Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 12

 Συνέχεια από Τετάρτη 23. Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 12

ΑΓΙΟΥ  ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

Δ.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

Παράλληλα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, ο αναγνώστης μπορεί να βρει στα Γραπτά του ίδιου του Γέροντα διηγήσεις για ορισμένα γεγονότα της ζωής του. Εμείς επιτρέπουμε στον εαυτό μας να προχωρήσουμε στην έκθεση της διδασκαλίας του Γέροντα. Κυριολεκτικά, καμία «διδασκαλία», με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης, δεν είχε. Όσα παραθέτουμε εδώ αποτελούν προσπάθεια να συνοψίσουμε εκείνα που ακούσαμε κατά τα χρόνια της επικοινωνίας μας μαζί του. Θεωρούμε αδύνατο να εξηγήσουμε πώς και γιατί γεννήθηκε μέσα μας η πίστη προς τον Γέροντα, αλλά ίσως δεν θα ήταν περιττό να πούμε λίγα για τη στάση μας απέναντί του.

Τα θέματα των συνομιλιών μας με τον Γέροντα προκαλούνταν συχνά από τις ερωτήσεις που του θέταμε. Πολλά από όσα θίχτηκαν σε αυτές τις συνομιλίες δεν περιλήφθηκαν στα γραπτά του Γέροντα. Όταν του υποβάλλαμε ερωτήματα ή απλώς τον ακούγαμε, είχαμε τη βεβαιότητα ότι τα λόγια του προέρχονταν από την πείρα που του είχε δοθεί άνωθεν, και τα δεχόμασταν, μέχρι ενός σημείου, όπως ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος δέχεται την Αγία Γραφή, η οποία μας πληροφορεί για αλήθειες ως για γεγονότα γνωστά και αναμφίβολα.

Όσα έλεγε ο Γέροντας δεν ήταν καρπός διανοητικής επινόησης. Όχι. Η εσωτερική του πορεία ήταν εντελώς διαφορετική. Η αληθινή πείρα και η υπαρξιακή γνώση προηγούνταν των λόγων του. Γι’ αυτό και τα λόγια του είχαν τον χαρακτήρα θετικής μαρτυρίας για γεγονότα του πνευματικού κόσμου. Του ήταν ξένη, ως κάτι περιττό, η αναζήτηση λογικών αποδείξεων που πορεύονται από τα κάτω, οι οποίες άλλωστε είναι ασυνήθιστες και στην Αγία Γραφή. Όπως ο Ιωάννης ο Θεολόγος, έτσι και εκείνος έλεγε: «Ἡμεῖς οἴδαμεν» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 14 κ.ά.).

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τα γραπτά του Γέροντα:

«Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι, ὅσον μεγαλυτέρα εἶναι ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον μεγαλυτέρα ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς. Ὅσον πληρεστέρα ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον πληρεστέρα ἡ γνῶσις. Ὅσον φλογερωτέρα ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον ἐμπυρωτέρα ἡ προσευχή. Ὅσον τελειοτέρα ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον ἁγιώτερος ὁ βίος».

Καθεμία από αυτές τις τέσσερις θέσεις θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως πολύτιμη κατάληξη βαθύτατων φιλοσοφικών, ψυχολογικών και θεολογικών ερευνών· αλλά αυτές δεν είναι αναγκαίες για τον Γέροντα και εκείνος δεν κατεβαίνει μέχρι αυτές.

Είπαμε ήδη ότι η επικοινωνία με τον Γέροντα είχε εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα. Μέσα από τις συνομιλίες του, απλές ως προς τη μορφή, και μέσα από την προσευχή του, γνώριζε να μεταφέρει τον συνομιλητή του σε έναν ιδιαίτερο κόσμο. Το σημαντικότερο ήταν ότι ο συνομιλητής εισερχόταν σε εκείνον τον κόσμο όχι αφηρημένα, αλλά μέσω της εσωτερικής πείρας που του μεταδιδόταν.

Στην πραγματικότητα όμως, από όσο γνωρίζουμε, δύσκολα μπορούσε κάποιος να διατηρήσει την κατάσταση που του είχε δοθεί και να πραγματοποιήσει αργότερα στη ζωή του όσα είχε γνωρίσει κατά την επικοινωνία μαζί του. Αναμφίβολα, σε όλη την κατοπινή ζωή τους η απώλεια αυτής της χάριτος γινόταν γι’ αυτούς ατελείωτη πηγή θλίψης, γιατί δεν μπορεί να μη θλίβεται η ψυχή που αξιώθηκε τέτοιου φωτός και ύστερα το στερήθηκε.

Και όμως, ακόμη πιο λυπηρό και απελπιστικό είναι να αγνοεί κανείς εντελώς αυτό το φως και, ακόμη περισσότερο, όπως συμβαίνει συχνά, να μην υποψιάζεται καν την ύπαρξή του.

Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι πολλοί πλησίαζαν με αγάπη τον Γέροντα για νουθεσία, αργότερα όμως απομακρύνονταν, επειδή δεν μπορούσαν να ζήσουν σύμφωνα με τον λόγο του. Ο λόγος του ήταν απλός, ήρεμος, αγαθός, ιλαρός· αλλά για να τον ακολουθήσει κανείς, έπρεπε να έχει εκείνη την αμείλικτη στάση απέναντι στον εαυτό του που είχε ο ίδιος ο Γέροντας. Έπρεπε να έχει εκείνη την τόλμη που ο Κύριος απαιτεί από όσους Τον ακολουθούν, δηλαδή το «μισεῖν τὴν ἑαυτῶν ψυχήν» (Λουκ. ιδ΄ 26).

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Έλεγε ο Γέροντας:

«Είναι καλό πάντοτε να ζητάς από τον Θεό “σύνεσιν ἐν πᾶσι”, για το τι και πώς πρέπει να πράξεις ή να πεις. Με άλλα λόγια, σε κάθε περίσταση πρέπει να ζητάς την επίγνωση του θελήματος του Θεού και τις οδούς για την εκπλήρωσή του.

Η αναζήτηση του θελήματος του Θεού είναι το σπουδαιότερο έργο της ζωής μας, γιατί “ὁδεύοντες τὴν ὁδὸν” του θελήματος του Θεού γινόμαστε μέτοχοι της αιώνιας θείας ζωής.

Η γνώση του θελήματος του Θεού είναι δυνατή με διάφορους τρόπους. Ένας από αυτούς είναι ο λόγος του Θεού, οι εντολές του Χριστού. Αλλά στις ευαγγελικές εντολές, παρά την τελειότητά τους ή, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας της τελειότητάς τους, το θέλημα του Θεού αποκαλύπτεται στην τελική και γενική του έννοια· και ο άνθρωπος στη ζωή του, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ατελείωτη ποικιλία περιστάσεων, συχνά δεν γνωρίζει πώς πρέπει να ενεργήσει, ώστε η πράξη του να βρεθεί μέσα στο ρεύμα του θείου θελήματος».

Για να έχει μια πράξη, μια ενέργεια, καλό τέλος, δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς μόνο τη γενική έκφραση του θελήματος του Θεού στις εντολές, δηλαδή: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»· είναι ακόμη απαραίτητος ο φωτισμός από τον Θεό σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι εντολές θα πραγματοποιηθούν μέσα στη ζωή. Επιπλέον, είναι απαραίτητη και η «ἐξ ὕψους δύναμις» (Λουκ. κδ΄ 49).

Εκείνος που απέκτησε μέσα στην καρδιά του την αγάπη του Θεού και κινείται από αυτήν ενεργεί με κίνητρα που προσεγγίζουν το θέλημα του Θεού· το προσεγγίζουν, αλλά δεν είναι τέλεια. Το ανέφικτο της πλήρους τελειότητας καθιστά αναγκαία για όλους ανεξαιρέτως την ακατάπαυστη στροφή προς τον Θεό με προσευχή, για φωτισμό και βοήθεια.

Δεν είναι ανέφικτη μόνο η τελειότητα της αγάπης, αλλά και το πλήρωμα της γνώσης. Μια πράξη που προέρχεται, θα έλεγε κανείς, από την καλύτερη πρόθεση, έχει συχνά ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Αυτό συμβαίνει επειδή τα μέσα ή ο τρόπος της πραγματοποίησης δεν είναι κατάλληλα για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Πολλές φορές ακούμε κάποιον να δικαιολογείται λέγοντας ότι είχε καλή πρόθεση· αυτό όμως δεν αρκεί. Και από τέτοια σφάλματα είναι γεμάτη η ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό εκείνος που αγαπά τον Θεό ζητά πάντοτε την άνωθεν υπόδειξη, κρατώντας διαρκώς το αυτί της καρδιάς του στραμμένο προς τη φωνή του Θεού.

Στην πράξη αυτό γίνεται ως εξής: κάθε χριστιανός, και ιδιαίτερα ο επίσκοπος ή ο ιερέας, όταν βρεθεί μπροστά στην ανάγκη να βρει, σε αυτήν ή εκείνη την περίπτωση, μια λύση σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, αποδεσμεύεται εσωτερικά από όλες τις γνώσεις του, τις προκαταλήψεις, τις επιθυμίες και τα σχέδιά του. Τότε, ελεύθερος από καθετί «δικό του», προσεύχεται με προσοχή μέσα στην καρδιά του προς τον Θεό και δέχεται ως άνωθεν υπόδειξη το πρώτο που γεννιέται μέσα στην ψυχή του από αυτή την προσευχή.

Μια τέτοια αναζήτηση της επίγνωσης του θελήματος του Θεού, με την άμεση στροφή προς Αυτόν μέσα στην προσευχή, ιδιαίτερα σε καιρό ανάγκης ή θλίψης, οδηγεί τον άνθρωπο στην κατάσταση για την οποία μιλά ο Γέροντας:

«Ακούει μέσα στην ψυχή του απάντηση από τον Θεό και μαθαίνει να κατανοεί την καθοδήγησή Του... Έτσι όλοι πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε το θέλημα του Θεού, γιατί, αν δεν μάθουμε, ποτέ δεν θα γνωρίσουμε αυτή την οδό».

Αυτή η εργασία, στην τελειότερη μορφή της, προϋποθέτει τη συνήθεια της αδιάλειπτης προσευχής με την προσοχή συγκρατημένη μέσα στην καρδιά. Για να ακούσει όμως ο άνθρωπος με μεγαλύτερη βεβαιότητα τη φωνή του Κυρίου μέσα του, οφείλει να απογυμνωθεί από το δικό του θέλημα και να είναι έτοιμος για κάθε θυσία, όπως ο Αβραάμ, και μάλιστα, κατά τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, όπως ο Ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος «ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλ. β΄ 8).

Εκείνος που εισήλθε σε αυτή την οδό θα προοδεύσει, αν γνώρισε από προσωπική πείρα πώς ενεργεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα στον άνθρωπο και αν στην καρδιά του ρίζωσε βαθιά η αυταπάρνηση, δηλαδή η αποφασιστική αποκοπή του δικού του θελήματος, για χάρη της επίτευξης και της εκπλήρωσης του αγίου θελήματος του Θεού.

Σε αυτόν αποκαλύπτεται το αληθινό νόημα της ερώτησης του Γέροντα Σιλουανού προς τον Πατέρα Στρατόνικο: «Πῶς ὁμιλοῦν οἱ τέλειοι;». Σε αυτόν γίνονται οικεία τα λόγια των Αγίων Πατέρων: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. ιε΄ 28). Αυτός θα κατανοήσει σαφέστερα τα χωρία της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπου γίνεται λόγος για έναν παρόμοιο άμεσο διάλογο της ψυχής με τον Θεό· θα πλησιάσει στην αληθινή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μιλούν οι Απόστολοι και οι Προφήτες.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν» Θεοῦ και κλήθηκε στο πλήρωμα της άμεσης κοινωνίας μαζί Του. Γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως θα έπρεπε να ακολουθήσουν αυτή την πορεία· από την πείρα όμως αποδεικνύεται ότι αυτό δεν είναι καθόλου προσιτό σε όλους. Και τούτο επειδή οι περισσότεροι ούτε ακούν ούτε κατανοούν μέσα στην καρδιά τους την πράα φωνή του Θεού, αλλά ακολουθούν μάλλον τη θορυβώδη φωνή του πάθους που κατοικεί μέσα στην ψυχή τους.

Μέσα στην Εκκλησία, ως διέξοδος από αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση, παρουσιάζεται μια άλλη οδός: η ερώτηση προς τον πνευματικό πατέρα και η υπακοή σε αυτόν. Ο ίδιος ο Γέροντας αγαπούσε αυτή την οδό, αυτήν ακολουθούσε, αυτήν υπεδείκνυε και γι’ αυτήν έγραφε.

Την ταπεινή οδό της υπακοής τη θεωρούσε γενικά ως την ασφαλέστερη. Πίστευε σταθερά ότι, χάρη στην πίστη εκείνου που ρωτά, η απάντηση του πνευματικού θα είναι πάντοτε ωφέλιμη και θεάρεστη. Η πίστη του στη δύναμη του μυστηρίου της Εκκλησίας και ιδιαίτερα στη χάρη της ιεροσύνης στερεώθηκε ακόμη περισσότερο όταν, στο Παλαιό Ρωσικό, κατά τη διάρκεια ενός εσπερινού της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είδε τον πνευματικό Γέροντα Αβραάμιο αλλοιωμένο, «κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ», «ανέκφραστα λαμπρό».

Γεμάτος από χαρισματική πίστη, ζούσε μέσα στην πραγματικότητα των μυστηρίων της Εκκλησίας· θυμόμαστε όμως ότι θεωρούσε πως και «κατ’ άνθρωπον», δηλαδή και στο ψυχολογικό επίπεδο, είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την υπεροχή της υπακοής στον πνευματικό. Έλεγε ότι ο πνευματικός, εκτελώντας τη διακονία του, δίνει απάντηση στο ερώτημα απαλλαγμένος εκείνη τη στιγμή από την ενέργεια του πάθους υπό την επίδραση του οποίου βρίσκεται εκείνος που ρωτά. Γι’ αυτό ο πνευματικός βλέπει καθαρότερα τα πράγματα και είναι περισσότερο δεκτικός στην ενέργεια της χάρης του Θεού.

Η απάντηση του πνευματικού, κατά κανόνα, θα φέρει τη σφραγίδα της ατέλειας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πνευματικός στερείται τη χάρη της γνώσης του τελείου, αλλά ότι το τέλειο υπερβαίνει τις δυνάμεις εκείνου που ρωτά. Παρά την ατέλεια της υπόδειξης του πνευματικού, αν αυτή γίνει δεκτή με πίστη και πράγματι εκπληρωθεί, οδηγεί πάντοτε σε αύξηση προς το αγαθό. Η οδός αυτή όμως διαστρέφεται συνήθως όταν εκείνος που ρωτά, βλέποντας μπροστά του έναν «άνθρωπο», κλονίζεται ως προς την πίστη και δεν δέχεται τον πρώτο λόγο του πνευματικού, αλλά αντιλέγει, αντιπαραθέτοντας τις δικές του ιδέες και αμφιβολίες.

Για αυτό το σπουδαίο θέμα συνομίλησε ο Γέροντας Σιλουανός με τον Ηγούμενο Αρχιμανδρίτη Μισαήλ (+22 Ιανουαρίου 1940), άνθρωπο πνευματικό, στον οποίο αναπαυόταν ο Θεός και τον οποίο φανερά προστάτευε.

Ρώτησε ο Πατήρ Σιλουανός τον Ηγούμενο:

– Πώς μπορεί ο μοναχός να γνωρίσει το θέλημα του Θεού;

– Οφείλει να δέχεται τον πρώτο μου λόγο ως το θέλημα του Θεού, είπε ο Ηγούμενος. Σε εκείνον που πράττει έτσι αναπαύεται η χάρη του Θεού. Αν όμως κάποιος μου αντιτίθεται, τότε εγώ, ως άνθρωπος, υποχωρώ.

Ο λόγος του Ηγουμένου Μισαήλ έχει την εξής έννοια:

Ο πνευματικός πατέρας, όταν τον ρωτούν, ζητά με την προσευχή σύνεση από τον Θεό, αλλά ως άνθρωπος απαντά κατά το μέτρο της πίστης του, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν» (Β΄ Κορ. δ΄ 13), και «ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 9).

Ο πνευματικός, στην προσπάθειά του να μη σφάλει ο ίδιος όταν δίνει συμβουλή ή υπόδειξη, βρίσκεται υπό την κρίση του Θεού. Γι’ αυτό, μόλις συναντήσει αντίρρηση ή ακόμη και εσωτερική αντίσταση από εκείνον που ρωτά, συνήθως δεν επιμένει στον λόγο του, δεν τολμά να τον επιβεβαιώσει ως έκφραση του θελήματος του Θεού και «ως άνθρωπος υποχωρεί».

Η στάση αυτή ήταν φανερή στη ζωή του Ηγουμένου Μισαήλ. Κάποτε κάλεσε έναν αρχάριο μοναχό, τον Πατέρα Σ., και του ανέθεσε ένα περίπλοκο και δύσκολο διακόνημα. Ο υποτακτικός το δέχθηκε πρόθυμα και, αφού έκανε τη συνηθισμένη μετάνοια, κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ξαφνικά ο Ηγούμενος τον κάλεσε πίσω. Ο υποτακτικός στράφηκε προς αυτόν. Σκύβοντας το κεφάλι στο στήθος, ο Ηγούμενος είπε ήρεμα αλλά σοβαρά:

– Πάτερ Σ., να θυμάσαι: ο Θεός δεν κρίνει δύο φορές. Γι’ αυτό, όταν εσύ κάνεις κάτι από υπακοή σε μένα, τότε εγώ θα κριθώ από τον Θεό, ενώ εσύ θα είσαι ελεύθερος από απολογία.

Αν κάποιος διαφωνούσε με την εντολή ή την καθοδήγηση του Ηγουμένου Μισαήλ, έστω και ελάχιστα, τότε εκείνος ο κατά τα άλλα ανδρείος ασκητής, παρά τη διοικητική εξουσία που ασκούσε, συνήθως απαντούσε:

– Αν είναι έτσι, καλώς... κάντε όπως θέλετε.

Και δεν επαναλάμβανε τον λόγο του. Και ο Γέροντας Σιλουανός επίσης, όταν συναντούσε αντίσταση, αμέσως σιωπούσε.

Γιατί συνέβαινε αυτό; Επειδή, από τη μία, το Πνεύμα του Θεού δεν δέχεται ούτε βία ούτε φιλονικία και, από την άλλη, το θέλημα του Θεού, επειδή έχει υπερβατικό χαρακτήρα, δεν εκφράζεται με απόλυτη πληρότητα ούτε μπορεί να περικλειστεί στον λόγο του πνευματικού, ο οποίος αναπόφευκτα φέρει τη σφραγίδα της σχετικότητας.

Έτσι, μόνο εκείνος που δέχεται τον λόγο ως αρεστό στον Θεό, χωρίς να τον υποβάλλει στη δική του κρίση ή, όπως συνήθως λέγεται, «χωρίς αντιλογία», μόνο αυτός βρίσκει την αληθινή οδό, επειδή πράγματι πιστεύει ότι «παρὰ τῷ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι» (Ματθ. ιθ΄ 26).

Αυτή είναι η οδός της πίστης, γνωστή και επιβεβαιωμένη από τη μακραίωνη πείρα της Εκκλησίας.

Το να μιλά κανείς για αυτά τα θέματα, τα οποία αποτελούν αποκαλυμμένο μυστήριο της εν Χριστώ ζωής και ταυτόχρονα ξεπερνούν τα όρια της συνήθως ασθενούς πνευματικότητας, δεν είναι ποτέ ακίνδυνο. Γιατί πολλοί μπορούν να κατανοήσουν λανθασμένα τον λόγο, να τον εφαρμόσουν στην πράξη αντικανονικά και τότε, αντί να ωφεληθούν, μπορεί να ζημιωθούν, ιδιαίτερα αν ριχτούν στον αγώνα με υπερήφανη αυτοπεποίθηση.

Όταν κάποιος ζητούσε τη συμβουλή του Γέροντα, εκείνος δεν αγαπούσε ούτε ήθελε να τη δίνει «από τον δικό του νου». Θυμόταν τον λόγο του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ: «Όταν μιλούσα από τον νου μου, τότε συνέβαιναν λάθη», και πρόσθετε ότι «τα λάθη μπορεί να είναι μικρά, αλλά μπορεί να είναι και μεγάλα».

Η κατάσταση εκείνη για την οποία μίλησε ο Γέροντας στον Πατέρα Στρατόνικο, δηλαδή ότι «οι τέλειοι δεν λένε τίποτε από τον εαυτό τους... λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα», δεν χορηγείται πάντοτε στον ίδιο βαθμό ούτε και σε εκείνους που έχουν πλησιάσει την τελειότητα. Οι Απόστολοι και οι άλλοι Άγιοι δεν επιτελούσαν πάντοτε θαύματα, και το προφητικό Πνεύμα δεν ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο στους Προφήτες· άλλοτε ενεργούσε με μεγάλη δύναμη και άλλοτε τους εγκατέλειπε.

Ο Γέροντας διέκρινε καθαρά τον «λόγο από πείρα» από την άμεση έμπνευση από τον Θεό, δηλαδή από τον λόγο που «δίνει το Πνεύμα». Πολύτιμος είναι και ο πρώτος, αλλά υψηλότερος και βεβαιότερος ο δεύτερος (βλ. Α΄ Κορ. ζ΄ 25). Μερικές φορές έλεγε με βεβαιότητα και ακρίβεια σε εκείνον που ρωτούσε ότι το θέλημα του Θεού είναι αυτό ή εκείνο... Άλλοτε απαντούσε ότι δεν γνωρίζει το θέλημα του Θεού. Έλεγε ότι πολλές φορές ο Κύριος δεν αποκαλύπτει το θέλημά Του ούτε ακόμη και στους αγίους, επειδή εκείνος που τους ρωτά απευθύνεται σε αυτούς με δίψυχη καρδιά.

Κατά τον λόγο του Γέροντα, εκείνος που προσεύχεται συνεχώς και με προσοχή γνωρίζει πολλές μεταβολές: πόλεμο με τον εχθρό, πάλη με τους ανθρώπους, πάλη με τον εαυτό του, αγώνα κατά των παθών και της φαντασίας, και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο νους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θολώνεται και τα πάντα γίνονται ασαφή. Όταν όμως έρθει η καθαρή προσευχή και ο νους, ενωμένος με την καρδιά, στέκεται ήσυχα ενώπιον του Θεού, και η ψυχή αισθάνεται μέσα της τη χάρη και παραδίδεται στο θέλημα του Θεού, ελεύθερη από τη σκοτεινή ενέργεια των παθών και της φαντασίας, τότε εκείνος που προσεύχεται ακούει καθαρά την υπόδειξη της χάρης.

Όταν κάποιος επιδίδεται σε αυτό το έργο της αναζήτησης του θελήματος του Θεού μέσω της προσευχής, χωρίς ακόμη να έχει επαρκή πείρα και χωρίς να μπορεί «από τη γεύση» να διακρίνει με ακρίβεια την ενέργεια της χάρης από τις εκδηλώσεις των παθών, ιδιαίτερα της υπερηφάνειας, τότε είναι απαραίτητο να απευθύνεται σε πνευματικό οδηγό. Ο ίδιος όμως, όταν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πνευματικό φαινόμενο, πριν από την κρίση του οδηγού πρέπει να τηρεί αυστηρά την ασκητική αρχή: «Μη δέχεσαι και μη απορρίπτεις».

«Μη δεχόμενος», ο χριστιανός προφυλάσσει τον εαυτό του από τον κίνδυνο να δεχθεί δαιμονική ενέργεια ή υποβολή ως προερχόμενη από τον Θεό και έτσι να συνηθίσει «προσέχειν πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων» (Α΄ Τιμ. δ΄ 1), και να προσφέρει θεία προσκύνηση στους δαίμονες.

«Μη απορρίπτοντας», ο άνθρωπος αποφεύγει έναν άλλο κίνδυνο: να αποδώσει τη θεία ενέργεια στους δαίμονες και έτσι να πέσει στο αμάρτημα της «βλασφημίας κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», όπως οι Φαρισαίοι, οι οποίοι απέδωσαν την εκδίωξη των δαιμονίων από τον Χριστό «τῷ Βεελζεβούλ, ἄρχοντι τῶν δαιμονίων» (Ματθ. θ΄ 34, ιβ΄ 24).

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι φοβερότερος από τον πρώτο, γιατί η ψυχή μπορεί να συνηθίσει να αρνείται τη χάρη και να τη μισεί. Μπορεί μάλιστα να συνηθίσει τόσο στην κατάσταση της θεομαχίας, ώστε να προσδιοριστεί έτσι και για την αιωνιότητα. Γι’ αυτό αυτή η αμαρτία «οὐκ ἀφεθήσεται οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ. ιβ΄ 32). Στην πρώτη πλάνη η ψυχή μπορεί ευκολότερα να αναγνωρίσει το ψεύδος και με τη μετάνοια να επιτύχει τη σωτηρία, γιατί κάθε αμαρτία συγχωρείται, εκτός από την αμετανόητη.

Για αυτόν τον εξαιρετικά σημαντικό ασκητικό κανόνα, «μη δέχεσαι και μη απορρίπτεις», και για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται στη ζωή του χριστιανού, θα έπρεπε να μιλήσουμε εκτενέστερα· επειδή όμως στο παρόν βιβλίο έχουμε ως σκοπό να εκθέσουμε μόνο τις θεμελιώδεις θέσεις και όχι τις λεπτομέρειες, επιστρέφουμε στο προηγούμενο θέμα.

Η μέσω της προσευχής επίγνωση του θελήματος του Θεού, στην τελειότερη μορφή της, είναι φαινόμενο σπάνιο, κατορθωτό μόνο ύστερα από μακρούς κόπους, βαθιά πείρα, πάλη κατά των παθών, πολλούς και βαρείς πειρασμούς από τους δαίμονες από τη μία, και μεγάλες αντιλήψεις από τον Θεό από την άλλη.

Αλλά η θερμή προσευχή για τη θεία βοήθεια είναι έργο αγαθό και απαραίτητο σε όλους: σε προϊσταμένους και υποτακτικούς, μεγαλύτερους και νεότερους, διδάσκοντες και διδασκομένους, πατέρες και τέκνα. Ο Γέροντας επέμενε ότι όλοι χωρίς εξαίρεση, ανεξάρτητα από θέση, κατάσταση ή ηλικία, πάντοτε και σε όλα, ο καθένας όπως γνωρίζει, πρέπει να παρακαλούν τον Θεό ζητώντας νουθεσία, ώστε έτσι βαθμιαία να πλησιάζουν την πορεία τους προς τις οδούς του αγίου θελήματος του Θεού, μέχρι να φτάσουν στην τελειότητα.

ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: