Συνέχεια από Σάββατο 1η. Αυγούστου 2026
Η ήττα των ιδεών 2
Του Marcello Venziani
Η ήττα του Πλάτωνα
Η σιωπή των ιδεών στην παγκόσμια εποχή(συνέχεια)
Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι η τελευταία ψευδο-ιδέα που γέννησε η Δύση δεν προέρχεται από τα εδάφη της πολιτικής, αλλά από τον περιορισμό τους προς όφελος της οικονομίας και της τρομερής κινητήριας δυνάμεώς της, της Τεχνικής. Η πολιτική ως υποτελής περιφέρεια της αγοράς οδηγεί στη σιωπή των ιδεών και στην αποδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού ως ορίζοντα. Έπειτα υπάρχει ένας οικονομικός φιλελευθερισμός συνδυασμένος με τη διατήρηση ορισμένων αξιών, ηθών και συνηθειών, με περισσότερο αποφασιστισμό και λιγότερες ανασφάλειες, από τον οποίο προκύπτει η κεντροδεξιά· και ένας οικονομικός φιλελευθερισμός που διευρύνεται στο πεδίο των ηθών και περιορίζεται στο οικονομικό επίπεδο, από τον οποίο προκύπτει η κεντροαριστερά. Οι πρώτοι προσφέρουν περισσότερη προστασία στα ζητήματα της ασφάλειας, της δημόσιας τάξεως και των παραδεδομένων αξιών· οι δεύτεροι προσφέρουν περισσότερη προστασία στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.
Κατά τα λοιπά, έχουν απομείνει οι φλούδες του παρελθόντος, τα άδεια κελύφη των ιδεών. Μερικές φορές είναι δοχεία εξουσίας ή κατοικίες φατριών, υπολειμματικές εστίες ομάδων· αλλά πλέον είναι απονεκρωμένες στο επίπεδο των ιδεών, τόσο ως προς το πάθος όσο και ως προς την επεξεργασία τους. Έτσι, από το παρελθόν απομένουν οι φλούδες, μερικές φορές μάλιστα αρκετά μεγάλες.
Οι φλούδες του κομμουνισμού, του νεοφασισμού, της χριστιανοδημοκρατίας, του σοσιαλισμού, της αναρχίας, της μοναρχίας, του εργατισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, του συνδικαλισμού και του κοσμικού ή θρησκευτικού εθνικισμού, καθώς και του περιβαλλοντισμού —ο οποίος υπήρξε η προτελευταία ιδέα του εικοστού αιώνα και αποκρυσταλλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Είναι καθησυχαστικό και πολεμικά αποτελεσματικό να κρατά κανείς τον αντίπαλο διαρκώς υπό κατηγορία, προσάπτοντάς του την καταγωγή του και τη βασανιστική προσπάθειά του να την απωθήσει: αν ξύσεις κάτω από το δέρμα των νεοφώτιστων —λέγει η επαναλαμβανόμενη κατηγορία— θα βρεις τον παλιό κομμουνιστή, τον παλιό θρησκόληπτο, τον παλιό φασίστα και ούτω καθεξής· όλοι αυτοί σήμερα συνοψίζονται στη μορφή του αντιαμερικανού.
Στην πραγματικότητα, είναι πιθανότερο ότι, αν ξύσει κανείς κάτω από το δέρμα, δεν θα βρει τίποτε· ή μάλλον θα βρει το Μηδέν.
Ο κυνισμός σάρωσε κάθε ιδεώδες κατάλοιπο· μπορεί να παραμένει η ένταξη σε μια παράταξη, όχι όμως η ιδέα που την τροφοδοτούσε.
Ήδη από τη δεκαετία του 1950 ο Giacomo Noventa προφήτευε: μετά τους προπαγανδιστές της ιδεολογίας θα έρθουν οι προπαγανδιστές του Μηδενός.
Δεν υπάρχει κάποιο ιερό της πιστής συνέπειας κρυμμένο κάτω από τα ενδύματα του νεοφιλελεύθερου ή του νεοπραγματιστή. Δεν υπάρχει στον ορίζοντα κάποιος φασιστικός ή κομμουνιστικός κίνδυνος, δεν υπάρχει κάποιος Αρχαίος Εχθρός που ταξιδεύει μεταμφιεσμένος: ο πραγματικός, πανταχού παρών Εχθρός είναι ο μηδενισμός.
Εκείνο που αναζητείται προκειμένου να αποκαλυφθούν οι νεοφώτιστοι του φιλελευθερισμού δεν βρίσκεται κάτω από το δέρμα, στην ψυχή ή στον νου του προσήλυτου, αλλά κλειδωμένο μέσα στην ντουλάπα: διότι από τις παλιές ιδέες που κάποτε ομολογούσαν έχουν απομείνει τα ενδύματα και οι συνήθειες, τα περιβλήματα και τα νοητικά σχήματα, όχι όμως η ψυχή και η ιδεατή τους ουσία.
Από κάτω δεν υπάρχει τίποτε.
Από εκείνες τις μεγάλες ιδέες και ιδεολογίες του εικοστού αιώνα έχουν απομείνει μόνο οι φλούδες.
Και επιπλέον ένας πυρήνας εξαρτημένων αντανακλαστικών, προσκλήσεων προς την παλαιά ταυτότητα και ενστικτωδών παρορμήσεων καταγωγής, που χρησιμεύουν μερικές φορές για να εξηγήσουν έναν δεσμό ή μια αποστροφή, για να συγκροτήσουν ομάδα και συμπαγές μέτωπο· πρόκειται όμως για σβησμένα κατάλοιπα που υπηρετούν τους πρωταρχικούς νόμους του αγελαίου ενστίκτου, της επιθετικότητας απέναντι στον ξένο και του αγώνα για την εξουσία.
Μαζί με τις φλούδες παρέμειναν και οι μισαλλόδοξες συμπεριφορές· μολονότι ο βαθμός της βίας είναι μικρότερος, εξακολουθεί να υφίσταται η λογική της αγέλης και ακόμη και η μεροληψία του πιστού.
Παρέμειναν οι στολές και οι διαιρέσεις, που επιτρέπουν τη σκηνοθεσία μιας ομαδικής συνοχής και μιας επίφασης διπολισμού.
Οι βωμοί δεν υπάρχουν πλέον, αλλά τα σκευοφυλάκια εξακολουθούν να λειτουργούν, γράφαμε στον Πρόλογο της νέας εκδόσεως του βιβλίου μας Di padre in figlio. Elogio della Tradizione [Από πατέρα σε γιο. Εγκώμιο της Παράδοσης].
Τώρα συνεχίζουμε εκείνον τον συλλογισμό.
Έχει πλέον παροπλιστεί, σαν κατάλοιπο μιας άγριας προϊστορίας, η άλλοτε κατά κόρον χρησιμοποιούμενη έκφραση «να πεθαίνει κανείς για την Ιδέα», η οποία αποτελούσε χαρακτηριστικό μιας εποχής εμποτισμένης από ηρωτικό και αγωνιστικό ρομαντισμό.
Από εκείνη την υπερβολή δεν απέμεινε ούτε καν η νηφάλια εκδοχή της, την οποία συνόψισε τόσο εύστοχα ο ποιητής Ezra Pound:
«Αν ένας άνθρωπος δεν είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει κάτι για τις ιδέες του, τότε είτε οι ιδέες του δεν αξίζουν τίποτε είτε ο ίδιος δεν αξίζει τίποτε».
Η απόλυτη πρωτοκαθεδρία της επιβίωσης, η απαίτηση να ζει κανείς με κάθε τίμημα, έχει εξαλείψει κάθε δυνατότητα αναλήψεως κινδύνου στο όνομα των ιδεών.
Propter vitam vivendi perdere causas: για να υπερασπιστεί κανείς τη ζωή, είναι διατεθειμένος να χάσει τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο αξίζει να ζει.
Από τον εικοστό αιώνα, λοιπόν, περισσότερο από τις ιδέες έχουν απομείνει οι φλούδες τους.
Ακόμη και από τον φιλελευθερισμό, ο οποίος φαίνεται να θριαμβεύει, έχουν πλέον απομείνει οι φλούδες: πολλοί φορούν τα δέρματά του σαν τρόπαια, αλλά κάτω από τη φιλελεύθερη φλούδα πάλλεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια ιακωβίνικη καρδιά, σε άλλες μια κερδοσκοπική, και στις περισσότερες μια κυνική και μηδενιστική καρδιά.
Η εξουσία για την εξουσία, χωρίς καμία νομιμοποίηση πέρα από τον ίδιο της τον εαυτό και από τον συσχετισμό δυνάμεων και συμφερόντων: θα μπορούσε μάλιστα να παρατηρήσει κανείς ότι, επιτέλους, η ουσία της πολιτικής και των κοινωνικών σχέσεων εμφανίζεται ακάλυπτη, χωρίς στολίδια, γυμνή και απέριττη.
Οι ιδέες όμως δεν είναι φλούδες· σήμερα τα περιβλήματα έχουν γίνει τα ίδια τα σημεία διακρίσεως, όπως απαιτεί η κοινωνία της εικόνας.
Η πολιτική πάλη, ελλείψει ανταγωνιστικών περιεχομένων και εναλλακτικών ιδεών, οξύνεται με το να «ξεφλουδίζει» ο ένας τον άλλον, προσάπτοντας αμοιβαία την προέλευση και την επιβίωση συμπεριφορών και νοοτροπιών που προέρχονται από το επαίσχυντο παρελθόν· διότι η προέλευση παραμένει το μόνο, το τελευταίο πράγμα που διακρίνει τη μία παράταξη από την άλλη. Μικρά ίχνη των συμβόλων του παρελθόντος επιπλέουν, συγκαλυμμένα και χαμένα, μέσα στη νέα συμβολογία, ως απόδειξη της εξουδετερώσεώς τους. Μικρές εικόνες χωρίς ουσία, εικονίδια που δεν παραπέμπουν σε ιδεατούς τόπους αλλά χρησιμεύουν απλώς για να καταλαμβάνουν και να προσδιορίζουν έναν χώρο. Χωρίς αυτά όμως θα ήταν αδύνατον να κατανοήσει κανείς τη διαφορά, να αντλήσει έστω και μια αμυδρή αίσθηση του «εμείς» και «εκείνοι». Με τον κίνδυνο, βέβαια, να γλιστρήσει κανείς επάνω στις φλούδες του παρελθόντος· διότι όταν δεν υπάρχουν ιδέες, αρκεί μια παλιά φλούδα για να σε ρίξει κάτω.
Ο πολλαπλασιασμός των φυτικών συμβόλων για την αναπαράσταση κομμάτων και συνασπισμών επιβεβαιώνει το τέλος του σαρκοβόρου αιώνα, όπως υπήρξε ο αιματηρός εικοστός αιώνας· αλλά και τη μετάβαση από το ζωικό και αιματώδες βασίλειο στο φυτικό και αναίμακτο. Ο εικοστός αιώνας υπήρξε ένας αιώνας σημαδεμένος από την αιμορραγία· η δική μας εποχή προαναγγέλλεται ως εποχή αναιμίας. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει απώλεια αίματος: η πρώτη αιματηρή αλλά ζωτική, η δεύτερη αναίμακτη αλλά απονεκρωμένη.
Η Ιταλική Δημοκρατία, για παράδειγμα, στην ιστορία της ταλαντεύτηκε τρομακτικά ανάμεσα σε δύο αντίθετους εξτρεμισμούς: την πολιτική μεθυσμένη από ιδέες και την πολιτική αφυδατωμένη από ιδέες. Από τη μία ιδεολογική υπερτροφία και από την άλλη πρακτικός κυνισμός. Ζήσαμε καβάλα σε ένα εκκρεμές, ταλαντευόμενοι ανάμεσα σε δύο κύκλους: η πολιτική φουσκωμένη από ιδέες παρήγαγε τέρατα, μισαλλοδοξίες, ολοκληρωτικά όνειρα, επαναστατικές επιθυμίες ανατροπής του υπάρχοντος, αναποδογυρίσματος του κόσμου ώστε να προσαρμοστεί στα σχέδια μιας μειονότητας· από την άλλη πλευρά, η πολιτική φτωχή σε ιδέες, σκυμμένη πάνω στο υπάρχον, κυνική και συμφεροντολογική, πραγματιστική και πονηρή, παρήγαγε μικροπολιτική και μεγάλη διαφθορά, μαζί με πολλούς συμβιβασμούς και διαπλοκές.
Στην πρώτη δόθηκε το όνομα κομμουνισμός, στη δεύτερη εκείνο του περισσότερο ή λιγότερο φιλελεύθερου πραγματισμού· από πολιτική άποψη, η πρώτη ταυτιζόταν με το Κομμουνιστικό Κόμμα, τους παραποτάμους του ή τους απέναντί του —τους νεοφασίστες και τη ριζοσπαστική Δεξιά, για να γίνουμε σαφείς, οι οποίοι συμμερίζονταν, αντεστραμμένη, την ίδια σύνδρομη κατάσταση—, ενώ η δεύτερη με τους χριστιανοδημοκράτες και τους συμμάχους τους στην εξουσία.
Υπήρξαν δεκαετίες που σημαδεύτηκαν από την ιδεολογική πολιτική, όπως για παράδειγμα εκείνη από το 1968 έως το 1978· και δεκαετίες που χαρακτηρίστηκαν από την πραγματιστική πολιτική, όπως η προηγούμενη ή η επόμενη. Δηλαδή δεκαετίες κατά τις οποίες ζητούσαν από την πολιτική να αλλάξει την ανθρώπινη φύση, προσαρμόζοντας την πραγματικότητα στην ουτοπία, μέσα σε ένα εσχατολογικό σχέδιο κοινωνίας· και δεκαετίες κατά τις οποίες ζητούσαν από την πολιτική να ιππεύσει το υπάρχον ή, ακόμη χειρότερα, να αλλάξει την περιουσιακή κατάσταση των πολιτικών και των συνεργατών τους, υποτάσσοντας τα γενικά συμφέροντα στα συμφέροντα ολίγων.
Βέβαια, η πολιτική δεν υπήρξε μόνο αυτό: ανάμεσα στους ουτοπιστές και μισαλλόδοξους της πρώτης κατηγορίας υπήρχαν και ευγενείς ονειροπόλοι, διαυγείς ιδεαλιστές, αξιόλογες μορφές. Και ανάμεσα στους πραγματιστές και διεφθαρμένους της δεύτερης κατηγορίας υπήρχαν και εξαιρετικά αποτελεσματικοί άνθρωποι, συνετοί ρεαλιστές, ικανοί διοικητές. Ποτέ δεν πρέπει να γενικεύουμε, μολονότι οι κυρίαρχες τάσεις ήταν αυτές.
Η τελευταία μάχη ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους δόθηκε στην Ιταλία με όπλο τον Πλάτωνα. Η πιο πρόσφατη σύγκρουση πάνω στο θέμα αναδύθηκε το καλοκαίρι του 2002, με μια ομιλία στο Meeting του Comunione e Liberazione από τον πρόεδρο της Γερουσίας Marcello Pera, ο οποίος κατηγόρησε την Αριστερά για «ολοκληρωτικό τικ» και το ανάγαγε στον Πλάτωνα. Η κατηγορία δεν ήταν καινούργια: επαναλάμβανε τη γνωστή κριτική του Popper κατά του Πλάτωνα ως πατέρα των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Εδώ και πολλά χρόνια αποδίδεται σε αυτόν, στην ιδεατή κατασκευή ενός τέλειου Κράτους, μιας Πολιτείας του Αγαθού και του Ωραίου, η ευθύνη για το ολοκληρωτικό όνειρο. Αυτός θα ήταν ο πατέρας του κομμουνισμού και του φασισμού, ακόμη και του ναζισμού, αν λάβουμε υπόψη ότι η πλατωνική θεωρία, η οποία στρέφει το βλέμμα προς το σπαρτιατικό πρότυπο, άρεσε στους εθνικοσοσιαλιστές, ενώ οι ιδέες του περί ευγονικής φαίνονται να συμπίπτουν με τον ρατσισμό.
Άρα, ο Πλάτων, όταν μεταφέρεται στην πραγματικότητα, παράγει τέρατα· γεννά, θα λέγαμε, έναν «Πλάτωνα εκτελέσεως», κατά λογοπαίγνιο με το ιταλικό plotone d’esecuzione, «εκτελεστικό απόσπασμα». Σε εκείνη τη θερινή πολεμική υπερασπίστηκαν τον Πλάτωνα διανοούμενοι πολύ απομακρυσμένοι από τη σκέψη του· ενώ άσκησαν κριτική στον Πλάτωνα κινήματα και παρατηρητές οι οποίοι, με βάση τις ίδιες τους τις αφετηρίες, θα έπρεπε αντιθέτως να υπερασπίζονται τη σκέψη του. Και στις δύο πλευρές όμως το πολιτικό και συγκυριακό κίνητρο επικράτησε της νηφάλιας αξιολογήσεως των ιδεών και θόλωσε το νόημά τους.
Δεν πρόκειται να διακηρύξουμε την αθωότητα της θεωρίας ούτε να υποστηρίξουμε την άσπιλη καθαρότητα του διανοουμένου· μέσα στην ιστορία της σκέψεως και στην ίδια την ιστορία οι ευθύνες και των δύο είναι εμφανείς. Ο ολοκληρωτισμός όμως γεννιέται από αξιώσεις κάθε άλλο παρά πλατωνικές: γεννιέται από την ανθρώπινη και άθεη επιθυμία για παντοδυναμία, από την πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν Αγαθό και Κακό στους ουρανούς ούτε αθανασία της ψυχής και ότι για όλα πρέπει να δοθεί λογαριασμός hic et nunc, εδώ και τώρα· ο ολοκληρωτισμός γεννιέται από την αξίωση να θεοποιηθεί η ιστορία, να βρεθεί το Απόλυτο επάνω στη γη —τα «επίγεια απόλυτα» για τα οποία μιλά ακριβώς ο Popper—, να πραγματοποιηθεί ο παράδεισος σε αυτόν τον κόσμο, ακόμη κι αν για να γίνει αυτό πρέπει να περάσουμε μέσα από την κόλαση· και γεννιέται από την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι, όπως πραγματικά είναι, πρέπει να θυσιαστούν χάριν της μελλοντικής κοινωνίας.
Η ουσία του ολοκληρωτισμού βρίσκεται στην απόρριψη της υπερβατικότητας, δηλαδή στην πεποίθηση ότι δεν υπάρχει άλλος κόσμος, άλλη αλήθεια, άλλη προοπτική έξω από εκείνη που ισχύει εδώ και τώρα. Τα πάντα βρίσκονται εδώ· τίποτε δεν υπάρχει έξω ή πάνω από αυτόν τον κόσμο.
Εδώ βρίσκεται η αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στον Πλάτωνα και στα «ολοκληρωτικά τικ» που προήλθαν από τον εικοστό αιώνα: ο Πλάτων δεν αντιπαραθέτει τις Ιδέες προς την πραγματικότητα, δεν ονειρεύεται μια τελική σύγκρουση ανάμεσα στις πρώτες και στη δεύτερη και δεν εξαντλεί το Απόλυτο μέσα στα ολοκληρωτικά τείχη ενός επίγειου Κράτους· ενώ οι Ιακωβίνοι και οι ολοκληρωτικοί αντιπαραθέτουν το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου προς τη ζωή μιας πραγματικής χώρας και δεν αναγνωρίζουν κανέναν άλλον ορίζοντα έξω από αυτόν. Όποιος απομακρύνεται από αυτόν είναι προδότης της Υποθέσεως, εργάζεται για τον Εχθρό.
Οι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη δική μας εποχή και περνούν μέσα από μεγάλους και ισχυρούς στοχαστές όπως ο Rousseau, ο Hegel και ο Marx.
Αν θέλει κανείς να αναζητήσει την αυγή του ολοκληρωτισμού, αρκεί να διαβάσει το ακόλουθο χωρίο από τις Παραδόσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel:
«Από τότε που ο ήλιος άρχισε να λάμπει στο στερέωμα και οι πλανήτες να περιστρέφονται γύρω του, ποτέ δεν είχε δει κανείς τον άνθρωπο να στέκεται με το κεφάλι κάτω, να θεμελιώνεται στην Ιδέα και να οικοδομεί ξεκινώντας από αυτήν την πραγματικότητα [...] Μια υπέροχη αυγή [...] ο ενθουσιασμός του πνεύματος έκανε τον κόσμο να σταματήσει, σαν να είχε επιτευχθεί η αληθινή συμφιλίωση του θείου με τον κόσμο [...] Ο ουρανός μεταφέρεται στη γη».
Μέσα σε αυτή την εκ των προτέρων σύνοψη του αιώνα μας συμπυκνώνεται πολύ καλά το σπέρμα του ολοκληρωτισμού: η αξίωση να μεταφερθεί ο ουρανός στη γη, μέσα σε έναν χαρούμενο πλανητικό κυκλικό χορό, όπου ο άνθρωπος αρχίζει να βαδίζει με το κεφάλι, με τα πόδια γερά φυτεμένα στον αέρα.
Εδώ βρίσκεται το δηλητηριώδες φυτό του κονστρουκτιβισμού, όπως θα έλεγε ο von Hayek, ή του τελειοκρατισμού, όπως προτιμούσε να λέγει ο Rosmini· από τον Πλάτωνα όμως και τις Ιδέες του εδώ υπάρχει μόνον η σκιά.
Απουσιάζει το μεταφυσικό φως που συγκροτεί το νόημα και το όριο της ιστορικής και πολιτικής εμπειρίας.
Με λίγα λόγια, θα έπρεπε να διακρίνουμε τον Πλάτωνα από τις σκιές του, το ουράνιο βασίλειο των Ιδεών από το ιστορικό βασίλειο των ιδεολογιών· άλλο πράγμα είναι να καταδικάζει κανείς τα «ολοκληρωτικά τικ» και τις ιδεολογικές αξιώσεις και άλλο να καταδικάζει την παρουσία ιδεών και σχεδίων μέσα στην πολιτική.
Συγχέοντας τα με τα άλλα, διαπράττεται ένα τριπλό σφάλμα: αδειάζει η πολιτική από περιεχόμενο και προτάσεις και, τελικά, στερείται τον ίδιο τον λόγο υπάρξεώς της —οπότε είναι προτιμότεροι οι τεχνοκράτες, οι οποίοι γνωρίζουν να διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα το υπάρχον χωρίς πολιτικά σχέδια και ιδεατά προγράμματα· αφήνεται το μονοπώλιο των ιδεών και των σχεδίων στους φονταμενταλιστές και στους νέους Ιακωβίνους· και δαιμονοποιείται κάθε ιδέα σαν να εγκυμονεί ολοκληρωτισμό.
Και όλα αυτά παράγουν ανελεύθερα αποτελέσματα, περιορίζουν τους χώρους της δημοκρατίας και στενεύουν το οπτικό πεδίο μέσα στο οποίο μπορούν να εκφραστούν οι διαφορές.
Συνεχίζεται
Του Marcello Venziani
Η ήττα του Πλάτωνα
Η σιωπή των ιδεών στην παγκόσμια εποχή(συνέχεια)
Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι η τελευταία ψευδο-ιδέα που γέννησε η Δύση δεν προέρχεται από τα εδάφη της πολιτικής, αλλά από τον περιορισμό τους προς όφελος της οικονομίας και της τρομερής κινητήριας δυνάμεώς της, της Τεχνικής. Η πολιτική ως υποτελής περιφέρεια της αγοράς οδηγεί στη σιωπή των ιδεών και στην αποδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού ως ορίζοντα. Έπειτα υπάρχει ένας οικονομικός φιλελευθερισμός συνδυασμένος με τη διατήρηση ορισμένων αξιών, ηθών και συνηθειών, με περισσότερο αποφασιστισμό και λιγότερες ανασφάλειες, από τον οποίο προκύπτει η κεντροδεξιά· και ένας οικονομικός φιλελευθερισμός που διευρύνεται στο πεδίο των ηθών και περιορίζεται στο οικονομικό επίπεδο, από τον οποίο προκύπτει η κεντροαριστερά. Οι πρώτοι προσφέρουν περισσότερη προστασία στα ζητήματα της ασφάλειας, της δημόσιας τάξεως και των παραδεδομένων αξιών· οι δεύτεροι προσφέρουν περισσότερη προστασία στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.
Κατά τα λοιπά, έχουν απομείνει οι φλούδες του παρελθόντος, τα άδεια κελύφη των ιδεών. Μερικές φορές είναι δοχεία εξουσίας ή κατοικίες φατριών, υπολειμματικές εστίες ομάδων· αλλά πλέον είναι απονεκρωμένες στο επίπεδο των ιδεών, τόσο ως προς το πάθος όσο και ως προς την επεξεργασία τους. Έτσι, από το παρελθόν απομένουν οι φλούδες, μερικές φορές μάλιστα αρκετά μεγάλες.
Οι φλούδες του κομμουνισμού, του νεοφασισμού, της χριστιανοδημοκρατίας, του σοσιαλισμού, της αναρχίας, της μοναρχίας, του εργατισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, του συνδικαλισμού και του κοσμικού ή θρησκευτικού εθνικισμού, καθώς και του περιβαλλοντισμού —ο οποίος υπήρξε η προτελευταία ιδέα του εικοστού αιώνα και αποκρυσταλλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Είναι καθησυχαστικό και πολεμικά αποτελεσματικό να κρατά κανείς τον αντίπαλο διαρκώς υπό κατηγορία, προσάπτοντάς του την καταγωγή του και τη βασανιστική προσπάθειά του να την απωθήσει: αν ξύσεις κάτω από το δέρμα των νεοφώτιστων —λέγει η επαναλαμβανόμενη κατηγορία— θα βρεις τον παλιό κομμουνιστή, τον παλιό θρησκόληπτο, τον παλιό φασίστα και ούτω καθεξής· όλοι αυτοί σήμερα συνοψίζονται στη μορφή του αντιαμερικανού.
Στην πραγματικότητα, είναι πιθανότερο ότι, αν ξύσει κανείς κάτω από το δέρμα, δεν θα βρει τίποτε· ή μάλλον θα βρει το Μηδέν.
Ο κυνισμός σάρωσε κάθε ιδεώδες κατάλοιπο· μπορεί να παραμένει η ένταξη σε μια παράταξη, όχι όμως η ιδέα που την τροφοδοτούσε.
Ήδη από τη δεκαετία του 1950 ο Giacomo Noventa προφήτευε: μετά τους προπαγανδιστές της ιδεολογίας θα έρθουν οι προπαγανδιστές του Μηδενός.
Δεν υπάρχει κάποιο ιερό της πιστής συνέπειας κρυμμένο κάτω από τα ενδύματα του νεοφιλελεύθερου ή του νεοπραγματιστή. Δεν υπάρχει στον ορίζοντα κάποιος φασιστικός ή κομμουνιστικός κίνδυνος, δεν υπάρχει κάποιος Αρχαίος Εχθρός που ταξιδεύει μεταμφιεσμένος: ο πραγματικός, πανταχού παρών Εχθρός είναι ο μηδενισμός.
Εκείνο που αναζητείται προκειμένου να αποκαλυφθούν οι νεοφώτιστοι του φιλελευθερισμού δεν βρίσκεται κάτω από το δέρμα, στην ψυχή ή στον νου του προσήλυτου, αλλά κλειδωμένο μέσα στην ντουλάπα: διότι από τις παλιές ιδέες που κάποτε ομολογούσαν έχουν απομείνει τα ενδύματα και οι συνήθειες, τα περιβλήματα και τα νοητικά σχήματα, όχι όμως η ψυχή και η ιδεατή τους ουσία.
Από κάτω δεν υπάρχει τίποτε.
Από εκείνες τις μεγάλες ιδέες και ιδεολογίες του εικοστού αιώνα έχουν απομείνει μόνο οι φλούδες.
Και επιπλέον ένας πυρήνας εξαρτημένων αντανακλαστικών, προσκλήσεων προς την παλαιά ταυτότητα και ενστικτωδών παρορμήσεων καταγωγής, που χρησιμεύουν μερικές φορές για να εξηγήσουν έναν δεσμό ή μια αποστροφή, για να συγκροτήσουν ομάδα και συμπαγές μέτωπο· πρόκειται όμως για σβησμένα κατάλοιπα που υπηρετούν τους πρωταρχικούς νόμους του αγελαίου ενστίκτου, της επιθετικότητας απέναντι στον ξένο και του αγώνα για την εξουσία.
Μαζί με τις φλούδες παρέμειναν και οι μισαλλόδοξες συμπεριφορές· μολονότι ο βαθμός της βίας είναι μικρότερος, εξακολουθεί να υφίσταται η λογική της αγέλης και ακόμη και η μεροληψία του πιστού.
Παρέμειναν οι στολές και οι διαιρέσεις, που επιτρέπουν τη σκηνοθεσία μιας ομαδικής συνοχής και μιας επίφασης διπολισμού.
Οι βωμοί δεν υπάρχουν πλέον, αλλά τα σκευοφυλάκια εξακολουθούν να λειτουργούν, γράφαμε στον Πρόλογο της νέας εκδόσεως του βιβλίου μας Di padre in figlio. Elogio della Tradizione [Από πατέρα σε γιο. Εγκώμιο της Παράδοσης].
Τώρα συνεχίζουμε εκείνον τον συλλογισμό.
Έχει πλέον παροπλιστεί, σαν κατάλοιπο μιας άγριας προϊστορίας, η άλλοτε κατά κόρον χρησιμοποιούμενη έκφραση «να πεθαίνει κανείς για την Ιδέα», η οποία αποτελούσε χαρακτηριστικό μιας εποχής εμποτισμένης από ηρωτικό και αγωνιστικό ρομαντισμό.
Από εκείνη την υπερβολή δεν απέμεινε ούτε καν η νηφάλια εκδοχή της, την οποία συνόψισε τόσο εύστοχα ο ποιητής Ezra Pound:
«Αν ένας άνθρωπος δεν είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει κάτι για τις ιδέες του, τότε είτε οι ιδέες του δεν αξίζουν τίποτε είτε ο ίδιος δεν αξίζει τίποτε».
Η απόλυτη πρωτοκαθεδρία της επιβίωσης, η απαίτηση να ζει κανείς με κάθε τίμημα, έχει εξαλείψει κάθε δυνατότητα αναλήψεως κινδύνου στο όνομα των ιδεών.
Propter vitam vivendi perdere causas: για να υπερασπιστεί κανείς τη ζωή, είναι διατεθειμένος να χάσει τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο αξίζει να ζει.
Από τον εικοστό αιώνα, λοιπόν, περισσότερο από τις ιδέες έχουν απομείνει οι φλούδες τους.
Ακόμη και από τον φιλελευθερισμό, ο οποίος φαίνεται να θριαμβεύει, έχουν πλέον απομείνει οι φλούδες: πολλοί φορούν τα δέρματά του σαν τρόπαια, αλλά κάτω από τη φιλελεύθερη φλούδα πάλλεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια ιακωβίνικη καρδιά, σε άλλες μια κερδοσκοπική, και στις περισσότερες μια κυνική και μηδενιστική καρδιά.
Η εξουσία για την εξουσία, χωρίς καμία νομιμοποίηση πέρα από τον ίδιο της τον εαυτό και από τον συσχετισμό δυνάμεων και συμφερόντων: θα μπορούσε μάλιστα να παρατηρήσει κανείς ότι, επιτέλους, η ουσία της πολιτικής και των κοινωνικών σχέσεων εμφανίζεται ακάλυπτη, χωρίς στολίδια, γυμνή και απέριττη.
Οι ιδέες όμως δεν είναι φλούδες· σήμερα τα περιβλήματα έχουν γίνει τα ίδια τα σημεία διακρίσεως, όπως απαιτεί η κοινωνία της εικόνας.
Η πολιτική πάλη, ελλείψει ανταγωνιστικών περιεχομένων και εναλλακτικών ιδεών, οξύνεται με το να «ξεφλουδίζει» ο ένας τον άλλον, προσάπτοντας αμοιβαία την προέλευση και την επιβίωση συμπεριφορών και νοοτροπιών που προέρχονται από το επαίσχυντο παρελθόν· διότι η προέλευση παραμένει το μόνο, το τελευταίο πράγμα που διακρίνει τη μία παράταξη από την άλλη. Μικρά ίχνη των συμβόλων του παρελθόντος επιπλέουν, συγκαλυμμένα και χαμένα, μέσα στη νέα συμβολογία, ως απόδειξη της εξουδετερώσεώς τους. Μικρές εικόνες χωρίς ουσία, εικονίδια που δεν παραπέμπουν σε ιδεατούς τόπους αλλά χρησιμεύουν απλώς για να καταλαμβάνουν και να προσδιορίζουν έναν χώρο. Χωρίς αυτά όμως θα ήταν αδύνατον να κατανοήσει κανείς τη διαφορά, να αντλήσει έστω και μια αμυδρή αίσθηση του «εμείς» και «εκείνοι». Με τον κίνδυνο, βέβαια, να γλιστρήσει κανείς επάνω στις φλούδες του παρελθόντος· διότι όταν δεν υπάρχουν ιδέες, αρκεί μια παλιά φλούδα για να σε ρίξει κάτω.
Ο πολλαπλασιασμός των φυτικών συμβόλων για την αναπαράσταση κομμάτων και συνασπισμών επιβεβαιώνει το τέλος του σαρκοβόρου αιώνα, όπως υπήρξε ο αιματηρός εικοστός αιώνας· αλλά και τη μετάβαση από το ζωικό και αιματώδες βασίλειο στο φυτικό και αναίμακτο. Ο εικοστός αιώνας υπήρξε ένας αιώνας σημαδεμένος από την αιμορραγία· η δική μας εποχή προαναγγέλλεται ως εποχή αναιμίας. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει απώλεια αίματος: η πρώτη αιματηρή αλλά ζωτική, η δεύτερη αναίμακτη αλλά απονεκρωμένη.
Η Ιταλική Δημοκρατία, για παράδειγμα, στην ιστορία της ταλαντεύτηκε τρομακτικά ανάμεσα σε δύο αντίθετους εξτρεμισμούς: την πολιτική μεθυσμένη από ιδέες και την πολιτική αφυδατωμένη από ιδέες. Από τη μία ιδεολογική υπερτροφία και από την άλλη πρακτικός κυνισμός. Ζήσαμε καβάλα σε ένα εκκρεμές, ταλαντευόμενοι ανάμεσα σε δύο κύκλους: η πολιτική φουσκωμένη από ιδέες παρήγαγε τέρατα, μισαλλοδοξίες, ολοκληρωτικά όνειρα, επαναστατικές επιθυμίες ανατροπής του υπάρχοντος, αναποδογυρίσματος του κόσμου ώστε να προσαρμοστεί στα σχέδια μιας μειονότητας· από την άλλη πλευρά, η πολιτική φτωχή σε ιδέες, σκυμμένη πάνω στο υπάρχον, κυνική και συμφεροντολογική, πραγματιστική και πονηρή, παρήγαγε μικροπολιτική και μεγάλη διαφθορά, μαζί με πολλούς συμβιβασμούς και διαπλοκές.
Στην πρώτη δόθηκε το όνομα κομμουνισμός, στη δεύτερη εκείνο του περισσότερο ή λιγότερο φιλελεύθερου πραγματισμού· από πολιτική άποψη, η πρώτη ταυτιζόταν με το Κομμουνιστικό Κόμμα, τους παραποτάμους του ή τους απέναντί του —τους νεοφασίστες και τη ριζοσπαστική Δεξιά, για να γίνουμε σαφείς, οι οποίοι συμμερίζονταν, αντεστραμμένη, την ίδια σύνδρομη κατάσταση—, ενώ η δεύτερη με τους χριστιανοδημοκράτες και τους συμμάχους τους στην εξουσία.
Υπήρξαν δεκαετίες που σημαδεύτηκαν από την ιδεολογική πολιτική, όπως για παράδειγμα εκείνη από το 1968 έως το 1978· και δεκαετίες που χαρακτηρίστηκαν από την πραγματιστική πολιτική, όπως η προηγούμενη ή η επόμενη. Δηλαδή δεκαετίες κατά τις οποίες ζητούσαν από την πολιτική να αλλάξει την ανθρώπινη φύση, προσαρμόζοντας την πραγματικότητα στην ουτοπία, μέσα σε ένα εσχατολογικό σχέδιο κοινωνίας· και δεκαετίες κατά τις οποίες ζητούσαν από την πολιτική να ιππεύσει το υπάρχον ή, ακόμη χειρότερα, να αλλάξει την περιουσιακή κατάσταση των πολιτικών και των συνεργατών τους, υποτάσσοντας τα γενικά συμφέροντα στα συμφέροντα ολίγων.
Βέβαια, η πολιτική δεν υπήρξε μόνο αυτό: ανάμεσα στους ουτοπιστές και μισαλλόδοξους της πρώτης κατηγορίας υπήρχαν και ευγενείς ονειροπόλοι, διαυγείς ιδεαλιστές, αξιόλογες μορφές. Και ανάμεσα στους πραγματιστές και διεφθαρμένους της δεύτερης κατηγορίας υπήρχαν και εξαιρετικά αποτελεσματικοί άνθρωποι, συνετοί ρεαλιστές, ικανοί διοικητές. Ποτέ δεν πρέπει να γενικεύουμε, μολονότι οι κυρίαρχες τάσεις ήταν αυτές.
Η τελευταία μάχη ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους δόθηκε στην Ιταλία με όπλο τον Πλάτωνα. Η πιο πρόσφατη σύγκρουση πάνω στο θέμα αναδύθηκε το καλοκαίρι του 2002, με μια ομιλία στο Meeting του Comunione e Liberazione από τον πρόεδρο της Γερουσίας Marcello Pera, ο οποίος κατηγόρησε την Αριστερά για «ολοκληρωτικό τικ» και το ανάγαγε στον Πλάτωνα. Η κατηγορία δεν ήταν καινούργια: επαναλάμβανε τη γνωστή κριτική του Popper κατά του Πλάτωνα ως πατέρα των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Εδώ και πολλά χρόνια αποδίδεται σε αυτόν, στην ιδεατή κατασκευή ενός τέλειου Κράτους, μιας Πολιτείας του Αγαθού και του Ωραίου, η ευθύνη για το ολοκληρωτικό όνειρο. Αυτός θα ήταν ο πατέρας του κομμουνισμού και του φασισμού, ακόμη και του ναζισμού, αν λάβουμε υπόψη ότι η πλατωνική θεωρία, η οποία στρέφει το βλέμμα προς το σπαρτιατικό πρότυπο, άρεσε στους εθνικοσοσιαλιστές, ενώ οι ιδέες του περί ευγονικής φαίνονται να συμπίπτουν με τον ρατσισμό.
Άρα, ο Πλάτων, όταν μεταφέρεται στην πραγματικότητα, παράγει τέρατα· γεννά, θα λέγαμε, έναν «Πλάτωνα εκτελέσεως», κατά λογοπαίγνιο με το ιταλικό plotone d’esecuzione, «εκτελεστικό απόσπασμα». Σε εκείνη τη θερινή πολεμική υπερασπίστηκαν τον Πλάτωνα διανοούμενοι πολύ απομακρυσμένοι από τη σκέψη του· ενώ άσκησαν κριτική στον Πλάτωνα κινήματα και παρατηρητές οι οποίοι, με βάση τις ίδιες τους τις αφετηρίες, θα έπρεπε αντιθέτως να υπερασπίζονται τη σκέψη του. Και στις δύο πλευρές όμως το πολιτικό και συγκυριακό κίνητρο επικράτησε της νηφάλιας αξιολογήσεως των ιδεών και θόλωσε το νόημά τους.
Δεν πρόκειται να διακηρύξουμε την αθωότητα της θεωρίας ούτε να υποστηρίξουμε την άσπιλη καθαρότητα του διανοουμένου· μέσα στην ιστορία της σκέψεως και στην ίδια την ιστορία οι ευθύνες και των δύο είναι εμφανείς. Ο ολοκληρωτισμός όμως γεννιέται από αξιώσεις κάθε άλλο παρά πλατωνικές: γεννιέται από την ανθρώπινη και άθεη επιθυμία για παντοδυναμία, από την πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν Αγαθό και Κακό στους ουρανούς ούτε αθανασία της ψυχής και ότι για όλα πρέπει να δοθεί λογαριασμός hic et nunc, εδώ και τώρα· ο ολοκληρωτισμός γεννιέται από την αξίωση να θεοποιηθεί η ιστορία, να βρεθεί το Απόλυτο επάνω στη γη —τα «επίγεια απόλυτα» για τα οποία μιλά ακριβώς ο Popper—, να πραγματοποιηθεί ο παράδεισος σε αυτόν τον κόσμο, ακόμη κι αν για να γίνει αυτό πρέπει να περάσουμε μέσα από την κόλαση· και γεννιέται από την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι, όπως πραγματικά είναι, πρέπει να θυσιαστούν χάριν της μελλοντικής κοινωνίας.
Η ουσία του ολοκληρωτισμού βρίσκεται στην απόρριψη της υπερβατικότητας, δηλαδή στην πεποίθηση ότι δεν υπάρχει άλλος κόσμος, άλλη αλήθεια, άλλη προοπτική έξω από εκείνη που ισχύει εδώ και τώρα. Τα πάντα βρίσκονται εδώ· τίποτε δεν υπάρχει έξω ή πάνω από αυτόν τον κόσμο.
Εδώ βρίσκεται η αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στον Πλάτωνα και στα «ολοκληρωτικά τικ» που προήλθαν από τον εικοστό αιώνα: ο Πλάτων δεν αντιπαραθέτει τις Ιδέες προς την πραγματικότητα, δεν ονειρεύεται μια τελική σύγκρουση ανάμεσα στις πρώτες και στη δεύτερη και δεν εξαντλεί το Απόλυτο μέσα στα ολοκληρωτικά τείχη ενός επίγειου Κράτους· ενώ οι Ιακωβίνοι και οι ολοκληρωτικοί αντιπαραθέτουν το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου προς τη ζωή μιας πραγματικής χώρας και δεν αναγνωρίζουν κανέναν άλλον ορίζοντα έξω από αυτόν. Όποιος απομακρύνεται από αυτόν είναι προδότης της Υποθέσεως, εργάζεται για τον Εχθρό.
Οι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη δική μας εποχή και περνούν μέσα από μεγάλους και ισχυρούς στοχαστές όπως ο Rousseau, ο Hegel και ο Marx.
Αν θέλει κανείς να αναζητήσει την αυγή του ολοκληρωτισμού, αρκεί να διαβάσει το ακόλουθο χωρίο από τις Παραδόσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel:
«Από τότε που ο ήλιος άρχισε να λάμπει στο στερέωμα και οι πλανήτες να περιστρέφονται γύρω του, ποτέ δεν είχε δει κανείς τον άνθρωπο να στέκεται με το κεφάλι κάτω, να θεμελιώνεται στην Ιδέα και να οικοδομεί ξεκινώντας από αυτήν την πραγματικότητα [...] Μια υπέροχη αυγή [...] ο ενθουσιασμός του πνεύματος έκανε τον κόσμο να σταματήσει, σαν να είχε επιτευχθεί η αληθινή συμφιλίωση του θείου με τον κόσμο [...] Ο ουρανός μεταφέρεται στη γη».
Μέσα σε αυτή την εκ των προτέρων σύνοψη του αιώνα μας συμπυκνώνεται πολύ καλά το σπέρμα του ολοκληρωτισμού: η αξίωση να μεταφερθεί ο ουρανός στη γη, μέσα σε έναν χαρούμενο πλανητικό κυκλικό χορό, όπου ο άνθρωπος αρχίζει να βαδίζει με το κεφάλι, με τα πόδια γερά φυτεμένα στον αέρα.
Εδώ βρίσκεται το δηλητηριώδες φυτό του κονστρουκτιβισμού, όπως θα έλεγε ο von Hayek, ή του τελειοκρατισμού, όπως προτιμούσε να λέγει ο Rosmini· από τον Πλάτωνα όμως και τις Ιδέες του εδώ υπάρχει μόνον η σκιά.
Απουσιάζει το μεταφυσικό φως που συγκροτεί το νόημα και το όριο της ιστορικής και πολιτικής εμπειρίας.
Με λίγα λόγια, θα έπρεπε να διακρίνουμε τον Πλάτωνα από τις σκιές του, το ουράνιο βασίλειο των Ιδεών από το ιστορικό βασίλειο των ιδεολογιών· άλλο πράγμα είναι να καταδικάζει κανείς τα «ολοκληρωτικά τικ» και τις ιδεολογικές αξιώσεις και άλλο να καταδικάζει την παρουσία ιδεών και σχεδίων μέσα στην πολιτική.
Συγχέοντας τα με τα άλλα, διαπράττεται ένα τριπλό σφάλμα: αδειάζει η πολιτική από περιεχόμενο και προτάσεις και, τελικά, στερείται τον ίδιο τον λόγο υπάρξεώς της —οπότε είναι προτιμότεροι οι τεχνοκράτες, οι οποίοι γνωρίζουν να διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα το υπάρχον χωρίς πολιτικά σχέδια και ιδεατά προγράμματα· αφήνεται το μονοπώλιο των ιδεών και των σχεδίων στους φονταμενταλιστές και στους νέους Ιακωβίνους· και δαιμονοποιείται κάθε ιδέα σαν να εγκυμονεί ολοκληρωτισμό.
Και όλα αυτά παράγουν ανελεύθερα αποτελέσματα, περιορίζουν τους χώρους της δημοκρατίας και στενεύουν το οπτικό πεδίο μέσα στο οποίο μπορούν να εκφραστούν οι διαφορές.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου