Συνέχεια από Δευτέρα 21. Σεπτεμβρίου 2026
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 11
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
Γ΄
Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (συνέχεια)
Θεωρούσε ότι, αν ο πνευματικός άνθρωπος στραφεί προς την επιστήμη, εγκαταλείποντας την ασκητική ζωή, θα επιδείξει μεγαλύτερες ικανότητες στην επιστήμη από εκείνον που είναι λιγότερο προικισμένος πνευματικά. Με άλλα λόγια, ο «πνευματικὸς ἄνθρωπος» (Α΄ Κορ. β΄ 15) ζει σε μια σφαίρα υψηλότερη και μεγαλύτερης αξίας από τη σφαίρα της λογικής διανόησης και της επιστημονικής γνώσης. Έτσι, έχοντας ανώτερη μορφή υπάρξεως και κατεβαίνοντας σε χαμηλότερο επίπεδο, φανερώνει και σε αυτό την ανωτερότητά του, αν και όχι αμέσως.
Έλεγε ότι «οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτός... εἰσί» (Λουκ. ις΄ 8), όχι επειδή πράγματι είναι φρονιμότεροι, αλλά επειδή «ο πνευματικός άνθρωπος είναι απασχολημένος με τον Θεό και λίγο μεριμνά για τα έργα αυτού του κόσμου».
Οι συνομιλίες του Γέροντα μαζί μας έπαιρναν πολλές φορές θεωρητικό χαρακτήρα. Στις συνομιλίες του όμως με μοναχούς, για να γίνεται κατανοητός, εξέφραζε με απλό τρόπο τις απόψεις του σε σχέση με συγκεκριμένες περιστάσεις.
«Δεν είναι παράξενο ο μη πνευματικός άνθρωπος να ρυθμίζει καλύτερα τις βιοτικές του υποθέσεις από τον πνευματικό. Ο πρώτος αφοσιώνεται σε αυτές τις υποθέσεις, ενώ ο άλλος προσπαθεί με τον νου του να παραμένει στον Θεό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει συχνά ακόμη και μεταξύ των κοσμικών. Ο επιτήδειος έμπορος περιγελά τον επιστήμονα, επειδή αυτός αγνοεί τα σχετικά με το εμπόριο· αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο έμπορος είναι και ευφυέστερος...».
Θα αναφέρουμε μια συνομιλία χαρακτηριστική για τον Γέροντα.
Αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο του 1914-1918 άρχισαν στη Μονή να οργανώνουν την εκμετάλλευση του μοναστηριακού δάσους και αγόρασαν ένα ατμοκίνητο πριονιστήριο. Ο οικονόμος, Πατήρ Θ., άνθρωπος από τη φύση του ικανός και προικισμένος, μετά την εγκατάσταση και την έναρξη λειτουργίας της μηχανής, ενθουσιασμένος από την απόδοσή της, άρχισε να επαινεί τη γερμανική μεγαλοφυΐα —η μηχανή ήταν γερμανικής κατασκευής. Εξυμνώντας τους Γερμανούς, υποτιμούσε τη ρωσική αμάθεια και ανικανότητα.
Ο Γέροντας Σιλουανός, ο οποίος στον ελεύθερο από την εργασία του χρόνο στην αποθήκη πήγαινε να βοηθήσει στο πριονιστήριο, άκουγε σιωπηλός τον Πατέρα Θ. Το βράδυ, όταν οι εργάτες-μοναχοί κάθισαν στην τράπεζα για να δειπνήσουν, ρώτησε τον Πατέρα Θ.:
– Πώς νομίζεις, Πάτερ Θ., γιατί οι Γερμανοί γνωρίζουν καλύτερα από τους Ρώσους να κατασκευάζουν μηχανές και άλλα πράγματα;
Απαντώντας, ο Πατήρ Θ. άρχισε πάλι να επαινεί τους Γερμανούς ως λαό ικανότερο, ευφυέστερο και περισσότερο προικισμένο, ενώ «εμείς οι Ρώσοι δεν αξίζουμε τίποτε».
Ο Πατήρ Σιλουανός απάντησε:
– Εγώ νομίζω ότι η αιτία είναι εντελώς διαφορετική και όχι ότι οι Ρώσοι είναι ανίκανοι. Οι Ρώσοι προσφέρουν στον Θεό την πρώτη τους σκέψη, την πρώτη τους δύναμη, και λίγο σκέφτονται τα γήινα. Αν όμως ο ρωσικός λαός, όπως και οι άλλοι λαοί, στρεφόταν με όλη του την ορμή προς τη γη και ασχολούνταν μόνο με αυτήν, γρήγορα θα τους ξεπερνούσε, επειδή αυτό είναι λιγότερο δύσκολο.
Μερικοί από τους παρευρισκόμενους μοναχούς, γνωρίζοντας ότι τίποτε στον κόσμο δεν είναι ανώτερο και δυσκολότερο από την προσευχή, συμφώνησαν με τον Γέροντα Σιλουανό.
Η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, μία από τις μεγαλύτερες Μονές του Αγίου Όρους, διαθέτει πλούσια βιβλιοθήκη, όπου φυλάσσονται περισσότεροι από 20.000 τόμοι, ανάμεσα στους οποίους πολλά αρχαία χειρόγραφα, ελληνικά και σλαβονικά, καθώς και πολλά πολύτιμα και σπάνια βιβλία, κυρίως θεολογικά, ιστορικά και άλλα, σε διάφορες γλώσσες.
Στα μεγάλα και καλά επιπλωμένα δωμάτια του μοναστηριακού ξενώνα γίνονταν συχνά δεκτοί επισκέπτες, κυρίως ξένοι. Την επικοινωνία μαζί τους είχε αναλάβει ο Πατήρ Β., άνθρωπος με θεολογική μόρφωση, ο οποίος γνώριζε πολλές ξένες γλώσσες.
Το 1932 επισκέφθηκε τη Μονή κάποιος Ρωμαιοκαθολικός διδάκτωρ, ο Πατήρ Χρ. Μπ. Συνομίλησε επί πολλή ώρα με τον Πατέρα Β. για διάφορα ζητήματα της ζωής του Αγίου Όρους και, μεταξύ άλλων, ρώτησε:
– Και τι βιβλία διαβάζουν οι μοναχοί σας;
– Τον Ιωάννη της Κλίμακος, τον Αββά Δωρόθεο, τον Θεόδωρο τον Στουδίτη, τον Κασσιανό τον Ρωμαίο, τον Εφραίμ τον Σύρο, τους Βαρσανούφιο και Ιωάννη, τον Μακάριο τον Αιγύπτιο, τον Ισαάκ τον Σύρο, τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον Νικήτα τον Στηθάτο, τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον Γρηγόριο τον Παλαμά, τον Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Ησύχιο, τον Διάδοχο, τον Νείλο και τους άλλους Πατέρες που περιλαμβάνονται στη «Φιλοκαλία», απάντησε ο Πατήρ Β.
– Οι μοναχοί σας διαβάζουν αυτά τα βιβλία!... Σε εμάς μόνο οι καθηγητές, είπε ο διδάκτωρ, χωρίς να κρύβει τον θαυμασμό του.
– Είναι τα μόνιμα βοηθήματα των μοναχών μας, απάντησε ο Πατήρ Β. Διαβάζουν επίσης και άλλα έργα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, όπως, για παράδειγμα, του Επισκόπου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, του Επισκόπου Θεοφάνους του Εγκλείστου, του Οσίου Νείλου της Σόρας, του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, του Ιωάννη της Κρονστάνδης και άλλων.
Ο Πατήρ Β. διηγήθηκε αυτόν τον διάλογο στον Γέροντα Σιλουανό, τον οποίο εκτιμούσε βαθιά. Ο Γέροντας, απαντώντας, παρατήρησε:
– Θα μπορούσατε να πείτε στον διδάκτορα Μπ. ότι οι μοναχοί μας όχι μόνο διαβάζουν αυτά τα βιβλία, αλλά και οι ίδιοι θα μπορούσαν να συγγράψουν παρόμοια... Οι μοναχοί δεν συγγράφουν, επειδή ήδη υπάρχουν πολλά ωραία βιβλία και αρκούνται σε αυτά. Αν όμως αυτά τα βιβλία, για οποιονδήποτε λόγο, εξαφανίζονταν, τότε οι μοναχοί θα έγραφαν καινούργια.
Κατά τη διάρκεια της μακράς ζωής του στον Άθωνα ο Γέροντας συνάντησε πολλούς μεγάλους ασκητές. Μερικοί από αυτούς γνώριζαν από προσωπική πείρα εκείνες τις καταστάσεις για τις οποίες γράφουν οι μεγάλοι ασκητικοί Πατέρες, όπως ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Μακάριος ο Αιγύπτιος και άλλοι, και γι’ αυτό ο λόγος του Γέροντα μας φαίνεται απολύτως δικαιολογημένος.
Για πολλά χρόνια το μεγάλο ιερορραφείο της Μονής το διηύθυνε ο Πατήρ Διάδοχος, μοναχός υποδειγματικός από κάθε άποψη, επιμελής μέχρι σχολαστικότητας, αγαπητής των ακολουθιών, πολυμαθής, ήρεμος, δίκαιος και ευγενής στη συμπεριφορά του προς τους ανθρώπους· έχαιρε της εκτίμησης όλων.
Την ημέρα της εορτής του, όταν τον επισκέφθηκα, τον βρήκα ανάμεσα στους πνευματικούς του φίλους: έναν γέροντα πνευματικό, τον Πατέρα Τρόφιμο και τον Γέροντα Σιλουανό.
Ο πνευματικός διηγήθηκε κάτι που είχε διαβάσει σε μια εφημερίδα και, στρεφόμενος προς τον Γέροντα Σιλουανό, τον ρώτησε:
– Και εσείς, Πάτερ Σιλουανέ, τι λέτε γι’ αυτό;
– Δεν μου αρέσει, Άγιε Πνευματικέ, να διαβάζω εφημερίδες και να μαθαίνω τα νέα τους, απάντησε εκείνος.
– Γιατί;
– Επειδή όσα γράφονται στις εφημερίδες σκοτίζουν τον νου και δυσκολεύουν την καθαρή προσευχή.
Κατά τη διάρκεια της μακράς ζωής του στον Άθωνα ο Γέροντας συνάντησε πολλούς μεγάλους ασκητές. Μερικοί από αυτούς γνώριζαν από προσωπική πείρα εκείνες τις καταστάσεις για τις οποίες γράφουν οι μεγάλοι αυτοί ασκητές, όπως ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Μακάριος ο Αιγύπτιος και άλλοι, και γι’ αυτό ο λόγος του Γέροντα μας φαίνεται απολύτως δικαιολογημένος.
Συνήθως, όταν ο Γέροντας έβλεπε ότι τα πρώτα του λόγια δεν είχαν γίνει κατανοητά, δεν ήλπιζε πλέον ότι με «επεξηγήσεις» θα μπορούσε να κάνει κατανοητό εκείνο που γνωρίζεται κυρίως μέσω της πείρας. Και δεν αποφάσιζε να αποκαλύψει τη δική του εμπειρία, εξαιτίας της πνευματικής του σωφροσύνης.
Έτσι, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του παρέμεινε «αφανής». Αναμφίβολα αυτό δεν ήταν μόνο το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν, αλλά και η προσωπική του επιθυμία, την οποία ο Θεός δέχθηκε και εκπλήρωσε, αποκρύπτοντάς τον ακόμη και από τους Πατέρες του Αγίου Όρους. Όχι όμως μέχρι τέλους.
Μερικοί, μοναχοί και λαϊκοί, άνθρωποι που επισκέφθηκαν τον Άθωνα ή αλληλογραφούσαν με τον Γέροντα, τον εκτίμησαν και τον αγάπησαν βαθιά· ανάμεσά τους υπήρχαν και επίσκοποι και ιερείς με ανώτερη θεολογική μόρφωση, καθώς και ευλαβείς λαϊκοί.
Θυμόμαστε το εξής περιστατικό: Κάποιος αλλοδαπός Ορθόδοξος φιλοξενήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Μονή και η συνάντησή του με τον Γέροντα τού προκάλεσε βαθιά εντύπωση. Αγάπησε τον Γέροντα και τον επισκεπτόταν συχνά. Αυτό το έμαθαν οι μοναχοί.
Μια μέρα, όταν τον συνάντησε στους διαδρόμους της Μονής ο Ιερομόναχος Ν., ένα από τα πιο ισχυρά μέλη του ηγουμενοσυμβουλίου, του είπε:
– Δεν καταλαβαίνω γιατί εσείς, ένας πολυμαθής θεολόγος, επισκέπτεστε τον Πατέρα Σιλουανό, έναν αγράμματο χωρικό. Δεν υπάρχει άραγε κανένας ευφυέστερος από αυτόν;
– Για να καταλάβει κανείς τον Γέροντα Σιλουανό, πρέπει να είναι «πολυμαθής», απάντησε ο φιλοξενούμενος, όχι χωρίς πόνο ψυχής.
Ο ίδιος Ιερομόναχος Ν., εξακολουθώντας να μην καταλαβαίνει γιατί μορφωμένοι άνθρωποι σέβονταν και επισκέπτονταν τον Γέροντα Σιλουανό, συζητώντας με τον Πατέρα Μεθόδιο, μοναχό που διηύθυνε επί πολλά χρόνια το βιβλιοπωλείο της Μονής, παρατήρησε:
– Απορώ γιατί τον επισκέπτονται. Αυτός, υποθέτω, δεν διαβάζει τίποτε.
– Δεν διαβάζει τίποτε, αλλά τα πάντα τα πράττει, ενώ άλλοι διαβάζουν πολλά, αλλά δεν πράττουν τίποτε, απάντησε ο Πατήρ Μεθόδιος.
Συνεχίζεται με:
Δ΄
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου