Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-Οἱ ἐργάτες τοῦ Ἀμπελῶνος

ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Οἱ ἐργάτες τοῦ Ἀμπελῶνος

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον κα΄ 33 - 42

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. 34ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. 35καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. 36πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. 37ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. 38οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. 39καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. 40ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; 41λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. 42λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;

Στὸν κόσμο αὐτὸν δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο ἀπὸ τὴν ἀγνωμοσύνη. Τίποτ' ἄλλο δὲν εἶναι πιὸ προσβλητικὸ καὶ πιὸ ὀλέθριο. Τί χειρότερο μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ ἀποσιωπᾶ καὶ νὰ κρύβει ὁ ἄνθρωπος ἕνα καλὸ ἔργο ποὺ δέχτηκε; Τί χειρότερο μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τὸ ν' ἀνταμείβει ὁ ἄνθρωπος τὸ ἔλεος μὲ τὴν ἀσπλαγχνία, τὴν πίστη μὲ τὴν ἀπιστία, τὴν τιμὴ μέ την ἀτιμία καὶ τὸ ἀγαθὸ ἔργο μὲ τὸν ἐμπαιγμό; Τέτοια ἀγνωμοσύνη δημιουργεῖ ἕνα μαῦρο κι ἀδιαπέραστο σύννεφο ἀνάμεσα στὸν ἀγνώμονα ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ καὶ τὸ ἁγνὸ μάτι τοῦ οὐρανοῦ - δηλαδὴ τὸ καθαρὸ φῶς χωρὶς πρόσμιξη μὲ τό σκοτάδι, τὴν καλοσύνη χωρὶς τὴν πρόσμιξη μὲ τὸ κακό - ἀπὸ τὴν ἄλλη. Οἱ ἄνθρωποι ἐκνευρίζονται μὲ τὰ ἀγνώμονα ζῶα, ἂν κι αὐτὰ μερικὲς φορὲς ντροπιάζουν μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη τοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὰ ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι στὰ ζῶα, τὰ κάνουν γιὰ νὰ δεχτοῦν τὴν εὐγνωμοσύνη τους; Ὄχι βέβαια. Τὰ κάνουν ὅλα μὲ τὸν ὑπολογισμὸ πῶς θὰ δώσουν λίγα γιὰ νὰ λάβουν πολλά. Καὶ παρὰ τὴ δεκαπλάσια ἀπόδοση ποὺ ἔχουν τὰ ζῶα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, οἱ ἄνθρωποι περιμένουν εὐγνωμοσύνη ἀπ' αὐτὰ γιὰ τὴν περιποίηση ποὺ τοὺς προσφέρουν. Οἱ ἄνθρωποι ἐκνευρίζονται πολὺ περισσότερο μὲ τὸν ἀγνώμονα ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προσφέρει πολὺ μεγαλύτερη ἐξυπηρέτηση σ' ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο ἀπ' ὅ,τι προσφέρει ἕνα ζῶο. Μπορεῖ ὅμως νὰ δεχτεῖ καὶ ἀσύγκριτα μεγαλύτερη αγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους παρὰ ἀπὸ τὰ ζῶα. Στὸν κόσμο αὐτὸν ἡ εὐγνωμοσύνη ἔχει μιᾷ ἀληθινῇ καὶ θεϊκῇ ἀκτινοβολίᾳ, ἐνῶ ἡ ἀγνωμοσύνη στιγματίζεται, ἀποπνέει μιὰ ὀλέθρια κακία. Κι αὐτὰ συμβαίνουν μόνο στὸν ἄνθρωπο, στὴν ἀνθρώπινη φύση. Κανένα ἄλλο πλάσμα στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιδείξει τέτοια εὐγνωμοσύνη ἢ αγνωμοσύνη, παρὰ μόνο ὁ ἄνθρωπος. Ὅσο μεγαλύτερη εὐγνωμοσύνη νιώθει ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιὸ κοντὰ βρίσκεται στὴν τελειότητα. Ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ πρὸς ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ γύρω του, τὸν κάνει νὰ φαίνεται ὁ πιὸ ἄριστος κι ἐξευγενισμένος πολίτης στὸ σύμπαν. Ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὸν ἀναβιβάζει στὴ θέση τοῦ πρώτου πολίτη τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ἡ εὐγνωμοσύνη του πρός το Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὸν κάνει ἄξιο πολίτη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ποιὲς ὅμως εἶναι ὅλες οἱ δωρεὲς τοῦ σύμπαντος κι ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὴ γῆ ποὺ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ ἕνας θνητὸς ἄνθρωπος, σὲ σχέση μὲ τίς ἀσύγκριτες κι ἀπειράριθμες δωρεὲς ποὺ λαβαίνει μέρα καὶ νύχτα ἀπό το Θεό; Τί εἶναι ὁλόκληρη ἡ εὐγνωμοσύνη ποὺ ὀφείλουμε σὲ ἀνθρώπους καὶ ζῶα, ἂν τὴ συγκρίνουμε μὲ τὴν ἄπειρη εὐγνωμοσύνη ποὺ ὀφείλουμε στὸ Θεό; Προσέξτε! Ὅλα τὰ καλὰ δῶρα ποῦ λαβαίνουμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν κόσμο, στὴν πραγματικότητα τὰ παίρνουμε ἀπό το Θεό, μὲ ὄργανα τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν κόσμο. Ἐκτὸς ἀπ' αὐτὰ ὅμως, πόσα ἄλλα δῶρα μας δίνει ἄμεσα ὁ Θεός, τὰ μεταδίδει στὸ πνεῦμα μᾶς χωρὶς ἐνδιάμεσο, κι αὐτὰ ἀπὸ τὴ γέννησή μας ἢ καὶ πρὶν ἀπ' αὐτὴν ὡς το θάνατό μας; Πόσες δωρεὲς χορηγεῖ ὁ Θεὸς στὶς ψυχὲς ποὺ βαπτίζονται, πόσες πνευματικὲς εὐλογίες, πόση εὐλογημένη δύναμη;

Ἄν εἴμαστε ἀγνώμονες σ' όλ' αὐτά, σημαίνει πῶς ὄχι μόνο ἔχουμε χάσει τὴν ἀνθρώπινη ἀξία μας, ἀλλὰ πῶς ξεπέσαμε πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα κι ἀπὸ κάθε ἄλλο πλάσμα στὸ ἀχανὲς σύμπαν.

Γιὰ νὰ γλιτώσει ὁ Κύριος Ἰησοῦς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τέτοια ταπείνωση, πολὺ συχνὰ ἔδινε δημόσια εὐχαριστία καὶ ὕμνο στὸ Θεὸ (βλ. Ματθ. ἰα' 25), ἴδ' 19, κστ' 26-27). Τὸ ἴδιο ἔκαναν κι οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ὑμνοῦσαν καὶ δοξολογοῦσαν συνέχεια το Θεὸ (Πράξ. β' 47), ὄχι μόνο γιὰ τίς εὐεργεσίες Τοῦ πρὸς τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. «Οὐ παύομαι εὐχαριστῶν ὑπὲρ ὑμῶν», ἔγραφε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς πιστοὺς τῆς Ἐφέσου (α΄ 16). Τοὺς δίδασκε ἔτσι ταυτόχρονα νὰ παραμένουν «εὐχαριστοῦντες πάντοτε ὑπὲρ πάντων ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Εφ. ε' 20). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ τὸ παράδειγμα τῶν ἀποστόλων καὶ προβαίνει συνέχεια σὲ εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στὸ Θεό.

Ἔτσι θυμίζει καὶστοὺς πιστοὺς πῶς δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦν, ἀλλὰ νὰ δοξολογοῦν διαρκῶς το Θεὸ γιὰ ὅλα τ' ἀγαθὰ ποὺ τοὺς στέλνει. Δὲν ὑπάρχει ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία ποὺ νὰ μὴν ἀρχίζει μὲ τὰ λόγια:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεός...» ἢ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ...».... Δὲν ὑπάρχει ἐπίσης ἀκολουθία ποῦ νὰ μὴν τελειώνει μὲ τὰ λόγια: «Δόξα σοί, Χριστὲ ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν δόξα σοί!».


Ἡ Ἐκκλησία τὸ κάνει αὐτὸ ὥστε νὰ χαραχτοῦν βαθιὰ στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν σκέψεις, ὕμνοι κι εὐχὲς εὐχαριστίας στὸ Θεό. Ἔτσι θὰ μπορέσει ὁ καθένας μας νὰ πεῖ μαζὶ μὲ τὸν Ψαλμωδό:  «Διαπαντὸς ἢ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου» (Ψαλμ. Λγ ́ 1).

Ἀπ' ὅλα τὰ παραδείγματα ἀγνωμοσύνης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ Θεό, τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ καὶ πιὸ φοβερὸ εἶναι ἐκεῖνο τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ τὸ ἐπικαλεῖται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς προφητικῆς παραβολῆς: τῆς παραβολῆς τοῦ οἰκοδεσπότου καὶ τῶν ἀγνωμόνων γεωργῶν.

«Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτὸ περιέθηκε καὶ ὤρυξε ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοὺς καὶ ἀπεδήμησεν» (Ματθ. κά' 33). Σὲ ἄλλη περίπτωση ὁ Χριστὸς μίλησε γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν βασιλιᾶς. Ἐδῶ μιλάει γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποῦ ἢν οἰκοδεσπότης. Σίγουρα ἐννοεῖ κάποιον καλὸ οἰκοδεσπότη ἤ το Θεό. Ὅσο ἀβοήθητος καὶ ταπεινωμένος κι ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ὁ Θεὸς δὲν ντρέπεται νὰ παρομοιάσει τὸν Ἑαυτὸ Τοῦ μαζί του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο καὶ πολυτιμότερο πλάσμα τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς ἑπομένως καλεῖ τὸν Ἑαυτό Του ἄνθρωπο, γιὰ νὰ δείξει τὴν ὑπεροχὴ τοῦ ἀνθρώπου πάνω σ' ὅλα τὰ πλάσματα στὸν κόσμο, καθὼς καὶ τὴ μεγαλοσύνητῆς ἀγάπης Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Μόνο τὰ σκοτισμένα μυαλὰ τῶν εἰδωλολατρῶν ἔδωσανστὸ Θεὸ ὀνόματα ποὺ προέρχονται ἀπὸ φυσικὰ φαινόμενα καὶ ἀντικείμενα, ὅπως φωτιά, ἥλιος, ἄνεμος, νερό, πέτρες, ξύλα καὶ ζῶα. Ποτὲ ὅμως καὶ κανένας δὲν τὸν ὀνόμασε ἄνθρωπο. Μόνο ἡ χριστιανικὴ πίστη ἀνύψωσε τὸν ἄνθρωπο ψηλά, πάνω ἀπὸ τὴ δημιουργημένη φύση, σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ὁ Ὕψιστος νὰ χρησιμοποιήσει τὸ ὄνομά του.

Ὁ ἀμπελῶνας ὑποδηλώνει τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, ποὺ ὁ Θεὸς τὸν διάλεξε γιὰ νὰ γίνει φορέας τῆς σωτηρίας γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποκαλεῖ τοὺς Ἰσραηλῖτες ἀμπελῶνα Τοῦ (Ἠσ. ε' 1-7). Ὁ φραγμὸς γύρω ἀπὸ τὸν ἀμπελῶνα, ὁ φράχτης, σημαίνει τοὺς νόμους ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἐκλεκτὸ λαό Του καὶ τοὺς ξεχώρισε ἔτσι ἀπὸ τ' ἄλλα ἔθνη. ≪Καὶ νόμον ἔθετο ἕν Ἰσραήλ, ὅσα ἐνετείλατο τοῖς πατράσιν ἡμῶν τοῦ γνωρίσαι αὐτὰ τοῖς υἱοὺς αὐτῶν≫ (Ψαλμ. όζ' 5). Ὁ ληνός, τὸ πατητήρι, ὑποδηλώνει τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, τὸν ἀληθινὸ Σωτῆρα τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Μὲ τὴν ἐπαγγελία αὐτὴ τοῦ ἀναμενόμενου Μεσσία καὶ περιούσιος λαὸς ἔσβηνε ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τὴ δίψα του μὲ ὕδωρ ζῶν. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔβλεπε τὸν Ἑαυτὸ Τοῦ σὰν τὸ ζωοποιὸ αὐτὸ νερό, γι' αὐτὸ κι ἔλεγε: ≪Ἐάν τίς διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω≫ (Ἰωάν. ζ' 37). Κι ἀλλοῦ πάλι: ≪Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ,οὗ μὴ διψήση πώποτε≫ (Ἰωάν. στ' 35). Μὲ τὸν πύργο ὑποδηλώνεται ὁ παλαιὸς ναός, ὁ πρόδρομος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἱδρύθηκε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Ματθ. ἴστ' 18, κά' 42), καθὼς κι οἱ ἀπόστολοι (Ἔφ. β' 20), παρομοίαζαν τὴν Ἐκκλησία μὲ οἶκο. Γεωργοὺς ὀνόμασε τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ, τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους.

Τί σημαίνουν τὰ λόγια καὶ ἀπεδήμησεν; Μπορεῖ ὁ Θεὸς ν' ἀπομακρυνθεῖ ἀπό το λαό Του; Τὸ ἀπεδήμησεν σημαίνει ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ πῶς ὁ Θεός, ἀφοῦ προνόησε νὰ κάνει ὅλα ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἄφησε νὰ διαλέξει μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του ὅλα ὅσα τοῦ χρειάζονταν γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σημαίνει τὴν ὑπομονὴ ποὺ δείχνει ὁ Θεὸς στὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴν ἀφροσύνη τους νὰ ἐργάζονται ἐνάντια στὴ σωτηρία τους. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι καρτερική, ξεπερνάει τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ καὶ ἀντίληψη.

«Ὅτε δὲ ἤγγικεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ» (Ματθ. κά' 34). Ὅπως κάθε συνηθισμένος οἰκοδεσπότης στέλνει τοὺς ὑπηρέτες του ὅταν ἔρθει ὁ καιρὸς γιὰ νὰ λάβουν τοὺς καρποὺς ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἔτσι ἔκανε κι ὁ Θεός. Ἔστειλε τοὺς ὑπηρέτες Του, τοὺς ἐκλεκτούς Του, στοὺς Ἰσραηλῖτες, νὰ ζητήσουν τοὺς πνευματικοὺς καρποὺς γιὰ ὅλα ὅσα εἶχε δώσει ὁ Θεὸς στὸ λαὸ αὐτό. Ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ ἦταν οἱ προφῆτες. Καρποὶ τοῦ ἀμπελῶνα ἦταν ὅλα τὰ καλὰ ἔργα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργούς. Τοὺς ἔστειλε πρῶτα στοὺς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ, στοὺς ἱερεῖς, στοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν κληθεῖ νὰ διδάξουν το λαὸ μὲ λόγια καὶ ἔργα τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν ὑπεύθυνοι στὸ Θεὸ τόσο γιὰ τὸν ἑαυτό τους ὅσο καὶ γιὰ τὸ λαό. Σὲ κείνους εἶχε δοθεῖ μεγαλύτερη αὐθεντία καὶ περισσότερη σοφία. Καὶ σὲ ὅποιον δίνονται πολλά, ζητοῦνται ἐπίσης πολλά. Οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ ἔπρεπε λοιπόν, ἂν ὄχι γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο, τουλάχιστο ἀπὸ εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό, νὰ ὑποδεχτοῦν τοὺς ἀπεσταλμένους μὲ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη, σὰ νὰ ὑποδέχονται τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Τί ἔκαμαν ἐκεῖνοι ὅμως;


«Καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὄν μὲν ἔδειραν, ὄν δὲ ἀπέκτειναν, ὄν δὲ ἐλιθοβόλησαν» (Ματθ. καὶ 35). Προσέξτε με ποιόν τρόπο ἔμπειροι ἄνθρωποι ἀνταποδίδουν κακὸ στὸ καλό! Σημειῶστε τὴν ἀγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων! Οἱ προφῆτες ὑπενθύμισαν στοὺς πρεσβύτερους το Νόμο τοῦ Θεοῦ, τὸ θέλημά Του, τις εὐεργεσίες Του. Τόνισαν τὴν εὐεργετικὴ καὶ σωστικὴ φύση, τὸ κάλλος καὶ τὴ γλυκύτητα τοῦ Νόμου, ἀπαιτοῦσαν τὴν τήρησή του στὴ ζωὴ κάθε ἔθνους, κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά. Ζήτησαν στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τοὺς καρποὺς τοῦ Νόμου Του, δηλαδὴ τὰ καλά τους ἔργα. Καλὰ ἔργα δὲ βρῆκαν ὅμως. Ἔμειναν σὰν τοὺς ἐργάτες ἐκείνους ποὺ πῆγαν στὸ ἀμπέλι νὰ μαζέψουν σταφύλια, μὰ δὲ βρῆκαν οὔτε τσαμπί. Οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ δὲν περιορίστηκαν νὰ τοὺς διώξουν, γιὰ νὰ φύγουν μὲ ἄδεια χέρια, ἀλλὰ τοὺς ἔπιασαν, τοὺς μυκτήρισαν, ἕναν ἔδειραν, ἄλλον σκότωσαν κι ἕναν τρίτο τὸν λιθοβόλησαν. Τὸ ἴδιο εἶχαν κάνει καὶ στοὺς προφῆτες: τὸν προφήτη Μιχαία τὸν ἔδειραν, τὸν Ζαχαρία τὸν σκότωσαν μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο, τὸν Ἰερεμία τὸν λιθοβόλησαν, τὸν Ἠσαΐα τὸν πριόνισαν καὶ τὸν Τίμιο Πρόδρομο τὸν ἀποκεφάλισαν μὲ ξίφος.

«Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους, πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως» (Ματθ. καὶ 36). Οἱ ἄλλοι δοῦλοι ἦταν κι αὐτοὶ προφῆτες. Ὅσο περισσότερο διαφθείρονταν ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς κι ὅσο ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τό Θεό, τόσο περισσότερους προφῆτες ἔστελνε ὁ πανάγαθος Θεὸς γιὰ νὰ προειδοποιήσει το λαὸ καὶ νὰ ἐπιτιμήσει τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ χαθοῦν ὅλοι ὅπως τὰ ἄκαρπα κλήματα ποὺ τὰ κόβουν καὶ τὰ ρίχνουν στὴ φωτιά. Κι ἡ δεύτερη αὐτὴ ὁμάδα τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ ὅμως, εἶχε τὴν ἴδια τύχη μὲ τὴν πρώτη. Κι αὐτοὺς οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, οἱ ἱερεῖς, οἱ γραμματεῖς κι οἱ διδάσκαλοι, τοὺς ἔδειραν, τοὺς σκότωσαν, τοὺς λιθοβόλησαν. Ὅσο περισσότερο παρέτεινε ὁ Θεὸς τὴν ὑπομονή Του, τόσο μεγαλύτερη ἦταν ἡ αγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ Θεό.

«Ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱὸν μοῦ» (Ματθ. κά' 37). Τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ τοὺς μεταχειρίστηκαν πολὺ ἄσχημα. Ὅλες οἱ προειδοποιήσεις τοῦ Θεοῦ ἀπορρίφτηκαν. Οἱ εὐεργεσίες Του περιφρονήθηκαν. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀνθρώπου σίγουρα θὰ εἶχε ἐξαντληθεῖ. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι μεγαλύτερη κι ἀπὸ ἐκείνης ποὺ ἔχει ὁ πιὸ υπὁμονητικὸς γιατρός, ποῦ προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει ἕναν παράφρονα. Καὶ στὸ ἕνα δέκατο τέτοιας ἀγνωμοσύνης, οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶχαν ἀπαντήσει μὲ σιδερένια γροθιά. Προσέξτε ὅμως τί ἔκανε ὁ πανάγαθος Θεός: ἀντὶ νὰ τοὺς τιμωρήσει μὲ σιδερένια γροθιά, τοὺς στέλνει τον Μονογενῆ Του Υἱό.

Πόσο ἀνεξάντλητη εἶναι ἀλήθεια ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ! Οὔτε ἡ πιὸ στοργικὴ μητέρα δὲ θὰ ’δειχνε τόση εὐσπλαχνία καὶ ὑπομονὴ πρὸς τὸ παιδί της, ὅση ἔδειξε ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, τὰ πλάσματά Του. «Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. δ' 4). Ὅταν ἔφτασε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, δηλαδὴ ὅταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος ποὺ περίμενε ὁ Θεὸς τοὺς Ἰσραηλῖτες γιὰ ν' ἀποδώσουν καρπό: στὸ τέλος τοῦ χρόνου τῆς κακίας καὶ τῆς ἀνομίας τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ, ὅταν τέλειωσε ἡ περίοδος ὑπομονῆς τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἀμπελῶνας εἶχε φθαρεῖ ἀπὸ τὰ σκουλήκια κι ὁ φράχτης εἶχε πέσει, ὅταν ὁ κατακλυσμὸς τῆς εἰδωλολατρείας εἶχε εἰσχωρήσει στὸν ἀμπελῶνα καὶ τὸ πατητήρι εἶχε στεγνώσει, ὅταν ὁ πύργος εἶχε γίνει σπήλαιο λῃστῶν, τότε ὁ Υἱὸς τοῦ οἰκοδεσπότη, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἦρθε ἀπροειδοποίητα στὸν ἀμπελῶνα.

Ὁ Θεὸς γνώριζε προκαταβολικὰ πῶς οἱ γεωργοὶ δὲ θὰ δίσταζαν καθόλου νὰ κάνουν καὶ στὸ γιο Του αὐτὰ ποὺ ἔκαναν στοὺς ὑπηρέτες. Τότε γιατί εἶπε, ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου; Γιὰ νὰ ντροπιαστοῦμε ἐμεῖς, ποὺ μέχρι σήμερα δὲ δεχόμαστε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μέ το σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ πρέπει. Ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δείξει το βαθμὸ τῆς ἀγνωμοσύνης τοῦ περιούσιου λαοῦ, ποὺ τόσο πλούσια εἶχε δεχτεῖ τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Δέστε λοιπὸν σὲ ποιό βαθμὸ κατάπτωσης ἔφτασαν μὲ τὴν ἐπονείδιστη ἀχαριστία τους καὶ τὸ μῖσος ποὺ ἔτρεφαν γιὰ ἐκεῖνον.

«Οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς οὗτος ἔστιν ὁ κληρονόμος δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν» (Ματθ. καὶ 38,39). Αὐτὴ εἶναι μιὰ τέλεια εἰκόνα ὅσων ἔμελλε πολὺ σύντομα νὰ ὑποστεῖ ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Ὅπως οἱ κακοὶ γεωργοὶ σκότωσαν το γιὸ τοῦ οἰκοδεσπότη γιὰ νὰ κατάσχουν τὸν ἀμπελῶνα καὶ νὰ τὸν κάνουν δικό τους, ἔτσι ἔκαναν κι οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχιερείς, οἱ Φαρισαῖοι κι οἱ γραμματεῖς. Σκότωσαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ γιὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐξουσία καὶ τίς ὀρέξεις τους στὸ λαό. «Ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτῳ, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν» (Ἰωάν. ἰα' 48), ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι μεταξύ τους. Κι ἔτσι μὲ πρόταση τοῦ Καϊάφα, ἀποφάσισαν νὰ τὸν σκοτώσουν. Ἀγνόησαν τὴ χιλιόχρονη ἐμπειρία τους, πῶς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ σκοτώνεται, γιατί τότε ζεῖ πιὸ ὁλοκληρωμένα, προειδοποιεῖ πιὸ ἔντονα καὶ ἀσκεῖ μεγαλύτερη πίεση στὴ συνείδηση. Οἱ προπάτορές τους εἶχαν σκοτώσει πολλοὺς προφῆτες τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα ὅμως ἀναγκάστηκαν νὰ στήσουν μνημεῖα γι' αὐτούς, ἐπειδὴ οἱ προφῆτες ἦταν μεγαλύτερη ἀπειλὴ τώρα ποὺ ἦταν νεκροί, ἀπ' ὅσο ὅταν ἦταν ζωντανοί. Εἶχαν μάτια, μὰ δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν. Εἶχαν νοῦ, μὰ δὲν μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν αὐτὰ ποὺ γίνονταν ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια τόσο στοὺς νεκροὺς ὅσο καὶ στοὺς δολοφόνους τους. Οὔτε νὰ καταλάβουν μποροῦσαν οὔτε καὶ νὰ θυμηθοῦν. Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ πρόχειρη ἀνθρώπινη λύση ἀλλὰ κι ἡ λιγότερο ἐπιτυχής, ἀναποτελεσματική. Κι αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κάϊν ὡς τὸν Καϊάφα κι ἀπὸ τὸν Καϊάφα ὡς τὸν τελευταῖο δολοφόνο στὴ γῆ. Τὸ νὰ σκοτώσεις ἕναν ὅσιο ἄνθρωπο, σημαίνει νὰ τὸν στείλεις πίσω στὸ Θεὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχεται. Σημαίνει ἐπίσης νὰ τὸν τοποθετήσεις σὲ μιὰ ἀπόρθητη θέση στὴ μάχη, νὰ τὸν ὁπλίσεις μὲ ἀκαταμάχητα ὅπλα καὶ νὰ τὸν κάνεις χίλιες φορὲς πιὸ δυνατὸ ἀπ' ὅσο ἦταν ὅταν βάδιζε σωματικὰ στὴ γῆ. Τὸ νὰ σκοτώσεις ἕναν ὅσιο καὶ δίκαιο ἄνθρωπο σημαίνει αὐτὸν μὲν νὰ τὸν βοηθήσεις νὰ νικήσει, τὸν ἑαυτό σου δὲ νὰ τὸν καταδικάσεις στὴν τελικὴ κρίση. Τί γνώριζε ὁ Καϊάφας, ὁ ἀρχιερέας τῶν Ἰουδαίων, ἂν δὲν τὸ ἤξερε αὐτό; Γνώριζε λιγότερα κι ἀπὸ τὸ τίποτα. Ἄν αὐτὸ ποὺ γνώριζε ἦταν ἁπλᾶ τὸ τίποτα, δὲ θά 'χὲ ἀποφασίσει νὰ θανατώσει τὸ Χριστὸ κι ἔτσι νὰ καταδικάσει τὸν ἑαυτό του σὲ αἰώνιο θάνατο.


Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν, γιατί ὁ περισσότερος κόσμος τὸν ἀκολουθεῖ. «Μείναμε μόνοι μας, ἔλεγαν. Χωρὶς εξουσία, χωρὶς τιμή, χωρὶς χρήματα. Ποιός θὰ μᾶς ὑπηρετεῖ; Ποιός θὰ μᾶς ἐγκωμιάζει; Ποιόν θὰ ἀπατοῦμε; Ποιόν θὰ γδάρουμε; Ἄς τὸν σκοτώσουμε λοιπόν, γιὰ νὰ κληρονομήσουμε ἐκεῖνα ποὺ βλέπουμε ὅτι θὰ κληρονομήσει ἐκεῖνος. Ὁ λαός, ὁ ἀμπελῶνας μας, ποὺ ὡς τώρα βρίσκεται στὰ χέρια μας καὶ ποὺ οἱ καρποί του μᾶς ἀνήκουν, εἶναι ἡ ἀπόλαυσή μας».

Οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἐκτέλεσαν γρήγορα το στόχο τους. Τὸν συνέλαβαν, ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. Προσέξτε με πόσες λεπτομέρειες περιγράφει ὁ Χριστὸς ὅσα τοῦ ἔμελλαν νὰ πάθει. Ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς λένε πῶς οἱ Ἰουδαῖοι ὁδήγησαν τὸ Χριστὸ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸ Γολγοθᾶ, στὸν Κρανίου Τόπον, ποὺ βρισκόταν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος. Τὰ λόγια αὐτὰ ὅμως σημαίνουν πῶς οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων θὰ ἀπέρριπταν τὸ Χριστό, θὰ τὸν ἀπόκοβαν ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, θὰ τὸν ἀρνοῦνταν ὡς Ἰσραηλίτη, θὰ τὸν ἔβγαζαν ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ ἔθνους τους καὶ θὰ τὸν μεταχειρίζονταν ὡς ξένο. Τελικὰ θὰ τὸν παρέδιδαν στὰ χέρια τῶν Ρωμαίων, γιὰ νὰ τὸν δικάσουν ἐκεῖνοι. «Ὅταν οὖν ἔλθη ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;» (Ματθ. καὶ 40). Αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς στοὺς πρεσβυτέρους τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Ὅταν οὖν ἔλθη ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος εἶπε, ἐπειδὴ στὴν ἀρχὴ τῆς διήγησης τῆς παραβολῆς εἶχε ἀναφέρει πῶς ἀπεδήμησεν.

Ὅταν οὖν ἔλθη ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, σημαίνει ὅταν θὰ ἐξαντληθεῖ ἡ ὑπομονὴ τοῦ Κυρίου καὶ θ' ἀρχίσει νὰ ἐμφανίζεται ἡ ὀργή Του. Ποιόν βλέπει ὅμως ἐδῶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὡς οἰκοδεσπότη, τὸν ἴδιον ἢ τὸν Πατέρα Του; Δὲν ἔχει καμιὰ σημασία. «Ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν», εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι πῶς τόσο ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ ὅσο καὶ ἢ ἀπείθεια τῶν γεωργῶν θὰ τελειώσουν σύντομα μετὰ τὴ θανάτωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Τί θὰ κάνει ὁ οἰκοδεσπότης στοὺς κακοὺς γεωργούς; Ποιός καὶ σὲ ποιούς κάνει τὴν ἐρώτηση αὐτή; Ρωτάει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοὺς κακοὺς γεωργούς. Αὐτὸς ποὺ καταδικάστηκε σὲ θάνατο ρωτάει τοὺς δικαστὲς καὶ δολοφόνους Του. Τί τρομερὴ συνομιλία ἀνάμεσα σ' Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀντιμέτωπος μέ το θάνατο καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὴν κακία τους! Ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιμετωπίζουν το θάνατο συνήθως βρίσκονται σὲ σύγχυση, δὲν ξέρουν τί λένε, ἐνῶ οἱ δικαστές τους - ἂν εἶναι δίκαιοι - εἶναι ἤρεμοι. Ἐδῶ τὰ πράγματα ἐξελίσσονται διαμετρικὰ ἀντίθετα. Ὁ Χριστός, ποῦ γνώριζε τὴ μυστικὴ ἀπόφαση τῶν πρεσβυτέρων νὰ τὸν δολοφονήσουν, εἶναι ἤρεμος. Γνωρίζει τί λέει. Οἱ ἄδικοι δικαστές του ὅμως βρίσκονται σὲ σύγχυση, δὲν ξέρουν τί λένε. Κάθε ἄδικη πράξη ἀφαιρεῖ δυὸ πράγματα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο: τὸ θάρρος καὶ τὴ λογική. Προσέξτε πῶς ἀπαντοῦν στὸ Χριστό:

«Λέγουσιν αὐτῷ κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλους γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἕν τοῖς καιροὺς αὐτῶν» (Ματθ. κά' 41).

Βλέπετε πῶς δὲν ξέρουν τί λένε; Αὐτὸ ποὺ κάνουν, εἶναι ὅτι ἀναγγέλλουν τὴν καταδίκη τους. Σύμφωνα μὲ τὸ Μάρκο καί το Λουκᾶ, φαίνεται πῶς τὰ λόγια αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ὁ Ματθαῖος ξεκαθαρίζει ὅμως πῶς ὁ Κύριος τοὺς ρώτησε νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι τί θὰ γινόταν. Καθὼς δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀντίφαση ἀνάμεσα στοὺς εὐαγγελιστές, τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ εἶπε ἀρχικὰ ὁ Κύριος τί θὰ ἔκανε ὁ οἰκοδεσπότης στοὺς κακοὺς γεωργοὺς κι ἔπειτα τοὺς ρώτησε τί σκέφτονταν ἐκεῖνοι. Αὐτοὶ στὴν ἀρχὴ ἐπανέλαβαν ὅσα εἶπε ὁ Κύριος καὶ μὲ τὰ ὁποῖα συμφωνοῦσαν. Ἔπειτα συνειδητοποίησαν πῶς ἡ διήγηση ἀφοροῦσε σ' αὐτοὺς κι ἀναφώνησαν, σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ:


«Μὴ γένοιτο» (Λουκ. κ' 16). Ἀπ' αὐτὸ μπορεῖτε νὰ συμπεράνετε τὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀνακολουθία τους. Ποιοὶ εἶναι ὅμως οἱ ἄλλοι γεωργοί, ἐκεῖνοι ποὺ ὁ Κύριος θὰ τοὺς δώσει τὸν ἀμπελῶνα; Θὰ πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πῶς ὁ ἀμπελῶνας αὐτὸς θὰ εἶναι καινούργιος, ὅπως κι οἱ γεωργοὶ θὰ εἶναι καινούργιοι. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστου, ὁ ἀμπελῶνας τοῦ Θεοῦ θὰ μεγαλώσει, γιὰ νὰ συμπεριλάβει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Δὲ θ' ἀνήκει μόνο στοὺς Ἰσραηλῖτες, μὰ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς. Ὁ νέος ἀμπελῶνας θὰ κληθεῖ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἐργάτες καὶ γεωργοὶ θὰ εἶναι οἱ ἀπόστολοι, οἱ ἅγιοι, οἱ πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, μάρτυρες κι ὁμολογητές, ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς, ἀφοσιωμένοι καὶ θεοφιλεῖς βασιλιᾶδες καὶ βασίλισσες κι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ διακονοῦν στὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνοι ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροὺς αὐτῶν. Μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ θὰ γίνουν γένος ἐκλεκτό, ἔθνος ἅγιο, βασίλειο ἰεράτευμα (βλ. Α Πέτρ. β' 9).

Μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ἡ θέση τῶν Ἰσραηλιτῶν ὡς ἐκλεκτοῦ λαοῦ παύει καὶ μεταφέρεται τώρα σ' ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό, σ' ὁποιοδήποτε ἔθνος τῆς γῆς κι ἂν ἀνήκουν. Μὴ γένοιτο! Αὐτὸ εἶπαν στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ οἱ κακοὶ γεωργοὶ ὅταν συνειδητοποίησαν πῶς ἡ φοβερὴ παραβολὴ ἀπευθυνόταν σ' ἐκείνους. Ἄν δὲν ὑπῆρχαν τὰ λόγια αὐτά, ποὺ μᾶς δίνει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, θὰ ὑπῆρχε κάποιο κενὸ στὴ διήγηση τοῦ Ματθαίου. Δὲ θά 'ταν ἀπόλυτα κατανοητὰ ἐκεῖνα ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὴ συνέχεια. Μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ τῶν πρεσβυτέρων των Ἰουδαίων, τὰ ἑπόμενα λόγια τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτα κατανοητά: «Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς: οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὄν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;» (Ματθ. κά' 42).

Ὁ λίθος εἶναι ὁπωσδήποτε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Οἰκοδομοῦντες εἶναι οἱ πρεσβύτεροι τῶν Ἰουδαίων, ἱερεῖς κι οἱ γραμματεῖς. Γωνία εἶναι ὁ σύνδεσμος ἀνάμεσα στὸν Ἰσραὴλ καί την εἰδωλολατρεία, ἀνάμεσα στὸν πρώην ἐκλεκτὸ λαὸ καὶ τὸν τωρινό, ἀνάμεσα στὸν παλαιὸ ναὸ καὶ τὴ νέα Ἐκκλησία. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, στὸ τέλος τοῦ παλιοῦ καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου. Στὴ βασιλεία Τοῦ τοὺς καλεῖ ὅλους μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη, τόσο τοὺς Ἰσραηλῖτες ὅσο καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀφοῦ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ κατὰ τὴν ἔλευσὴ Τοῦ ἦταν ἄκαρπα δέντρα. Αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες, γιατί τὸν εἶχαν ἀπορρίψει, ὅπως ἀπορρίπτουν οἱ οἰκοδόμοι τίς ἄχρηστες πέτρες. Πόσο ἀπατήθηκαν οἱ οἰκοδόμοι αὐτοί! Ἀπέρριψαν τὸ θεμέλιο λίθο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τῆς ἱστορίας ὁλόκληρου τοῦ δημιουργημένου κόσμου. Στὴν πραγματικότητα δὲν τὸν ἀπέρριψαν, ἀλλὰ στὴν προσπάθειά τους νὰ τὸν ἀπορρίψουν ἀπορρίφθηκαν οἱ ἴδιοι, ἐνῶ ἐκεῖνος ἔγινε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς νέας οἰκοδομῆς, τῆς Νέας Κτίσης. «Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν» (Ψαλμ. ριζ' 23).

Τίποτα δὲ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει πιὸ σοφὸ καὶ πιὸ δίκαιο. Αὐτὸ σημαίνει: "Ὅταν διαβάζετε τὴν Ἁγία Γραφὴ ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι νομίζετε πῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι θαυμαστὸ παρὰ Κυρίου, εἶναι θαυμαστὸ γιά σας. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ δὲ γνωρίζετε σὲ ποιόν ἀναφέρονται τὰ λόγια αὐτά. Δὲν ξέρετε πῶς ὁ λίθος αὐτὸς εἶναι φοβερὸς καὶ «ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται ἐφ' ὄν δ' ἂν πέση, λικμήσει αὐτόν» (Ματθ. καὶ 44). Ὅποιος πέσει πάνω στήν πέτρα αὐτὴ θὰ συντριβεῖ καὶ σ' ἐκεῖνον ποὺ θὰ πέσει πάνω του, θὰ γίνει σκόνη. Οἱ ἐπίμονοι κι ἐνοχλητικοὶ Ἰουδαῖοι ἔπεσαν πραγματικὰ πάνω στὴν πέτρα αὐτὴν καὶ συντρίφτηκαν, ἔγιναν σκόνη. Σκόνταψαν πάνω της ὅπως πάνω σὲ «λίθο προσκόμματος», ἐνόσῳ ὁ Κύριος Ἰησοῦς ζοῦσε ἀκόμα στὴ γῆ σωματικά. Ἀργότερα, μετὰ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ὁ λίθος αὐτὸς ἔπεσε πάνω τους καὶ τοὺς συντριψε, τοὺς ἔκανε κομμάτια. Λίγο χρόνο ἀργότερα, ἀφότου οἱ κακοὶ γεωργοὶ θανάτωσαν τὸν Υἱὸ τοῦ Οἰκοδεσπότη, ὁ Ρωμαϊκὸς στρατός, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὸν Τίτο, ἐπιτέθηκε στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν ἰσοπέδωσε κι ἔδιωξε ἀπὸ τὴν πόλη τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ σκορπίστηκαν σ' ὅλον τὸν κόσμο. Οἱ Ἰουδαῖοι βασανίστηκαν περισσότερο κι ἔπαθαν χειρότερα ἀπ' ὅσα ἔπαθαν ἄλλοι λαοὶ ποὺ ἁμάρτησαν καὶ πέθαναν στὴν ἁμαρτία τους, ὅπως οἱ Ἀσσύριοι, οἱ Βαβυλώνιοι, οἱ Φοίνικες, οἱ Αἰγύπτιοι κ. α. Οἱ Ἰουδαῖοι ἔπαθαν κάτι παρόμοιο μ' αὐτὸ ποὺ εἶχε πάθει ὁ Κάϊν. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεψε σὲ κανέναν ἄνθρωπο νὰ σκοτώσει τὸν Κάϊν, ἀλλὰ τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημάδι τοῦ δολοφόνου καὶ τὸν ἄφησε νὰ περιπλανιέται στὴ γῆ. Ὁ Κάϊν τιμωρήθηκε ἀμέσως μετὰ τὸ ἔγκλημά του, ἡ τιμωρία τῶν Ἰουδαίων ὅμως ἄργησε. Λιθοβόλησαν καὶ θανάτωσαν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον τοὺς προφῆτες τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖνος ὅμως ἦταν υπὁμονητικός, καθυστεροῦσε τὴν τιμωρία περιμένοντας τὴ μετάνοιά τους. Γι' αὐτὸ τοὺς ἔστελνε ὅλο καὶ περισσότερους προφῆτες. Μόνο ὅταν θανάτωσαν τὸν Σωτῆρα τοὺς παράλαβε ἡ δίκαιη τιμωρία. Μερικὲς φορὲς ὁ Θεὸς στέλνει μιὰ ἄμεση τιμωρία γιὰ τὴν ἀνομία. Ἄλλες φορὲς ἀλλάζει τὴν τιμωρία, ὁπότε οἱ ἄνθρωποι νομίζουν πῶς θὰ γλιτώσουν, πῶς ἡ τιμωρία δὲ θά 'ρθεὶ ποτέ. Ὅταν ἡ Μαριάμ, ἡ ἀδερφὴ τοῦ Μωυσῆ, μίλησε ἐνάντια στὸν ἀδερφὸ τῆς, «ἰδοὺ Μαριὰμ λεπρῶσα ὡσεὶ χιῶν» (Ἀριθ. ιβ' 10). Ὅταν ὁ Δαβὰν κι ὁ Αβειρὼν κατέκριναν τοὺς πρεσβυτέρους, «ηνοίχθη ἡ γῆ καὶ κατέπιεν αὐτούς» (Ἀριθ. ἴστ' 32). Ὁ Ἀνανίας κι ἡ Σαπφείρα πούλησαν τὸ κτῆμα τους καὶ κράτησαν κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀμέσως μετὰ ὅμως ἦρθε ὁ θάνατος (βλ. Πράξ. ἔ' 5). Ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ ἀμέσως κάθε ἁμαρτωλό. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς τῶν κριμάτων καὶ τῶν ἁμαρτημάτων δὲν τιμωροῦνται τὴ στιγμὴ ποὺ διαπράττονται ἀλλ' ἀργότερα. Μερικὲς φορὲς πολὺ ἀργότερα, ἴσως ἀκόμα καὶ μετά το θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἡ τιμωρία τῆς ἁμαρτίας ἔρχεται σ' αὐτὸν τὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὴν πάνσοφη πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ Θεὸς δὲν τιμωροῦσε ποτὲ ἄμεσα μετὰ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας, θὰ μᾶς ἔπιανε ἀπόγνωση στὴν ἀναμονὴ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ Θεὸς δὲ διαφοροποιοῦσε υπὁμονητικά την τιμωρία ἄλλων ἁμαρτωλῶν, πῶς θὰ μαθαίναμε νὰ ὑπομένουμε ἐκείνους ποὺ μᾶς πρόσβαλαν; Καὶ τελικά, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς μερικὲς φορὲς δὲν τιμωρεῖ κάποιους ἁμαρτωλοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, ἐνισχύει τὴν πίστη μας στὴν τελικὴ κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲ θὰ γλιτώσουν οἱ ἁμαρτωλοὶ ποῦ δὲν τοὺς πρόλαβε ἡ τιμωρία στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους. Ἀλίμονο σ' ἐκείνους ποὺ οἱ ἁμαρτίες τους ἔμειναν ἀτιμώρητες ὡς το θάνατό τους! Μὴν τοὺς ζηλεύεις. Ἐκεῖνοι ἔλαβαν ὅ,τι θέλησαν σ' αὐτὴ τὴ ζωή. Ἔτσι στὴ μέλλουσα ζωὴ δὲν ἔχουν τίποτ' ἄλλο νὰ λάβουν, παρὰ νὰ δεχτοῦν τὴν καταδίκη τους. –

Ὅταν ὁ ἀναμάρτητος Κύριός μας ὑπόφερε καὶ βασανίστηκε τόσο πολύ, πῶς ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός, δὲ δεχόμαστε νὰ ὑποφέρουμε; Ὅποιος ἁμαρτάνει πολὺ καὶ δὲν ὑποφέρει μὲ κανένα τρόπο, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι κοινὸ μὲ τὸ Χριστό, οὔτε καὶ θὰ ἔχει θέση μαζί Του στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἄς προσέξουμε, μήπως ἡ ζωή μας ὁλόκληρη περάσει χωρὶς βάσανα καὶ δοκιμασίες, κι ἐμεῖς παραμένουμε ἀμετανόητοι στὶς πολλὲς ἁμαρτίες μας. Ὅταν ὑπομένουμε δοκιμασίες καὶ βάσανα ἂς χαιρόμαστε, πολὺ περισσότερο μάλιστα ὅταν μετανοήσαμε γιὰ τίς ἁμαρτίες μας καὶ βάλαμε τὰ πόδια μας νὰ βαδίσουν στὸ σωστὸ δρόμο.

Ἄς μὴ σκεφτεῖ κι ἂς μὴν πεῖ κανείς: «Ὁ Θεὸς ὑπομένει, ἂς ἀναβάλω τὴ μετάνοιά μου. Ὅταν ὑπόμενε τοὺς Ἰσραηλῖτες τόσο πολύ, θὰ ὑπομείνει καὶ μένα γιὰ λίγα χρόνια».

Ἄς μὴν αὐταπατώμεθα. Ὁ Θεὸς μὲ τὴν πρόνοια Τοῦ μπορεῖ νὰ ὑπομένει καὶ νὰ μᾶς ἀνέχεται γιὰ μερικὰ χρόνια ἀκόμα ἀμετανόητους. Μπορεῖ ὅμως σὲ κάθε στιγμὴ νὰ νιώσεις πάνω σου τὸ βαρὺ χέρι Του. Ἡ ἀναβολὴ τῆς μετάνοιας δυσκολεύει πολὺ τὰ πράγματα, γιατί τότε ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας ριζώνει ὅλο καὶ βαθύτερα μέσα μας, σκοτίζει περισσότερο το νοῦ μας καὶ νεκρώνει τὴν καρδιά μας. Καὶ τότε προχωροῦμε ἀπὸ τίς βαριὲς στὶς πιὸ βαριὲς ἁμαρτίες ὅπως οἱ κακοὶ γεωργοί, ποῦ πρῶτα σκότωσαν τοὺς προφῆτες καὶ τελικὰ ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ θανατώσουν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τί ἄλλο περισσότερο μποροῦμε νὰ περιμένουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τότε, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ περίμενε τοὺς κακοὺς γεωργούς; Ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος ποὺ ἑτοίμαζε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς σωτηρίας μας, θὰ πέσει στὸ κεφάλι μας καὶ θὰ μᾶς συντρίψει. Ὁ Θεὸς εἶναι «πλούσιος ἐν ἐλέει», μὰ εἶναι καὶ δυνατὸς στὴ δικαιοσύνη Του. Ἄς βιαστοῦμε λοιπόν, ας χρησιμοποιήσουμε τὸ ἔλεὸς Τοῦ, ὅσο αὐτὸ μᾶς προσφέρεται.


Ἄς μὴν ἀναβάλουμε τὴ μετάνοιά μας, γιὰ νὰ μὴν ἀποσυρθεῖ τὸ χέρι τοῦ ἐλέους καὶ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ χέρι τῆς δικαιοσύνης. Ἄς μὴν ἀναβάλουμε τὴν προετοιμασία τῶν καρπῶν στὸν ἀμπελῶνα τῆς ψυχῆς μας. Ἄς εἴμαστε ἕτοιμοι, ὥστε ὅταν ἔρθουν οἱ ὑπηρέτες του οἰκοδεσπότη, νὰ τοὺς παραδώσουμε τοὺς καρποὺς ποὺ προετοιμάσαμε καὶ συνάξαμε. Κάθε μέρα ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ θερίζουν ψυχὲς ἀνθρώπων καὶ τίς μεταφέρουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν σὰν σταφύλια ποὺ μαζεύτηκαν ἀπὸ τὸν ἀμπελῶνα. Ἡ σειρά μας εἶναι κοντά, θὰ ἔρθει ὁπωσδήποτε. Ἄς εὐχόμαστε ὥστε ὁ καρπὸς μᾶς νὰ μὴν ἔχει σαπίσει. Εἴθε οἱ ψυχές μας νὰ μὴ βρεθοῦν ἀπροετοίμαστες, ἐλλειπείς.

Φύλακα ἄγγελέ μας! Ξύπνησε τὴ συνείδησή μας, κράτησέ μας καὶ βοήθησέ μας προτοῦ ἔρθει ἡ ἔσχατη ὥρα! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ μας! Σὲ Σένα πρέπει ὕμνος καὶ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Aγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: