Συνέχεια από Δευτέρα 31. Αυγούστου 2026
Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 2
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)
Εισαγωγή
Μέρος Α΄(συνέχεια)
Φαινόταν ότι είχε φτάσει η ώρα μιας ριζικής ανανέωσης του δυτικού Χριστιανισμού. Πράγματι, ο Προτεσταντισμός άρχισε να ανασκευάζει με σφοδρότητα το βασικό δόγμα της νομικής αντίληψης: τη διδασκαλία για τα έργα ως αξιομισθίες ενώπιον του Θεού. Η διδασκαλία αυτή είναι αστήρικτη και μόνο για τον λόγο ότι αντιφάσκει ριζικά προς το ίδιο το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης —τη σωτηρία αποκλειστικά διά του Ιησού Χριστού. «Όποιος ομολογεί ότι με τα έργα του αξιώθηκε τη χάρη, αυτός περιφρονεί την αξία του Χριστού και τη χάρη και αναζητεί την οδό προς τον Θεό έξω από τον Χριστό, με ανθρώπινες δυνάμεις» [8]. Αλλά, ακόμη και αν δεν υπήρχε αυτή η αντίφαση, τα έργα του ανθρώπου, εξεταζόμενα καθαυτά, δεν μπορούν από τη φύση τους να αποτελούν αξιομισθία ενώπιον του Θεού: ο άνθρωπος επιτελεί τα καλά έργα μόνο με τη βοήθεια της χάρης του Θεού [9], ενώ καθετί που πράττει μόνος του φέρει αναπόφευκτα επάνω του τη σφραγίδα της αμαρτίας [10]. Γι’ αυτό «όλοι όσοι καυχώνται για τις αξιομισθίες των έργων τους ή ελπίζουν στα έργα που υπερβαίνουν το καθήκον, καυχώνται για τη ματαιότητα και ελπίζουν σε μια ειδωλολατρία που υπόκειται σε καταδίκη» [11], διαβάζουμε στη Σκωτική Ομολογία. Με την ίδια αποφασιστικότητα και αυστηρότητα καταδικάστηκαν επίσης όλα τα συμπεράσματα που απέρρεαν αναγκαστικά από την καθολική διδασκαλία: το καθαρτήριο, τα συγχωροχάρτια κ.λπ.
Αλλά… ο Προτεσταντισμός ήταν τέκνο της εποχής και της σχολής του. Οι πρώτοι Μεταρρυθμιστές είχαν μάθει να μιλούν και να σκέφτονται με βάση τον ίδιο Αριστοτέλη και τον ίδιο Cicero όπως και οι καθολικοί αντίπαλοί τους. Γι’ αυτό, αγανακτώντας με την κατάφωρη παραμόρφωση της αλήθειας του Χριστού που έβλεπαν στον Καθολικισμό, πίστευαν ότι μπορούσαν να την εξηγήσουν μόνο με συμπτωματικά αίτια —με την κακόβουλη στάση της ιεραρχίας και άλλα παρόμοια— και δεν υποπτεύονταν ότι στη θέση αυτών των συμπερασμάτων θα εμφανίζονταν αναπόφευκτα άλλα, εξίσου εσφαλμένα· διότι το ψεύδος δεν βρισκόταν στα συμπεράσματα αλλά στο ίδιο το θεμέλιο, στην ίδια την οπτική από την οποία εξεταζόταν το ζήτημα. Αντί να απορρίψουν αυτό το θεμελιώδες ψεύδος, οι Προτεστάντες αποδείχθηκαν ικανοί να απορρίψουν μόνο ορισμένα παρακλάδια του και, με αυτόν τον τρόπο, απλώς αντικατέστησαν κάποιες παραμορφώσεις με άλλες.
Γι’ αυτό και η Μεταρρύθμιση, με την έννοια της αποκατάστασης της αλήθειας του Χριστού, κατέληξε σε πλήρη αποτυχία.
Οι Προτεστάντες, όπως είδαμε, στράφηκαν προς την ίδια τη ζωή και προσπάθησαν μέσω αυτής να ελέγξουν τα συμπεράσματά τους· τη ζωή όμως την έβλεπαν από νομική σκοπιά. Με τη διδασκαλία τους ήθελαν να προσφέρουν ειρήνη στη συνείδηση· αυτή την ειρήνη, ωστόσο, την κατανόησαν απολύτως νομικά, ως αίσθημα ασφάλειας και απαλλαγής από την τιμωρία για τις αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Ο άνθρωπος φοβάται την τιμωρία· και τότε του υποδεικνύεται ο θάνατος του Ιησού Χριστού ως μια τόσο μεγάλη, υπερβάλλουσα ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ώστε η δικαιοσύνη αυτή δεν μπορεί πλέον —δεν έχει το δικαίωμα— να απαιτήσει οτιδήποτε άλλο από τον άνθρωπο, οποιαδήποτε άλλη ικανοποίηση. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος πιστεύει στο Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι ήσυχος ως προς τον εαυτό του.
Βλέπουμε ότι οι Προτεστάντες δεν κατανόησαν αυτό το μέγιστο και παρηγορητικότατο μυστήριο της σωτηρίας μας σε όλο το βάθος και τη ζωτικότητά του. Βεβαίως, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του μισθωτός· ασφαλώς, πριν απ’ όλα φοβάται για τον εαυτό του και αναζητεί τη δική του ασφάλεια· επομένως, αρχικά προσλαμβάνει το μυστήριο της σωτηρίας από αυτή την πλευρά. Η Εκκλησία μας όμως, μολονότι υποδεικνύει πάντοτε στον αμαρτωλό αυτή ακριβώς την πλευρά —επειδή είναι η πιο κατανοητή και η πλησιέστερη προς αυτόν—, δεν σκέφτεται εξαιτίας της να λησμονήσει και τις άλλες, περισσότερο ενθαρρυντικές πλευρές του μυστηρίου της σωτηρίας. Βλέπει στον Χριστό όχι ένα παθητικό όργανο εξιλασμού, αλλά τον ανακαινιστή της πεπτωκυίας φύσης μας, τον πρωτότοκο από τους νεκρούς, τους οποίους Αυτός εξήγαγε από τον θάνατο· Τον ονομάζει «δεύτερο Αδάμ», ουράνιο Κύριο των «επουρανίων» (Α΄ Κορ. 15, 20· 23· 45· 47· 48), δηλαδή κατά κάποιον τρόπο αρχηγό της ανθρωπότητας —όχι όμως ολόκληρης αδιακρίτως, αλλά της ανθρωπότητας που είναι «του Χριστού» (στ. 23), που έχει ενδυθεί τον Χριστό και ακολουθεί τον Αρχηγό της προς την πατρική δόξα, η οποία Του ανήκει από την αιωνιότητα (Κολ. 3, 1–6).
Οι Προτεστάντες, αντίθετα, νόμισαν ότι σ’ αυτό το μέγιστο μυστήριο βρήκαν μόνο εκείνο το «τρίτο στοιχείο» της νομικής σχέσης, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στα μέλη της και αναγκάζει το ένα από αυτά, παρά τα πάντα, να προβεί σε παραχώρηση υπέρ του άλλου.
Από τη στιγμή που βρέθηκε αυτό το «τρίτο στοιχείο», και μάλιστα όχι απλώς επαρκές αλλά υπερβαίνον κάθε μέτρο, δεν χρειάζεται πλέον να αναζητείται καμία άλλη ικανοποίηση. Εάν ο Χριστός πλήρωσε για τις αμαρτίες μας ακόμη περισσότερο απ’ όσο άξιζαν, γιατί να εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε ότι πρέπει να κοπιάσουμε και εμείς οι ίδιοι γι’ αυτή την ικανοποίηση; Οι ανθρώπινες προσπάθειες, χωρίς καν να μιλήσουμε για την ατέλειά τους ενώπιον του Θεού και για όλα τα συναφή, είναι ευθέως περιττές και μάλιστα επικίνδυνες: μειώνουν τη σημασία της αξιομισθίας του Χριστού. Τι είναι λοιπόν, ύστερα από αυτό, η σωτηρία; Δεν είναι τίποτε περισσότερο από άφεση των αμαρτιών ή απαλλαγή από τις τιμωρίες για τις αμαρτίες [12], δηλαδή δικαίωση [13], την οποία ακολουθούν η αποδοχή στην εύνοια του Θεού και τα λοιπά.
Η δικαίωση, όμως, νοείται «όχι με τη φυσική έννοια, αλλά με την εξωτερική και δικανική» [14]. Δεν σημαίνει «να καθιστά κανείς τον ασεβή δίκαιο, αλλά να τον ανακηρύσσει δίκαιο με τη δικανική έννοια (sensu forensi)» [15], να τον θεωρεί και να τον ανακηρύσσει δίκαιο (iustum aestimare, declarare) [16], και αυτό χάριν της αξιομισθίας του Ιησού Χριστού [17], δηλαδή χάριν ενός εξωτερικού γεγονότος που δεν έχει καμία σχέση με την εσωτερική μου ύπαρξη. Η δικαίωση είναι επομένως μια εντελώς εξωτερική πράξη, «μια πράξη που δεν ενεργεί μέσα στον άνθρωπο, αλλά έξω και γύρω από τον άνθρωπο» [18]. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα αυτής της πράξης μπορεί να είναι μόνο μια μεταβολή των σχέσεων μεταξύ Θεού και ανθρώπου· ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μεταβάλλεται [19]. «Εξακολουθούμε να είμαστε αμαρτωλοί, αλλά ο Θεός, χάρη στις αξιομισθίες του Ιησού Χριστού, μας μεταχειρίζεται σαν να μην είχαμε αμαρτήσει, αλλά, αντιθέτως, σαν να είχαμε εκπληρώσει τον νόμο ή σαν να ήταν δική μας η αξιομισθία του Χριστού» [20].
Με άλλα λόγια, στη θέση της προηγούμενης πελαγιανικής νομικής αντίληψης, η οποία απορρίφθηκε και καταδικάστηκε, ο Προτεσταντισμός πρόβαλε την ίδια αρχή του δικαίου, παίρνοντας απλώς μια διαφορετική πλευρά της. Αφού απέρριψαν την ανθρώπινη αξιομισθία ως ανεπαρκή για τον εξιλασμό του οργισμένου Θεού ή, για να το πούμε ακριβέστερα, ως ανεπαρκή για να υποχρεώσει τον Θεό να μου χαρίσει την αιώνια ζωή, οι Προτεστάντες εξακολούθησαν να θεωρούν την αιώνια ζωή ως μια συμφωνημένη αμοιβή, την οποία ο Θεός «οφείλει» να αποδώσει στον άνθρωπο· μόνο που για τους Προτεστάντες το δεσμευτικό «τρίτο στοιχείο» δεν είναι η προσωπική αξιομισθία του ανθρώπου αλλά η αξιομισθία του Χριστού [21]. Στον Καθολικισμό είδαμε να λησμονείται ο Χριστός στο έργο της σωτηρίας μας· εδώ λησμονείται το έργο του ίδιου του ανθρώπου: «η δικαιοσύνη μας» περιορίστηκε στον καταλογισμό μιας ξένης δικαιοσύνης (imputatio alienae iustitiae) [22].
Αυτή η αντίληψη είναι κοινή στους Προτεστάντες όλων των εποχών [23]. Και αν στα νεότερα δογματικά συστήματα των Προτεσταντών συναντούμε απόπειρες να προσδοθεί ζωτικότητα και πραγματικότητα στο εξωτερικό-δικανικό γεγονός, να μετατραπούν δηλαδή οι δογματικές θέσεις σε ψυχολογικά φαινόμενα, αυτές οι απόπειρες είτε βρίσκονται σε καταφανή ασυμφωνία με τη θεμελιώδη προτεσταντική αρχή —όπως αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι Προτεστάντες [24]— και αποτελούν απλώς αναπόφευκτες παραχωρήσεις του Προτεσταντισμού στη θρησκευτική εμπειρία, είτε αλλάζουν μόνο τις ονομασίες, χωρίς να μεταβάλλουν την ουσία του πράγματος [25].
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διδασκαλία των Προτεσταντών δεν διαθέτει κανένα απολύτως έρεισμα ούτε στη θρησκευτική εμπειρία. Είναι αναμφίβολο ότι μόνο καθώς προοδεύει στο αγαθό μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει όλο το βάθος της αμαρτωλότητάς του και της ηθικής του αδυναμίας. Γι’ αυτό, όσο υψηλότερα ανέρχεται ηθικά ο άνθρωπος, τόσο εντονότερη γίνεται μέσα του η συναίσθηση της αναξιότητάς του και τόσο αφθονότερα τα δάκρυα της μετάνοιάς του. Τέτοιος είναι, για παράδειγμα, ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα έργα του οποίου αποτελούν σχεδόν έναν αδιάκοπο θρήνο, μολονότι φέρουν επάνω τους τα ανεξάλειπτα ίχνη της ουράνιας χαράς που χαρακτηρίζει κάθε αληθινό δίκαιο. Και μήπως δεν εκφράζει το ίδιο πράγμα και εκείνο το καθολικό φαινόμενο ότι, όταν τελείωσε η εποχή των μαρτύρων, ο χριστιανικός ζήλος δεν βρήκε την έκφρασή του σε κάτι άλλο, αλλά ακριβώς στον μοναχισμό, στην τάξη των μετανοούντων;
Οι Προτεστάντες, επαναλαμβάνουμε, δεν έσφαλαν όταν επισήμαναν αυτό το αναμφισβήτητο φαινόμενο και προσπάθησαν να συναγάγουν από αυτό συμπεράσματα και για τη χριστιανική διδασκαλία. Όπως όμως ο χονδροειδής Καθολικισμός, μολονότι ξεκίνησε και αυτός από μια ανάγκη της θρησκευτικής συνείδησης, κατέληξε στις θεωρητικές του κατασκευές στη μισθωτική νοοτροπία και στον Πελαγιανισμό, έτσι και ο Προτεσταντισμός, βλέποντας ότι η σωτηρία μέσω της ανθρώπινης αξιομισθίας ήταν αστήρικτη και συγχρόνως μη βρίσκοντας άλλον τρόπο κατανόησης εκτός από τον νομικό, δημιούργησε στην πραγματικότητα μόνο μια πνευματική πλάνη, μια πλασματική σωτηρία χωρίς αληθινό περιεχόμενο.
Είναι αλήθεια ότι οι Προτεστάντες, παρά την επιθυμία τους να παραμείνουν πιστοί στη διδασκαλία τους, δεν μπορούσαν να μην αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα ορισμένων προϋποθέσεων και από την πλευρά του ανθρώπου. Ως τέτοια προϋπόθεση αναγνωρίστηκε, σαν το έσχατο «δυνατό ελάχιστο», η πίστη στον Χριστό χωρίς έργα. Υποχωρώντας στις απαιτήσεις της ζωής και της συνείδησης, οι Προτεστάντες επιχειρούν να προσδώσουν σ’ αυτή την πίστη όσο το δυνατόν περισσότερη ζωτικότητα και ενεργητικότητα. Λένε ότι δικαιώνει μόνο η ζωντανή πίστη [26], δηλαδή η ενεργός πίστη, η οποία συνοδεύεται αναγκαστικά από έργα [27] και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί σε άνθρωπο παραδομένο στην αμαρτία [28]· και ότι, επομένως, η δικαίωση θα συνοδεύεται αναγκαστικά από την ηθική αναγέννηση του ανθρώπου [29]. «Είναι αδύνατον αυτή η αγία πίστη να παραμένει αργή μέσα στον άνθρωπο» [30].
Πώς όμως συντελείται αυτή η αναγέννηση και με ποια έννοια μπορεί η πίστη να ονομαστεί «ρίζα των καλών έργων» [31]; Σε καμία περίπτωση με την έννοια ότι χρησιμεύει ως κίνητρο, ως εμψυχωτική αρχή· με μια λέξη, σε καμία περίπτωση με την έννοια κάποιας ηθικής εργασίας εκ μέρους του ίδιου του σωζομένου. Αυτή η εργασία δεν έχει τίποτε κοινό με τη δικαιώνουσα πίστη [32] και γι’ αυτό δεν ανήκει στη δικαίωση. Η πίστη αποτελεί ρίζα των καλών έργων με την έννοια ότι μέσω αυτής «δεχόμαστε τον Χριστό, ο οποίος μας υποσχέθηκε όχι μόνο την απελευθέρωση από τον θάνατο και τη συμφιλίωση με τον Θεό, αλλά συγχρόνως και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, μέσω της οποίας αναγεννιόμαστε σε ανακαίνιση ζωής» [33].
Αυτό όμως δεν είναι πλέον η δικαίωση, αλλά το επακόλουθό της. Τον Χριστό μπορεί να δεχθεί μόνο εκείνος που έχει ήδη δικαιωθεί, δηλαδή έχει ανακηρυχθεί δίκαιος και συμφιλιωμένος με τον Θεό [34]. Έχει επομένως η ζωτική αυτή πλευρά της σωτηρίας κάποια ουσιαστική σημασία για τη δικαίωση, τη σημασία μιας ενεργού προϋπόθεσης; Όχι. Για να είναι δικαιώνουσα, η πίστη πρέπει να παραμένει «αποκλειστικά δεκτική· πρέπει μόνο και αποκλειστικά να στηρίζεται σε μια θυσία ανεξάρτητη από την προσωπικότητά μας (Subjectivität), η οποία όμως ικανοποιεί πλήρως τον Θεό» [35].
Η πίστη «δικαιώνει όχι επειδή αποτελεί δικό μας έργο» —πράγμα που θα προϋπέθετε ηθική προσπάθεια και θα εκφραζόταν ακριβώς με εκείνη την εσωτερική ανατροπή που περιγράφει ο Scheele [36]— αλλά χάριν του Χριστού, της δικαιοσύνης μας, τον οποίο αυτή δέχεται [37]· και αυτό νοείται με την έννοια ότι προσλαμβάνει το υπεσχημένο έλεος [38]. Η πίστη λοιπόν σώζει εξωτερικά, χάριν της δικαιοσύνης και της αγιότητας του Χριστού, τις οποίες οικειοποιείται για τον άνθρωπο [39], χάριν της αξιομισθίας του Χριστού, η οποία καταλογίζεται στον άνθρωπο [40]. Με άλλα λόγια, η πίστη χρησιμεύει ως θεμέλιο ενός φαινομένου που είναι μόνο εξωτερικό και δικανικό, όχι ηθικό [41].
Μέρος Α΄(συνέχεια)
Φαινόταν ότι είχε φτάσει η ώρα μιας ριζικής ανανέωσης του δυτικού Χριστιανισμού. Πράγματι, ο Προτεσταντισμός άρχισε να ανασκευάζει με σφοδρότητα το βασικό δόγμα της νομικής αντίληψης: τη διδασκαλία για τα έργα ως αξιομισθίες ενώπιον του Θεού. Η διδασκαλία αυτή είναι αστήρικτη και μόνο για τον λόγο ότι αντιφάσκει ριζικά προς το ίδιο το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης —τη σωτηρία αποκλειστικά διά του Ιησού Χριστού. «Όποιος ομολογεί ότι με τα έργα του αξιώθηκε τη χάρη, αυτός περιφρονεί την αξία του Χριστού και τη χάρη και αναζητεί την οδό προς τον Θεό έξω από τον Χριστό, με ανθρώπινες δυνάμεις» [8]. Αλλά, ακόμη και αν δεν υπήρχε αυτή η αντίφαση, τα έργα του ανθρώπου, εξεταζόμενα καθαυτά, δεν μπορούν από τη φύση τους να αποτελούν αξιομισθία ενώπιον του Θεού: ο άνθρωπος επιτελεί τα καλά έργα μόνο με τη βοήθεια της χάρης του Θεού [9], ενώ καθετί που πράττει μόνος του φέρει αναπόφευκτα επάνω του τη σφραγίδα της αμαρτίας [10]. Γι’ αυτό «όλοι όσοι καυχώνται για τις αξιομισθίες των έργων τους ή ελπίζουν στα έργα που υπερβαίνουν το καθήκον, καυχώνται για τη ματαιότητα και ελπίζουν σε μια ειδωλολατρία που υπόκειται σε καταδίκη» [11], διαβάζουμε στη Σκωτική Ομολογία. Με την ίδια αποφασιστικότητα και αυστηρότητα καταδικάστηκαν επίσης όλα τα συμπεράσματα που απέρρεαν αναγκαστικά από την καθολική διδασκαλία: το καθαρτήριο, τα συγχωροχάρτια κ.λπ.
Αλλά… ο Προτεσταντισμός ήταν τέκνο της εποχής και της σχολής του. Οι πρώτοι Μεταρρυθμιστές είχαν μάθει να μιλούν και να σκέφτονται με βάση τον ίδιο Αριστοτέλη και τον ίδιο Cicero όπως και οι καθολικοί αντίπαλοί τους. Γι’ αυτό, αγανακτώντας με την κατάφωρη παραμόρφωση της αλήθειας του Χριστού που έβλεπαν στον Καθολικισμό, πίστευαν ότι μπορούσαν να την εξηγήσουν μόνο με συμπτωματικά αίτια —με την κακόβουλη στάση της ιεραρχίας και άλλα παρόμοια— και δεν υποπτεύονταν ότι στη θέση αυτών των συμπερασμάτων θα εμφανίζονταν αναπόφευκτα άλλα, εξίσου εσφαλμένα· διότι το ψεύδος δεν βρισκόταν στα συμπεράσματα αλλά στο ίδιο το θεμέλιο, στην ίδια την οπτική από την οποία εξεταζόταν το ζήτημα. Αντί να απορρίψουν αυτό το θεμελιώδες ψεύδος, οι Προτεστάντες αποδείχθηκαν ικανοί να απορρίψουν μόνο ορισμένα παρακλάδια του και, με αυτόν τον τρόπο, απλώς αντικατέστησαν κάποιες παραμορφώσεις με άλλες.
Γι’ αυτό και η Μεταρρύθμιση, με την έννοια της αποκατάστασης της αλήθειας του Χριστού, κατέληξε σε πλήρη αποτυχία.
Οι Προτεστάντες, όπως είδαμε, στράφηκαν προς την ίδια τη ζωή και προσπάθησαν μέσω αυτής να ελέγξουν τα συμπεράσματά τους· τη ζωή όμως την έβλεπαν από νομική σκοπιά. Με τη διδασκαλία τους ήθελαν να προσφέρουν ειρήνη στη συνείδηση· αυτή την ειρήνη, ωστόσο, την κατανόησαν απολύτως νομικά, ως αίσθημα ασφάλειας και απαλλαγής από την τιμωρία για τις αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Ο άνθρωπος φοβάται την τιμωρία· και τότε του υποδεικνύεται ο θάνατος του Ιησού Χριστού ως μια τόσο μεγάλη, υπερβάλλουσα ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ώστε η δικαιοσύνη αυτή δεν μπορεί πλέον —δεν έχει το δικαίωμα— να απαιτήσει οτιδήποτε άλλο από τον άνθρωπο, οποιαδήποτε άλλη ικανοποίηση. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος πιστεύει στο Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι ήσυχος ως προς τον εαυτό του.
Βλέπουμε ότι οι Προτεστάντες δεν κατανόησαν αυτό το μέγιστο και παρηγορητικότατο μυστήριο της σωτηρίας μας σε όλο το βάθος και τη ζωτικότητά του. Βεβαίως, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του μισθωτός· ασφαλώς, πριν απ’ όλα φοβάται για τον εαυτό του και αναζητεί τη δική του ασφάλεια· επομένως, αρχικά προσλαμβάνει το μυστήριο της σωτηρίας από αυτή την πλευρά. Η Εκκλησία μας όμως, μολονότι υποδεικνύει πάντοτε στον αμαρτωλό αυτή ακριβώς την πλευρά —επειδή είναι η πιο κατανοητή και η πλησιέστερη προς αυτόν—, δεν σκέφτεται εξαιτίας της να λησμονήσει και τις άλλες, περισσότερο ενθαρρυντικές πλευρές του μυστηρίου της σωτηρίας. Βλέπει στον Χριστό όχι ένα παθητικό όργανο εξιλασμού, αλλά τον ανακαινιστή της πεπτωκυίας φύσης μας, τον πρωτότοκο από τους νεκρούς, τους οποίους Αυτός εξήγαγε από τον θάνατο· Τον ονομάζει «δεύτερο Αδάμ», ουράνιο Κύριο των «επουρανίων» (Α΄ Κορ. 15, 20· 23· 45· 47· 48), δηλαδή κατά κάποιον τρόπο αρχηγό της ανθρωπότητας —όχι όμως ολόκληρης αδιακρίτως, αλλά της ανθρωπότητας που είναι «του Χριστού» (στ. 23), που έχει ενδυθεί τον Χριστό και ακολουθεί τον Αρχηγό της προς την πατρική δόξα, η οποία Του ανήκει από την αιωνιότητα (Κολ. 3, 1–6).
Οι Προτεστάντες, αντίθετα, νόμισαν ότι σ’ αυτό το μέγιστο μυστήριο βρήκαν μόνο εκείνο το «τρίτο στοιχείο» της νομικής σχέσης, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στα μέλη της και αναγκάζει το ένα από αυτά, παρά τα πάντα, να προβεί σε παραχώρηση υπέρ του άλλου.
Από τη στιγμή που βρέθηκε αυτό το «τρίτο στοιχείο», και μάλιστα όχι απλώς επαρκές αλλά υπερβαίνον κάθε μέτρο, δεν χρειάζεται πλέον να αναζητείται καμία άλλη ικανοποίηση. Εάν ο Χριστός πλήρωσε για τις αμαρτίες μας ακόμη περισσότερο απ’ όσο άξιζαν, γιατί να εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε ότι πρέπει να κοπιάσουμε και εμείς οι ίδιοι γι’ αυτή την ικανοποίηση; Οι ανθρώπινες προσπάθειες, χωρίς καν να μιλήσουμε για την ατέλειά τους ενώπιον του Θεού και για όλα τα συναφή, είναι ευθέως περιττές και μάλιστα επικίνδυνες: μειώνουν τη σημασία της αξιομισθίας του Χριστού. Τι είναι λοιπόν, ύστερα από αυτό, η σωτηρία; Δεν είναι τίποτε περισσότερο από άφεση των αμαρτιών ή απαλλαγή από τις τιμωρίες για τις αμαρτίες [12], δηλαδή δικαίωση [13], την οποία ακολουθούν η αποδοχή στην εύνοια του Θεού και τα λοιπά.
Η δικαίωση, όμως, νοείται «όχι με τη φυσική έννοια, αλλά με την εξωτερική και δικανική» [14]. Δεν σημαίνει «να καθιστά κανείς τον ασεβή δίκαιο, αλλά να τον ανακηρύσσει δίκαιο με τη δικανική έννοια (sensu forensi)» [15], να τον θεωρεί και να τον ανακηρύσσει δίκαιο (iustum aestimare, declarare) [16], και αυτό χάριν της αξιομισθίας του Ιησού Χριστού [17], δηλαδή χάριν ενός εξωτερικού γεγονότος που δεν έχει καμία σχέση με την εσωτερική μου ύπαρξη. Η δικαίωση είναι επομένως μια εντελώς εξωτερική πράξη, «μια πράξη που δεν ενεργεί μέσα στον άνθρωπο, αλλά έξω και γύρω από τον άνθρωπο» [18]. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα αυτής της πράξης μπορεί να είναι μόνο μια μεταβολή των σχέσεων μεταξύ Θεού και ανθρώπου· ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μεταβάλλεται [19]. «Εξακολουθούμε να είμαστε αμαρτωλοί, αλλά ο Θεός, χάρη στις αξιομισθίες του Ιησού Χριστού, μας μεταχειρίζεται σαν να μην είχαμε αμαρτήσει, αλλά, αντιθέτως, σαν να είχαμε εκπληρώσει τον νόμο ή σαν να ήταν δική μας η αξιομισθία του Χριστού» [20].
Με άλλα λόγια, στη θέση της προηγούμενης πελαγιανικής νομικής αντίληψης, η οποία απορρίφθηκε και καταδικάστηκε, ο Προτεσταντισμός πρόβαλε την ίδια αρχή του δικαίου, παίρνοντας απλώς μια διαφορετική πλευρά της. Αφού απέρριψαν την ανθρώπινη αξιομισθία ως ανεπαρκή για τον εξιλασμό του οργισμένου Θεού ή, για να το πούμε ακριβέστερα, ως ανεπαρκή για να υποχρεώσει τον Θεό να μου χαρίσει την αιώνια ζωή, οι Προτεστάντες εξακολούθησαν να θεωρούν την αιώνια ζωή ως μια συμφωνημένη αμοιβή, την οποία ο Θεός «οφείλει» να αποδώσει στον άνθρωπο· μόνο που για τους Προτεστάντες το δεσμευτικό «τρίτο στοιχείο» δεν είναι η προσωπική αξιομισθία του ανθρώπου αλλά η αξιομισθία του Χριστού [21]. Στον Καθολικισμό είδαμε να λησμονείται ο Χριστός στο έργο της σωτηρίας μας· εδώ λησμονείται το έργο του ίδιου του ανθρώπου: «η δικαιοσύνη μας» περιορίστηκε στον καταλογισμό μιας ξένης δικαιοσύνης (imputatio alienae iustitiae) [22].
Αυτή η αντίληψη είναι κοινή στους Προτεστάντες όλων των εποχών [23]. Και αν στα νεότερα δογματικά συστήματα των Προτεσταντών συναντούμε απόπειρες να προσδοθεί ζωτικότητα και πραγματικότητα στο εξωτερικό-δικανικό γεγονός, να μετατραπούν δηλαδή οι δογματικές θέσεις σε ψυχολογικά φαινόμενα, αυτές οι απόπειρες είτε βρίσκονται σε καταφανή ασυμφωνία με τη θεμελιώδη προτεσταντική αρχή —όπως αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι Προτεστάντες [24]— και αποτελούν απλώς αναπόφευκτες παραχωρήσεις του Προτεσταντισμού στη θρησκευτική εμπειρία, είτε αλλάζουν μόνο τις ονομασίες, χωρίς να μεταβάλλουν την ουσία του πράγματος [25].
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διδασκαλία των Προτεσταντών δεν διαθέτει κανένα απολύτως έρεισμα ούτε στη θρησκευτική εμπειρία. Είναι αναμφίβολο ότι μόνο καθώς προοδεύει στο αγαθό μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει όλο το βάθος της αμαρτωλότητάς του και της ηθικής του αδυναμίας. Γι’ αυτό, όσο υψηλότερα ανέρχεται ηθικά ο άνθρωπος, τόσο εντονότερη γίνεται μέσα του η συναίσθηση της αναξιότητάς του και τόσο αφθονότερα τα δάκρυα της μετάνοιάς του. Τέτοιος είναι, για παράδειγμα, ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα έργα του οποίου αποτελούν σχεδόν έναν αδιάκοπο θρήνο, μολονότι φέρουν επάνω τους τα ανεξάλειπτα ίχνη της ουράνιας χαράς που χαρακτηρίζει κάθε αληθινό δίκαιο. Και μήπως δεν εκφράζει το ίδιο πράγμα και εκείνο το καθολικό φαινόμενο ότι, όταν τελείωσε η εποχή των μαρτύρων, ο χριστιανικός ζήλος δεν βρήκε την έκφρασή του σε κάτι άλλο, αλλά ακριβώς στον μοναχισμό, στην τάξη των μετανοούντων;
Οι Προτεστάντες, επαναλαμβάνουμε, δεν έσφαλαν όταν επισήμαναν αυτό το αναμφισβήτητο φαινόμενο και προσπάθησαν να συναγάγουν από αυτό συμπεράσματα και για τη χριστιανική διδασκαλία. Όπως όμως ο χονδροειδής Καθολικισμός, μολονότι ξεκίνησε και αυτός από μια ανάγκη της θρησκευτικής συνείδησης, κατέληξε στις θεωρητικές του κατασκευές στη μισθωτική νοοτροπία και στον Πελαγιανισμό, έτσι και ο Προτεσταντισμός, βλέποντας ότι η σωτηρία μέσω της ανθρώπινης αξιομισθίας ήταν αστήρικτη και συγχρόνως μη βρίσκοντας άλλον τρόπο κατανόησης εκτός από τον νομικό, δημιούργησε στην πραγματικότητα μόνο μια πνευματική πλάνη, μια πλασματική σωτηρία χωρίς αληθινό περιεχόμενο.
Είναι αλήθεια ότι οι Προτεστάντες, παρά την επιθυμία τους να παραμείνουν πιστοί στη διδασκαλία τους, δεν μπορούσαν να μην αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα ορισμένων προϋποθέσεων και από την πλευρά του ανθρώπου. Ως τέτοια προϋπόθεση αναγνωρίστηκε, σαν το έσχατο «δυνατό ελάχιστο», η πίστη στον Χριστό χωρίς έργα. Υποχωρώντας στις απαιτήσεις της ζωής και της συνείδησης, οι Προτεστάντες επιχειρούν να προσδώσουν σ’ αυτή την πίστη όσο το δυνατόν περισσότερη ζωτικότητα και ενεργητικότητα. Λένε ότι δικαιώνει μόνο η ζωντανή πίστη [26], δηλαδή η ενεργός πίστη, η οποία συνοδεύεται αναγκαστικά από έργα [27] και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί σε άνθρωπο παραδομένο στην αμαρτία [28]· και ότι, επομένως, η δικαίωση θα συνοδεύεται αναγκαστικά από την ηθική αναγέννηση του ανθρώπου [29]. «Είναι αδύνατον αυτή η αγία πίστη να παραμένει αργή μέσα στον άνθρωπο» [30].
Πώς όμως συντελείται αυτή η αναγέννηση και με ποια έννοια μπορεί η πίστη να ονομαστεί «ρίζα των καλών έργων» [31]; Σε καμία περίπτωση με την έννοια ότι χρησιμεύει ως κίνητρο, ως εμψυχωτική αρχή· με μια λέξη, σε καμία περίπτωση με την έννοια κάποιας ηθικής εργασίας εκ μέρους του ίδιου του σωζομένου. Αυτή η εργασία δεν έχει τίποτε κοινό με τη δικαιώνουσα πίστη [32] και γι’ αυτό δεν ανήκει στη δικαίωση. Η πίστη αποτελεί ρίζα των καλών έργων με την έννοια ότι μέσω αυτής «δεχόμαστε τον Χριστό, ο οποίος μας υποσχέθηκε όχι μόνο την απελευθέρωση από τον θάνατο και τη συμφιλίωση με τον Θεό, αλλά συγχρόνως και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, μέσω της οποίας αναγεννιόμαστε σε ανακαίνιση ζωής» [33].
Αυτό όμως δεν είναι πλέον η δικαίωση, αλλά το επακόλουθό της. Τον Χριστό μπορεί να δεχθεί μόνο εκείνος που έχει ήδη δικαιωθεί, δηλαδή έχει ανακηρυχθεί δίκαιος και συμφιλιωμένος με τον Θεό [34]. Έχει επομένως η ζωτική αυτή πλευρά της σωτηρίας κάποια ουσιαστική σημασία για τη δικαίωση, τη σημασία μιας ενεργού προϋπόθεσης; Όχι. Για να είναι δικαιώνουσα, η πίστη πρέπει να παραμένει «αποκλειστικά δεκτική· πρέπει μόνο και αποκλειστικά να στηρίζεται σε μια θυσία ανεξάρτητη από την προσωπικότητά μας (Subjectivität), η οποία όμως ικανοποιεί πλήρως τον Θεό» [35].
Η πίστη «δικαιώνει όχι επειδή αποτελεί δικό μας έργο» —πράγμα που θα προϋπέθετε ηθική προσπάθεια και θα εκφραζόταν ακριβώς με εκείνη την εσωτερική ανατροπή που περιγράφει ο Scheele [36]— αλλά χάριν του Χριστού, της δικαιοσύνης μας, τον οποίο αυτή δέχεται [37]· και αυτό νοείται με την έννοια ότι προσλαμβάνει το υπεσχημένο έλεος [38]. Η πίστη λοιπόν σώζει εξωτερικά, χάριν της δικαιοσύνης και της αγιότητας του Χριστού, τις οποίες οικειοποιείται για τον άνθρωπο [39], χάριν της αξιομισθίας του Χριστού, η οποία καταλογίζεται στον άνθρωπο [40]. Με άλλα λόγια, η πίστη χρησιμεύει ως θεμέλιο ενός φαινομένου που είναι μόνο εξωτερικό και δικανικό, όχι ηθικό [41].
Σημειώσεις:
[8] Conf. Ansb. I, 20. Hase, 16. Πρβλ. Apol. III (196), Hase, 127: «Τι άλλο είναι αυτό παρά μεταφορά της δόξας του Χριστού στα δικά μας έργα, ώστε δηλαδή να είμαστε ευάρεστοι χάρη στα έργα μας και όχι χάρη στον Χριστό;» (Quid est hoc aliud, quam transferre gloriam Christi in opera nostra, quod videlicet propter opera nostra placeamus, non propter Christum?). Conf. Belgica, άρθρο XXII: «Διότι είναι αναγκαίο είτε να μην περιέχονται στον Χριστό όλα όσα απαιτούνται για τη σωτηρία μας είτε, εάν όλα περιέχονται σ’ Αυτόν, εκείνος που κατέχει διά της πίστεως τον Ιησού Χριστό να έχει συγχρόνως και την τέλεια σωτηρία. Επομένως, αποτελεί πράγματι φρικτή βλασφημία κατά του Θεού ο ισχυρισμός ότι ο Χριστός δεν επαρκεί, αλλά απαιτούνται και άλλα πράγματα. Από αυτό θα ακολουθούσε ότι ο Χριστός είναι Σωτήρας μόνο κατά ένα μέρος» (Necesse enim est aut omnia quae ad salutem nostram requiruntur in Christo non esse; aut, si sint in eo omnia, eum qui fide Jesum Christum possidet, simul etiam perfectam habere salutem. Itaque horrenda est omnino in Deum blasphemia asserere Christum minime sufficere, sed aliis quoque rebus opus esse. Inde enim sequeretur Christum ex parte tantum esse servatorem). Niemeyer, 374.
[9] Form. Conc. I, 2. Hase, 579: «Η ανθρώπινη διάνοια και ο λόγος είναι εντελώς τυφλά στα πνευματικά πράγματα και δεν μπορούν να κατανοήσουν τίποτε με τις δικές τους δυνάμεις… Από μόνοι μας, σαν να προερχόταν από εμάς, δεν είμαστε ικανοί να σκεφθούμε τίποτε καλό· το ότι είμαστε ικανοί προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό» (Hominis intellectus et ratio in rebus spiritualibus prorsus sint caeca, nihilque propriis viribus intelligere possint… Ex nobismet ipsis, tamquam ex nobis, non sumus idonei, ut aliquid boni cogitemus; quod vero idonei sumus, id ipsum a Deo est).
[10] «Δεν μπορούμε να επιτελέσουμε κανένα έργο που να μην είναι μολυσμένο από το ελάττωμα της σάρκας μας και, επομένως, άξιο τιμωρίας και ποινών» (Nulla opera edere possumus quae non sint carnis nostrae vitio polluta, ac proinde supplicio poenisque digna). Conf. Belg., XXIV. Niemeyer, 376.
[11] Conf. Scot. I, άρθρο 15. Niemeyer, 348.
[12] «Πιστεύουμε, διδάσκουμε και ομολογούμε ότι η δικαιοσύνη μας ενώπιον του Θεού συνίσταται ακριβώς στο ότι ο Κύριος μάς συγχωρεί τις αμαρτίες μόνο από την αγαθότητά Του». Form. Conc. I, άρθρο III (4). Hase, 584. Πρβλ. Conf. Gall., άρθρο XVII. Niemeyer, 334: «Πιστεύουμε ότι ολόκληρη η δικαιοσύνη μας συνίσταται στην άφεση των αμαρτιών μας, η οποία, όπως μαρτυρεί ο Δαβίδ, αποτελεί και τη μοναδική μας μακαριότητα». Πρβλ. επίσης Conf. Belg. XXIII. Niemeyer, 374.
[13] Για παράδειγμα, η Apol. III (40), Hase, 90, λέει «ότι η δικαίωση σημαίνει όχι μόνο την αρχή της ανακαίνισης, αλλά και εκείνη τη συμφιλίωση την οποία λαμβάνουμε κατόπιν».
[14] «Η δικαίωση λέγεται όχι με τη φυσική έννοια, αλλά με τη δικανική και δικαστική: σημαίνει την απαλλαγή από την ενοχή και την ποινή και τη θεώρηση ή ανακήρυξη κάποιου ως δικαίου» (Iustificare dicitur non sensu physico, sed forensi et iudiciali, a reatu culpae et poenae absolvere et iustum aestimare, declarare). Hollaz, στον Bretschneider, Systematische Entwickelung aller in der Dogmatik vorkommenden Begriffe, Leipzig 1841, σ. 641.
[15] Apol. III (131). Hase, 109.
[16] Hollaz, ό.π.
[17] Form. Conc. I, άρθρο III (17). Hase, 585: «Η λέξη “δικαίωση” στην περίπτωση αυτή σημαίνει: ανακηρύσσω κάποιον δίκαιο, τον απαλλάσσω από τις αμαρτίες και από τις αιώνιες τιμωρίες για τις αμαρτίες, χάρη στη δικαιοσύνη του Χριστού, την οποία ο Θεός καταλογίζει στην πίστη». Ή, λίγο παραπάνω: «Ο Θεός μάς χαρίζει και μας καταλογίζει τη δικαιοσύνη της υπακοής του Χριστού· χάρη σ’ αυτή τη δικαιοσύνη γινόμαστε δεκτοί από τον Θεό στη χάρη και θεωρούμαστε δίκαιοι». Άρθρο III (4). Hase, 584.
[9] Form. Conc. I, 2. Hase, 579: «Η ανθρώπινη διάνοια και ο λόγος είναι εντελώς τυφλά στα πνευματικά πράγματα και δεν μπορούν να κατανοήσουν τίποτε με τις δικές τους δυνάμεις… Από μόνοι μας, σαν να προερχόταν από εμάς, δεν είμαστε ικανοί να σκεφθούμε τίποτε καλό· το ότι είμαστε ικανοί προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό» (Hominis intellectus et ratio in rebus spiritualibus prorsus sint caeca, nihilque propriis viribus intelligere possint… Ex nobismet ipsis, tamquam ex nobis, non sumus idonei, ut aliquid boni cogitemus; quod vero idonei sumus, id ipsum a Deo est).
[10] «Δεν μπορούμε να επιτελέσουμε κανένα έργο που να μην είναι μολυσμένο από το ελάττωμα της σάρκας μας και, επομένως, άξιο τιμωρίας και ποινών» (Nulla opera edere possumus quae non sint carnis nostrae vitio polluta, ac proinde supplicio poenisque digna). Conf. Belg., XXIV. Niemeyer, 376.
[11] Conf. Scot. I, άρθρο 15. Niemeyer, 348.
[12] «Πιστεύουμε, διδάσκουμε και ομολογούμε ότι η δικαιοσύνη μας ενώπιον του Θεού συνίσταται ακριβώς στο ότι ο Κύριος μάς συγχωρεί τις αμαρτίες μόνο από την αγαθότητά Του». Form. Conc. I, άρθρο III (4). Hase, 584. Πρβλ. Conf. Gall., άρθρο XVII. Niemeyer, 334: «Πιστεύουμε ότι ολόκληρη η δικαιοσύνη μας συνίσταται στην άφεση των αμαρτιών μας, η οποία, όπως μαρτυρεί ο Δαβίδ, αποτελεί και τη μοναδική μας μακαριότητα». Πρβλ. επίσης Conf. Belg. XXIII. Niemeyer, 374.
[13] Για παράδειγμα, η Apol. III (40), Hase, 90, λέει «ότι η δικαίωση σημαίνει όχι μόνο την αρχή της ανακαίνισης, αλλά και εκείνη τη συμφιλίωση την οποία λαμβάνουμε κατόπιν».
[14] «Η δικαίωση λέγεται όχι με τη φυσική έννοια, αλλά με τη δικανική και δικαστική: σημαίνει την απαλλαγή από την ενοχή και την ποινή και τη θεώρηση ή ανακήρυξη κάποιου ως δικαίου» (Iustificare dicitur non sensu physico, sed forensi et iudiciali, a reatu culpae et poenae absolvere et iustum aestimare, declarare). Hollaz, στον Bretschneider, Systematische Entwickelung aller in der Dogmatik vorkommenden Begriffe, Leipzig 1841, σ. 641.
[15] Apol. III (131). Hase, 109.
[16] Hollaz, ό.π.
[17] Form. Conc. I, άρθρο III (17). Hase, 585: «Η λέξη “δικαίωση” στην περίπτωση αυτή σημαίνει: ανακηρύσσω κάποιον δίκαιο, τον απαλλάσσω από τις αμαρτίες και από τις αιώνιες τιμωρίες για τις αμαρτίες, χάρη στη δικαιοσύνη του Χριστού, την οποία ο Θεός καταλογίζει στην πίστη». Ή, λίγο παραπάνω: «Ο Θεός μάς χαρίζει και μας καταλογίζει τη δικαιοσύνη της υπακοής του Χριστού· χάρη σ’ αυτή τη δικαιοσύνη γινόμαστε δεκτοί από τον Θεό στη χάρη και θεωρούμαστε δίκαιοι». Άρθρο III (4). Hase, 584.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου