Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Werner Beierwaltes - Διονύσιος Αρεοπαγίτης - Ένας Χριστιανός Πρόκλος;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Werner Beierwaltes - Διονύσιος Αρεοπαγίτης - Ένας Χριστιανός Πρόκλος;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (1)

 Πλατωνισμός στον Χριστιανισμό

Του Werner Beierwaltes. 
Image result for dionigi areopagita
Ι.       Ο Λακωνικός επίλογος της εκθέσεως που οι πράξεις των Αποστόλων μας παρέδωσαν για την ομιλία του Παύλου στους Έλληνες στον Άρειο πάγο είναι η αρχή ενός τρικυμιώδους κεφαλαίου της ιστορίας των σχέσεων ανάμεσα στην νεοπλατωνική φιλοσοφία και την Χριστιανική Θεολογία. Εδώ ανήκει η σύμπραξη τους η οποία ξεκινώντας στον έκτο αιώνα, συνέχισε στον μεσαίωνα, στην αναγέννηση και στην διάρκεια του πρώτου μοντερνισμού, με την μορφή μίας παραγωγικής προσλήψεως και επανεξετάσεως, στην θρησευτικότητα του Χριστιανισμού, του στοχασμού της ύστερης αρχαιότητος.
          "Ούτως ο Παύλος εξήλθεν εκ μέσου αυτών. Τινές δέ άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οίς και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και γυνή ονόματι Δάμαρις και έτερος σύν αυτοίς". (Πράξεις 17,33).
          Στην διάρκεια του Χρόνου υπήρξαν διάφορες φιγούρες οι οποίες διεκδίκησαν για τον εαυτό τους την ταυτότητα του Αρεοπαγίτη και καθεμιά απο αυτές πρότεινε μία απαίτηση πρωτοτυπίας (καταγωγής) η οποία νομιμοποιούσε και αύξαινε το κύρος του προσώπου του και των λόγων του. Όσον αφορά την αγιογραφία ο Άγιος Διονύσιος είναι ο Άγιος Θεμελιωτής της Γαλλίας, ο οποίος μετά τον θάνατό του, κρατούσε ακόμη την κεφαλή του στο χέρι του. Όσον αφορά δέ την Θεολογία ο Διονύσιος είναι ο συγγραφεύς γραπτών τα οποία απο την άποψη του περιεχομένου είναι εντυπωσιακά σύνθετα, τα οποία γράφτηκαν πιθανώς στην αρχή του έκτου αιώνος. Ο συγγραφεύς αυτός μάλιστα μέσω μίας καλά μελετημένης παρουσίασης του εαυτού του, βοήθησε όχι μόνον να ασκήσουν τα γραπτά του μία επιρροή και ένα κύρος τα οποία παρομοιάζονται με εκείνα που μπορούσαν να έχουν μερικά γραπτά που προήρχοντο απο τον κύκλο των αποστόλων, αλλά και οι αναγνώστες να είναι πεπεισμένοι αυτής της καταγωγής-όπως ακριβώς συνέβη μέχρις ότου (μετά τις αμφιβολίες τού Αβελάρδου) ο Λορέντσο Βάλλα το 1457 απέδειξε πειστικά ότι τα γραπτά του Διονυσίου ήταν ψευδοεπίγραφα. Τέλος όσον αφορά την εκκλησιαστική πολιτική, ας θυμηθούμε ότι το μοναστήρι του StDenis κοντά στο Παρίσι, όπου είχε ταφεί ο μάρτυρας, και ίσως ο πρώτος επίσκοπος αυτής της πόλεως, ο Άγιος Διονύσιος, διατήρησε απο το 827 τον κώδικα (codex) του έργου του Διονυσίου σαν τον πιό πολύτιμο και αριστοκρατικό θησαυρό του. Πολύ συχνά πολλοί επέμειναν σ'αυτή την τρίτη δυνατή ταυτότητα του Διονυσίου, και ο συγγραφεύς κατ'αυτούς του Corpus Areopagiticum θα ήταν ακριβώς ο "apostolus totius Galliae".
          Η πρόθεση μου σε τούτη την διατριβή, δέν είναι να χαράξω την ιστορία των προσπαθειών ταυτοποιήσεως, οι οποίες έγιναν ώς επί το πλείστον με γνώση και πίστη. Επειδή το θέμα του αληθινού συγγραφέως δέν έχει λυθεί ακόμη και ίσως και στο μέλλον επινοηθούν νέες υποθέσεις, επιθυμώ-εναντίον ακόμη και κάθε ιστορικής λογικής-να αποφύγω το "ψευτο" και να αποδώσω στον "Διονύσιο" εκείνη την μοναδική ταυτότητα η οποία αναδύεται απο τα περιεχόμενα των γραπτών του και είναι πιστοποιημένη απο την αξιολόγηση των γραπτών του, όπως μας την προσφέρουν ο Eriugena, ο Ακινάτης, ο Μποναβεντούρα και ο Cusano Theologorum maximusCulmen theologiae.
          Οφείλουμε στον Διονύσιο τέσσερα μεγάλα γραπτά και μερικές επιστολές γύρω απο κεντρικά Θεολογικά ερωτήματα. Αυτά τα κείμενα παρακολουθούμε σεβόμενοι την βασική κίνηση του στοχασμού του και ακολουθώντας επίσης και την χρονολογία της συγγραφής των, ξεκινώντας απο την προσπάθεια να ορισθεί ο υπερβατικός Θεός ο οποίος είναι επέκεινα του Είναι, για να επιστρέψουμε στην συνέχεια, απο τον ξεδιπλούμενο κόσμο της δημιουργίας, απο την κοινότητα η οποία έχει δομή ιεραρχική, όπως και απο τις μορφές ζωής που κάθε φορά οικειοποιήθηκε ο άνθρωπος, στο Θείο θεμέλιο: Περί Θείων ονομάτων, περί ουράνιας Ιεραρχίας, περί Εκκλησιαστικής ιεραρχίας και της Μυστικής Θεολογίας.
Όλα αυτά τα έργα και πολλά άλλα ακόμη τα οποία γνωρίζουμε μόνον μέσω των υπαινιγμών του Διονυσίου-για παράδειγμα η Συμβολική Θεολογία-χαρακτηρίζονται απο μία φόρμα σκέψης και μία διαλογική δομή τόσο ξεχωριστές, απο βασικές εννοιολογήσεις και μορφή γλώσσας, οι οποίες ανήκουν χωρίς αμφιβολία σ'έναν μόνον συγγραφέα. Όλα αυτά τα στοιχεία δέν προέρχονται απο την Χριστιανική γραμματεία της εποχής ούτε και συνδέονται άμεσα με αυτή. Παρ'όλα αυτά ακόμη και τοποθετημένα στο πλαίσιο της εποχής τους και πάλι δέν μοιάζουν ούτε πρωτότυπα ούτε αυτόνομα. Αντιθέτως εξακριβώνουμε την πιό στενή τους σχέση με την φιλοσοφία της εποχής τους. Μ'εκείνη την μορφή του νεοπλατωνισμού, δηλαδή την οποία επεξεργάστηκε με τον πιό χαρακτηριστικό τρόπο, τόσο ώς πρός το περιεχόμενο όσο και ώς πρός τις γλωσσικές φόρμες, ο Πρόκλος. Αυτός ο Νεοπλατωνισμός είναι το τελικό στάδιο της επεξεργασίας εκείνων των θεμάτων και εκείνων των εννοιών, εκείνων των μορφών σκέψης και εκείνων των θεωρητικών δυνάμεων που διατυπώθηκαν καταρχάς και κατάγονται απο τον Πλωτίνο, και οι οποίες αναγνωρίζουν στην πραγματικότητα ένα όλον συναφές και συμφυές. Ο Πρόκλος κατέστησε την ιδέα του, μίας απολύτου ενότητος η οποία έπλεξε το όλον και η οποία είναι, καθόσον το ίδιο το Ένα, την καθολική καταγωγή τού όλου, και ακόμη μία άχρονη διάσταση της σκέψης, του νού, και τέλος μίας στοχαστικής δυνάμεως η οποία είναι παρούσα στον κόσμο και στον άνθρωπο, την αρχή της φιλοσοφίας του.
          Τροποποίησε όμως-ακολουθώντας σ'αυτό κυρίως, το παράδειγμα του Ιάμβλιχου και του δασκάλου του του Συριανού-την θεμελιώδη δομή της πραγματικότητος τού Πλωτίνου και το κατόρθωσε ερμηνεύοντας τους βαθμούς τού όντος μετά το πηγαίο Ένα, ανατρέχοντας σε Τριαδικές σχέσεις ώς επί το πλείστον. Εισάγει μεσότητες που συνδέουν εσωτερικά το ένα με το άλλο τα ξεχωριστά πλαίσια του πραγματικού, ξεκινώντας απο το απόλυτο Ένα μέχρι την ύλη. Στο αιτιατό ξεδίπλωμα της πολλαπλότητος απο το Ένα, αντιστοιχεί η σχετική επανασύνδεση-λογική και οντολογική-των ξεχωριστών διαστάσεων στην καταγωγή, έτσι το είναι που έρχεται μετά το Ένα βλέπει εξασφαλισμένη την φύση μίας κυκλικής ενότητος, διαφοροποιημένης καθαυτής, ενός όλου. Η πρώτη μορφή τής διαφοροποιήσεως των πολλών, αρχής γενόμενης απο το Ένα είναι οι λεγόμενες "Ενάδες", τα πρώτα "φαινόμενα" του Ενός του ίδιου τα οποία κυριαρχούνται απο την ίδια την Ενότητα: μία πολλαπλότης-ενότης η οποία ενεργεί μεσολαβώντας τήν πολλαπλότητα με την στενή έννοια, εννοημένη σαν διάφορες ταυτότητες ξεχωριστές μεταξύ τους! Όσα είχαν υπολογιστεί στον Πλωτίνο σαν μία συνυπάρχουσα και εξίσου καταγωγική ενέργεια στην πρώτη διάσταση μετά το Ένα, στο πνεύμα, εμφανίζονται στον Πρόκλο σαν ένα αυτόνομο ζεύγος αρχών: αυτές είναι το πέρας και το άπειρο (το αόριστο), χάρη στην ενέργεια, αμοιβαίως επηρεαζόμενη, των οποίων καθορίζονται το Είναι στην πρώτη και πρωτογενή του σημασία-και ξεκινώντας απο αυτό-η ζωή και το πνεύμα (ο στοχασμός) σαν οντότητες μ'ένα δικό τους οντολογικό καθεστώς. Ενώ ο Πλωτίνος στοχάστηκε "Είναι-ζωή- στοχασμός", ξεκινώντας απο τον Παρμενίδη, απο τον Σοφιστή του Πλάτωνος και απο την αριστοτελική Θεολογία, σαν μία καθαρή ταυτότητα ή σαν μία καθαυτή μοναδική σύνθεση της αντιλήψεως, ο Πρόκλος δίνει περισσότερο χώρο, σε συμφωνία μέ την δική του σύλληψη της μεσολαβήσεως, στην ετερότητα και στην ιεραρχική διαβάθμιση, αλλά επανενώνει τις αναφερόμενες διαστάσεις-και εκείνες που αναπτύσσονται περαιτέρω με τριαδικό τρόπο-σε μία δυναμική ταυτότητα: σε μία ενότητα η οποία καθορίζεται απο πολλαπλές διασυνδέσεις.
          Η σκέψη, η οποία συλλαμβάνεται φιλοσοφικά, μίας ακριβούς διαφοροποιήσεως των βαθμών της εντάσεως, της ενώσεως και του Είναι, για τον Πρόκλο-ο οποίος επανασυνδέεται μ'αυτό στον μετα-Πλωτινικό νεοπλατωνισμό-είναι η προϋπόθεση μίας καθολικής Θεολογικοποιήσεως της πραγματικότητος στην ολότητα της. Κάθε βαθμός του Είναι στο εσωτερικό του Όλου είναι ταυτόσημο με έναν Θεό συγκεκριμένο κάθε φορά, ο οποίος ονομάζεται με ένα μυθολογικό επίθετο. Μ'αυτόν τον τρόπο ο Πρόκλος επαναφέρει την θρησκευτική παράδοση των Ελλήνων με συστηματικό τρόπο στην φιλοσοφική έννοια. Απαιτεί λοιπόν, σχεδόν παράλογα, απο το ένα μέρος μία απομυθοποίηση του μύθου, καθότι τον μεταλλάσσει σε μία λειτουργία της εννοιολογικής σκέψης η οποία τείνει στην μεταφορά και την αλληγορία, και απο το άλλο ενθαρρύνει και μία επαναμυθοποίηση της σκέψης, καθότι αυτή πρέπει να διατηρήσει τον μύθο σαν μία δική του "έκφραση". Η "μυθολογία της νοήσεως" η οποία δημιουργείται θα μπορούσε να ερμηνευθεί και σαν ένα μέσο που στοχεύει στην αυτοβεβαίωση τής ελληνικής θρησκείας απέναντι στην Χριστιανική Θεολογία. Και πράγματι αντλεί την έμπνευσή της και καθοδηγείται απο μία Θεολογική αυθεντία η οποία προσλαμβάνεται σαν "αποκάλυψη"-όπως είναι για παράδειγμα η μορφή των Χαλδαϊκών λόγων ή των ορφικών ύμνων.
          Εάν επιθυμούμε να υπολογίσουμε τον Πρόκλο, τον "συστηματοποιό" της νεοπλατωνικής σκέψης, αυτή η ερμηνεία θα αναφερόταν τότε τόσο στο αρθρωμένο σχέδιο μίας σχεσιακής ολότητος η οποία δίνεται μέσα στο ίδιο το Ένα και για το Ένα, όσο και στο πλησίασμα, την εννοιολογική πλατωνική-νεοπλατωνική ανάπτυξη σ'εκείνη την θρησκευτική παράδοση που πίστευε ότι προερχόταν απο μία αρχαία "αποκάλυψη"
          Σ'αυτό το νόημα μίας τέτοιας "συστηματοποιήσεως" η φιλοσοφική θεωρία στοχεύει λοιπόν στην "ολότητα της γνώσεως" ή του γνωστού, στην "φανέρωση ενός βασικού δεσμού όλου του νοητού και στην λογική και μεθοδολογική αγκυροβόληση του όλου, όπως και στην δύναμη πειθούς που έχει η ίδια η φιλοσοφία απέναντι στο όραμα της πραγματικότητος ή οποία διαφέρει απο αυτή. Ο Πρόκλος δέν αποτελεί μία μηχανική και σχολαστική ανακεφαλαίωση της Ελληνικής φιλοσοφίας σε μία όψιμη και παρακμασμένη εποχή, αλλά νομίζω αντιθέτως-αποθησαυρίζοντας την ευαισθησία του Χέγγελ για το "θεωρητικό" σ'αυτή την φιλοσοφία-ότι μπορούμε να τον δούμε σαν τον συγγραφέα ενός "δυναμικού συστήματος της ταυτότητος" το οποίο μαρτυρεί μία έντονη εννοιολογική προσπάθεια η οποία ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μ'έναν κοφτερό και πειστικό τρόπο τις διαστάσεις τής μεταφυσικής σκέψης σε μία φιλοσοφική Θεολογία δομημένη με μεγάλη ακρίβεια. Έκφραση αυτής της προθέσεως είναι ιδιαιτέρως  οι κύριες συστηματικές εργασίες του, Θεολογική στοιχείωσις και Πλατωνική Θεολογία, οι οποίες είναι στενά δεμένες, όσον αφορά τα περιεχόμενα, με το σχόλιό του στον Θεολογικό διάλογο (με την πιό υψηλή σημασία) του Πλάτωνος, Παρμενίδης.
          Η εννοιολογική ανάλυση της πραγματικότητος η οποία αναπτύσσεται αρχής γενομένης απο το Ένα και η οποία θεμελιώνεται μέσω αυτού και διατηρείται σ'αυτό, δέν είναι ένα "νεκρό γράμμα", αλλά αποτελεί-σε συμφωνία με την εννοιολόγηση των νεοπλατωνικών της ουσίας της φιλοσοφίας σαν καταγωγής και πραγματοποιήσεως της αυτογνωσίας-την προϋπόθεση και το καθοριστικό κριτήριο για μία ζωή βιωμένη ενσυνειδήτως ξεκινώντας απο την σκέψη του Ενός.

Συνεχίζεται

Ας δούμε καί μία πυκνή εργασία γιά τόν Διονύσιο, τό κρυφό χαρτί τού Ζηζιούλα καί όχι μόνο...

ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΦΘΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ, Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΔΥΣΦΗΜΟΥΝ ΟΙ ΙΔΕΑΛΙΣΤΕΣ, ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΘΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΓΩ ΠΟΥ ΤΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΣΕ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ, ΤΗΝ ΒΑΡΒΑΡΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΘΕΙΣΜΟΥ, ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ.
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΜΑΣ ΕΔΩΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.
ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ, ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, ΜΑΣ ΕΔΩΣΑΝ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΘΕΑΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΤΟΝ ΥΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΧΡΙΣΤΟ ΜΕ ΤΟΝ ΥΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΤΟΝ ΝΕΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΜΗΤΡΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ, ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΖΩΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ,ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΟΝ ΚΟΠΑΝΙΣΤΟ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑΣ, ΤΗΣ ΚΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ.
ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΗΔΗ ΑΠΟΔΕΧΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
ΕΣΚΑΤΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΑΣ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ ΠΙΑ.

Αμέθυστος.

Ανώνυμος είπε...

Αʹ Θεσ 3:8 – 13
Ἀδελφοί, ἐὰν ὑμεῖς στήκητε ἐν Κυρίῳ. τίνα γὰρ εὐχαριστίαν δυνάμεθα τῷ Θεῷ ἀνταποδοῦναι περὶ ὑμῶν ἐπὶ πάσῃ τῇ χαρᾷ ᾗ χαίρομεν δι᾽ ὑμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, νυκτὸς καὶ ἡμέρας ὑπερεκπερισσοῦ δεόμενοι εἰς τὸ ἰδεῖν ὑμῶν τὸ πρόσωπον καὶ καταρτίσαι τὰ ὑστερήματα τῆς πίστεως ὑμῶν; Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ ἡμῶν καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς κατευθύναι τὴν ὁδὸν ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς· ὑμᾶς δὲ ὁ Κύριος πλεονάσαι καὶ περισσεύσαι τῇ ἀγάπῃ εἰς ἀλλήλους καὶ εἰς πάντας, καθάπερ καὶ ἡμεῖς εἰς ὑμᾶς, εἰς τὸ στηρίξαι ὑμῶν τὰς καρδίας ἀμέμπτους ἐν ἁγιωσύνῃ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ.

Λκ 21:12 – 19
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Προσέχετε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἐπιβαλοῦσιν γὰρ ἐφʼ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον. θέσθε οὖν εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν. παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται· ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.

Ρωμ 10:11 – 21; 11:1 – 2
Ἀδελφοί, λέγει ἡ γραφή· πᾶς ὁ πιστεύων ἐπὶ τῷ Θεῷ οὐ καταισχυνθήσεται. οὐ γὰρ ἔστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν· πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται. πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος; πῶς δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσι; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά! Ἀλλ᾿ οὐ πάντες ὑπήκουσαν τῷ εὐαγγελίῳ· Ἡσαΐας γὰρ λέγει· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ. ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἤκουσαν; μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἔγνω Ἰσραήλ; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ὑμᾶς ἐπ᾿ οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ὑμᾶς. Ἡσαΐας δὲ ἀποτολμᾷ καὶ λέγει· εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν, ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσι. πρὸς δὲ τὸν Ἰσραὴλ λέγει· ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα. Λέγω οὖν, μὴ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ; μὴ γένοιτο· καὶ γὰρ ἐγὼ Ἰσραηλίτης εἰμί, ἐκ σπέρματος Ἀβραάμ, φυλῆς Βενιαμίν. οὐκ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ ὃν προέγνω.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (20)

Συνέχεα από: Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Ένας Χριστιανός Πρόκλος; 
του Werner Beierwaltes.

 IV. Μεταμόρφωση τής προβληματικής τής ταυτότητος και τής διαφοράς στην Θεολογία τού ψευδο Διονυσίου!
         
 1. Ταυτότης και διαφορά σαν κατηγορήματα τού Θεού (συνέχεια).       
Σαν "διαφορά" ο Θεός είναι επομένως δημιουργικός, πρόοδος, φωτοφάνεια, ακτίνα φωτός, έκστασις (έστι δε και εκστατικός ο Θείος Έρως! Περί Θ. Ονομάτων ΙV 13,712 Α). Πού δέν ξεπερνά βεβαιως την ταυτότητά του, την παραμονή Αυτού τού ιδίου σ'Αυτόν τον ίδιο (μονή) "ας δούμε την ίδια την Θεία διαφορετικότητα, όχι σαν μία αλλαγή μέσα στην άτρεπτη ταυτότητα, αλλά σαν Ενότητα αυτού ικανή να πολλαπλασιαστεί και την πρόοδο τής γονιμότητος η οποία παράγει όλα τα όντα (Περί Θ. Ονομάτων IX, 5 913 B: νύν δε αυτό την Θείαν ετερότητα μή αλλοίωσιν τινα τής υπερτρέπτου ταυτότητος υποπτεύσωμεν, αλλά τον ενιαίον αυτού πολυπλασιασμόν και τας μονοειδείς τής επί πάντα πολυγονίας προόδους: V10, 825 B : επι πάντα προϊών και μένων εφ εαυτού ). Η διαφορά έχει το θεμέλιό της στην ταυτότητα, είναι μία εσωτερική στιγμή τού Είναι τής ενότητος τού Θεού. Η διαφορά είναι και θεμελιώνει την κίνηση ή την κινητικότητα τού Θεού, η οποία όμως δέν αλλοιώνει την ουσία Του. (δέν είναι κίνηση χωρική, αλλά ούτε διαλογική κίνηση τής σκέψης)! Η κίνηση είναι περισσότερο αυτό που είναι αιτία τού Είναι και αυτό που περιέχει το "όλον". Η κίνηση και η ετερότητα είναι στον Διονύσιο όπως και στον Πλωτίνο και στον Πρόκλο εξίσου καταγωγικές: κίνηση μιας υπόθεσης εις εαυτή και πρός το "εξωτερικό". Συμμορφούμενη με την αγαθότητά Του, η δημιουργική διάκρισις είναι λοιπόν πρόοδος τού Θεού (αγαθοπρεπής πρόοδος. Εδώ βρίσκεται η αρχή τής ενώσεως των αντιθέτων. Περί Θ. ονομάτων V7, 821  B : Τα αλλήλοις εναντία μονοειδώς και ηνωμένως-εν τω πάντων αιτίω). Η φανέρωσίς Του στην πολλαπλότητα (εκφανσις: ένωσις....εαυτήν αγαθότητι πληθύουσα τε και πολλαπλασιάζουσα) η συμμετοχή Του στον εαυτό του! Τόσο στο εσωτερικό τής Θεότητος όσο και μέσω τού έργου του πέραν αυτού, η διάκριση δέν είναι τέτοια ώστε να υπερβαίνει την Θεία ενότητα: Όπως το Φώς τριών φαναριών τα οποία παρότι βρίσκονται σε ένα μοναδικό περιβάλλον καθένα είναι ολοκληρωτικώς σε ολόκληρο το φώς τών άλλων και έχει επίσης και μία αυτόνομη σύσταση και είναι διακεκριμένο απο τα άλλα, ηνωμένα τη διακρίσει και τη ενώσει διακεκριμένα, έτσι και οι Θείες υποστάσεις συνιστούν παρά την διαφορά τους, μία αδιαχώριστη ενότητα. Ακόμη λοιπόν και έναντι τής δημιουρικής διακρίσεως η ενότης κυριαρχεί και πράγματι ο Θεός στην δημιουργία δέν διακρίνεται απο τον εαυτό του σε μία δεύτερη ουσία και δέν αλλοτριώνει μ'αυτή τον εαυτό του. Πραγματικά "άλλο", σαν μία ενότης η οποία είναι οργανική και επίσης καθαυτή κεχωρισμένη, είναι μόνον το κτιστό. Ότι, δηλαδή η πραγματική διάκριση υπάρχει μέσω τής δημιουργίας, δέν έχει λοιπόν το θεμέλιο της σε μία παρόμοια διάκριση παρούσα στον Θεό. Η διάκριση ή η ετερότης επισυμβαίνει μάλλον, για πρώτη φορά, μέσω τής υπάρξεως τού κτιστού. Το όν είναι, αυτό το ίδιο, αυτή η διάκριση!
          
2. Σχέση και διαφορά με την αυθεντική νεοπλατωννική σκέψη!
          
Η αυθεντική φιλοσοφική σύλληψη η οποία προσδιορίζει ουσιαστικά αυτές τις αποφάνσεις περί του Είναι και τΉς ενέργειας τού Θεού είναι Πλωτινική και βρίσκεται και στον Πρόκλο. Το πνεύμα, σαν υπάρχουσα πρόοδος, είναι σύμφωνα με τον Πλωτίνο, η πρώτη κίνηση, η πρώτη ετερότης, η πολλαπλότης σε σχέση με το ΕΝΑ, πάντων έτερον. Είναι επίσης καθαυτό, καθότι συστήνεται μέσω τής ετερότητος, η οποία υποτάσσεται καθότι σκέψις ή εξ'αιτίας αυτού, αχρόνως, στην ταυτότητα! Η διάκριση ή ετερότης, δημιουργική και κινητήριος, όπως συλλαμβάνεται απο τον Διονύσιο, βρίσκει τις αναλογίες της στην έννοια τής ετερότητος τού Πρόκλου! Όπως εξηγήσαμε, είναι η συνθήκη τής δυνατότητος τού άλλου, τοποθετημένου έξωθεν τού Ενός, έχει την ενεργητική λειτουργία τής διαφοροποιήσεως, και προωθεί την διαδικασία τής προόδου (διάκρισις, διαίρεσις) τού όντος. Μία διαδικασία η οποία γεννάται απο το Ένα. Τέλος είναι, μέσω τής συστάσεως τής πολλαπλότητος, η αιτία τών αντιθέσεων στο όν, απο τις οποίες έχει αφαιρεθεί με απόλυτο τρόπο η καταγωγή. Αυτό που βασικώς διακρίνει αυτή την φιλοσοφική εξήγηση (νεοπλατωνικού τύπου) απο εκείνη τού Διονυσίου, συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή αφορά αποκλειστικώς , βεβαίως σε μεταβαλλόμενο μέτρο, το πλαίσιο τού ιδίου τού Ενός. Για τον Πλωτίνο και με προφανή τρόπο για τον Πρόκλο, το Ενα είναι (απο την άποψη τού όλου) αδιαφοροποίητο και καθαυτό άσχετο. Παρότι το πάν γενάται εξ'αυτού και σ'αυτό επιστρέφει δέν του αποδίδεται, καθότι ενυπάρχουσα, αυτή η κινητικότης.
          Μάλλον σε στενή συμμόρφωση με την πρώτη υπόθεση τού Παρμενίδη τού Πλάτωνος, για να αναφερθούμε στα κατηγορήματα όπως αναφερθήκαμε στην αρχή, αυτό δέν είναι ούτε Είναι, ούτε ιδιότης, ή ετερότης, παραμονή ή κίνησις, ομοιότης ή ανομοιότης, μεγάλο ή μικρό (αυτό το χαρακτηριστικό του Ενός δέν υπερβαίνεται, ούτε και απο τον υποθετικό στοχασμό του Πλωτίνου περί της θελήσεως τού Ενός απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στην αυτοσύστασή του. Αυτός ο στοχασμός παραπέμπει μάλλον στο πώς θα μπορούσε να συλληφθεί το Ένα, καθαυτό, εξηρημένον, πέραν των κατηγοριών, εάν δέν θα έπρεπε να είναι, εκ μέρους των ανθρώπων, περιορισμένο απο την καθαρή αρνητικότητα!
          Αντιθέτως ο Διονύσιος αρνείται είναι αλήθεια με τον ίδιο τρόπο, όλα τα κατηγορήματα τού Θεού απο τον Σοφιστή και τον Παρμενίδη, αλλά του τα αποδίδει εκ νέου στην συνέχεια, όπως φανέρωσε η πραγματεία περί της ταυτότητος και διαφοράς, σαν Θεία ονόματα. Σ'αυτό το σημείο ακολουθεί την ερμηνεία τής δευτέρας υποθέσεως τού Παρμενίδη τού Πλάτωνος, η οποία περιέχει το Ένα σαν υπαρκτό και συνεπώς σαν διαφοροποιημένο και σχεσιακό καθαυτό. Η ενότης και των δύο πλευρών (η πρώτη μαζί με την δεύτερη υπόθεση τού Παρμενίδη, Θεολογία αποφατική και καταφατική) αφήνει να κατανοηθεί καθαυτός, ενιαίως, ο Θεός, τόσο σαν όλον όσο και σαν διαφορετικό και τον χειραφετεί ταυτοχρόνως, απο το υπαρκτό Ένα και απο το Ένα με απόλυτο τρόπο καθότι υπερέν. Η ταυτότης και η διαφορά, η στάση (μονή) και η κίνηση καθορίζουν την ουσία του Θεού, στο μέτρο που ο Θεός είναι το υπάρχον, αλλά καθόσον υπολογίζεται σαν υπεράνω τού Είναι, δέν είναι και έτσι αντιστοιχεί ακριβώς στο Ένα τού Πρόκλου. Στην παράδοξη έννοια τού Θεού, σύμφωνα με την οποία Αυτός πρέπει και δέν μπορεί να είναι, Είναι και ταυτοχρόνως, υπέρ Είναι, και επομένως μαζί ταυτότης και διαφορά, ο Διονύσιος δέν επηρεάστηκε τόσο απο την παράδοση του σχολιασμού τού Παρμενίδη-θα μπορούσε πάντοτε να σκεφθεί τον Πορφύριο, ο οποίος πρώτος σκέφτηκε σαν διαπερατές και τις δύο απόψεις, και το Είναι και το υπέρ Είναι, το οποίο είναι καθαρή σκέψη-όσο απο την σκοπιμότητα, χριστιανικώς αιτιολογημένη, να συλλάβει τον Θεό σαν Τριαδική ενάδα, σαν λόγο (σοφία), η οποία αυτοστοχάζεται και εκφράζεται, σαν αγάπη η οποία κινεί και σαν ιδανικό πρόγραμμα του κόσμου (creator). Υπάρχει για να πούμε την αλήθεια, λόγος για να υποθέσουμε ότι η υπεροχή τής μεταφυσικής τής ενότητος τού Πρόκλου προκάλεσε στον Διονύσιο, μία διαφοροποιημένη έκφραση τής Τριάδος, σύμφωνα με την οποία ενότης και Τριαδικότης δέν θα έπρεπε να λέγονται μόνον ομοούσιες αλλά και αντικατοπτριζόμενες με την ίδια ένταση! Αλλά η διαλεκτική έννοια τού Πνεύματος του Πλωτίνου και του Πορφύριου, βεβαίως μαζί με εκείνη τΉς μοναδικής καταγωγής, είναι φανερά, παρά την Προκλιανή Τριάδα, η πιό ταιριαστή φιλοσοφική προϋπόθεση για μία προσπάθεια αυτού του τύπου.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Διονύσιος Αρεοπαγίτης! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (19)


Διονύσιος Αρεοπαγίτης! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; 
Του Werner Beierwaltes!
         
IV. Μεταμόρφωση τής προβληματικής τής ταυτότητος και τής διαφοράς στην Θεολογία τού ψευδο Διονυσίου!
         
 1. Ταυτότης και διαφορά σαν κατηγορήματα του Θεού.
  
                                                
Η νεοπλατωνική φιλοσοφία και ιδιαιτέρως η σκέψη τού Πρόκλου, δέν επηρέασε καμμία μορφή φιλοσοφικής Θεολογίας μ'εναν τόσο έντονο τρόπο όσο  εκείνη του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Ένας απο τους κεντρικούς του σκοπούς είναι η εξήγηση τών "Θείων ονομάτων". Αυτά πρέπει να γίνουν κατανοητά σαν το θεολογικό εκκρεμές στην φιλοσοφική σύσταση τής δυνατότητος να αποδοθούν στην αρχή τού Ενός κατηγορήματα ή χαρακτήρες τού Είναι ή να απορριφθούν. Φιλοσοφικός οδηγός σ'αυτή την εξήγηση είναι η νεοπλατωνική πρόσληψη δύο υποθέσεων, τής πρώτης και τής δεύτερης τού Πλατωνικού Παρμενίδη! Επειδή τα "Θεία ονόματα" αφορούν με καθολικό τρόπο, το ουσιώδες τού Θεού, συνεπάγονται τόσο την ερώτηση γύρω απο την σχέση που υπάρχει στον Θεό, όπως επίσης και εκείνη γύρω απο τόν βασικό δεσμό Του με το όν, με την  δημιουργία! Μεγίστης σπουδαιότητος και για τις δύο είναι η έννοια τής ετερότητος (διαφοράς). Αυτή, καθότι κατηγορούμενο τού Θεού και τής νοητής σφαίρας, πρέπει να κατανοηθεί, όσον αφορά τήν ταυτότητα, τήν ενότητα, το Είναι, τήν ησυχία και τήν κίνηση, τήν ομοιότητα και τήν ανομοιότητα, το μεγάλο και το μικρό, στο πλαίσιο τών "Σοφιστικών" ή "Παρμενίδιων" κατηγοριών. Ένας πραγματικός διαλεκτικός δεσμός, δείκτης τής αμοιβαίας εμβάθυνσης τών φιλοσοφικών  και τών Θεολογικών δομών τής πραγματικότητος και τής σκέψης, υπάρχει ανάμεσά τους, και στούς όρους όπως "δικαιοσύνη", "σοφία", "ειρήνη" ή "λόγος", οι οποίοι έχουν καθιερωθεί μ'έναν Θεολογικό τρόπο κυρίως!

          Σύμφωνα με τον Διονύσιο, ο Θεός είναι καθαυτός ταυτότητα και ταυτοχρόνως ετερότητα! Αυτή η παράδοξη ενότης είναι ανάλογη με το βαθύτερο παράδοξο τής ουσίας του: αυτός είναι απλώς και παρ'όλα αυτά ταυτοχρόνως δέν είναι καθότι υπεράνω του Είναι. Τριαδική ενότης και παρ'όλα αυτά είναι υπεράνω τής ενότητος. Κατά βάθος αυτός που έχει πολλά ονόματα συμπίπτει με το άφραστο στο όνομα(ανώνυμος).
          Με ταυτότητα εννοείται, πρώτα απ'όλα, το αμετάβλητο τού Είναι Του, το αμετάβλητο Είναι, ίσος με τον εαυτό Του, και επομένως η άπειρη τελειότης Του. " Η ταυτότης (το ίδιον) είναι υπερουσίως αιώνια, αμετάβλητος, παραμένει εις εαυτόν, είναι πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και παραμένει εξίσου παρούσα σε όλα τα πράγματα, τοποθετημένη αυτή η ίδια απο την ίδια σταθερά και ολοκληρωτικά στα ωραιότατα όρια μιας υπερουσίου ταυτότητος, χωρίς αλλαγή, χωρίς απώλεια...χωρίς ανάμειξη....απλούστατη, χωρίς ανάγκη...πάντοτε υπαρκτή και καθαυτή τέλεια και ίδιον πάντοτε σύμφωνα με τον εαυτό του και καθορισμένο αφ'εαυτού με έναν μόνον και ίσο τρόπο, και αστράφτει η ίδια ιδιότης....συΝδέει...ακόμη και τα αντίθετα πράγματα! (912 Β). 
          Η έννοια τής ταυτότητος εξηγείται μέσω τής έννοιας τής σταθερότητος, τής στάσεως. Ο Διονύσιος την κατανοεί σαν "μία παραμονή τού Θεού στον εαυτό του" (μονή), σαν ένα "είναι ακίνητο" μονίμως σε μία αμετάβλητη ταυτότητα. (916 Β : μένειν αυτόν εν εαυτώ τον Θεόν, και εν ακινήτω ταυτότητι μονίμως πεπηγέναι). Γι'αυτό ο Θεός είναι αυτός ο οποίος "μένει" και "στέκεται" (εστώς) 909 Β.
          Στον καθορισμό τού Θεού σαν ταυτότητα ή ίδιον (ιδιότητα) εισήλθαν κατηγορήματα τού φιλοσοφικού στοχασμού τα οποία αφορούν το ΕΝΑ (π.χ. μέγιστης απλότητος, αυτάρκειας, υπερουσιότητος ή η έλλειψη αναμείξεως και παρ'όλα αυτά, παντού), αλλά επίσης τέτοια που χαρακτηρίζουν το υπαρκτό Ένα και το πνεύμα και εν τέλει ιδιαιτέρως μέσω τών ιδιοτήτων ονομάτων σαν "αυτός που μένει" ή "αυτός που παραμένει". Η Πλατωνική έννοια τού είναι σαν αιωνιότητος υφίσταται εδώ μία Θεολογική μεταμόρφωση. Η αιωνιότης χαρακτηρίζει τον ΝΟΥ σαν ένα όν ίδιον (ταυτόν) το οποίο παρά τις ιδέες, οι οποίες είναι διαφορετικές η μία απο την άλλη, και είναι παρούσες σ'αυτόν, είναι χωρίς απόσταση, σαν ένα ενωτικό σημείο και επομένως άχρονο. Η σκέψη τού ΝΟΥ διαθέτει αυτό που είναι διαφορετικό στην ενότητα και μ'αυτό, στην αλήθεια του, η οποία επιβάλλεται στην μορφή τής αρμονίας τού ΝΟΥ. Η "παραμονή" τού Θεού συμπίπτει με την άχρονη σκέψη η οποία είναι ίδια με τον εαυτό της. Αυτή η διαφορά ή "το διαφορετικό, το άλλο", σαν ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό τού Είναι και του Θείου έργου, έρχεται να σημάνει, σύμφωνα με τον Διονύσιο, κατ'αρχάς : την δυνατότητα μιας ενέργειας "πρός τα έξω", ένα ενεργεία και ελεύθερο πέρασμα, αυτόνομο, ενα όν ενεργητικώς θεμελιώνον, και ενεργητικώς διατηρούμενο στο άλλο, τιθέμενο απο αυτό το ίδιο. Γι'αυτό η διαφορά αφορά πρώτα απ'όλα την σχέση τού Θεού με την γήϊνη πολλαπλότητα, εξωτερική σ'Αυτόν. Αυτή η σχέση όμως, είναι όχι μόνον μία εξήγηση σύμφωνα με την προοπτική τής πεπερασμένης πολλαπλότητος, έχει μάλλον περισσότερο το θεμέλιό της στην ουσία του Θεού. Η διαφορά πρέπει να είναι εννοημένη με τρόπο ανάλογο με την αγαθότητα τού Θεού: αφορά τον κόσμο, αλλά θεμελιώνεται σ'Αυτόν τον ίδιο!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Διονύσιος Αρεοπαγίτης! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (17)


Διονύσιος Αρεοπαγίτης! Ένας Χριστιανός Πρόκλος;
Του Werner Beierwaltes.

β) οι αριθμοί.
Μία ιδιαίτερη σημασία έχει η ετερότης επίσης και σαν αρχή τυπική και ποιοτική τής απαγωγής τής μαθηματικής δομής του όντος. Οι αριθμοί είναι ουσιωδώς διαφορετικοί σύμφωνα με την διάστασή τής ύπαρξής τους-εκείνης του Ενός του Ιδίου, του πνεύματος ή της ψυχής-Οι αριθμοί, κάθε φορά διαφορετικοί, αποτελούν την οντολογική διαφορά των ξεχωριστών διαστάσεων. Οι αριθμοί οι οποίοι προκύπτουν δυνατοί αμέσως μετά το Ένα μέσω της πρώτης δυάδος των αρχών, οι Ενάδες ταυτόσημες με τους Θεούς, είναι υπεράνω του Είναι. Ουσιώδεις αντιθέτως είναι οι αριθμοί του πνεύματος. Μετέχουν όμως σε εκείνους οι οποίοι είναι υπεράνω του είναι σαν να είναι οι δικές τους βάσεις για την πολλαπλότητα!
          Η ετερότης αναπαριστά τώρα την λειτουργική στιγμή της άπειριας και της δυάδος στην παραγωγή κάθε είδους αριθμού. Αυτή διαχωρίζει ή ξεπερνά πρώτα απ'όλα το ίδιο το Ένα τού Είναι, καθότι χωρίζει το Ένα σε πολλές ενάδες και το Είναι σε πολλά όντα. Η ετερότης είναι έτσι η μεσότης (μεταξύ) η οποία διαφοροποιεί και γεννά τις Θείες ενάδες οι οποίες είναι υπεράνω τού Ειναι (=αριθμοί) και τέλος, η οποία ελευθερώνει την πληρότητα, η δύναμις, του Ενός. Μέσω της διάκρισης (διαχωρισμού) και της διαιρέσεως, φαινομενικώς μόνον τυπικές, δημιουργεί κάτι ποιοτικώς νέο.
          Δίπλα σ'αυτή την ετερότητα (υπερούσιος ετερότης) υπάρχει σύμφωνα με την προφορική διδασκαλία του Πλάτωνος και σύμφωνα με την βασική νεοπυθαγόρειο θέση-εκείνη η ετερότης η οποία είναι συστατική για υπόλοιπους αριθμούς, όπως και η ετερότης η οποία στο πλαίσιο του νοητού αρθρώνει το Είναι σαν "γένος του όντος" μαζί με την ταυτότητα!
          Για τους αριθμούς για παράδειγμα, τής νοητής και διανοητικής διαστάσεως (τού πνεύματος δηλαδή) αυτό σημαίνει ότι: ο νοητός αριθμός  είναι η μεσολαβητική στιγμή ανάμεσα στο νοητό και το διανοητικό. Και παρότι παραμένει στην ενότητα με το νοητό, ξεδιπλώνει την δυνατή του, υπονοούμενη, πολλαπλότητα. "Καλεί στην διάκριση την κρυμμένη και μοναδική ενότητα" (Πρόκλ. Θεολ. Πλ. IV, 224,18..) Έτσι ο νοητός αριθμός είναι πρίν απο κάθε διάκριση και κοινωνία-ή βάση, αδιάκριτη καθαυτή των αριθμών, η ενιαία τους ιδιότης, η οποία είναι εις θέσιν να εξαπλωθεί σαν ενέργεια μόνον μέσω τής ετερότητος και στην συνέχεια καθορίζεται μέσω τής ταυτότητος. Ενωτική καθαυτή, η πολλαπλότης του νοητού διαφοροποιείται μ'αυτόν τον τρόπο μέσω του αριθμού-σαν ξεδιπλωμένος αριθμός-στην διάνοια. "Όπου δέ η διάκρισις, εκεί και ο αριθμός"!
          Διατυπωμένη στον ορίζοντα της μονάδος και δυάδος, η ίδια εννοιολόγηση παρουσιάζεται ώς εξής: η "μονάς" και η "δυάς", παρότι δέν είναι ακόμη αριθμοί, είναι οι "πρώτες αρχές" των αριθμών! Η μονάδα έχει εις εαυτήν πατρικώς την πολλαπλότητα των αριθμών, και επομένως είναι η αιτία του γεγονότος ότι η "δυάς", η οποία συνεπάγεται μητρικώς η γεννητικώς την πολλαπλότητα ή την άπειρη σειρά των αριθμών, την καταργεί αφ'εαυτή "μέσω τής γενετικής δυνάμεως τής ετερότητος" (Θεολ. Πλ. 222,11). Ο Πρώτος πραγματικός αριθμός και επομένως η πρώτη πραγματική πολλαπλότης μέσω τής ετερότητος είναι η Τριάδα!
         
 2. Η Τριαδική σύσταση της πραγματικότητος σαν δυναμικής ενότητος ταυτότητος και διαφοράς.
         
 Η Τριάδα τής ουσίας-ετερότητος-ταυτότητος δέν έχει καθαυτή την ταυτότητα και την ετερότητα σαν αντίθετα μή-διαμεσολαβούμενα, αλλά σύμφωνα με όσα λέει ο Πλατωνικός Σοφιστής, σαν συπληρωματικά γένη τού όντος τα οποία ρυθμίζονται και εκφράζονται αμοιβαίως. Αυτή καθορίζει καθολικώς το όν: Πάντων εστί κοινή των όντων αιτία η Τριάς αύτη. (Στον Παρμ. 735,5..). Μέσω αυτής της Τριάδος η προοπτική τριάς τής ταυτότητος και ετερότητος σε κάθε όν, καταλήγει να είναι σαν πραγματικότης συστατική αυτού του όντος. Όπως στον Πλωτίνο για την νοητή σφαίρα, έτσι στον Πρόκλο για την διάσταση του όντος στην συνθετότητά του, σαν νόμος ερμνευτικός και οντολογικός, όπου κάθε όν είναι ο εαυτός του και μαζί δέν είναι ο εαυτός του, αλλά άλλο, στο μέτρο κατά το οποίο κατανοείται και περιορίζεται ξεκινώντας απο ένα άλλο ταυτόσημο σαν άλλο! Επομένως σ'αυτή την τριάδα, η ετερότης φανερώνει ex negativo την ταυτότητα κάθε υπαρκτού. Έξω απο τον εαυτό του μέσω τής ετερότητος, το όν το οποίο φανερώνεται σαν άλλο, "ανοίγει" συνεχώς απο την ταυτότητα. Η ομοιότης επαναφέρει την ετερότητα η οποία δέν σταθεροποιείται στην αντίθεση σ'αυτή, στην ενότητα! Μέσω τής ενέργειας, διαφορετικής κάθε φορά τής ετερότητος και τής ομοιότητος (Πρόοδος και επιστροφή) το όν, συνεπώς, γίνεται μία ενότης η οποία είναι καθ'αυτή διαλεκτικώς μεσολαβημένη, θετικώς καθορισμένη και αρνητικώς περιορισμένη. Κάθε διάσταση του όντος είναι λοιπόν "ταυτότης στην διαφορά". Η ενότης εις εαυτή διαφοροποιημένη ή η δυναμική ενότης, γίνεται έτσι, γενικώς, η θεμελιώδης εννοιολόγηση του Τριαδικού νόμου του Πρόκλου. Δηλαδή, κάθε Τριάδα μεσολαβεί αυτό που είναι διακεκριμένο σε μία ενότητα η οποία διατηρεί την διάκριση και παρ'όλα αυτά την επαναφέρει στην καταγωγή της. Σαν διατύπωση αυτού του τύπου τής ταυτότητος ισχύει η ακόλουθη έκφραση : "πάντα εν πάσιν, οικείως δέ εν ενιάστω" (Στοιχεία Θεολ. 103,92,13). Αυτό σημαίνει ότι κάθε συγκεκριμενοποίηση του όντος καθαυτού διαβαθμισμένου δέν είναι βέβαιο στα άλλα σαν να ήταν μία ομοπολική ενότης η μία ταυτολογική ενότης, αλλά μ'έναν τέτοιο τρόπο ώστε ένας εξαρτημένος δεσμός συστήνεται κάθε φορά απο τον πρώτο μιας σειράς (Τριαδικών ή επτάδων) σε σχέση με τα στοιχεία τους. Μέσω της ενεργητικής ετερότητος στο εσωτερικό της σειράς, καθένα απο αυτά τα στοιχεία είναι με τρόπο "καθαρό, απλό και ομοιόμορφο" ο εαυτός του, παρά την σχέση του με το άλλο και παρά το ότι είναι αυτό σε άλλο. Ο δεσμός με το άλλο και με το ίδιο το είναι ενός όντος στο εσωτερικό μιας σειράς κατανοείται απο τον Πρόκλο εκ νέου με τριαδικό τρόπο: κατ'αιτίαν-καθ'ύπαρξιν-κατά μέθεξιν. Δηλαδή περιλαμβανόμενο "καταγωγικώς" σ'αυτό που προηγείται, κάθε στοιχείο μιάς σειράς  υπάρχει καθαυτό με μία ιδιαίτερη σημασία, απολύτως ταιριαστή σ'αυτό και μόνον, και είναι μόνον στο στοιχείο που το ακολουθεί με τον ιδιαίτερο τρόπο της μετοχής! Το ανεπτυγμένο απο την αιτία είναι λοιπόν ταυτοχρόνως περιλαμβανόμενο στο αποτέλεσμα ! Ή επίσης αυτό που προηγείται και ακολουθεί ένα στοιχείο συγκεκριμένο είναι σ'αυτό, με τον τρόπο με τον οποίο είναι καθορισμένο, το υπερισχύων της διακρίσεως. Γι'αυτό στο ενδιάμεσο στοιχείο (το δεύτερο) της τριάδος ανήκει μία ενεργός μεσολαβητική λειτουργία! Σ'αυτή την διαφοροποίηση πρέπει όμως να διατηρηθεί η ενότης ενός περιορισμένου πλαισίου. Πρόκειται λοιπόν να ξεκαθαρίσει ο τρόπος με τον οποίο οι διαφορετικές μορφές του όντος μπορούν να είναι "ενωμένες χωρίς σύγχυση και ταυτοχρόνως να είναι διακεκριμένες χωρίς διαχωρισμό (στον Παρμ. 749, 37-39. "Όπως ήνωται εκείνα ασυγκύτως και όπως ού διακέκριται πάλιν αδιαιρέτως), και όπως η ιδιαιτερότης (ιδιότης, καθαρότης, οικεία φύσις) του ξεχωριστού μπορεί να διατηρηθεί, και παρ'όλα αυτά να αποτελεί μία σχεσιακή ενότητα, δηλαδή διακρινόμενη στα στοιχεία της αλλά αδιαίτερη! Καθότι σε μία "ένωση ασύγχυτη" αυτού του τύπου πραγματοποιείται μία διαφοροποιούσα κίνηση απο το πρώτο στο τρίτο και απο αυτό στο πρώτο, και γι'αυτόν τον λόγο πρέπει να ονομασθεί μία δυναμική ενότης!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ! ΕΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΠΡΟΚΛΟΣ; (16)

Συνέχεια από:Τρίτη 27 Ιουνίου 2017

Διονύσιος Αρεοπαγίτης! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; 
Του Werner Beierwaltes.

 α)Εν-δυάς αόριστη. Πέρας-άπειρο!(συνέχεια).
     
    

 Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις λειτουργίες τής ετερότητος στο σύστημα τού όντος είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε τον υλικό δεσμό της με την απειρία, την αόριστη δυάδα και το πλήθος. Η απειρία δέν είναι ακόμη στον Πρόκλο το συγκεκριμένο άπειρο, αλλά το θεμέλιό του. Η δυάς δέν είναι ακόμη η πραγματική πολλαπλότης, αλλά η αρχή της πολλαπλότητος. Έτσι η ετερότης είναι μόνον η συνθήκη τής δυνατότητος του άλλου, αλλά όχι το ίδιο το άλλο. Είναι η ετερότης που έχει-στην μήσυστηματική της τοποθέτηση εν όψει της απειρίας (Στον Ευκλ. 131,25: Πέρας σαν αιτία του όρου ισότης, ταυτότης αλλά άπειρον σαν αιτία του άπειρος πρόοδος, αύξησις, ανισότης, μείωσις, ετερότης και αυτή η δεύτερη σειρά είναι η πιό φτωχή. Το πολλαπλό όν όμως υπάρχει μονον μέσω τής ενέργειας και των δύο)-την ενεργή λειτουργία τής διαφοροποιήσεως. Αυτή την διαθέτει όχι μόνον σαν απειρία ή δυάς, αλλά ξεκινώντας απ'αυτή, έτσι ώστε η ετερότης να είναι δυνατόν να συλληφθεί σαν μία εσωτερική ή εξωτερική στιγμή, αποτελούμενη απο απειρία και δυάδα! Ενεργοποιεί μαζί με το θετικό στοιχείο, το πιό δυνατό και το "καλύτερο" τής ταυτότητος, την πρόοδο τού ξεδιπλώματος, μεταλλάσσοντας και λύνοντας συνεχώς τα ταυτούμενα, δηλαδή αυτό που έχει τεθεί σαν ταυτόν. (Στον Παρμ. 1154, 26-30. ταυτούται γαρ και ετεροποιούται προελθόντα τα όντα απο των αιτιών μετά του μένειν εν αυταίς, ετεροιούμενα μεν τω προελθείν όλως, ταυτούμενα δε τω επιστρέψας πρός το μείναν).
          Την απειρία και δυάδα την ενώνει λοιπόν το ότι είναι αιτία τής προόδου, τής διαιρέσεως και διάκρισης (διαιρέσεως αίτιον η ετερότης=διακριτική των όντων), του πληθύνειν, κερματίζειν, θρύπτειν, δηλαδή τής συστάσεως τής πολλαπλότητος, καθαυτής διαβαθμισμένης σύμφωνα με την αξιοπρέπεια του Είναι και επομένως τής θέσεως των αντιθέσεων.
          Η δημιουργική πλευρά τής ετερότητος φαίνεται επίσης και στο γεγονός ότι κατανοείται, με τον τρόπο τής μαντικής πυθαγορικής και Χαλδαϊκής παραδόσεως, σαν θηλυκή αρχή (η γόνιμος τής ετερότητος φύσις). Μέσω τού θεμελιώδους της χαρακτήρος τού ενεργητικού ξεπεράσματος τού ορίου, η ετερότης δημιουργεί και πολλαπλασιάζει την  κίνηση (την αλλαγή), καθώς είναι ακριβώς εκείνος ο τύπος τής δύναμης, δυοποιός ή αλλοποιός (δύναμις η οποία δημιουργεί αυτό που είναι άλλο), ξεκινά σε μία συνεχή μείωση τού είναι και επομένως σε μία όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση τού Ενός απο τα πολλά ή μία απομάκρυνση (ύφεσις, απόστασις) όλο και πιό αποφασιστική τού όντος απο την καταγωγή του. Η ετερότης είναι τέλος, λόγω τής λογικής και οντολογικής αρνητικότητος, υπεύθυνη του κακού (μή όν) και της ύλης, η οποία είναι ανοιχτή στην ταυτοποιούσα μορφή.
          Το αρνητικό της ετερότητος στην χείριστη μορφή του προβάλλεται με χαρακτηριστικό τρόπο και στον Πρόκλο στην ομοιότητά του με το εκφραστικό πλαίσιο τού Τόλμα! του Τολμώ! Οπωσδήποτε η ετερότης δέν είναι το μοναδικό θεμέλιο τού ξεδιπλώματος, τού ανοίγματος: σε κάθε βαθμό τού όντος ενεργεί σε ένα μέτρο πάντοτε διαφορετικό μαζί με την ταυτότητα. Μόνον έτσι ένα πλαίσιο καθαυτό μορφοποιημένο (οργανωμένο, τάξις) μπορεί να πραγματοποιηθεί. Εάν η ετερότης αφαιρεί τα όρια, λύνεται στα πολλά, εάν συστήνεται απο την κίνηση πρός τα χαμηλά και πρός το εξωτερικό, τότε η ίδια ενεργεί τον περιορισμό ή τον καθορισμό αυτού που κάθε φορά αναδύεται, το επαναφέρει σε μία σχετική ενότητα (επιστροφή) [διά τής ταυτότητος επί την ένωσιν η άνοδος-Στον Τίμαιο ΙΙ 23,1 -Ακόμη και η ετερότης δέν είναι χωρίς το Ένα]. Μέσω των δικών τους "τύπων τής κινήσεως", η ιδιότης και η ετερότης είναι ενωμένες στην ομοιότητα και στην ανομοιότητα. Η ανομοιότης αντιστοιχεί στην έξοδο, η ομοιότης στην επιστροφή. Σε κάθε βαθμό που προηγείται, η ανομοιότης σε σχέση με την καταγωγή (ή η ετερότης της) υπερβαίνεται απο την ομοιότητα, ενυπάρχουσα στο όν, με την καταγωγή (η ταυτότης). Ο κύκλος ο οποίος ολοκληρώνεται σε κάθε βαθμό (αφ'ενός και πρός έν) υπεισέρχεται στον κύκλο τής μονής-προόδου-επιστροφής τού όντος στο σύνολό του. Η σκέψη η οποία είναι όμοια ενεργεί στην ανομοιότητα ή στο άλλο μέσα στο ίδιο και αντίστροφα, ανεπτύχθη με διαφοροποιημένο τρόπο απο τον Πρόκλο στο εννοιολογικό πλαίσιο τής αναλογίας, αρχή τής δομής και τής κινήσεως του κόσμου.
          Επειδή η ετερότης χαρακτηρίζει την έξοδο, την διαίρεση και την υποδιαίρεση και επομένως την πολλαπλότητα, ο Πρόκλος δέν τολμά ακόμη να ορίσει ανοιχτά-όπως έκανε ο Πλωτίνος το Ένα πάντων έτερον. Το Ενα πρέπει να είναι ελεύθερο ακόμη και απο κάθε φανέρωση τής εσωτερικής σχεσιακότητος: καθό δέ εν το εν εστίν εν, ούκ όν των πρός τι καθ'αυτό γάρ "αυτό που χαρακτηρίζει το Είναι ένα του Ενός είναι, έτσι, το ένα του Ενός και δέν ανήκει στο σχετικό, είναι δηλαδή καθαυτό". Στην θέση του Πλατωνικού λόγου πάντων έτερον υπεισέρχεται στον Πρόκλο η δήλωση ότι το Ένα είναι ουδενός έτερον, τόσο απέναντι στο άλλο, όσο και απέναντι στο ίδιο. Το ίδιο ισχύει για την ιδιότητα, την ταυτότητα. Το ένα το οποίο έχει αφαιρεθεί απο κάθε όν, δέν έχει αφαιρεθεί επειδή είναι άλλο. Μ'αυτόν τον τρόπο αυτό καθώς είναι άλλο, αφαιρείται παρ'όλα αυτά απο το όλον" Η διατύπωση που διαμορφώνεται και η οποία αντιστοιχεί σε μία ριζικώς αρνητική διαλεκτική ηχεί: Το Ένα είναι "πρίν απο την ετερότητα", πρίν απο την διαφορά" ή απο την "αντίθεση".

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Τρίτη 27 Ιουνίου 2017

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (15)


Διονύσιος Αρεοπαγίτης! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; 
Του Werner Beierwaltes.

Ανάπτυξη τής προβληματικής τής ταυτότητος και τής διαφοράς στον Πρόκλο.
  
       

 Η λογική σημασία, η οντολογική και η ηθικο-ανθρωπολογική τής έννοιας τής ετερότητος, όπως επίσης και ο διαλεκτικός της δεσμός με την ταυτότητα και την ενότητα, με τον τρόπο που τα καθόρισε ο Πλωτίνος, παρέμεινε, με μερικές τροποποιήσεις και απολυτοποιήσεις, κανόνας για ολόκληρη την νεοπλατωνική σκέψη η οποία ακολούθησε τον Πλωτίνο.
          Η πιό διαφοροποιημένη επεξεργασία τής νεοπλατωνικής εννοιολογήσεως έγινε απο τον Πρόκλο. Δέν είναι απαραίτητο-για την πλευρά τής προβληματικής μας-να υπολογίσουμε μόνον την προβληματική η οποία απορρέει απο τον Πλατωνικό Σοφιστή, αλλά και την πλευρά τού προβλήματος το οποίο καθορίζεται απο την προφορική διδασκαλία τού Πλάτωνος (έν-αόριστος δυάς, πέρας-άπειρον), την απαγωγή των αριθμών και εκείνο το θέμα το οποίο καθορίζεται απο τον Τίμαιο. Πολύ πυκνή απο ανοίγματα είναι για την έννοια τής ετερότητος  και η ενεργής πρόσληψη τής δευτέρας υποθέσεως του Πλατωνικού "Παρμενίδη" απο το μέρος του Πρόκλου. Εκείνο όμως που θα ερευνήσουμε τώρα θα είναι εκείνο το πλαίσιο τού προβλήματος τής ετερότητος το οποίο διαπραγματεύεται ιδιαιτέρως την οντολογική διαλεκτική σαν μία θεμελιώδη έννοια προοπτικής!
         
 Ι. Συνέχιση των θεμελιωδών εννοιών τής εμμέσου Πλατωνικής παραδόσεως!
          
Χαρακτηριστικό για την έμμεση Πλατωνική παράδοση είναι το πλησίασμα των δύο αρχών, τού ενός και της αορίστου δυάδος, η απαγωγή των ιδεών και των αριθμών απο αυτές και επομένως ταυτοχρόνως το γεγονός της αριθμητικής συστάσεως όλων των ιδεών, όπως επίσης η σύσταση τής αισθητής πραγματικότητος μέσω μαθηματικο-γεωμετρικών δομών οι οποίες γίνονται πραγματικότητες στην ακολουθία: σημείο (μονάς)-γραμμή(δυάς)-επιφάνεια (τριάς)-σώμα (τετρακτύς). Το όλον τής πραγματικότητος κατανοείται τότε σαν "σύστημα" αξιωμάτων και οντολογικών δομών. Το σύστημα "κινείται" καθαυτό μέσω τής προέλευσης τού όντος απο τις οντολογικές αρχές και μέσω τής αναγωγής σ'αυτές τις έννοιες, σε συγκεκριμένους σχηματισμούς, ορισμού και σχέσεως (Πρότερον-ύστερον, όλον μέρος, συναιρείν). Στους διαλόγους αυτό δέν φανερώνεται μ'εκείνον τον καθαρό τρόπο τον οποίο προτείνει η έμμεση παράδοση. Βρίσκεται στο θεμέλιο ουσιωδών πλευρών τών διαλόγων και μπορεί, επομένως να αξιώσει να είναι η αντιρρητική μεσότης μίας πλήρους κατανοήσεως του Πλατωνικού έργου. Η έμμεση παράδοση η οποία αντιπροσωπεύει το προσχέδιο τού "συστήματος" προσλαμβάνει, αντιθέτως, ακριβώς απο την κατανόηση των διαλόγων, την ιδιαίτερη ζωή της. Καθότι σταθεροποιημένο "σύστημα", ξεχωριστό απο τον έμψυχο λόγο, διαθέτει μικρή φιλοσοφική δύναμη πειθούς!
         
 α)Εν-δυάς αόριστη. Πέρας-άπειρο!
          
Πάνω στα ίχνη τού Πλάτωνος, ο φιλοσοφικός στοχασμός γύρω απο το θέμα τών αρχών κινείται ανάμεσα σε μία δυαλιστική λύση, κοντά στην πυθαγόρειο σύλληψη των αντιθέτων, η οποία προσδίδει ταυτόσημη αξία στις δύο αρχές τού Ενός και τής αορίστου δυάδος, και μία μονιστική, η οποία δέχεται σαν μοναδική αρχή το Έν. Ο πιό συνεπής αντιπρόσωπος αυτού του δευτέρου τρόπου υπήρξε ο Πλωτίνος. Αλλά και ο Πρόκλος λαμβάνει μέρος, παρότι σποραδικές δηλώσεις του θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν να υποθέσουμε ότι τα πρώτα αντίθετα, τα οποία καθορίζουν όλο αυτό που ακολουθεί, πέρας και άπειρον, είναι μόνον "πλευρές" του Ενός ή είναι "κατά κάποιο τρόπο περιεχόμενα" σ'αυτό. Αυτή η εννοιολόγηση η οποία διατυπώθηκε με ριζικό τρόπο, μετά τον Πρόκλο, απο την Χριστιανική Θεολογία βρίσκει την αντίρρησή της με αποφασιστιό τρόπο απο την πληθώρα των διατυπώσεων (ιδιαιτέρως στην Πλατωνική Θεολογία ΙΙ και στον σχολιασμό του Παρμενίδη) οι οποίες διατηρούν το Ένα ελεύθερο απο κάθε αντίθεση ακόμη και απο την αρχική τού πέρατος και του απείρου! (Πλατωνική Θεολογία ΙΙΙ 7,132,50).
          Ο συστηματικός τόπος της αρχικής αντιθέσεως του πέρατος και του απείρου, πρώτον πέρας-πρώτη απειρία ή αυτοπέρας και αυτοαπειρία, πρέπει να υπολογισθεί αμέσως μετά το ίδιο το Ένα (αυτοέν)). Θεμέλιο απολύτως υπερβατικό το Εν "ξεπερνά" κάθε όν και θεμελιώνεται στον εαυτό του. Παρά το ότι είναι καθαυτό θεμελιώνει όλο αυτό που τού είναι εξωτερικό. Ακριβώς διότι είναι επέκεινα τού Είναι, άφθαστο με την μετοχή (αμέθεκτον), μετέχει στον εαυτό του διά μεσολαβήσεως. Η πρώτη μεσολάβηση τού Ενός συνίσταται απο τις δύο αρχές (δυοειδείς αρχαί, δυάς των αρχών του πέρατος και του απέραντου, καθορισμού και ακαθόριστου). Στην αρχή και οι δύο υπάρχουν μόνον καθ'αυτές (αμιγείς, πρό της μεθέξεως). Και μόνον σαν αποτέλεσμα αυτού συνάπτονται. Η δραστηριότης, η οποία καθορίζεται αμοιβαίως, των δύο αρχών θεμελιώνει εκείνο το πλαίσιο το οποίο ξεκινά απο το πρώτως όν, δηλαδή το πλαίσιο του όντος σαν μία δική τους κάθε φορά πραγματική ενότητα (μικτόν). Το πάν μετέχει στο πέρας και στο άπειιρον-για να δυνηθεί να είναι. Το πέρας έχει σ'αυτή την άχρονη πρόοδο, την λειτουργία του Πλατωνικού Ενός και η απειρία έχει την λειτουργία τής Πλατωνικής αορίστου δυάδος. Το απέραντο και το απροσδιόριστο είναι επίσης θεμέλιο τής ετερότητος. Στο θέμα τής σχέσεως του καθαυτού ασχετιζόμενου Ενός, ασχέτου με το πολλαπλό όν, με γνώρισμά του λοιπόν την απειρία και την ετερότητα, βρίσκει έδαφος και στον Πρόκλο ο σταυρός τής νεοπλατωνικής φιλοσοφίας! Πώς μπορεί το Ενα να "δώσει" αυτό που αυτό το ίδιο δέν είναι, ούτε έχει; Η επανασύσταση της σκέψης τού Πλωτίνου εκ μέρους τού Πρόκλου θα μπορούσε να κατανοηθεί σαν μία απάντηση σ'αυτή την ερώτηση! Δηλαδή πώς είναι δυνατή η παράδοξη προσπάθεια να επιτραπεί να συμβεί με τον πιό εύκολο τρόπο το πέρασμα απο το Ένα στην πολλαπλότητα, στα πολλά και ταυτοχρόνως να θέλουμε να διατηρήσουμε το Ένα σαν μία καθαρή ενότητα;!
          Όλες οι μεταφορές αυτού του περάσματος, τόσο οι δύο πρώτες αρχές όπως οι Ενάδες, οι οποίες σαν ενότητες ή σάν πολλαπλό Ένα, πρέπει να μεσολαβήσουν ανάμεσα στο Ένα και τα πολλά, παραμένουν τελικώς ερμηνευτικές προσπάθειες βοήθειας, οι οποίες δείχνουν μόνον ακόμη καθαρότερα την αδυναμία τής επιλύσεως τού προβλήματος. Απο αυτό προέρχονται και οι διατυπώσεις που αναφέραμε τού Πρόκλου, οι οποίες μοιάζουν να τοποθετούν στο Ένα έναν εσωτερικό δεσμό με τον εαυτό του. Η δημιουργική δύναμη στο Ένα ή του Ενός ξεδιπλώνει, απλώνεται μέσω τής θέσεως των πρώτων αρχών. Το Ένα κατορθώνει να φανερώσει αυτό που είναι σ'αυτό υπονοούμενο!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.