖς καί πλέον εὐχάριστοι.

Ἀποστάτησεν ὁ λαός τῆς Ἀντιοχείας καί Σέλευκος ὁ Βασιλεύς μετά βίας ἐλυτρώθη ἀπό τάς χεῖρας τῶν ἀποστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά τοῦ πάρωσι καί τήν ζωήν, ἀφ᾽ οὗ τοῦ ἐπήρασι τήν βασιλείαν. Μοναχός φεύγει κρυφίως ἀπό τά βασίλεια, ἐβγαίνοντας ἀγνώριστος ἀπό τήν χώραν, περιπατεῖ ὅλην τήν νύκτα καί πρός τήν αὐγήν φθάνει εἰς μίαν παραθαλασσίαν, ὅπου κάθεται νά πάρῃ ὀλίγην ἀναπνοήν. Κουρασένος εἰς τό κορμί διά τόν κόπον, περίλυπος εἰς τήν ψυχήν διά τήν καταστροφήν, καί μέ πολλούς ἀναστεναγμούς στέκει καί συλλογίζεται τήν συμφοράν του.

Μά οἱ ἀποστάται, ὅπου τόν ἤθελον ἀποθαμένον, ἀκολουθοῦσι τά ἴχνη του· φθάνουσι καί αὐτοί εἰς τόν ἴδιον τόπον· τόν ξανοίγουσι μακρόθεν, τόν γνωρίζουσι· τρέχουσι τότε μέ ὅλον τόν θυμόν εἰς τό πρόσωπον, μέ τάς ρομφαίας εἰς τάς χεῖρας, καί ὁρμοῦσι καταπάνω του, διά νά πίωσι τό αἷμα του. Πλησιάζουσι· καί ἐδῶ, βλέποντες ἕνα Βασιλέα, τόν ἴδιόν τους Βασιλέα, μοναχόν, χωρίς καμμίαν συντροφίαν, τεθλιμμένον, χωρίς καμμίαν παρηγορίαν, γυμνόν ἀπό κάθε βασιλικήν στολήν, κείμενον εἰς τήν γῆν, ὅλον περιχυμένον ἀπό τά δάκρυα, κρατοῦσιν εἰς τό πρῶτον τόν θυμόν καί τάς χεῖρας, τόν λυποῦνται, μετανοοῦσιν εἰς τήν ἀποστασίαν ὅπου ἔκαμαν· τόν παρηγοροῦσιν μέ λόγια συμπαθητικά· τόν σηκώνουσιν ἀπό τήν γῆν· τόν προσκυνοῦσι πάλιν διά βασιλέα ζητοῦσι συγχώρησιν εἰς τά περασμένα· τόν συντροφεύουσιν εἰς τήν πόλιν· τόν ἀνεβάζουσιν εἰς τόν θρόνον καί τοῦ ὀμνύουσιν εἰς τό ἐρχόμενον πίστιν καί ὑπακοήν! Τόσον ἴσχυσεν εἰς καρδίας καί βαρβάρων καί ἀποστατῶν ἡ ὄψις δυστυχισμένου βασιλέως.

Αἴ, χριστιανοί, ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον τήν μεγάλην Παρασκευήν βλέπομεν καρφωμένον εἰς ἕνα σταυρόν, στεφανωμένον μέ ἀκάνθας, ἄμορφον ἀπό τά ραπίσματα, ὅλον αἱματωμένον ἀπό τάς πληγάς, εἶναι ὁ βασιλεύς τῆς Δόξης, εἶναι ὁ βασιλεύς ἡμῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἐβαπτίσθημεν, τοῦ ὁποίου τό εὐαγγέλιον πιστεύομεν, τοῦ ὁποίου τήν βασιλείαν ἐλπίζομεν.

Αἱ ἁμαρτίαι μας τόν ἔφεραν εἰς μίαν κατάστασιν τόσον ἐλεεινήν· καί λοιπόν ἐκείνην τήν ὥραν, ὅπου τόν βλέπομεν, εἶναι τόσον πέτριναι αἱ καρδίαι μας, καί δέν συτρίβονται ἀπό τόν πόνον; τότε ἔπρεπε νά λέγωμεν, μά νά τό λέγωμεν ἐκ καρδίας καί μέ ὅλην τήν συντριβήν: Ἰησοῦ μου, Λυτρωτά μου, εἶναι δίκαιον Ἐσύ νά εἶσαι προσηλωμένος εἰς ἕνα Σταυρόν καί ἐγώ νά κείτωμαι ἀκόμη εἰς τόν κράββατον μέ τήν πόρνην! Ἐσύ νά φορῇς τόν ἀκάνθινον στέφανον καί ἐγώ νά ἔχω τόσους κακούς λογισμούς εἰς τήν κεφαλήν!

Ἐσύ νά ἔχῃς ἀνοικτήν τήν πληγωμένην πλευράν καί ἐγώ νά κρατῶ εἰς τήν καρδίαν κατά τοῦ πλησίον μου μῖσος αἰώνιον! Ἐσύ νά ἔχῃς καρφωμένα χέρια καί πόδια καί ἐμέ τά χέρια μου νά εἶναι γεμᾶτα ἀδικίας, τά πόδια νά τρέχουσιν εἰς τήν ἀπώλειαν! Ἐσύ νά ἔχῃς καταξεσχισμένας τάς καθαρωτάτας σάρκας ἀπό τάς μάστιγας καί ἐγώ νά ἔχω τήν σάρκα μου μολυσμένην ἀπό τόσας ἀκαθαρσίας!

Ἐγώ ἔπρεπε νά βαστῶ τοιοῦτον σταυρόν· ἐγώ νά λάβω τόσα πάθη· ἐγώ νά ὑποφέρω τοιοῦτον θάνατον· μά, ἄν δέν ἠμπορῶ νά ἀποθάνω διά ἐσέ, κἄν ἄς μετανοήσω· ἄν δέν ἠμπορῶ νά χύσω τό αἷμα μου, κἄν ἄς χύσω τά δάκρυά μου· ἄν δέν ἠμπορῶ νά δώσω τήν ζωήν μου διά τήν ζωήν σου, κἄν ἄς δώσω τήν ἀγάπην μου διά τήν ἀγάπην σου. Ἐσύ, ὁ ἀναμάρτητος Θεός, ἔκαμες τόσα δι᾽ ἐμέ τόν ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον, καί ἐγώ τί ὀλιγώτερον ἠμπορῶ νά κάμω διά ἐσέ, παρά νά σέ ἀγαπῶ, παρά πλέον νά μήν πταίσω; Καί λοιπόν ἐγώ μετανοῶ, ἐγώ ἀθετῶ τά περασμένα μου σφάλματα καί ἁμαρτίας καί ὀμνύω ἀπ᾽ ἐδῶ καί ἐμπρός αἰώνιον ἀγάπην εἰς τό ὄνομα σου καί ὑπακοήν εἰς τόν νόμον σου.

Ἔτσι ἔπρεπε νά λέγωμεν, ἔτσι νά κάμωμεν τήν μεγάλην Παρασκευήν· καί αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὅπου διά τοῦτο κάθε χρόνον μᾶς ἐνθυμίζει τοῦ Χριστοῦ τό πάθος καί θάνατον. Ἡ ἑορτή τῶν χριστιανῶν, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἐξόχως εἰς τάς ἁγίας ταύτας ἡμέρας νά εἶναι «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια». Ἐπίδειξις ἀγαθῶν ἔργων, ὄχι μόνον φανῶν καί λαμπάδων· εὐλάβεια ψυχῆς, ὄχι μόνον κατ᾽ ἐπιφάνειαν· πολιτείας ἀκρίβεια, ὄχι μόνο θεατρική παρρησία. Ἀλλέως, ὅταν ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα, ἠξεύρετε τί ἦτον καλλίτερον νά κάμωμεν; ἀκούσατέ το.

Εἰς τόν πόλεμον ὅπου ἔκαμεν ὁ βασιλεύς Σαούλ ἐναντίον τῶν Φιλισταίων, ἀπέθανεν ἐσφαγμένος μέ τήν ἴδιαν του δεξιάν· ὅταν τό ἤκουσεν ὁ Δαυΐδ, ἔσχισε τά ἱμάτιά του, ἔκαμε θρῆνον μέγαν καί εἶπεν πρός ὅλον τόν λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ὁ βασιλεύς Σαούλ ἀπέθανε· σιωπή τό λοιπόν, δέν θέλω τινάς νά τό φανερώσῃ, διά νά μή τό ἀκούσωσι καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί· «μή ἀπαγγείλατε ἐν Γάθ, μηδέ εὐαγγελίσησθε ἐν ἐξόδοις Ἀσκάλωνος, ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».

Ἔρχεται ἡ ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμίζει, πώς ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Βασιλεύς ὑμῶν, ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς ἕνα Σταυρόν διά τήν ἀγάπην μας· καί λοιπόν σιωπή· σφαλίξατε, ὦ ἱερεῖς τάς ἐκκλησίας, κρύψατε εἰς τά ἐνδότερα τοῦ θυσιαστηρίου τόν Ἐσταυρωμένον καί τόν Σταυρόν· μή ἀκουσθῇ, μή φανῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως. Μά πῶς; νά φέρωμεν ἀπό τό ἕνα εἰς τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως τόν Σταυρόν, νά σύρωμεν ἀπό τάς ὁδούς καί ἀπό τάς πλατείας τόν Ἐσταυρωμένον, νά κηρύττωμεν φανερά πώς ἐκεῖνος ἔλαβε τοιοῦτον ἐπώδυνον καί ἐπονείδιστον θάνατον διά ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὡς τόσον, ἔξω ἀπό ἐκείνην τήν φαινομένην παρρησίαν, νά μή δείχνωμεν πρός αὐτόν κανένα σημάδι πόνου καρδιακοῦ, εὐλαβείας ἀληθινῆς, ἀγάπης καί εὐχαριστίας;

Τί θέλουσι λέγει τότε οἱ Ἑβραῖοι, ὅπου τόν ἐσταύρωσαν; θέλουσι λέγει: οἱ Χριστιανοί πιστεύουσι πώς ἐκεῖνος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ· οἱ Χριστιανοί ὁμολογοῦσι, πώς ἐκεῖνος ἐσταυρώθη διά τήν ἀγάπην τους, καί οἱ Χριστιανοί τόσον μόνον κάνουσι διά τόν εὐεργέτην τους; ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ δέν εἶναι ἔτσι, καθώς οἱ Χριστιανοί πιστεύουσιν, ἤ καί αὐτοί οἱ Χριστιανοί ἀληθινά δέν τόν πιστεύουσιν. «Εἰ υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ, καί πιστεύσομεν εἰς αὐτόν»· ἔτσι θέλουσι βλασφημεῖ καί τώρα οἱ Ἑβραῖοι, καθώς καί τότε εἰς τό πάθος τοῦ Χριστοῦ· ἔτσι θέλουσι περιγελᾷ τήν ὑπόκρισιν τῶν Χριστιανῶν.

Ὅθεν διά τό καλλίτερον σφαλίσατε – λέγω πάλιν – ἱερεῖς, τάς ἐκκλησίας, κρύψατε τόν Σταυρόν καί τόν Ἐσταυρωμένον· μή φανῆ, μήν ἀκουσθῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, διά νά μή χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως: «ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».

Καί λοιπόν δέν ἔχει νά γενῇ τήν μεγάλην Παρασκευήν ἡ συνηθισμένη πρόοδος, ἡ λιτανεία καί παρρησία, ὅπου γίνεται κάθε χρόνον; τό εἶπα· πλήν, ἐπειδή καί ἔτσι θέλετε, ἄς γένῃ· μά ἄς γένῃ καθώς πρέπει· καθώς εἶναι τά φαινόμενα, ἔτσι ἄς εἶναι καί τά γινόμενα· καθώς εἶναι ἡ ἐξωτερική, ἔτσι ἄς εἶναι καί ἡ ἐσωτερική εὐλάβεια.

Μέ τούς φανούς καί μέ τάς λαμπάδας, ἄς ἀνάπτη μέσα εἰς τήν καρδίαν μας ἡ ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον, ὅπου διά τήν ἀγάπην μας ἀπέθανε· ἀπό τόν ἀκάνθινόν του στέφανον, ἄς πάρωμεν κατάνυξιν καί συντριβήν· ἀπό τάς πληγάς του, ἄς παρακινηθῶμεν νά σκληραγωγοῦμεν τήν σάρκα· ἀπό τόν Σταυρόν του, ἄς μάθωμεν τήν ὑπομονήν· ἀπό τόν θάνατόν του, ἄς καταλάβωμεν πόσον μέγα κακόν εἶναι ἡ ἁμαρτία· ἡ ἡμέρα τῆς μεγάλης Παρασκευῆς, ἄς εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς μετανοίας μας, ἄς εἶναι ἡ λιτανεία «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια» καί ἄς γένῃ.


ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΓΕΥΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ.
Ἔρχεται ἡ ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμίζει, πώς ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Βασιλεύς ὑμῶν, ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς ἕνα Σταυρόν διά τήν ἀγάπην μας·
ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΜΑΣ ΟΤΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ, Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ, Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΛΛΟΙΩΣΑΝ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ. ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ. ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ, ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ ΤΟΥ.
ΜΟΝΟ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΕΜΕΙΝΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ, ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΖΩΗ, ΜΕ ΝΟΗΜΑ ΟΜΩΣ, ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥΣ.