Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel (5) Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική

Συνέχεια από Tετάρτη 29. Ιουλίου 2026

Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel 5

Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική

Του Roberto Mοrαni, 

Εκδόσεις Orthotes, 2019

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


3. Το πνεύμα είναι χρόνος (συνέχεια)

Το πνεύμα, το οποίο, στην ολότητα των σφαιρών του, συνιστά την ουσία του ανθρώπου, παρουσιάζει μια διπλή κίνηση: αφενός, πρόκειται για τη διαδικασία μέσω της οποίας το πνεύμα παράγει τον εαυτό του ως όλον· αφετέρου, για τη διαδικασία βάσει της οποίας το πνεύμα, στην ολότητά του, εμφανίζεται μέσα στον χρόνο και πραγματώνεται θετικά ή αρνητικά. Ας εξετάσουμε την πρώτη από τις δύο διαδικασίες: ο Hegel θεωρεί ότι το πνεύμα είναι μια ζωντανή ολότητα (Enz., §379) σφαιρών —υποκειμενικό, αντικειμενικό και απόλυτο πνεύμα— και στιγμών, και ότι οι βαθμίδες του δεν σχετίζονται μεταξύ τους, όπως εκείνες της φύσης, με τον τρόπο της αδιάφορης συνύπαρξης:

«Η συγκεκριμένη φύση του πνεύματος παρουσιάζει, σε όποιον επιχειρεί να την εξετάσει, την εξής ιδιαίτερη δυσκολία: οι βαθμίδες της ανάπτυξης της έννοιάς του δεν παραμένουν ως ιδιαίτερες υπάρξεις εδώθεν και απέναντι από τα ανώτερα μορφώματά του, όπως συμβαίνει στην εξωτερική φύση» (Enz., §380).

Στη φύση, οι αρχικές βαθμίδες παραμένουν χωρισμένες από εκείνες που ακολουθούν, διότι στερούνται τις δυνατότητες που θα αναπτυχθούν μόνο στις μεταγενέστερες βαθμίδες· για παράδειγμα, η οργανική ζωή περιλαμβάνει εντός της την ανόργανη ζωή, αλλά η τελευταία δεν περιλαμβάνει, αντιστρόφως, την πρώτη. Η συγκεκριμένη φύση του πνεύματος συνίσταται στο γεγονός ότι οι αρχικές βαθμίδες δεν παραμένουν χωρισμένες από τις μεταγενέστερες: η κίνηση του πνεύματος είναι ένα αιώνιο Kreislauf, μια αιώνια κυκλική πορεία, στην οποία, αφενός, ήδη στις κατώτερες βαθμίδες είναι παρούσα ολόκληρη η ύψιστη πνευματικότητα —οι αρχικές βαθμίδες περιέχουν δυνάμει τις επόμενες— και, αφετέρου, όταν η διαδικασία φθάνει σε μια ανώτερη σφαίρα ή στιγμή, οι προηγούμενες βαθμίδες δεν εκμηδενίζονται. «Αντιθέτως, οι προσδιορισμοί και οι βαθμίδες του πνεύματος υφίστανται, στις ανώτερες βαθμίδες της ανάπτυξης, μόνο ως στιγμές και καταστάσεις» (ibidem).

Οι προηγούμενες βαθμίδες υπάρχουν ως μορφές, ως εσωτερικές δομές που καθιστούν δυνατή την εκδήλωση του ανώτερου πνευματικού περιεχομένου. Οι προσδιορισμοί του υποκειμενικού πνεύματος, όπως η αίσθηση, συνιστούν δομές που επανεμφανίζονται σε διαφορετικά επίπεδα της ζωής του πνεύματος· για παράδειγμα, υπάρχει ηθική, καλλιτεχνική, θρησκευτική και φιλοσοφική αίσθηση, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να αναχθεί στις άλλες. Στην Ανθρωπολογία, ο Hegel θεματοποιεί την αίσθηση, διακρίνοντάς την ως μορφή από τα συγκεκριμένα περιεχόμενά της, καθώς περιγράφει μια ιδεατή διαδοχή προσδιορισμών, οι οποίοι είναι όλοι συγχρονικά συμπαρόντες και συγκροτητικοί του πνεύματος.

Οι βαθμίδες από τις οποίες διέρχεται η ανάπτυξη του πνεύματος παράγονται από τις προηγούμενες βαθμίδες, αλλά, από τη στιγμή που αναδύονται, τις περιλαμβάνουν στο εσωτερικό τους: η Aufhebung —η άρση— των προηγούμενων βαθμίδων αποτελεί τόσο άρνηση όσο και διατήρηση, διότι οι βαθμίδες που έχουν αρθεί δεν εκμηδενίζονται με την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά διατηρούνται, με ολόκληρη τη δυνητικότητά τους, στην ουσία του πνεύματος, στην αρνητική ολότητά του.


Η κίνηση που περιγράφηκε δεν είναι γραμμική: οι προηγούμενες βαθμίδες, μολονότι παράγουν ό,τι ακολουθεί, εξαρτώνται από τις ανώτερες βαθμίδες· επομένως, η προς τα εμπρός πορεία αποτελεί επιστροφή στο θεμέλιο από το οποίο εξαρτάται η απαρχή της διαδικασίας. Η ιδεατή και κυκλική κίνηση του πνεύματος, στην οποία «η προς τα εμπρός πορεία είναι μια επιστροφή προς τα πίσω, προς το θεμέλιο, προς το πρωταρχικό, προς το αληθινό» (WL I 1832, 57· 56), αποτελεί μια Erinnerung, μια ενθύμηση και εσωτερίκευση στην ουσία του πνεύματος: αφενός, ένα Insichgehen, μια κατάδυση στον εαυτό, στο άχρονο παρελθόν που το πνεύμα ήταν ανέκαθεν· αφετέρου, μια παραγωγή των προσδιορισμών από τη νύχτα του Werden zu sich, του γίγνεσθαι προς τον εαυτό, της καθαρής αρνητικότητας.

Η εννοιακή κίνηση της διαλεκτικής αυτοπαραγωγής του πνεύματος, υπερβαίνοντας την Erzählung, την αφήγηση που βασίζεται στην τυχαία σειραϊκότητα των στιγμών της Zeitfolge, της χρονικής ακολουθίας, εγκαθιδρύει τη διαδικασία της Folge des Begriffs, της ακολουθίας της έννοιας. Την κίνηση αυτή ο Hegel την αποκαλεί επίσης εσωτερική Erinnerung: είναι ο πρωταρχικός χρόνος που επιτρέπει στο πνεύμα να γίνεται ο εαυτός του και να χρονικοποιείται στις πραγματικές και διαφοροποιημένες χρονικές μορφές του υποκειμενικού, του αντικειμενικού και του απόλυτου πνεύματος.

Η αιωνιότητα, δηλαδή η απόλυτη αρνητικότητα, η έννοια του χρόνου, αποτελεί την αρχή της ταυτότητας του Εγώ με τον εαυτό του, καθόσον δηλώνει το πνεύμα μέσα στην έννοιά του ως όλον: «Το πνεύμα βρίσκεται πέρα από τον χρόνο, διότι αυτό που είναι ως τέτοιο αποτελεί την ίδια την έννοια του χρόνου· είναι αιώνιο, καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό, και δεν κατακερματίζεται μέσα στον χρόνο, επειδή δεν χάνεται σε μία από τις πλευρές της διαδικασίας του» (Enz., §258Z). Στην ίδια προσθήκη ο Hegel παρατηρεί ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στο αν κάτι αποτελεί ολόκληρη τη διαδικασία ή μόνο ένα μέρος της: στην πρώτη περίπτωση είναι prozeßlos, δεν υπάγεται δηλαδή σε μια διαδικασία εξωτερική προς αυτό.

Υπάρχουν, ωστόσο, δύο τρόποι τού να είναι κάτι prozeßlos, οι οποίοι αντιστοιχούν σε δύο τρόπους ύπαρξης του καθολικού. Εκείνο που δεν βρίσκεται μέσα στον χρόνο και φαίνεται να διαφεύγει από τη φθαρτότητα των χρονικών πραγμάτων επειδή διαρκεί, είναι το αφηρημένο καθολικό της ανόργανης φύσης. Ο Hegel αναφέρει τον χώρο και τον χρόνο, τον ήλιο, τα στοιχεία, τους βράχους, τα βουνά και γενικά την ανόργανη φύση, αλλά και τα έργα των ανθρώπων, όπως οι πυραμίδες, και προσθέτει ότι η διάρκειά τους δεν αποτελεί καθόλου ένδειξη υπεροχής. Εκείνο που διαρκεί θεωρείται ανώτερο από εκείνο που παρέρχεται, αλλά κάθε άνθηση, κάθε ωραία ζωτικότητα, γνωρίζει έναν πρόωρο θάνατο (Enz., §258Z).

Αυτός ο τρόπος τού να είναι κάτι prozeßlos προσιδιάζει στα φυσικά πράγματα, για τα οποία, επειδή είναι πεπερασμένα και επομένως υπόκεινται στον χρόνο (Enz., §258A), η διαδικασία συνεπάγεται μετάβαση και υπέρβαση του ίδιου τους του εαυτού. Το prozeßlos της ολότητας της διαδικασίας προσλαμβάνει, όμως, και ένα άλλο νόημα, το οποίο δεν δηλώνει απουσία κίνησης, όπως η απλή διάρκεια, αλλά εκείνη την ιδιαίτερη κίνηση που ορίζεται ως Prozeß in sich selbst, διαδικασία εντός του ίδιου του εαυτού της. Αυτή η διαδικασία εντός του εαυτού της, η οποία δεν χάνεται μέσα στο άλλο, επειδή επιστρέφει στον εαυτό της, είναι μια αιώνια διαδικασία: «Τα γένη, ως Ιδέα, είναι αιώνια, επειδή αποτελούν τη διαδικασία εντός του ίδιου του εαυτού της [der Prozeß in sich selbst]. Για μία ακόμη φορά ο Hegel αναφέρεται στην κίνηση του πνεύματος, διότι μόνο μέσα στο πνεύμα το γένος είναι καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό στην αιωνιότητά του» (Enz., §370Z).

Η εντός του εαυτού της διαδικασία του πνεύματος, η οποία δεν εμπίπτει στον χρόνο και ταυτίζεται με την κίνηση της αιωνιότητας, είναι η κίνηση χάρη στην οποία το πνεύμα, προχωρώντας προς τις ανώτερες βαθμίδες, επιστρέφει προς τα πίσω και καταδύεται στην ουσία, στη Nacht der Aufbewahrung, στη νύχτα της διαφύλαξης, η οποία διατηρεί τις βαθμίδες που έχουν αρθεί και εμπεριέχει τις επόμενες βαθμίδες. Το πνεύμα, ως συγκεκριμένο καθολικό, είναι prozeßlos, καθόσον, πριν πραγματωθεί μέσα στον χρόνο, αποτελεί το Prozeß in sich selbst, τη διαδικασία εντός του ίδιου του εαυτού της, η οποία διέπει την παραγωγή των σφαιρών και των στιγμών του.


Ας διαβάσουμε για μία ακόμη φορά το χωρίο του Hegel: «Το πνεύμα βρίσκεται πέρα από τον χρόνο, διότι αυτό που είναι ως τέτοιο αποτελεί την ίδια την έννοια του χρόνου· είναι αιώνιο, καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό, και δεν κατακερματίζεται μέσα στον χρόνο, επειδή δεν χάνεται σε μία από τις πλευρές της διαδικασίας του» (Enz., §258Z). Το πνεύμα βρίσκεται πέρα από τον φυσικό χρόνο· δεν υφίσταται την εξουσία του χρόνου όπως τα φυσικά πράγματα· αντιθέτως, είναι die Macht der Zeit, η δύναμη του χρόνου (Enz., §258A), επειδή ο χρόνος δεν παρεμποδίζει αλλά προάγει την εντός του εαυτού του διαδικασία.

Το πνεύμα είναι αιώνιο, αλλά η αιωνιότητα δεν πρέπει να νοηθεί ως άρνηση του χρόνου überhaupt, του χρόνου εν γένει, όπως συνέβη στην οντοθεολογική παράδοση εξαιτίας της επικράτησης του υποστασιοκρατικού παραδείγματος και της προαντίληψης του Είναι ως παρουσίας. Για τον Hegel, η αιωνιότητα του πνεύματος αρνείται απλώς μια καθορισμένη διαμόρφωση του χρόνου: την εξωτερικότητα του φυσικού χρόνου. Χάρη στην υπέρβαση της εξωτερικότητας, η ιδεατή διαλεκτική του πνεύματος ταυτίζεται με την εννοιακή δομή του χρόνου, με την άρνηση της άρνησης υπό τη μορφή της καθαρής ή απόλυτης αρνητικότητας. Επομένως, το πνεύμα, ως έννοια του χρόνου, αποκαλύπτεται ως ο συστηματικός τόπος του χρόνου στον Hegel²⁶.

Κεφάλαιο 2

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ HEGEL

1. Η πολλαπλότητα των μορφών του χρόνου


Σημειώσεις:

²³ Στο Fragment zur Philosophie des Geistes ο Hegel δείχνει ότι το πνεύμα δεν αποτελεί μια γενική ουσία, αλλά την οντολογική δομή του ανθρώπου: «Η φιλοσοφία του πνεύματος έχει ως αντικείμενό της το πνεύμα ως τον εσωτερικό μας Εαυτό» (Frag., 17· 91).

²⁴ Είναι σημαντικό ότι ο Hegel, προτού εκθέσει την εννοιακή κίνηση που περιγράφεται στη Geistesphilosophie, ασκεί πολεμική κατά της συνηθισμένης αντίληψης της ψυχολογίας, η οποία παρουσιάζει erzählungsweise [με αφηγηματικό τρόπο] τι είναι το πνεύμα ή η ψυχή (πρβλ. Enz., §387A). Ήδη στη Φαινομενολογία του πνεύματος ο Hegel επέκρινε τον αφηγηματικό και όχι εννοιακό τρόπο με τον οποίο προχωρεί η ψυχολογία που βασίζεται στην παρατήρηση: η παρατηρησιακή ψυχολογία «διατυπώνει καταρχάς τις αντιλήψεις της για τους καθολικούς τρόπους που της παρουσιάζονται μέσα στην ενεργό συνείδηση, και έτσι ανακαλύπτει ικανότητες, κλίσεις και πάθη διαφόρων ειδών» (PhG, 169· 205)· με αυτόν τον τρόπο, όμως, «εκείνο το πλήθος νόμων, σύμφωνα με τους οποίους το πνεύμα συμπεριφέρεται διαφορετικά απέναντι στις διαφορετικές μορφές της πραγματικής του ενεργότητας, νοείται ως ένα προϋπάρχον και δεδομένο Είναι-άλλο» (PhG, 169· 204).

Σε αντίθεση με τη φιλοσοφική θεώρηση του πνεύματος, η παρατηρησιακή ψυχολογία συνιστά μια μη πνευματική πραγμάτευση του πνεύματος, διότι θεωρεί τις ικανότητες και τις κλίσεις του ως αδρανή και νεκρά πράγματα και δεν αναγνωρίζει τις ανήσυχες κινήσεις τους. Και εδώ η πολεμική στρέφεται κατά του αφηγηματικού τρόπου παρουσίασης: «Όταν, όμως, κατά την ανακεφαλαιωτική αφήγηση [Hererzählung] αυτής της συλλογής, η ανάμνηση της ενότητας της αυτοσυνείδησης δεν αφήνεται να καταπνιγεί, τότε η παρατηρησιακή ψυχολογία πρέπει τουλάχιστον να καταλήξει να απορεί για το γεγονός ότι μέσα στο πνεύμα, σαν μέσα σε έναν σάκο, μπορούν να συνυπάρχουν τόσα αντικειμενικά πράγματα τόσο διαφορετικής ποιότητας, τόσο ετερογενή και τυχαία το ένα σε σχέση με το άλλο· ιδίως επειδή, επιπλέον, αυτά δεν εμφανίζονται ως νεκρά και αδρανή αντικειμενικά πράγματα, αλλά ως ανήσυχες κινήσεις» (PhG, 169· 205).

²⁵ Hegels Raum-Zeit-Lehre, ό.π., σ. 54.

²⁶ Όπως είναι γνωστό, η έκφραση systematische Ort ανήκει στον Heidegger. Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι ο «συστηματικός τόπος» μιας φιλοσοφικής ερμηνείας του χρόνου μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο της αντίληψης περί χρόνου που καθοδηγεί την ίδια την ερμηνεία (M. Heidegger, Sein und Zeit, ό.π., σ. 565· ιταλ. μτφρ. Essere e tempo, ό.π., σ. 501) και εφαρμόζοντας αυτή την αρχή στην εγελιανή πραγμάτευση του χρόνου, ο Heidegger ταυτίζει αυτόν τον συστηματικό τόπο, σύμφωνα με την αριστοτελική παράδοση, με τη Naturphilosophie. Περιορίζοντας τον συστηματικό τόπο σε thematischer Zusammenhang, δηλαδή στο συνολικό θεματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι §§257–259 της Εγκυκλοπαίδειας, ο Heidegger μπορεί να συμπεράνει ότι το θεματικό πλαίσιο είναι unmißverständlich, απολύτως σαφές (πρβλ. M. Heidegger, Logik. Die Frage nach der Wahrheit, Gesamtausgabe, τόμ. 21, Klostermann, Frankfurt a.M. 1976, σ. 251), και ότι ο Hegel συλλαμβάνει τον χρόνο «traditionell-dogmatisch als Jetzt-Zeit», δηλαδή παραδοσιακά και δογματικά ως χρόνο του Τώρα (M. Heidegger, Logik, ό.π., σ. 257).

Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ο Heidegger αντιλαμβάνεται τον συστηματικό τόπο, μαζί με τη σιωπή του σχετικά με την εγελιανή έννοια της αιωνιότητας, οδηγεί στην παρανόηση που ταυτίζει τον χρόνο της φύσης, πριν από την εμφάνιση της ζωής και του πνεύματος, με την αντίληψη του Hegel περί χρόνου. Ωστόσο, η εγελιανή παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο συστηματικός τόπος μιας φιλοσοφικής ερμηνείας του χρόνου μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο μιας αντίληψης περί χρόνου, περιέχει μια πολύτιμη υπόδειξη, εάν με την έννοια του systematische Ort εννοήσουμε τη σφαίρα μέσα στην οποία ο χρόνος υπάρχει σύμφωνα με την αρχή του και πραγματώνει εκείνες τις δυνατότητες που διαφορετικά θα παρέμεναν ανέκφραστες.

Στην περίπτωση αυτή, ο συστηματικός τόπος του χρόνου στον Hegel, ο οποίος πρέπει να λειτουργήσει ως κριτήριο για τη διερεύνησή του, είναι το πνεύμα: μόνο με αφετηρία την αιωνιότητα της ιδεατής κίνησης του πνεύματος είναι δυνατόν να κατανοηθούν ο χρόνος της ανόργανης φύσης και ο αντικειμενικός χρόνος της ζωής· διότι μόνο από τη σφαίρα στην οποία ο χρόνος και η έννοια είναι ταυτόσημα μπορεί να κατανοηθεί ο χρόνος τόσο της ανόργανης όσο και της οργανικής φύσης· μόνο με αφετηρία την απόλυτη αρνητικότητα της έννοιας του χρόνου μπορεί να κατανοηθεί η αρνητικότητα που «σχετίζεται αφηρημένα με τον εαυτό της» (Enz. A., §201A).

Ο χρόνος της φύσης είναι η δι’ εαυτήν αρνητικότητα, είναι άρνηση της άρνησης· αποτελεί, όμως, αυτή τη διπλασιασμένη άρνηση μόνο μέσα στη σφαίρα της εξωτερικότητας και, επομένως, την εκδηλώνει στην πιο αφηρημένη και τυπική βαθμίδα της. Δεν μπορεί το εξωτερικό επίπεδο της δι’ εαυτήν άρνησης να αποτελέσει κριτήριο για την κατανόηση του χρόνου του πνεύματος· αντιθέτως, η απόλυτη αρνητικότητα του πνεύματος είναι εκείνη που συνιστά το κριτήριο για την κατανόηση των ορίων της αρνητικότητας του φυσικού χρόνου.

Για τη χαϊντεγκεριανή ερμηνεία του χρόνου στον Hegel, πρβλ. J. Derrida, Ousia et grammé. Note sur une note de Sein und Zeit, στο ίδιο, Marges de la philosophie, Éditions de Minuit, Paris 1972, σσ. 33–78 (ιταλ. μτφρ. Ousia e grammé. Nota su una nota di Sein und Zeit, στο ίδιο, Margini della filosofia, επιμ. M. Iofrida, Einaudi, Torino 1997, σσ. 61–104)· D. Souche-Dagues, Une exégèse heideggérienne: le temps chez Hegel d’après le §82 de “Sein und Zeit”, στο «Revue de Métaphysique et de Morale», LXXXIV (1979), σσ. 101–120 (αργότερα στο ίδιο, Recherches hégéliennes. Infini et dialectique, Vrin, Paris 1994, σσ. 111–135)· V. Vitiello, Heidegger, Hegel e il problema del tempo, στο ίδιο, Dialettica ed ermeneutica. Hegel e Heidegger, Guida, Napoli 1979, σσ. 15–43.

Δεν υπάρχουν σχόλια: