Το υπόμνημα του Heidegger στον Kant, 1925–1936 β
Του Daniel O. Dahlstrom (Washington)
Philosophisches Jahrbuch, τόμ. 96, τεύχ. 2, το 1989, σσ. 343–366
2. Η ασταθής οντολογία
Ο Heidegger συνδέει τους πρώτους συλλογισμούς του για την κριτική φιλοσοφία με ένα κεντρικό ζήτημα της μαρβουργιανής ερμηνείας του Kant, δηλαδή με το ερώτημα της εννοιολογικής και της αρχιτεκτονικής ενότητας της KrV. Στην πρώτη παράδοσή του για τον Kant, ο Heidegger αποδίδει σε ορισμένες δογματικές προϋποθέσεις την έλλειψη μιας ρητής εξήγησης της σχέσης ανάμεσα στη διδασκαλία περί σχηματισμού και στις αρχές. Θεωρεί ότι, με αφετηρία «τον καντιανό προσδιορισμό του χρόνου», μπορεί να εξηγήσει όχι μόνο αυτή τη σχέση, αλλά και την ενότητα ολόκληρης της Κριτικής. Προσθέτει, ωστόσο, ότι, στο πλαίσιο εκείνης της πρώτης εξέτασης της κριτικής φιλοσοφίας —δηλαδή στο τελευταίο τρίτο της παράδοσης περί λογικής του χειμερινού εξαμήνου 1925/1926—, δεν μπορεί να παρουσιάσει «αυτή την περαιτέρω ερμηνεία» (L, 272). Δύο χρόνια αργότερα, όμως, ο Heidegger παραδίδει μια σειρά μαθημάτων, σκοπός της οποίας ήταν «να καταστήσει το ενιαίο όλον της KrV προσιτό στη φιλοσοφική κατανόηση» (PIK, 6).
Η φαινομενολογική ερμηνεία που παρουσιάζεται εδώ ακολουθεί, βέβαια, τις κατευθυντήριες γραμμές της ερμηνευτικής του Sein und Zeit, το οποίο είχε εν τω μεταξύ δημοσιευθεί. Παραπέμποντας στις παρατηρήσεις του ίδιου του Kant σχετικά με το θέμα της «ερμηνείας», ο Heidegger εξαγγέλλει ως έργο της παράδοσής του κατά το χειμερινό εξάμηνο 1927/1928 το να κατανοήσει τον Kant «καλύτερα από όσο εκείνος κατανοούσε τον ίδιο του τον εαυτό» (B, 370), και μάλιστα να προσδιορίσει «εκείνο που ο Kant θέλησε να πει» (PIK, 2–3· πρβλ. B, 862).
Αντίστοιχα, αντί μιας ερμηνευτικής ανάλυσης των προλόγων και των εισαγωγών της KrV, προτάσσει:
«Μια ελευθερότερη παρουσίαση του θεμελιώδους προβλήματος της “Κριτικής”» (σσ. 9–76), πριν από τις ερμηνείες του:
της υπερβατολογικής αισθητικής (σσ. 77–163) και
της αναλυτικής των εννοιών (σσ. 165–431).
2.3 Η παραγωγική φαντασία και το έργο της υπερβατολογικής λογικής
Ο Heidegger εισάγει την ερμηνεία του για την υπερβατολογική λογική με τη θέση ότι η «παραπλανητική» διαίρεση της υπερβατολογικής αναλυτικής «συσκοτίζει εντελώς την κεντρική ιδιομορφία ακριβώς του προβλήματος της ενοποίησης αισθητικότητας και διάνοιας» (PIK, 168· πρβλ. 198, 429 και το πρώτο δόγμα παραπάνω). Η απομονωτική ανάλυση των στοιχείων της αισθητικότητας συγκροτεί ολόκληρη την υπερβατολογική αισθητική, δηλαδή το πρώτο μέρος της KrV. Η αντίστοιχη ανάλυση των στοιχείων της σκέψης πραγματοποιείται, όμως, μόνο στο πρώτο βιβλίο —την «Αναλυτική των εννοιών»— του πρώτου τμήματος —της «Υπερβατολογικής αναλυτικής»— της υπερβατολογικής λογικής.
Αντιθέτως, η a priori ενοποίηση των «προηγουμένως απομονωμένων» στοιχείων καθίσταται πρόβλημα στο δεύτερο βιβλίο —την «Αναλυτική των αρχών»— της υπερβατολογικής αναλυτικής, όπου, επομένως, αυτή «στην πραγματικότητα δεν είναι πλέον λογική» (PIK, 166, 210 κ.ε.). Γι’ αυτό ο Heidegger προτείνει να διαβαστούν η υπερβατολογική αισθητική και η Αναλυτική των εννοιών ως τα δύο κατεξοχήν μέρη της Διδασκαλίας των στοιχείων, η σύνδεση των οποίων γίνεται το θέμα της Αναλυτικής των αρχών που ακολουθεί.
Η ένταξη της Αναλυτικής των αρχών στο πλαίσιο της υπερβατολογικής λογικής συγκαλύπτει, κατά την άποψη του Heidegger, «την έναρξη μιας νέας προβληματικής, η οποία ακριβώς δεν είναι πλέον μόνο μια προβληματική της λογικής, όπως ήταν η Αναλυτική των εννοιών» (PIK, 167). Στη διδασκαλία περί σχηματισμού, δηλαδή στο πρώτο κύριο κεφάλαιο μετά την Αναλυτική των εννοιών, βρίσκεται πράγματι «ο πυρήνας», «μια θεμελίωση της ίδιας της υπερβατολογικής παραγωγής» (PIK, 118, 168, 194, 209, 386, 429–431).
Μπορεί κανείς, έστω και με επιφυλάξεις, να συμφωνήσει ότι η διδασκαλία περί σχηματισμού εισάγει μια νέα προβληματική. Είναι επίσης ολοφάνερο ότι τα δύο κύρια κεφάλαια της Αναλυτικής των εννοιών αντιστοιχούν στη μεταφυσική και στην υπερβατολογική έκθεση της υπερβατολογικής αισθητικής. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν σαφώς εσφαλμένοι οι ισχυρισμοί ότι το πρόβλημα της ενοποίησης της αισθητικότητας και της διάνοιας αρχίζει μόνο μετά την Αναλυτική των εννοιών και ότι η Αναλυτική των εννοιών «είναι μόνο λογική». Ακόμη και αν κάποιος, όπως ο Heidegger, δεν μένει ικανοποιημένος από τις προσπάθειες του Kant να προσδιορίσει τη διαφορά ανάμεσα στη γενική και στην υπερβατολογική λογική, οι θέσεις αυτές αναιρούνται αποφασιστικά από την υπερβατολογική παραγωγή και, ιδίως, από τον ρόλο της υπερβατολογικής σύνθεσης της φαντασίας μέσα σε αυτήν την παραγωγή.
Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι ο Heidegger αντιφάσκει ρητά προς τη δική του ερμηνευτική πρόταση:
«Το πρώτο βιβλίο της υπερβατολογικής αναλυτικής, η Αναλυτική των εννοιών, δεν πρέπει να αξιολογείται ως μια απομονωμένη πραγμάτευση των κατηγοριών ως καθαρών εννοιών της διάνοιας […]· κατά βάθος, η υπερβατολογική λογική δεν είναι πουθενά λογική, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό» (PIK, 211 κ.ε.).
Επιπλέον, στην ίδια παράδοση ο Heidegger επιδιώκει να εξετάσει την καθαρή χρονική σύνθεση της παραγωγικής φαντασίας ως εκείνη τη θεμελιώδη σύνθεση αποκλειστικά στο πλαίσιο της Αναλυτικής των εννοιών.²⁴
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Heidegger ερμηνεύει το τρίτο τμήμα της πρώτης εκδοχής της υπερβατολογικής παραγωγής, στο οποίο ο Kant φαίνεται να τοποθετεί τη φαντασία πριν από την κατάληψη (Apperzeption) (PIK, 403–428). Ωστόσο, ο Heidegger δεν οικοδομεί την ερμηνεία του πρωτίστως πάνω σε εκείνη τη γνωστή, και αργότερα διαγραμμένη, αξίωση περί προτεραιότητας της φαντασίας.
Στο επίκεντρο της ερμηνείας βρίσκονται μάλλον χωρία από τη μεταφυσική παραγωγή (B 102–105) και από το πρώτο μισό της πρώτης εκδοχής της υπερβατολογικής παραγωγής (A 95–114), στο οποίο η φαντασία, κατά τα φαινόμενα, δεν διαθέτει καμία προτεραιότητα. «Το αποφασιστικό τμήμα» που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία αυτών των δύο χωρίων είναι η διδασκαλία περί σχηματισμού, μολονότι ο Heidegger δεν προχωρεί εδώ στη θεματοποίηση του κεφαλαίου περί σχηματισμού.
Η ερμηνεία επικεντρώνεται αρχικά (PIK, 257–302) στις παραγράφους της §10 που βρίσκονται ανάμεσα στον πίνακα των κρίσεων και στον πίνακα των κατηγοριών, στις οποίες η προβληματική της διδασκαλίας περί σχηματισμού «προλαμβάνεται» (PIK, 287). Ακολουθεί η ερμηνεία της πρώτης εκδοχής της υπερβατολογικής παραγωγής (PIK, 303–393), συνοδευόμενη από την προειδοποίηση:
«Μόνο με αφετηρία τη διδασκαλία περί σχηματισμού μπορεί, επομένως, να δικαιολογηθεί η παρούσα, καταρχάς βίαιη ερμηνεία» (PIK, 365· 402–403, 409, 414).
Κατά την άποψη του Heidegger, οι πρώτες έξι παράγραφοι της §10 δεν περιέχουν μόνο τη συνήθως παραβλεπόμενη εξήγηση της σχέσης ανάμεσα στον πίνακα των κρίσεων και στον πίνακα των κατηγοριών, αλλά ακόμη και «το ουσιωδέστερο από όσα πρέπει να ληφθούν υπόψη για το θετικό θεμελιώδες πρόβλημα της “Κριτικής”».²⁵ Ο Kant μιλά για μια σύνθεση η οποία «συγκεντρώνει τα στοιχεία σε γνώσεις και τα συνενώνει σε ένα ορισμένο περιεχόμενο· αποτελεί, επομένως, το πρώτο πράγμα στο οποίο πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας, εάν θέλουμε να κρίνουμε την πρώτη προέλευση της γνώσης μας» (B 103).
Ο Heidegger θεωρεί ότι εδώ επιβεβαιώνεται η θέση του πως ο Kant έχει πράγματι ενώπιόν του μία θεμελιώδη ρίζα της γνώσης. Η καταγωγική αυτή πηγή είναι, άλλωστε, μια σύνθεση η οποία, επειδή παράγει ένα περιεχόμενο, δεν πρέπει να νοηθεί ούτε με την έννοια της «λογικής λειτουργίας ενοποίησης της διάνοιας» —όπως θέλουν να την αντιλαμβάνονται οι νεοκαντιανοί— ούτε με την έννοια εκείνης της «Syndosis της εποπτείας» —όπως ερμηνεύει ο Heidegger τη μορφή της εποπτείας. Πρόκειται μάλλον για μια «γνωσιολογική σύνθεση», την οποία ο Kant αποδίδει στη φαντασία, και συγκεκριμένα στην πρόσληψη που ανήκει στην εποπτεία (PIK, 265, 270–276).
Αυτή η σύνθεση μπορεί, βέβαια, να υπαχθεί «σε έννοιες» από τη διάνοια· αυτό όμως σημαίνει ότι οι έννοιες της διάνοιας «έχουν ως περιεχόμενό τους την καθαρή, χρονικά προσανατολισμένη σύνθεση της φαντασίας» (PIK, 284, 289, 304, 312). Από αυτό ο Heidegger συμπεραίνει περαιτέρω ότι ο πίνακας των κρίσεων «δεν αποτελεί την πρωταρχική και μοναδική πηγή της προέλευσης των εννοιών της διάνοιας», μολονότι παρέχει ένα καθοδηγητικό νήμα, δηλαδή «τις ενδείξεις για τον αριθμό και το σύστημά» τους (PIK, 284, 290–293).
Η αναγκαιότητα αυτής της καθαρής χρονικής σύνθεσης της φαντασίας «πριν από την εννοιακή ενοποίηση» (PIK, 270) πρέπει επίσης να προκύπτει από την υπερβατολογική παραγωγή. Το έργο της υπερβατολογικής παραγωγής συνίσταται στην «αποκάλυψη της πρωταρχικής οντολογικής ουσίας των κατηγοριών», και συγκεκριμένα μέσω της διασάφησης της «υπέρβασης» της υποκειμενικότητας που επιτελεί εκείνη τη σύνθεση (PIK, 305, 333, 403).
Η «υπέρβαση ως πρωταρχικός ουσιώδης προσδιορισμός της συγκρότησης του Είναι του Dasein» δεν αποτελεί, βέβαια, σε καμία περίπτωση το θέμα της παραγωγής (PIK, 318–319, 315, 339). Αλλά και εδώ ο Kant «ταλαντεύεται». Από τη μία πλευρά, αντιλαμβάνεται το έργο της παραγωγής με την έννοια ενός ερωτήματος quid iuris και, με αυτόν τον τρόπο, αποκλείει από το οπτικό του πεδίο το θέμα της υπέρβασης. Αυτή η «παράλογη» διατύπωση του ερωτήματος, η οποία είναι άλλωστε τόσο ουσιώδης για τη μαρβουργιανή ερμηνεία του Kant, αποδίδεται και πάλι στην αποδοχή από τον Kant της καρτεσιανής σημασίας του a priori, δηλαδή στην εξίσωση του a priori με το cogito ή με κάτι απλώς υποκειμενικό (PIK, 305, 314 κ.ε., 330 κ.ε., 384 κ.ε., 385, 401· πρβλ. το τρίτο δόγμα παραπάνω).
Από την άλλη πλευρά, συνεχίζει να υποστηρίζει ο Heidegger, ο Kant, στρεφόμενος προς τις «υποκειμενικές πηγές της γνώσης, πάνω στις οποίες στηρίζεται η δυνατότητα μιας εμπειρίας εν γένει και της γνώσης των αντικειμένων της» (A 115), εισέρχεται αναγκαστικά στο θεμελιωδώς οντολογικό πρόβλημα της «υπέρβασης» και, με αυτόν τον τρόπο, υπονομεύει «βήμα προς βήμα τη δυνατότητα της νομικής διατύπωσης του ερωτήματος» (PIK, 385, 332, 334, 425–426).
Σύμφωνα με αυτό, η ερμηνεία του Heidegger για το «δεύτερο τμήμα» της πρώτης εκδοχής της παραγωγής —δηλαδή για τη θεωρία των τριών συνθέσεων— έχει ως σκοπό να δείξει «ότι ακριβώς στη θεμελίωση της δυνατότητας να ίσταται απέναντί μας το αντικείμενο, η σύνθεση της φαντασίας επιτελεί την κεντρική λειτουργία» (PIK, 335).
Ενώ ο Kant ερμηνεύει τις δύο πρώτες «αδιάσπαστα συνδεδεμένες» συνθέσεις, τη σύνθεση της σύλληψης και τη σύνθεση της αναπαραγωγής, σε σχέση με τον χρόνο και τις αποδίδει στη φαντασία (A 102, A 120), αποδίδει την τρίτη σύνθεση —την «αναγνώριση μέσα στην έννοια»— στη διάνοια, δηλαδή στη «μη αισθητή» και, συνεπώς, μη χρονική γνωστική ικανότητα. Επειδή, όμως, οι τρεις αυτές συνθέσεις πρέπει να συγκροτούν μία ενότητα, ο Heidegger εξηγεί:
«Η εσωτερική ρήξη» —το πρώτο δόγμα, βλ. παραπάνω— «στο θεμέλιο του καντιανού προβλήματος γίνεται εδώ φανερή: η ασύνδετη σχέση ανάμεσα στον χρόνο και στην υπερβατολογική κατάληψη» (PIK, 358, 407 κ.ε.).
Ακριβώς εδώ, άλλωστε, η προσπάθεια να αναδειχθεί η χρονικότητα της φαντασίας ως το θεμέλιο της ενότητας των τριών συνθέσεων και, επομένως, ως η κοινή ρίζα των δύο στελεχών της γνώσης, υπερβαίνει «ουσιωδώς τον Kant» (PIK, 359, 366).
Μόνο μέσω της σύλληψης και της αναπαραγωγής, και χωρίς τη σύνθεση της αναγνώρισης —δηλαδή χωρίς την ικανότητα να μπορούμε να ταυτοποιήσουμε κάτι ως το ίδιο—, δεν θα υπήρχε εμπειρία ούτε σύλληψη μιας αντικειμενικής συνάφειας. Η δυνατότητα αυτή της ταυτοποίησης δεν μπορεί, όμως, να είναι κάτι που προστίθεται εκ των υστέρων.
«Δεν μπορούμε να ταυτίσουμε εκείνο που επαναφέρεται στην παράσταση με εκείνο που παρουσιάστηκε αρχικά, εάν δεν διατηρούμε ήδη εκ των προτέρων το τελευταίο ως ένα και το αυτό» (PIK, 363· KPM, 179–180).
Η πρόταση αυτή αποτελεί το κλειδί για τη «χρονική» ερμηνεία της τρίτης σύνθεσης από τον Heidegger. Στην αναγκαία συνάφεια της αναγνώρισης με τις δύο πρώτες συνθέσεις πρέπει να βρίσκεται ως θεμέλιο «η εκ των προτέρων κατοχή μιας ενιαίας συνάφειας των όντων» (PIK, 364).
Επομένως, η αναγνώριση, δηλαδή η σύνθεση που αποδίδεται στη διάνοια, προϋποθέτει μια πρόληψη, μια αναφορά προς το μέλλον· εν συντομία, προϋποθέτει μια Praekognition, μια προ-αναγνώριση. Εάν, όμως, και η σύνθεση της αναγνώρισης μέσα στην έννοια εξαρτάται από μια τέτοια Praekognition, δηλαδή από το μέλλον, τότε υπερβαίνεται η κατά τα άλλα «απότομη» και δογματική διάκριση ανάμεσα στην αισθητικότητα και στη διάνοια, στον χρόνο και στην κατάληψη, μέσα στην κριτική φιλοσοφία.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την ερμηνεία του Heidegger, και οι τρεις συνθέσεις σχετίζονται ουσιωδώς με τον χρόνο και, συνεπώς, είναι ριζωμένες στην παραγωγική φαντασία ως θεμέλιο της ενότητάς τους (PIK, 364 κ.ε., 414, 417 κ.ε., 426). Στις τελευταίες ενότητες του PIK, ο Heidegger διασαφηνίζει αυτή την εσωτερική συνάφεια του χρόνου με την παραγωγική φαντασία μέσω της επανερμηνείας του της καντιανής διδασκαλίας περί αυτοπάθησης. Όπως και στην πρώτη παράδοση για τον Kant, ο Heidegger εξισώνει τον χρόνο με την αυτοπάθηση και ισχυρίζεται έτσι ότι ο ίδιος ο Kant υπερέβη την παραδοσιακή, κοινότοπη κατανόηση του χρόνου και, έστω και «ταλαντευόμενος», έφθασε στην αντίληψη του πρωταρχικού χρόνου ως ενότητας της υπερβατολογικής υποκειμενικότητας (PIK, 389–397, 426).
Δεν μπορώ εδώ να προβώ σε αξιολόγηση αυτής της ερμηνείας, καθόσον αυτή υπερβαίνει ρητά τον Kant. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί, όπως τονίζει και ο ίδιος ο Heidegger, μια απολύτως σαφή ομολογία ότι η οδός προς τη «φιλοσοφική θεμελιώδη προβληματική του Sein und Zeit» διέρχεται από τη «ριζοσπαστικοποίηση» —την «αποδόμηση»— του καντιανού προβλήματος (PIK, 426, 431). Επειδή, ωστόσο, ο Heidegger προαναγγέλλει κατά καιρούς τις βίαιες ερμηνείες του —για παράδειγμα την επανερμηνεία της τρίτης σύνθεσης, της αναγνώρισης ως Praekognition—, αφήνει την εντύπωση ότι η ερμηνεία του για την υπερβατολογική λογική εν γένει, με εξαίρεση τέτοιου είδους ερμηνείες, ανταποκρίνεται σε εκείνο που ο Kant θέλησε να πει.
Η ερμηνεία του Heidegger για την υπερβατολογική λογική αποκλίνει, όμως, από την αντίληψη του Kant τουλάχιστον ως προς ένα αποφασιστικό σημείο. Ο Heidegger επιμένει ότι η λογική εν γένει —δηλαδή τόσο η γενική όσο και η υπερβατολογική λογική— πρέπει να θεμελιωθεί στην οντολογία (PIK, 221).
«Η καθαρή έννοια της διάνοιας δεν δίνεται καθόλου μέσω της καθαρής τυπικολογικής λειτουργίας της κρίσης, αλλά προκύπτει από τη σύνθεση της φαντασίας, η οποία σχετίζεται προς την εποπτεία, δηλαδή προς τον χρόνο» (PIK, 284· πρβλ. 265, 299–302, 385).
Όπως η καθαρή έννοια της διάνοιας, έτσι και εκείνη η τυπικολογική λειτουργία μετατρέπεται σε κάτι παράγωγο, το οποίο, σύμφωνα με τη φαινομενολογική ερμηνεία, πρέπει να θεμελιώνεται στην υπερβατολογική υποκειμενικότητα. Μέσω αυτής της ερμηνείας της Κριτικής του Kant, συσκοτίζονται τόσο η συστηματική διάκριση ανάμεσα στη σκέψη και στη γνώση όσο και η κειμενική και δομική διάκριση ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο κύριο κεφάλαιο της Αναλυτικής των εννοιών —δηλαδή ανάμεσα στη μεταφυσική και στην υπερβατολογική παραγωγή.
Το εγχείρημα που κρύβεται πίσω από αυτή την ερμηνεία δεν αποτελεί, βέβαια, μυστικό. Ο Heidegger επιδιώκει να αναγάγει την αυτονομία της λογικής, την οποία αναγνωρίζει ο Kant, στη «χρονικότητα υπό την έννοια της πρωταρχικής ενότητας της εκστατικής συγκρότησης του Dasein» (PIK, 426). Για να το διατυπώσουμε συνοπτικά: η αυτονομία της τυπικής σκέψης εγκαταλείπεται.
Η υπερβατολογική λογική, όμως, προϋποθέτει σαφώς τη «γενική λογική» (B 81 κ.ε.). Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η γενική λογική υιοθετείται απλώς και χωρίς περαιτέρω εξέταση από τον Kant, σαν να αποτελούσε «το ύψιστο σημείο» της υπερβατολογικής φιλοσοφίας. Ο Kant χαρακτηρίζει τη συνθετική ενότητα της κατάληψης ως «το ύψιστο σημείο, στο οποίο πρέπει να συνδέσει κανείς κάθε χρήση της διάνοιας, ακόμη και ολόκληρη τη λογική και, κατόπιν αυτής, την υπερβατολογική φιλοσοφία…» (B 134, σημ.).
Ο Heidegger θέλει να επικαλεστεί αυτή τη σημείωση ως τεκμήριο για την ερμηνεία του σχετικά με την οντολογική θεμελίωση της λογικής — ή τουλάχιστον για τη θέση του περί «της αλληλοδιείσδυσης της γενικής και της υπερβατολογικής λογικής στην οντολογία του Kant» (PIK, 221). Ο Kant, όμως, λέει με τρόπο που δεν επιδέχεται παρανόηση ότι η υπερβατολογική φιλοσοφία πρέπει, ύστερα από τη γενική λογική, να στερεωθεί στη συνθετική ενότητα της κατάληψης. Επιπλέον, αυτή η κατάληψη δεν ανήκει καθόλου στην αισθητικότητα· αντιθέτως, «η ικανότητα αυτή είναι η ίδια η διάνοια» (B 134, σημ.).
3. Είναι, αιτιότητα και ελευθερία
Του Daniel O. Dahlstrom (Washington)
Philosophisches Jahrbuch, τόμ. 96, τεύχ. 2, το 1989, σσ. 343–366
2. Η ασταθής οντολογία
Ο Heidegger συνδέει τους πρώτους συλλογισμούς του για την κριτική φιλοσοφία με ένα κεντρικό ζήτημα της μαρβουργιανής ερμηνείας του Kant, δηλαδή με το ερώτημα της εννοιολογικής και της αρχιτεκτονικής ενότητας της KrV. Στην πρώτη παράδοσή του για τον Kant, ο Heidegger αποδίδει σε ορισμένες δογματικές προϋποθέσεις την έλλειψη μιας ρητής εξήγησης της σχέσης ανάμεσα στη διδασκαλία περί σχηματισμού και στις αρχές. Θεωρεί ότι, με αφετηρία «τον καντιανό προσδιορισμό του χρόνου», μπορεί να εξηγήσει όχι μόνο αυτή τη σχέση, αλλά και την ενότητα ολόκληρης της Κριτικής. Προσθέτει, ωστόσο, ότι, στο πλαίσιο εκείνης της πρώτης εξέτασης της κριτικής φιλοσοφίας —δηλαδή στο τελευταίο τρίτο της παράδοσης περί λογικής του χειμερινού εξαμήνου 1925/1926—, δεν μπορεί να παρουσιάσει «αυτή την περαιτέρω ερμηνεία» (L, 272). Δύο χρόνια αργότερα, όμως, ο Heidegger παραδίδει μια σειρά μαθημάτων, σκοπός της οποίας ήταν «να καταστήσει το ενιαίο όλον της KrV προσιτό στη φιλοσοφική κατανόηση» (PIK, 6).
Η φαινομενολογική ερμηνεία που παρουσιάζεται εδώ ακολουθεί, βέβαια, τις κατευθυντήριες γραμμές της ερμηνευτικής του Sein und Zeit, το οποίο είχε εν τω μεταξύ δημοσιευθεί. Παραπέμποντας στις παρατηρήσεις του ίδιου του Kant σχετικά με το θέμα της «ερμηνείας», ο Heidegger εξαγγέλλει ως έργο της παράδοσής του κατά το χειμερινό εξάμηνο 1927/1928 το να κατανοήσει τον Kant «καλύτερα από όσο εκείνος κατανοούσε τον ίδιο του τον εαυτό» (B, 370), και μάλιστα να προσδιορίσει «εκείνο που ο Kant θέλησε να πει» (PIK, 2–3· πρβλ. B, 862).
Αντίστοιχα, αντί μιας ερμηνευτικής ανάλυσης των προλόγων και των εισαγωγών της KrV, προτάσσει:
«Μια ελευθερότερη παρουσίαση του θεμελιώδους προβλήματος της “Κριτικής”» (σσ. 9–76), πριν από τις ερμηνείες του:
της υπερβατολογικής αισθητικής (σσ. 77–163) και
της αναλυτικής των εννοιών (σσ. 165–431).
2.3 Η παραγωγική φαντασία και το έργο της υπερβατολογικής λογικής
Ο Heidegger εισάγει την ερμηνεία του για την υπερβατολογική λογική με τη θέση ότι η «παραπλανητική» διαίρεση της υπερβατολογικής αναλυτικής «συσκοτίζει εντελώς την κεντρική ιδιομορφία ακριβώς του προβλήματος της ενοποίησης αισθητικότητας και διάνοιας» (PIK, 168· πρβλ. 198, 429 και το πρώτο δόγμα παραπάνω). Η απομονωτική ανάλυση των στοιχείων της αισθητικότητας συγκροτεί ολόκληρη την υπερβατολογική αισθητική, δηλαδή το πρώτο μέρος της KrV. Η αντίστοιχη ανάλυση των στοιχείων της σκέψης πραγματοποιείται, όμως, μόνο στο πρώτο βιβλίο —την «Αναλυτική των εννοιών»— του πρώτου τμήματος —της «Υπερβατολογικής αναλυτικής»— της υπερβατολογικής λογικής.
Αντιθέτως, η a priori ενοποίηση των «προηγουμένως απομονωμένων» στοιχείων καθίσταται πρόβλημα στο δεύτερο βιβλίο —την «Αναλυτική των αρχών»— της υπερβατολογικής αναλυτικής, όπου, επομένως, αυτή «στην πραγματικότητα δεν είναι πλέον λογική» (PIK, 166, 210 κ.ε.). Γι’ αυτό ο Heidegger προτείνει να διαβαστούν η υπερβατολογική αισθητική και η Αναλυτική των εννοιών ως τα δύο κατεξοχήν μέρη της Διδασκαλίας των στοιχείων, η σύνδεση των οποίων γίνεται το θέμα της Αναλυτικής των αρχών που ακολουθεί.
Η ένταξη της Αναλυτικής των αρχών στο πλαίσιο της υπερβατολογικής λογικής συγκαλύπτει, κατά την άποψη του Heidegger, «την έναρξη μιας νέας προβληματικής, η οποία ακριβώς δεν είναι πλέον μόνο μια προβληματική της λογικής, όπως ήταν η Αναλυτική των εννοιών» (PIK, 167). Στη διδασκαλία περί σχηματισμού, δηλαδή στο πρώτο κύριο κεφάλαιο μετά την Αναλυτική των εννοιών, βρίσκεται πράγματι «ο πυρήνας», «μια θεμελίωση της ίδιας της υπερβατολογικής παραγωγής» (PIK, 118, 168, 194, 209, 386, 429–431).
Μπορεί κανείς, έστω και με επιφυλάξεις, να συμφωνήσει ότι η διδασκαλία περί σχηματισμού εισάγει μια νέα προβληματική. Είναι επίσης ολοφάνερο ότι τα δύο κύρια κεφάλαια της Αναλυτικής των εννοιών αντιστοιχούν στη μεταφυσική και στην υπερβατολογική έκθεση της υπερβατολογικής αισθητικής. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν σαφώς εσφαλμένοι οι ισχυρισμοί ότι το πρόβλημα της ενοποίησης της αισθητικότητας και της διάνοιας αρχίζει μόνο μετά την Αναλυτική των εννοιών και ότι η Αναλυτική των εννοιών «είναι μόνο λογική». Ακόμη και αν κάποιος, όπως ο Heidegger, δεν μένει ικανοποιημένος από τις προσπάθειες του Kant να προσδιορίσει τη διαφορά ανάμεσα στη γενική και στην υπερβατολογική λογική, οι θέσεις αυτές αναιρούνται αποφασιστικά από την υπερβατολογική παραγωγή και, ιδίως, από τον ρόλο της υπερβατολογικής σύνθεσης της φαντασίας μέσα σε αυτήν την παραγωγή.
Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι ο Heidegger αντιφάσκει ρητά προς τη δική του ερμηνευτική πρόταση:
«Το πρώτο βιβλίο της υπερβατολογικής αναλυτικής, η Αναλυτική των εννοιών, δεν πρέπει να αξιολογείται ως μια απομονωμένη πραγμάτευση των κατηγοριών ως καθαρών εννοιών της διάνοιας […]· κατά βάθος, η υπερβατολογική λογική δεν είναι πουθενά λογική, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό» (PIK, 211 κ.ε.).
Επιπλέον, στην ίδια παράδοση ο Heidegger επιδιώκει να εξετάσει την καθαρή χρονική σύνθεση της παραγωγικής φαντασίας ως εκείνη τη θεμελιώδη σύνθεση αποκλειστικά στο πλαίσιο της Αναλυτικής των εννοιών.²⁴
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Heidegger ερμηνεύει το τρίτο τμήμα της πρώτης εκδοχής της υπερβατολογικής παραγωγής, στο οποίο ο Kant φαίνεται να τοποθετεί τη φαντασία πριν από την κατάληψη (Apperzeption) (PIK, 403–428). Ωστόσο, ο Heidegger δεν οικοδομεί την ερμηνεία του πρωτίστως πάνω σε εκείνη τη γνωστή, και αργότερα διαγραμμένη, αξίωση περί προτεραιότητας της φαντασίας.
Στο επίκεντρο της ερμηνείας βρίσκονται μάλλον χωρία από τη μεταφυσική παραγωγή (B 102–105) και από το πρώτο μισό της πρώτης εκδοχής της υπερβατολογικής παραγωγής (A 95–114), στο οποίο η φαντασία, κατά τα φαινόμενα, δεν διαθέτει καμία προτεραιότητα. «Το αποφασιστικό τμήμα» που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία αυτών των δύο χωρίων είναι η διδασκαλία περί σχηματισμού, μολονότι ο Heidegger δεν προχωρεί εδώ στη θεματοποίηση του κεφαλαίου περί σχηματισμού.
Η ερμηνεία επικεντρώνεται αρχικά (PIK, 257–302) στις παραγράφους της §10 που βρίσκονται ανάμεσα στον πίνακα των κρίσεων και στον πίνακα των κατηγοριών, στις οποίες η προβληματική της διδασκαλίας περί σχηματισμού «προλαμβάνεται» (PIK, 287). Ακολουθεί η ερμηνεία της πρώτης εκδοχής της υπερβατολογικής παραγωγής (PIK, 303–393), συνοδευόμενη από την προειδοποίηση:
«Μόνο με αφετηρία τη διδασκαλία περί σχηματισμού μπορεί, επομένως, να δικαιολογηθεί η παρούσα, καταρχάς βίαιη ερμηνεία» (PIK, 365· 402–403, 409, 414).
Κατά την άποψη του Heidegger, οι πρώτες έξι παράγραφοι της §10 δεν περιέχουν μόνο τη συνήθως παραβλεπόμενη εξήγηση της σχέσης ανάμεσα στον πίνακα των κρίσεων και στον πίνακα των κατηγοριών, αλλά ακόμη και «το ουσιωδέστερο από όσα πρέπει να ληφθούν υπόψη για το θετικό θεμελιώδες πρόβλημα της “Κριτικής”».²⁵ Ο Kant μιλά για μια σύνθεση η οποία «συγκεντρώνει τα στοιχεία σε γνώσεις και τα συνενώνει σε ένα ορισμένο περιεχόμενο· αποτελεί, επομένως, το πρώτο πράγμα στο οποίο πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας, εάν θέλουμε να κρίνουμε την πρώτη προέλευση της γνώσης μας» (B 103).
Ο Heidegger θεωρεί ότι εδώ επιβεβαιώνεται η θέση του πως ο Kant έχει πράγματι ενώπιόν του μία θεμελιώδη ρίζα της γνώσης. Η καταγωγική αυτή πηγή είναι, άλλωστε, μια σύνθεση η οποία, επειδή παράγει ένα περιεχόμενο, δεν πρέπει να νοηθεί ούτε με την έννοια της «λογικής λειτουργίας ενοποίησης της διάνοιας» —όπως θέλουν να την αντιλαμβάνονται οι νεοκαντιανοί— ούτε με την έννοια εκείνης της «Syndosis της εποπτείας» —όπως ερμηνεύει ο Heidegger τη μορφή της εποπτείας. Πρόκειται μάλλον για μια «γνωσιολογική σύνθεση», την οποία ο Kant αποδίδει στη φαντασία, και συγκεκριμένα στην πρόσληψη που ανήκει στην εποπτεία (PIK, 265, 270–276).
Αυτή η σύνθεση μπορεί, βέβαια, να υπαχθεί «σε έννοιες» από τη διάνοια· αυτό όμως σημαίνει ότι οι έννοιες της διάνοιας «έχουν ως περιεχόμενό τους την καθαρή, χρονικά προσανατολισμένη σύνθεση της φαντασίας» (PIK, 284, 289, 304, 312). Από αυτό ο Heidegger συμπεραίνει περαιτέρω ότι ο πίνακας των κρίσεων «δεν αποτελεί την πρωταρχική και μοναδική πηγή της προέλευσης των εννοιών της διάνοιας», μολονότι παρέχει ένα καθοδηγητικό νήμα, δηλαδή «τις ενδείξεις για τον αριθμό και το σύστημά» τους (PIK, 284, 290–293).
Η αναγκαιότητα αυτής της καθαρής χρονικής σύνθεσης της φαντασίας «πριν από την εννοιακή ενοποίηση» (PIK, 270) πρέπει επίσης να προκύπτει από την υπερβατολογική παραγωγή. Το έργο της υπερβατολογικής παραγωγής συνίσταται στην «αποκάλυψη της πρωταρχικής οντολογικής ουσίας των κατηγοριών», και συγκεκριμένα μέσω της διασάφησης της «υπέρβασης» της υποκειμενικότητας που επιτελεί εκείνη τη σύνθεση (PIK, 305, 333, 403).
Η «υπέρβαση ως πρωταρχικός ουσιώδης προσδιορισμός της συγκρότησης του Είναι του Dasein» δεν αποτελεί, βέβαια, σε καμία περίπτωση το θέμα της παραγωγής (PIK, 318–319, 315, 339). Αλλά και εδώ ο Kant «ταλαντεύεται». Από τη μία πλευρά, αντιλαμβάνεται το έργο της παραγωγής με την έννοια ενός ερωτήματος quid iuris και, με αυτόν τον τρόπο, αποκλείει από το οπτικό του πεδίο το θέμα της υπέρβασης. Αυτή η «παράλογη» διατύπωση του ερωτήματος, η οποία είναι άλλωστε τόσο ουσιώδης για τη μαρβουργιανή ερμηνεία του Kant, αποδίδεται και πάλι στην αποδοχή από τον Kant της καρτεσιανής σημασίας του a priori, δηλαδή στην εξίσωση του a priori με το cogito ή με κάτι απλώς υποκειμενικό (PIK, 305, 314 κ.ε., 330 κ.ε., 384 κ.ε., 385, 401· πρβλ. το τρίτο δόγμα παραπάνω).
Από την άλλη πλευρά, συνεχίζει να υποστηρίζει ο Heidegger, ο Kant, στρεφόμενος προς τις «υποκειμενικές πηγές της γνώσης, πάνω στις οποίες στηρίζεται η δυνατότητα μιας εμπειρίας εν γένει και της γνώσης των αντικειμένων της» (A 115), εισέρχεται αναγκαστικά στο θεμελιωδώς οντολογικό πρόβλημα της «υπέρβασης» και, με αυτόν τον τρόπο, υπονομεύει «βήμα προς βήμα τη δυνατότητα της νομικής διατύπωσης του ερωτήματος» (PIK, 385, 332, 334, 425–426).
Σύμφωνα με αυτό, η ερμηνεία του Heidegger για το «δεύτερο τμήμα» της πρώτης εκδοχής της παραγωγής —δηλαδή για τη θεωρία των τριών συνθέσεων— έχει ως σκοπό να δείξει «ότι ακριβώς στη θεμελίωση της δυνατότητας να ίσταται απέναντί μας το αντικείμενο, η σύνθεση της φαντασίας επιτελεί την κεντρική λειτουργία» (PIK, 335).
Ενώ ο Kant ερμηνεύει τις δύο πρώτες «αδιάσπαστα συνδεδεμένες» συνθέσεις, τη σύνθεση της σύλληψης και τη σύνθεση της αναπαραγωγής, σε σχέση με τον χρόνο και τις αποδίδει στη φαντασία (A 102, A 120), αποδίδει την τρίτη σύνθεση —την «αναγνώριση μέσα στην έννοια»— στη διάνοια, δηλαδή στη «μη αισθητή» και, συνεπώς, μη χρονική γνωστική ικανότητα. Επειδή, όμως, οι τρεις αυτές συνθέσεις πρέπει να συγκροτούν μία ενότητα, ο Heidegger εξηγεί:
«Η εσωτερική ρήξη» —το πρώτο δόγμα, βλ. παραπάνω— «στο θεμέλιο του καντιανού προβλήματος γίνεται εδώ φανερή: η ασύνδετη σχέση ανάμεσα στον χρόνο και στην υπερβατολογική κατάληψη» (PIK, 358, 407 κ.ε.).
Ακριβώς εδώ, άλλωστε, η προσπάθεια να αναδειχθεί η χρονικότητα της φαντασίας ως το θεμέλιο της ενότητας των τριών συνθέσεων και, επομένως, ως η κοινή ρίζα των δύο στελεχών της γνώσης, υπερβαίνει «ουσιωδώς τον Kant» (PIK, 359, 366).
Μόνο μέσω της σύλληψης και της αναπαραγωγής, και χωρίς τη σύνθεση της αναγνώρισης —δηλαδή χωρίς την ικανότητα να μπορούμε να ταυτοποιήσουμε κάτι ως το ίδιο—, δεν θα υπήρχε εμπειρία ούτε σύλληψη μιας αντικειμενικής συνάφειας. Η δυνατότητα αυτή της ταυτοποίησης δεν μπορεί, όμως, να είναι κάτι που προστίθεται εκ των υστέρων.
«Δεν μπορούμε να ταυτίσουμε εκείνο που επαναφέρεται στην παράσταση με εκείνο που παρουσιάστηκε αρχικά, εάν δεν διατηρούμε ήδη εκ των προτέρων το τελευταίο ως ένα και το αυτό» (PIK, 363· KPM, 179–180).
Η πρόταση αυτή αποτελεί το κλειδί για τη «χρονική» ερμηνεία της τρίτης σύνθεσης από τον Heidegger. Στην αναγκαία συνάφεια της αναγνώρισης με τις δύο πρώτες συνθέσεις πρέπει να βρίσκεται ως θεμέλιο «η εκ των προτέρων κατοχή μιας ενιαίας συνάφειας των όντων» (PIK, 364).
Επομένως, η αναγνώριση, δηλαδή η σύνθεση που αποδίδεται στη διάνοια, προϋποθέτει μια πρόληψη, μια αναφορά προς το μέλλον· εν συντομία, προϋποθέτει μια Praekognition, μια προ-αναγνώριση. Εάν, όμως, και η σύνθεση της αναγνώρισης μέσα στην έννοια εξαρτάται από μια τέτοια Praekognition, δηλαδή από το μέλλον, τότε υπερβαίνεται η κατά τα άλλα «απότομη» και δογματική διάκριση ανάμεσα στην αισθητικότητα και στη διάνοια, στον χρόνο και στην κατάληψη, μέσα στην κριτική φιλοσοφία.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την ερμηνεία του Heidegger, και οι τρεις συνθέσεις σχετίζονται ουσιωδώς με τον χρόνο και, συνεπώς, είναι ριζωμένες στην παραγωγική φαντασία ως θεμέλιο της ενότητάς τους (PIK, 364 κ.ε., 414, 417 κ.ε., 426). Στις τελευταίες ενότητες του PIK, ο Heidegger διασαφηνίζει αυτή την εσωτερική συνάφεια του χρόνου με την παραγωγική φαντασία μέσω της επανερμηνείας του της καντιανής διδασκαλίας περί αυτοπάθησης. Όπως και στην πρώτη παράδοση για τον Kant, ο Heidegger εξισώνει τον χρόνο με την αυτοπάθηση και ισχυρίζεται έτσι ότι ο ίδιος ο Kant υπερέβη την παραδοσιακή, κοινότοπη κατανόηση του χρόνου και, έστω και «ταλαντευόμενος», έφθασε στην αντίληψη του πρωταρχικού χρόνου ως ενότητας της υπερβατολογικής υποκειμενικότητας (PIK, 389–397, 426).
Δεν μπορώ εδώ να προβώ σε αξιολόγηση αυτής της ερμηνείας, καθόσον αυτή υπερβαίνει ρητά τον Kant. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί, όπως τονίζει και ο ίδιος ο Heidegger, μια απολύτως σαφή ομολογία ότι η οδός προς τη «φιλοσοφική θεμελιώδη προβληματική του Sein und Zeit» διέρχεται από τη «ριζοσπαστικοποίηση» —την «αποδόμηση»— του καντιανού προβλήματος (PIK, 426, 431). Επειδή, ωστόσο, ο Heidegger προαναγγέλλει κατά καιρούς τις βίαιες ερμηνείες του —για παράδειγμα την επανερμηνεία της τρίτης σύνθεσης, της αναγνώρισης ως Praekognition—, αφήνει την εντύπωση ότι η ερμηνεία του για την υπερβατολογική λογική εν γένει, με εξαίρεση τέτοιου είδους ερμηνείες, ανταποκρίνεται σε εκείνο που ο Kant θέλησε να πει.
Η ερμηνεία του Heidegger για την υπερβατολογική λογική αποκλίνει, όμως, από την αντίληψη του Kant τουλάχιστον ως προς ένα αποφασιστικό σημείο. Ο Heidegger επιμένει ότι η λογική εν γένει —δηλαδή τόσο η γενική όσο και η υπερβατολογική λογική— πρέπει να θεμελιωθεί στην οντολογία (PIK, 221).
«Η καθαρή έννοια της διάνοιας δεν δίνεται καθόλου μέσω της καθαρής τυπικολογικής λειτουργίας της κρίσης, αλλά προκύπτει από τη σύνθεση της φαντασίας, η οποία σχετίζεται προς την εποπτεία, δηλαδή προς τον χρόνο» (PIK, 284· πρβλ. 265, 299–302, 385).
Όπως η καθαρή έννοια της διάνοιας, έτσι και εκείνη η τυπικολογική λειτουργία μετατρέπεται σε κάτι παράγωγο, το οποίο, σύμφωνα με τη φαινομενολογική ερμηνεία, πρέπει να θεμελιώνεται στην υπερβατολογική υποκειμενικότητα. Μέσω αυτής της ερμηνείας της Κριτικής του Kant, συσκοτίζονται τόσο η συστηματική διάκριση ανάμεσα στη σκέψη και στη γνώση όσο και η κειμενική και δομική διάκριση ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο κύριο κεφάλαιο της Αναλυτικής των εννοιών —δηλαδή ανάμεσα στη μεταφυσική και στην υπερβατολογική παραγωγή.
Το εγχείρημα που κρύβεται πίσω από αυτή την ερμηνεία δεν αποτελεί, βέβαια, μυστικό. Ο Heidegger επιδιώκει να αναγάγει την αυτονομία της λογικής, την οποία αναγνωρίζει ο Kant, στη «χρονικότητα υπό την έννοια της πρωταρχικής ενότητας της εκστατικής συγκρότησης του Dasein» (PIK, 426). Για να το διατυπώσουμε συνοπτικά: η αυτονομία της τυπικής σκέψης εγκαταλείπεται.
Η υπερβατολογική λογική, όμως, προϋποθέτει σαφώς τη «γενική λογική» (B 81 κ.ε.). Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η γενική λογική υιοθετείται απλώς και χωρίς περαιτέρω εξέταση από τον Kant, σαν να αποτελούσε «το ύψιστο σημείο» της υπερβατολογικής φιλοσοφίας. Ο Kant χαρακτηρίζει τη συνθετική ενότητα της κατάληψης ως «το ύψιστο σημείο, στο οποίο πρέπει να συνδέσει κανείς κάθε χρήση της διάνοιας, ακόμη και ολόκληρη τη λογική και, κατόπιν αυτής, την υπερβατολογική φιλοσοφία…» (B 134, σημ.).
Ο Heidegger θέλει να επικαλεστεί αυτή τη σημείωση ως τεκμήριο για την ερμηνεία του σχετικά με την οντολογική θεμελίωση της λογικής — ή τουλάχιστον για τη θέση του περί «της αλληλοδιείσδυσης της γενικής και της υπερβατολογικής λογικής στην οντολογία του Kant» (PIK, 221). Ο Kant, όμως, λέει με τρόπο που δεν επιδέχεται παρανόηση ότι η υπερβατολογική φιλοσοφία πρέπει, ύστερα από τη γενική λογική, να στερεωθεί στη συνθετική ενότητα της κατάληψης. Επιπλέον, αυτή η κατάληψη δεν ανήκει καθόλου στην αισθητικότητα· αντιθέτως, «η ικανότητα αυτή είναι η ίδια η διάνοια» (B 134, σημ.).
3. Είναι, αιτιότητα και ελευθερία
ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΥ Η ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΤΟ SPIRITUS CREATOR, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΤΟ ΕΜΒΛΗΜΑ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΥΙΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΑΦΗΝΕΙ ΑΠΕΞΩ ΤΟΥΣ ΜΗ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ. ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΚΛΗΤΟΙ ΚΑΙ ΣΩΣΜΕΝΟΙ. ΝΑΝΑΙ ΚΑΛΑ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΜΑΤΟΣ.ΤΩΡΑ ΕΚΧΥΝΕΤΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΕΙΣ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑΝ ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.
ΕΙΜΑΙ ΣΩΜΑ ΛΕΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ.
ΠΗΛΟΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου