Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Τα σύνορα μετρούν 6

Συνέχεια από  Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Τα σύνορα μετρούν 6

Γιατί η ανθρωπότητα πρέπει να ανακαλύψει ξανά την τέχνη της χάραξης συνόρων

Frank Furedi

2

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Οι κυρίαρχες σύγχρονες πολιτισμικές στάσεις έλκονται πολύ περισσότερο από την ευαισθησία της άρσεως των ορίων παρά από τον σεβασμό προς τις εσωτερικές και εξωτερικές γραμμές οριοθετήσεως που πλαισιώνουν το νόημα της ζωής των ανθρώπων. Οι περισσότερες ερμηνείες της επιρροής αυτής της αοριστίας των ορίων τη θεωρούν άμεσο αποτέλεσμα των ισχυρών δυνάμεων που απελευθερώθηκαν από την παγκοσμιοποίηση. Την αποδίδουν σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, στον οποίο οι δυνάμεις της παγκοσμιοποιήσεως καθιστούν τα σύνορα πορώδη και μετατρέπουν τα συμβολικά όρια σε παρωχημένα κατάλοιπα. Υποστηρίζουν ότι, σε αυτό το ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον, οι παραδοσιακές αφοσιώσεις και ταυτότητες χάνουν τη σημασία τους. Συνήθως επισημαίνουν τη διάρρηξη των παραδοσιακών ιεραρχιών, την επίδραση της κατανάλωσης των μέσων ενημέρωσης και τον πολλαπλασιασμό νεοεπινοημένων τρόπων ζωής. Ένας κοινωνιολόγος εξηγεί ότι «μια σειρά μεταβολών που αφορούν τη μετανάστευση, το διεθνικό κεφάλαιο, τις τεχνολογίες επικοινωνίας και την πολιτισμική εξαγωγή [...] έχουν αποσταθεροποιήσει την ταυτότητα στη Δύση και σε ολόκληρο τον κόσμο».¹

Σε αντίθεση με τις αντικειμενιστικές ερμηνείες, οι οποίες αποδίδουν κεντρικό ρόλο στην επίδραση των δομικών μετατοπίσεων στα πρότυπα της κοινωνικής ζωής, το κεφάλαιο αυτό υποστηρίζει ότι η κύρια κινητήρια δύναμη της απομακρύνσεως από την πρακτική της χαράξεως διαχωριστικών γραμμών είναι η φθίνουσα πολιτισμική αξία που αποδίδεται στην πράξη της ηθικής κρίσεως. Τα σύνορα και τα όρια θεμελιώνονται και νομιμοποιούνται μέσω των διακρίσεων στις οποίες καταλήγουμε με μια πράξη κρίσεως. Με αυτόν τον τρόπο, οι ηθικοί κανόνες αποκτούν όρια. Η αποδέσμευση των πολιτισμικών κανόνων από όρια —η αποσύνδεσή τους από τα σύνορα και τον χώρο— έχει ως συνακόλουθο την υποβάθμιση της κρίσεως. Η αποδέσμευση των πολιτισμικών κανόνων από όρια —της ίδιας της κανονιστικότητας— θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα μιας κοινότητας να αντλεί νόημα από την εμπειρία της.

Η ηθική σημασία των συνόρων


Επιφανειακά, ο καθορισμός των συνόρων και των ορίων μπορεί να φαίνεται απλώς ως μια αυθαίρετη πράξη. Οι επικριτές των συνόρων δεν κουράζονται να τονίζουν ότι η χάραξη μιας γραμμής αποτελεί προϊόν ανθρώπινης συμβάσεως. Συχνά παρουσιάζουν τα σύνορα ως μια αρνητική επιβολή πάνω στη ζωή των ανθρώπων. Τα καταδικάζουν με το επιχείρημα ότι προκαλούν διαιρέσεις και ότι έχουν σχεδιαστεί για να αποκλείουν και να εισάγουν διακρίσεις εις βάρος όσων ζουν στη «λάθος» πλευρά της διαχωριστικής γραμμής.

Βεβαίως, η δημιουργία νέων ορίων μπορεί να διαιρέσει κοινότητες και να βιωθεί ως παράλογη και άδικη. Εξαιτίας γεγονότων που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό τους, κοινότητες διαπιστώνουν ότι νέα σύνορα τις χωρίζουν από τις οικογένειές τους, τους φίλους τους και τα μέλη της κοινωνικής τους ομάδας. Και τα συμβολικά όρια που διαπερνούν την καθημερινή ζωή μπορούν επίσης να φαίνονται παράλογα και άδικα. Οι κανόνες και οι συμβάσεις σχετικά με την ηλικία συναινέσεως, τον γάμο και την ενηλικίωση αμφισβητούνται από πολλούς ανθρώπους, και για κατανοητούς λόγους. Στην Αγγλία και την Ουαλία, η ηλικία ποινικής ευθύνης είναι τα 10 έτη· στη Σουηδία και τη Δανία, κανείς κάτω των 15 ετών δεν μπορεί να υποστεί ποινική κύρωση. Τέτοιες διαφοροποιήσεις στην ηλικία ευθύνης ενθαρρύνουν πολλούς να θεωρούν τα κοινωνικά κατασκευασμένα και πολιτισμικά ειδικά όρια ως αυθαίρετες επιβολές στερούμενες ηθικής σημασίας.

Ορισμένοι υποστηρικτές των ανοικτών συνόρων ισχυρίζονται ότι οι τεχνητές γραμμές που χωρίζουν μια ομάδα ανθρώπων από μια άλλη είναι ηθικά ασήμαντες. Άλλοι υιοθετούν μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι, ακόμη και αν τα σύνορα είχαν κάποια ηθική σημασία στο παρελθόν, η παγκοσμιοποίηση καθιστά πλέον τέτοιες ιδιότητες άνευ σημασίας. Για παράδειγμα, ο πολιτικός επιστήμονας David Held υποστηρίζει ότι:
«κάθε παραδοχή ότι η κυριαρχία αποτελεί μια αδιαίρετη, απεριόριστη, αποκλειστική και διαρκή μορφή δημόσιας εξουσίας —εδραιωμένη μέσα σε ένα μεμονωμένο κράτος— είναι πλέον ξεπερασμένη [...] τα όρια μεταξύ κρατών, εθνών και κοινωνιών δεν μπορούν πλέον να διεκδικούν τη βαθιά νομική και ηθική σημασία που είχαν κάποτε».²

Μαζί με τους περισσότερους σχολιαστές που προσανατολίζονται προς τον κοσμοπολιτισμό, ο Held αμφισβητεί τη νομιμότητα των συνόρων του εθνικού κράτους. Ο κοινωνιολόγος Ulrich Beck προχωρεί ένα βήμα παραπέρα, ζητώντας μια «κοσμοπολιτική επανάσταση» για να ξεπεραστεί το «ψεύδος της εθνικής εποχής», με το οποίο εννοεί τις διαιρέσεις και τα όρια που επιτρέπουν στους πολίτες ενός έθνους να απολαμβάνουν δικαιώματα τα οποία στερούνται άλλοι.³

Οι ακτιβιστές υπέρ των ανοικτών συνόρων και οι υποστηρικτές μιας κοσμοπολιτικής παγκόσμιας τάξεως θεωρούν ότι τα σύνορα δεν είναι μόνο αφύσικα αλλά και ανήθικα. Υποστηρίζουν ότι, ανεξάρτητα από την καταγωγή και την εθνικότητά τους, όλοι οι άνθρωποι είναι ηθικά ίσοι και θα πρέπει, επομένως, να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις με κάθε άλλο μέλος της ανθρώπινης κοινότητας. Στην επίκλησή τους σε αυτό που ονομάζουν «παγκόσμια δικαιοσύνη», υποστηρίζουν ότι οι διάφορες μορφές τοπικού πατριωτισμού αποτελούν ελάττωμα και ότι τα μέλη μιας πολιτικής κοινότητας δεν οφείλουν ιδιαίτερο καθήκον φροντίδας το ένα προς το άλλο. Κι όμως, ακριβώς με την πράξη της καταγγελίας των συνόρων ως ανήθικων αναγνωρίζουν ότι οι γραμμές που χωρίζουν ένα έθνος από ένα άλλο είναι, κατά κάποιον τρόπο, ηθικά σημαντικές.

Παρά τον ισχυρισμό ότι τα σύνορα και τα όρια είναι τεχνητά, σχεδόν όλοι —τουλάχιστον έμμεσα— αναγνωρίζουν την αναγκαιότητά τους. Μπορεί να υπάρχουν διαφωνίες σχετικά με το πού πρέπει να χαράσσεται η γραμμή ανάμεσα σε εκείνους που είναι ικανοί να συναινέσουν και σε εκείνους που δεν είναι, ωστόσο οι περισσότεροι αναγνωρίζουν την ανάγκη να γίνεται μια τέτοια διάκριση. Είναι απίθανο οποιοσδήποτε άνθρωπος να διανύει τη ζωή του χωρίς να διαθέτει κάποια συνείδηση των ορίων. Χωρίς επίγνωση των ορίων που διαμορφώνουν τις ανθρώπινες πράξεις, η ανθρώπινη φαντασία στερείται της ικανότητας να επεξεργάζεται με νόημα τα γεγονότα της ζωής. Η συνείδηση των ορίων παρέχει ένα πεδίο μέσα στο οποίο οι άνθρωποι αποκτούν αίσθηση καθήκοντος και ηθικής υποχρεώσεως, η οποία επηρεάζει τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις.⁴ Ακόμη και ένας ένθερμος υποστηρικτής του κοσμοπολιτισμού, όπως ο Beck, αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της χαράξεως γραμμών: αφού αμφισβητεί το κύρος των εθνικών συνόρων, υποστηρίζει ότι μπορούν να επιλεγούν νέα σύνορα, τα οποία «θα πρέπει να επαναχαραχθούν και να νομιμοποιηθούν εκ νέου».⁵

Ορισμένα συγκεκριμένα όρια και σύνορα μπορεί πράγματι να είναι άδικα, αλλά η χάραξη γραμμών που διακρίνουν μία κοινότητα από μια άλλη υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ιστορίας και εξελίξεως. Αυτές οι σημαντικές καθολικές παρορμήσεις, που αναδύθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, δεν θεμελιώθηκαν πάνω σε μια αφηρημένη παγκόσμια εμπειρία, αλλά προέκυψαν από την πολιτισμική ζωή τοπικών κοινοτήτων, οι οποίες έπρεπε να ανακαλύψουν πώς να σχετίζονται τόσο με τους γείτονές τους όσο και με τους ξένους που συναντούσαν κατά καιρούς. Οι σημαντικές ιδιότητες της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης προϋποθέτουν την ικανότητα δημιουργίας δεσμών μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινότητα. Αιώνες πριν από την εξιδανίκευση της ανθρώπινης φιλίας, οι άνθρωποι έπρεπε να αναπτύξουν εκτίμηση για τους στενούς ανθρώπινους δεσμούς μέσω των σχέσεων που δημιουργούσαν μέσα στις κοινότητές τους. Και ακριβώς κατά τη δημιουργία αυτών των δεσμών οι άνθρωποι έκαναν διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούσαν «έναν από εμάς» και σε εκείνους που αντιμετώπιζαν ως ξένους ή εξωτερικούς προς την κοινότητα.

Είναι αδιανόητο ότι οι ιδιότητες της ενσυναίσθησης, της αλληλεγγύης και μιας ανθρωπιστικής στάσεως απέναντι στον κόσμο θα μπορούσαν να έχουν αναπτυχθεί χωρίς την ύπαρξη εδαφικών συνόρων. Οι δεσμοί προσκολλήσεως καθοδηγούνταν από διακριτές πολιτισμικές επιρροές, αναπτύσσονταν μέσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα και στηρίζονταν σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνδέονταν με έναν συγκεκριμένο τόπο. Η αίσθηση του τόπου επέτρεπε στους ανθρώπους να αισθάνονται ότι ανήκουν όχι απλώς σε μια φυσική τοποθεσία, αλλά σε μια κοινότητα με ηθικό νόημα. Η πολιτική επιστήμονας Paulina Ochoa Espejo παρατηρεί ότι «τα σύνορα έχουν ηθική σημασία», επειδή «υπάρχουν πραγματικές ηθικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους που ζουν στις δύο πλευρές ενός εδαφικού συνόρου, και η εδαφική τους παρουσία δικαιολογεί διαφορές στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους».⁶

Μολονότι οι δυτικοί επικριτές των συνόρων τείνουν να αδιαφορούν για την ηθική σημασία του χώρου, συχνά κάνουν εξαίρεση όταν πρόκειται για τις ευαισθησίες μη δυτικών κοινοτήτων. Πολλοί από αυτούς ζητούν να προστατεύονται οι ιεροί τους τόποι από την εισβολή δυτικών τουριστών. Επικροτούν πλήρως την πρόσφατη απόφαση της αυστραλιανής κυβερνήσεως να απαγορεύσει στους επισκέπτες την αναρρίχηση στον βράχο Uluru, με το αιτιολογικό ότι αποτελεί ιερό τόπο στην παράδοση των Αβορίγινων.

Τα σύνορα και τα όρια προσφέρουν τόσο ψυχολογικό όσο και κοινωνικό κλείσιμο, διαχωρίζοντας συμβολικά άτομα και πολιτισμούς. Όπως παρατηρεί ο κοινωνιολόγος Rogers Brubaker, τα σύνορα χαράσσουν γραμμές ένταξης και αποκλεισμού και χρησιμεύουν για τον ορισμό μιας πολιτικής κοινότητας με όρους «ποιοι είμαστε» και «ποιοι δεν είμαστε».⁷ Ωστόσο, η παρόρμηση προς διαφοροποίηση, εξειδίκευση ή εξατομίκευση αφορά πρωτίστως την κατανόηση του εαυτού σου και της ταυτότητάς σου· δεν αφορά τόσο τη διάκριση ή τον αποκλεισμό εκείνων που είναι διαφορετικοί, όσο την αναγνώριση ότι υπάρχει διαφορά. Καθώς διαφοροποιούμε τον εαυτό μας από τους άλλους, αποκτούμε επίγνωση της δικής μας ξεχωριστής ταυτότητας: «Εγώ είμαι εγώ επειδή δεν είμαι εσύ». Θεωρούμε ότι μοιάζουμε με ορισμένους ανθρώπους εξαιτίας του x και ότι διαφέρουμε από άλλους εξαιτίας του y.

Τις περισσότερες φορές, η χάραξη ορίων δεν αποτελεί αυθαίρετη πράξη, αλλά απαιτεί έναν βαθμό βεβαιότητας ότι οι διακρίσεις είναι ορθές και θεμιτές. Σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, οι πράξεις κρίσεως πραγματοποιούνταν μέσω της προσφυγής σε μια εξωτερική ηθική αυθεντία. Όπως υποστηρίζει η Delsol, «η στοχαστική ηθική κρίση εγκαθιδρύει μια σχέση ανάμεσα σε μια κατάσταση και σε ορισμένα σημεία αναφοράς» Delsol (2003a).⁸ Τα άτομα δικαιολογούσαν τις κρίσεις τους παραπέμποντας σε μια αναγνωρισμένη ηθική πηγή, της οποίας η αυθεντία γινόταν αποδεκτή από την κοινότητά τους. Όπως εξηγεί μια μελέτη σχετικά με τη μεταβολή του κύρους της ηθικής αυθεντίας: «Παραδοσιακά, ο άνθρωπος παραπέμπει πέρα από τα όρια των δικών του αξιολογικών κρίσεων σε κάποια έσχατη πηγή, από την οποία προσδοκά ότι θα επικυρώσει και θα προσδώσει κύρος στην πεποίθηση ότι αυτές οι αποφάσεις είναι καθολικά “ορθές”».⁹


Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη αναφορές σε σύνορα και όρια. Οι αρχαίοι Εβραίοι θα κατανοούσαν το Μιχαίας 7:11, όπου αναφέρεται:
«Ημέρα για την ανοικοδόμηση των τειχών σου!
Εκείνη την ημέρα τα όριά σου θα επεκταθούν πολύ.»


Όσοι υπερασπίζονται τη χριστιανική παράδοση θα μπορούσαν να επικαλεστούν την αυθεντία της Καινής Διαθήκης προς επιβεβαίωση του ηθικού κύρους των ορίων, παραπέμποντας στο χωρίο όπου ο απόστολος Παύλος λέγει στους άνδρες των Αθηνών στον Άρειο Πάγο ότι ο Θεός «ἐποίησέν τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν».¹⁰

Σήμερα, το κύρος της ηθικής αυθεντίας είναι σχετικά ασθενές και τίθεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση. Στον δημόσιο βίο, επιχειρήματα και διατυπώσεις που εκφράζονται με συνειδητά ηθικό λεξιλόγιο τείνουν να θεωρούνται παρωχημένα και άσχετα και να αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση. Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στις επικοινωνίες μέσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους και μεταξύ των πολιτισμικών ελίτ. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι πολιτικοί δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν το έργο και τις θέσεις τους με το λεξιλόγιο της ηθικής και προωθούν πολιτικές με το επιχείρημα ότι είναι «βασισμένες σε τεκμήρια» (evidence-based), και όχι επειδή είναι ορθές ή καλές. Ακόμη και θρησκευτικές φωνές αισθάνονται υποχρεωμένες να κρύβονται πίσω από τη ρητορική του «Οι έρευνες δείχνουν ότι...», προκειμένου να υπερβούν την αντίσταση απέναντι στον ηθικό λόγο.

Η αποσύνθεση της ηθικής αυθεντίας έχει σημαντικές συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά και συζητούνται τα σύνορα. Τείνει να αποστερεί το έδαφος και τον τόπο από το ηθικό τους περιεχόμενο, με αποτέλεσμα όσοι επιθυμούν να υπερασπιστούν τα εθνικά σύνορα να δυσκολεύονται συχνά να θεμελιώσουν τα επιχειρήματά τους σε κανονιστική βάση και να δυσκολεύονται να αντικρούσουν τα επιχειρήματα των αντιπάλων τους.

Η εξασθένηση της κανονιστικότητας έχει επίσης σημαντικές συνέπειες για ευρύτερα ζητήματα που σχετίζονται με τα όρια. Οι κοινωνίες αισθάνονται αμηχανία απέναντι στη χάραξη γραμμών και στη διατήρηση συμβολικών ορίων, όταν δεν μπορούν με βεβαιότητα να στηριχθούν σε πολιτισμικά κατοχυρωμένους κανόνες. Υπό τέτοιες συνθήκες, η διατύπωση ηθικών κρίσεων καθίσταται δύσκολη.


Η αποσύνθεση της κρίσεως


Σημειώσεις:


1 Dunn (1998), σ. 12.

2 Held (2003), σ. 189–190.

3 Beck (2005), σ. 230.

4 Βλ. Wuthnow (1989), σ. 70.

5 Beck (2002), σ. 19.

6 Ochoa Espejo (2018), σ. 71.

7 Βλ. Brubaker (1992).

8 Delsol (2003), σ. 74.

9 Burrill (1966), σ. 245.

10 Βλ. Πράξεις Αποστόλων 17:22.

Δεν υπάρχουν σχόλια: