Συνέχεια από Παρασκευή 14. Αυγούστου 2026
Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά 2
Βασίλειος Κριβοσέιν
Στη συνέχεια, σε συνάφεια με όσα εκθέσαμε σχετικά με τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τον άνθρωπο, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ακόμη ποια σημασία αποδίδει ο ίδιος στην καρδιά μέσα στην πνευματική και νοερή ζωή του ανθρώπου. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς θεωρεί την καρδιά ως το κατεξοχήν κέντρο της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, ως όργανο του νου, μέσω του οποίου αυτός κυριαρχεί σε ολόκληρο το σώμα, ακόμη και ως πηγή και φύλακα της νοητικής δραστηριότητας του ανθρώπου.
«Γνωρίζουμε με βεβαιότητα», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «ότι η νοητική μας δύναμη βρίσκεται στην καρδιά ως σε όργανο· αυτό δεν το διδαχθήκαμε από άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον Δημιουργό του ανθρώπου, ο οποίος λέγει στο Ευαγγέλιο: από την καρδιά εξέρχονται οι διαλογισμοί». Γι’ αυτό «η καρδιά μας είναι το θησαυροφυλάκιο της διανοίας» και συγχρόνως, κατά κάποιον τρόπο, το εσωτερικότερο μέρος του σώματός μας.
Η διδασκαλία για τον άνθρωπο ως ον θεοειδές, ως φορέα της εικόνας του Θεού, η οποία φανερώνεται σε ολόκληρη την πνευματικοσωματική του προσωπικότητα, και ως έναν μικρό κόσμο που περιέχει μέσα του ολόκληρη τη δημιουργία, καθιστά κατανοητή τη δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνίας ολόκληρου του είναι μας με τον Θεό και μιας βαθύτερης γνώσεώς Του από εκείνη που αποκτάται αποκλειστικά μέσω της διανοητικής δραστηριότητας ή της μελέτης του εξωτερικού κόσμου.
Και πράγματι, ξεκινώντας από τη διδασκαλία του περί της θεοειδείας του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υποστηρίζει ότι η κοινωνία με τον Θεό μπορεί να επιτευχθεί πρωτίστως διά της οδού της τηρήσεως των εντολών Του. Με την τέλεσή τους ο άνθρωπος αποκαθιστά και φανερώνει μέσα του την εικόνα του Θεού, η οποία έχει σκοτισθεί από τις αμαρτίες, και έτσι πλησιάζει προς την ένωση με τον Θεό και προς τη γνώση Του, στο μέτρο που αυτή είναι προσιτή σε αυτόν ως κτιστό ον.
Αυτή η κοινή και υποχρεωτική για όλους οδός της τηρήσεως των εντολών του Κυρίου μπορεί να εκφραστεί συνοπτικά ως αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Έξω από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει καμία κοινωνία με τον Θεό. Η σκέψη περί της υποχρεωτικότητας και της καθολικότητας των εντολών βρίσκεται στη βάση ολόκληρης της ασκητικής διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά —θεώρησε μάλιστα αναγκαίο να συγγράψει ερμηνεία του Δεκαλόγου της Παλαιάς Διαθήκης— και, ως κάτι αυτονόητο, συχνά ούτε καν διατυπώνεται ρητώς όταν εκθέτει τη μία ή την άλλη επιμέρους πτυχή της διδασκαλίας του για τις οδούς της εσωτερικής ζωής.
Ωστόσο, ως προς την κατανόηση της σημασίας και του τρόπου της εργασίας των εντολών, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όπως όλοι οι βαθύτεροι ασκητικοί συγγραφείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έτεινε να αποδίδει πρωταρχική σημασία όχι τόσο στην ίδια την εξωτερική πράξη ή ακόμη και στην απόκτηση της μιας ή της άλλης αρετής, όσο στην εσωτερική κάθαρση από τα πάθη.
Για να επιτευχθεί αυτή η καθαρότητα της καρδιάς, πρέπει πρώτα απ’ όλα να εισέλθει κανείς στην οδό της μετανοίας και της ταπεινώσεως, μέσα στις οποίες εκδηλώνεται η αποστροφή μας προς την αμαρτία και η αγάπη μας προς τον Κύριο που μας αγάπησε:
«Ας αποκτήσουμε έργα μετανοίας», διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «ταπεινό φρόνημα, κατάνυξη και πνευματικό πένθος, καρδιά πράα και γεμάτη έλεος, που αγαπά τη δικαιοσύνη και επιδιώκει την καθαρότητα [...]· διότι η Βασιλεία του Θεού, ή μάλλον ο Ουράνιος Βασιλεύς [...] βρίσκεται μέσα μας, και πρέπει πάντοτε να προσκολλώμεθα σε Αυτόν διά των έργων της μετανοίας, αγαπώντας, όσο μπορούμε, Εκείνον που τόσο πολύ μας αγάπησε».
Ακόμη ισχυρότερο όμως μέσο εσωτερικής καθάρσεως και συγχρόνως η φωτεινότερη έκφραση της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον ήταν για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά η προσευχή, ενωμένη, βεβαίως, με την υπόλοιπη εσωτερική δραστηριότητα του ανθρώπου και γενικότερα με ολόκληρη τη ζωή του. Η προσευχή είναι γι’ αυτόν ανώτερη από την απόκτηση επιμέρους αρετών.
Γι’ αυτό, αναγνωρίζοντας ότι η ένωση με τον Θεό επιτυγχάνεται είτε μέσω της κοινωνίας στις αρετές είτε μέσω της κοινωνίας στην προσευχή, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αποδίδει μεγάλη σημασία στην προσευχητική κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι μόνο με τη δύναμή της μπορεί το κτίσμα να ενωθεί αληθινά με τον Δημιουργό.
«Η δύναμη της προσευχής», λέγει, «ιερουργεί την ένωση αυτή [...] όντας σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Δημιουργό».
Στη συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ομιλεί —όπως και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης— για μια ορισμένη τριαδική ενέργεια του νου, μέσω της οποίας αυτός ανέρχεται προς τον Θεό.
«Όταν το εν του νου γίνεται τριαδικό», γράφει στο ίδιο Περί προσευχής έργο, «παραμένοντας εν, τότε συνάπτεται με τη Θεαρχική Τριαδική Μονάδα».
Αυτή η τριαδική ενέργεια του νου συνίσταται στο ότι ο νους, ο οποίος συνήθως κατευθύνεται προς τα εξωτερικά αντικείμενα —αυτή είναι η πρώτη ενέργεια— επιστρέφει στον εαυτό του —δεύτερη ενέργεια— και από εκεί ανέρχεται προσευχητικά προς τον Θεό —τρίτη ενέργεια.
«Το εν του νου γίνεται τριαδικό, παραμένοντας εν, διά της επιστροφής του προς τον εαυτό του και διά της ανόδου του, μέσω του εαυτού του, προς τον Θεό».
Οι δύο αυτές ενέργειες χαρακτηρίζονται επίσης ως «συστολή» του νου και ως «προς τα άνω έκτασή» του, με την εξήγηση ότι «η επιστροφή του νου προς τον εαυτό του είναι η φύλαξή του [...] ενώ η άνοδός του προς τον Θεό πραγματοποιείται διά της προσευχής».
Όταν ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, «φθάνει στο ανέκφραστο» και «γεύεται τον μέλλοντα αιώνα».
Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται υπερβολικά μεγάλη σημασία στον φωτισμό που επιτυγχάνουμε κατά την αρχή· διότι, εφόσον αυτός δεν συνοδεύεται ακόμη από πλήρη κάθαρση της ψυχής, μπορεί να αποδειχθεί απατηλός και να γεννήσει πλάνη. Στην αρχή του ασκητικού αγώνα πρέπει να περιορίζεται κανείς στη θέα της ίδιας του της καρδιακής αμαρτωλότητας, η οποία αποκαλύπτεται μέσω αυτού του φωτισμού του νου.
Η πλήρης κάθαρση του ανθρώπου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν σε καθεμία από τις ψυχικές του δυνάμεις δοθεί το αντίστοιχο πνευματικό φάρμακο. Μόνον «καθαίροντας την πρακτική του δύναμη διά της πράξεως, τη γνωστική διά της θεωρίας και τη θεωρητική διά της προσευχής» μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει στην καθαρότητα που είναι αναγκαία για τη γνώση του Θεού.
«Αυτή δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί από κανέναν παρά μόνο διά της τελειότητας στην πράξη, διά της επίμονης πορείας [στην οδό της ασκήσεως], διά της θεωρίας και της θεωρητικής προσευχής».
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι πνευματικά αναγκαία και καρποφόρα δεν είναι απλώς η επίτευξη της τριαδικής ενέργειας του νου, αλλά η σταθερή και μακρά παραμονή του σε αυτή την ενέργεια, η οποία γεννά ένα είδος νοεράς αισθήσεως.
Στο σημείο αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς επιμένει στην ανάγκη να διατηρείται συνεχώς ο νους εντός των ορίων του σώματός μας. Προς επιβεβαίωση αυτού του ασκητικού κανόνα παραπέμπει στη γνωστή ρήση του οσίου Ιωάννου της Κλίμακος:
«Ησυχαστής είναι εκείνος που αγωνίζεται να περιορίσει το ασώματο [δηλαδή τον νου] μέσα στο σώμα».
Σε συμφωνία με αυτόν, βλέπει ακριβώς σε αυτή τη διατήρηση του νου μέσα στο σώμα ένα από τα βασικά γνωρίσματα του αληθινού ησυχαστή. Αντιθέτως, η παραμονή του νου έξω από το σώμα αποτελεί γι’ αυτόν πηγή κάθε πλάνης.
«Το να τοποθετεί κανείς τον νου», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «[...] έξω από το σώμα, ώστε εκεί να φθάνει σε νοητές θεωρίες, αποτελεί τη μεγαλύτερη από τις ελληνικές πλάνες, τη ρίζα και την πηγή κάθε κακοδοξίας».
Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς προβλέπει ότι η διδασκαλία του περί της διατηρήσεως του νου εντός των ορίων του σώματος ή ακόμη και περί της «αποστολής» του εκεί μπορεί εύκολα να προκαλέσει αντιρρήσεις ως προς την αχρηστία ή ακόμη και την αδυναμία μιας τέτοιας ασκητικής πρακτικής, εφόσον ο νους είναι ήδη εκ φύσεως ενωμένος με την ψυχή, η οποία βρίσκεται μέσα στο σώμα, και επομένως βρίσκεται ήδη εκεί χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή της βουλήσεώς μας.
Αυτή όμως η απορία προέρχεται, κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, από τη σύγχυση της ουσίας του νου με την ενέργειά του. Ο νους κατά τη φύση του είναι βεβαίως ενωμένος με την ψυχή· έργο όμως του ησυχαστή είναι να κατευθύνει προς τα έσω και την ενέργεια του νου.
Αυτού του είδους η προσευχητική φύλαξη του νου απαιτεί, ωστόσο, από τον άνθρωπο μεγάλη προσπάθεια, ένταση και κόπο.
«Ο κόπος κάθε άλλης αρετής», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «είναι μικρός και πολύ εύκολα υποφερτός σε σύγκριση με αυτόν».
Από εδώ βλέπουμε πόσο σφάλλουν εκείνοι που διακρίνουν στη νοερά προσευχή των ησυχαστών κάποια απόπειρα εύκολου δρόμου προς τη σωτηρία, κάποια επιθυμία αποφυγής των κόπων της αρετής και, για να το πούμε έτσι, επιτεύξεως «φθηνά» και «μηχανικά» του μυστικού «ενθουσιασμού».
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για εύκολη οδό, και η νοερά προσευχή παρουσιάζεται από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως η δυσκολότερη, η στενότερη και η πλέον θλιπτική οδός προς τη σωτηρία, η οποία όμως οδηγεί στις υψηλότερες κορυφές της πνευματικής τελειότητας, υπό τον όρο ότι η προσευχητική εργασία συνδέεται με ολόκληρη την υπόλοιπη δραστηριότητα του ανθρώπου. Αυτή ακριβώς η αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της προσευχής δεν επιτρέπει να θεωρηθεί αυτή ως κάτι «μηχανικό».
Γι’ αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, μολονότι συνιστά αυτή την οδό σε όλους όσοι επιθυμούν να σωθούν και τη θεωρεί προσιτή σε όλους, επισημαίνει εντούτοις ότι μόνο μέσα στη μοναχική ζωή, μακριά από τον κόσμο, μπορούν να βρεθούν οι ευνοϊκές συνθήκες για την πορεία σε αυτήν.
«Είναι δυνατόν, βεβαίως», γράφει, «και εκείνοι που ζουν σε γάμο να επιδιώξουν την επίτευξη αυτής της καθαρότητας, αλλά μόνο με τις μεγαλύτερες δυσκολίες».
Σκόπιμα σταθήκαμε προηγουμένως αρκετά εκτενώς στις απόψεις του αγίου Γρηγορίου Παλαμά σχετικά με τη σημασία της καρδιάς και γενικότερα του σώματος στην πνευματική ζωή του ανθρώπου — απόψεις που συναντώνται ήδη στους αρχαίους ασκητικούς συγγραφείς και που απλώς εκφράστηκαν από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με ιδιαίτερη σαφήνεια και με τη χαρακτηριστική του φιλοσοφική συστηματικότητα — ώστε, σε συνάρτηση με αυτές, να μπορέσουμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το αληθινό νόημα της πιο ιδιότυπης πλευράς της ασκητικής του διδασκαλίας. Εννοούμε τη λεγόμενη «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή και τις μεθόδους της.
Η περιγραφή των μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής, η οποία απουσιάζει ως προς τις λεπτομέρειές της από τους αρχαίους Πατέρες, μολονότι ορισμένες σχετικές υποδείξεις μπορούν να βρεθούν ήδη στον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος (6ος αι.) και στον Ησύχιο τον Σιναΐτη (6ος–8ος αι.), δίδεται με τη μεγαλύτερη πληρότητα στον Λόγο του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου «Περὶ τῶν τριῶν τρόπων τῆς προσευχῆς» (αρχές 11ου αι.), στον Νικηφόρο τον Μοναχό (13ος αι.) και στον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη (14ος αι.).
Όπως κι αν εξηγηθεί η σιωπή των αρχαίων Πατέρων σχετικά με αυτές τις μεθόδους —είτε με το ότι τότε οι μέθοδοι αυτές δεν υπήρχαν καθόλου είτε με το ότι, επειδή αποτελούσαν αντικείμενο άμεσης προσωπικής διδασκαλίας των μαθητών από τους γέροντες, δεν καταγράφονταν γραπτώς, ώσπου, εξαιτίας της παρακμής του θεσμού των γερόντων, δημιουργήθηκε ο κίνδυνος να λησμονηθούν εντελώς, πράγμα που παρακίνησε έμπειρους εργάτες της προσευχής να τις παραδώσουν στη γραφή — ένα πράγμα, πάντως, είναι αναμφισβήτητο: ότι αυτές οι μέθοδοι της «καλλιτεχνικής» νοεράς προσευχής ήταν ήδη σχετικά ευρέως γνωστές στην Ορθόδοξη Ανατολή πολύ πριν από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τους Αγιορείτες ησυχαστές του 14ου αιώνα και αποτελούσαν μέρος της ασκητικής της παραδόσεως.
Και φαίνεται εντελώς απίθανη, τόσο από ιστορική όσο και από θρησκευτικο-ψυχολογική άποψη, η γνώμη που διατυπώνεται από ορισμένους, σύμφωνα με την οποία η ίδια η εμφάνιση αυτών των «καλλιτεχνικών» μεθόδων υπήρξε αποτέλεσμα ατομικής «εφευρέσεως» κάποιου μεμονωμένου προσώπου, και μάλιστα σχεδόν συγχρόνου του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Η εσφαλμένη κατανόηση του νοήματος και της σημασίας τους, που συναντάται τόσο συχνά ακόμη και σε ορθόδοξους ερευνητές, βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι συνήθως θεωρείται ως ουσιώδης πλευρά της νοεράς προσευχής εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα βοηθητικό μέσο.
Πρέπει επίσης να θυμόμαστε πάντοτε ότι οι ασκητικοί συγγραφείς που περιέγραψαν την «καλλιτεχνική» προσευχή δεν είχαν ως σκοπό, στο ένα ή στο άλλο έργο τους, να προσφέρουν μια εξαντλητική έκθεση ολόκληρης της ορθόδοξης ασκητικής διδασκαλίας στο σύνολό της, αλλά περιορίζονταν συνήθως στην παρουσίαση εκείνων των θεμάτων τα οποία είτε δεν είχαν αναπτυχθεί επαρκώς από άλλους είτε, για κάποιον λόγο, προκαλούσαν απορίες.
Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν λανθασμένο να υποθέσουμε ότι οι επιμέρους κανόνες που αναφέρουμε —για παράδειγμα η «καλλιτεχνική» προσευχή— αντικαθιστούσαν, στα μάτια τους, ολόκληρη την υπόλοιπη ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, αυτή η διδασκαλία, η οποία αποτελεί ένα ενιαίο αρμονικό όλον, θεωρούνταν από αυτούς τόσο γενικά γνωστή, ώστε δεν έκριναν αναγκαίο να την αναφέρουν συνεχώς κατά την ανάπτυξη των επιμέρους ζητημάτων που τους απασχολούσαν.
Τέλος, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι φαινομενικές αντιφάσεις που παρουσιάζονται ενίοτε μεταξύ διαφόρων ασκητικών έργων εξηγούνται συχνά από το γεγονός ότι αυτά γράφτηκαν για πρόσωπα που βρίσκονταν σε διαφορετικά στάδια πνευματικής προόδου.
Μετά από αυτές τις γενικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή, ας περάσουμε στη συγκεκριμένη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά γι’ αυτήν. Πρέπει, ωστόσο, να πούμε εξαρχής ότι στον ίδιο δεν συναντούμε μια τόσο λεπτομερή περιγραφή των μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής όσο εκείνη που βρίσκουμε στους προκατόχους του που έγραψαν γι’ αυτό το θέμα — εννοούμε τα προαναφερθέντα έργα του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, του Νικηφόρου του Μοναχού και του Γρηγορίου του Σιναΐτου.
Ένα τέτοιο έργο πιθανώς του φαινόταν περιττό, λόγω της γενικής εξοικειώσεως του μοναστικού κόσμου της εποχής του με τη νοερά εργασία. Αντίθετα, βρίσκουμε στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά μια λαμπρή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ασκητικο-φιλοσοφική απολογία ορισμένων μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής.
Αφορμή για τη συγγραφή της αποτέλεσαν, βεβαίως, οι γνωστές επιθέσεις —ή μάλλον οι χλευασμοί— του Βαρλαάμ εναντίον των συγχρόνων του αγίου Γρηγορίου Παλαμά Αγιορειτών ησυχαστών μοναχών, τους οποίους ο Βαρλαάμ, εξαιτίας της ασκήσεώς τους στην «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή, αποκαλούσε «ομφαλοψύχους», δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι, υποτίθεται, δίδασκαν ότι η ψυχή του ανθρώπου βρίσκεται στον ομφαλό του.
Η απολογητική εργασία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, που προκλήθηκε από τις ανάγκες της στιγμής, αποκτά όμως αυτοτελές ενδιαφέρον όταν εξετασθεί σε συνάρτηση με τις γενικότερες ασκητικές του απόψεις, τις οποίες ήδη γνωρίζουμε.
Στη βάση της βρίσκεται και πάλι η ίδια σκέψη: εφόσον το σώμα μας, ως προς την ουσία του, δεν αποτελεί κακή αρχή αλλά δημιούργημα του Θεού και ναό του Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας, δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο· αντιθέτως, είναι απολύτως φυσικό να χρησιμοποιείται και αυτό ως βοηθητικό μέσο κατά την τέλεση της προσευχής.
Από αυτές τις βοηθητικές μεθόδους, οι οποίες συνδέονται με τη σωματικότητα του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς στέκεται στις ακόλουθες δύο:
πρώτον, στη σύνδεση της προσευχής με την αναπνοή, ακριβέστερα με την εισπνοή, μέσω της οποίας διευκολύνεται η συγκράτηση του νου στο εσωτερικό του ανθρώπου και η ένωσή του με την καρδιά·
και, δεύτερον, στην υιοθέτηση από τον προσευχόμενο, κατά την ώρα της προσευχής, μιας ορισμένης εξωτερικής στάσεως του σώματος, συνήθως καθιστής, με το κεφάλι σκυμμένο προς τα κάτω και το βλέμμα στραμμένο προς το στήθος ή ακόμη χαμηλότερα, προς το σημείο όπου βρίσκεται ο ομφαλός.
Ως προς την πρώτη μέθοδο, η οποία βασίζεται στην αναπνοή, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διδάσκει ότι ο σκοπός της είναι καθαρά βοηθητικός: να διευκολύνει δηλαδή τον άνθρωπο, ιδίως εκείνον που δεν έχει ακόμη προοδεύσει στη νοερά προσευχή, να συγκρατεί τον νου του μέσα του, χωρίς περισπασμό, στην περιοχή της καρδιάς, η οποία, όπως γνωρίζουμε, έχει κεντρική σημασία σε ολόκληρη την πνευματική ζωή του ανθρώπου.
Εδώ, βεβαίως, μπορεί να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον είναι σκόπιμη μια τέτοια σύνδεση της αναπνοής με την προσευχή ως προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της συγκεντρώσεως του νου. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε ότι, κατ’ αρχήν, όχι μόνο δεν υπάρχει σε αυτό τίποτε το αδύνατο, αλλά είναι και απολύτως πιθανό, αν ληφθεί υπόψη η γνωστή από την καθημερινή ζωή και επιβεβαιωμένη από την ψυχολογία σχέση των ψυχικών φαινομένων με τα σωματικά.
Συνεχίζεται
Βασίλειος Κριβοσέιν
Στη συνέχεια, σε συνάφεια με όσα εκθέσαμε σχετικά με τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τον άνθρωπο, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ακόμη ποια σημασία αποδίδει ο ίδιος στην καρδιά μέσα στην πνευματική και νοερή ζωή του ανθρώπου. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς θεωρεί την καρδιά ως το κατεξοχήν κέντρο της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, ως όργανο του νου, μέσω του οποίου αυτός κυριαρχεί σε ολόκληρο το σώμα, ακόμη και ως πηγή και φύλακα της νοητικής δραστηριότητας του ανθρώπου.
«Γνωρίζουμε με βεβαιότητα», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «ότι η νοητική μας δύναμη βρίσκεται στην καρδιά ως σε όργανο· αυτό δεν το διδαχθήκαμε από άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον Δημιουργό του ανθρώπου, ο οποίος λέγει στο Ευαγγέλιο: από την καρδιά εξέρχονται οι διαλογισμοί». Γι’ αυτό «η καρδιά μας είναι το θησαυροφυλάκιο της διανοίας» και συγχρόνως, κατά κάποιον τρόπο, το εσωτερικότερο μέρος του σώματός μας.
Η διδασκαλία για τον άνθρωπο ως ον θεοειδές, ως φορέα της εικόνας του Θεού, η οποία φανερώνεται σε ολόκληρη την πνευματικοσωματική του προσωπικότητα, και ως έναν μικρό κόσμο που περιέχει μέσα του ολόκληρη τη δημιουργία, καθιστά κατανοητή τη δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνίας ολόκληρου του είναι μας με τον Θεό και μιας βαθύτερης γνώσεώς Του από εκείνη που αποκτάται αποκλειστικά μέσω της διανοητικής δραστηριότητας ή της μελέτης του εξωτερικού κόσμου.
Και πράγματι, ξεκινώντας από τη διδασκαλία του περί της θεοειδείας του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υποστηρίζει ότι η κοινωνία με τον Θεό μπορεί να επιτευχθεί πρωτίστως διά της οδού της τηρήσεως των εντολών Του. Με την τέλεσή τους ο άνθρωπος αποκαθιστά και φανερώνει μέσα του την εικόνα του Θεού, η οποία έχει σκοτισθεί από τις αμαρτίες, και έτσι πλησιάζει προς την ένωση με τον Θεό και προς τη γνώση Του, στο μέτρο που αυτή είναι προσιτή σε αυτόν ως κτιστό ον.
Αυτή η κοινή και υποχρεωτική για όλους οδός της τηρήσεως των εντολών του Κυρίου μπορεί να εκφραστεί συνοπτικά ως αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Έξω από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει καμία κοινωνία με τον Θεό. Η σκέψη περί της υποχρεωτικότητας και της καθολικότητας των εντολών βρίσκεται στη βάση ολόκληρης της ασκητικής διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά —θεώρησε μάλιστα αναγκαίο να συγγράψει ερμηνεία του Δεκαλόγου της Παλαιάς Διαθήκης— και, ως κάτι αυτονόητο, συχνά ούτε καν διατυπώνεται ρητώς όταν εκθέτει τη μία ή την άλλη επιμέρους πτυχή της διδασκαλίας του για τις οδούς της εσωτερικής ζωής.
Ωστόσο, ως προς την κατανόηση της σημασίας και του τρόπου της εργασίας των εντολών, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όπως όλοι οι βαθύτεροι ασκητικοί συγγραφείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έτεινε να αποδίδει πρωταρχική σημασία όχι τόσο στην ίδια την εξωτερική πράξη ή ακόμη και στην απόκτηση της μιας ή της άλλης αρετής, όσο στην εσωτερική κάθαρση από τα πάθη.
Για να επιτευχθεί αυτή η καθαρότητα της καρδιάς, πρέπει πρώτα απ’ όλα να εισέλθει κανείς στην οδό της μετανοίας και της ταπεινώσεως, μέσα στις οποίες εκδηλώνεται η αποστροφή μας προς την αμαρτία και η αγάπη μας προς τον Κύριο που μας αγάπησε:
«Ας αποκτήσουμε έργα μετανοίας», διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «ταπεινό φρόνημα, κατάνυξη και πνευματικό πένθος, καρδιά πράα και γεμάτη έλεος, που αγαπά τη δικαιοσύνη και επιδιώκει την καθαρότητα [...]· διότι η Βασιλεία του Θεού, ή μάλλον ο Ουράνιος Βασιλεύς [...] βρίσκεται μέσα μας, και πρέπει πάντοτε να προσκολλώμεθα σε Αυτόν διά των έργων της μετανοίας, αγαπώντας, όσο μπορούμε, Εκείνον που τόσο πολύ μας αγάπησε».
Ακόμη ισχυρότερο όμως μέσο εσωτερικής καθάρσεως και συγχρόνως η φωτεινότερη έκφραση της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον ήταν για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά η προσευχή, ενωμένη, βεβαίως, με την υπόλοιπη εσωτερική δραστηριότητα του ανθρώπου και γενικότερα με ολόκληρη τη ζωή του. Η προσευχή είναι γι’ αυτόν ανώτερη από την απόκτηση επιμέρους αρετών.
Γι’ αυτό, αναγνωρίζοντας ότι η ένωση με τον Θεό επιτυγχάνεται είτε μέσω της κοινωνίας στις αρετές είτε μέσω της κοινωνίας στην προσευχή, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αποδίδει μεγάλη σημασία στην προσευχητική κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι μόνο με τη δύναμή της μπορεί το κτίσμα να ενωθεί αληθινά με τον Δημιουργό.
«Η δύναμη της προσευχής», λέγει, «ιερουργεί την ένωση αυτή [...] όντας σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Δημιουργό».
Στη συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ομιλεί —όπως και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης— για μια ορισμένη τριαδική ενέργεια του νου, μέσω της οποίας αυτός ανέρχεται προς τον Θεό.
«Όταν το εν του νου γίνεται τριαδικό», γράφει στο ίδιο Περί προσευχής έργο, «παραμένοντας εν, τότε συνάπτεται με τη Θεαρχική Τριαδική Μονάδα».
Αυτή η τριαδική ενέργεια του νου συνίσταται στο ότι ο νους, ο οποίος συνήθως κατευθύνεται προς τα εξωτερικά αντικείμενα —αυτή είναι η πρώτη ενέργεια— επιστρέφει στον εαυτό του —δεύτερη ενέργεια— και από εκεί ανέρχεται προσευχητικά προς τον Θεό —τρίτη ενέργεια.
«Το εν του νου γίνεται τριαδικό, παραμένοντας εν, διά της επιστροφής του προς τον εαυτό του και διά της ανόδου του, μέσω του εαυτού του, προς τον Θεό».
Οι δύο αυτές ενέργειες χαρακτηρίζονται επίσης ως «συστολή» του νου και ως «προς τα άνω έκτασή» του, με την εξήγηση ότι «η επιστροφή του νου προς τον εαυτό του είναι η φύλαξή του [...] ενώ η άνοδός του προς τον Θεό πραγματοποιείται διά της προσευχής».
Όταν ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, «φθάνει στο ανέκφραστο» και «γεύεται τον μέλλοντα αιώνα».
Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται υπερβολικά μεγάλη σημασία στον φωτισμό που επιτυγχάνουμε κατά την αρχή· διότι, εφόσον αυτός δεν συνοδεύεται ακόμη από πλήρη κάθαρση της ψυχής, μπορεί να αποδειχθεί απατηλός και να γεννήσει πλάνη. Στην αρχή του ασκητικού αγώνα πρέπει να περιορίζεται κανείς στη θέα της ίδιας του της καρδιακής αμαρτωλότητας, η οποία αποκαλύπτεται μέσω αυτού του φωτισμού του νου.
Η πλήρης κάθαρση του ανθρώπου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν σε καθεμία από τις ψυχικές του δυνάμεις δοθεί το αντίστοιχο πνευματικό φάρμακο. Μόνον «καθαίροντας την πρακτική του δύναμη διά της πράξεως, τη γνωστική διά της θεωρίας και τη θεωρητική διά της προσευχής» μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει στην καθαρότητα που είναι αναγκαία για τη γνώση του Θεού.
«Αυτή δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί από κανέναν παρά μόνο διά της τελειότητας στην πράξη, διά της επίμονης πορείας [στην οδό της ασκήσεως], διά της θεωρίας και της θεωρητικής προσευχής».
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι πνευματικά αναγκαία και καρποφόρα δεν είναι απλώς η επίτευξη της τριαδικής ενέργειας του νου, αλλά η σταθερή και μακρά παραμονή του σε αυτή την ενέργεια, η οποία γεννά ένα είδος νοεράς αισθήσεως.
Στο σημείο αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς επιμένει στην ανάγκη να διατηρείται συνεχώς ο νους εντός των ορίων του σώματός μας. Προς επιβεβαίωση αυτού του ασκητικού κανόνα παραπέμπει στη γνωστή ρήση του οσίου Ιωάννου της Κλίμακος:
«Ησυχαστής είναι εκείνος που αγωνίζεται να περιορίσει το ασώματο [δηλαδή τον νου] μέσα στο σώμα».
Σε συμφωνία με αυτόν, βλέπει ακριβώς σε αυτή τη διατήρηση του νου μέσα στο σώμα ένα από τα βασικά γνωρίσματα του αληθινού ησυχαστή. Αντιθέτως, η παραμονή του νου έξω από το σώμα αποτελεί γι’ αυτόν πηγή κάθε πλάνης.
«Το να τοποθετεί κανείς τον νου», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «[...] έξω από το σώμα, ώστε εκεί να φθάνει σε νοητές θεωρίες, αποτελεί τη μεγαλύτερη από τις ελληνικές πλάνες, τη ρίζα και την πηγή κάθε κακοδοξίας».
Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς προβλέπει ότι η διδασκαλία του περί της διατηρήσεως του νου εντός των ορίων του σώματος ή ακόμη και περί της «αποστολής» του εκεί μπορεί εύκολα να προκαλέσει αντιρρήσεις ως προς την αχρηστία ή ακόμη και την αδυναμία μιας τέτοιας ασκητικής πρακτικής, εφόσον ο νους είναι ήδη εκ φύσεως ενωμένος με την ψυχή, η οποία βρίσκεται μέσα στο σώμα, και επομένως βρίσκεται ήδη εκεί χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή της βουλήσεώς μας.
Αυτή όμως η απορία προέρχεται, κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, από τη σύγχυση της ουσίας του νου με την ενέργειά του. Ο νους κατά τη φύση του είναι βεβαίως ενωμένος με την ψυχή· έργο όμως του ησυχαστή είναι να κατευθύνει προς τα έσω και την ενέργεια του νου.
Αυτού του είδους η προσευχητική φύλαξη του νου απαιτεί, ωστόσο, από τον άνθρωπο μεγάλη προσπάθεια, ένταση και κόπο.
«Ο κόπος κάθε άλλης αρετής», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «είναι μικρός και πολύ εύκολα υποφερτός σε σύγκριση με αυτόν».
Από εδώ βλέπουμε πόσο σφάλλουν εκείνοι που διακρίνουν στη νοερά προσευχή των ησυχαστών κάποια απόπειρα εύκολου δρόμου προς τη σωτηρία, κάποια επιθυμία αποφυγής των κόπων της αρετής και, για να το πούμε έτσι, επιτεύξεως «φθηνά» και «μηχανικά» του μυστικού «ενθουσιασμού».
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για εύκολη οδό, και η νοερά προσευχή παρουσιάζεται από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως η δυσκολότερη, η στενότερη και η πλέον θλιπτική οδός προς τη σωτηρία, η οποία όμως οδηγεί στις υψηλότερες κορυφές της πνευματικής τελειότητας, υπό τον όρο ότι η προσευχητική εργασία συνδέεται με ολόκληρη την υπόλοιπη δραστηριότητα του ανθρώπου. Αυτή ακριβώς η αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της προσευχής δεν επιτρέπει να θεωρηθεί αυτή ως κάτι «μηχανικό».
Γι’ αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, μολονότι συνιστά αυτή την οδό σε όλους όσοι επιθυμούν να σωθούν και τη θεωρεί προσιτή σε όλους, επισημαίνει εντούτοις ότι μόνο μέσα στη μοναχική ζωή, μακριά από τον κόσμο, μπορούν να βρεθούν οι ευνοϊκές συνθήκες για την πορεία σε αυτήν.
«Είναι δυνατόν, βεβαίως», γράφει, «και εκείνοι που ζουν σε γάμο να επιδιώξουν την επίτευξη αυτής της καθαρότητας, αλλά μόνο με τις μεγαλύτερες δυσκολίες».
Σκόπιμα σταθήκαμε προηγουμένως αρκετά εκτενώς στις απόψεις του αγίου Γρηγορίου Παλαμά σχετικά με τη σημασία της καρδιάς και γενικότερα του σώματος στην πνευματική ζωή του ανθρώπου — απόψεις που συναντώνται ήδη στους αρχαίους ασκητικούς συγγραφείς και που απλώς εκφράστηκαν από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με ιδιαίτερη σαφήνεια και με τη χαρακτηριστική του φιλοσοφική συστηματικότητα — ώστε, σε συνάρτηση με αυτές, να μπορέσουμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το αληθινό νόημα της πιο ιδιότυπης πλευράς της ασκητικής του διδασκαλίας. Εννοούμε τη λεγόμενη «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή και τις μεθόδους της.
Η περιγραφή των μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής, η οποία απουσιάζει ως προς τις λεπτομέρειές της από τους αρχαίους Πατέρες, μολονότι ορισμένες σχετικές υποδείξεις μπορούν να βρεθούν ήδη στον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος (6ος αι.) και στον Ησύχιο τον Σιναΐτη (6ος–8ος αι.), δίδεται με τη μεγαλύτερη πληρότητα στον Λόγο του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου «Περὶ τῶν τριῶν τρόπων τῆς προσευχῆς» (αρχές 11ου αι.), στον Νικηφόρο τον Μοναχό (13ος αι.) και στον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη (14ος αι.).
Όπως κι αν εξηγηθεί η σιωπή των αρχαίων Πατέρων σχετικά με αυτές τις μεθόδους —είτε με το ότι τότε οι μέθοδοι αυτές δεν υπήρχαν καθόλου είτε με το ότι, επειδή αποτελούσαν αντικείμενο άμεσης προσωπικής διδασκαλίας των μαθητών από τους γέροντες, δεν καταγράφονταν γραπτώς, ώσπου, εξαιτίας της παρακμής του θεσμού των γερόντων, δημιουργήθηκε ο κίνδυνος να λησμονηθούν εντελώς, πράγμα που παρακίνησε έμπειρους εργάτες της προσευχής να τις παραδώσουν στη γραφή — ένα πράγμα, πάντως, είναι αναμφισβήτητο: ότι αυτές οι μέθοδοι της «καλλιτεχνικής» νοεράς προσευχής ήταν ήδη σχετικά ευρέως γνωστές στην Ορθόδοξη Ανατολή πολύ πριν από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τους Αγιορείτες ησυχαστές του 14ου αιώνα και αποτελούσαν μέρος της ασκητικής της παραδόσεως.
Και φαίνεται εντελώς απίθανη, τόσο από ιστορική όσο και από θρησκευτικο-ψυχολογική άποψη, η γνώμη που διατυπώνεται από ορισμένους, σύμφωνα με την οποία η ίδια η εμφάνιση αυτών των «καλλιτεχνικών» μεθόδων υπήρξε αποτέλεσμα ατομικής «εφευρέσεως» κάποιου μεμονωμένου προσώπου, και μάλιστα σχεδόν συγχρόνου του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Η εσφαλμένη κατανόηση του νοήματος και της σημασίας τους, που συναντάται τόσο συχνά ακόμη και σε ορθόδοξους ερευνητές, βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι συνήθως θεωρείται ως ουσιώδης πλευρά της νοεράς προσευχής εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα βοηθητικό μέσο.
Πρέπει επίσης να θυμόμαστε πάντοτε ότι οι ασκητικοί συγγραφείς που περιέγραψαν την «καλλιτεχνική» προσευχή δεν είχαν ως σκοπό, στο ένα ή στο άλλο έργο τους, να προσφέρουν μια εξαντλητική έκθεση ολόκληρης της ορθόδοξης ασκητικής διδασκαλίας στο σύνολό της, αλλά περιορίζονταν συνήθως στην παρουσίαση εκείνων των θεμάτων τα οποία είτε δεν είχαν αναπτυχθεί επαρκώς από άλλους είτε, για κάποιον λόγο, προκαλούσαν απορίες.
Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν λανθασμένο να υποθέσουμε ότι οι επιμέρους κανόνες που αναφέρουμε —για παράδειγμα η «καλλιτεχνική» προσευχή— αντικαθιστούσαν, στα μάτια τους, ολόκληρη την υπόλοιπη ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, αυτή η διδασκαλία, η οποία αποτελεί ένα ενιαίο αρμονικό όλον, θεωρούνταν από αυτούς τόσο γενικά γνωστή, ώστε δεν έκριναν αναγκαίο να την αναφέρουν συνεχώς κατά την ανάπτυξη των επιμέρους ζητημάτων που τους απασχολούσαν.
Τέλος, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι φαινομενικές αντιφάσεις που παρουσιάζονται ενίοτε μεταξύ διαφόρων ασκητικών έργων εξηγούνται συχνά από το γεγονός ότι αυτά γράφτηκαν για πρόσωπα που βρίσκονταν σε διαφορετικά στάδια πνευματικής προόδου.
Μετά από αυτές τις γενικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή, ας περάσουμε στη συγκεκριμένη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά γι’ αυτήν. Πρέπει, ωστόσο, να πούμε εξαρχής ότι στον ίδιο δεν συναντούμε μια τόσο λεπτομερή περιγραφή των μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής όσο εκείνη που βρίσκουμε στους προκατόχους του που έγραψαν γι’ αυτό το θέμα — εννοούμε τα προαναφερθέντα έργα του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, του Νικηφόρου του Μοναχού και του Γρηγορίου του Σιναΐτου.
Ένα τέτοιο έργο πιθανώς του φαινόταν περιττό, λόγω της γενικής εξοικειώσεως του μοναστικού κόσμου της εποχής του με τη νοερά εργασία. Αντίθετα, βρίσκουμε στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά μια λαμπρή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ασκητικο-φιλοσοφική απολογία ορισμένων μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής.
Αφορμή για τη συγγραφή της αποτέλεσαν, βεβαίως, οι γνωστές επιθέσεις —ή μάλλον οι χλευασμοί— του Βαρλαάμ εναντίον των συγχρόνων του αγίου Γρηγορίου Παλαμά Αγιορειτών ησυχαστών μοναχών, τους οποίους ο Βαρλαάμ, εξαιτίας της ασκήσεώς τους στην «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή, αποκαλούσε «ομφαλοψύχους», δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι, υποτίθεται, δίδασκαν ότι η ψυχή του ανθρώπου βρίσκεται στον ομφαλό του.
Η απολογητική εργασία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, που προκλήθηκε από τις ανάγκες της στιγμής, αποκτά όμως αυτοτελές ενδιαφέρον όταν εξετασθεί σε συνάρτηση με τις γενικότερες ασκητικές του απόψεις, τις οποίες ήδη γνωρίζουμε.
Στη βάση της βρίσκεται και πάλι η ίδια σκέψη: εφόσον το σώμα μας, ως προς την ουσία του, δεν αποτελεί κακή αρχή αλλά δημιούργημα του Θεού και ναό του Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας, δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο· αντιθέτως, είναι απολύτως φυσικό να χρησιμοποιείται και αυτό ως βοηθητικό μέσο κατά την τέλεση της προσευχής.
Από αυτές τις βοηθητικές μεθόδους, οι οποίες συνδέονται με τη σωματικότητα του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς στέκεται στις ακόλουθες δύο:
πρώτον, στη σύνδεση της προσευχής με την αναπνοή, ακριβέστερα με την εισπνοή, μέσω της οποίας διευκολύνεται η συγκράτηση του νου στο εσωτερικό του ανθρώπου και η ένωσή του με την καρδιά·
και, δεύτερον, στην υιοθέτηση από τον προσευχόμενο, κατά την ώρα της προσευχής, μιας ορισμένης εξωτερικής στάσεως του σώματος, συνήθως καθιστής, με το κεφάλι σκυμμένο προς τα κάτω και το βλέμμα στραμμένο προς το στήθος ή ακόμη χαμηλότερα, προς το σημείο όπου βρίσκεται ο ομφαλός.
Ως προς την πρώτη μέθοδο, η οποία βασίζεται στην αναπνοή, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διδάσκει ότι ο σκοπός της είναι καθαρά βοηθητικός: να διευκολύνει δηλαδή τον άνθρωπο, ιδίως εκείνον που δεν έχει ακόμη προοδεύσει στη νοερά προσευχή, να συγκρατεί τον νου του μέσα του, χωρίς περισπασμό, στην περιοχή της καρδιάς, η οποία, όπως γνωρίζουμε, έχει κεντρική σημασία σε ολόκληρη την πνευματική ζωή του ανθρώπου.
Εδώ, βεβαίως, μπορεί να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον είναι σκόπιμη μια τέτοια σύνδεση της αναπνοής με την προσευχή ως προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της συγκεντρώσεως του νου. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε ότι, κατ’ αρχήν, όχι μόνο δεν υπάρχει σε αυτό τίποτε το αδύνατο, αλλά είναι και απολύτως πιθανό, αν ληφθεί υπόψη η γνωστή από την καθημερινή ζωή και επιβεβαιωμένη από την ψυχολογία σχέση των ψυχικών φαινομένων με τα σωματικά.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου