Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (5)-επανάληψη

5) Η Τριάδα πέραν της ιστορίας.
Η Θέση της αντιστοιχίας ανάμεσα στην Οικονομική Τριάδα και την ενυπάρχουσα (την ουσία), στην διπλή της θεμελίωση, αποκαλυπτικής και σωτηριώδους, δέν είναι ελεύθερη απο όρια και κινδύνους. Η αντιστοιχία δέν μπορεί να ενοηθεί σαν ταυτότητα. 
Εάν απο τον Τερτυλλιανό και μετά κυριάρχησε η ανάγκη να διατυπωθεί η διάκριση ανάμεσα στην Οικονομία και στην ουσία (την ενύπαρξη) του Τριαδικού μυστηρίου, αυτό δέν έγινε χωρίς λόγο. Η οικονομία δέν μπορεί να εξαντλήσει τα βάθη του Θεού. Η ιστορία δέν μπορεί, ούτε πρέπει , να συλλάβει την δόξα. Και αυτό στο όνομα της υπερβατικότητος και της Θείας ελευθερίας, που είναι και το θεμέλιο του θαυμάσιου δώρου της αγάπης της Αγίας Τριάδος για μας. Γι’αυτό δέ ακριβώς επειδή απορρέει απο μία άλλη και κυρίαρχη Βούληση, ολοκληρωτικώς ελεύθερη χωρίς καμμία ανάγκη, η θεία πρωτοβουλία τής Σωτηρίας φαίνεται να οφείλεται μόνον στο δώρο της αγάπης. Ένας Θεός χαμένος στην ιστορία, μία Τριάδα ενυπάρχουσα και απολύτως προσαρμοσμένη στην  οικονομική της φανέρωση, δέν θα ήταν πλέον ο Θεός των Χριστιανών, αλλά άλλη μία απο τις δυνάμεις αυτού του κόσμου, ίσως ακόμη και η πιό πολύτιμη και αναγκαία.
Η υπερβατικότης και το επέκεινα του Θεού καθ’εαυτό σε σχέση με τον «Θεό για μας», συλλαμβάνονται σε μία διπλή κατεύθυνση: απο το ένα μέρος, στο νόημα της αποφάσεως, του αρρήτου του Θείου μυστηρίου που είναι ολοκληρωτικώς άλλο, παρότι εισήλθε πλήρως στα ανθρώπινα πεπραγμένα και απο το άλλο, στο νόημα της εσχατολογίας, του ερχομένου και νέου, του Χριστιανικού Θεού ακριβώς σαν του Θεού της επαγγελίας.
Η απόφαση δείχνει την έκπληξη, την λατρεία και την σιωπή που είναι αναγκαίες μπροστά στο απόλυτο μυστήριο. «Μη πλησιάσεις εδώ, λύσον τα υποδήματά σου εκ των ποδών σου, διότι ο τόπος επί του οποίου Ίστασαι, είναι γή αγία» (Εξ 3,5). «Ο Θεός λατρεύεται με την σιωπή, όχι επειδή δέν μπορούμε να μιλήσουμε ή να ερευνήσουμε γι’αυτόν, αλλά επειδή συνειδητοποιούμε πως βρισκόμαστε πάντοτε σ’ενα έλλειμα ώς πρός μία ικανοποιητική κατανόησή του» (Ακινάτης, περί Τριάδος). «Μαζί θα διασχίσουμε τον δρόμο του ελέους, ψάχνοντας γι’Αυτόν για τον οποίο έχει λεχθεί: Αναζητείστε πάντοτε το προσώπο του. Σ’αυτή την ήσυχη και ταπεινή διάθεση θα ήθελα να βρεθώ ενωμένος, μπροστά στον Κύριο μας και Θεό μας, με όλους τους αναγνώστες των βιβλίων μου, αλλά ιδιαιτέρως με τούτο που ερευνά την ενότητα της Τριάδος του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, καθότι δέν υπάρχει άλλο θέμα σχετικά με το οποίο το λάθος να είναι πιό επικίνδυνο, η έρευνα πιό απαιτητική και η ανακάλυψη πιό γόνιμη».  (Αυγουστίνος, περί Τριάδος). [Όπως βλέπουμε η αυτοαναφορά είναι το μόνο περιεχόμενο. Η ψυχολογία είχε ήδη πάρει την θέση της ψυχής. Ο Αδάμ υποδύεται τον Χριστιανό, σαν Θεός].
Η έρευνα πάνω στο Τριαδικό μυστήριο, απαιτεί σωφροσύνη και ταπεινοφροσύνη: η πιό ακατάλληλη μορφή σκέψης και λόγου επομένως, για την έρευνα αυτή, είναι μάλλον η μορφή του Επαίνου, της Ευχαριστίας και της θεωρίας της αγάπης. Και μ’αυτή την έννοια ο Πάνενμπεργκ προτιμά να ορίσει τον ανθρώπινο λόγο για τον Θεό, σαν «δοξολογικό», παρά σαν «αναλογικό». Σ’αυτόν οι λέξεις επικαλούνται αυτό που απείρως τις υπερβαίνει, διότι δέν μπορούν να συλλάβουν την πραγματικότητα του ούτε και να την εγκλωβίσουν στα σχήματά μίας άφρονης προτάσεως. Αυτός ο λατρευτικός τρόπος του λόγου για τον Θεό, είναι στην πραγματικότητα μία θεολογία της απαντήσεως. «Η Ευχαριστία που απορρέει εξ αυτής και η γνώση του Θεού που περιέχεται απαντούν στην σωτηρία της οποίας αποκτάται η εμπειρία.» Η απάντηση όμως παραμένει συνειδητοποιημένη της απείρου υπερβατικότητος του δώρου, και γι’αυτό της ανάγκης να ανταποκριθούμε σ’αυτό με την σιωπή και την αναμονή του ακούσματος και της βιωμένης αγάπης. Έτσι η Τριαδική Θεολογία δέν αντιτίθεται στην «αρνητική Θεολογία αφού την απαιτεί κυρίως σαν δική της στιγμή την οποία δέν μπορεί να εγκαταλείψει. «Ανάμεσα στον Δημιουργό και την δημιουργία δέν μπορεί να παρατηρηθεί κάποια ομοιότης, χωρίς να γίνει εμφανής η ακόμη μεγαλύτερη ανομοιότης (Η Σύνοδος του Λατεράνου IV 1215 ). Όσο αυξάνει η γνώση του μυστηρίου τόσο ανεξάνλητος φανερώνεται ο πλούτος του και το βάθος του, τόσο αυξάνει η επίγνωση της χρησιμότητος της σιωπής.
Αυτό το ατελές του Θεολογικού λόγου τρέφεται όμως με την ελπίδα: διότι ότι μας δόθηκε στην Οικονομία είναι μία προκαταβολή απο αυτό που θα αποκαλυφθεί πλήρως στον καιρό της δόξας. Η θεία υπόσχεση κατευθύνει πρός το τέλος: η εσχατολογία προσφέρεται σαν την υπέρβαση του παρόντος στο μέλλον που έρχεται, εξασφαλισμένο και επιβεβαιωμένο απο την ιστορία της αποκαλύψεως σαν το μέλλον του Τριαδικού Θεού με τους ανθρώπους. Η σχέση ανάμεσα στην Οικονομία και στην ουσία (ενύπαρξη) του μυστηρίου [εφόσον και τα έσχατα είναι μέλλον, δηλαδή χρόνος, ο Θεός ενυπάρχει στην ιστορία ή στον κόσμο, αναλόγως την πίστη], έρχεται να συσταθεί με διαλεκτική μορφή: [Το μέλλον σαν τέλος δέν συνειδητοποιείται εύκολα. Διότι το μέλλον σαν τέλος είναι ο Θάνατος. Απλώς οι θεολογούντες της Δύσεως αντικατέστησαν τον μελλοντικό και τελικό θάνατο με την μελλοντική και τελική Ανάσταση, για την οποία μας βεβαίωσε ο Θεός. Αυτή η διαβεβαίωση είναι το περιεχόμενο της Δυτικής πίστης]. Στην θέση λοιπόν «η Οικονομική Τριάδα είναι η ουσιαστική Τριάδα «αντιστοιχεί η αναγκαστική αντί-θεση: «η Οικονομική Τριάδα δέν είναι η ουσιαστική Τριάδα, είναι όμως στην αναμονή  της εσχατολογικής συνθέσεως, στην οποία ο Θεός θα είναι όλος σε όλους (1 Κορ, 15,28). Και η ιστορία και η δόξα θα ζήσουν μία διαφορετικότητα απολύτως επανασυμφιλιωμένη [Όλη η ιστορία στηρίζεται στην κακοδοξία ότι ο Κύριος αποκατέστησε τον Αδάμ, και ο Αδάμ θα αποκαταστήσει την Δημιουργία. Στην αποκατάσταση των Πάντων, ακόμη και των Δαιμόνων. Ηδη καταδικασμένης απο την ένδοξη Ορθοδοξία, διότι σήμερα επιβιώνει μόνον η σκιά της].
Απέναντι σ’αυτό το «όχι ακόμη [εμείς πάντως έχουμε Αγίους] της υποσχέσεως, σ’αυτή την τελευταία πατρίδα [Πατρίδα είναι και η πρώτη], την οποία μισοβλέπουμε αλλά δέν κατέχουμε [μυριάδες οι άγιοι που την κατέχουν], ο Θεολόγος ξέρει πώς σκέφτεται στο μισοσκόταδο, στο λυκόφως [Όταν βγαίνουν και τα φαντάσματα] : Όπως ο φρουρός περιμένει το ξημέρωμα, όταν η γνώση της αυγής θα πάρει την θέση της γώσεως του δειλινού, της Δύσεως [Εμείς είμαστε Ανατολή ήδη] των χρόνων των προσκυνητών. Αυτό το μελλοντικό φώς δίνεται σαν πιό καθαρός αντικατοπτρισμός [ ο Κύριος κατήργησε τα Είδωλα και τις εικόνες] στην εμπειρία των μυστικών και των πνευματικών, στους οποίους πραγματοποιείται ο ευαγγελικός λόγος: «Εάν κάποιος με αγαπά θα τηρήσει τον λόγον μου και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήση και θα έλθωμεν σ’αυτόν και θα κατοικήσωμεν μαζί του» (Ιωάν 14,23). Στο σχολείο τους, η Τριαδική θεολογία καλείται να τραφεί με προσευχή, να μολυνθεί απο το κάλλος και την ωραιότητα, να αποπνέει την Ειρήνη. Ταυτόχρονα δέ το κάλεσμα της Τριάδος στην πατρίδα, θυμίζει στην σκέψη του μυστηρίου, την ανάγκη για μία μόνιμη μεταρρύθμιση (στην θέση της Μετάνοιας), για μία διαρκή έρευνα. Μ’αυτή την έννοια, κάθε λόγος της Τριάδος παραπέμπει σε νέους λόγους, κάθε σιωπή σε νέα[Ζέν], που –χωρίς να αρνούμαστε τα πλούτη του παρελθόντος, αλλά συμπεριλαμβάνοντας τα πάντα στην ενότητα μίας αδιάκοπης έρευνας της πίστεως- ωθούν πρός τα μπρός, πρός τα βάθη του ζωντανού Θεού.
Αυτή η διαρκής εσχατολογική ένταση είναι γεμάτη με μία αξία κριτικο-προφητική: αυτή κεντρίζει κάθε στάση, απελευθερώνεται απο κάθε γοητευτική απαίτηση κατοχής, αμφισβητεί κάθε δυνατή ταύτιση του κόσμου με την Βασιλέια, ελευθερώνοντας τον πιστό απο τις δυνάμεις του θανάτου, για να τον ανοίξει πάντοτε εκ νέου στην υποσχεμένη μελλοντική ζωή. Η επανεύρεση της Τριαδικής Πατρίδος, ακόμη και μέσω του εσόπτρου εν αινίγματι (1 Κορ 13, 12), ξαναζωντανεύει τον χρόνο της εξορίας, σκίζει την μάσκα κάθε φαινομενικής πληρότητος που μας παγιδεύει, ενεργοποιεί τους προσκυνητές στην αναζήτηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης της Βασιλείας! Στην οδό του ζωντανού Θεού δέν υπάρχει στάση και σταθμός που να μπορεί να μας συγκρατήσει! Ακόμη και η αναποφασιστικότης είναι αμαρτωλή απόρριψη (Άγιος Βερνάρδος).
Συνεχίζεται
Με τόσα λίγα, μόνον με την ηδυπάθεια των λέξεων, η Δύση κατόρθωσε τα μέγιστα. Εμείς μέσα στους θησαυρούς πεθαίνουμε απο πείνα.
Αμέθυστος.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (4)-επανάληψη

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. 

Ας δούμε με συντομία πώς διαπραγματεύεται σήμερα το actus Purus, τον Θεό σαν καθαρή ενέργεια, η Νεο-Θωμιστική θεολογία, μέρος της οποίας αποτελεί και η θεολογία του Ζηζιούλα, η οποία πλασσάρει την οντολογική θεολογία, ορίζοντας τον Θεό σαν το υπέρτατο Είναι, SummumBonnum. Ταυτίζοντας επομένως το Είναι με την ύπαρξη, που είναι η ουσία του υπαρξισμού, και κατάγεται απο τον Ακινάτη και τον Καρτέσιο, "Σκέφτομαι άρα υπάρχω". Προσφέροντας και την ουσία του διανοουμένου: Το σκέφτηκα άρα υπάρχει, έγινε. 

Μία καλή διαπραγμάτευση του θέματος βρίσκεται στον δεύτερο συλλογικό τόμο των εκδόσεων Άρτος Ζωής και γράφτηκε απο τον μεταφραστή του βασικού κειμένου του Ζιλσόν, το όν και η ουσία, Θάνο Σαμαρτζή. Σαν παρένθεση: ο Ζιλσόν υπήρξε ο δάσκαλος του Λόσκι, κάτω απο την εποπτεία του οποίου έγραψε το βασικό του κείμενο «ο Μυστικισμός της Ανατολικής Εκκλησίας».  «Ο Θεός λοιπόν για τον Ακινάτη είναι καθαρή ενέργεια, δηλαδή καθαρή δραστηριότητα. Τί κάνει δηλαδή ο Θεός;

Η ερώτηση και η απάντηση ξεκίνησαν απο το φαινόμενο της μεταβολής των όντων. Το πρώτο κινούν ακίνητο, εισήχθη προκειμένου να εξηγηθεί η μεταβολή των όντων. Και η ύπαρξή του επίσης στηρίχθηκε στην μεταβλητότητα των όντων. Εάν τα όντα μεταβάλλονται, τότε πρέπει να υπάρχει ένα πρώτο κινούν ακίνητο, δηλαδή ένας Θεός.

Αυτό που κάνει ο Θεός είναι να ενεργεί με τέτοιον τρόπο ώστε τα όντα να γίνουν αυτό που μπορούν να γίνουν αλλά δέν είναι. Κατά τον Αριστοτέλη όμως ο Θεός είναι κλειστός στον εαυτό του. Κινεί τα όντα, ενεργεί πάνω σ’αυτά, δίχως να έρχεται σε επαφή με αυτά! Ο Αριστοτέλης απαντά πώς ο Θεός είναι αντικείμενο επιθυμίας, έλκει πρός αυτόν. Ένα αντικείμενο επιθυμίας μπορεί να κινεί πρός αυτό, να ασκεί αιτιώδη δράση δίχως το ίδιο να κάνει τίποτε (Ας θυμηθούμε εδώ τον Πατέρα σαν αιτιώδη Αρχή τών Ζηζιούλα και Γιανναρά). Επειδή είναι αυτό που είναι (ο ορισμός των προσώπων της Αγίας Τριάδας απο τον Ζηζιούλα) και επειδή το υποκείμενο της επιθυμίας αντιλαμβάνεται τί είναι, το αντικείμενο έλκει το υποκείμενο χωρίς να έρθει σε επαφή μαζί του. Μόνον που μ’αυτόν τον τρόπο το πρώτο κινούν ακίνητο δέν θα μπορεί να θεωρηθεί δημιουργός ή κτίστης των όντων. 

Δύο ερωτήσεις προστίθενται: Σε τί συνίσταται η ενέργεια, η δραστηριότα του Θεού, ανεξάρτητα απο την ύπαρξη των όντων; Τί κάνει ο Θεός ακόμη και αν δέν υπάρχουν άλλα όντα πέρα απο τον ίδιο; Και δεύτερον: Πώς μπορώ να ενεργήσω πάνω σε κάτι, χωρίς αυτό να υποστεί καμία μεταβολή μέσω της ενέργειας μου αυτής; 

ΜΕ ΤΟ ΝΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΩ! Το νοείν είναι μία ενέργεια, μία δράση. Ο Θεός ενεργεί με το να νοεί. Ακόμη και αν δέν υπάρχει κανένα όν στο οποίο να ασκήσει την επενέργειά του, ο Θεός παραμένει δραστήριος με το να νοεί τον ίδιο του τον εαυτό. Και σαν αντικείμενο της σκέψης του ο Θεός δέν πάσχει. 

Όντως αυτός που νοεί, ο Θεός εμφανίζεται ως νούς, όντως αυτός που νοείται ο Θεός εμφανίζεται ταυτόχρονα ως νοούμενος. Επομένως η ενέργεια μέσω της οποίας ο Θεός νοεί τον εαυτό του είναι αυτό που είναι ο Θεός. Είναι νόησις νοήσεως. 

Ο Θεός όμως σαν καθαρή ενέργεια είναι τελειότατος και συνεπώς αγαθότατος. Και επιπλέον γνωρίζει ότι είναι αγαθός, εφόσον νοεί τον εαυτό του και νοώντάς τον, τον γνωρίζει. Όμως εάν γνωρίζεις ότι κάτι είναι αγαθό, τότε το θέλεις. Ο Θεός θέλει επειδή γνωρίζει ότι είναι αγαθός. Ο Θεός θέλει τον εαυτό του. Εάν όμως κάτι νοεί και θέλει, τότε ζεί. Η ζωή του συνίσταται στην νόησή του και τη θέλησή του. 

Οι ενέργειες ή οι δραστηριότητες αυτές δέν διαφέρουν μεταξύ τους. Γιατί διαφορετικά ο Θεός θα ήταν σύνθετος. Αυτή η διαφορά των θείων ενεργειών τόσο μεταξύ τους όσο και ώς πρός τον Θεό του οποίου αποτελούν ενέργειες, είναι το θέμα τής διαμάχης περί Θείας ουσίας και θείων ενεργειών στην Βυζαντινή Θεολογία. 

Ξεχάσαμε όμως ήδη σ’αυτό το σημείο πώς η διαπραγμάτευση του Θεού ξεκινά απο την μελέτη των φυσικών όντων. 

ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ. 

Και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, για να λύσουμε το πρόβλημα, την φιλοσοφία τού Αυγουστίνου, ότι τα πρόσωπα είναι σχέσεις. Όμως έχουμε ήδη χάσει τις υποστάσεις του Θεού, και γνωρίζουμε την ουσία του Θεού, όπως και τις ενέργειες του διότι τα δύο ταυτίζονται. Και το ΕΝΑ του Πλωτίνου αναβαπτίζεται σαν ο Θεός των Χριστιανών. Και φυσικά φτάνουμε στο παρανοϊκό συμπέρασμα πώς ενσαρκώθηκαν και αποκαλύφθηκαν οι άκτιστες ενέργειες, και οι σχέσεις τους, η αναλογία τους με τον ενυπάρχοντα Θεό. «Ο Θεός όμως είναι και το 
Ipsum Esse, δηλαδή το ίδιο το Είναι ή το είναι καθαυτό. [Απο εδώ ξεκινά η οντολογία του Ζηζιούλα και του Γιανναρά. Επίδοξων Ορθοδόξων Θεολόγων, οι οποίοι γράφουν Μετα-Πατερική Θεολογία. Πλατωνική και Αριστοτελική, η οποία μάλλον είναι προ-Πατερική, διότι είχε ανακαλυφθεί ήδη τετρακόσια χρόνια πρίν την ενσάρκωση του Κυρίου]. 

Ο Ακινάτης επαναλαμβάνει ακατάπαυστα : 
Suum Esse est suum intelligere, δηλαδή το είναι του είναι το νοείν του. [Και επιστρέψαμε στον Παρμενίδη παρακαλώ και στον Χάιντεγκερ ο οποίος επηρέασε και την δική μας φουρνιά Θεολογούντων. Στην μονοσήμαντη σκέψη, όπως την ψέγει ο Αριστοτέλης. Πολύ μοντέρνα και εξελιγμένα πράγματα. Τουλάχιστον 2.500 ετών. Φυσιολογικά όμως για μία εποχή η οποία θεωρεί την αρχαιολογία σαν την αιχμή της επιστήμης. Σε όλα τα επίπεδα. Ακόμη και η αναζήτηση της μεγάλης έκρηξης απο τους Φυσικούς είναι στην πραγματικότητα αρχαιολογία. Τα Μυστήρια του Χρόνου]. «Όμως είναι, υπάρχει αυτό το πράγμα; Η ύπαρξη είναι και αυτή μία ενέργεια. Αυτή η ενέργεια της ύπαρξης (actus essendi) αποτελεί την πρωταρχική ενέργεια του Θεού, αυτή απο την οποία εκπορεύονται όλες οι άλλες». (Αυτή η οποία ενανθρώπησε. O Χριστός για τους καθολικούς είναι ακριβώς αυτή η υπαρκτική ενέργεια. Αυτή προσφέρει και την θέωση και όπως θα δούμε είναι το θεμέλιο της σχέσης). Απο εδώ υποτίθεται πώς ξεκινά η Χριστιανική φιλοσοφία και η υπέρβαση του Αριστοτέλη απο τον Ακινάτη. Το Είναι ταυτίζεται με την ύπαρξη. Στην πραγματικότητα υποχώρησε, οπισθοδρόμησε έναντι του Αριστοτέλη, πρός τον Παρμενίδη. Διότι η βασική αρχή του Παρμενίδη είναι: Ένα πράγμα είναι και δέν μπορεί να μήν είναι. Ό,τι δέν είναι είναι αναγκαίο να μήν είναι. Το Είναι ερμηνεύεται διττώς. Ή υπαρξιακώς, υπάρχει, ή κατηγορηματικώς, είναι αυτό ή εκείνο. 

Μή ύπαρξη σημαίνει να μήν είναι κάτι τίποτε απολύτως (το μηδέν). Η αρχή του μηδενός ή η εκδοχή της μή-υπάρξεως, μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε το Είναι και στις δύο εκδοχές του δηλαδή και στην κατηγορηματική και στην υπαρξιακή. Οι αρχαίοι υποχρεωμένοι απο την Σοφιστική πήραν τον κατηγορηματικό δρόμο και ανακάλυψαν τον Λόγο. Διότι οι Σοφιστές ισχυρίσθηκαν πώς εφόσον το μή-είναι δέν υπάρχει, ό,τι και να πούμε είναι αλήθεια. Οι Αρχαίοι αφιέρωσαν λοιπόν την ύπαρξη στον Λόγο, δηλαδή στο μέτρο. Η αλήθεια τού Είναι είναι το μέτρο, δηλαδή το ήθος. Ο δαίμων του ανθρώπου. Ο Ακινάτης πήρε τον δρόμο της υπάρξεως διότι τον έβγαζε στην ενανθρώπιση και ταύτισε τον Λόγο με την πίστη. 

Σ’αυτό το σημείο υπάρχει και η πρώτη μετατόπιση της φιλοσοφίας πρός την ανθρωπολογία, διότι στην θέση του πράγματος, του όντος, ο Ακινάτης χρησιμοποίησε τον όρο υπόσταση (
substantia). Δηλαδή βεβαιώνοντας την ύπαρξη του πράγματος απλώς βεβαιώνουμε την υποστασιακότητα της υπόστασης, όχι μία πραγματική ιδιότητα την οποία μπορεί να έχει η υπόσταση. «Το όν και η ουσία» του Ζιλσόν, κεφ 2, πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης. 

Ο Καρτέσιος και ο Κάντ ολοκλήρωσαν την μετατόπιση: Έθεσαν στην θέση τού πράγματος το ΕΓΩ, το σύγχρονο υποκείμενο «Όταν βεβαιώνω την ύπαρξη ενός πράγματος δέν λέω κάτι για το ίδιο το πράγμα, αλλά για την σχέση του μαζί μου. Δέν λέω κάτι για το πράγμα, αλλά για μένα. Βεβαιώνουμε έτσι την αίσθησή μας. Η ύπαρξη συγκαταλέγεται τελικώς στις κατηγορίες του τρόπου. Βεβαίως ο Ακινάτης δέν επινόησε το υποκείμενο, ούτε απομακρύνθηκε απο την έννοια της ενέργειας. «Η ύπαρξη είναι ένα στοιχείο του πράγματος, το βαθύτερό του, το πιό μύχιο. Η ύπαρξη είναι μία ενέργεια η οποία συνέχει όλες τις ενέργειες του πράγματος (το τί είναι του πράγματος) και μόνον με αυτή το κάθε πράγμα αποκτά πραγματικότητα. [Εδώ στηρίζεται και η σύγχρονη φαινομενολογία]. Με το να υπάρχει δηλαδή κάτι, το πράγμα αυτό κάνει κάτι. Έτσι και ο Θεός, ώς
ipsum Esse, πρωτευόντως υπάρχει. Αυτό σημαίνει και το Εγώ ειμί ο ών, της Εξόδου. (Αυτός που υπάρχει). 

Αν προσθέσουμε και την Αναλογία έχουμε μπροστά μας τις φιλοσοφίες του Γιανναρά και του Ζηζιούλα. 

Ο Ακινάτης λοιπόν εδραίωσε και την σχέση ανάμεσα στον Θεό και τα δημιουργήματα, ανάμεσα στο άπειρο και στο πεπερασμένο, με την Αναλογία. Το μεταφυσικό θεμέλιο τής αναλογίας βρίσκεται στο γεγονός πώς η αιτία προκαλώντας ή παράγοντας κοινωνεί κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό της. Η ομοιότης είναι ενυπάρχουσα και συνυπάρχουσα στην φύση του αποτελέσματος, του αιτιατού, στο επακόλουθο. [Εδώ στηρίζεται και η ταύτιση ενυπάρχουσας Τριάδος με την οικονομική Τριάδα του Ράνερ]. Είναι το εξωτερικό σημείο αυτής της ενυπάρχουσας ομοιότητος. Ο κόσμος λοιπόν είναι ιερός, διότι η σχέση της εξαρτήσεως του απο τον Θεό είναι γραμμένη στο ίδιο του το Είναι. 

Η υπερβατικότης όμως του Θεού, συνεπάγεται την πλήρη ταυτότητα του ΕΝΟΣ, του ΑΛΗΘΙΝΟΥ και του ΑΓΑΘΟΥ με το ΕΙΝΑΙ. Απο το οποίο είναι αδιαχώριστα. Έτσι να πούμε πώς το ένα, το αληθές και το Αγαθό είναι υπερβατικό (ώς πρός την λογική) τού Είναι, σημαίνει πώς το Είναι είναι Ένα, αληθινό και αγαθό. 

Μήπως σκέφτηκε κάποιος ότι ομιλούμε τόσην ώρα για τον αληθινό Θεό; Φαίνεται δύσκολο. Μήπως νομίζουμε ότι είναι κατορθώματα του Ακινάτη; Και αυτό δύσκολα προκύπτει! Διότι είναι μία καθαρή διδασκαλία του Πορφυρίου του μαθητού του Πλωτίνου. 

Σχόλιο στον Παρμενίδη 
XII 22-33!...Το έν το επέκεινα ουσίας και όντος όν μέν ούκ έστιν ουδέ ουσία ουδέ ενέργεια, ενεργεί δέ μάλλον και αυτό το ενεργείν καθαρόν, ώστε και αυτό το είναι το πρό του όντος...Ώστε διττόν το είναι, το μέν προϋπάρχει του όντος, το δέ ό επάγεται εκ του όντος του επέκεινα ενός του είναι όντος το απόλυτον και ώσπερ ιδέα του όντος. [Το έν που είναι επέκεινα της ουσίας.... δέν είναι ούτε ουσία, ούτε ενέργεια, αλλά ενεργεί μάλλον και αυτό το ενεργείν καθαρόν. (και είναι αυτό η ενέργεια)...] Και γνωρίζουμε λοιπόν πώς ο Πορφύριος ένωσε το δόγμα του Αριστοτέλη με το Ένα του Πλάτωνος και του Πλωτίνου. Γνωρίζουμε δέ πώς το Ένα αυτό είναι κτιστό, παρότι νοητό, και ουδεμία σχέση έχει με τον αληθινό Θεό. Και δυστυχώς δέν γνωρίζουμε πώς οι υπερσύγχρονοι θεολόγοι μας, οι νεωτεριστές, μας διδάσκουν αρχαίες αλήθειες. Και ναί μέν ποιός θα κατηγορήσει τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη για πλάνη. Έκαναν αναγκαίως λάθη. Αλλά οι σύγχρονοι Οικουμενιστές; Δέν είναι αναγκαίως πλανεμένοι;;

Συνεχίζεται 

Αμεθυστος

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (3)-επανάληψη

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. 

Γ) Η Τριάδα και η ιστορία.
          Αναδύεται εδώ η δεύτερη γραμμή ισχύος του αξιώματος «Η οικονομική Τριάδα είναι η Ενυπάρχουσα Τριάδα». ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, που βιβλικά μιλώντας δέν είναι άλλο, απο το βάθος και την αυθεντικότητα της γνώσεως ΑΥΤΟΥ, το αξίωμα αυτό μας λέει πώς η συνάντηση με τα γεγονότα της αποκαλύψεως, τα οποία μαρτυρούνται στην ζωντανή Εκκλησιαστική παράδοση της πίστεως κάτω απο την ενέργεια του πνεύματος, είναι συνάντηση με το ίδιο το μυστήριο της θεότητος. Η σχέση με την αποκάλυψη της Τριάδος είναι σχέση με την ιστορία της αιώνιας θείας αγάπης, και η είσοδος σ’αυτή. Εάν ο Θεός καθ’αυτός ήταν άλλος απο τον Θεό τον οποίο αφηγείται η ιστορία της αποκαλύψεως, δέν θα υπήρχε για μας κανένας δρόμος (τρόπος) για να εισέλθουμε εν πνεύματι και αληθεία στα βάθη της Τριαδικής ζωής. Εάν η ενυπάρχουσα Τριάδα δέν αντιστοιχούσε στην οικονομική της αποκάλυψη, δέν θα ήταν δυνατή καμμία σωτηρία στην ιστορία (και όντως δέν είναι) : το ανθρώπινο θα ήταν αμετακλήτως καταδικασμένο στον ανθρώπινο ορίζοντα, και στην δυστυχισμένη εμπειρία της περατότητος μας δέν θα έμενε καμμία ακτίνα ανοιχτή και ζωντανή. (Όπως βλέπουμε έχει καταργηθεί πλήρως ο Κύριος. Η ενσάρκωση. Μιλούν για την αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος, μέσω της οποίας υπήρξε ο Κύριος. Ο Κύριος για την Δύση, είτε καταργείται απο το πνεύμα, είτε καταργείται απο την Τριάδα, είτε καταργείται Ορθόδοξα απο τις άκτιστες ενέργειες του Ρωμανίδη, είναι ένας μεσάζων. Ένας μεγάλος πνευματιστής. Ένα Medium. Αλοίμονό μας).
Η ανυπαρξία του μηδενός θα κατάπινε τελικώς όλα τα πράγματα. (Σάν την Χάρυβδη, ο Δυτικός πολιτισμός αρνούμενος την ανθρώπινη Φύση, τον νοητό κόσμο, έχει για στήριγμα του μόνον την ψευδαίσθηση της μιμήσεως Χριστού χθές και την μίμηση της Αγίας Τριάδος σήμερα). Στην αντιστοιχία ανάμεσα στην οικονομία και στην ενύπαρξη του μυστηρίου, η Τριάδα προσφέρεται σαν πραγματικότης σωτηρίας και εμπειρίας της χάριτος. Και μ’αυτό το νόημα η θεολογική γνώση του Τριαδικού μυστηρίου, ξεκινώντας απο την οικονομία, παρότι δέν πρόκειται για μία νόηση αμέσως πρακτική, είναι ικανή να αλλάξει την πράξη πιό βαθειά απο όλες τις δυνατές εναλλαγές. «Και πράγματι η Ιστορία του Χριστού με τον θεό και του Θεού με τον Χριστό γίνεται, μέσω τού Αγίου πνεύματος, η ιστορία του Θεού με μας, και μ’αυτόν τον τρόπο επίσης η δική μας ιστορία με τον Θεό. Η γνώση δημιουργείται μέσω του γεγονότος πώς ο γνωριζόμενος εμπλέκεται σ’αυτή την ιστορία που τον αρπάζει και τον αλλάζει» (Moltmann, η Τριαδική Ιστορία του Θεού). Να στοχαστούμε τον Θεό Τριαδικώς ξεκινώντας απο την οικονομία σημαίνει -εάν η οικονομία αντιστοιχεί στην ενύπαρξη του μυστηρίου- να στοχαστούμε τον Θεό απο το εσωτερικό τού Θεού, δηλαδή να πάμε μέχρι τα βάθη της την Χριστιανική έννοια της Θεοποιήσεως. Η έννοια του Τριαδικού Θεού γίνεται ζωτικά αποδεκτή απο όποιον πιστεύει στο γεγονός πώς συμπεριλαμβάνεται στον Τριαδικό Θεό απο την Σωτηριώδη πράξη του ενσαρκωθέντος Λόγου και του Θεοποιού πνεύματος. Όταν πρόκειται για την Τριάδα χωρίς να διαχωρίσουμε την δόξα απο την ιστορία, τότε πρόκειται για μας και το νόημα του παιχνιδιού είναι η μοίρα και το νόημα της ατομικής και συλλογικής προσπάθειας.
Για τον Χριστιανό δέν είναι τίποτε πιό ζωτικό και πραγματικό απο την πίστη στην Τριάδα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, στο όνομα των οποίων (όχι της οποίας) και για την δόξα της οποίας (υπηρέτης ο πιστός, ακόλουθος, που δουλεύει για ξένα συμφέροντα) καλείται να είναι και να πραγματοποιεί κάθε πράγμα. Η Τριάδα είναι μία σωτηριολογική ομολογία πίστεως». Όλη η Χριστιανική ύπαρξη καλύπτεται απο το Τριαδικό μυστήριο, και όχι μόνον στο επίπεδο της προσωπικής υπάρξεως, αλλά επίσης και σε εκείνο της Εκκλησιαστικής ζωής και της κοινωνικής. Δέν είναι τυχαίο πώς η εξορία της Τριάδος απο την θεωρία και την πράξη των Χριστιανών αντικατοπτρίστηκε στον νομικισμό και στο ορατό που κυριαρχούν ακόμη στην έννοια τής Εκκλησίας, και είχε τόσο σοβαρές συνέπειες στο κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο (ταιριάζει και στο πολυπολιτισμικό μοντέλο).
Γι’αυτό και η επιστροφή στην Τριαδική πατρίδα, φαίνεται να υπόσχεται πολλά τόσο για την Εκκλησιολογία όσο και για ολόκληρη την ιστορική κατάσταση του Χριστιανισμού. Αυτή η επιστροφή είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση πρός την Εκκλησία και την θεολογία του σήμερα: Το μεγαλύτερο Εκκλησιαστικό πρόβλημα, και η μεγαλύτερη ευθύνη για την θεολογία, είναι να κατορθώσει ώστε η Τριάδα να γίνει μία σκέψη πνευματικώς ζωτική για τον πιστό όπως και για τον Θεολόγο, έτσι ώστε όλο το δόγμα της πίστεως και όλη η ύπαρξη του πιστού να υπολογίζονται και να πραγματοποιούνται απο την Τριαδική ομολογία. Κατά συνέπεια το πρόβλημα είναι η κατανόηση της Τριαδικής ομολογίας πίστεως σαν μία αρχή σταθερή, κριτικής της Εκκλησιαστικής υπάρξεως, σαν μέρος της κριτικής της κοσμικής υπάρξεως και ένα σταθερό μέτρο της εσχατολογίας της ιστορίας.
Αυτή η προτεραιότης είναι εξίσου αναγκαία και επείγουσα, εάν ξεκινούμε ακόμη και απο το καθολικό πρόβλημα, που είναι κοινό και προσωπικό της εκπαιδεύσεως μας στην αγάπη. Για να μπορέσουμε να αντλήσουμε στην αγάπη την αλήθεια της ζωής: Όποιος θέλει να μάθει να αγαπά και ψάχνει την δύναμη για να το πετύχει, δέν μπορεί να ανεχθεί άλλο την εξορία της αιωνίου ιστορίας της αγάπης που είναι η Τριάδα. Το συνέλαβε ακόμη και ο προφήτης τού Kahlil Gibran«Όταν αγαπάς μήν λές: Έχω τον Θεό στην καρδιά, αλλά να λές: Είμαι μέσα στην καρδιά του Θεού». Να είμαστε μέσα στην καρδιά του Θεού, δέν σημαίνει ίσως να παραμένουμε στο πνεύμα, για τον Υιό, κάτω απο το αγαπητικό μάτι του Πατρός;
ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΚΩΜΩΔΙΕΣ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΖΟΥΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ, ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΑΝ.
Σχόλιο: Η Θεολογία εξελίχθηκε, προόδευσε, απέκτησε καινούργια κατηγορία, την ιστορία και που βρίσκεται; Ξανά στην αγκαλιά του Αυγουστίνου και του Ακινάτη. Ο Αυγουστίνος, λόγω του ότι ο Θεός του είχε καταλήξει άγνωστος, αναγκάστηκε να αναλύσει το πνεύμα του ανθρώπου, το οποίο μπορούσε να δεχθεί το πνεύμα του Θεού, λόγω κάποιας ομοιότητος, λόγω κάποιας κοινωνίας των δύο πνευμάτων, ικανής, για να μπορεί ο Θεός εν τέλει να αγαπά ένα σκεπτόμενο όν. Υπάρχει μία στιγμή ταυτότητος ανάμεσα στο πνεύμα του ανθρώπου και του Θεού.
Και ο Ακινάτης κληρονομώντας αυτή την ομοιότητα κήρυξε τον Θεό, καθαρή ενέργεια (actus Purus), το όν δηλαδή το οποίο υπάρχει σε καθαρά αναλλοίωτη πραγματικότητα, το αυτό πάντοτε (Ipsum Esse), χωρίς το δυνάμει, το οποίο θα μπορούσε να μετατραπεί στο ενεργεία. Ο Θεός σαν Actus Purus χαρακτηρίζεται απο την ταυτότητα υπάρξεως και ουσίας. Και πώς σχετίζεται αυτός ο Θεός με τον κόσμο; Δέν σχετίζεται. Και για να αποφύγει τον πανθεϊσμό αρνείται την πραγματική σχέση του Θεού με τον κόσμο. ( Γι’αυτό και είχαν την ανάγκη του αντιπροσώπου.) Σήμερα, για να αποφύγουν ξανά την έλλειψη σχέσης, που διαλύει κυριολεκτικά την Εκκλησία, και μεταλλάσσει τον Χριστιανισμό σε Μωαμεθανισμό, πέφτουν στον Πανθεϊσμό κηρύσσοντας την ταυτότητα οικονομικής και ενυπάρχουσας Τριάδος (immanent).
Και όλα αυτά επειδή δέν διακρίνουν τις άκτιστες ενέργειες του Θεού απο την ουσία Του, και διότι ταυτίζουν την ουσία με την ύπαρξη. Ο F.Copleston, μεγάλος ερμηνευτής του Ακινάτη, γράφει : Ο Ακινάτης δηλώνει καθαρά πώς η δημιουργία σημειουμένη εν ενεργεία σημαίνει την θείαν ενέργειαν, ήτις, είναι η Θεία ουσία, εν σχέσει πρός το ποίημα. Αλλά εν τω Θεώ, η σχέσις πρός το κτίσμα δέν είναι πραγματική, αλλά μόνον νοητική. Μόνον η σχέσις του κτίσματος πρός τον Θεόν είναι πραγματική.
Ας δούμε τι λέει ο Ρωμανίδης συνοπτικά, στο ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, στην σελ. 112: «Η νοητική ενέργεια του Θεού δέν είναι η θεία ουσία. Η σύλληψις του σχεδίου και της ιδέας περί κόσμου δέν είναι της Θείας ουσίας, αλλά άκτιστος ενέργεια του Θεού , τα αρχέτυπα της δημιουργίας δέν είναι εν τη Θεία ουσία, αλλά είναι νοητικαί ενέργεια του Θεού. Ο νούς δέν είναι της Θείας Ουσίας, ούτε η σοφία του Θεού είναι η ουσία αυτού (όπως ισχυριζόταν ο καταδικασθείς Πρόχορος). Και τι ισχυρίζεται σήμερα ο Ζηζιούλας; Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΕΙΝΑΙ.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (2)-επανάληψη

Γ) Η ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ.
[ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ]
του Μπρούνο Φόρτε
  
Η υπέρβαση, το ξεπέρασμα, της εξορίας τής Τριάδος στην κατανόηση και στην πράξη των πιστών, η επιστροφή στην «Τριαδική Πατρίδα», περνά λοιπόν μέσω της επιστροφής στην ιστορία τής αποκαλύψεως. Αυτό είναι το πιό βαθύ νόημα του βασικού αξιώματος που πρότεινε ο Κ.Ράνερ «Η οικονομική Τριάδα είναι η ενυπάρχουσα (immanent) Τριάδα»
[Μία διατύπωση που υιοθετήθηκε διεθνώς. Ας επαναλάβουμε και εδώ την θεολογική άγνοια της Δύσεως. Η ενυπάρχουσα Τριάδα είναι η ΟΥΣΙΑ του Αριστοτέλη ή το ΕΙΝΑΙ της Ελληνικής φιλοσοφίας. Στην Ορθόδοξη Θεολογία εκφράστηκε για πάντα, με τις άκτιστες ενέργειες, την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Και οι άκτιστες ενέργειες ουσιώνουν. Στην Ορθόδοξη Θεολογία δέν ταυτίζονται η θεολογία με την Οικονομία. Αυτόν τον τραγέλαφο εισήγαγε ο Ζηζιούλας μιλώντας ακόμη και για διαλεκτική κτιστού και ακτίστου.
Αυτή όμως η ενυπάρχουσα Τριάδα, είναι το κατ’εικόνα και το καθ’ομοίωσιν, όπως θεωρείται σε σπάνιες στιγμές. Είναι ο Εαυτός. Το αυτεξούσιο. Το περιέγραψε πρώτος ο Πλωτίνος με την θεωρία των ομόκεντρων κύκλων. Το Ένα είναι σαν το κέντρο, η δεύτερη υπόσταση είναι σαν ένας ακίνητος κύκλος, ενω η ψυχή είναι σαν ενας κινητός κύκλος. Ο πλωτίνος διακρίνει δύο διαφορετικούς τύπους ενέργειας του ΕΝΟΣ (και των υπολοίπων υποστάσεων). Μία, την ενέργεια του όντος, και την ενέργεια που προέρχεται απο το όν.
Η πρώτη ενέργεια ενυπάρχει (immanent) στο όν, ενώ η δεύτερη εξέρχεται του Ενός και κατευθύνεται πρός τα έξω. Η δραστηριότης που προέρχεται απο το όν κατευθύνεται πρός άλλο.
Η αρχή λοιπόν μένει και μένοντας γεννά δηλαδή ο τόκος δέν την φτωχαίνει, δέν την περιορίζει, δέν την καθορίζει. Αυτό που γεννιέται είναι κατώτερο και δέν είναι απαραίτητο στον γεννήτορα. Ένα παράδειγμα είναι το Φώς: Πώς μπορεί η πηγή του Φωτός να μήν εκμπεμπει Φώς;
Η δραστηριότης απο το Ένα εξαρτάται δομικά απο την ίδια την δραστηριότητα του Ενός. Το Ένα είναι αυτό που είναι, δηλαδή άπειρη υπερχειλίζουσα δύναμη αλλά η δραστηριότης του Ενός συνίσταται ακριβώς στο ότι θέλει να είναι αυτό που είναι, δηλαδή συνίσταται στην απόλυτη ελευθερία του να είναι αυτό που είναι. Αυτό λοιπόν που προοδεύει απο το Ένα, συνιστά μία αναγκαιότητα θελημένη μία αναγκαιότητα δηλαδή που τίθεται απο μία ελεύθερη ενέργεια, είναι δηλαδή το αποτέλεσμα μίας ελεύθερης ενέργειας. Η θέληση του Ενός να είναι η Φύση του είναι η αιτία του προσδιορισμού της Φύσης του και επομένως η δημιουργία είναι ελεύθερη, όσο περίπου και το ίδιο το Είναι.
Η Δημιουργία είναι μία αναγκαιότης που ακολουθεί απο μία ελεύθερη ενέργεια, είναι δηλαδή ένα είδος θελημένης ανάγκης. (Εν.v3,12/v1, 8, 18).
Γιατί επιμείναμε τόσο σ’αυτό το σημείο; Διότι εδώ στηρίζεται όλη η θεολογία του Γιανναρά κατ’αρχάς και όλη η κενολογία του Ζηζιούλα. Μας πούλησαν τόσα χρόνια τον νοητό κόσμο, το κατ’εικόνα, σαν τον Θεό και το πρόσωπο σαν τον ολοκληρωμένο άνθρωπο που ζεί κατ’αναλογίαν του ακτίστου. ΑΝΥΠΟΦΟΡΗ ΠΛΕΚΤΑΝΗ].
Αυτό θέλει να πεί πάνω απ’όλα -στο επίπεδο της γνώσεως του Θεού- πώς δέν μας έχει δοθεί άλλος τόπος ξεκινώντας απο τον οποίο να είναι δυνατόν να μιλήσουμε για το Θείο μυστήριο, όπως είναι η ιστορία της αποκαλύψεως, τα γεγονότα και οι λόγοι που συνδέονται μ’αυτή, μέσω των οποίων ο Θεός αφηγήθηκε μέσα στην ιστορία μας την δική Του (την Οικονομία όπως την ονόμαζαν οι Πατέρες), την διανομή απο ψηλά του δώρου που μας σώζει. Η Τριάδα όπως είναι καθ’αυτή (ενυπάρχουσα, immanent) γίνεται γνωστή στην Τριάδα όπως είναι για μας (Οικονομική). Ένας και ο αυτός είναι ο Θεός καθ’αυτός και ο Θεός που αποκαλύπτεται, ο Πατήρ για τον Υιό στο Άγιο Πνεύμα. Αυτή η αντιστοιχία θεμελιώνεται στο ίδιο το μυστήριο της Θείας πίστης: Η Τριάδα μέσα στην ιστορία φανερώνει την Τριάδα της δόξης, διότι αυτός που είναι πιστός και δέν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του(Τιμ Β 2,13), δέν μπορεί να μας απατήσει αποκαλυπτόμενος σε μας. «Η πραγματικότης του Θεού στην αποκάλυψη του δέν πρέπει να απομονωθεί... σχεδόν σαν πέρα απο την αποκάλυψή του να υπάρχει μία άλλη Θεία πραγματικότης, αλλά ακριβώς εκείνη η πραγματικότης του Θεού που μας συναντά στην αποκάλυψη, είναι η πραγματικότης του σε όλο το βάθος της αιωνιότητος» (Κ.Μπαρτ, δογματική, I/1,503) [Απίστευτα πράγματα. Στα όρια της Βλακείας. Ο Μυθικός Προκρούστης και η παρέα του κλείνουν πλέον ξανά τον δρόμο μας πρός την Εκκλησία του Κυρίου. Αυτά τα βρωμόνερα πίνουμε τόσο καιρό απο τα χέρια του Γιανναρά και του Ζηζιούλα και των ομάδων τους].
Αυτή η αντιστοιχία Οικονομίας και ενύπαρξης του μυστηρίου είναι ξεκάθαρη στην φιγούρα του Ιησού Χριστού, του ενσαρκωμένου Υιού του Θεού, το «ναί» της υπέρτατης αξιοπιστίας και υπευθυνότητος του Θεού (Κορ Β 1,19...) [Εμείς κρίνουμε πλέον τον Θεό, την πίστη του. Αυτές είναι οι συνέπειες της Κριτικής φιλοσοφίας του Κάντ, της εισόδου του υποκειμένου στην Εκκλησία].
Αυτός (ο Χριστός) δέν είναι ένα γενικό «πρόσωπο Θεού» με ανθρώπινη σάρκα (σαν τα ρομπότ που ετοιμάζονται). Είναι ο Υιός, ο Λόγος του Θεού, διαφανής «εικόνα του Θεού του αοράτου» (Κολ 1,15). Η σχέση που τον ενώνει μ’Αυτόν που τον απέστειλε και με το πνεύμα που δέχεται και μοιράζει και προσφέρει, φανερώνει λοιπόν μία σχέση που αντιστοιχεί στα βάθη της Θείας ζωής, όπως και η σχέση την οποία στερεώνει στο πνεύμα με μας, μας δίνει πρόσβαση στο μυστήριο του Πατρός, στην πηγή και στην κυκλοφορία της Τριαδικής ζωής. Κάθε αφηρημένη υπόθεση περί της καθ’εαυτής Τριάδος και της δυνατής ενέργειας της για μας, χάνεται μπροστά στο συγκεκριμένο γεγονός του Χριστού, που εγνώσθη σαν αναστημένος, και που για την ζωή του και τα έργα του μαρτυρεί η πασχαλινή πίστη: Η μοναδικότης του είναι η πέτρα συγκρίσεως της αλήθειας κάθε δόγματος πάνω στον Θεό.
Χωρίς την αναφορά στην Οικονομία, η θεολογία αδειάζει και βρίσκεται εκτεθειμένη σε κάθε ορθολογική σύλληψη. Με την σειρά της όμως η ιστορία της αποκαλύψεως απαιτεί τον αναστοχασμό της και την ανανέωση τής αφηγήσεως της. Χωρίς την θεολογία η οικονομία τής σωτηρίας θα μπορούσε να μείνει άλαλη. Είναι μία θύρα, η οποία παραπέμπει απο το ένα μέρος στα βάθη του Θεού, και απο το άλλο στην σύγχρονη εμπειρία του μυστηρίου. Όποιος μιλά για τον Θεό έχει την υποχρέωση να διασχίσει αυτή την πύλη και στις δύο διευθύνσεις, για να ψάξει στον «αποκεκαλυμένο Θεό» τον «Κρυμμένο Θεό» (Deus absconditus) και να μας διηγηθεί μ’αυτόν τον τρόπο στην ιστορία των ανθρώπων την ιστορία τού Θεού. (Αυτό το έργο έχει αναλάβει τελευταίως ο Λουδοβίκος). 
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (1)-επανάληψη

ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ
του Μπρούνο Φόρτε

α) Η εξορία της Τριάδος

Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ;
Αυτή η παράδοξη ερώτηση γεννιέται αυθόρμητα εάν υπολογίσουμε τον τρόπο με τον οποίο πολλοί χριστιανοί εικονίζουν τον θεό τους. Στον διάλογο μιλούν γι' Αυτόν αναφερόμενοι σ' ένα θείο πρόσωπο γενικώς, ως επί το πλείστον ταυτισμένο με τον Ιησού των Ευαγγελίων ή με ένα ουράνιο ον, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Στην προσευχή μιλούν μ' αυτόν τον αόριστο θεό, ενώ αισθάνονται παράξενο τον τρόπο με τον οποίο η λειτουργία παρουσιάζει την προσευχή του πατρός για τον Χριστό μέσα στο Άγιο πνεύμα. Παρακαλούμε τον θεό, αλλά δεν γνωρίζουμε να προσευχηθούμε μέσα στον θεό. Είναι αδιαφιλονίκητο το γεγονός πως πολλοί χριστιανοί, παρότι ομολογούν με ακρίβεια την πίστη τους στην Αγία Τριάδα, είναι μόνον μονοθεϊστές στην πρακτική θρησκευτική τους ζωή. Μπορούμε να τολμήσουμε να δηλώσουμε πως εάν έπρεπε να καταργήσουμε, σαν λάθος, το δόγμα της Τριάδος, ακόμη και μετά από μια τέτοια παρέμβαση, μεγάλο μέρος της χριστιανικής βιβλιογραφίας θα μπορούσε να παραμείνει αναλλοίωτο. Μπορούμε να έχουμε εύκολα σήμερα, την υποψία, πως για την κατήχηση της σκέψης και της καρδιάς (του συναισθήματος), αντιθέτως από την δημοσιευμένη κατήχηση, η αναπαράσταση της ενσαρκώσεως εκ μέρους του χριστιανού δεν θα άλλαζε, ακόμη και αν δεν υπήρχε η Τριάδα. Εξάλλου είναι πλέον εδώ και καιρό διαδεδομένη η πεποίθηση, πως το τριαδικό μυστήριο είναι ένα θεολογικό θεώρημα, χωρίς πρακτική εφαρμογή. Ήταν ήδη πεπεισμένος ο Κάντ, στην εποχή του: από το δόγμα της Τριάδος, ερμηνευμένου κατά γράμμα, δεν είναι δυνατόν να εξάγουμε τίποτε για την πρακτική ζωή, ακόμη και αν πιστεύουμε πως το κατανοούμε, και ακόμη χειρότερα εάν αντιληφθούμε ποτέ, πως υπερβαίνει κάθε μας έννοια.

Στην ερώτηση "από τί εξαρτάται το γεγονός πως στην Δύση το μεγαλύτερο μέρος των Χριστιανών, λόγω της εμπειρίας και της πράξεως της ζωής των, είναι μόνον μονοθεϊστές;" ο Μόλτμαν απαντά επιβεβαιώνοντας πως "φαίνεται πως έχει πολύ μικρή σημασία τόσο στο δόγμα της πίστεως όσο και στην ηθική, πως ο Θεός είναι Ένας και Τριαδικός". Η Χριστιανική θεολογία, στην θεωρία, έχει διακρίνει τις αδυναμίες στην πράξη, χωρίς όμως να επηρεάσει αρνητικά την ίδια την πράξη. Εξάλλου η Χριστιανική θεολογία (οι διάφορες θεολογικές πραγματείες ) ασχολήθηκε με την Σωτηρία και την Δημιουργία, την ανθρωπολογία και την Χριστολογία, την αποκάλυψη και την Εκκλησία, τα μυστήρια και την Εσχατολογία, χωρίς να ενδιαφερθεί ποτέ της να σκεφτεί αυτές τις διαφορετικές πλευρές αφορμώμενη από τον συγκεκριμένο χριστιανό της πίστεως στον Τριαδικό θεό. Η ηθική ανεπτύχθη χωρίς καμία συνοχή με αυτό το μυστήριο, σχεδόν-σχεδόν σαν η χριστιανική πράξη να μην είναι η εφαρμογή στην ζωή τής χριστιανικής ομολογίας στην Τριάδα, την οποία επικαλούμεθα τόσο συχνά στην αρχή κάθε μας πράξεως "Στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος". Αυτή η απομόνωση του Τριαδικού δόγματος από το υπόλοιπο δόγμα και από την ηθική δεν ξεπεράστηκε από τις περισσότερες σύγχρονες θεολογίες. Οι οποίες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το επαναδιατυπώνουν αρχαίες πραγματείες, είτε πρόκειται για εμπνεύσεις και ανανεωτικές έρευνες, από την ερμηνευτική μέχρι την αφηγηματική θεολογία, και από την πολιτική θεολογία μέχρι την θεολογία της απελευθερώσεως. Δεν φαίνεται να παίζει κάποιον σημαντικό ρόλο, στο θεολογικό σύμπαν, το τριαδικό Ευαγγέλιο. Δεν είναι υπερβολικό να δηλώσουμε πως είμαστε ακόμη μπροστά σε μια εξορία της Τριάδος, από την θεωρία και την πράξη των Χριστιανών. Όμως αυτή ακριβώς η εξορία μας ωθεί να αισθανθούμε την νοσταλγία και αιτιολογεί την ωραιότητα μιας επιστροφής της τριαδικής πατρίδος στην θεολογία και στην ζωή.

β) Η επιστροφή στην "Τριαδική Πατρίδα"

Ως αιτία αυτής της Τριαδικής κενώσεως, η οποία μεταφράζεται σ' αυτόν τον -άσχετο με τον Χριστιανισμό- μονοθεϊσμό πολλών χριστιανών, μπορούμε να ανιχνεύσουμε την ανησυχία από την αντίδραση όλων εκείνων των κόσμων με τους οποίους ήλθε σε επαφή ο χριστιανός, από τον Ιουδαϊκό μέχρι τον Ελληνιστικό, την οποία πρόβαλλαν στην ανακοίνωση του Χριστιανικού Ευαγγελίου, ότι ο θεός ενανθρώπησε: πρόκειται ίσως για μια μετριοπαθή  φροντίδα να διασωθεί η θεότης του θεού. Η χριστιανική πίστη δεν παραιτήθηκε ποτέ της από την αγγελία που διατάραξε και προβλημάτισε την ανθρωπότητα, συνέχισε να ομολογεί -ακόμη και στις πιο επεξεργασμένες μορφές του δόγματος και της θεολογίας- την ανήκουστη ανθρωπότητα του θεού, που μας απεκαλύφθη στον Ιησού Χριστό. Αυτή η ομολογία όμως μετριάστηκε από την φροντίδα των χριστιανών για τις κουλτούρες που ευαγγελίστηκαν και έτσι το χριστολογικό και τριαδικό σκάνδαλο υπολογίστηκε στον ορίζοντα του μυστηρίου της θείας ενότητος. Αυτή η εξέλιξη είναι ιδιαιτέρως εμφανής στην Δύση, όπου τα μεγάλα συστήματα του Αυγουστίνου και του Ακινάτη, ξεκινούν από τον διαλογισμό της μιας Ουσίας του θεού, για να συλλάβουν στην συνέχεια στο εσωτερικό της, την Τριάδα των προσώπων. Ο ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΠΡΟΟΔΕΥΕΙ ΚΑΙ ΘΕΜΕΛΙΩΝΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ. Η θεότης του Απολύτου προηγείται και στην συνέχεια συμπεριλαμβάνει τον τριαδικό θεό.

Η διάκριση των δύο πραγματειών -DE DEO UNO και DE DEO TRINO- δεν είναι παρά η λογική συνέπεια αυτής της τοποθετήσεως. Η πρώτη πραγματεία μπορεί να συμφωνήσει με οποιονδήποτε πιστεύει στον θεό, διότι διαθέτει μια λογική δύναμη και μια καθολικότητα, που μπορεί να πνίξει την δεύτερη πραγματεία. Και όχι μόνον: η ύλη της δεύτερης καταλήγει να είναι η προσπάθεια συμφιλιώσεως της Τριάδος των προσώπων  με την ενότητα της θείας ουσίας, με ελάχιστη αναφορά στην πραγματική ιστορική αποκάλυψη των Τριών. Η Τριάδα μειώνεται με αυτόν τον τρόπο σε ένα είδος ουρανίου θεωρήματος, στο εσωτερικό μιας κυρίαρχης μονοθεϊστικής θεολογίας, χωρίς πραγματικές συνέπειες στο επίπεδο της κατανοήσεως του θεού και της σωτηρίας των ανθρώπων. Ο δυναμισμός του αποκαλυπτικού γεγονότος επαναφέρεται σε έναν στατικό ορίζοντα και έτσι τόσο οι αποστολές του Υιού και του πνεύματος, όσο και η ζωντανή πολλαπλότης των Τριών που υπάρχουν σε σχέση, χάνονται στην μεταφυσική έννοια του Ενός που είναι αμετάβλητο και αιώνιο. Κυριαρχεί πάνω στο ΟΛΟΝ και απορροφά το παν, στον ανθρώπινο λόγο για τον θεό, η αμετάβλητη και ειρηνική Ενότης του Υπέρτατου Είναι.

Πόσο διαφέρει αυτή η θεία ησυχία από την γεμάτη φρεσκάδα παρουσία του θεού, την οποία μαρτυρούν οι πηγές του χριστιανισμού, δεν είναι και τόσο δύσκολο να κατανοηθεί: διότι μόλις ξαναρχίζουμε να ομιλούμε με την Καινή Διαθήκη, την γλώσσα η οποία σημαίνει με το όνομα θεός, τον Πατέρα του Ιησού Χριστού, και ξαναεμφανίζεται η υποχρέωση να σκεφτούμε την ιστορία των ανθρώπων μέσα στην ιστορία των Τριών προσώπων, η οποία τόσο ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στις αφηγήσεις του Πάσχα, ο διαχωρισμός ανάμεσα στον λόγο πάνω στην μία και μοναδική θεότητα και στον πιο πραγματικό λόγο πάνω στα θεία πρόσωπα, φανερώνεται αδύνατος. Μια καινούρια σχέση ανάμεσα στα δύο πεδία στοχασμού επιβάλλεται. Ο θεός δεν είναι πλέον δυνατόν να είναι παρά ο ΠΑΤΗΡ, αρχή χωρίς αρχή του Υιού και του Αγίου πνεύματος, στην ενότητα των Τριών, και αυτή η θεία ενότης, δεν μπορεί παρά να υπολογισθεί σαν ενότης της αμοιβαίας συγκατοικήσεως των Τριών, στην γόνιμη και ανεξάντλητη κυκλοφορία της μοναδικής θείας και αιώνιας αγάπης.

Η θεότης του θεού -πολύ σωστά στο κέντρο κάθε μονοθεϊστικής φροντίδος- δεν θα θυσιαστεί λοιπόν, απλώς θα υπολογιστεί χριστιανικά στο φως της ανθρωπότητος του θεού, της αποκαλύψεώς του με τους όρους και τα ιστορικά γεγονότα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου πνεύματος, που στοχεύουν στην "θεοποίηση" του ανθρώπου. Εάν αυτό, σύμφωνα με μερικούς, γίνει αιτία να χαθεί από τον χριστιανικό λόγο περί θεού, η καθολικότης και η λογική, το κέρδος θα προέλθει από την ιδιαιτερότητα και την σοφία, και γι' αυτό από μια αυθεντική καθολική δύναμη και από ένα αντίστοιχο βάθος γνώσεως.

Ο υψιπετής ανθρώπινος λόγος για τον θεό, είναι σαν το νεράκι, συγκρινόμενος με το δυνατό θεολογικό κρασί που προσφέρεται από την αποκάλυψη. Οπότε η καλύτερη κριτική στάση και η υπακοή του πιστού, είναι η εμπιστοσύνη του στο θαύμα της Κανά, σε εκείνη την γλώσσα της αποκαλύψεως, όπου πολύ παράξενοι άνθρωποι όλων των εποχών και όλων των χωρών κατορθώνουν να εγκαθιδρύσουν "νέους δεσμούς" με ό,τι κηρύσσεται. Στην διάλεκτο της Κανά, φανερώνονται κατηγορίες σκέψης και λογικοί όροι, που δεν είχαν ακόμη δεχθεί την εναρμόνισή τους και την ταυτοποίησή τους με κάποια κουλτούρα ή με μία φιλοσοφία.

Και εμφανίζεται λοιπόν σε δράση, απέναντι στην ανθρώπινη αίσθηση, όχι οποιοσδήποτε ανθρωπομορφισμός, αλλά εκείνος ακριβώς που πραγματοποιείται στην μορφή της οντολογικής πραγματικότητος, δηλαδή ο θεός στην ανθρώπινη μορφή. Η κουκουβάγια της Αθηνάς αφήνει την θέση της στο περιστέρι του Αγίου πνεύματος.

Στην θέση του λόγου μας για τον θεό ξεκινώντας από τον άνθρωπο, ανοίγει ο δρόμος για έναν λόγο γι' Αυτόν ξεκινώντας από τον ερχομό Του σ' εμάς, σύμφωνα με εκείνη την Αναλογία του γεγονότος, που είναι η σχέση η οποία έχει εδραιωθεί ανάμεσα στον θεό και στον άνθρωπο, μέσω της δωρεάς της δημιουργίας και της Χάριτος της Σωτηρίας. Σε αυτό το Φως ακόμη και η υψηλότερη κοσμική γνώση του Απολύτου αποδεικνύεται αδύναμη κάλαμος σε σύγκριση με την πυκνή αφήγηση της καλής αγγελίας, του Ευαγγελίου, και το τριαδικό σκάνδαλο αποκαλύπτεται πιο σοφό της σοφίας των ανθρώπων.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος