Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καργάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καργάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Τό Πάρθιον βέλος

Σαράντος Ι. Καργάκος

ΔΕΝ ΕΙΧΑ καμμία ἀμφιβολία ὅτι τό Πάρθιον βέλος κατά τῆς ἐθνικῆς μας ὑποστάσεως θά ἐξαπολυθεῖ καί πάλι ἀπό κάποια –ὄχι καί λίγα– μέλη τῆς λεγόμενης ἐπιστημονικῆς κοινότητας. Τό ἴδιο ἔγινε καί στή 10ετία τοῦ ’90. Μετά τόν πανελλήνιο ἀνά τήν ὑφήλιο ξεσηκωμό γιά τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας, ἄρχισαν σιγά-σιγά, ὅπως κάποια τρωκτικά, νά ἐμφανίζονται κάποιοι «ρεαλιστές» διανοητές, ὅπου μέ ἐπιστημονικά σκαλαθύρματα κλόνιζαν τά ἑλληνικά ἐπιχειρήματα σχετικά μέ τό Σκοπιανό καί πιθανῶς –ὄχι βέβαια μέ τό ἀζημίωτο– γίνονταν ὑποστηρικτές τῶν Σκοπιανῶν. Ὅτι τάχα ἔχουν δικαίωμα αὐτοπροσδιορισμοῦ. Εἶχε ἤδη κυκλοφορηθεῖ σέ εὐρεῖα κλίμακα τό βιβλίο μου «Ἀπό τό Μακεδονικό Ζήτημα στήν Ἐμπλοκή τῶν Σκοπίων», ὅταν δέχθηκα ἕνα καινούργιο βιβλίο μέ τιμητική ἀφιέρωση καί μέ τήν παράκληση νά τό παρουσιάσω στόν «Οἰκονομικό» ἤ στόν «Τύπο τῆς Κυριακῆς», καθότι οἱ ἀπόψεις μας συγκλίνουν ὡς πρός τή Σκοπιανή ἐμπλοκή. Τό διάβασα καί διαπίστωσα ὅτι δέν συνέκλιναν διόλου. Ὁ συγγραφέας ἀκολουθοῦσε τή γραμμή τοῦ Λεωνίδα Κύρκου, πού ἀφοῦ εἶχε λάβει μέρος στά πρῶτα συλλαλητήρια, ἀκολούθως ἔγινε κήρυκας μιᾶς συνδιαλλαγῆς ἀλλά σέ ἔγκλιση ὑποτακτική. Ὅπως ἦταν φυσικό, ἡ κρίση μου γιά τό βιβλίο ἦταν ἀρνητική μέ παρατηρήσεις ἀρκετά ὀξυδερκεῖς πού ἀξιοποιήθηκαν ἀπό πολλούς διπλωμάτες καί εὐρωβουλευτές μας, ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ ὁ μακαρίτης Σταμούλης, αὐτός πού ἀνακίνησε τό θέμα τοῦ Διστόμου.

Ποιό τό ἀποτέλεσμα; Ἄς μήν ἐκπλαγεῖ ὁ ἀναγνώστης: ὁ συγγραφέας τοῦ φιλοσκοπιανοῦ βιβλίου ἔγινε σέ λίγους μῆνες πανεπιστημιακός, ἐνῶ ὁ τάλας ἐγώ δεχόμουν βροχή βελῶν. Μία μάλιστα μεγαλόσχημη δημοσιογράφος μέ κάλεσε σ’ ἕνα «πάνελ» γιά νά συζητήσουμε τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμπάρκο πού εἶχε ἐπιβάλει ἡ κυβέρνηση Παπανδρέου. Κι ἐνῶ ἡ ἐν λόγω κυρία μοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι στό πάνελ θά μετεῖχαν οἱ κ.κ. Ἐμφιετζόγλου καί Παπαθεμελῆς, βρέθηκα μόνος ἀπέναντι σέ μιά τετράδα «ρεαλιστῶν» πού ἦσαν ἔνθερμοι ὑποστηρικτές τῶν Σκοπιανῶν. Ἕνας μάλιστα ἦταν πανεπιστημιακός μέ ἐλλιπῆ γνώση τῶν ἑλληνικῶν, εἰδικά τῶν ρηματικῶν τύπων. Αὐτός, ἀντικρούοντας τίς θέσεις μου, ὅταν μοῦ δινόταν ὑπό μορφήν στάγδην ὁ λόγος, μοῦ εἶπε μέ τήν πρέπουσα πανεπιστημιακή προπέτεια τή φράση: «Ἐγώ, κ. Καργάκο, κι ὄχι ἐσεῖς ἐκπροσωπῶ τήν Ἑλλάδα στά διεθνῆ φόρα». Ἀπάντησα λακωνικά: «Γι’ αὐτό πήραμε τήν κατηφόρα! Διότι ἄν γνωρίζετε τά ἀγγλικά ὅπως γνωρίζετε τά ἑλληνικά καί ἄν οἱ γνώσεις πάνω στό Σκοπιανό εἶναι αὐτές πού ἀναπτύσσετε ἐδῶ, τότε κατανοῶ γιατί χάνουμε τίς μάχες στό ἐξωτερικό». Ἡ κυρία δημοσιογράφος συντόνισε μετά τή συζήτηση μέ τέτοιο ἐπιτήδειο τρόπο, ὥστε νά φανεῖ ὅτι εἶχα κατατροπωθεῖ. Ἔφθασα στό σπίτι μου μέ πίεση κοντά στό 20, ἀλλά εὐτυχῶς μιά εἰκοσάδα ὑποστηρικτικῶν τηλεφωνημάτων καταπράυνε τήν ὀργή μου. Εἶχα ὅμως σχηματίσει τή θλιβερή γνώμη ὅτι ἡ Πέμπτη Φάλαγγα δρᾶ μέσα στά ἐπίσημα ἐπιστημονικά ἱδρύματα. Οἱ κύριοι καί οἱ κυρίες πού ὡς ἐκπρόσωποι τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν μετεῖχαν στά λεγόμενα «φόρα» ἐδῶ καί στό ἐξωτερικό, γιά νά μήν ἔρχονται σέ ἀντίθεση πρός ὅ,τι οἱ Σκοπιανοί εἶχαν δολίως ἐπιβάλει στήν διεθνῆ κοινότητα, προτιμοῦσαν νά κάνουν τήν πάπια ὅταν ἄκουγαν τούς συνέδρους νά ὀνομάζουν τά Σκόπια Μακεδονία. Ἀφήνω καί τίς καλοπληρωμένες προσκλήσεις σέ διάφορα πανεπιστήμια.

Μέ ὅλα αὐτά θέλω νά πῶ ὅτι ἡ Ἑλλάδα στό Σκοπιανό δέν προδόθηκε τόσο ἀπό τούς πολιτικούς της ἀλλά ἀπό τόν ἐπίσημο ἐπιστημονικό της κόσμο –χωρίς φυσικά νά λείπουν καί οἱ τιμητικές ἐξαιρέσεις. Γεμίσαμε τήν Ἑλλάδα πανεπιστήμια μέ σχολές ἀερολογίας καί τά πλαισιώσαμε μέ χιλιάδες πανεπιστημιακούς, πού οἱ πλεῖστοι ἦσαν θεσιθῆρες, κομματικοί ἐγκάθετοι, παιδιά συγκεκριμένων δημοσιογραφικῶν συγκροτημάτων, μέ στενές σχέσεις μέ ὕποπτα χρυσοφόρα ἱδρύματα. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀντί νά γίνουν πνευματικά στηρίγματα τῆς Ἑλλάδος, ἔγιναν ὑπονομευτές της. Ζοῦσαν ἀπό τήν Ἑλλάδα καί δροῦσαν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας, γιά νά εἶναι ἀρεστοί, ὡς τάχα ἐπιστημονικά ἀντικειμενικοί, στίς διεθνεῖς συναντήσεις τους. Τούς ἐνδιέφερε ἡ δική τους προβολή, ἔστω κι ἄν αὐτό συνιστοῦσε προσβολή κατά τῆς χώρας τους.

Ἀπό μιά τέτοια ἐπιστημονική «σέχτα» ξεκίνησε περίπου τήν ἴδια ἐποχή καί μιά κίνηση γιά νά ἀναδειχθεῖ ξανά καί τό κουτσοβλαχικό κίνημα, ὅτι δηλαδή οἱ Βλάχοι ἀποτελοῦν μιά ξεχωριστή πληθυσμιακή ὀντότητα μέσα στόν ἑλληνικό κορμό καί συνεπῶς σάν τέτοια πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ ἀπό τήν Ε.Ε. μέ τίς ἀνάλογες φυσικά ἐπιχορηγήσεις. Ἔγινε σάλος στή Λαμία ἀρχικά, ἀλλά τελικά τό ζήτημα ἔληξε ὅταν δημοσίευσα στόν «Οἰκονομικό» φωτοτυπία ἀπό τή ρουμανική ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως πού περιεῖχε τά ὀνόματα τῶν ἐπ’ ἀμοιβῆ πρακτόρων τῆς Ρουμανίας στόν ἑλληνικό χῶρο τήν ἐποχή κατά τήν ὁποία βρισκόταν σέ ἔξαρση τό κουτσοβλαχικό. Ἐξ ἄλλου ἐπιφανεῖς ἐκπρόσωποι τῶν βλαχικῶν σωματείων μέ κοινή ἀπόφαση ξεκαθάρισαν: «Καθένας νά καθαρίσει τήν αὐλή του». Οὔτε φυσικά, μέσα στούς πανεπιστημιακούς μας χώρους, λείπουν οἱ ὑποστηρικτές τῶν Τσάμηδων, πώς τάχα τούς διώξαμε κακήν κακῶς, λησμονώντας ὅτι πολέμησαν στό πλευρό τῶν Ἰταλῶν καί Γερμανῶν καί ὅτι φεύγοντας ἀπό τήν Ἑλλάδα εἶχαν στό ἐνεργητικό τους 632 δολοφονίες, 428 ἀπαγωγές καί ἐξαφανίσεις, 209 βιασμούς (τόσοι καταγγέλθηκαν· ἦσαν περισσότεροι) καί 2.332 πυρπολημένες οἰκίες. Ἀφήνω πιά τίς κλοπές ζώων καί πουλερικῶν.

Φυσικά δέν ἔλειψε καί ὁ φιλοτουρκισμός, δηλαδή τό πόσο στοργική ἦταν ἐπί τρεῖς αἰῶνες ἡ σουλτανική ἀγκαλιά, τί θαυμαστή ἐξέλιξη εἶχε ὁ Ἑλληνισμός καί ἄλλα πολλά, πού ὅλα τά χάλασε μετά τά Ὀρλωφικά ἡ ἐπαναστατική μας κακοκεφαλιά. Κι ἀκόμη ὅτι στή Μ. Ἀσία δέν πήγαμε ὡς ἐλευθερωτές ἀλλά ὡς κατακτητές, ὅτι προβήκαμε σέ ἀνηλεεῖς σφαγές καί πώς ὅ,τι ἀπώλειες εἴχαμε ἦταν ἀποτέλεσμα συνωστισμοῦ ἤ τροχαίων ἀτυχημάτων. Καί ἀπορῶ καί ἐρωτῶ: ὁ μέγιστος μαθηματικός Κων/νος Καραθεοδωρῆς, τό Ἰωνικό Πανεπιστήμιο πού ἵδρυσε μέ τούς πιό σύγχρονους ὅρους στή Σμύρνη, τό ἵδρυε σάν κατακτητής ἤ ὡς ἐκπολιτιστής; Ἀπέκλειε μουσουλμάνους σπουδαστές; Τότε ἡ Ἑλλάς εἶχε ἕνα πνευματικό δυναμικό πού στεκόταν ψηλά. Τώρα δυστυχῶς τό πνευματικό της δυναμικό μένει στά χαμηλά. Οἱ ποιητές της –κι ἔχει ἄπειρους– ψάχνουν ἀκόμη κι ἀκόμη τά «σώψυχά» τους. Τά ἐθνικά θέματα εἶναι γιά Σολωμούς, Παλαμάδες, Ρίτσους, Ἐλύτηδες καί ἄλλους ἐθνικιστές. Ἡ καθαρή ποίηση, λένε, βρίσκεται ἔξω ἀπό ἐθνικιστικές προκαταλήψεις. Ἔτσι μποροῦν τά ποιήματά τους νά μεταφραστοῦν στά τουρκικά, σκοπιανικά καί ἀλβανικά. «Ἔτσι μεγάλος θά εἶναι ὁ ἔπαινός τους», γιά νά τό ποῦμε Καβαφικά. Ὅσο γιά τό ἐπίκαιρο θέμα τῆς Μακεδονίας τό πολύ-πολύ νά ξαναδιαβάσουμε τή «Μάχη τῆς Μαγνησίας» τοῦ μεγάλου Ἀλεξανδρινοῦ: «Τί εἴδους λύπη εἶχαν σάν ἔγινε σκουπίδι ἡ μάνα τους Μακεδονία»! Ἀσφαλῶς, ἀπό τόν ὄψιμο φιλοσκοπιανισμό δέν ἦταν δυνατόν νά λείψει καί ὁ ἔνδοξός μας βυζαντινισμός. Ἀλλά ὄχι ὅπως τόν ἐννοεῖ ὁ Καβάφης ἀλλά ἡ τρέχουσα γραφή, δηλαδή μέ τή σημασία τῆς ...ἀρλούμπας!

Υ.Γ. 1. Τό κείμενο αὐτό ἀφιερώνεται στούς δύο στρατιωτικούς μας πού μέ ἔξοδα τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως «φιλοξενοῦνται» σέ «κέντρο παραθερισμοῦ» τῆς Ἀνδριανουπόλεως. Ἀφιερώνεται ἀκόμη στό γενναῖο πιλότο μας πού ἄφησε τή στερνή πνοή του στή Σκύρο, μετά ἀπό κοπιώδη προσπάθεια νά ἀπομακρύνει τούς συνήθεις κακοήθεις «ἐπισκέπτες».

Υ.Γ. 2. Τό κείμενο αὐτό γράφτηκε τό πρωί τῆς 14ης Ἀπριλίου. Ἀκούω ὅτι ἄρχισε νέος βομβαρδισμός κατά τῆς Συρίας. Συμμετέχουν καί Ἄγγλοι. Χρειάζεται προσοχή. ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΟΧΗ! Κύρια βάση τῶν Ἄγγλων στήν Ἀν. Μεσόγειο βρίσκεται στήν Κύπρο. Ἐνδέχεται οἱ Σύροι καί οἱ Ρῶσσοι νά ἀπαντήσουν μέ ἀντικτυπήματα πού πρώτη θά εἰσπράξει ἡ Μεγαλόνησος. Ἄς μή πληρώσουμε ἐμεῖς τή βρώμικη χημεία τῶν δυνατῶν.

Εστία 20/4/18

https://www.facebook.com/

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Κάποιοι δεν θέλουν μια “ενοχλητική” ιστορία…


Καυτά ζητήματα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας αγγίζει ο συγγραφέας Σαράντος Καργάκος, στο πρώτο μέρος της ομιλίας του για το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά "1821: Η δυναμική της Παλιγγενεσίας", κατά τη διάρκεια της συζήτησης που διοργανώθηκε, στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου, στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού Ρήγας Βελεστινλής, Ξενοφώντος 4, Σύνταγμα. Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης οι Γιώργος Κοντογιώργης, πρ. πρύτανης Παντείου Παν/μίου, Μιχάλης Μερακλής, καθηγητής λαογραφίας και ο συγγραφέας του βιβλίου. Συντονιστής: Γιώργος Παπαδόπουλος – Τετράδης, πρώην διευθυντής της εφημερίδας Ελευθεροτυπία.

pemptousia

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ Παρθενών εἶναι... λατομεῖο; Του Σαράντου Καργάκου.



Πότε, ἐπί τέλους, θά μάθουν οἱ πολιτικοί μας ὅτι «βαρβαρίζουν» μιλώντας γιά «Μάρμαρα τοῦ Παρθενῶνος»; Λατομεῖο ἦταν ὁ Παρθενών; δύσκολο εἶναι νά ποῦν γλυπτά; 

Καί κάτι ἄλλο: Γιατί μιλοῦν μόνο γιά Παρθενώνα; 
Ξεχνοῦν ὅτι ὁ Ἔλγιν ρήμαξε τήν Ἀκρόπολη καί ἔκλεψε μιά ἀπό τίς Καρυάτιδες τοῦ Ἐρεχθείου; 
Αὐτή τήν ἀγνοοῦν; 
Καί γιατί δέν ζητεῖται ἡ συνδρομή τῆς Κίνας; 
Ὁ γυιός τοῦ Ἔλγιν ἔκαψε τά περίφημα Θερινά Ἀνάκτορα τοῦ Πεκίνου πού εἶχαν τούς μεγαλύτερους καλλιτεχνικούς θησαυρούς τοῦ κινεζικοῦ πολιτισμοῦ.
ΠΗΓΗ

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Ο Καργάκος υποστηρίζει ότι ο τάφος της Αμφίπολης είναι του Μεγ. Αλεξάνδρου!


AAA611c8b3518fb8c6_XL

Τελειωτικό σκαμπίλι θα είναι ενδεχόμενη εύρεση του τάφου του Μεγ. Αλεξάνδρου στην Αμφίπολη για όλους αυτούς που επιβουλεύονται την Μακεδονία και τον Ελληνισμό γενικότερα!

Ο εκ του βορρά γείτονας υποστηρίζει ότι η χώρα του φαρσαλινού χαλβά, η Monkeydonia, η ψευτοχώρα του αέναου καρναβαλιού, φτάνει ως την Λάρισα ενώ πρόσφατα ο εξ’ Ανατολών γείτονας θεωρεί τσιφλίκι του την περιοχή μέχρι την Θεσσαλονίκη!!!

Μοίρα και των δύο να διαλυθούν!

Αυτά παθαίνουν όσες χώρες παρατεντώνουν τον …χάρτη τους!

Γίνονται κομματάκια…



"Greek National Pride"

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Το σκάνδαλο του μονοτονικού...

Του Σαράντου Καργάκου

Το μονοτονικό επιβλήθηκε στον ελληνικό Λαό από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ -Υπουργός Παιδείας κ. Ελευθ. Βερυβάκης- με τροπολογία που αιφνίδια προτάθηκε, κοντά στα μεσάνυχτα, όταν η Βουλή των Ελλήνων (συνεδρίαση της 11.1.1982) είχε περατώσει τη συζήτηση και είχε ψηφίσει το ένα και μόνο άρθρο του Νόμου 1228, που αποτελούσε «Κύρωση της από 11.11.1981 πράξης του Προέδρου της Δημοκρατίας περί εγγραφής μαθητών στα Λύκεια της Γενικής και Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως» και με αυτόν ακριβώς τον τίτλο δημοσιεύθηκε στο Α’ Τεύχος του φύλλου 15/11.2.82 της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ένα κεφαλαιώδες, λοιπόν, εθνικό θέμα, το θέμα του τρόπου γραφής των λέξεων μιας πανάρχαιας γλώσσας -τρόπου καθιερωμένου με εφαρμογή πολλών αιώνων- αντιμετωπίστηκε με ασύγνωστη, ανατριχιαστική επιπολαιότητα.
Διότι: α) εισάγεται προς συζήτηση με άρθρο «της προσκολλήσεως» σε θέμα νόμου άσχετο, β) εισάγεται μεσάνυχτα, όταν η πλειονότητα των βουλευτών απουσιάζει, γ) εισάγεται αιφνίδια (κι αυτό, θα ιδούμε γιατί), δ) εισάγεται αντισυνταγματικά (προσκολλημένο σε νόμο άσχετο) και ε) εισάγεται χωρίς να ερωτηθεί ούτε ο Λαός -ενώ τότε ακριβώς υποστηριζόταν πως για δύο στρατιωτικές βάσεις έπρεπε να γίνει…. δημοψήφισμα- ούτε η Ακαδημία Αθηνών, ούτε τα Πανεπιστήμια της χώρας και ιδίως οι Φιλοσο­φικές τους Σχολές, ούτε οι Εταιρίες των Συγγραφέων-Λογοτεχνών -παρά την βαρυσήμαντη απόφανση του σοφού καθηγητή και τότε Γεν. Γραμματέα της Ακαδημίας Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου πως «Την γλώσσα την αναπτύσσουν μόνον εκείνοι οι οποίοι έχουν να ειπούν κάτι, δηλαδή οι πνευματικοί άνθρω­ποι, και όχι οι απνευμάτιστοι γλωσσοπλάστες και νομοθέτες… Οι γλωσσι­κοί νομοθέτες δεν έχουν καμιά αρμοδιότητα και ανακόπτουν απλώς την εξέ­λιξη του γλωσσικού μας πολιτισμού».

2. Υπήρξε, βέβαια, πολύ πριν από την ημερομηνία αυτή, εξαγγελία κύκλων του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο για την επιβολή του μονοτονικού αλλά για έσχατη απλοποίηση της γλώσσας μας (ωσάν να είμαστε οι άξεστοι Τούρκοι του Κε­μάλ Ατατούρκ και όχι οι φορείς της αρχαιότερης ζωντανής γλώσσας του κό­σμου…)· Στο «Δελτίο Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων» (Οκτώβριος 1979) προαναγγέλεται πως «το μονοτονικό είναι ένα βήμα» προς την ταύτιση της γραπτής με την προφορική λαλιά (δεν μας μιμήθηκαν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι…), δηλαδή: την κατάργηση των διφθόγγων, των πολλών ι, των δύο ε και ο, -και «σ’ αυτή την επίμονη», λέει το κείμενο, «διεργασία πρωτοστατούν οι δημοσιογράφοι, οι προκηρυξιογράφοι-τοιχοκολλητές, οι μπροσουροποιοί, μανιφεστογράφοι… που θα λυτρώσουν τη γλώσσα μας από την σκουριά αιώνων». Μόνο αυτοί είναι αρμόδιοι…

Καμιά προγενέστερη ευρεία, ανοιχτή και ελεύθερη συζήτηση δεν σημειώ­θηκε στην χώρα για το μέγα αυτό θέμα μετά από εκείνη την παλιά, αλήστου μνήμης «Δίκη των τόνων», που απόμεινε χωρίς συνέχεια και σποραδικές εδώ κι εκεί απόψεις. Η μόνη που φαίνεται ρωτήθηκε -γιατί ούτε τα Κόμματα ενη­μερώθηκαν, όπως αμέσως θα φανεί- ήταν μια Επιτροπή που συγκρότησε όπως ήθελε ο τότε Υπουργός Παιδείας καθώς και το περιλάλητο ΚΕΜΕ του ίδιου Υπουργείου. Τι ακριβώς αποφάνθηκε η Επιτροπή και τι είπε το ΚΕΜΕ σαφώς, δεν γνωρίζουμε, ούτε αν υπήρξε και τι ακριβώς υποστήριξε η μειοψη­φία. Αλλά ούτε και η Εθνική Αντιπροσωπεία το εγνώριζε, όταν τα μεσάνυχτα της 11.2.1982 εισήχθη εντελώς αιφνίδια το άρθρο της προσκολλήσεως σε αλλότριο νόμο, η παρονυχίδα στο νόμο περί εγγραφής μα­θητών στα Λύκεια κ.λπ. Πάντως, ανακοινώνουμε τα ονόματα των μελών της με βαρύτατες εθνικές ευθύνες Επιτροπής εκείνης, για να αναλάβει καθένα την προσωπική του ευθύνη και να μη τους λησμονήσει ο ελληνικός Λαός, που τον έσωσαν, φαίνεται, από την αγραμματοσύνη και την διασπάθιση χρόνου και χρήματος…: Καθηγ. Εμμ. Κριαράς πρόεδρος, Φάνης Κακριδής καθηγ. Παν/μίου, Χρίστος Τσολάκης φιλόλογος, Βασ. Φόρης φιλόλογος, Δημ. Τομπαϊδης σύμβουλος ΚΕΜΕ, Χρ. Μιχαλές Πρόεδρος της ΟΛΜΕ, Απόστ. Κοτλίττας διδάσκαλος, Αλόη Σιδέρη φιλόλογος της ΟΙΕΛΕ.

Όλα αυτά σημαίνουν, κατά την γνώμη μας, ότι ο αρμόδιος Υπουργός χειρίστηκε το κολοσσιαίο θέμα αλλαγής της γραφής της γλώσσας μας μετά τόσους αιώνες αδιάλειπτης πρακτικής αντιλαϊκά, ως ένα θεματάκι που με μια Επιτροπούλα και με μιά-δυό συνεδριάσεις του ΚΕΜΕ τακτοποι­είται….
Τα πρακτικά της συνεδρίασης εκείνης της Βουλής των Ελλήνων, της αιφνίδια κρισιμότατης, παρέχουν συγκλονιστικές πληροφορίες και στοιχειοθετούν τον χαρακτηρισμό της πράξης ως σκανδάλου. Λοιπόν:

α) Προς τα μεσάνυχτα της 11.1.1982 είχε περατωθεί η συζήτηση για την εγγραφή μαθητών των Λυκείων, οπότε τελείως αιφνίδια εισάγεται, της προσκολλήσεως καθώς είπαμε, ως άρθρο 2, ένα εντελώς άσχετο -και εθνικώς μέγα- θέμα: η επιβολή του μονοτονικού (γιατί άλλο πράγμα είναι η αναγνώριση μιας πραγματικότητας που υπάρχει και λειτουργεί, όπως έγινε με την δημοτική γλώσσα, και άλλο η αυταρχική επιβολή μιας ανύπαρκτης πραγματικότητας).

β) Μετά από μιαν άτυχη παρέμβαση του Ευάγγελου Αβέρωφ, που ερώτη­σε ποιο είδος μονοτονικού σκέφτεται να εφαρμόσει η Κυβέρνηση και που η αδεξιότητα του αρμόδιου Υπουργού φανέρωσε πως το θέμα δεν τον είχε κα­θόλου απασχολήσει…- και μετά από την ακατάσχετη, ανοημάτιστη φλυαρία κάποιων βουλευτών, παρεμβαίνει ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (σελ. 456 των Πρακτικών της Βουλής) και επισημαίνει διαμαρτυρόμενος τα ακόλουθα:

1. Το άρθρο αυτό περί μονοτονικού «προστίθεται σήμερα, την τελευταία ώρα… αιφνιδιαστικώς. Αναφέρεται σε ένα μέγα θέμα…».

2. Ζητεί να μετατεθεί στην επόμενη συνεδρίαση της Βουλής η συζήτηση του άρθρου περί μονοτονικού. «Δεν είναι δυνατόν να έχει η Κυβέρνηση την απαίτηση να μας φέρνει το θέμα αυτό το μέγα, αιφνιδιαστικά, και να απαιτεί να το ψηφίσουμε και μετά την 12ην (νυκτερινή)». «Η τροπολογία» (Θεέ και Κύριε, με… τροπολογία μεσονύκτια αλλάζει αιφνί­δια η γραφή των λέξεων που είχε επί αιώνες τηρηθεί!) «αναφέρεται σ’ ένα πολύ σοβαρό θέμα».

3. Ανακοινώνει ότι αν η Κυβέρνηση επιμείνει, η Αξιωματική Αντιπολίτευση είναι υποχρεωμένη να αποχωρήσει από την Αίθουσα (σελ. 456, β’ στήλη).

4. Δευτερολογεί ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κι επισημαίνει και πάλι (σελ. 457): α) τη σοβαρότητα του θέματος, β) ότι κακώς αυτό προτείνε­ται με τροπολογία, γ) ότι κακώς καλείται η Βουλή να το συζητήσει μετά το μεσονύκτιο, δ) ότι έτσι καθώς έρχεται «ένα τέτοιο θέμα», αιφνίδια, η Αντιπολίτευση δεν έχει προλάβει να προετοιμαστεί, να το διαβάσει, να ενημερωθεί. «Δεν έχουμε κανένα φάκελλο… καμία προετοιμασία. Δεν έχει καμία σχέση με το συζητούμενο νομοσχέδιο. Είναι σαφές ότι είναι αντισυνταγματική η τροπολογία… Δώστε μας το χρόνο να προετοιμαστούμε…».

γ) Από μέρους του ΚΚΕ η κ. Μαρία Δαμανάκη παρεμβαίνει δύο φορές (σελ. 457, β’ στήλη) και ζητεί και εκείνη αναβολή, γιατί «το Σώμα έχει κουραστεί» -ίσως δεν θέλει να πει ότι δεν υπάρχει πια απαρτία. Άλλα ο προεδρεύ­ων κ. Μιχ. Στεφανίδης αποκρίνεται σε όλα αυτά με τα εξής αμίμητα (σελ. 457, β’ στήλη): «Είναι απαράδεκτο και αδιανόητο για τον Ελληνικό Λαό, ο οποίος όταν πληροφορηθεί τη συζήτηση αυτή που γίνεται εδώ, θα αισθανθεί απογοήτευση» (μόνο γι’ αυτό…).

δ) Ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επανέρχεται (σελ. 458, α’ στήλη) για να επισημάνει πως «η Κυβέρνηση και το Προεδρείο επιμένουν εις αυτόν τον αντιδημοκρατικόν και αντικοινοβουλευτικόν τρόπον της συζη­τήσεως αυτής της τροπολογίας. Εφ’ όσον η Κυβέρνηση και το Προεδρείο επιμένουν… υπό τάς συνθήκας αυτάς λυπούμεθα ειλικρινώς, αλλά δεν δυ­νάμεθα να παρακολουθήσουμε την συζήτηση και είμεθα υποχρεωμένοι να αποχωρήσουμε (και οι βουλευτές της “Νέας Δημοκρατίας” ΑΠΟΧΩΡΟΥΝ από την αίθουσα)».

5. Έτσι, το έγκλημα κατά της γλώσσας μας πραγματοποιήθηκε: με τρόπο σκανδαλώδη, αιφνίδιο, απροετοίμαστο και αντισυνταγματικό, και αν κρί­νουμε από την φλυαρία που επακολούθησε, την επιπόλαιη και αξιοδάκρυτη, η άσχετη αυτή, βαρυσήμαντη τροπολογία περί επιβολής του μονοτονικού στον ελληνικό Λαό ψηφίστηκε γύρω στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, για να επαληθευθεί ακόμη μια φορά το λεγόμενο από τον λαό μας: της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά…

Από πόσους ψηφίστηκε η τροπολογία αυτή; Κατά δήλωση του αείμνηστου Παναγ. Κανελλόπουλου -δεν ήταν παρών στην συνεδρίαση, αφού ουδείς εγνώριζε πως η Κυβέρνηση αιφνίδια θα εισήγαγε προσκολλημένο σε άσχετο, επουσιώδη νόμο, τέτοιο μέγιστο εθνικό θέμα για συζήτηση- ψηφίστηκε από όχι περισσότερους από 30 (τριάντα) βουλευτές! Την πληροφορία επαναλαμβάνει ο ποιητής-ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος («Έθνος» της 8.5.1990). Ό, τι λοιπόν έπλασαν αιώνες, στις 2 μετά τα μεσά­νυχτα το εγκρέμισαν 30 περίπου βουλευτές… Σκανδαλώδης, επιπόλαιη πρά­ξη αντεθνικής βαρύτητας.

Ο νόμος, έτσι που χαλκεύτηκε, δημοσιεύτηκε, καθώς μνημονεύσαμε πριν, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με άλλο τίτλο και χρειάζεται υπερβολική φαντασία για να τον ανακαλύψει κανείς.
Και όμως, ουδείς είχε τότε, ούτε τώρα, ζητήσει από την Πολιτεία την επιβολή του μονοτονικού. Το αίτημα του αιώνα μας για τη γλώσσα μας υπήρξε σταθερά ένα και μόνο: η αναγνώριση της δημοτικής, της γλώσ­σας του Εθνικού μας Ύμνου, ως της μοναδικής σήμερα γλώσσας του ελλη­νικού Λαού. Και την αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας -όχι την αιφνίδια επιβολή μιας νέας εντελώς πραγματικότητας-πραγματοποίησε η μεταδικτατορική Κυβέρνηση του κ. Κωνσταντίνου Καραμανλή με Υπουργό Παιδείας τον κ. Γεώργιο Ράλλη, προσφέροντας στους μαθητές και στο Λαό μια απλοποιημένη και αρκετά συγχρονισμένη Νεοελληνική Γραμματική, που αντιμετωπίζει όλες σχεδόν τις εμπλοκές τονισμού των λέ­ξεων που βασάνιζαν τις παλιότερες γενιές, και κάνει εύκολο, εναρμονισμέ­νο το έργο του τονισμού -υπογραμμίζοντας συγχρόνως πως το μέγα χρέος, για δεκαετίες ίσως, όλων μας, είναι να μάθουμε να γράφουμε και να χρησι­μοποιούμε σωστά, όμορφα τη δημοτική.

Τότε βέβαια, αμέσως μετά την δικτατορία (με προδρόμους, πριν από την δικτατορία, δυο εφημερίδες της Θεσσαλονίκης που, ωστόσο, διατηρούσαν ένα σημάδι στη θέση των πνευμάτων και τόνιζαν όλες τις λέξεις), είχαν αρχί­σει κάποιες εφημερίδες της Αθήνας να εφαρμόζουν το μονοτονικό -για λό­γους οικονομικούς, όπως δήλωναν, για να κερδίσουν χρόνο στη στοιχειοθέ­τηση και στις διορθώσεις. 
Αλλά ποιος σοβαρός άνθρωπος θα διανοούνταν να υποστηρίξει ποτέ ότι εκδότες, φωτοσυνθέτες και διορθωτές θα καθορί­ζουν πώς θα γράφεται η γλώσσα; Η γλώσσα μας αποτελεί πνευματικό και ιστορικό γεγονός κρυσταλλωμένο μέσα στους αιώνες και δεν μπορεί να υπο­κύπτει σε πενιχρά χρησιμοθηρικά κριτήρια, όταν άλλες, νεότερες γλώσσες δεν τα δέχονται. Ούτε είναι λογικό -για να μην ειπούμε πως είναι καταγέλαστο- ανάλογα με τη στάθμη γλωσσικής μόρφωσης της πλειοψηφίας, ίσως, του λαού σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο, η υπεύθυνη Πολιτεία να αυξάνει ή να περιορίζει τις αξιώσεις στη γλώσσα, ώστε η γλώσσα κάθε φορά -άθυρμα πλέον- να προσαρμόζεται στην οκνηρία των πολλών και όχι οι πολλοί στην αρετή της γλωσσικής παιδείας.
Μετά τη δημοσίευση του νόμου, άρχισε να εφαρμόζεται ένα εκτεταμένο σχέδιο φανατικής γλωσσικής και υλικής καταστροφής:

α) τρομοκρατήθηκαν από την Εξουσία όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των Δημοσίων Οργανισμών (ξεχωριστά οι εκπαιδευτικοί, βέβαια), μη τυχόν και αντιδράσουν, και δεν εφαρμόσουν το μονοτονικό.

β) Καταστράφηκαν χιλιάδες χιλιάδων βιβλία εκπαιδευτικά, αξίας πολλών εκατομμυρίων, επειδή η γλώσσα τους ήταν δημοτική πολυτονική, και ξαναστοιχειοθετήθηκαν μονοτονικά -ωσάν τα πνεύματα και οι τόνοι να εμπόδιζαν την ανάγνωσή τους από τους μονοτονιστές, ενώ το αντίθετο λογι­κά συμβαίνει: όταν για κάποιον αναγνώστη λείπουν κάποια σημεία γνωρι­μίας και τονισμού των λέξεων, αυτός δυσκολεύεται να διαβάσει ένα κείμενο και χάνει χρόνο.

γ) Ναυάγησε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής -της κληρονομιάς μας- στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και στις Φιλοσοφικές Σχολές.

δ) Άρχισε η βιαστική, ασθματική και άκριτη «μετάφραση» των Βασικών Νόμων του Κράτους, πριν προλάβει να δουλευτεί με την κρατική πρακτική η δημοτική γλώσσα, αλλά για να περάσει, μαζί με τη δημοτική, και το μονοτονικό -με προφανή βιασμό του ρυθμού εξέλιξης και κάθαρσης της γλώσσας μας, αλλά και της νόμιμης αναχώνευσης και μίξης των στοιχείων της.
Αμέσως μετά από αυτή την αιφνίδια, βίαιη αλλαγή, αρκετοί μορφωμένοι Έλληνες -κάποιοι από αυτούς με το αγιάτρευτο «σύνδρομο του προοδευτισμού»…- εκοιμήθηκαν, καθώς θα έλεγε ο Λαός μας, πολυτονιστές και την επόμενη κιόλας ημέρα, χωρίς να αναρωτηθούν ή να ρωτήσουν τί και πώς, εξύπνησαν μονοτονιστές. Αιφνίδια, τα χαράματα της 11ης προς την 12η Ιανουαρίου 1982, μετά από μια ολόκληρη ζωή, κατάλαβαν τί δεν ήταν γράφοντας επί τόσες πριν δεκαετίες. Κι από τότε, υποστηριχτές των 30 βουλευτών που νυσταγμένοι εψήφισαν το μονοτονικό, δεν έπαψαν να το εφαρμόζουν και να το κηρύττουν, τονίζοντας τα οικονομικά, χρονικά και μορφωτικά του οφέλη.

Ρωτούμε: Ποια αρχαία γλώσσα, φυσιολογικά και αβίαστα εξελισσόμενη μέσα στους αιώνες, εφάρμοσε εκπτώσεις στις αξιώσεις ιστορικής μνήμης και ακρίβειας, υποκύπτοντας σε μη γλωσσικά, δηλαδή δικά της, αυτόνομα και όχι εμπορευματολογικά κριτήρια; Τότε, αν τέτοια κριτήρια ισχύσουν, η γλώσσα μας, χαροποιώντας τους οκνηρούς, ημιμαθείς, καθώς και τις πολυε­θνικές των ηλεκτρονικών υπολογιστών, έπρεπε να εφαρμόσει το λατινικό αλφάβητο -οπότε πολλά τα οικονομικά και άλλα υλικά οφέλη… Και όμως, όλες οι γλώσσες με μακρό παρελθόν -και όχι τόσο μακρό όσο η ελληνική- είναι δύσκολες, απαιτητικές, πυκνές σε μνήμη σημειολογική, και αρνούνται να υποταγούν σε κριτήρια χρησιμοθηρικά. Μετά από συζητήσεις 100 και πλέον ετών, η γαλλική γλώσσα πέρυσι δέχτηκε κάποιες δειλές αλλαγές -στην πραγματικότητα: εναρμονίσεις- μετά από μηνών δημόσιες συζητήσεις, αλλά κι αυτές τις πενιχρές, δικαιολογημένες λογικά αλλαγές, τελικά τις απέκρου­σε η Γαλλική Ακαδημία -νόμιμος φρουρός της γλώσσας του Λαού.

Και εκείνοι δεν έχουν το βαρύ, ιερό χρέος να προασπίσουν, καθώς εμείς, που είμαστε και οι μόνοι, τα αρχαία μας Κείμενα, που χωρίς τόνους και πνεύματα δεν νοούνται. Και είναι γνωστή η νικηφόρα αντίσταση των Ισπανών στην ιταμή αξίωση των πολυεθνικών εταιριών για να καταργήσουν το ψηφίο η~.

Με τον αιφνίδιο, αντισυνταγματικό τρόπο που επιβλήθηκε μεταμεσονύχτια το μονοτονικό, κανείς δεν θέλησε να συνειδητοποιήσει, ούτε ο απληρο­φόρητος Υπουργός τότε Παιδείας, πώς δημιουργήθηκε με τη συνεργεία 30 βουλευτών, της πενιχρότερης που γίνεται μειοψηφίας της Βουλής των Ελλήνων, ένας νέος γλωσσικός διχασμός του Λαού μας.

Τότε δημοσιεύτηκε και η ακόλουθη Διακήρυξη Ελλήνων Συγγραφέων:

«Πιστεύαμε πως η πράξη της Πολιτείας με την οποία, πριν λίγα χρόνια, αναγνώρισε την δημοτική ως την μοναδι­κή γλώσσα του Έθνους μας σήμερα, θα λύτρωνε τον λαό μας από την μάστιγα ενός, πολιτικοποιημένου μάλιστα γλωσσικού ζητήματος και θα ήταν η απαρχή μιας βαθύτερης μελέτης και γνώσης της γλώσσας, μιας συνειδητότερης χρήσης και γραφής των λέξεών της.
Αντί γι’ αυτό, με λύπη μας είδαμε να δημιουργείται τε­χνητά, αμέσως, ένα νεόμορφο γλωσσικό πρόβλημα, το πρό­βλημα του τονισμού των λέξεων στον γραπτό λόγο και, μαζί μ’ αυτό, να συζητείται κιόλας το θέμα της γραφής των λέξε­ων από μερικούς, δηλαδή η πλήρης εξάρθρωση της ελλη­νικής γλώσσας. Κι εκείνοι που δημιούργησαν το πρόβλημα αυτό, φρόντισαν να το πολιτικοποιήσουν, χωρίς ν’ αντιλαμ­βάνονται ότι, αναθέτοντας στην Πολιτεία πάλι την λύση του, ανελάμβαναν απέναντι στο Έθνος βαρύτατη ευθύνη. Κι έτσι έχουμε νέα γλωσσική εμπλοκή στην Ελλάδα.

Επειδή όμως:

1. Οι λέξεις, όπως μας τις παρέδωσαν οι πατέρες του Δημοτικισμού, γράφονται έτσι επί 2000 τώρα χρόνια, έχο­ντας κρυσταλλώσει παράδοση αξιοσέβαστη, ακόμη κι από τους ξένους·

2. το πώς θα γράφονται οι λέξεις είναι πάντοτε αρμοδιό­τητα αποκλειστική των συγγραφέων ενός τόπου και ποτέ άλλων παραγόντων της ζωής·

3. το κύριο χρέος μας σήμερα είναι να μάθουν να μιλούν και να γράφουν οι Έλληνες σωστά την παραδομένη δημοτι­κή·

4. οι απλοποιήσεις της γλώσσας μας τα τελευταία χρόνια περιόρισαν στο ελάχιστο τις δυσκολίες τονισμού των λέξε­ών της,

διακηρύσσουμε ότι:

δεν δεχόμαστε οποιαδήποτε αλλαγή στην γραφή των λέ­ξεων της γλώσσας μας και θα συνεχίσουμε να γράφουμε και να τυπώνουμε τα βιβλία μας με σέβας προς την ζωντα­νή γλωσσική παράδοση και την πλήρη μορφή των λέξεων, όπως μας δίδαξαν οι πατέρες του Δημοτικισμού και οι με­γάλοι Νεοέλληνες συγγραφείς.

Οι συγγραφείς:

Νίκος Αθανασιάδης, Τάσος Αθανασιάδης, Έφη Αιλια­νού, Ορέστης Αλεξάκης, Κώστας Ασημακόπουλος. Τάκης Βαρβιτσιώτης, Όλγα Βότση, Νικηφόρος Βρεττάκος, Πέ­τρος Γλέζος, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου, Λιλή Ζωγράφου, Νανά Ησαΐα, Ιουλία Ιατρίδη, Πάνος Καραβιάς, Αντρέας Καραντώνης, Ζωή Καρέλλη, Γρηγ. Κασιμάτης, Τάσος Κορφής, Γιωργής Κότσιρας, Β. Κωνσταντίνος, Χριστόφορος Λιοντάκης, Ν.Κ. Λούρος, Χρήστος Μαλεβίτσης, Γ. Μανουσάκης, Μελισσάνθη, Ε.Ν. Μόσχος, Δημήτρης Μυράτ, Έλλη Νεζερίτη, Θεόδ. Ξύδης, Θ. Παπαθανασόπουλος, Δημ. Παπακωνσταντίνου, Λένα Παππά, Π. Β. Πάσχος. Γ. Πατριαρχέας, Ν. Γ. Πεντζίκης, Ε.Ν. Πλάτης, Αλέξης Σολομός, Τατιάνα Σταύρου, Γεωρ­γία Ταρσούλη, Φώφη Τρέζου, Ιωάννου Τσάτσου, Κώ­στας Ε. Τσιρόπουλος, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Νίκος Φωκάς, Παναγιώτης Φωτέας, Ερρίκος Χατζηανέστης, Ντίνος Χριστιανόπουλος».

Το Μανιφέστο αυτό, που προκάλεσε οργή, ύβρεις και συκοφαντήσεις-λιβελλογραφήματα των οψίμων μονοτονιστών, ακολούθησαν πλήθος γνώμες εξεχόντων ανθρώπων του πνευματικού μας πολιτισμού -και μόνο αυτά θα αναχαίτιζαν μιαν ευαίσθητη, με εθνική συνείδηση Κυβέρνηση και θα την έφερναν σε αυτο-επίγνωση, ώστε τουλάχιστο να θέσει σε ευρύτατη, λαϊκή συζήτηση το θέμα και να μην επιμείνει στην αυταρχική επιβολή του μονοτονικού.

Ο Οδυσσέας Ελύτης εδήλωσε:

«Εγώ είμαι υπέρ του παλαιού συστήματος, εναντίον του μονοτονικού και υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι η βάση για να ξέ­ρεις την ετυμολογία των λέξεων. Η σημερινή κακοποίηση της γλώσσας με ενοχλεί και αισθητικά. Θέλω να δω γραμμένο “καφενείον” κι ας μην το προ­φέρουμε το «ν». Τώρα, όλες οι λέξεις έχουν μια τρύπα».

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος υπογράμμισε:

«Υπερτιμήθηκε η άποψη ότι διευκολύνει τους μαθητές, κάτι που, ίσως, είναι αντιπαιδαγωγικό. Υπάρχει, άλλωστε και μια παράδοση που εκφράζει την άποψη μεγάλων παιδαγωγών, οι οποίοι επιμένουν ότι το παιδί πρέπει να κοπιάζει για να γίνει άνθρωπος ικανός, ώστε στη ζωή του ν’ αντιμετωπίσει όλες τις αντιξοότητες. Υποστηρίχτηκε, επίσης, υπέρ του μονοτονικού και η άποψη ότι διευκολύνονται οι τυπογράφοι και οι στοιχειοθέτες, γενικά, και ότι οι εκδόσεις, πάλι γενικά, γίνονται οικονομικότερες.

Παραγνωρίστηκαν, όμως, οι λόγοι που επέβαλαν στους “Αλεξανδρινούς χρόνους την καθιέρωση των τόνων, οι οποίοι ισχύουν και σήμερα. Πολλές φορές, τα γραπτά μου δεν διαβάζονται σωστά όταν τυπώνονται στο μονοτονικό. Ας ελπίσουμε ότι θα επανεξεταστεί μελλοντικά το θέμα κι ότι θα επι­κρατήσουν σωφρονέστερες απόψεις».

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης ετόνισε:

«Τώρα για το μονοτονικό. Αν δεν θέλετε κύριοι του Υπουργείου να κάνετε φωνητική ορθογραφία, τότε πρέπει ν’ αφήσετε τους τόνους και τα πνεύματα, γιατί αυτοί που τους βάλανε, ξέρανε τι κάνανε. Δεν υπήρχαν στα αρχαία ελληνικά, γιατί απλούστατα υπήρχαν μέσα στις ίδιες τις λέξεις. Αυτοί, οι Κριαράς και οι άλλοι (…) που έκαναν αυτές τις μεταρρυθμίσεις -αυτό παρακαλώ να γραφτεί στις εφημερίδες- δεν ξέρουν τι είναι γλώσσα. Δεν ξέρουν αυτό που γνώριζε η κόρη μου στα τρία της χρόνια. Μάθαινε μία λέξη και μετά έψαχνε για τις συγγενείς της. Αυτό είναι μια γλώσσα. Ένα μάγμα, ένα πλέγμα, όπου οι λέξεις παράγονται οι μεν από τις δε, όπου οι σημασίες γλιστράνε από τη μια στην άλλη, είναι μια οργανική ενότητα από την οποία δεν μπορείς να βγάλεις και να κολλήσεις πράγματα, δυνάμει μιας ψευτοκυβέρνησης, καθισμένος σ’ ένα γραφείο στο υπουργείο Παιδείας. Η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων είναι η κατάργηση της ορθογραφίας, που είναι τελικά η καταστροφή της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή πάμε να καταστρέψουμε ό,τι κτίσαμε πριν λίγα χρόνια; Αυτή είναι η δραματική μοίρα του σύγχρο­νου ελληνισμού».

Ακολούθησαν διαμαρτυρίες, δημόσιες συζητήσεις, προσφυγές. Η Κυβέρνηση έμεινε ασυγκίνητη, πιστεύοντας πως από χρόνο σε χρόνο θα κέρδι­ζε με καταναγκασμό, τρομοκράτηση, διαδόσεις πως δεν υπάρχουν πια γρα­φομηχανές πολυτονικές, ούτε τυπογράφοι πολυτονιστές, πως το Κράτος δεν αγοράζει τάχα βιβλία πολυτονικά, πως θα επιβαλλόταν τελικά το μονοτονικό. Ερωτούμε όμως: μπορεί μια εξαναγκαστική πρακτι­κή 8 χρόνων να ανατρέψει παράδοση πρακτικής πολλών αιώνων; Ας μας απαντήσουν οι υπεύθυνοι.

Πάντως, και τα παιδιά μας, στα δίσεχτα αυτά χρόνια, δεν έμαθαν καλύτε­ρα τη γλώσσα μας, επειδή καταργήθηκαν τόνοι και πνεύματα, και τα γραπτά τους, κατά γενική ομολογία, κάθε χρόνο είναι και πιο αξιοθρήνητα, πειστή­ρια γλωσσικής διάλυσης. Η πλειονότητα των συνειδητών συγγραφέων μας εξακολουθεί να γράφει πολυτονικά -και των νέων συγγραφέων μας επίσης, όχι μόνο των παλιότερων,- σπουδαία περιοδικά και διαπρεπείς εκδοτικοί Οίκοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το πολυτονικό και ο Λαός επιμένει. Ιερή εθνική επιμονή, αξιοθαύμαστη αντίσταση στην καταστροφή.

11. Συμπεραίνουμε:

1. Η επιβολή του μονοτονικού υπήρξε α) άκαιρη, β) αυθαίρετη, γ) αυταρ­χική, δ) αιφνίδια, ε) αντισυνταγματική, στ) δεν έγινε από τον Λαό μας, και κυρίως από τους ειδικά ενδιαφερομένους, αποδεκτή. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αληθινό Σκάνδαλο πανεθνικής σημασίας.

2. Η «Νέα Δημοκρατία» ΔΕΝ ΔΕΣΜΕΥΤΗΚΕ να εφαρμόσει το μονοτονικό. Ο σημερινός Πρωθυπουργός κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αντιστά­θηκε προσωπικά στην εσπευσμένη, καταστροφική εκείνη πράξη και διέταξε την αποχώρηση όλων των βουλευτών της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευ­σης από την μεταμεσονύχτια συνεδρίαση της Βουλής. Επομένως, ούτε το Κόμμα, ούτε ο Πρωθυπουργός, ούτε οι Υπουργοί του, ούτε οι βουλευτές του έχουν ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΔΕΣΜΕΥΣΗ και υποχρέωση να εφαρμόσουν και να επιμείνουν στο μονοτονικό. Δεν συνέπραξαν, ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΑΝ στην χάλκευση του Σκανδάλου αυτού.

12. Ζητούμε:

1. Να διατάξει η Κυβέρνηση και να αρχίσει ο αξιότιμος κ. Υπουργός Παιδείας, σε συνεργασία με την κ. Υπουρ­γό Πολιτισμού, την επανασυζήτηση περί μονοτονικού. Την ανοιχτή, δημοκρατική και άφοβη συζήτηση και να κληθούν σ’ αυτό τον αντιαυταρχικό διάλογο όλοι οι αρμόδιοι: η Ακαδημία Αθηνών, τα Πανεπιστή­μια, τα Σωματεία Λογοτεχνών.

2. Να επιτρέψει αμέσως η Κυβέρνηση ώστε όλοι οι κρατικοί λειτουργοί και των τριών Εξουσιών της Δημοκρατίας να μπορούν, αν κριθούν, ελεύθε­ρα να γράφουν πολυτονικά, χωρίς φόβο και οποιαδήποτε πίεση.

3. Να τεθούν τα συμπεράσματα των συζητήσεων αυτών, αν όχι στην άμε­ση κρίση, όπως θα άρμοζε, των Ελλήνων με σαφές δημοψήφισμα, στην Εθνική Αντιπροσωπεία και σε ειδική συνεδρίαση έγκαιρα και πλήρως προετοιμασμένη, ώστε εκείνη να αποφασίσει ελεύθερα, υπεύθυνα, ελλη­νικά.
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1991

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΙΝΔΥΝῼ ἢ Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΕΥΘΥΝΩΝ (Ὅταν ὁ κόσμος τρέμει, ζητεῖ ὡς σανίδα σωτηρίας κάποιον Μεσσία.) [Σαρ. Καργάκος]

ΠΗΓΗ: Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία

Ἡ δημοκρατία ἐν κινδύνῳ
Γράφει ὁ Σαρ. Καργάκος

15.02.2014

.          Ὁ Ἀβραάμ Λίνκολν τό εἶχε πεῖ: «Δίνοντας ἐλευθερία στούς σκλάβους, διασφαλίζουμε τήν ἐλευθερία τῶν ἐλευθέρων». Σήμερα οἱ περισσότεροι λαοί ἔχουν κατακτήσει –τυπικά τουλάχιστον– τό προνόμιο τῆς ἐλευθερίας. Ὅμως κανένας δέν εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθερος, γιατί ὑπάρχουν καί δοῦλοι τῆς ἀνεξαρτησίας τους. Τό εἶχε εὔστοχα ἐπισημάνει ὁ Πλάτων: «Ἡ ἄγαν ἐλευθερία οὐκ εἰς ἄλλο τι ἤ εἰς ἄγαν δουλείαν μεταβάλλει καί ἰδιώτην καί πόλιν» (=Ἡ ὑπέρμετρη ἐλευθερία ὁδηγεῖ σέ ὑπέρμετρη δουλεία καί τόν πολίτη καί τήν πόλη).
.                Οἱ σημερινές κοινωνικές καί πολιτικές συνθῆκες κάνουν τόν σκεπτόμενο ἄνθρωπο νά διερωτᾶται: Μήπως αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐλευθερία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό μία διευκόλυνση στήν ἐπιλογή νέων μορφῶν δουλείας; Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος μόνο στό νά διαλέξει τόν τύπο τῆς δουλείας του; Ἤ, μήπως ἡ ἐλευθερία τοῦ ἑνός γίνεται προϋπόθεση γιά τή δουλεία τοῦ ἄλλου;
.               Τό ζήτημα δέν εἶναι φιλοσοφικό, εἶναι πολύ πρακτικό. Γι’ αὐτό δέν προτίθεμαι νά σᾶς μεταφέρω στόν «Λεβιάθαν» τοῦ Τόμας Χόμπς ἀλλά σ’ ἕνα ἀπό τά κεντρικά σημεῖα τῶν Ἀθηνῶν καί πιό συγκεκριμένα στήν πλατεῖα πού φέρει τό ὄνομα τοῦ καταστατικοῦ χάρτη τῶν ἐλευθεριῶν μας, τήν Πλατεῖα Συντάγματος. Πόση ἐλευθερία ἔχουμε νά τή διασχίσουμε ὅλοι, νά τήν χαροῦμε ὅλοι, νά τήν ἀξιοποιήσουμε ἐπαγγελματικά, ἄν εἴχαμε ἐπενδύσει κεφάλαια ἐντός ἤ πέριξ αὐτῆς; Ἀσφαλῶς, τό Σύνταγμα κατοχυρώνει τό δικαίωμα τῆς ἀπεργίας καί τῆς διαμαρτυρίας. Ὅταν ὅμως ἡ διαμαρτυρία –ὅσο δίκαιη– γίνεται μαρτύριο ἤ καταστροφή γιά ἄλλους, τότε ποῦ ὁδηγούμεθα; Μήπως σέ μιά ἀλληλοσύγκρουση πού θά μᾶς ὁδηγήσει στό ἔρεβος κάποιας ὀλιγαρχικῆς ἐξουσίας;
.             Θά πῶ κάτι πού πιθανῶς νά φανεῖ τρομακτικό καί ξέρω ὅτι θά μοῦ κοστίσει πολύ, ὅπως πολύ μοῦ ἔχουν κοστίσει καί ἄλλα πού ἔχω πεῖ. Ὡστόσο θά τό πῶ: ἄν σήμερα γινόταν μιά δημοσκόπηση εὐρείας ἐκτάσεως, μέ τό ἐρώτημα, ποιόν θεωρεῖτε καλύτερο, τόν Γεώργιο Παπαδόπουλο ἤ τούς σημερινούς πολιτικούς, φοβᾶμαι ὅτι σέ συντριπτικό ποσοστό ὁ ἑλληνικός λαός –καί περισσότερο ἡ νεολαία– θά ἔδινε «ψῆφο» στόν Παπαδόπουλο. Κι ἄς μήν σπεύσει κανείς ἀπό τούς «καναλόκυνες» νά μοῦ κολλήσει τήν ταμπέλλα τοῦ «νεοχουντικοῦ». Ἡ δικτατορία μοῦ ἔκλεισε δύο φορές τό φροντιστήριο, μοῦ ἀρνήθηκε ἐπί 6 χρόνια διαβατήριο (καί ματαιώθηκαν οἱ βλέψεις μου γιά μεταπτυχιακές σπουδές στό Παρίσι) καί ἐξ αἰτίας της ὑποχρεώθηκα στίς 19 Μαρτίου 1969 νά παραιτηθῶ ἀπό τήν ἰδιωτική ἐκπαίδευση. Ἀπό ἀξιοπρέπεια οὔτε ἐγώ οὔτε ἡ σύζυγός μου, πού ἔγραψε τήν πρώτη ἀντιδικτατορική προκήρυξη, διεκδικήσαμε τίτλο ἤ σύνταξη «ἀντιστασιακοῦ». Καί ἐπειδή ἀγόρασα ἀντίγραφο τοῦ «φακέλου» μου, ξέρω πολλούς καταδότες πού μέ ἰδιότητα «ἀντιστασιακοῦ» ἔκαναν λαμπρή –γιά τόν ἐαυτό τους– πολιτική καί πανεπιστημιακή καριέρα.
.              Ὅλα αὐτά γράφονται προειδοποιητικά, ὅπως εἶχαν γραφεῖ καί το 1965. Καί μέ αὐτό ἐννοῶ ὅτι ἡ παταγώδης ἀποτυχία τῶν νῦν θά ἀναδείξει τή φυσιογνωμία τῶν πρίν. Εἴτε ἔπραξαν καλά, εἴτε ἔπραξαν κακά. Ἡ ὡραιοποίηση καί ἡρωοποίηση κάποιων χθεσινῶν μορφῶν πού εἶχαν ἐπιβληθεῖ διά τῆς λόγχης εἶναι ἐπακόλουθο τῆς ἠθικῆς δυσμορφίας καί τῆς πλαδαρῆς ἀνικανότητας τῶν τωρινῶν. Μπορεῖ κάποιοι τωρινοί σέ ἀλλοτινούς καιρούς νά ξεκίνησαν μέ τούς ἁγιώτερους σκοπούς, ἀλλά μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μούλιασαν καί μετεξελίχθηκαν σέ δημαγωγικώτερους  τοῦ Κλέωνος καί ἀμελέστεροι τοῦ περιώνυμου Ἱπποκλέιδη. Τό «οὐ φροντίς Ἱπποκλείδῃ» ἦταν πολιτικός κανόνας.
.              Σήμερα τούς πολιτικούς δέν τούς σώζουν οἱ ταμπέλλες μέ ἰδεολογικούς χρωματισμούς. Ὁ χρηματισμός τούς ἔκανε φθηνούς. Οὔτε μποροῦν νά ἐπικαλοῦνται τό τί ἔκαναν παλιά. «Τά στερνά τιμοῦν τά πρῶτα», λέει ὁ λαός, ἐπαναλαμβάνοντας αὐτό πού εἶπε ὁ Δημοσθένης: «Πρός γάρ τό τελευταῖον ἐκβάν ἕκαστον τῶν πρίν ὑπαρξάντων κρίνεται». Δηλαδή ἀπό τίς τελευταῖες πράξεις κρίνονται καί οἱ πρῶτες.
.              Λυπᾶμαι πού εἶμαι ὑποχρεωμένος νά ἀνοίγω ἀνοικτές θύρες μέ τό νά γράφω ὅτι τόν φασισμό, τόν ναζισμό, τόν περονισμό, τόν σταλινισμό δέν τούς γεννᾶ κάποιος ἐπιδημικός ἰός· τούς γεννᾶ ἡ ἐξαθλίωση καί ἡ ἐξαχρείωση τῆς δημοκρατίας. Ὁ σπουδαῖος Θεόδωρος Μόμσεν εἶχε πεῖ ὅτι ἕνα ἐξευτελισμένο κοινοβούλιο εἶναι χειρότερο καί ἀπό τή χειρότερη μορφή τυραννίας. Τήν ἀπόδειξη παρέχει ἡ σημερινή κατάσταση τοῦ κοινοβουλίου, πού εὐθύνεται γιά τήν ὁλοσχερῆ παράλυση τῆς δημοκρατίας.
.                Ἡ δημοκρατία, καλῶς ἐξεταζομένη, πρέπει νά εἶναι πολίτευμα σοβαροκρατίας. Ἡ λέξη σοβαρός (ἀπό τό ρῆμα σοβῶ = κινῶ ὁρμητικά) στά ἀρχαῖα ἑλληνικά εἶχε τή σημασία τοῦ πομπώδους, τοῦ καυχησιάρη, τοῦ ὁρμητικοῦ· μόνον ὅταν «ταυτοποιήθηκε» πρός τό λατινικό severus (ἀπ’ ὅπου τό κυριώνυμο Σεβῆρος) προσέλαβε τή σημασία τοῦ αὐστηροῦ. Ἐπί τῆς αὐστηρότητος στήριξε τή νομοθεσία του ὁ πρῶτος νομοθέτης τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁ Ζάλευκος ἀπό τούς Ἐπιζεφύριους Λοκρούς τῆς Κάτω Ἰταλίας. Καί τήν αὐστηρότητα αὐτή ἐφάρμοσε ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του γιά νά γίνει παράδειγμα τῶν συμπολιτῶν του. Δυστυχῶς ἡ αὐστηροκρατία καί ἡ σοβαροκρατία, πού θά μετέτρεπαν τήν ἑλληνική δημοκρατία σέ ἀριστοκρατία, πολίτευμα δηλαδή τῶν ἀρίστων κατά τό ἦθος πολιτῶν καί πολιτικῶν, ἐξοστρακίσθηκαν καί γι’ αὐτό ὑφιστάμεθα τή δικτατορία τῶν ἀνευθύνων. Καί δέν ἐννοῶ μόνον τήν τυραννία τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἐννοῶ καί τήν αὐθαιρεσία παντός πολίτη πού πιστεύει στό δόγμα: «Δημοκρατία ἔχουμε· κάνουμε ὅ,τι θέλουμε»!
.              Δυστυχῶς, ἔχουμε πάρει στραβή, θεόστραβη πολιτική ἀγωγή. Δημοκρατία σημαίνει ὄχι τό νά κάνεις ὅ,τι θέλεις ἀλλά ὅ,τι πρέπει. Ἠ δημοκρατία εἶναι εὐθύνη. Ἀλλ’ ἐπειδή ἡ εὐθύνη εἶναι φορτίο βαρύ, πολλοί τήν ἀποποιοῦνται καί μοιραῖα τό κατάλοιπο εἶναι μιά ὀχλοκρατία πού δέν παρέχει οὔτε τίς πλέον στοιχειώδεις ἐγγυήσεις ἀσφαλείας. Ὅταν ὁ κόσμος τρέμει, ζητεῖ ὡς σανίδα σωτηρίας κάποιον Μεσσία.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Κάποτε τό ὄνομα Ἕλλην ἦταν τίτλος τιμῆς. Τώρα τόν κάναμε τίτλο ντροπῆς

ΠΗΓΗ: Ας Μιλήσουμε Επιτέλους

Γράφει ο Σαράντος Καργάκος 

Ὁ παλαιότερος ἀπ᾽ ὅλους τούς ἐκδότες μου ἐπισκέφθηκε κάποιες ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων τήν Σλοβακία. Προκειμένου νά μετακινηθεῖ, χρησιμοποίησε ταξί καί ὁ Σλοβάκος ὁδηγός, ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι ὁ πελάτης του ἦταν Ἕλληνας, ζήτησε νά προπληρωθεῖ! Σέ αὐτό τό σημεῖο ἐξευτελισμοῦ ἐφθάσαμε. Κάποτε τό ὄνομα Ἕλλην ἦταν τίτλος τιμῆς. Τώρα τόν κάναμε τίτλο ντροπῆς. Ἀΐπ!


Αὐτό τουρκιστί σημαίνει ντροπή. Πού μᾶς ἀξίζει. Δέν ἀπέχουμε πολύ ἀπό τήν ἐποχή πού οἱ πάντες μιλοῦσαν γιά τήν Ἑλλάδα μέ θαυμασμό. Καί μέσα σέ δύο χρόνια τούς κάναμε νά μιλοῦν μέ ἀποτροπιασμό. Ἀποδειχθήκαμε, ὡς λαός καί ὡς πολιτική καί πνευματική ἡγεσία, μωρότεροι ἀπό τίς μωρές παρθένες τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς.

Πολλοί στρέφουν τά βέλη τῆς κριτικῆς τους –κι ὄχι πάντα ἄδικα– κατά τῆς νεολαίας, πού τά θέλει ὅλα ἕτοιμα, πού ἀπαιτεῖ δικαιώματα, χωρίς νά ἐπωμίζεται ὑποχρεώσεις. Πού εἶναι βαρήκοη ὅταν ἀκούει τή σάλπιγγα τοῦ καθήκοντος. Δέν πρέπει ὅμως νά μᾶς διαφεύγει ὅτι ἡ νεολαία πράττει αὐτά πού τή διδάσκεις. Καί δέν τή διδάσκουμε μέ τά λόγια μας ἀλλά κυρίως μέ τό παράδειγμά μας, πού δυστυχῶς στίς πλεῖστες τῶν περιπτώσεων εἶναι παράδειγμα πρός ἀποφυγή. Ἡ νεολαία διδάχθηκε ἀμάθεια• ἀπαντᾶ μέ ἀμάθεια. Διδάχθηκε ἀπάθεια• ἀπαντᾶ μέ ἀπάθεια. Διδάχθηκε ἀσέβεια καί ἀπρέπεια• μᾶς πληρώνει μέ τό ἴδιο νόμισμα. Δέν ἔμαθε τί ὀφείλει στούς νεκρούς, συνεπῶς δέν γνωρίζει πῶς πρέπει νά δράσει γιά νά δώσει στόν ἑαυτό της ὑπόσταση ζωῆς. Ἡ νεολαία φοβᾶται τή σύγκριση τοῦ παρόντος μέ τό παρελθόν.
Πάντως εἶναι λάθος νά ἀποστρέφει τήν κεφαλή ἀπό τό χθές, νά ἀρνεῖται τόν ὀφειλόμενο σεβασμό πρός τούς νεκρούς πού μᾶς χάρισαν μιά χώρα-παράδεισο καί πού μέ ἄστοχες ἐπιλογές τήν μετατρέψαμε σέ προάστιο τῆς κόλασης. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ νεολαία πρέπει νά κάνει πίσω, γιά νά πάει ἐμπρός. Κάνοντας πίσω παίρνει φόρα γιά ἕνα μεγάλο ἅλμα. Ὄχι ὅμως στόν γκρεμό. Τό παρελθόν εἶναι συνετός ὁδηγός. Καί βαδίζοντας πρός τά ἐμπρός, νά βλέπει πάντα ἐμπρός καί μόνον ἐμπρός. Νά μή στρέφει τό βλέμμα πρός τά δεξιά οὔτε πρός τ᾽ ἀριστερά. Καί δέν τό ἐννοῶ πολιτικά.
Χωρίς βεβαίως καί νά τό ἀποκλείω.
Ἐκεῖνο πού ἀπορρίπτω εἶναι ἡ διαβουκόληση. Ἡ μετατροπή τῶν νέων σέ κοπάδι βοδιῶν πού ὁ ἐπιδέξιος βουκόλος μπορεῖ νά ὁδηγεῖ στή βοσκή ἤ στή σφαγή. Καί βουκόλοι μοντέρνας κοπῆς εἶναι κάποιοι ἐπιδέξιοι ἰνστρούχτορες πού ἐπωφελοῦνται ἀπό τή δικαιολογημένη λαϊκή ὀργή, γιά νά στρέψουν τούς νέους κατά τῆς ἱστορίας μας, κατά τῶν συμβόλων, κατά τῶν μνημείων μας. Ἡ ἱστορία εἶναι τό μόνο κλωνάρι πού μᾶς κρατάει ψηλά. Ἄν τό κόψουμε, θά πέσουμε χαμηλά. Καί ἔχουμε πέσει ἤδη. Ἄν κάποιοι σημαντικοί ἄνθρωποι στό ἐξωτερικό διατυπώνουν στόν παρόντα καιρό ἕνα λόγο θετικό γιά τήν Ἑλλάδα, δέν τήν ἐννοοῦν στά δικά μας νανικά μέτρα•ἐννοοῦν τήν Ἑλλάδα τῶν μεγάλων στιγμῶν τοῦ πρόσφατου καί τοῦ ἀπώτατου χθές. Οὐσιαστικά οἱ καλύτερες καταθέσεις μας εἶναι οἱ τόκοι τῶν προγόνων μας.
Ἀκούω κάποιους τόν τελευταῖο καιρό νά λένε μέ στόμφο πιγκουϊνικό πώς ἡ Ἑλλάς δέν εἶναι μάνα, εἶναι μητριά πού διώχνει τά παιδιά της μακριά. Ἄς μή συγχέουμε τήν Ἑλλάδα μέ τούς πολιτικούς της. Ἡ Ἑλλάς οὐδέποτε ὑπῆρξε ὠλεσίτεκνος, μητέρα φονεύουσα τά τέκνα της. Ὑπῆρξε πάντα, ὡς ἰδέα, μιά ἐμπνευστική δύναμη. Αὐτή τή δύναμη φροντίσαμε νά τήν κόψουμε, ὅπως ἡ Δαλιδά ἔκοψε τά μαλλιά πού ἔκαναν Τιτάνα τόν Σαμψών. Δαλιδά σήμερα εἶναι μιά ἀποχαυνωμένη παιδεία, μιά περισσότερο ἀποχαυνωτική τηλοψία, μιά νηπιάζουσα πνευματική ἀτμόσφαιρα πού κάνει τό ἀνερμάτιστο παιδί νά ὠλιγγιᾶ. Ὠλιγγία στά ἀρχαῖα ἑλληνικά ἦταν τό θρύμμα ἀλλά καί ἡ νύστα. Μέ μιά νυσταγμένη πνευματικά νεολαία, μακρά νυχτωμένη, καί πού δέν ξέρει πρός τά ποῦ καί πότε ξημερώνει, πῶς θά πᾶμε ἐμπρός;


Θά μοῦ ἦταν εὔκολο νά στρέψω τά πυρά μου κατά τῶν κακῶν Γερμανῶν –καί ἔχω εὔλογο λόγο γι᾽ αὐτό τούς πέντε ἐκτελεσμένους συγγενεῖς μου καί τήν καταστροφή τῆς οἰκογενειακῆς περιουσίας μου– ἀλλά δέν μοῦ ἀρέσει νά μεταθέτω εὐθύνες τοῦ τώρα στό ἀπώτερο χθές. Τά τοῦ χθές ἔπρεπε νά τά ποῦμε χθές. Ἀλλά ἀντί νά τά ποῦμε, προτιμήσαμε νά ἀλληλοσφαγοῦμε. Ὅταν συμβαίνει ἕνα κακό, εἶναι καλό νά λές «ἐγώ»… Ἐγώ φταίω γι᾽ αὐτό. 
Ἄρα, ἐμεῖς φταῖμε γιά γερμανικές ἀγορές ἕξι δισεκατομμυρίων εὐρώ ἐτησίως, ὅταν θά μπορούσαμε νά τίς περιορίσουμε στό ἕνα τρίτο, ἄν προτιμούσαμε ἑλληνικά προϊόντα. 
Ἐμεῖς φταῖμε ἄν τά προϊόντα μας δέν εἶναι τόσο καλά καί τόσο φθηνά ὅσο τά γερμανικά. 
Ἐμεῖς φταῖμε γιά τόν «σουσουδισμό» μας νά προτιμᾶμε τό ξένο καί ὄχι τό ἐντόπιο, ἀκόμη καί ὅταν εἶναι καλύτερο καί συχνά φθηνότερο. 
Δέν ἔχω λόγο νά συμπαθῶ τούς Γερμανούς λόγω τῶν ψυχικῶν τραυμάτων κι ἑνός σωματικοῦ πού μοῦ προκάλεσαν. Μπορῶ νά συνεννοηθῶ στή γλώσσα τους –ὄχι πάντα ἐπιτυχῶς– μέ ὅλους τούς Εὐρωπαίους. Μόνον γερμανικά ἀρνήθηκα νά προφέρω λέξη, παρότι ἔχω περιτρέξει ὅλη τή Γερμανία. Ὀφείλω, ὅμως, νά πῶ ὅτι πουθενά στή Γερμανία δέν μέ ἔχουν κλέψει στό λογαριασμό. Στήν Ἑλλάδα παντοῦ καί πολλαπλῶς.
Ἄν δέν ἀφήσουμε τή «μαγκιά» κι ἄν δέν στρωθοῦμε στή δουλειά, ἄν δέν νοικοκυρέψουμε τό σπίτι καί τό κράτος μας, ἄν κάθε νοικοκυριό δέν γίνει μιά μικρή –ἔστω– παραγωγική μονάδα, ὅσα δάνεια κι ἄν πάρουμε, ὅσες «συνταγές» κι ἄν μᾶς δώσει ἡ «Τρόικα», χαΐρι καί προκοπή δέν θά δοῦμε. 
Οἱ Βυζαντινοί μας πρόγονοι εἶχαν μιά παροιμία πολλή χρήσιμη στήν παροῦσα δυσμενῆ συγκυρία: 
«Οὐαί τῷ μή τοῖς ἰδίοις ὄνυξι ξυομένῳ» (= Ἀλίμονο σ᾽ ἐκεῖνον πού δέν ἔχει νύχια νά ξυστεῖ). 
Οἱ ξένοι δέν πρόκειται νά κάνουν γιά μᾶς αὐτό πού δέν κάνουμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας. Ἀντί νά μᾶς ξύσουν, θά μᾶς γδάρουν.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Αφαίρεση και διαίρεση του Ελληνισμού

ΠΗΓΗ: Ας Μιλήσουμε Επιτέλους


Του Σαράντου Καργάκου
Θαρρώ ότι ο Έλληνας του παρόντος κακού, ψυχρού κι ανάποδου καιρού μας από τις τέσσερεις κλασσικές πράξεις της αριθμητικής έχει ιδιαίτερη επίδοση μόνον σε δυο: Την αφαίρεση και τη διαίρεση. Στη διαίρεση βέβαια αρχαιόθεν είχε επίδοση. Γι’ αυτό η ελληνική ιστορία, καλώς εξεταζομένη, είναι κατά κύριο λόγο πόλεμοι Ελλήνων εναντίον άλλων Ελλήνων. Η διαίρεση κατά πόλεις, κατά φυλές, κατά τόπους, κατά τάξεις, κατά αιρέσεις, κατά αθλητικές προτιμήσεις (προχείρως θυμίζω τη Στάση του Νίκα), κατά δόγματα και κόμματα είναι ιστορικό πεπρωμένο μας.
Τον Ελληνισμό της Μεγάλης Ελλάδος (που ήταν μεγαλύτερος από αυτόν της μητροπολιτικής) χρησιμοποίησαν ως πειραματόζωο οι Ρωμαίοι για να εφαρμόσουν την πολιτική του divide et regna (διαίρει και βασίλευε). Κι αφού πέτυχαν στο πρώτο πείραμα, το επεξέτειναν και στον υπόλοιπο Ελληνισμό.
Ας μη σταθούμε στη διαίρεση σε Ενωτικούς και Ανθενωτικούς χάρη στην οποία έγινε ο Μεχμέτ Β’ πορθητής της Βασιλεύουσας. Ας μην κολλήσουμε στη «δολερή διχόνοια», όπως την λέει εξορκιστικά ο Σολωμός, εξ αιτίας της οποίας παρά λίγο να σβήσει η επαναστατική φλόγα του ’21. Ας μην αναξέσουμε πληγές για τον επάρατο διχασμό που έφερε τον όλεθρο στον ελληνικό στρατό και στον μικρασιατικό Ελληνισμό. Ας ξεφύγουμε και από τον τελευταίο «οκρυόεντα επιδήμιο πόλεμο», όπως θα έλεγε και ο Όμηρος, που προκάλεσε τόσες συμφορές, υλικές και ηθικές, όσες κανείς άλλος πόλεμος. Ας ξεχάσουμε ακόμη και την πρόσφατη διαίρεση σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς».
Ας τα ξεχάσουμε για λίγο αυτά, και ας έλθουμε στα τωρινά, όπου όλο αλλάζουμε και όλο βουλιάζουμε. Δεν αρκεί η κομματική διαίρεση, προστίθεται και η τοπική: οι πάνω και οι κάτω Έλληνες. Και κάποιοι κρανιόκενοι ρίχνουν τον σπόρο της διαιρέσεως, προπαγανδίζοντας – κυρίως μέσω του διαδικτύου – την αυτονόμηση διαφόρων ελληνικών περιοχών. Δεν παραβλέπω το ενδεχόμενο ενός εσωτερικού σπαραγμού αλλά απλώς απορώ: Έτσι διχασμένοι θα αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος;
Βεβαίως οι κυβερνήσεις παίρνουν – κακώς κάκιστα – μέτρα κακά, αλλά είναι λόγος αυτός να γινόμαστε κι εμείς κακοί και να βλέπει ο ένας τον άλλο με φονικό μάτι; Ας προσέξουμε την οδήγησή μας, το βάδισμά μας, τη συμπεριφορά μας. Σκυθρωποί, βλοσυροί, «μούρτζουφλοι» κυκλοφορούμε έτοιμοι να τραβήξουμε μαχαίρι. Πετάξαμε στα σκουπίδια το χαμόγελο. Οι μόνοι που χαμογελούν είναι κάποιοι Ινδοί και Πακιστανοί στα «φανάρια» και στα βενζινοπωλεία…..!
Κι ως να μην έφθανε η διαίρεση, προστέθηκε κατά τα τελευταία χρόνια και η «άθλησή» μας στην αφαίρεση. Αφού δεν προσθέσαμε καμμιά καινούργια δάφνη στο ενεργητικό μας -πέρα από κάποιες αθλητικές- αφαιρούμε τις δάφνες από το παρελθόν μας. Τα σπουδαιότερα κεφάλαια –και κεφάλια της ελληνικής ιστορίας έχουν μπει στο στόχαστρο κάποιων θαμνώδους αναστήματος ιστορικών και κάθε λογής διανοητών. Τίποτε όρθιο στον τόπο αυτό! Τίποτε που να εμπνεύσει στους νέους το πάθος για μια ανώτερη ζωή. Ο φθόνος προς τους μεγάλους της ιστορίας διατηρεί τους μικρούς του παρόντος, όπως ο πάγος διατηρεί το κρέας.
Επειδή κινούμεθα σήμερα με άξονα το μηδέν, μηδενίζουμε και το χθες. Πόσο ξέρουν τα σύγχρονα παιδιά την εποποιία του 1912 – 1913, το έπος του ’40 – ’41 (δεν μιλώ για την πολυβασανισμένη Αντίσταση γιατί έγινε μεγάλη «σπέκουλα» πάνω σ’ αυτή), ή πόσα ξέρουν για τα παιδιά της ΕΟΚΑ;
Oι εικονοκλάστες του παρόντος εφαρμόζουν μια συνταγή κομψότητας: Ντύνονται καλά, όταν ξεγυμνώνονται πολύ. Κι αφού γυμνώσαμε τον εαυτό μας από κάθε αξία ηθική και πνευματική (τα πανεπιστήμιά μας οδεύουν προς τον πάτο), ξεγυμνώνουμε και τις αξίες ή τους αξίους του παρελθόντος. Να τους φέρουμε όλους και όλα στα δικά μας θαμνώδη μέτρα. Δεν θέλουμε υψηλόκορμα δέντρα. Κι αν κάποτε φυτρώσει κάποιο, προσπαθούμε να το μαράνουμε ή να το κόψουμε.
Ο ελληνικός λαός έχει ένα μεγάλο προνόμιο: Ένα ωραίο μέλλον πίσω του. Μέλλον, είχε πει ο Ουγκώ, είναι το παρελθόν που μπαίνει από άλλη πόρτα. Η νέα γενιά, αν θέλει να βαδίσει σωστά, ας κλείσει τ’ αυτιά στις σειρήνες του μηδενισμού, που με κάθε τρόπο κατεδαφίζουν τους γίγαντες του χθές για να μη φαίνονται τα νανικά αναστήματα αυτών που διαφεντεύουν πνευματικά και πολιτικά το σήμερα. Όταν κάποιοι βγάζουν τις δάφνες από τους μεγάλους του χθες, αυτό δεν σημαίνει ότι προστίθενται στο δικό τους κεφάλι.

Δημοσίευση στην Εφημερίδα Εστία: 31 Αυγούστου 2012

Πηγή

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Το μεγάλο πρόβλημα των νέων.

Σαράντος Καργάκος: Εκπαιδευτικός – Ιστορικός – συγγραφέας
Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία.
Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η … εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νέο-σουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά
τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές <> … παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές. Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε…Κάποτε, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers». Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι . . . πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι, τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής. Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους.
Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.
Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά.
Δεν τα μαθαίνει πώς να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής – βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό.
Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο. Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή ;
Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων ; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου – και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα – απαιτούν τετραετία ! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας – πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές – που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά ;
Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.
Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών. Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία – θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με . . .«Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου ! Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε … αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).
Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά !
Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία : να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά. Θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί – ακόμη στο Δημοτικό – μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων, άνδρα παλαιότερον».
Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν … Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν ! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς.
Έπρεπε να ζούσε τώρα… Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της – δικαιώματα στην τεμπελιά – και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.
olympia

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Σαράντου Καργάκου : Εργασία - ανεργία ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ

πηγη: ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ

Του Σαράντου Καργάκου [ιστορικός -συγγραφέας]

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η ... εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων»... παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.

Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι' αυτό τουμπάραμε... Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιοδικού αυτού, που δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ' όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers».

Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής. Παρ' όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ' ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πως να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο.

Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής - βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο.

Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά.

Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου - και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα - απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας - πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές - που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;

Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.

Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.

Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία - θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου! Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε ... αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!

Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά, θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί - ακόμη στο Δημοτικό - μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο... κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον».

Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν... Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα...

Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της - δικαιώματα στην τεμπελιά - και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.


Read more: http://tolimeri.blogspot.com/2012/11/blog-post_4818.html#ixzz2BOCNjcIh