Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Η προφητική φιγούρα στο έργο του Kandinsky «Περί του πνευματικού στην τέχνη. Ιδιαιτέρως στη ζωγραφική»: Πνευματικοί ήχοι, ταλαντώσεις και ένας χορός του μέλλοντος



Η προφητική φιγούρα στο έργο του Kandinsky «Περί του πνευματικού στην τέχνη. Ιδιαιτέρως στη ζωγραφική»: Πνευματικοί ήχοι, ταλαντώσεις και ένας χορός του μέλλοντος

Δοκίμιο της Hanna Sauer στα πλαίσια του μαθήματος «Θεωρίες των Καλλιτεχνών» κατά το χειμερινό εξάμηνο 2016-17, Ινστιτούτο Ιστορίας της Τέχνης, Πανεπιστήμιο του Freiburg

«Ο αόρατος Μωυσής έρχεται από το όρος, βλέπει τον χορό γυρω από τον χρυσό μόσχο. Αλλά φέρνει μια νέα σοφία στους ανθρώπους. Τη γλώσσα του, την οποία δεν μπορούν να ακούσουν οι μάζες, την ακούνε πρώτα οι καλλιτέχνες»(Kandinsky, Wassily: Über das Geistige in der Kunst. Insbesondere in der Malerei, Freiburg im Breisgau 2013, S. 37.)

«Ένα επιστημονικό γεγονός παραμέρισε ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια από αυτόν το δρόμο. Αυτό ήταν η (περαιτέρω) διάσπαση του ατόμου. Η διάσπαση του ατόμου ήταν στην ψυχή μου ταυτόσημη με τη διάσπαση ολόκληρου του κόσμου. Ξαφνικά έπεσαν τα πιο παχιά τείχη. Όλα έγιναν αβέβαια, ασταθή και μαλακά.»

Από το έργο>

KandinskyRückblickMit einer Einleitung von Ludwig Grote und mit acht Farbtafeln, Baden-Baden 1955, S. 16.

Από μόνο του αυτό το μικρό απόσπασμα από το αναφερθέν έργο του Wassily Kandinsky (1866-1944), που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1911-12, αφήνει να εννοηθεί το νέο είδος αυτοσυνειδησίας με το οποίο ο Ρώσος καλλιτέχνης αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως εκλεκτό δημιουργό και καλλιτεχνικό διαμορφωτή της πνευματικής ύλης. Το ότι με αυτό το γραπτό, που θύμιζε προφητικό κείμενο, πρόσφερε πέραν της καλλιτεχνικής του επιτυχίας και μια από τις πιο επιδραστικές θεωρίες της μοντέρνας τέχνης, αποτελεί αφορμή για την ανάλυση που ακολουθεί. Στο επίκεντρο της προσοχής μας δε θα είναι η πολύπτυχη βιογραφία του, η αναγνώριση του στους κύκλους των καλλιτεχνών της εποχής εκείνης ή η καλλιτεχνική του παραγωγή, αλλά οι διάφορες επιδράσεις και αφορμές για την φιλοσοφία της τέχνης, όπως την εκθέτει στο «Περί του πνευματικού στην τέχνη». Ιδιαιτέρως για την εποχή που έμενε στο Μόναχο (γύρω στο 1900), μπορεί να τεκμηριωθεί ο μεγάλος του ενθουσιασμός για τη θεοσοφία και αργότερα για την ανθρωποσοφία του Rudolf Steiner (1861-1925). Στα γραπτά του είναι προφανής η στενή σχέση του με τη θεοσοφία και την ανθρωποσοφία. Αυτό το πάρε δώσε της τέχνης και των καλλιτεχνών με το υπεραισθητό, το απόκρυφο και το μυστικιστικό, φαίνεται πως είναι ένα χαρακτηριστικό τής Avantgarde των αρχών του 20ου αιώνα, πράγμα που φαίνεται ιδιαιτέρως στα γραπτά των εκπροσώπων της. Στο δοκίμιο του Kandinsky αυτό εκδηλώνεται με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Ο Ελβετός ιστορικός της τέχνης Beat Wyss διαπίστωσε τα εξής:

«Τα κείμενα που ενδιαφέρουν τους καλλιτέχνες δεν έχουν κατά κανόνα σχέση με την τέχνη: αλλά με τον μυστικισμό, την φυσική επιστήμη ή την φιλοσοφία. Εκεί αναζητείται η κατοχύρωση των εννοιών της αισθητικής, και όχι στην ιστορία». Στο έργο του WyssBeatMythologie der AufklärungGeheimlehren der Moderne, in: Jahresring 40, Jahrbuch für moderne Kunst, München 1993, S. 8.

Τώρα τίθενται μερικά ερωτήματα: Ποια σχέση είχε ο Kandinsky προς τον αποκρυφισμό και ποια πρόσβαση είχε; Υπάρχουν συγκεκριμένοι παραλληλισμοί μεταξύ της θεοσοφικής διδασκαλίας και της θεωρίας του KandinskyΠως φαίνεται αυτό στη διδασκαλία του και είναι αισθητή ή ορατή στα έργα του η απαίτηση να συνδέσει στην τέχνη το πνευματικό με το υλικό; Τι ρόλο παίζει ο καλλιτέχνης στη διαδικασία αυτή;

Στην πορεία του κειμένου θα προσπαθήσουμε να δώσουμε απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές, βασιζόμενοι στα γραπτά του Kandinsky. Δε θα παρουσιάσουμε ολόκληρη τη θεωρία του, αλλά θα διαφωτίσουμε ορισμένα σημεία. Με τον τρόπο αυτό οι ερωτήσεις θα χρησιμεύσουν ως ένα διανοητικό στήριγμα για μια πιο βαθιά διείσδυση στις πνευματικές επιδιώξεις του Kandinsky μέσα στην τέχνη.

Η μυστική θεοσοφική εταιρία και η έναρξη της «Εποχής του μεγάλου πνευματικού».

κατάλαβες; μπήκε κουνάβι στό κοτέτσι,
 κατάλαβες

Ο Marty Bax θέτει στην αρχή του άρθρου του «Η θεοσοφική εταιρεία» (στη συλλογή Ausst.Kat. Okkultismus und Avantgarde. Von Munch bis Mondrian 1900-1915, Kunsthalle Schirn (Frankfurt am Main) 1995, S. 32-37.) το ερώτημα τι είναι η θεοσοφία και απαντά:«Η θεοσοφία είναι ένα σύστημα αληθειών που βρίσκεται στη βάση όλων των θρησκειών. … Η θεοσοφία κηρύττει διδασκαλίες που βρίσκονται ή βρίσκονταν σε όλες τις θρησκείες, όπως η μοναδικότητα του Θεού, που αποκαλύπτεται σε τρεις πτυχές: η κάθοδος του πνεύματος στην ύλη, τα διάφορα επίπεδα ανάπτυξης, στα οποία εκδηλώνεται η ζωή, και η συνέχιση της ζωής της ψυχής. … Ως φιλοσοφία δείχνει, με ποιο τρόπο αναπτύσσονται προς την τελειότητα, το σώμα και η ψυχή, δια της αποδέσμευσης από  το υλικό επίπεδο, με απώτερο σκοπό να φτάσουν στο θεϊκό επίπεδο».[ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΚΕΝΟΛΟΓΙΑΣ]

Σύμφωνα με αυτά, η θεοσοφία κατανοείται μάλλον ως μια φιλοσοφία, και όχι θεολογία, και επικεντρώνεται εν μέρει και στην επιστημονικότητα, καθώς βασίζεται στη γνώση, η οποία προκύπτει από την έρευνα και την εμπειρία.

Η ονομασία «θεοσοφία» εμφανίζεται το 19ο αιώνα, για να ορίσει τα διάφορα ρεύματα του αποκρυφισμού, που περιέχει μια πληθώρα πνευματικών ρευμάτων. Μια άλλη πτυχή, ιδιαιτέρως όσον αφορά στην αντίληψη του Kandinsky για τον καλλιτέχνη-είναι η γνωστική διδασκαλία.

Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία υπάρχουν δάσκαλοι ή μύστες του απόκρυφου (όπως ο Βούδας ή ο Ιησούς Χριστός), οι οποίοι σε συγκεκριμένες εποχές της ιστορίας, μετέδωσαν στους μαθητές τους τις διδασκαλίες τους περί «θρησκευτικών αποκαλύψεων, έργων τέχνης ή κοινωνικών αλλαγών». Οι δε μαθητές τους μετέδωσαν τη διδασκαλία τους. Σκοπός αυτών των κηρυγμάτων ήταν να διαμορφωθούν οι άνθρωποι σε όλο και ανώτερες σφαίρες, μέχρι η ανθρωπότητα να φτάσει σε ένα υπεραισθητό στάδιο ανάπτυξης και να βρει την καταγωγή της. Ακολουθώντας τις αρχές αυτές, η Helena Petrovna Blavatsky (1831-1891) και ο Henry Steele Olcott  (1832-1907) ίδρυσαν το 1875 τη θεοσοφική εταιρία στη Νέα Υόρκη. Γύρω από αυτήν μαζεύτηκε πολύ γρήγορα ένας μεγάλος κύκλος, κυρίως εύπορων «μαθητών». Ήταν μια μυστική εταιρεία, στην οποία τα απόκρυφα κηρύγματα και διδασκαλίες της Blavatsky, ήταν επιτρεπτό να συζητούνται μόνο εσωτερικά. Οι θεοσοφικές διδασκαλίες της Blavatsky, που εκτίθενται στα κύρια έργα της «Ίσις χωρίς πέπλο» (1877) και «Η μυστική διδασκαλία» (1888) είναι συγκρητιστικές, επηρεασμένες από διδασκαλίες της Άπω Ανατολής και εσωτεριστικές, οι οποίες ερμηνεύονται με τρόπο ισχυρά αντί-υλιστικό και αντί-θετικιστικό. Αυτός ακριβώς ο πνευματικός συγκρητισμός, ως μια αντίδραση στον τότε κυρίαρχο υλισμό και στις ρηξικέλευθες και συνταρακτικές διαπιστώσεις των φυσικών επιστημών, περί χώρου και χρόνου δια της θεωρίας της σχετικότητας του Einstein, αλλά και την ανακάλυψη των ακτίνων Röntgen, φαίνεται πως είχε μεγάλη απήχηση και πρόσφερε μια εναλλακτική. Ενθυμούμενος τα συναισθήματα του εκείνη την εποχή, ο Kandinsky γράφει:

«Ένα επιστημονικό γεγονός παραμέρισε ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια από αυτόν το δρόμο. Αυτό ήταν μια (περαιτέρω) διάσπαση του ατόμου. Η διάσπαση του ατόμου ήταν στην ψυχή μου ταυτόσημη με τη διάσπαση ολόκληρου του κόσμου. Ξαφνικά είχαν πέσει τα πιο χονδρά τείχη. Όλα είχαν καταστεί αβέβαια, ασταθή και μαλακά». (Kandinsky, Rückblick. Mit einer Einleitung von Ludwig Grote und mit acht Farbtafeln, Baden-Baden 1955, S.16)

Ο Kandinsky, όπως και οι θεόσοφοι της εποχής εκείνης, βλέπει την αυγή του 20ου αιώνα ως την αρχή μιας μεγάλης πνευματικής εποχής, που θα έδινε στους ανθρώπους την ικανότητα, όχι μόνο να ανακαλύψουν το πνευματικό μέσα στον κόσμο, αλλά και να δημιουργούν αντλώντας από τον εαυτό τους. Ο Kandinsky βλέπει τους καλλιτέχνες ως εκλεκτούς, που ακολουθούν μια γνωστική θεωρία, ώστε να είναι σε θέση, να καλλιεργήσουν με την τέχνη, κατ’ αρχάς τη δική τους και κατόπιν τις ψυχές των συνανθρώπων τους, και να τις οδηγήσουν με μεσσιανικό τρόπο έξω από το σκοτάδι:

«Όταν η θρησκεία, η επιστήμη και η ηθική (αυτή με το δυνατό χέρι του Nietzsche), συνταράσσονται, και όταν τα εξωτερικά στηρίγματα απειλούν να πέσουν, τότε ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από έξω προς τον εαυτό του. Η λογοτεχνία, η μουσική και η τέχνη, είναι οι πρώτοι ευαίσθητοι τομείς, όπου η πνευματική στροφή γίνεται ορατή με μια ρεαλιστική μορφή. Οι τομείς αυτοί αντικατοπτρίζουν αμέσως τη σκοτεινή εικόνα του παρόντος, ανιχνεύουν το μεγάλο, που γίνεται αντιληπτό από λίγους ως μια μικρή τελεία, και δεν υπάρχει για το μεγάλο πλήθος». (Kandinsky, Rückblick….)

Αυτή η «Πνευματική στροφή» κινείται σύμφωνα με τον Kandinsky με την μορφή ενός «πνευματικού τριγώνου», η οποία πορεύεται προς την κορυφή του τριγώνου με πολλά, διαφορετικού μεγέθους βήματα: Στους από κάτω σύμφωνα με τον Kandinsky συγκαταλέγονται οι άθεοι με την νιτσεϊκή φράση ο «Θεός πέθανε», που περιφρονούν τον αναρχισμό και σύρονται παθητικά και χωρίς επίγνωση από τα ανώτερα επίπεδα. Πάνω από αυτούς είναι εκείνοι οι σοσιαλιστές, οι οποίοι βρίσκουν τη θεμελίωση της απιστίας τους σε διάφορα κείμενα, και εκφράζουν την πολιτική τους κατεύθυνση μετά από στοχασμό και μελέτη. Σε αυτά τα «ανώτερα τμήματα» βρίσκονται επίσης επιστήμονες και καλλιτέχνες, οι οποίοι όμως είναι στραμμένοι ακόμα στον θετικισμό (οι επιστήμονες) και στον καθαρό νατουραλισμό (οι καλλιτέχνες). Ειδικά τα ανώτερα αυτά επίπεδα κυριαρχούνται από μεγάλο φόβο, σύμφωνα με τον Kandinsky, παρά το γεγονός πως η τάξη καθίσταται ισχυρότερη. Εκείνος ο φόβος εκδηλώνεται κατ’ αρχάς ως μια λεπτή σύγχυση, και αυξάνεται όσο πιο ψηλά ανεβαίνει κανείς στο τρίγωνο, μέχρι να φτάσει σε ένα επίπεδο: «…όπου ξαφνικά δρουν τέτοιες δυνάμεις, τις οποίες δεν περίμεναν οι πνευματικοί αρχιτέκτονες και οι μαθηματικοί. Στο σημείο αυτό έχει πέσει ένα μέρος των χονδρών τειχών σαν χάρτινος πύργος». Στο πιο ψηλό απ’ όλα τα τμήματα δεν υπάρχει κανένας φόβος.

Στις σελίδες που ακολουθούν επικαλείται τη θεοσοφική εταιρεία γύρω από την Helena Blavatsky και δηλώνει ξεκάθαρα πως η θεοσοφία είναι μια βοηθητική προσέγγιση για πνευματικά θέματα:

«Και πάντως, έστω και αν ο παρατηρητής μπορεί να σταθεί με αμφιβολία μπρος στην τάση των θεόσοφων να δημιουργήσουν μια θεωρία και την πρόωρη χαρά τους, ότι πολύ σύντομα θα βάλουν απαντήσεις στη θέση του τεράστιου ερωτηματικού, το μεγάλο πνευματικό κίνημα παραμένει εκεί, και είναι μέσα στην πνευματική ατμόσφαιρα ένα ισχυρό στοιχείο που δρα (Agens), που με αυτή τη μορφή μπορεί να φτάσει ως λυτρωτικός ήχος σε κάποια απελπισμένη καρδιά, τυλιγμένη στο σκοτάδι και τη νύχτα, και με αυτό εμφανίζεται ένα χέρι που δείχνει και προσφέρει βοήθεια.»    

Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα για τη θέση του καλλιτέχνη σε αυτή την πνευματική εποχή, που είναι διαποτισμένη με ανώτερες δυνάμεις, στο οποίο ο Kandinsky δίνει μια σαφή απάντηση: Βρίσκονται σε κάθε τμήμα του τριγώνου και κάποιοι εκλεκτοί, ιδιαίτερα χαρισματούχοι πού αποτελούν την απόλυτη κορυφή. Με τα μάτια του Kandinsky η κορυφή αυτή είναι ένας πολύ μοναχικός τόπος, που αντιμετωπίζει διαρκώς την έλλειψη κατανόησης. Γράφει λοιπόν:

«Στην ακίδα της ανώτατης κορυφής στέκεται μερικές φορές ένας άνθρωπος μόνος του. Η χαρούμενη ματιά του ταυτίζεται με το απροσμέτρητο εσωτερικό πένθος. Και οι πιο κοντινοί του δεν τον καταλαβαίνουν.»

Αυτό δεν θυμίζει απλώς τον «τρελό άνθρωπο» στο πέμπτο βιβλίο της Χαρούμενης Επιστήμης του Nietzsche από το 1886, ο οποίος κηρύττει τη δολοφονία του Θεού, δεν ακούγεται όμως, και τον κοροϊδεύουν και θεωρούν τρελό, αν και οι ίδιοι οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για την πράξη. Στις επόμενες γραμμές θα γίνει σαφές, πως και ο Kandinsky βλέπει τον προφητικό του καλλιτέχνη στην κορυφή της γνώσης να διατρέχει κίνδυνο, που δεν τον προσέχουν γιατί τον θεωρούν «απατεώνα και υποψήφιο για τον τρελοκομείο», και δεν τον καταλαβαίνουν:

«Οι μοναχικοί πεινώντες και οραματιστές χλευάζονται ή τους θεωρούν πνευματικά ανώμαλους. Οι σπάνιοι οραματιστές όμως, που δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από το πέπλο του ύπνου και αισθάνονται σκοτεινή επιθυμία για πνευματική ζωή, γνώση και πρόοδο, ακούγονται στον χοντροκομμένο υλικό χορό σαν μίζεροι και γκρινιάρηδες.»

Η θέση αυτή, την οποία διαποτίζουν η απομόνωση και η θλίψη φαίνεται κατ’ αρχάς ολότελα αρνητική, όμως το πνευματικό τρίγωνο του Kandinsky κινείται ακούραστα και σταθερά «προς τα εμπρός και προς τα πάνω» και επενεργεί με τον τρόπο αυτό μια αλλαγή στα διάφορα εσωτερικά τμήματα, ώστε ο μοναχικός προφήτης σε κάποια στιγμή να έχει αρκετή προσέλευση:

«Και ο καθένας που εμβαθύνει στους κρυμμένους εσωτερικούς θησαυρούς της τέχνης του, είναι ένας αξιοζήλευτος συνεργάτης στην πνευματική πυραμίδα, η οποία θα φτάσει μέχρι τον ουρανό».

Συνεχίζεται

ΤΟ ΝΕΟ SUMMUM BONUM.

The Modern Spirit of Asia (5)

 Συνέχεια από Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Το πνευματικό και το κοσμικό
Η απομυθοποίηση της ενώσεως των θρησκειών καί τής θρησκειολογίας
Κεφάλαιο 2δ
Η πνευματικότητα στην μοντέρνα κοινωνία
Peter van der Veer
Princeton University Press, 2014

Παγκόσμια μετάφραση

κατάλαβες; μπήκε κουνάβι στό κοτέτσι, κατάλαβες;
Κατά τον 19ο το μοντέρνο σήμαινε εξέλιξη και πρόοδο. Οι πολιτικές φιλοσοφίες του 20ου αιώνα -φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, κομμουνισμός, φασισμός-εξαρτώνται από διάφορες μορφές προοδευτισμού, και όλες τους δικαιολογούν προγράμματα αποικισμού και ανάπτυξης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η ιδέα της προόδου και της ρήξης με το παρελθόν, αλλά και η σύγκριση με σύγχρονες αλλά οπισθοδρομικές κοινωνίες, συνδέεται με τα ρομαντικά οράματα περί απώλειας και ετερότητας. Αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της πνευματικότητας, εφόσον η Ανατολή έρχεται να αποτελέσει τον τόπο της πνευματικότητας η οποία έχει χαθεί από την Δύση. Όπως και άλλες αναπαραστάσεις του ανατολίτικου, έτσι και αυτή λειτουργεί με τρόπο που εξυπηρετεί την κατανόηση του εαυτού μας, αλλά είναι επίσης σημαντική και για αυτογνωσία αυτών που ζουν στην Ανατολή. Είναι επομένως αδύνατο να κάνουμε στοχασμούς περί της σύγχρονης ιστορίας της Ινδίας και της Κίνας, χωρίς αναφορά στα ευχάριστα και δυσάρεστα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Με τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να κατανοήσουμε βαθύτερα την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, χωρίς αναφορά στην αλληλεπίδραση της Ευρώπης με την Ινδία και την Κίνα.

Ο όρος «πνευματικότητα» είναι ένα είδος παγκόσμιας γέφυρας, που συνδέει διάφορα εννοιολογικά σύμπαντα, η επαφή των οποίων διαρκώς εντείνεται. Η σύνδεση είναι διαφορετική από την μετάφραση, εάν υποθέσουμε πως η μετάφραση έχει πάντοτε σκοπό την ορθότητα. Όπως ανέφερα, δεν υπάρχει μια αντίστοιχη έννοια για την «πνευματικότητα» στα σανσκριτικά ή τα Κινέζικα (υπάρχουν προφανώς λέξεις που σημαίνουν «πνεύμα»). Η έννοια όμως αυτή χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά για να συνδέσει παραδόσεις οι οποίες κατέληξαν να λέγονται Ινδουισμός ή Κομφουκιανισμός ή Ταοϊσμός, την στιγμή που καμιά από αυτές δεν ήταν «ισμός» πριν την συνάντηση τους με την αποικιοκρατία. Σύμφωνα με τις έρευνες του IARichards περί μεταφράσεων της κινέζικης σκέψης, εισηγούμαι πως η αποδοχή ενός τόσο αόριστου όρου όπως η «πνευματικότητα» κατέστησε δυνατή μια ειρηνική επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών εννοιολογικών συμπάντων.

Διάφορες μορφές πνευματικότητας, που βρίσκονται πέραν και μερικές φορές είναι αντίθετες προς την κατεστημένη θρησκεία, επηρεάστηκαν από την πρόσφατη «ανακάλυψη» της ινδικής και κινέζικης παράδοσης. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η θεοσοφική εταιρία, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα. Πολλές φορές, τα κινήματα αυτά που εμπλέκονται με την ανατολική πνευματικότητα έχουν μια κριτική στάση προς την αποικιοκρατία, αν και σε ένα άλλο επίπεδο η ύπαρξη τους κατέστη δυνατή λόγω της αποικιοκρατίας. Και το πιο σημαντικό, προσλαμβάνονται και χρησιμοποιούνται δημιουργικά στην Ινδία και την Κίνα, προς παραγωγή νέων ερμηνειών της παράδοσης.

Η Ινδική πνευματικότητα


Από την εποχή του Schopenhauer (1788-1860) και μετά, η Δύση θεωρεί την Ινδία ως ένα πνευματικό έθνος. Ο Schopenhauer είχε ενθουσιαστεί βαθιά από τον μυστικισμό των Ουπανισάδων (ινδικά φιλοσοφικά κείμενα), και τις είχε χρησιμοποιήσει για να διατυπώσει την δική του εκδοχή του γερμανικού ιδεαλισμού. Ενώ ο Hegel (1770-1831) είχε μια αρνητική στάση προς τον ινδικό πολιτισμό, με την έννοια ότι η Ινδία ήταν καταδικασμένη στην οπισθοδρόμηση, ο Schopenhauer και άλλοι μεγάλοι Γερμανοί στοχαστές, όπως ο August Wilhelm Schlegel (1767-1845) και ο Schelling (1775-1854), εκτιμούσαν ιδιαιτέρως την μεταφυσική σκέψη της Ινδίας. Η ιδεαλιστική και ρομαντική παράδοση της Γερμανίας, που ήταν βασικές για την μεγάλη ανάπτυξη της Γερμανικής φιλολογίας, χρωστούσαν πολλά στην συνάντηση τους με την ινδική πνευματικότητα18. Θεμελιώδες στοιχείο που εξηγεί αυτό το ενδιαφέρον για «ανατολική σοφία», ήταν η αυξανόμενη πεποίθηση στην Γερμανία και αλλού στον δυτικό κόσμο, πως ο Χριστιανισμός έχει εκθρονιστεί από τον Διαφωτισμό, και δεν μπορεί πια να προσφέρει στην μοντέρνα πνευματικότητα.

Συνεχίζεται 

Σχόλιο : "Και το πιο σημαντικό, προσλαμβάνονται και χρησιμοποιούνται δημιουργικά στην Ινδία και την Κίνα, προς παραγωγή νέων ερμηνειών της παράδοσης"
Μήπως αυτό δέν συμβαίνει καί σέ μάς μέ τόν Αγουρίδη; Μέ τόν Γιανναρά, μέ τόν Ράμφο; 
Ο Γερμανικός ιδεαλισμός δέν διέλυσε ήδη τήν ορθοδοξία μέ τήν μεσολάβηση τών Ρώσων τής διασποράς;
Αμέθυστος

Φοβερόν: Ὁ Πατρ. Βαρθολομαῖος ἀρνεῖται τὴν ἀπολυτότητα τῆς θείας Ἀποκαλύψεως!

 

Τό ἔχουμε γράψει καὶ ἀποδείξει ἐπανειλημμένα ὅτι ὁ νομιζόμενος «πρῶτος ἄνευ ἴσων» τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν πιστεύει στὴν ἀπολυτότητα τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως καὶ τὸ διακηρύττει! 

Δεῖτε τί εἶχε δηλώσει, μᾶλλον εἶχε βλασφημήσει, στὶς 27-9-1998:

«Τὸ κύριο πρόβλημα στὴν ἀλληλοκατανόηση, τὴν ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη καὶ συνεργασία μεταξὺ τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν εἶναι ἡ ἀπολυτότης. Ἡ θέση δηλαδὴ τῆς κάθε θρησκείας ὅτι αὐτὴ καὶ μόνον κατέχει τὴν ἀπόλυτη περὶ Θεοῦ καὶ κόσμου ἀλήθεια. Ὡστόσο, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μόνος εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ὁποία κάθε ἄνθρωπος γνωρίζει ὄψεις μόνον τῆς ἀληθείας[ΣΑΝ ΤΟΝ ΕΛΕΦΑΝΤΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ ΙΝΔΩΝ], γι’ αὐτὸ ὁ καθένας ὀφείλει νὰ ὁμολογεῖ, ὅπως ὁ Σωκράτης, τὴν ἄγνοιά του καὶ νὰ εἶναι ἀνοικτὸς πρὸς τὶς ἀπόψεις τῶν ἄλλων. Ἑπομένως οἱ δυσκολίες στὴ διαθρησκειακὴ ἐπικοινωνία ἀνακύπτουν ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ καθένας γνωρίζει μὲν διάφορες ὄψεις τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ αὐτὲς τὶς ἀπολυτοποιεῖ καὶ θέλει νὰ τὶς ἐπιβάλλει στὸν ἄλλο. Οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες καθῆκον ἔχουν νὰ ἀπορρίπτουν τέτοιες ἀπολυτοποιήσεις. Ἀκριβῶς τὸ καθῆκον αὐτό, ποὺ ἐκφράζει τὸν σεβασμὸ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου πρὸς τὴν θρησκευτικὴ πίστη καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου[ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ Ο ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ, ΜΕΓΑΛΕ;], ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τῆς θρησκευτικῆς συνυπάρξεως καὶ τῆς καλῆς συνεργασίας τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεὸς προίκισε τὸν ἄνθρωπο μὲ ἐλευθερία βουλήσεως καὶ δὲν εὐαρεστεῖται οὔτε μὲ τὴν βιαία καὶ ἀπατηλὴ ἐπιβολὴ τῆς πίστης σ’ αὐτὸν οὔτε μὲ τὴν κατάλυση τῆς ἐλευθερίας του. Ἑπομένως, ὁ διάλογος μεταξὺ τῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν εἶναι ἡ μόνη θεάρεστη ὁδὸς μαρτυρίας καὶ μεταδόσεως τῆς ἀληθείας» 

 (Πηγή: «Χριστιανικὴ ΣΠΙΘΑ» Ἀρ. φύλ. 777 Σεπτέμβριος – Ὀκτώβριος 2022)! Ποιὸς θὰ τὸν βάλει στὴ θέση του;

Ορθόδοξος Τύπος


ΑΝΟΗΤΕ ΚΑΙ ΕΣΥ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΚΕΝΟΛΟΓΙΕΣ ΣΟΥ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΘΕΟ, ΕΧΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΟ ΑΝΟΗΤΕ. ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ Ο ΘΕΟΣ. 

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (58)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ

Ο Διόνυσος και ο Εσταυρωμένος

Ο Ζαρατούστρα στην πραγματικότητα ήταν ένα εξαίρετο παράδειγμα γι' αυτό το είδος μουσικής φιλοσοφίας που συνδυάζει τη σατιρική υπερβολή και τη φιλοσοφική εμβρίθεια. Το βασικό πρόβλημα για τον Ζαρατούστρα είναι η δημιουργία του υπερανθρώπου. Αυτό το καθήκον, ωστόσο, προϋποθέτει την απελευθέρωσή του από το πνεύμα της εκδίκησης, από το «ήταν». Αυτή η απελευθέρωση επιτυγχάνεται με την επιβεβαίωση της αιώνιας επανάληψης του ίδιου. Η νέα κουλτούρα την οποία ο Nietzsche θέλει να ιδρύσει βασίζεται σε αυτό το υπόδειγμα. Δεν είναι απλώς η τραγική κουλτούρα της πρωιμότερης σκέψης του που γίνεται προς στιγμήν ανεκτή χάρη στην ατομική ομορφιά των θεών και των ηρώων. Η αναγνώριση της αιώνιας επανάληψης μεταμορφώνει την ύπαρξη. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος, διότι η ζωή υφίσταται αιωνίως, αλλά είναι πάντοτε αυτή η ζωή και μέρος ενός αέναα αυτοανακεφαλαιούμενου όλου. Το ανώτερο και το κατώτερο είναι επομένως στενά συνδεδεμένα. Από τη σοπενχαουερική προοπτική που αντιπροσωπεύεται από τον Μάντη στον Ζαρατούστρα, αυτή η θεώρηση του όλου οδηγεί σε απελπισία και τελικά σε αυτοκτονία. Ο ίδιος ο Ζαρατούστρα, ωστόσο, είναι σε θέση να πει ναι σε αυτό το όλον επειδή μπορεί να περιγελά τον Μάντη, μια και από την προοπτική της αιώνιας επανάληψης η διδασκαλία του Μάντη είναι μια παρωδία, ένα γεγονός που ο ίδιος ο Μάντης αρχίζει να κατανοεί υπό την επιτροπεία του Ζαρατούστρα, προς το τέλος του έργου. Ότι αυτή η κωμική στιγμή είναι μια καταφανής πρόοδος σε σχέση με την πρωιμότερη έποψη του Nietzsche γίνεται φανερό με τις έντονες διαφορές ανάμεσα στον Εμπεδοκλή και στον Ζαρατούστρα. Ο Εμπεδοκλής, όπως ο Τριστάνος, καταβροχθίζεται από τη νύχτα· ο Ζαρατούστρα αναμένει το μεγάλο μεσουράνημα.

Για τον Ζαρατούστρα το κλειδί για να υπερνικηθεί η απελπισία είναι το γέλιο, το οποίο, μας λέει, είναι ο μεγαλύτερος φονιάς. Η κωμωδία, η σάτιρα και η παρωδία απελευθερώνουν από το πνεύμα της βαρύτητας τον υπ' αριθμόν ένα εχθρό του Ζαρατούστρα. Το γέλιο είναι δυνατόν για τον Ζαρατούστρα και τον Nietzsche επειδή αναγνωρίζουν ότι αυτή η ατομική ζωή, με όλα τα δεινά της, είναι μία στιγμή από την οργιώδη γονιμότητα και σπατάλη της ζωής καθ' εαυτήν. Αυτή η αναγνώριση, ωστόσο, είναι η αναγνώριση του Διονύσου· είναι η αλήθεια των μυστηρίων του Διονύσου, και άρα το διονυσιακό οικοδόμημα που υπερνικά την πρωιμότερη τραγική θεώρηση του Nietzsche.

Όπως είδαμε, ο οψιμότερος Διόνυσος του Nietzsche είναι ο θεός ο οποίος αποκαλύπτει την αλήθεια της ζωής όχι μόνο στον θάνατο αλλά και στην τεκνοποιία και στην αναγέννηση. Ως τέτοιος διδάσκει τους ανθρώπους να γελούν με τη μωρία των ατόμων τα οποία πιστεύουν ότι επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς όποτε περιελίσσονται στα μυστήρια της τεκνοποιίας. Αυτό το γέλιο είναι μια αντανάκλαση της οργιαστικής εμπειρίας της τεκνοποιητικής βούλησης για δύναμη, με την οποία αισθάνεται κανείς ότι τον σαρώνει ένα αναζωογονητικό κύμα της ζωής. Η διονυσιακή μωρία είναι επομένως ένα μέσο ανάρρωσης, υπερνίκησης των δεινών και της αισχύνης («Το κωμικό» παρατηρεί ο Nietzsche στη Γένεση «είναι η καλλιτεχνική εκτόνωση της δυσφορίας με το παράλογο»). Ο οψιμότερος Διόνυσος, λοιπόν, δεν αποκρύπτει την άβυσσο, αλλά διδάσκει τον άνθρωπο να χορεύει πάνω της. [Ο χορός εμφανίζεται ήδη στον Ζαρατούστρα ως ημιθεϊκή δραστηριότητα, αλλά αντιμετωπίζεται ως ρητά θεϊκή μόνο στην οψιμότερη σκέψη του Nietzsche. Ο Nietzsche παρατηρεί σε μια όψιμη σημείωση ότι «ο ανάλαφρος χορός ανήκει στην έννοια του “θεού”, πέραν κάθε λογικής και φιλισταϊσμού, πέραν του καλού και του κακού. [...] Ο Ζαρατούστρα λέει ότι θα πίστευε μόνο σε ένα θεό ο οποίος θα χόρευε, αλλά ο Ζαρατούστρα είναι απλώς ένας παλαιός αθεϊστής, λέει ότι θα πίστευε, αλλά στην πραγματικότητα δεν θα πίστευε»]. Μέσω του μεθυστικού άσματος του Διονύσου βιώνουμε έναν παροξυσμό χαράς ακόμη και μπροστά στην καταστροφή των ευγενέστερων μορφών, διότι αναγνωρίζουμε την ανεξάντλητη γονιμότητα της ίδιας της ζωής· είμαστε ένα με τη ζωή, με τον Διόνυσο.

Ο Nietzsche αποκαλεί αυτή τη νέα διονυσιακή φιλοσοφία la gaya scienza και gai saber, «χαρούμενη επιστήμη» ή «χαρούμενη σοφία» [Επίσης την αποκαλεί «μια απόπειρα να φιλοσοφήσουμε με θεϊκό τρόπο, και επαναλαμβάνοντας τον υπότιτλο του Πέραν του καλού και του κακού, «πρελούδιο για μια φιλοσοφία του μέλλοντος»]. Εξηγεί το νόημα αυτού του νέου τρόπου σκέψης στον πρόλογο του 1886 στη Χαρούμενη επιστήμη. Αυτή η νέα μορφή φιλοσοφίας, υποστηρίζει, είναι μια εξύμνηση της ανάρρωσης, των δυνάμεων της ζωής που υπερνικούν κάθε ασθένεια και δυστυχία. Είναι μια φιλοσοφία παιγνιώδης, γεμάτη μωρία και ευθυμία, ένα όργιο του πνεύματος, μια ανανεωμένη πίστη στο μέλλον, η αναγνώριση των ανοικτών θαλασσών, των νέων σκοπών. Είναι, με άλλα λόγια, η εξύμνηση των τεκνοποιητικών δυνάμεων της ζωής. Ο θάνατος και η δυστυχία είναι παρόντα, αλλά ζευγαρώνουν με τη γένεση και την αναγέννηση. Κατά συνέπεια ο Nietzsche υποστηρίζει ότι η gaya scienza είναι συνάμα κωμική και τραγική σοφία, συνένωση της τραγωδίας και της κωμωδίας. Στη γλώσσα του Ζαρατούστρα, είναι η μεταμόρφωση του πνεύματος που δημιουργεί το παιδί, μια νέα αθωότητα και απαρχή, η πρώτη στροφή του τροχού. Άρα είναι παιγνιώδης και εύθυμη. Δεν επιδιώκει την αλήθεια για να φέρει τα πάντα στο φως, διότι αυτό οδηγεί στην απελπισία και στην απομάκρυνση από τον κόσμο, αλλά σέβεται ό,τι παραμένει κρυμμένο, δηλαδή την ίδια τη φύση, όπως επισήμανε ο Ηράκλειτος. Φύση ή ζωή είναι επομένως το μέγα μυστικό, το ένα το οποίο ο Nietzsche αλλού συνταυτίζει με τον Διόνυσο. Χάριν αστειότητος, ο Nietzsche δεν αποκαλύπτει σε αυτό τον πρόλογο τον Διόνυσο ο οποίος κρύβεται πίσω από το προσωπείο της Βαυβό, του θηλυκού αντίστοιχού του. [Ο Nietzsche γνώριζε ότι ο Διόνυσος συχνά χαρακτηριζόταν ως ερμαφρόδιτος σε ελληνικές πηγές, έχοντας διαβάσει το έργο του Friedrich Creuzer Symbolik und Mythologie der alten Völker, besonders der Griechen, 3η έκδ., 4 τόμ. (Λιψία: Leske, 1836)]

Η διονυσιακή φιλοσοφία του Nietzsche είναι, λοιπόν, μια επιστροφή σε ό,τι χαρακτηρίζει ως επιφανειακή βαθύτητα των Ελλήνων, είναι όμως μια επιστροφή που συνδυάζει περισσότερο ολοκληρωμένα τη φιλοσοφία και τη μουσική απ' ό,τι η πρωιμότερη σκέψη του. [Γράφει στο σύγγραμμα Η περίπτωση του Wagner: «Δεν έχει παρατηρηθεί ότι η μουσική απελευθερώνει το πνεύμα; Ότι δίνει φτερά στη σκέψη; Ότι κανείς γίνεται περισσότερο φιλόσοφος όσο περισσότερο γίνεται μουσικός;»]. Έχει επίγνωση του χάους της ύπαρξης, αλλά επιτρέπει σε αυτή την αλήθεια να παραμένει κρυμμένη πίσω από το όμορφο προσωπείο. Ο σοφότερος άνθρωπος, υποστηρίζει ο Nietzsche, δεν αναζητά την αλήθεια· αναζητά πάντοτε την Αριάδνη. Ο έρωτας για τη μυστηριώδη επιφάνεια μάλλον παρά η γνώση για τα αβυσσαλέα βάθη οδηγεί τη σοφία σε νέα ύψη, οδηγεί τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον εαυτό του, και έτσι, όπως ο Θησέας[ΚΑΙ Ο ΙΚΑΡΟΣ], να αφανιστεί. Η αναγκαιότητα του θανάτου αποκρύπτεται από τον έρωτα, από τη φροντίδα της ορμής για δημιουργία, για υπέρβαση του εαυτού. Έχοντας, ωστόσο, δημιουργήσει κανείς πέραν του εαυτού του, πρέπει επίσης να παραμερίσει χάριν των διαδόχων του. Η ωραία επιφάνεια, η «γυναίκα», ωθεί τον άνδρα στην καταστροφή του, όπως υπαινίσσεται ο Nietzsche σε μια τελευταία σημείωση:

«Αριάδνη» είπε ο Διόνυσος «είσαι ένας λαβύρινθος. Ο Θησέας έχασε τον εαυτό του μαζί σου. Δεν είχε άλλο νήμα ποιο το όφελός του τώρα που δεν τον έφαγε ο Μινώταυρος; Ό,τι τον κατατρώει είναι χειρότερο από τον Μινώταυρο». «Με κολακεύεις» απάντησε η Αριάδνη «αλλά κουράστηκα από την ευσπλαχνία μου. Σ' εμένα όλοι οι ήρωες θα ναυαγήσουν: αυτή είναι η αγάπη μου για τον Θησέα. Τον καταδικάζω να αφανιστεί». 

Η gaya scienza του Διονύσου που παρουσιάζει ο Nietzsche είναι ένας συνδυασμός μουσικής και φιλοσοφίας. Εξετάσαμε τη φιλοσοφική δομή της διονυσιακής φιλοσοφίας. Πρέπει τώρα να εξετάσουμε τον μουσικό χαρακτήρα της.

ΕΓΩ ΔΕΝ ΜΙΛΑΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ, ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΟΥΝ!

                          

Είπε ο μακαριστός Γέρων Ανανίας (Κουστένης): «Είχε κόσμο πολύ. Και περιμέναμε. Ήτανε πασχάλιος περίοδος, Πεντηκοσταρίου. Και περιμέναμε να βγει ο Γέροντας (Πορφύριος). Είχε προβλήματα, δεν μπορούσε. Σε κάποια στιγμή βγαίνει. (Ήταν στο παλιό καλυβάκι, δεν είχε φτιάξει ακόμη το μοναστήρι). Δεν φορούσε ούτε ράσο. Είχε μια πατατούκα, την είχε ρίξει επάνω του. Βγαίνει και περιμέναμε όλοι, χριστιανοί και μη, περιμέναμε να πει ο Γέροντας «Χριστός Ανέστη»! Δεν είπε «Χριστός Ανέστη». Είπε: «Καλημέρα σας!» Τι ωραία! Γιατί αργότερα μας έλεγε: «Εγώ, βρε, δεν μιλάω για τον Χριστό, αν δεν μου ζητήσουν. Δεν πάω γυρεύοντας, βρε. Ο Χριστός είπε: “Όστις θέλει”. Δεν είναι πίεση, είναι αρχοντιά, είναι αγκαλιά, είναι μεγαλείο, είναι δημοκρατία».

Είναι η εμπειρία του συγχρόνου μακαριστού αγίου Γέροντα Ανανία Κουστένη. Βρέθηκε και ο ίδιος, νεαρός κληρικός τότε, να περιμένει στην «ουρά» μαζί με πολλούς άλλους για να δει τον όσιο μεγάλο Πορφύριο, τον Γέροντα των Αθηνών, τον άνθρωπο του Θεού στον οποίο κατέφευγε πλήθος ανθρώπων για να πάρουν την ευχή του, να βρουν διέξοδο στα πολλά προβλήματά τους, να «ξεθολώσει» το οπτικό τους πεδίο. Κι εκείνος λοιπόν, ο μακαριστός Ανανίας, ταλαιπωρημένος την εποχή εκείνη από διαφόρους πειρασμούς, που «τον είχαν κυκλώσει σαν τις μέλισσες και του προκαλούσαν ζαλάδα», θεώρησε ως ιδανική λύση την καταφυγή του στον άγιο – είχε ακούσει γι’ αυτόν, του είπαν και κάποιοι εν Χριστώ αδελφοί, τα βήματά του έτσι τα έσυρε προς το ταπεινό κελί του Γέροντα. Θύμιζε η κατάσταση μ’ αυτό που συνέβαινε και με τον άγιο Αντώνιο, όταν πλήθη συνέρρεαν στη σπηλιά του προσμένοντας τη χαρισματική στιγμή: τη στιγμή που θα έβγαινε για να απλωθεί το ιλαρό βλέμμα του πάνω στις κουρασμένες ψυχές τους και να λειτουργήσει το βλέμμα αυτό ως αχτίδα ηλιακή που ρίχνει φως και διώχνει την όποια σκοτεινιά.

Και πράγματι, βγήκε και ο όσιος Γέροντας Πορφύριος μέσα σε όλα τα προβλήματα υγείας που είχε – δεν άντεχε η πυρωμένη από αγάπη καρδιά του να έχει σε αναμονή τον κόσμο που τον πρόσμενε. Κι ήταν τριπλή η έκπληξη του μακαριστού Ανανία τότε, όπως ο ίδιος συχνά το ομολογούσε και το κήρυττε: Πρώτον, ότι κάλεσε μόνον εκείνον για να τον δει και να τον ακούσει στο κελάκι του. «Ο κληρικός να έλθει» είπε, διακρίνοντας εν Πνεύματι ότι εκείνος κατεξοχήν είχε τη μεγαλύτερη ανάγκη. Και στην πραγματικότητα δεν μίλησε ο Γέρων Ανανίας˙ ήταν ο άγιος Πορφύριος που άνοιξε ευθύς το στόμα του για να του πει την κατάστασή του, να τον παρηγορήσει, να του εξηγήσει πως ό,τι του συνέβαινε ήταν μέσα στο σχέδιο του Θεού για τη δική του μεγάλη προκοπή. Κι «έλιωσε» τότε η καρδιά του Ανανία και βρήκε την πηγή που θα ξεδιψούσε έκτοτε, που θα πει ότι βρήκε το μέσον για να ριχτεί με τη μεγαλύτερη ένταση στην Πρώτη και Μοναδική Πηγή που άρδευε και την καρδιά του οσίου του Πορφυρίου, τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Δεύτερον, ότι βγήκε ο άγιος όχι με ράσο, όπως θα έκανε ένας κληρικός που «σέβεται» τον εαυτό του και το σχήμα του, αλλά με μία πατατούκα! Αλλά αυτό το έκανε ο όσιος γιατί ήταν άρρωστος. Γιατί η πατατούκα ήταν εκείνη που θέρμαινε λίγο περισσότερο το κουρασμένο του κορμί. Γιατί σηκώθηκε από το κρεβατάκι του με πολλή δυσκολία για να βρεθεί μπροστά στους αγαπημένους του. Ήταν μία «κένωση» του οσίου, όπως άλλωστε ήταν και ολόκληρη η ζωή του ακολουθώντας τον εν κενώσει απολύτω σαρκωθέντα Θεό του. Κι ήταν τούτο η απόδειξη ότι ο άγιος Πορφύριος δεν λειτουργούσε με κριτήρια ευσεβισμού και ξερής ανθρώπινης ηθικής. Ήξερε, με τη δύναμη της πληροφορίας που του έδινε η αγιασμένη βιοτή του, ότι κανείς δεν θα τον παρεξηγούσε. Παρεξηγούν μόνον εκείνοι που έχουν χαλασμένη και διεστραμμένη καρδιά και που οι λογισμοί τους γι’ αυτό δουλεύουν αδιάκοπα μέσα στη σαπίλα. Όπως το έλεγε ο άλλος μεγάλος όσιος της εποχής μας Παΐσιος: «Όταν έχεις χαλασμένη καρδιά και χρυσάφι να σου δίνουν εσύ θα το μεταποιείς σε χρυσές σφαίρες για να πυροβολείς». Λοιπόν, η έκπληξη του νεαρού τότε Γέροντα Ανανία ήταν και η «αποκάλυψη» για το μεγαλείο του οσίου Πορφυρίου, ότι ο άνθρωπος αυτός κινείτο με κριτήριο το θέλημα του Θεού και όχι με το τι θα πει ο κόσμος!

Τρίτον, η μεγαλύτερη έκπληξη! Αντί του «ορθού» χαιρετισμού: «Χριστός Ανέστη» - περίοδος Πεντηκοσταρίου ήταν, και μάλιστα Διακαινήσιμος εβδομάδα, ο άγιος είπε «Καλημέρα σας!» Όχι ότι η Καλημέρα δεν συνιστά ευχή και μάλιστα χαρισματική, όταν βγαίνει από καρδιά ανθρώπου και μάλιστα αγαπώντος – η όποια καρδιακή ευχή συνιστά τη μεγαλύτερη ευλογία που μπορεί να οδηγήσει σε μετάνοια έναν συνάνθρωπο! – αλλά περιμένεις από κληρικό και μάλιστα μοναχό να σου πει τον κατάλληλο για την εποχή χαιρετισμό. Αλλά αυτό για εμάς τους απλούς και αρχάριους στα πνευματικά ανθρώπους. Εδώ μιλάμε για τον μέγα όσιο, τον διορατικό και προορατικό που οι «κεραίες» της ψυχής του συνελάμβαναν ό,τι οι υπόλοιποι ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε και να διανοηθούμε. Προφανώς, ο όσιος «έβλεπε» ότι όλοι οι μαζεμένοι έξω από το κελί του τότε δεν βρίσκονταν συντονισμένοι με το πνεύμα του Χριστού και της Εκκλησίας – πάντοτε υπήρχαν μέσα στους προσκυνητές και οι διάφοροι περίεργοι που προσήγγιζαν τον όσιο σαν να ήτανε ένας μάγος και φακίρης. Αλλά μπορεί από την άλλη ο όσιος πράγματι να βρισκόταν ενώπιον «ξένων» αδελφών, των οποίων αγνοεί την καρδιά – το διορατικό και προορατικό χάρισμα δεν λειτουργεί διαρκώς σε έναν άγιο! Οπότε, θα ομολογήσει έπειτα στον μακαριστό Γέροντα Ανανία όπως και σε άλλους: «Εγώ, βρε, δεν μιλάω για τον Χριστό, αν δεν μου ζητήσουν». Κι ακόμη: «Δεν πάω γυρεύοντας, βρε. Ο Χριστός είπε: “Όστις θέλει”. Δεν είναι πίεση, είναι αρχοντιά, είναι αγκαλιά, είναι μεγαλείο, είναι δημοκρατία».

Υποκλινόμαστε για μία ακόμη φορά μπροστά στο μεγαλείο της αγιότητας του οσίου Πορφυρίου. Γιατί βρισκόμαστε ενώπιον του ήθους του ίδιου του Θεού μας, ο Οποίος μας δώρισε την ελευθερία ως το μεγαλύτερο αγαθό μας και το σέβεται απεριόριστα. Και βλέπουμε ανάγλυφα το θεμέλιο της στάσεως αυτής του οσίου Γέροντα: είναι η στάση ακριβώς του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο Οποίος ενώ αποκαλύπτει ότι «χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε», όμως προτρέπει: «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν». Κι είναι τούτο, κατά τον λόγο του οσίου, «η αρχοντιά και η αγκαλιά και το μεγαλείο, κι ακόμη και η δημοκρατία» του Κυρίου, αλλά ταυτοχρόνως και η αρχοντιά και η αγκαλιά και το μεγαλείο όλων των αγίων, όπως και του ίδιου του αγίου Πορφυρίου. Και δεν γίνεται αλλιώς, αφού οι άγιοι ως μέλη Χριστού αποτελούν τη χαρισματική προέκταση Εκείνου – ό,τι συνιστά και την προοπτική του κάθε ασφαλώς πιστού. Πόσο ελεγχόμαστε οι κληρικοί, οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, όλοι από τη «λεπτή» αυτή στάση Θεού και αγίων, όταν θεωρούμε ως δεδομένο ότι πρέπει να ασκούμε πιέσεις για το «καλό» των άλλων, για να «σωθούν» έστω και με το ζόρι. Απλώς τότε πιστοποιούμε το μεγάλο έλλειμμα αγάπης που υφίσταται τελικώς μέσα μας!

Οι τρείς ιεράρχες ως αγωνιστές! Φοβερή ομιλία του π. Αυγουστίνου Καντιώτη.

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε ἑορτή. Εἶνε ἡ ἡμέρα τῶν γραμμάτων, τῆς χριστιανικῆς παιδείας· ἑορτάζουν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι. Δὲν εἶνε εὔκολο νὰ ὑμνήσῃς «τοὺς τρεῖς μeγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος» (ἀπολυτ.). Εἴμαστε νᾶνοι μπροστὰ σὲ γίγαντες.

Τί νὰ ἐξάρουμε ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὴ δρᾶσι τους; τὴν οἰκογένεια – τὶς μητέρες τους; τὴ φιλομάθεια ἢ τὴ σοφία τους; τὴ ῥητορικὴ δεινότητα ἢτὴ συγγραφική τους ἱκανότητα; τὴ φιλία ποὺ τοὺς ἕνωνε; τὴν ἄσκησί τους ἐν «σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» (Ἑβρ. 11,38); ἢ τὴ φιλανθρωπικήτους δρᾶσι; Θὰ μπορούσαμε νὰ λάβουμε ὡς θέμα· οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς τέκνα, ἢ ὡς φοιτηταί, ἢ ὡς μοναχοί, ἢ ὡς ἐπίσκοποι, ἢ ὡς διανοούμενοι, ἢ ὡς ἐπιστήμονες, ἢ ὡς παιδαγωγοί. Ἀφήνω ὅμως αὐτὰ τὰ θέματα καὶ ἐκλέγω τοῦτο· «Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς ἀγωνισταί».

Ἀγωνίστηκαν! ὅλη ἡ ζωή τους ἦταν ἀγώνας·κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας, κατὰ τῆς πλάνης καὶ τῶν αἱρέσεων, κατὰ τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καὶ τῆς εἰδωλολατρίας, κατὰ τῶν ἀρειανῶν καὶ τῶν πνευματομάχων· ἐναντίον αὐτοκρατόρων καὶ βασιλισσῶν, ἐναντίον ἀδίκων κριτῶν καὶ ἀσπλάχνων πλουσίων, ἐναντίον κάθε κακίας καὶ διαφθορᾶς. Δὲν εἶπα τίποτα.

Ὁ σκληρότερος ἀγώνας, ποὺ τοὺς κατέβαλε –πέθαναν σὲ μικρὴ σχετικῶς ἡλικία– ἦταν κατὰ τῆς διαφθορᾶς μέσα στὸν ἐκκλησιαστικὸ ὀργανισμό· ἐναντίον συναδέλφων τους κακῶν ποιμένων, ποὺ μπῆκαν στὰ ἐνδότερα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ «θύσουν καὶ ἀπολέσουν» (Ἰω. 10,10). Ναί· ὁ πόθος τους νὰ δοῦν τὴν Ἐκκλησία καθαρὴ ἀπὸ στοιχεῖα ἀνάξια καὶ φαῦλα, αὐτὸ ἔφθειρε τὶς δυνάμεις τους.

Ἂς πλησιάσουμε ὅμως στὸν στίβο τους.

– Καὶ πρῶτα ὁ μέγας Βασίλειος (330-387 μ.Χ.).

Ἡ ἐκλογή του ὡς ἐπισκόπου Καισαρείας δὲν ἔγινε εὔκολα. Ὅταν κενώθηκε ὁ θρόνος κακοὶ ἐπίσκοποι κατέβαλαν προσπάθεια, μὲ χρήμα τα καὶ πολιτικὰ πρόσωπα καὶ γυναῖκες, νὰ ἐκλεγῇ ἕνας δικός τους ἄνθρωπος. Ἀλλὰ ὁ λαὸς δὲν ἔμεινε ἀδιάφορος καὶ ἀμέτοχος, κινήθηκε. Σηκώθηκαν καὶ πῆγαν στὴ Ναζιανζό, βρῆκαν ἐκεῖ τὸ γέροντα ἐπίσκοπο Γρηγόριο (90 ἐτῶν, πατέρα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θεολόγου), τὸν ἔφεραν ἀπὸ ἀπόστασι 30 χιλιομέτρων μέσα ἀπὸ βουνὰ στὰ χέρια, πάνω σὲ φορεῖο· καὶ ἡ δική του ψῆφος ἔκανε τὴν πλάστιγγα νὰ κλίνῃ ὑπὲρ τοῦ μεγάλου Βασιλείου· ἔτσι ἐξελέγη ὁ ἅγιος, χωρὶς νὰ τὸ ζητήσῃ, μὲ διαφορὰ λίγων ψήφων.

Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ μέγας Βασίλειος, ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος Καισαρείας, ἔκανε βαθειὰ τομὴ στὸν ἐκκλησιαστικὸ ὀργανισμό. Στὴν πρώτη ἐγκύκλιο – κανόνα ποὺ ἐξέδωκε καὶ ἀπέστειλε πρὸς τοὺς χωρεπισκόπους «Περὶ τῶν ὑπηρετῶν Ἐκκλησίας», ἐπειδὴ ἡ μάνδρα τοῦ Κυρίου γέμισε ἀπὸ λύκους καὶ τὰ θυσιαστήρια ἀπὸ ἱερεῖς ἀναξίους, γράφει· «καθαρίσατε τὴν ἐκκλησίαν τοὺς ἀναξίους αὐτῆς ἀπελαύνοντες» (καν. ΠΘ ́· Ἁμ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ ἱ. κανόνες, ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας 19973, σ. 524).

Ἀγωνίστηκε ἐπίσης γιὰ νὰ ἐπανδρώσῃ τὴν ἐπισκοπή του μὲ ἄνδρες ἀκεραίους. Δὲν χειροτονοῦσε εὔκολα· ὁ ὑποψήφιος κληρικὸς ἔπρεπε νὰ περάσῃ ἀπὸ κρισάρα. Ὄχι χτὲς Γιάννης καὶ αὔριο παπα-Γιάννης. Δὲν ἀπέβλεπε σὲ προσόντα τυπικά, μόρφωσι καὶ διπλώματα. Τὸν κάλεσαν κάποτε σὲ κάποιο μοναστήρι νὰ χειροτονήσῃ ἕναν ἱερομόναχο, καὶ τότε ἐκεῖ ἐπανελήφθη ἕνα ἐπεισόδιο τῆς παλαιᾶς διαθήκης (βλ. Α ́ Βασ. 16,1-13). Ὅπως ὁ προφήτης Σαμουὴλ ἀπὸ τοὺς 8 γυιοὺς τοῦ Ἰεσσαὶ ἐξέλεξε ὡς κατάλληλο ὄχι κάποιον ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀλλὰ τὸ μικρότερο, τὸν Δαυῒδ ποὺ ἔβοσκε τὰ πρόβατα, ἔτσι ὁ μέγας Βασίλειος ἐξέλεξε ὄχι ἄλλον ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους ἀλλὰ ἕνα ταπεινὸ καλόγερο ποὺ ἦταν ὁ μάγειράς τους.

Ἕνας συνάδελφος τοῦ μεγάλου Βασιλείου, ὁ Τυάνων Ἄνθιμος (βλ. Θ.Η.Ε. τ. 2ος, στ. 770. P.G. 32,477·37,95 κ.ἑ.), πλεονέκτης καὶ φιλάργυρος, κατέλαβε –διὰ πολιτικῶν μέσων καὶ τοῦ αὐτοκράτορος– μία λίμνη τῆς μητροπόλεως Καισαρείας, ἀπὸ τὴν ὁποία ζοῦσε πλῆθος φτωχῶν. Ὁ μέγας Βασίλειος τὸν πολέμησε· τοῦ ἀπηγόρευσε νὰ πλησιάζῃ στὴ μητρόπολί του. Τότε χειροτόνησε ἐπίσκοπο Σασίμων, μικρῆς πόλεως κοντὰ στὰ Τύανα, τὸν ἀδελφικό του φίλο Γρηγόριο, γιὰ νὰ εἶνε ἐκεῖ πρόμαχος κατὰ τῆς κακοηθείας καὶ πλεονεξίας τοῦ Ἀνθίμου.

Ὅπλο τῶν μαχητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν ἀντιαιρετικὸ ἀγῶνα, π.χ. τῶν χιλιαστῶν, ἀποτελεῖ πάντοτε τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου Βασιλείου Περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος (βλ. P.G. 32,67-218). Ἀπηχεῖ τὸν πόνο του γιὰ τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ· τὸ τέλος του εἶνε ἕνας θρῆνος γιὰ τὴν ἀθλιότητα τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων.

Μνημεῖο στὴν πατερικὴ γραμματεία ἀποτελοῦν καὶ οἱ 6 Ἐπιστολαὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου πρὸς τὸν μέγα Ἀθανάσιο (βλ. P.G. 32, [ξα ́] 416, [ξς ́] 422, [ξζ ́] 425, [ξθ ́] 429, [π ́] 456, [πβ ́ ] 457). Διότι, ὅταν αὐτὸς ἀνελάμβανε τὸν ἀγῶνα, τότε ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἀπεσύρετο καὶ τοῦ παρέδιδε τὴ σκυτάλη. Σ ̓ αὐτὸν λοιπὸν ἀπευθύνεται καὶ τοῦ λέει· Γέροντα, κινδυνεύουμε, τρέξε νὰ μᾶς βοηθήσῃς!

-Τώρα, ἀγαπητοί μου, ἂς ἔλθουμε στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ Ναζιανζηνό (328-391 μ.Χ.).

Ἦταν ὁ πιὸ φιλήσυχος ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας. «Πελεκὰν ἐρημικός» (Ψαλμ. 101,7), ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας καὶ φιλοσοφίας, περνοῦσε ὧρες ὁλόκληρες προσευχόμενος. «Μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον» (P.G. 36,16), ἔλεγε· ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ νιώθουμε τὴν προσευχὴ πιὸ ἀπαραίτητη κι ἀπ ̓ τὴν ἀναπνοή μας. Ἐν τούτοις δὲν ἦταν ἀδιάφορος γιὰ τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἔμενε ἀμέτοχος στὰ διαδραματιζόμενα· ἀγωνιοῦ σε καὶ ἀγωνιζόταν.

Εἶχε ὑψηλὴ ἰδέα γιὰ τὴν ἱερωσύνη. Εἶνε, λέει, «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν» (βλ. P.G. 35,425a). Μόνο ἄνδρες ἐξαγνισμένοι καὶ πεφωτισμένοι πρέπει νὰ πλησιάζουν τὰ ἅγια· πρῶτα κανεὶς νὰ φωτιστῇ κ ̓ ἔπειτα νὰ φωτίσῃ, πρῶτα ν ̓ ἁγιασθῇ ὁ ἴδιος κ̓ ἔπειτα ν’ ἁγιάσῃ ἄλλους, πρῶτα νὰ πλησιάσῃ τὸ Θεὸ καὶ κατόπιν νὰ ὁδηγήσῃ ἄλλους πλησίον του (βλ. P.G.35,480b). Αὐτὰ ἔλεγε καὶ πίστευε, καὶ γι ̓ αὐτὸ ἀπέφευγε ὁ γίγαντας αὐτὸς νὰ γίνῃ ἱερεύς. Διὰ τῆς βίας τὸν ἔσυραν οἱ κάτοικοι τῆς Ναζιανζηνοῦ νὰ γίνῃ ἱερεύς, διὰ τῆς βίας τὸν ἔσυρε ὁ μέγας Βασίλειος νὰ τὸν κάνῃ ἐπίσκοπο Σασίμων, διὰ τῆς βίας καὶ ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸν κάλεσε νὰ γίνῃ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.

Ἕνα ὅμως ἐπεισόδιο τῆς ζωῆς του παρερμηνεύεται. Κάποιοι ψευδοευλαβεῖς λένε ὅτι, ἂν φωνάξῃς διαμαρτυρόμενος ἐναντίον παρανομούντων κληρικῶν, θὰ κολαστῇς. Ὅταν λοιπὸν ἦταν ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἅγιος Γρηγόριος, παρουσιάστηκε ἕνα «κάθαρμα» –ἔτσι τὸν ὀνομάζει ὁ ἴδιος–, ὁ Μάξιμος ὁ κυνικός. Αὐτός, περιβαλλόμενος ἀπὸ διεφθαρμένους κόλακες, ἤθελε νὰ τοῦ πάρῃ τὸ θρόνο. Μὲ χρήματα ποὺ διέθετε πῆρε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια 7 δεσποτάδες, πέρασαν τὰ Δαρδανέλλια καὶ ἄραξαν κρυφὰ στὸ Βόσπορο, μὲ σκοπὸ τὴν ἄλλη μέρα νὰ τὸν χειροτονήσουν σὲ μία ἀρειανικὴ ἐκκλησία. Κανείς δὲν τὸ ἤξερε, οὔτε ὁ αὐτοκράτορας οὔτε ὁ Γρηγόριος. Τό ̓μαθε μία πιστὴ Χριστιανή, εἰδοποίησε καὶ μαζεύτηκαν οἱ ὀρθόδοξοι. Μπῆκαν στὸ ναὸ ὅπου βρίσκονταν οἱ πληρωμένοι Αἰγύπτιοι ἀρχιερεῖς, καὶ μόλις ἦταν ἕτοιμοι νὰ χειροτονήσουν ἀκούστηκε γιὰ τὸ Μάξιμο ἰσχυρὴ φωνή «Ἀνάξιος»! Καὶ ἐνῶ ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἡ χειροτονία, ἐκεῖνοι ἀγνοοῦσαν τὶς φωνές. Τότε οἱ ὀρθόδοξοι ὁρμοῦν καὶ τοὺς κυνηγοῦν στοὺς δρόμους. Αὐτοί, καταδιωκόμενοι ἀπὸ τοὺς πιστούς, ἄντρες καὶ γυναῖκες μὲ τὶς ῥόκες ποὺ φώναζαν «ἀνάξιος», κατέφυγαν – ποῦ· σ ̓ ἕνα πλυσταριό, γιὰ νὰ τελειώσῃ ἐκεῖ ἡ χειροτονία τοῦ Μαξίμου!

Ἂν ζοῦσε τότε κάποιος ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ψευτοευλαβεῖς, θὰ τοὺς ἔλεγε φανατικούς. Ἐκεῖνοι ὅμως πονοῦσαν τὴν Ἐκκλησία περισσότερο κι ἀπὸ τὸ σπίτι τους καὶ ἡ φωνή τους ἦταν φωνὴ τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε «Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου» (Ἰω. 2,16).

Ναί, ἔτσι ἔδρασαν τότε ἐκεῖνοι. Καὶ δὲν μ ̓ ἐνδιαφέρει πῶς κρίνουν τὴν ἐνέργειά τους μερικοὶ σημερινοὶ θεολόγοι· μ ̓ ἐνδιαφέρει πῶς τὴν κρίνει ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος Γ ́(1846-1929). Αὐτὸς προηγουμένως χρημάτισε τελευταῖος ἐπίσκοπος Ἀγχιάλου (1889-1906). Στὴν Ἀγχίαλο λοιπὸν σὰν σήμερα, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, μίλησε γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ ἀναφέρει τὸ περιστατικὸ αὐτό. Ἐὰν τότε, λέει, στὴν Κωνσταντινούπολι δὲν ξεσηκωνόταν ὁ λαός, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως θὰ ἦταν ὄχι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀλλὰ ὁ Μάξιμος.

Τέτοιος λαός, τέτοιοι ἐπίσκοποι! Οἱ καλοὶ κληρικοὶ δὲν ἀναδεικνύονται τυχαῖα. Ἐὰν δὲν γίνετε ἀγωνισταὶ σὰν ἐκείνους, μὴν παραπονεῖστε ἐναντίον ἱερέων καὶ ἀρχιερέων. Ἀγωνισθῆτε ν ̓ ἀποκτήσετε καλοὺς ποιμένες. Ἀγωνίστηκε λοιπὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος· ἀλλὰ ὁ σπουδαιότερος ἀγώνας του ἦταν στὴν Β ́ Οίκουμενικὴ Σύνοδο (Κων/πολις 381 μ.Χ.), στὴν ὁποία θεολόγησε καὶ προήδρευε ἐν μέσῳ ἀσθενειῶν καὶ πολλῶν δυσκολιῶν. Ἡ πλειοψηφία τῆς συνόδου ἦταν βέβαια ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλ ̓ αὐτός, εὐαίσθητη ψυχή, ποὺ δὲν ἄντεχε σὲ προσωπικὲς ἀντεγκλήσεις, ὅταν εἶδε νὰ δημιουργῆται ταραχὴ γύρω ἀπ ̓ τὸ ὄνομά του, εἶπε· Ἀδελφοί, ἂν εἶμαι ἐγὼ ὁ αἴτιος τῆς ταραχῆς, ῥίξτε με στὴ θάλασσα σὰν τὸν Ἰωνᾶ, γιὰ νὰ γαληνεύσῃ ἡ Ἐκκλησία. Ἀποχαιρετῶ βασίλεια καὶ ἄρχοντες, φίλους καὶ ἐχθρούς. «Κέκμηκα (=κουράστηκα) καὶ λόγῳ καὶ φθόνῳ μαχόμενος…» (λόγ. μβ ́ Συντακτήριος εἰς τὴν τῶν ρν ́ ἐπισκόπων παρουσίαν· P.G. 36,481b-c).

Καὶ ἔφυγε στὴν ἔρημο τὸ ἀηδόνι, «τρυγὼν ἡφιλέρημος» (μην. Σεπτ. κγ ́ ὄρθρ. κάθ.), γιὰ νὰ περάσῃ ἐκεῖτὴν ὑπόλοιπη ζωή του μὲ προσευχὴ καὶ ἄσκησι, νὰ γράψῃ ἐπιστολὲς καὶ ποιήματα. Κάπου ἐκεῖ λέει μὲ θλῖψι· Ἔμεινα μόνος, ἀσθενής, καὶ τὸ γῆρας πλησιάζει· οἱ φίλοι προδίδουν, τὰ ἐκκλησιαστικὰ μένουν ἀφρόντιστα…· «ὁπλοῦς ἐν νυκτί, πυρσὸς οὐδαμοῦ, Χριστὸς καθεύδει». Λοιπόν, τί ὑπολείπεται; ἐκεῖνο ποὺ θὰ σταματήσῃ τὰ κακὰ εἶνε ὁ θάνατος (ἐπιστ. Π ́ [80ή], Εὐδοξίῳ ῥήτορι· P.G. 37,153c. Ε.Π.Ε. 7,152)· ν ̓ ἀπαλλαγῶ ἀπ ̓ αὐτὴ τὴν ἀθλιότητα καὶ νὰ πάω στὸν οὐρανό. «Ὦ πάντων ἐπέκεινα» Κύριε! (ἔπη ΚΘ ́ [29], Ὕμνος εἰς Θεόν·P.G.37,507a), ποὺ εἶσαι ὑπεράνω τοῦ «τρίτου οὐρανοῦ» (Β ́ Κορ. 12,2), στὸν κόσμο τῆς αἰωνιότης· ὦ ψυχή, ὦ κριτήριο, ὦ κόλασις αἰωνία!… Ἔτσι ζοῦσαν οἱ πατέρες, ὄχι γιὰ χρήματα καὶ ἐπίγειες δόξες· τὴν αἰωνιότητα διψοῦσαν ἀπὸ παιδιά.

-Ἂς δοῦμε τέλος τὸν ἀγῶνα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου (354-407 μ.Χ.).

Ὡς υἱὸς σπουδαίου στρατιωτικοῦ –παίζει ῥόλο ἡ κληρονομικότης– ὁ Ἰωάννης κληρονόμησε τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα. Δώδεκα χρόνια ἐργάστηκε στὴν Ἀντιόχεια. Ἀλλὰ κάποια μέρα, χωρὶς αὐτὸς νὰ ξέρῃ τίποτε, μία αὐτοκρατορικὴ ἅμαξα τὸν ἅρπαξε βιαίως καὶ τὸν πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολι. Εἶχε χηρεύσει ὁ θρόνος· ἦταν ἐποχὴ ποὺ ὁ λαὸς εἶχε λόγο στὴν ἐκλογὴ τῶν ἐπισκόπων καὶ ὅλοι ζητοῦσαν αὐτόν. Ἔτσι ὁ Ἀρκάδιος ἔφερε στὸ θρόνο τὸ Χρυσόστομο. Ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης δὲν ἦταν ὁ ψευτοευγενὴς ποὺ λέει καλημέρα καὶ στὸν ἄγγελο καὶ στὸν διάβολο· δὲν ἦταν ὁ τύπος ποὺ συμβιβάζεται εὔκολα· εἶδε ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς ὀργανισμὸς εἶνε γεμᾶτος πύον καὶ καρκινώματα, πῆρε τὴ μάχαιρα καὶ σὰν ἰατρὸς ἔκανε χειρουργικὴ ἐπέμβασι ἐναντίον τῆς κακοηθείας καὶ τῆς διαφθορᾶς.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὰ μοναστήρια ἄδειασαν· καλόγεροι νεώτατοι, ἀντὶ νὰ προσεύχωνται, κατέβηκαν στὴν πόλι, ἔπιασαν σχέσεις μὲ πλουσίους καὶ ἄρχοντες, καὶ τὸ χειρότερο συγκατοικοῦσαν μὲ καλογριές· ἦταν τὸ διαβόητο σκάνδαλο τῶν «συνεισάκτων». Ὁ Χρυσόστομος, ἁγνὸς ἀσκητής, δίνει ἐντολή, ὅλοι αὐτοὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πόλι. Δὲν ἦταν εὔκολο, εἶχαν ῥιζώσει. Ἐκεῖνος ὅμως πολέμησε τὴ διαφθορὰ καὶ ἀκολασία τῶν μοναχῶν. Ἔδωσε ἀκόμη μάχη ἐναντίον τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς πολυτελείας πλουσίων ἀλλὰ καὶ κληρικῶν ποὺ ντύνονταν στὸ μετάξι. Ἀπηγόρευσε στοὺς ῥασοφόρους νὰ κυκλοφοροῦν ἔτσι, κι ὁ ἴδιος ἔδιωξε ἀπ ̓ τὸ ἐπισκοπεῖο ἀκριβὰ ἔπιπλα, τάπητες, καταπετάσματα. Ἀρκέστηκε σ ̓ ἕνα ἁπλὸ κρεβάτι κ ̓ ἕνα λιτὸ πιάτο τροφῆς. Διέταξε νὰ ἐκποιηθῇ ὅ,τι πολυτελὲς καὶ τὰ χρήματα νὰ διατεθοῦν γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς.Ὑπερασπίστηκε τοὺς φτωχούς. Ὅταν κάποτε ἔγινε σεισμὸς στὴν Κωνσταντινούπολι κ ̓ ἔτρεμαν ὅλοι σὰν τὰ φύλλα καὶ ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία ἔπεσε καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεό, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀνέβηκε στὸν ἄμβωνα καὶ εἶπε· Θέλετε νὰ σᾶς πῶ τὴν ἀλήθεια; Χθὲς σείστηκαν τὰ πάντα. Ἂν μὲ ρωτήσετε ποιός ἦταν ἡ αἰτία, σᾶς λέω· τὰ ἀνάκτορα, οἱ ἄδικοι πλούσιοι, οἱ ἄσπλαχνοι πλεονέκτες! ἐξ αἰτίας τους ὁ Θεὸς σείει τὸ Βόσπορο. Κι ἂν πάλι μὲ ρωτήσετε ποιός μᾶς ἔσωσε, σᾶς ἀπαντῶ· οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ ἄσημοι, χάριν αὐτῶν σωθήκαμε· μποροῦσε ὁ «ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται» (Ψαλμ.103,32) νὰ κουνήσῃ λίγο ἀκόμα τὴ γῆ καὶ νὰ μὴ μείνῃ τίποτε· σ ̓ αὐτοὺς χρωστᾶμε τὴ ζωή μας. Μᾶς ἔσεισε γιὰ τὴν ἀσπλαχνία τῶν πλουσίων, καὶ μᾶς ἔσωσε γιὰ τὴν ἀρετὴ τῶν φτωχῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶπα τὸ σπουδαιότερο.

Ὁ μεγάλος ἀγώνας τοῦ Χρυσοστόμου ἦταν γιὰ κάθαρσι τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ φαύλους κληρικούς. Ἔμαθε, ὅτι στὴν Ἔφεσο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας γίνεται χριστεμπόριο· πουλᾶνε ἱερὰ σκεύη, μάρμαρα, ἱερὰ μυστήρια, τὴ θεία κοινωνία. Ζήτησε γι ̓ αὐτὰ ἔγγραφη καταγγελία. Ὅταν τὴν ἔλαβε, χωρὶς ἀναβολὴ μπαίνει σὲ πλοῖο ἐν καιρῷ χειμῶνος, ταξιδεύει μὲ κίνδυνο καὶ φτάνει Δεκέμβριο μῆνα στὴν Ἔφεσο. Ἀποβιβάζεται καὶ ἀρχίζει τὸ δύσκολο ἔργο. Στήνει δικαστήριο, κάνει ἀνακρίσεις, οἱ κατηγορίες ἀποδεικνύονται ἀληθινές· καὶ τότε μέσα σὲ μία μέρα καθαιρεῖ ὡς σιμωνιακοὺς 13 ἐ πισκόπους! Ὁ λαὸς τοῦ ζητεῖ διάδοχο ἀρχιεπίσκοπο στὴν Ἔφεσο· ὁ Χρυσόστομος πηγαίνει καὶ βρίσκει ἕναν ἀσκητὴ ποὺ νήστευε καὶ προσευχόταν, τὸν παίρνει μὲ τὴ βία, τὸν παρουσιάζει στοὺς πιστούς, καὶ τότε καὶ οἱ πέτρες φώναξαν «ἄξιος». Ἔτσι, μὲ τέτοιους ἀγῶνες, πάει μπροστὰ ἡ Ἐκκλησία. Ἐπιστρέφοντας περνάει καὶ ἀπὸ τὴ Νικομήδεια. Ἐκεῖ ἕνας ἐπίσκοπος, ὁ Γερόντιος (390-400 μ.Χ.), ἔκανε τὸ μάγο! καὶ διὰ τῆς μαγείας καὶ τῆς ἀστρολογίας ἀπατοῦσε τὸ λαό. Κατόπιν ἐξετάσεως καὶ κανονικῆς διαδικασίας τὸν κα-θαιρεῖ καὶ αὐτόν. Τέλος, μετὰ ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴ μακρὰ καὶ δύσκολη ἀποστολή, ἐπιστρέφει στὴν Κωνσταντινούπολι κατάκοπος. Στὸ διάστημα ὅμως τῆς ἑπτάμηνης ἀπουσίας του οἱ ῥαδιοῦργοι θριάμβευσαν. Κι ὅταν ἐπανῆλθε, βλέπει τὰ πνεύματα ἀλλοιωμένα· ἄνθρωποι ποὺ τὸν σέβονταν μεταστράφηκαν, τ ̓ ἀνάκτορα ὑπέκυψαν σὲ αὐλοκόλακες. Αὐτοί, κυρίως ὅσοι θίγονταν (οἱ καθῃρημένοι, συγγενεῖς καὶ φίλοι τους), ἀντιδροῦσαν μὲ δολοφονικὲς διαθέσεις (πετοῦσαν ξύλα, γίνονταν ἐπεισόδια). Ἀλλὰ στὸ πλευρὸ τοῦ ἱεράρχου ἦταν ὁ πιστὸς λαός, ἕτοιμος νὰ τὸν ὑπερασπιστῇ. Γι ̓ αὐτὸ στρατιῶτες τὸν συνέλαβαν κρυφά, τὸν ὡδήγησαν στὴν παραλία τοῦ Βοσπόρου καὶ τὸν πέρασαν ἀπέναντι μὲ βάρκα. Τὴ νύχτα αὐτὴ οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἔκλεισαν μάτι· ζητοῦσαν τὸν ποιμένα, φώναζαν, ἔβαλαν φωτιές… Ἀλλ ̓ ἐνῷ αὐτὸς ἦταν ἤδη μακριά, ἔγινε σεισμός, σείστηκαν τὰ ἀνάκτορα, οἱ βασιλεῖς φοβήθηκαν καὶ μετανοημένοι τὸν ἐπανέφεραν στὸ θρόνο του. Ἦταν ἕνας θρίαμβος.

Μὰ δὲν κράτησε πολύ. Γιατὶ ὁ Χρυσόστομος δὲν ὑποχώρησε, συνέχισε τὸν ἀγῶνα, καὶ σὲ λίγο ἀκούστηκε πάλι ἡ φωνὴ ῥαδιούργων ἐπισκόπων· Νὰ φύγῃ ὁ Χρυσόστομος! Καὶ τελικὰ αὐτοὶ ἐπικράτησαν.

Δὲν τὸν νίκησαν τὰ ἀνάκτορα καὶ ἡ Εὐδοξία, τὸν νίκησαν οἱ κακοὶ ἐπίσκοποι. Μαζεύτηκαν σὲ σύνοδο λῃστρικὴ παρὰ τὴν Δρῦν(403 μ.Χ.) ἑβδομήντα ἐγκολπιοφόροι μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Θεόφιλο Ἀλεξανδρείας, ἔστησαν κατηγορητήριο μὲ 29 κατηγορίες(!) καὶ ἀποφάσισαν νὰ καθαιρεθῇ. Τέλος στρατιῶτες περικύκλωσαν τὴν ἀρχιεπισκοπὴ καί, γιὰ νὰ μὴ χυθῇ αἷμα, ὁ Χρυσόστομος παραδόθηκε καὶ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα, δεύτερη φορὰ γιὰ τὴν ἐξορία, ὅπου θὰ κοιμηθῇ μαρτυρικῶς. Γι ̓ αυτὸ ἔγραψε ἐκεῖνα τὰ βαρειὰ λόγια· «Οὐδὲν δέδοικα (=τίποτα δὲν φοβήθηκα) ὡς τοὺς ἐπισκόπους, πλὴν ὀλίγων» (ἐπιστ. πρὸς Ὀλυμ π. ΙΔ ́, δ ́·P.G. 52,617).

Τί νὰ προσθέσω; τὰ δάκρυα καὶ τὸ θρῆνο τοῦ λαοῦ; τὴν ἐξορία ποὺ διῄρκεσε δύο χρόνια (406-407 μ.Χ.); τὶς ταλαιπωρίες καὶ τὰ βάσανα ἑνὸς ἀσθενοῦς 52 ἐτῶν; Ὅταν ἔφτασε στὰ Κόμανα, ἕνα ἐρημικὸ χωριὸ στὰ σύνορα τῆς Ἀρμενίας κοντὰ στὸ Ἀραράτ, ἔπεσε νὰ κοιμηθῇ, κατάκοπος κ ̓ ἐγκαταλελειμμένος ἀπ ̓ ὅλους ὁ ἡρωικὸς ἱεράρχης, ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ τάφος τοῦ ἱερομάρτυρος Βασιλίσκου ἐπισκόπου Κομάνων. Στὸν ὕπνο του ἐμφανίζεται ὁ ἅγιος Βασιλίσκος καὶ τοῦ λέει· «Θάρρος, ἀδελφέ Ἰωάννη, γιατὶ αὔριο θά ̓μαστε μαζί». Τὴν ἑπομένη ἡμέρα, ἀδύναμος νὰ συνεχίσῃ τὴν πορεία, γύρισε στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου, κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ καὶ ἔκλεισε τὰ μάτια του μὲ τὰ λόγια «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

Ἐάν, ἀγαπητοί μου, δὲν γίνονταν ἀγῶνες, ἐπίσκοποι θὰ ἦταν· στὴν Καισάρεια ὄχι ὁ Βασίλειος ἀλλὰ ὁ Τυάνων Ἄνθιμος, στὴν Κωσταντινούπολι ὄχι ὁ Γρηγόριος ἀλλὰ ὁ Μάξιμος ὁ κυνικός, καὶ στὸ θρόνο τοῦ Χρυσοστόμου κάποιος τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας.

Μία σκέψι θὰ κάνω καὶ τελειώνω. Κάντε μιὰ ὑπόθεσι· ἐὰν ζοῦσαν στὶς ἡμέρες μας οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, τί θὰ ἔκαναν; θὰ συμμαχοῦσαν, ἀσκηταὶ αὐτοὶ καὶ ἀκτήμονες, μὲ τοὺς πλουσίους καὶ ἰσχυροὺς καὶ κοσμικόφρονες; Ἁμαρτωλοὶ ποῦ φύγωμεν!

Ὁ Βασίλειος θὰ ἔλεγε «Καθαρίστε τὴν Ἐκκλησία».

Ὁ Γρηγόριος θὰ ἔψαλλε τὰ θρηνωδέστερα ποιήματά του γιὰ τὴ σημερινὴ κατάντια. Καὶ ὁ Χρυσόστομος θὰ καθαιροῦσε περισσότερους ἀπὸ ὅσους καθῄρεσε τότε. Ἐδῶ δὲν χρειάζεται οἶκτος. Ἡ Ἐκκλησία μας νοσεῖ βαρύτατα, δὲν θεραπεύεται παθολογικῶς, πρέπει νὰ μπῇ στὸ χειρουργεῖο καὶ νὰ γίνῃ ἀποκοπὴ σεσηπότων μελῶν. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουν σήμερα Χρυσόστομοι, Γρηγόριοι καὶ Βασίλειοι. Μανάδες ποὺ μ ̓ ἀκοῦτε, δουλέψτε στὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν σας, νὰ μᾶς δώσετε νέους Χρυσοστόμους καὶ νέους Βασιλείους καὶ νέους Γρηγορίους. Οἱ λίγοι καλοὶ ἐπίσκοποι ποὺ ὑπάρχουν δειλιάζουν, δὲν ἔχουν σθένος νὰ συγκρουσθοῦν.Τρέμουν μήπως καθαιρεθοῦν ἀπὸ τοὺς κακούς. Λησμονοῦν, ὅτι μία τέτοια καθαίρεσις εἶνε τίτλος τιμῆς. Καθῃρημένος πέθανε ὁ Χρυσόστο μος, ἀλλὰ ἡ δόξα του μένει αἰωνία. Χίλιες φορὲς νὰ καθαιρεθῶ ἀπὸ τέτοιους ἐπισκόπους καὶ νὰ πάω στὴν ἔρημο νὰ κλαίω τ ̓ ἁμαρτήματά μου, παρὰ νὰ μένω συμβιβασμένος μὲ τὴν κακοήθεια καὶ τὴ διαφθορά.

Οἱ θεῖοι πατέρες ἀγωνίστηκαν. Σήμερα οἱ κληρικοὶ δὲν ἔχουν φρόνημα ἀγωνιστικό. Τί μέλλει γενέσθαι; Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν Ἐκκλησία πέφτει στὸ λαό. Ἀδελφοί μου! ἀγωνιστήκαμε, θ ̓ ἀγωνιστοῦ -με καὶ πάλι· μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός, μὲ ἐπιμονὴ καὶ σταθερότητα, μέχρι ἐσχάτων, μὲ σύνθημα «Ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ»(Σ. Σειρ. 4,28).

Ὡς πρὸς ἐμένα –δὲν γνωρίζω τί μὲ περιμένει (ἔρημος, ἐξορία, θάνατος)– δὲν παραδίδω τὰ ὅπλα· θ ̓ ἀγωνισθῶ μέχρι τέλους, γιὰ νὰ δοῦμε μία Ἐκκλησία ὑψηλὴ καὶ ἁγία. Μ ̓ ἐνθουσιάζει ὅτι, στὸν τίμιο ἀγῶνα τῆς καθάρσεως τῶν ἱερῶν θυσιαστηρίων, θὰ ἔχουμε ἀπὸ τὰ οὐράνια τὴν εὐλογία τοῦ μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίστηκαν γιὰ μία ζῶσα καὶ ἐλευθέρα Ἐκκλησία· ἀμήν

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ομολογία (apotixisi.blogspot.com)

ΛΑΤΡΕΥΕΤΑΙ ΣΑΝ ΜΕΓΑΛΟΣ ΡΗΤΟΡΑΣ, ΝΕΟΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ... ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΟΣ, ΜΑΝΙΧΑΙΣΤΗΣ , ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΤΗΣ. 

 ΠΟΙΑ ΔΥΝΑΜΙΣ ΟΔΗΓΗΣΕ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥΣ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ; ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΛΟΓΟΣ. ΜΗΠΩΣ Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ; ΜΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΜΕΝΗ ΔΥΝΑΜΙΣ;. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΣΗΜΕΡΑ, Η ΑΛΛΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. 

ΤΟ ΘΕΜΑ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΒΑΣΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ ΟΤΙ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ, ΕΛΕΓΧΟΝΤΑΣ ΑΠΛΩΣ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΟΥΤΕ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΠΙ ΓΗΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΘΕΛΕΙ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ. ΚΑΙ ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ Η ΠΙΣΤΗ ΦΘΙΝΕΙ ΣΤΑΘΕΡΑ ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΗΔΗ ΔΕ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΗΠΑ  ΟΠΟΥ ΕΝΑ ΜΕΤΡΙΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΗΣΥΧΑΖΕΙ  ΤΙΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ. Η ΜΕΣΑΙΑ ΟΔΟΣ, Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ, ΑΓΝΟΕΙΤΑΙ.