Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Karl Rahner - Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Karl Rahner - Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως θ

ΚΑΤΑ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΣΤΑΜΟΥΛΗ, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΟΣ ΑΡΟΥΡΑΙΟΥ.

Συνέχεια από: Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024
Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως θ

Του Karl Rahner

                                                      

Virginitas post partum (παρθενία μετά τη γέννηση)

Η πεποίθηση της Χριστιανοσύνης από τους πρώιμους καιρούς, πως η Αγία Παρθένος και Μητέρα του Θεού, μετά την σύλληψη και γέννηση του Ιησού, δεν διάγει μια με την στενή έννοια του όρου συζυγική ζωή, πρέπει να εξετασθεί ως τελευταίο θέμα.

Αυτή η virginitas post partum αμφισβητείται από κάποιους, ίσως από τον Τερτυλλιανό, και αργότερα, τον 4ο αιώνα από τους Jovinian, Evodius, Bonosus από από την Sartica, και κάποιους άλλους. Οι μεγάλοι Πατέρες, ξεκινώντας από τον Ωριγένη, είχαν όλοι τους τονίσει παραμένουσα παρθενία της Μαρίας. Ακόμα και ο παλαιός Προτεσταντισμός δεν είχε στο σημείο αυτό απομακρυνθεί από την καθολική παράδοση. Ακόμα και στα άρθρα της συμμαχίας της πόλης Schmalkalden, λέγεται για τον Ιησού: «ex Maria pura sancta semperque virgine». Η σημερινή ευαγγελική εξηγητική και θεολογία το απορρίπτει πρακτικά εν συνόλω, και μάλιστα ξεκινώντας από τον Zahn, τον αγωνιστή για μια ορθόδοξη εξηγητική, πέρασε και στην δεξιά πτέρυγα της ευαγγελικής θεολογίας, και μάλιστα με μια αυτονόητη προκατάληψη κατά της αγαμίας εν γένει, που δεν χρειάζεται να κατανοηθεί εξ αρχής αρνητικά, και από την άλλη, κυρίως επειδή παρατίθενται ως τα κείμενα των Συνοπτικών και του Ιωάννη, που μιλούν για τα αδέλφια του Ιησού, και καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η Μαρία είχε και άλλα παιδιά.

Η παράδοση, με την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, απορριπτει υπό τον πάπα Siricius το 392 την επίθεση του Bonosus από τη Sartica εναντίον της virginitas post partum (D 91). Φυσικά, στο αεί-πάρθενος της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου του 553, διδάσκεται και το virginitas post partum, και κατόπιν ισχύουν και άλλα κείμενα: η Σύνοδος του Λατερανού το 649 και του Παύλου IV κατά των Unitarier. Επίσης στη Β’ Σύνοδο του Βατικανού, στο Lumen gentium Nr. 52 και 69, χρησιμοποιείται το «semper Virgo» ως αυτονόητος τίτλος για τη Μαρία.

Η πραγματική δυσκολία, a posteriori, που παρουσιάζει το κείμενο της Καινής Διαθήκης, είναι οι λεγόμενοι αδελφοί και αδελφές του Ιησού. Η νεότερη εργασία ως προς το θέμα αυτό είναι του Josef Blinzler: «»Οι αδελφοί και οι αδελφές του Ιησού». Το αποτέλεσμα αυτής της εκτενούς και ενσυνείδητης μελέτης είναι το εξής:
«Οι λεγόμενοι αδελφοί και αδελφές του Ιησού ήταν ξαδέλφια του Ιησού. Η συγγένεια με τον Ιούδα και τον Σίμωνα προερχόταν από τον πατέρα τους Κλεόπα, που ήταν αδελφός του αγίου Ιωσήφ, και όπως αυτός, απόγονος του Δαβίδ. Το όνομα της μητέρας τους είναι άγνωστο. Η μητέρα των αδελφόθεων Ιακώβου και Ιωσή, ήταν μια Μαρία διαφορετική από την Θεοτόκο. Αυτή ή ο άνδρας της είχε συγγένεια με την οικογένεια του Ιησού, αλλά δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το είδος της οικογενειακής σχέσης. Ορισμένα στοιχεία φαίνεται να υποδεικνύουν, πως ο πατέρας του Ιακώβου (και του Ιωσή) είχε ιερατική ή λευιτική καταγωγή, και ήταν ίσως αδελφός της Μαρίας. Όπως μπορεί να συμπεραθεί από τη σιωπή των Ευαγγελίων για τον Ιωσήφ, από το κατά Λουκάν β’ και πέρα, ο Ιωσήφ πέθανε νωρίς. Μετά το θάνατο του, η Μαρία και το παιδί της θα προσδέθηκαν με το νοικοκυριό του στενότερου συγγενή της. Τα παιδιά αυτής της οικογένειας (αυτών των οικογενειών;) που μεγάλωσαν μαζί με τον Ιησού, χαρακτηρίζονται από τον λαό αδελφοί και αδελφές του, γιατί στα αραμαϊκά δεν υπάρχει άλλη ονομασία γι’ αυτό το είδος συγγένειας. Η πρώτη Εκκλησία παρέλαβε αυτή την ονομασία, και τη διατήρησε και στα ελληνικά, για να τιμήσει τους συγγενείς του Κυρίου, που στο μεταξύ είχαν γίνει προβεβλημένα μέλη της Εκκλησίας. Αλλά και επειδή ήταν ένα ευπρόσδεκτο μέσο, να διακρίνει με σιγουριά τα πρόσωπα αυτά από τους άλλους φορείς των ονομάτων τους, που υπήρχαν στην πρώτη Εκκλησία.»

Το πράγμα είναι πολύπλοκο, αλλά δεν μπορούμε πραγματικά να πούμε, ότι είναι ξεκάθαρο, πως τα Ευαγγέλια ήθελαν να μιλήσουν για «σωματικά αδέλφια του Ιησού», των οποίων η μητέρα ήταν η Μαρία. Δεν είναι τόσο απλό το πράγμα.

Τώρα εμείς πρέπει, εάν λάβουμε υπόψη την θεολογική έγκριση, να πούμε και στο σημείο αυτό, με μια αμφιβολία που παραμένει, πως το γενικό διδακτικό κήρυγμα, είναι τόσο σαφές και σταθερό, ώστε πρέπει να πούμε: αυτό το «semper virgo», αλλά και η virginitas post partum, ανήκει στο περιεχόμενο της πίστεως της Εκκλησίας.

Ακόμα και αν μπορεί να ειπωθεί, ότι από πλευράς της εξηγητικής δεν μπορεί να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα από την Καινή Διαθήκη, ότι ο Ιησούς είχε αδέλφια από την ίδια μητέρα Μαρία, παραμένει όμως το αντίστροφο ερώτημα, εάν γνωρίζουμε θετικά κάτι για την virginitas post partum. Και έτσι έχουμε ένα παρόμοιο πρόβλημα θεολογικού-γνωσιολογικού είδους, όπως το είχαμε στην περίπτωση της παρθενίας της Αγίας Παρθένου.

Ήδη στο ερώτημα περί της εκ παρθένου γεννήσεως παραιτηθήκαμε από τον ισχυρισμό, πως πρόκειται για μια παράδοση, η οποία προέρχεται από μια άμεση δήλωση της Αγίας Παρθένου. Είπαμε πολύ περισσότερο, πως πρόκειται για μια συνέπεια/συμπέρασμα, η οποία προέκυψε από πολύ πιο θεμελιώδη δεδομένα, δια της συνειδήσεως της πίστεως της Εκκλησίας, έστω και αν ήταν πολύ πρώιμες εποχές. Ίσως πρέπει στο σημείο αυτό να πούμε το ίδιο πράγμα, αν κάποιος δεν έχει τη γνώμη, πως ως προς αυτό με το virginitas post partum εννοούμενο δεδομένο είναι πιο εύκολο, σε σύγκριση με την παρθενική σύλληψη του Ιησού, να διαδόθηκε από τη Μαρία μια ιστορική παράδοση, με τον ίδιο τρόπο γνωρίζουμε εύκολα για κάποιον, ότι δεν έχει άλλα παιδιά, παρά μόνο ένα γιο κτλ. Αλλά και αν προϋποθέταμε μια τέτοια παράδοση, παρατηρώντας το θέμα με ακρίβεια, πάλι το θεολογικό πρόβλημα δε θα ήταν λυμένο, έστω και αν ένα τέτοιο εξωτερικό δεδομένο ήταν διαπιστωμένο, και σε αυτό (την έλλειψη παιδιών) αντιστοιχεί μια πραγματική παρθενία, και μπορεί να έχει μια τέτοια σημασία για την πίστη, ώστε όλα να μπορούν να ισχύουν ως αντικείμενο μιας δήλωσης πίστεως. [Αρχιερεύς ΖΑΧΑΡΙΑΣ, Κατά Ματθαίον 23:35!;]

Αν υπό αυτές τις προϋποθέσεις ρωτήσουμε, τι ακριβώς εννοείται με την virginitas post partum, τότε πρέπει κατ’ αρχάς να τονίσουμε αρνητικά, ότι δεν πρόκειται περί μιας υποτίμησης της συζυγίας, μιας θεμελιώδους έλλειψης εμπιστοσύνης προς τη γενετήσια πράξη, ακόμα και αν δεν πρέπει να είναι κανείς τόσο αφελής, όσο είναι σήμερα σε μερικούς θεολογικούς κύκλους, ώστε να παραβλέπει κανείς τον εσωτερικό διχασμό, τον αμφισβητήσιμο χαρακτήρα, το επικίνδυνο, το σκοτεινό σε αυτές τις ανθρώπινες πραγματικότητες, που υπάρχουν στον γάμο, όπως και σε όλη την ανθρώπινη ζωή, και που πρέπει να λυτρωθούν. Από αυτής της απόψεως, ορισμένες παραδοσιακές δηλώσεις στον τομέα αυτό, ακόμα και μέσα τους συνυπάρχει και μια αρνητική στάση ως προς το γενετήσιο, δεν είναι πιο αποξενωμένες από τη ζωή σε σύγκριση με ορισμένες ροζ-κόκκινες, ψευδό-αισιόδοξες θεολογίες που μπορεί να βρει σήμερα ως προς το θέμα αυτό. Πρέπει όμως να επισημάνουμε το εξής: η δήλωση περί virginitas in partu δεν έχει καμιά σχέση με μια τέτοια απόρριψη της γενετήσιας ορμής ή της συζυγίας ή με μια δυσπιστία ως προς αυτές τις πραγματικότητες.

Αν ρωτήσουμε τώρα θετικά: ποιος είναι στην πραγματικότητα ο πυρήνας αυτής της virginitas post partum, τι είναι το θρησκευτικά σημαντικό, τι επιτρέπει να διαβάσουμε την πρόταση αυτή ως δήλωση πίστεως, τότε μπορούμε να πούμε: ο πραγματικός πυρήνας-πράγμα με το οποίο δε λέμε ότι το άλλο δεν ανήκει στη δήλωση αυτή της πίστεως-είναι η πλήρης παράδοση (Übereignetheit, ένας όρος από το «Είναι και Χρόνος») της Μαρίας στην υπηρεσία του Χριστού για την ιστορία της σωτηρίας. Ολόκληρη η Μαριολογία είναι μια εφαρμογή της τελευταίας θεμελιώδους χριστιανικής σύλληψης, πως λόγω της ανθρώπινης δι-επικοινωνίας, που φτάνει μέχρι τη σωτηρία του ατόμου (καθενός ξεχωριστά), υπάρχει κάτι σαν μια προσωπική μεσολάβηση σωτηρίας, μια υπηρεσία στην ιστορία της σωτηρίας, που ένας άνθρωπος προσφέρει στον άλλο. Αυτή η υπηρεσία στην ιστορία της σωτηρίας, που αντιστοιχεί σε κάθε δικαιωμένο, έχει φυσικά, αναλόγως της θέσης που ο κάθε μεμονωμένος άνθρωπος προσλαμβάνει στην ιστορία, διαφορετικό μέγεθος, μια διαφορετική σημασία, ακόμα και μια εντελώς διαφορετική αποκαλυπτικότητα, μια προσληψιμότητα για μας. Κάθε τι που είναι ιστορία της σωτηρίας, δεν είναι ήδη επίσημη, επεξεργασμένη, μέσα στην ομολογία της Εκκλησίας εισερχόμενη ιστορία της σωτηρίας. Την ομολογία αυτή όμως αναλαμβάνει η Μαρία ως εκείνη, που φυσικά φερόμενη από την χάρη του Θεού, μια μη εξαναγκαζόμενη, χωρίς ενοχές, προσλαμβάνουσα χάρη του Θεού, στέκεται στο κεντρικό σημείο, όπου η ανθρωπότητα προσλαμβάνει σωματικά-όχι ιδεολογικά-την σωτηρία του Θεού, που είναι ο Θεάνθρωπος. Περί αυτού δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αμφιβολία για την καθολική Μαριολογία. Το τι εννοείται λοιπόν με την virginitas, αλλά και με τη virginitas post partum, δε σημαίνει στον πυρήνα του οτιδήποτε άλλο, παρά το ότι η Μαρία έχει προσληφθεί στην υπηρεσία αυτή της ιστορίας της σωτηρίας, πλήρως και αποκλειστικώς. Βρίσκεται υπό τον Κύριο, και τίποτε άλλο. Και ακριβώς επειδή θέτει τον εαυτό της εξολοκλήρου σε μια τέτοια υπηρεσία εν πίστει-όπως λέει και το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο-είναι αυτό που πρέπει να είναι, γιατί κατά βάση δεν υπάρχει κανένα αληθινό πλήρως ανθρώπινο «να-έρθει-στον-εαυτό-του», παρά μόνο αν διατεθεί κανείς εξολοκλήρου σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο, και μέσα σε αυτή την υπηρεσία ανθίσει. Αυτό μπορεί να είναι φυσικά και η αγάπη για κάποιον άλλο. Αλλά αυτή η λειτουργία μέσα στην ιστορία της σωτηρίας ανήκει στη Μαρία. Την αναλαμβάνει εξολοκλήρου. Κατά κάποιο τρόπο δεν έχει καμιά ύπαρξη εκτός των ορίων αυτής της λειτουργίας-και αυτός είναι ταυτόχρονα ο πυρήνας, ο θρησκευτικά κατανοούμενος πυρήνας, που εκφράζεται και στο virginitas post partum.

                                                     Τέλος 

 ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΜΕΙΩΤΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ, ΤΗΝ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ, ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΕΧΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ. 

"Όπως ισχυρίζεται ο ίδιος το 1935, του εμφανίστηκε ο «Ιησούς Χριστός» και τον παρακάλεσε να συνεχίσει το έργο που Εκείνος είχε ξεκινήσει πριν από 2000 χρόνια. Ο «Ιησούς» του ζήτησε να ολοκληρώσει το έργο της εγκαθίδρυσης της Βασιλείας των Ουρανών στη Γη και της παγκόσμιας ειρήνης. Ο Moon τότε κατάλαβε ότι ο Χριστός απέτυχε να ολοκληρώσει την αποστολή του και την άφησε στη μέση για να την τελειώσει ο ίδιος…

Σύμφωνα επίσης με την διδασκαλία του Μουν, ο Χριστός δεν «κατανόησε την αληθινή αποστολή του», να ασκήσει τη λειτουργία του Αδάμ και να παλινορθώσει την Εύα πού έπεσε, δηλαδή να παντρευτεί, δημιουργώντας έτσι το τέλειο ζεύγος, και με τη γέννηση παιδιών την τέλεια οικογένεια σαν αφετηρία τού παραδείσου."

ΝΑ ΚΑΙ Ο ΦΟΝ ΜΠΡΑΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως η

ΚΑΤΑ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ, ΣΤΑΜΟΥΛΗ.......

Συνέχεια από: Σάββατο 31 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως η

Του Karl Rahner

                                                        

Virginitas in partu (παρθενία κατά τη γέννηση)

Μέχρι τώρα ασχοληθήκαμε [ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΟΥ, ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΒΟΥΤΑΓΕΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΝΑ ΣΕ ΦΑΝΕ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ] μόνο με τη virginitas in conceptione (παρθενία κατά τη σύλληψη) ή ante partum (πριν τη γέννηση), όπως το αποκαλούν συνήθως οι θεολόγοι. Το επόμενο ερώτημα είναι: τι εννοεί η παραδοσιακή δήλωση της Εκκλησίας του 2ου αιώνα, όταν λέει, πως και η γέννηση του Ιησού είχε μια ιδιαιτερότητα, την οποία ονομάζει-από την σκοπιά της Μαρίας-παρθενία της αγίας Παρθένου μέσα στη γέννηση;

Μπορούμε, με τη βοήθεια της «Δογματικής» του Ott, και πρακτικά με όλους τους θεολόγους, να χαρακτηρίσουμε τη διδασκαλία περί virginitas in partu ως μια διδασκαλία de fide, μέσω μιας γενικής, αν και μη καθορισμένης από μια Σύνοδο, διδασκαλίας. Οπωσδήποτε και λόγω του γενικά χρησιμοποιούμενου τίτλου στη Λειτουργία και στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 533, aei parthenos, semper virgo, ο οποίος χρησιμοποιείται στην παράδοση, μπορεί να αποδειχθεί, με αυτήν ακριβώς την έννοια. Η θεολογική όμως έγκριση/νομιμοποίηση της διδασκαλίας περί virginitas in partu, έχει μια, νηφάλια κοιτώντας, δυσκολία επειδή το περιεχόμενο μιας με τέτοιο τρόπο νομιμοποιημένης πρότασης δεν μπορεί να προσδιοριστεί εύκολα. Δεν μπορούμε να το κάνουμε έτσι όπως φαίνεται να υπονοείται στον M. Schmaus: Πρέπει να πιστεύει κανείς στην virginitas in partu, γιατί είναι μια πρόταση πίστεως της επίσημης διδασκαλίας ή τουλάχιστο του κηρύγματος της, αλλά τι εννοείται με αυτήν, δεν το γνωρίζουμε. Μια πρόταση, με αναφορά στην οποία δεν μπορεί να σκεφτεί κανείς κάποιο νόημα, δεν έχει νόημα, και η έγκριση μιας πρότασης χωρίς περιεχόμενο επίσης δεν έχει νόημα. Όταν λέγεται λοιπόν ότι η πρόταση virginitas in partu είναι de fide, τότε πρέπει να ειπωθεί, έστω και με ορισμένες επιφυλάξεις, τι εννοείται με το virginitas in partu.

Αναφερόμενοι στην επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, πρέπει να πούμε, πως η virginitas in partu ανακοινώθηκε σε μια Σύνοδο στο Μιλάνο το 390 από τον Αμβρόσιο, εναντίον του μοναχού Jovinian (είχε πει: virgo concepit, sed non virgo generavit, παρθένος συνέλαβε, αλλά παρθένος δεν γέννησε), που φυσικά δεν σημαίνει, ότι εκεί διδάχθηκε για πρώτη φορά από την Εκκλησία. Η διδασκαλία αυτή περικλείεται στο aei parthenos, το semper virgo, της Λειτουργίας και στη διδασκαλία της ε’ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 553. Αυτή η virginitas in partu διδάσκεται με σαφήνεια στην γνωστή Epistula dogmatica «Ad Flavium» του Λέοντα του Μεγάλου, η οποία-αν και όχι ειδικά ως προς το σημείο αυτό-εγκρίθηκε από τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Η ίδια διδασκαλία εμφανίζεται και στη Σύνοδο του Λατερανού το 649 (D256) και επαναλαμβάνεται κατά τη Μεταρρύθμιση εναντίον των Unitarier στη ήδη αναφερθείσα δήλωση του Παύλου του IV. (D 993). Το «semper virgo» (Αειπάρθενος), που στην πρόθεση εκείνων που έδωσαν αυτόν τον τίτλο, αναφέρεται και στην virginitas in partu, συναντάται και στις δηλώσεις της Β’ Συνόδου του Βατικανού, χωρίς να αναφέρεται με μεγαλύτερη ακρίβεια στα πράγματα αυτά.

Όταν ρωτάμε, τι κατανοούσε η παράδοση όταν έλεγε virginitas in partu, παλιότερα και στην αρχαιότητα, πρέπει να παραδεχθούμε ότι λαμβάνουμε διάφορες προτάσεις, που υπό ορισμένες συνθήκες ταιριάζουν μεταξύ τους, αλλά όχι αναγκαίως, και αναλόγως του πατέρα της Εκκλησίας που το εκφράζει, ο τόνος πέφτει σε διαφορετικά πράγματα. Σε ένα υπαινιγμό στην Γένεσι 3, όπου λέει για την Εύα, τη γυναίκα, θα πρέπει να γεννά τα παιδιά της με πόνο λόγω της πτώσεως, σε ένα υπαινιγμό που στους πατέρες έρχεται αργότερα, η virginitas in partu συλλαμβάνεται ως ανώδυνη γέννα. Στην έννοια αυτή συμπεριλαμβάνεται και η ακεραιότητα του γυναικείου υμένα κατά την πράξη της γέννησης. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε, πως η διδασκαλία αυτή περί virginitas in partu, που ο Τερτυλλιανός-από μια επαινετή τάση κατά του Δοκητισμού-απέρριψε, βρίσκεται κατ’ αρχάς σε γραπτά εμπνευσμένα από τον Γνωστικισμό.[ΤΟΝ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΖΑΧΑΡΙΑ;] Όπως στις παλαιότερες των μαρτυριών: στις Ωδές του Σολομώντος, στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, στην Ανάληψη του Ησαΐα. Τέτοια λαϊκά-θεολογικά γραπτά, δηλαδή γραπτά που δεν είναι προϊόν σκέψης, συστηματικού θεολογικού είδους, αλλά εποικοδομητικά γραπτά, είναι φυσικά ο τόπος όπου εμφανίζονται οι νέες θεολογικές σκέψεις. Αυτό δεν είναι θαυμαστό. Παρόμοια πράγματα θα βρούμε και για τη διδασκαλία περί της Συλλήψεως της Αγίας Παρθένου. Η σκέψη αυτή (Reflexion) περί του τρόπου της γέννησης του Ιησού από τη Μαρία, που συγκεκριμενοποιείται σε αυτή την πρόταση περί virginitas in partu, εμφανίζεται κατ’ αρχάς σε τέτοια περίεργα/σκοτεινά γραπτά. Η διδασκαλία αυτή όμως βρίσκεται κατόπιν και στους ορθόδοξους και σημαντικούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς και Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Κλήμης Αλεξανδρείας και ο Ωριγένης, και αργότερα σε όλους τους μεγάλους και μικρούς θεολόγους: Αμβρόσιος, Ιερώνυμος, Αυγουστίνος κτλ.

Τώρα φυσικά πρέπει να παραδεχθούμε, πως η αντίληψη περί της ακεραιότητας του υμένα δύσκολα μπορεί να εξισωθεί με την πρόταση, πως η Μαρία γέννησε πράγματι ενεργητικά, πράγμα που λέει η Γραφή. Αν θεωρεί κανείς την έξοδο του παιδιού Ιησούς από τον κόλπο της μητέρας με δοκητιστικές αντιλήψεις, με το τρόπο δηλαδή που ο μεταμορφωμένος βγήκε από τον τάφο ή περνά κλειστές πόρτες, τότε πρέπει να πούμε: η Μαρία συνέλαβε και κύησε το παιδί, αλλά δεν το γέννησε. Αυτό οδήγησε στην εποχή των Karolinger σε μια διαμάχη μεταξύ του Paschasius Radbertus και Rathramus, που στοχάζονταν αυτά τα πράγματα. Οι παλαιότεροι θεολόγοι (Suarez για παράδειγμα), που δεν ήταν πολύ διακριτικοί ως προς το σημείο αυτό, έκαναν σκέψεις, εάν κατά την γέννηση του Ιησού υπήρχε και ένας πλακούντας, και εάν αυτό ήταν ταιριαστό για την αξιοπρέπεια της διαδικασίας. Βλέπουμε λοιπόν, πως προτάσεις όπως virginitas in partu μπορεί να έχουν τις συνέπειες τους, μόλις αρχίσει κανείς να προσπαθεί να καθορίσει τι ακριβώς εννοεί η πρόταση virginitas in partu.

Από επιστημονικής/αντικειμενικής (sachlich) απόψεως, μπορούμε να πούμε για τη virginitas in partu:

Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να απορρίψουμε ή να γελοιοποιήσουμε αυτή την καθολική (γενική) διδασκαλία της Εκκλησίας. Είναι βέβαια αυτονόητο, πως και εδώ ισχύει η ιεραρχία των αληθειών, που επιτρέπει μια διαφοροποιημένη υποκειμενική σχέση προς μια τέτοια αλήθεια.

Δεν μπορεί να αναφέρεται το περιεχόμενο της virginitas in partu, όπως κάνει ο Mitterer και όπως μου φαίνεται και ο Ott, σε μια «φυλετικά ενεργή παρθενία» και μια «σπερματικά ενεργή παρθενία», γιατί αυτό είναι-σε απλά γερμανικά-αυτό που η virginitas ante partum, η εν παρθενία σύλληψη δια της Μαρίας, περιέχει. Αν εμείς τώρα μειώσουμε την virginitas in partu μόνο σε αυτό, τότε έχουμε ουσιαστικά απορρίψει τη διδασκαλία αυτή, αν και με πολύ ευγενείς λέξεις. Η ιδέα αυτή στον Mitterer προέρχεται από μια φιλοσοφική-βιολογική-«απριοριστική» σύλληψη της έννοιας «παρθένος», που δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε σε τέτοια πράγματα της παραδόσεως. Αυτό που πρέπει να κάνουμε, είναι απλώς να ρωτήσουμε, τι ήθελε η παράδοση να πει με αυτή την λέξη. Είναι αδιάφορο εν τέλει, αν για αυτό που ήθελε να πει, η έννοια παρθενία είναι πολύ κατάλληλη ή όχι. Μπορεί φυσικά να πει κανείς: μια γέννα-θαυμαστή ή φυσική-δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που είναι μια παρθένος, και για το λόγο αυτό, αυτό που εννοείται εδώ, εκφράζεται πολύ ανεπαρκώς με μια τέτοια έννοια.

Αρκεί για τη διδασκαλία, αν σημειώσουμε ως προς το περιεχόμενο της, πως όπως η σύλληψη, έτσι και η γέννηση του Ιησού (παθητικά) δια της Μαρίας (ενεργητικά) αντιστοιχεί σε αυτόν που γεννάται. Έτσι, η γέννηση αυτή είναι διαφορετική από τη δική μας, χωρίς να πρέπει να υποθέσουμε κάποια άλλη φυσιολογική ερμηνεία, όπως για παράδειγμα την έλλειψη των οδυνών και την ακεραιότητα του υμένα.

Όσον αφορά την έλλειψη πόνου κατά τη γέννα, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε, ότι η έννοια πόνος, είναι και από καθαρά ιατρικής-βιολογικής-ψυχολογικής απόψεως μια δύσκολη έννοια, για την οποία είναι δύσκολο να πούμε τι ανήκει σε αυτήν και τι όχι. Αν και εφόσον ξεκινούμε από τη διδασκαλία περί immunitas a concupiscentia στη Μαρία, περί της ελευθερίας (έλλειψης) της σαρκικής επιθυμίας (Konkupiszenz), τότε μπορούμε φυσικά να πούμε, πως η μη δυνατότητα μια απόλυτης ένταξης όλων των εσωτερικών διαδικασιών στην πράξη της ελευθερίας στον Θεό (η ουσία της επιθυμίας!) δεν ήταν δεδομένη στη Μαρία, και επομένως όλα όσα έζησε, βρίσκονταν από την αρχή κάτω από το σημάδι μιας απόλυτης υποταγής στο Θεό. Είναι στην περίπτωση αυτή ο «πόνος» ακόμα πόνος, με την έννοια, με την οποία βιώνουμε εμείς τον πόνο; Πρέπει όμως ταυτόχρονα να πούμε, πως Αυτή, όπως ακριβώς και ο Ιησούς, ήταν «passibilis», ικανή προς πόνο, δηλαδή υπόκειται στο βάσανο, τον θάνατο και επομένως και στον πόνο. Δεν υπάρχει λόγος να της αρνηθούμε πιο εύκολα ότι είχε τέτοιες εμπειρίες, παρά ας πούμε ότι θήλασε το παιδί της. Πρέπει λοιπόν από την αρχή να της αρνηθούμε ότι είχε πόνους κατά τη γέννα; (Όταν τίθεται έτσι η ερώτηση, δεν πρέπει να ξεχνιέται, πως υπάρχει μια σχεδόν ανώδυνη γέννα ως φυσικό φαινόμενο). Από την άλλη μπορούμε να πούμε: κάποιος που λόγω ελευθερίας από την σαρκική επιθυμία μπορεί να εντάξει όλο του το είναι στην υπηρεσία του Θεού, υποφέρει από μια άλλη σκοπιά ίσως πολύ πιο έντονα τον πόνο, αλλά με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο από εμάς, καθώς εμείς δεν μπορούμε να διεκπεραιώσουμε αυτή την ριζική ένταξη ( όχι με ένα παραδεισιακό τρόπο, αλλά με ένα εν τη πτώση, εμπαθή τρόπο). Στη συνάφεια αυτή δεν επιτρέπεται με κανένα τρόπο να κάνουμε δοκητισμό, και να παραβλέψουμε την πραγματική υποταγή στον νόμο του θανάτου, του πόνου, της φθοράς, της πολλαπλότητας, των αντιφατικών εμπειριών της πραγματικότητας του κόσμου, που ισχύουν και για τη Μαρία.[ΕΚΟΥΣΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ. ΤΑ ΠΕΡΙ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ]

Όπως είπαμε εν γένει για την εκ παρθένου γέννηση, ότι δεν μπορούμε και δεν πρέπει να λογαριάζουμε με μια ιστορικά παραδεδομένη είδηση εκ μέρους της Μαρίας, αλλά έχουμε να κάνουμε με μια conclusio theologica, έτσι και εδώ. Αυτό όμως σημαίνει, πως και εδώ, (όπου το περιεχόμενο της πρότασης είναι πολύ ασαφές και από πλευράς της παραδοσιακής κατανόησης) έχουμε το δικαίωμα, να εκλάβουμε ως περιεχόμενο αυτής της δήλωσης, αυτό που προκύπτει για εμάς τους ίδιους από μια τέτοια διαδικασία συμπεράσματος. Αν εδώ γεννιέται ο Θεάνθρωπος από μια μητέρα, που παρά την υποταγή της στις ιστορικές συνθήκες ενός ανθρώπου, εν τέλει ήταν αληθώς αναμάρτητη και χωρίς σαρκική επιθυμία, τότε φυσικά και μια τέτοια γέννηση, που πρέπει να γίνει αντιληπτή ως διαδικασία πλήρως ανθρώπινη, διαφορετικά από άλλες, αλλά αληθινά ανθρώπινη. Γιατί το πιο άγιο, το πιο ενταγμένο, το πιο πλήρως ανθρώπινο, δεν είναι το λιγότερο ανθρώπινο, αλλά το πραγματικά ανθρώπινο.[ΤΟ ΟΛΟΝ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ] Στον ίδιο ελάχιστο βαθμό, που το «ομοούσιος ημίν» στον Ιησού Χριστό θα βάθυνε και θα ριζοσπατικοποιούσε την ριζοσπαστική πεποίθηση, πως είχε προσλάβει πραγματικά εμάς, τη ζωή μας και τη μοίρα μας, την σχέση μας προς το Θεό, το σκοτάδι αυτού του κόσμου, με το να πούμε πως ο Ιησούς ήταν ένας αμαρτωλός άνθρωπος, γιατί αυτό δε θα μας έφερνε πιο κοντά προς Αυτόν (το αντίθετο), και γιατί αυτό δε θα Τον καθιστούσε πιο ριζοσπαστικό άνθρωπο, αλλά λιγότερο άνθρωπο,[ΘΕΩΜΕΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ] το ίδιο ισχύει και για κάθε τονισμό της διαφορετικότητας της σύλληψης και της γέννησης της Αγίας Παρθένου κάτι, που κατά κάποιο αναγκαίο τρόπο θα μας αποξένωνε από αυτήν με ένα θαυμαστό τρόπο. Τότε μπορούμε να πούμε: δεν γνωρίζουμε τίποτα για τις συγκεκριμένες φυσιολογικές διαδικασίες κατά τη γέννηση του Ιησού δια της Μαρίας μέσα στην Μαρία, για τον λόγο αυτό όμως δεν λέμε, ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη γέννηση αυτή, αλλά λέμε: η γέννηση αυτή ήταν μια πραγματικά ανθρώπινη γέννηση, και όμως τέτοια που να αντιστοιχεί σε αυτό το μοναδικό γεγονός. Και αυτό είναι που εννοεί η πρόταση virginitas in partu. Μέσα στην «ιεραρχία των αληθειών» (αντικειμενικά και υπαρξιακά) δεν απαγορεύεται σε κανένα, να πει στον εαυτό του, πως μια τέτοια απομακρυσμένη συνέπεια, που προκύπτει από τα θεμελιώδη δεδομένα της χριστιανικής του πίστης, έχει λίγα κοινά με προσωπική του χριστιανική υπαρξιακή διεκπεραίωση. Δεν πρέπει όμως να αρνείται αυτό που οι παλαιότερες γενεές Χριστιανών, που είχαν το δικαίωμα να κοιτάξουν προς άλλες κατευθύνσεις, είδαν μέσα σε αυτό.
 

Συνεχίζεται με Virginitas post partum

RUN RAHNER RUN. Forest Gump ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. ΜΟΛΙΣ ΑΡΧΙΣΕΙΣ ΝΑ ΚΑΙΓΕΣΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΖΕΙΣ, ΕΦΤΑΣΕΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΣΟΥ.

ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΚΑΘΑΡΙΣΕ Ο π. ΖΑΧΑΡΙΑΣ. 

Σάββατο 31 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως ζ

Συνέχεια από: Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως ζ

Του Karl Rahner

                                                        

Συμπεράσματα που αφορούν στην παιδαγωγική της πίστεως

Υπάρχουν «ιεραρχίες των αληθειών της πίστεως» που διαφοροποιούνται ως προς το θέμα, την εποχή και ατομικά μεταξύ τους. Περί αυτής της ιεραρχίας μίλησε η  2η Βατικάνεια Σύνοδος στην περί οικουμενισμού δήλωση (Oekumenismusdekret), στο Άρθρο 11. Αν σκεφτεί κανείς, πως το γίγνεσθαι του Ιησού λαμβάνει την σημασία του από το Πάσχα, από το τέλος Του δηλαδή, και γίνεται κατόπιν αντικείμενο της πίστεως, αν προσέξουμε επιπλέον, πως σήμερα, οι εποχικά τελευταίες ερωτήσεις περί Θεού και Ιησού ως του απόλυτου Σωτήρα, δεν είναι πλέον αυτονόητες προϋποθέσεις, αλλά αμεσότατο αντικείμενο ριζικής αμφισβήτησης και περί πίστεως απόφανσης, και μάλιστα σε γενικό, συλλογικό και ατομικό επίπεδο, τότε είναι σαφές, πως η εκ παρθένου γέννηση λαμβάνει μια δευτερεύουσα θέση στην Hierarchia veritatum. Αυτό σημαίνει επίσης, πως κατά την διεκπεραίωση της πίστεως, πρέπει να ξεκινήσει κανείς από εκεί που έρχεται αυτή η δήλωση περί της εκ παρθένου γεννήσεως, για να μπορέσει να την προσεγγίσει σωστά και στον πυρήνα της, που είναι αποφασιστικής σημασίας γι’ αυτήν. Το πόσο μακριά προχωρά ο καθένας μέσα στην ατομική εμπειρία πίστεως και την ευσέβεια, πάνω σε αυτή την οδό, είναι ένα ατομικό ερώτημα, που δεν μπορεί να απαντηθεί γενικά. Μια ίσως εμφανιζόμενη ένταση μεταξύ της συλλογικής συνείδησης πίστεως της Εκκλησίας ως όλου και της ευσέβειας της, από τη μια, και της ευσέβειας του ατόμου από την άλλη, δεν είναι κάτι που θα εμφανιζόταν ακριβώς εδώ, ούτε κάτι το οποίο δε θα ήταν επιτρεπτό να το ανεχθούμε. Μια τέτοια νόμιμη ένταση μεταξύ των δυο μεγεθών δε σημαίνει βέβαια, πως το άτομο έχει το δικαίωμα να αρνείται θετικά τη συνείδηση πίστεως ολόκληρης της Εκκλησίας. Αυτό δε θα ήταν πια μια ένταση, μια νόμιμη διαφορά, αλλά θα σήμαινε, πως κάποιος τοποθετείται εκτός της πίστεως της μιας Εκκλησίας, η οποία κανονίζει και φέρει πάντα την ατομική πίστη.

Πρέπει να το σκεφτεί κανείς παραπέρα, ότι για τον άνθρωπο, που έχει την αλήθεια πάντα μέσα στην ιστορία και την αναπαράσταση, δεν είναι ουσιαστικά ποτέ δυνατή η διάκριση μεταξύ του εννοούμενου περιεχομένου και του μοντέλου αναπαράστασης. Αν το έβλεπε κανείς ξεκάθαρα αυτό, θα μπορούσε από εκεί να προέλθει, όχι μια πραγματική λύση, αλλά τουλάχιστο ένας κάποιος καθησυχασμός για το περί της εκ παρθένου γεννήσεως ερώτημα.

Ένα τελευταίο περιεχόμενο μέσα στον πυρήνα αυτής της δήλωσης είναι οπωσδήποτε δεδομένη σε αυτόν που πιστεύει πραγματικά στον Ιησού Χριστό, που στην ενότητα του προσώπου Του είναι Θεός και άνθρωπος.

Μια τελειωτική, απόλυτα σαφής οριοθέτηση μεταξύ περιεχομένου και σχήματος αναπαράστασης είναι οπωσδήποτε άφθαστη, καθώς και μια βιολογική εκ παρθένου γέννηση μπορεί να την στοχαστεί κανείς πολλαχώς, θέμα στο οποίο δεν μπορούμε να αναφερθούμε στο σημείο αυτό. Αυτό που βρίσκεται μεταξύ των δυο αυτών συνόρων, του απόλυτου πυρήνα της δήλωσης και μιας ακριβούς αναπαράστασης (φαντασίας) της βιολογικής εκ παρθένου γέννησης, παραμένει ίσως μη διακριτό ως προς το περιεχόμενο και το μοντέλο θεώρησης, όμως αυτό δεν είναι κάποια ιδιαίτερη κατάσταση της πίστης και της σκέψης, αλλά κανονική, ιδίως για το άτομο καθ’ εαυτώ. Μπορεί κανείς, και χωρίς μια απόλυτη οριοθέτηση, να διακρίνει μεταξύ αυτού που είναι ο αναστημένος καθ’ εαυτώ, και αυτού που είναι ο αναστημένος όπως τον φαντάζεται, ώστε να φτάσει στον αληθινό πυρήνα αυτής της δήλωσης της πίστεως. Αυτό προκύπτει από την ουσία της ανθρώπινης γνώσης και διαπερνά όλες τις δηλώσεις, έστω και αν στις περισσότερες περιπτώσεις δεν το αντιλαμβανόμαστε και δεν στοχαζόμαστε πάνω σε αυτό, και για τον λόγο αυτό, πρόκειται για κάτι που δεν αποτελεί ένα σπάνιο και μόνο στο σημείο αυτό εμφανιζόμενο πράγμα. Αν το δούμε όμως, δίδεται πάλι ένας ορίζοντας κατανόησης, που μπορεί να αμβλύνει κάπως αυτή την ερώτηση.

Συνεχίζεται 

ΑΚΟΥΜΕ ΣΥΧΝΑ ΟΤΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΑΠΟΚΤΗΣΑΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΣΗ. ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ Η ΔΥΣΗ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ Ή ΉΤΑΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥΣ; ΣΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ΠΟΙΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕ;

ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΔΥΣΗ ΑΠΟ ΜΑΣ. ΑΛΛΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΤΟ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΕΜΕΙΣ!!! 

ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΟΥ. ΨΥΧΗ ΓΕΝΝΗΤΗ ΑΓΕΝΝΗΤΟΣ ΝΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙΝ ΑΥΤΗΣ

ΟΠΩΣ ΘΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΓΚΑΝΤΑΜΕΡ.

Ο Νους είναι γνώση, αλλά μια γνώση που δίνει καρπούς, η ίδια η συνθήκη της γνώσεως. Γι’ αυτό ο νους πρέπει να είναι και λόγος, δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτόν, δεν υπάρχει ο νους χωρίς τον λόγο και αντιστρόφως, και πράγματι εξαρτάται από τον νου ότι στην συζήτηση οι λέξεις δεν είναι απλοί ήχοι, αλλά σημαίνουν κάτι.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως στ

 Συνέχεια από:Tετάρτη 28 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως στ

Του Karl Rahner

                                                           

Περαιτέρω θεολογικές σκέψεις

Με την προϋπόθεση της προκαταρκτικής επισήμανσης, την οποία σημειώσαμε στο πρώτο κεφάλαιο για την Αγία Γραφή, πως η είδηση αυτή περί της εκ παρθένου γεννήσεως δεν προέρχεται από την Μαρία, είναι το θεολογικώς αποφασιστικό ερώτημα: πρέπει η επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, υπό την μεθοδολογική θεώρηση (όχι βασική και τελειωτική!), να θεωρεί την εκ παρθένου γέννηση:

Α) είτε ως χρονικά εξαρτώμενη διασαφήνιση αυτής της βεβαίως δεδομένης διαφορετικότητας (Andersartigkeit) ως ένα απλό μοντέλο κατανόησης, που εξαρτάται από την ιστορία, για αυτό που θεωρείται ότι παραμένει, δηλαδή η διαφορετικότητα του γίγνεσθαι του Ιησού μέσα από την νέα, πηγαία, που θέτει μια νέα αρχή, πρωτοβουλία του Θεού για τη σωτηρία, ή

Β) είναι η εκ παρθένου γεννηση, μια με την στενή βιολογική έννοια συνέπεια που προκύπτει από αυτή τη διαφορετικότητα, που καθίσταται η ίδια το περιεχόμενο ολόκληρης, πλήρους δήλωσης περί της διαφορετικότητας. Σε αυτό το δεύτερο μέρος της εναλλακτικής, μπορεί φυσικά να τεθεί ένα διπλό υποερώτημα, εάν αυτή η συνέπεια μπορεί να προκύψει από μόνη την συνείδηση περί πίστεως της όλης Εκκλησίας (όπως ισχύει για τα άλλα δόγματα) ή και από την θεολογική σκέψη του καθενός ξεχωριστά , που καταλαβαίνει επαρκώς για τον εαυτό του, και εάν

Γ) η απόφαση μεταξύ των απαντήσεων στις ερωτήσεις Α) και Β) μπορεί μείνει ανοικτή, εάν δηλαδή είναι δυνατή η παράλειψη μιας οριοθέτησης μεταξύ περιεχομένου και μοντέλου αναπαράστασης.

Αυτές οι τρεις δυνατότητες, δεν είναι τρεις δυνατότητες μεταξύ των οποίων ο καθολικός Χριστιανός και θεολόγος μπορεί να επιλέξει όπως θέλει. Αυτές οι τρεις ερωτήσεις όμως πρέπει να τεθούν θεολογικά, εάν προς στιγμή αφήσουμε μεθοδολογικά κατά μέρος την διδασκαλία της Εκκλησίας. Αν θέλει να τοποθετηθεί κανείς ως προς τα τρία αυτά ερωτήματα, τότε πρέπει να ειπωθούν τα εξής:

Μετά από αυτά που ειπώθηκαν για την εκκλησιαστική διδασκαλία, η απάντηση δεν μπορεί φυσικά να υποστηρίζει την πρώτη εναλλακτική, δηλαδή, ως καθολικοί Χριστιανοί και θεολόγοι, δεν έχουμε το δικαίωμα, να ισχυριζόμαστε θετικά και με κάποια βεβαιότητα, πως η εκ παρθένου γέννηση είναι από βιολογικής απόψεως απλώς μια χρονικά καθορισμένη εξήγηση, ένα απλό μοντέλο κατανόησης, που εξαρτάται από τον χρόνο, ιστορικής φύσεως, γι’ αυτό που εννοείται: δηλαδή ο Ιησούς Χριστός είναι η νέα αρχή της ιστορίας, που ως δεύτερος Αδάμ, ως πράξη πρωτοβουλίας του Θεού, θέτει την νέα αρχή της ιστορίας της σωτηρίας. Δεν μπορούμε φυσικά να απαντήσουμε έτσι.

Από την άλλη, θα μας επιτρέπεται νομίζω να πούμε, πως η εναλλακτική Γ), πως μπορούμε μέχρι ενός βαθμού να αφήσουμε ανοικτό το τι αποτελεί, ως μια δυνατότητα στη δήλωση αυτή για την ατομική συνείδηση πίστεως, ένα μοντέλο δήλωσης ή κατανόησης και τι είναι το περιεχόμενο της δήλωσης, καθώς για την εκκλησιαστική διδασκαλία ορισμένα ερωτήματα φαίνεται πως δεν έχουν απαντηθεί με σιγουριά. Πρέπει να υπενθυμίσουμε, πως κατά την διερεύνηση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, ειπώθηκε πως η εκκλησιαστική διδασκαλία λέει χωρίς αμφιβολία «natus ex Maria Virgine», και πως η συνείδηση της πίστεως της Εκκλησίας και της θεολογίας είχαν κατανοήσει τη δήλωση αυτή δια μέσου δυο χιλιάδων ετών με αυτή την συγκεκριμένη (και όχι μόνο!) βιολογική έννοια. Παραμένει όμως αμφίβολο, μήπως αυτή η από πλευράς της επίσημης διδασκαλίας της Εκκλησίας κατανόηση της πίστεως περί της εκ παρθένου γεννήσεως, απλώς παραπέμπει στον Ματθαίο και τον Λουκά, και με τον τρόπο αυτό αναθέτει την ακριβέστερη σημασία της δήλωσης αυτής στα Ευαγγέλια. Αν εμείς όμως τότε-διατηρώντας κάθε τυπική αυθεντία της εκκλησιαστικής διδασκαλίας-παραπέμπουμε έτσι στον Ματθαίο και τον Λουκά, τότε από καθαρά εξηγητικής απόψεως η ερώτηση αυτή ίσως να μην μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα, εάν και σε ποιο βαθμό αυτή η εκ παρθένου γέννηση στον Ματθαίο και τον Λουκά έχει απλώς μια ορμή (Moment) ενός σκέτου μοντέλου κατανόησης κατά νου, όπως είπαμε προηγουμένως. Δεν μπορεί επομένως να αποκλειστεί μια κάποια ανοικτοσύνη μιας ερώτησης για την ατομική συνείδηση πίστεως του καθενός. Θα ήταν πάντως θεολογική προχειρότητα αν το δήλωνε κανείς θετικά: είναι βέβαιο, πως η εκ παρθένου γέννηση, όπως παρουσιάζεται στον Ματθαίο και τον Λουκά, και φυσικά στην κατανόηση της πίστεως από πλευράς της Εκκλησίας, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένα από τον χρόνο εξαρτώμενο μοντέλο κατανόησης αυτού που στην πραγματικότητα εννοείται. Ο «ολλανδικός κατηχησμός» τείνει προφανώς προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί στην παρουσίαση αυτού που εννοείται, που είναι με μια sensu positivo σωστό, δηλαδή: η νέα αρχή της ιστορίας της σωτηρίας είναι σε αυτόν από πάνω και όχι από κάτω, φαίνεται, για να το πούμε έτσι, πως ο αναγνώστης πρέπει να φτάσει σε αυτή την ιδέα. Αυτό λέγεται με βεβαιότητα, και τίποτε άλλο. Αυτό φυσικά δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ειπωθεί έτσι. Αν οι συντάκτες του «Ολλανδικού κατηχισμού» ήθελαν να το πουν έτσι, είναι ένα άλλο ερώτημα. Σε μια βελτιωμένη έκδοση, την οποία οι συγγραφείς του έχουν εντωμεταξύ συγγράψει, γίνεται κάποια προσπάθεια, να αποφευχθεί αυτή η παρεξήγηση της παλιότερης δήλωσης.

Σε μια τέτοια αποκάλυψη μιας συγκεκριμένης ερώτησης προστίθεται για την ατομική συνείδηση πίστεως του ατόμου και μια διαπίστωση, πως μια πλήρης δήλωση, για το τι εννοεί ακριβώς η φράση, η εκ παρθένου γέννηση «κατανοημένη βιολογικώς» δεν είναι επαρκώς δυνατή. Αυτό συμβαίνει, επειδή δεν είναι δυνατή μια επαρκής οριοθέτηση μεταξύ μοντέλου κατανόησης και του περιεχομένου που εννοείται, και βασικά δεν είναι δυνατή για λόγους αρχής, για λόγους που στο παρόν κείμενο δεν μπορούμε να αναπτύξουμε, γιατί θα έπρεπε να παρουσιάσουμε μια ολόκληρη φιλοσοφία και θεολογία της ανθρώπινης κατανόησης, την ενότητα θεωρίας και έννοιας. Θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να δείξουμε λοιπόν, πως ο άνθρωπος μέσα στην ιστορικά καθοριζόμενη γνώση του δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να διαχωρίσει και να διακρίνει επαρκώς το μοντέλο κατανόησης από το εννοούμενο περιεχόμενο, γιατί φυσικά, σκέφτεται πάντα το εννοούμενο με ένα νέο μοντέλο κατανόησης, όταν αποφασίσει επιτέλους να πει «επακριβώς» τι «στην πραγματικότητα» εννοούσε και τι όχι μια προηγούμενη δήλωση. Υπό αυτή την προϋπόθεση, πρέπει να θεωρήσουμε και την εδώ προς σκέψη εκτεθείσα περίπτωση.

Το υποερώτημα, εάν το συμπέρασμα, εφόσον στην εκ παρθένου γέννηση με την βιολογική έννοια πρόκειται περί συνέπειας από εκείνο το κεντρικό περιεχόμενο, μπορεί ο μεμονωμένος θεολόγος, με δική του ευθύνη και κίνδυνο να το συμπεράνει ως συνέπεια, ή αυτό είναι μόνο δυνατό για τη συνείδηση της πίστεως ολόκληρης της Εκκλησίας, ως μιας και ολόκληρης, είναι μια ερώτηση, η οποία μπορεί να δοθεί στην ευθύνη ενός μεμονωμένου θεολόγου, με μια όχι εντελώς διάφανη διακριτικότητα. Δεν έχει και κάποια σημασία επι της αρχής, αν και μια τέτοια ερώτηση έχει σημασία για την σωστή κατανόηση της ιστορίας των δογμάτων και των δυνατοτήτων της. Υπάρχουν αρκετά πράγματα, που στην συνείδηση της πίστεως της Εκκλησίας, βρίσκονται ως συνέπειες μιας πρωταρχικής αποκάλυψης, για τα οποία μπορεί να διερωτηθεί κανείς: μπορεί αυτή η συνέπεια να καταδειχθεί στην λογική εργασία του μεμονωμένου θεολόγου, ή δεν είναι δυνατό αυτό, και η διατύπωση αυτή διενεργείται μόνο από την συλλογική συνείδηση πίστεως της Εκκλησίας;

Μια επιπλέον, τελευταία, σκέψη θεολογικής φύσεως, που συμβάλλει στον σεβασμό της κλασσικής-ορθόδοξης κατανόησης της εκ παρθένου γεννήσεως! Ολόκληρη η παράδοση της πίστεως της Εκκλησίας, αποδίδει στην Μαρία ως εκείνη, που με την ελεύθερη πίστη γίνεται μητέρα του Υιού του Θεού, μια μοναδική θέση στην ιστορία της σωτηρίας, που την κατέχει μόνο αυτή και κανένας άλλος. Αν ο Ιωσήφ ήταν ο ανθρώπινος πατέρας του Ιησού, θα έπρεπε-και ειδικά λόγω του θεολογικού ρόλου που του αποδίδεται στον Ματθαίο-να του αναγνωρισθεί η ίδια λειτουργία στην ιστορία της σωτηρίας, όπως και στη Μαρία. Ή θα έπρεπε να πει κανείς, πράγμα που αντιτίθεται οπωσδήποτε στην συνείδηση πίστεως της Εκκλησίας, πως η λεγόμενη βιολογική καταγωγή του Ιησού από μια μητέρα και ενδεχομένως ένα ανθρώπινο πατέρα, δεν έχει καμιά σχέση προς την σημασία των γονέων αυτών για την ιστορία της σωτηρίας, και πως η Μαρία ανήκει απλώς στη βιογραφία του Ιησού και όχι στην ιστορία της σωτηρίας. Τότε είμαστε όμως αναμφίβολα εκτός της δυο χιλιάδων ετών συνείδησης πίστεως της Εκκλησίας, η οποία ξεκινώντας από τη μαρτυρία της Γραφής, αναγνωρίζει στη Μαρία ένα αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία της σωτηρίας. Αν δεν το κάνουμε, τότε πρέπει κατά συνέπεια να πούμε: αν ο Ιωσήφ ήταν ο ανθρώπινος πατέρας του Ιησού, όπως η Μαρία ήταν μητέρα Του, τότε θα έπρεπε και σε αυτόν, που ο Ματθαίος τον χαρακτηρίζει δίκαιο άνδρα, να αποδοθεί η ίδια μοναδικού είδους θέση στην ιστορία της σωτηρίας, την οποία η εκκλησία αποδίδει στη Μαρία. Περί αυτού δεν μπορεί να γίνει κανένας σοβαρός λόγος, γιατί αντιτίθεται ριζικά ως προς την δομή της ιστορίας της σωτηρίας στην συνείδηση πίστεως της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό διαπιστώνει κανείς καθαρότερα τις περαιτέρω συνέπειες, που συνδέονται με το επιπόλαιο παιχνίδι με την ιδέα, ότι ο Ιησούς είχε ένα γήινο πατέρα.

Συνεχίζεται με: Συμπεράσματα που αφορούν στην παιδαγωγική της πίστεως

MONO ΕΝΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΙΣΤΟΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΠΟΚΡΟΥΣΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΜΗΔΕΝ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΝΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΟΙ, ΟΠΩΣ ΟΙ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ. ΑΠΛΩΣ ΕΞΕΛΙΞΑΝ ΤΗΝ ΠΟΤΑΠΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Α' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ, ΠΟΥ ΘΕΣΜΟΠΟΙΗΣΕ ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟ, ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ Β', Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ. ΣΑΡΚΩΝΟΝΤΑΣ ΚΑΜΠΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΥΒΡΙ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΟΠΩΣ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ. 

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως ε

 Συνέχεια από:Tρίτη 27 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως ε

Του Karl Rahner

                                                                   

Περαιτέρω θεολογικές σκέψεις


1 ) Είναι καταρχάς σαφές: ολόκληρη η ερώτηση μπορεί να απαντηθεί με θεολογική σοβαρότητα μόνο εντός της πίστεως στον Ιησού Χριστό, και να την σκεφτεί κανείς μόνο μέσα στην αληθινή και ορθόδοξη χριστιανική έννοια αυτής της πίστεως. Εκεί όπου το δόγμα περί Ιησού Χριστού με την έννοια της παλαιοεκκλησιαστικής πίστεως και της σημερινής καθολικής Εκκλησίας δεν υπάρχει πια, πρέπει και μπορεί να κρίνει κανείς την εκ Παρθένου γέννηση μόνο ως ένα θρύλο. Αν όμως κρίνει κανείς την εκ Παρθένου γέννηση βιαστικά και απορριπτικά, πρέπει να παραδεχθεί με ειλικρίνεια τις αληθινές προϋποθέσεις μιας τέτοιας κρίσης, και να τις ομολογήσει: δεν πιστεύω καθόλου στον αληθινό και ομοούσιο Υιό του Θεού, όπως τον ομολογεί η Εκκλησία. Είναι φυσικά αυτονόητο, πως ξεκινώντας από μια τέτοια χριστολογική απιστία, δεν μπορεί κανείς να πιστεύει στην εκ Παρθένου γέννηση.

2 ) Πρέπει να το πούμε καθαρά-ίσως μια κοινοτοπία, αλλά από θεματικής και απολογητικής απόψεως με μεγάλη σημασία-, πως η τυπική και αφηρημένη έννοια της υποστατικής ενώσεως δεν απαιτεί την εκ Παρθένου γέννηση. Η υποστατική ένωση (hypostatische Union) ως τέτοια, θα μπορούσε να κάνει μια ανθρώπινη πραγματικότητα σε πραγματικότητα του Λόγου, η οποία προέρχεται από την πράξη της γυναίκας και του άνδρα. Δεν μπορούμε λοιπόν να πούμε: Αν αρνιόταν κανείς την εκ Παρθένου γέννηση, τότε η αληθινή, ουσιαστική εκ Θεού υιότητα του ανθρώπου Ιησού δε θα μπορούσε πια να σταθεί, καθώς η μια υπονοεί την άλλη.

Δεν μπορούμε στο σημείο αυτό να ασχοληθούμε με αυτές τις λογικές συσχετίσεις. Όποιος αρνείται την υποστατική, δεν έχει κανένα λόγο να μην ταξινομήσει την εκ Παρθένου γέννηση ως θρύλο. Αλλά όποιος παραδέχεται την υποστατική ένωση, δεν μπορεί βασιζόμενος μόνο σε αυτή την έννοια να απαιτήσει την εκ Παρθένου γέννηση. Αυτό ισχύει και ως προς την ελευθερία από το «προπατορικό αμάρτημα» (ο von Campenhausen έχει αποδείξει, πως κατά πρώτον στον Αμβρόσιο εμφανίζεται η άποψη, πως ο Ιησούς διαφυλάχθηκε από την σπίλωση με το προπατορικό αμάρτημα δια της παρθενικής γέννησης, στο «Θεολογία της εκ Παρθένου γέννησης στη θεολογία της αρχαίας Εκκλησίας). Το ότι ο Ιησούς ως ο Υιός του Θεού θα ήταν ελεύθερος από το «προπατορικό αμάρτημα», ακόμα και αν όφειλε το Είναι (Dasein) στην πράξη άνδρα και γυναίκας, είναι επίσης αυτονόητο, αν και πρέπει να πούμε, πως εδώ και εκεί στις θεολογικές υποθέσεις κάνουν έτσι, λες και ο Ιησούς έπρεπε να έρθει στο ανθρώπινο Είναι από παρθένο, γιατί αλλιώς θα είχε το προπατορικό αμάρτημα. Δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ειπωθεί αυτό.

3 ) Φαίνεται επίσης σαφώς, πως η εκ παρθένου γέννηση δεν έχει καμιά σχέση με την υποβάθμιση του φύλου (ή των σχετιζόμενων προς το φύλο). Μια τέτοια υποτίμηση ήταν μακράν της ιουδαϊκής σκέψης, και δεν επιτρέπεται να υποτεθεί ως μοτίβο αυτής της δήλωσης, και μπορούμε να παραδεχθούμε χωρίς προκαταλήψεις, πως ένα τέτοιο κίνητρο συνυπάρχει στην χυδαία θεολογία (Vulgärtheologie) και την λαϊκή ευσέβεια, ή και εκδηλώνεται με σαφήνεια μέσα σε αυτές. Ο Ιησούς δεν ήρθε στο ανθρώπινο Είναι από μια Παρθένο, επειδή η γονιμοποίηση από ένα πατέρα θα ήταν κάτι επιβαρυντικό, μειωτικό ή εξευτελιστικό για την Μητέρα του ή γι’ αυτόν. Σήμερα δεν μπορεί (πια) να γίνεται σοβαρά λόγος για ένα τέτοιο κίνητρο.

4 ) Θα πρέπει να πούμε: όπως και να σκέφτεται κανείς για την βιολογική πραγματικότητα της γενέσεως (Werden) του Ιησού, αν σκέφτεται με ακρίβεια και ορθή πίστη περί του Ιησού, όταν το σκέφτεται αυτό, και αν δεν παραβλέπει, πως η γέννα (από πλευράς της γυναίκας) και η γέννηση (από πλευράς του παιδιού που γεννιέται) είναι δυο όψεις μιας διαδικασίας, τότε ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να πει: με όλη την αληθινή ανθρωπότητα της ενανθρώπισης του Ιησού, έγινε διαφορετικά από εμάς. Γιατί το γίγνεσθαι (Werden) καθορίζεται από αυτό, που είναι το αποτέλεσμα του γίγνεσθαι. Υπάρχει μια απόλυτη συσχέτιση μεταξύ του κατάλληλου χαρακτήρα του γεννηθέντος (εκ του γίγνεσθαι, des Gewordenen) και του γίγνεσθαι. Δια του ενός και του αυτού γίγνεσθαι δεν μπορούν να προκύψουν δυο εντελώς διαφορετικά γεννηθέντα. Και αν τα γεννηθέντα είναι διαφορετικά, τότε και το γίγνεσθαι τους είναι διαφορετικό. Για τον λόγο αυτό πρέπει να αναγκαστικά να πούμε: παρόλη την αληθινή ανθρωπότητα του γίγνεσθαι του Ιησού, έγινε με άλλο τρόπο, απ’ ότι εμείς. Αν ο Ιησούς είναι Υιός του Θεού, τότε το γίγνεσθαι του είναι θεανθρώπινο, ενώ το δικό μας ανθρώπινο.

Στο σημείο αυτό δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε την πρόταση του Αυγουστίνου: Assumendo creatur, δηλαδή η πράξη της πρόσληψης της αυτό-δήλωσης του Θεού, που είναι η ανθρώπινη πραγματικότητα του Ιησού, έχει μέσα της, ως μια εσωτερική ορμή (Moment) το γίγνεσθαι της ανθρώπινης πραγματικότητας του Ιησού,
εφόσον το γίγνεσθαι αυτό είναι μια δημιουργική πράξη του Θεού. Σημαίνει μια δημιουργική νέα αρχή που προκύπτει από την πηγαία πρωτοβουλία του Θεού, και όχι μια απλή συνέχιση της ιστορίας από τα δεδομένα του κόσμου. Αυτό πρέπει ειπωθεί, ακόμα και αν θεωρεί κανείς, πως η Unio hypostatica μπορεί να συνδυαστεί και με τη συνεργασία ενός ανθρώπινου πατέρα. [ΑΛΛΟ Η ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΛΛΟ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ]Ακόμα και τότε, η διαφορετικότητα (Andersheit) αυτή της νέας αρχής μιας θεϊκής ιστορίας της σωτηρίας, που δεν προέρχεται από κάτω, αλλά από την καθαρή δημιουργική, χαριτωμένη πρωτοβουλία του Θεού, και με την έννοια αυτή, όχι «εκ θελήματος αίματος και ανδρός» (Ιωαν. 1, 13), δεν είναι (ή δε θα ήταν) αποτέλεσμα μόνο των εμμενών κινητήριων δυνάμεων της ιστορίας. Αυτή η διαφορετικότητα, που είναι οπωσδήποτε δεδομένη, θα ήταν ακόμα περιεχόμενο της δήλωσης περί της εκ παρθένου γεννήσεως, ακόμα και για εκείνον, που θα αρνιόταν το «sine semine virili» (χωρίς το σπέρμα ανδρός), καθώς δια της ενότητας της ανθρώπινης φύσης, δια της υποστατικής ενώσεως επηρεάζεται και η ύλη, και για τον λόγο αυτό, η διαφορετικότητα αυτή αναφέρεται ακριβώς σε αυτόν τον υλικό χαρακτήρα, ως προς την ενότητα αυτή της ανθρώπινης πραγματικότητας. Ναι μεν, με μια απλή εννοιολογική αναγωγή με αυτές τις αφηρημένες σκέψεις, δεν μπορεί να προκύψει αναγκαστικά η εκ παρθένου γέννηση με την παραδοσιακή-βιολογική έννοια, αλλά μπορεί οπωσδήποτε να τεθεί το ερώτημα, τι εναντιώνεται στο να σκεφτούμε ότι το οπωσδήποτε δεδομένο θαύμα αυτής της πραγματικά σωματικής διαφορετικότητας με τον παραδοσιακό τρόπο. Μπορεί επίσης να τεθεί το ερώτημα, μήπως μια βέβαιη για τον εαυτό της απόρριψη της εκ Παρθένου γέννησης, παραβλέπει εν τέλει την οπωσδήποτε δεδομένη διαφορετικότητα του γίγνεσθαι του Ιησού, δηλαδή εμμέσως τουλάχιστο αρνείται, πως κατά τη γένεση του Θεανθρώπου έχουμε να κάνουμε με μια πρωτοβουλία του Θεού, που δεν είναι μόνο μια πρωτοβουλία του ιστορικού-γήινου κόσμου.

 Συνεχίζεται

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ ΚΑΡΡΙΕΡΑ ΤΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ, ΒΑΠΤΙΣΑΝ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟΛΜΗΣΕ ΝΑ ΤΙΣ ΕΝΤΑΞΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΒΟΜΒΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΦΑ-ΤΙΚΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ. ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΨΥΧΕΣ ΔΙΑΛΕΞΑΝ ΗΔΗ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΩΝ ΜΩΡΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως δ

 Συνέχεια από: Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως δ

Του Karl Rahner

                                                          


Η διδασκαλία της Εκκλησίας περί της εκ παρθένου γεννήσεως
 

Η διδασκαλία της Εκκλησίας, η καθολική (γενική) της περί πίστεως συνείδηση (Glaubensbewußtsein), πρέπει να είναι και για το ερώτημα που μας απασχολεί κανόνας και χώρος, norma proxima fidei, και χώρος της ατομικής περί πίστεως συνειδήσεως. Αυτή η συνδετική αναφορά στη συλλογική περί πίστεως συνείδηση και την αυθεντική (επέχουσα θέση αυθεντίας) διδασκαλία της Εκκλησίας είναι στην καθολική θεολογία απλώς αυτονόητη. Πρέπει να λέει κανείς κάθε τόσο- ακόμα και στον εαυτό του- καί νά ξέρει ότι οποιαδήποτε ατομική-υποκειμενική αίσθηση -πέραν των βαθύτερων θεολογικών αιτιολογήσεων-πρέπει να μήν έχει μεγαλύτερη ισχύ από τη διδασκαλία και την περί πίστεως συνείδηση ολόκληρης της Εκκλησίας, δια μέσου δυο χιλιάδων ετών (Κ. Rahner, Πιστεύω την Εκκλησία, στο Schriften zur Theologie VII, 1966, 103-120). Όταν ο διάσημος Σουαβός (Schwabe, καταγόμενοι από την περιοχή Schwaben της νότιας Γερμανίας. Δεν διευκρινίζει σε ποιον αναφέρεται. Διάσημοι από αυτή την περιοχή: Hegel, Hölderlin, Schelling, Oetinger, Heidegger…) είπε μια φορά, τι με ενδιαφέρουν οι ανοησίες που έλεγα χθες, αυτή είναι μια αληθινά ανθρώπινη και ουσιαστικά σωστή στάση, η οποία όμως δεν περιγράφει επαρκώς τον άνθρωπο και τη σχέση του προς την αλήθεια, την οποία θα έπρεπε να εφαρμόζει και εκεί, όπου έχει οποιαδήποτε εντύπωση, πως η ατομική, υποκειμενική συνείδηση περί γνώσης και αληθείας, δεν εναρμονίζονται χωρίς προστριβές ή και δεν συμφωνούν με την περί πίστεως συνείδηση όλης της Εκκλησίας. Ένας μοντέρνος υποκειμενισμός είναι στην περίπτωση μας το ίδιο μη καθολικός, μη χριστιανικός, και μάλιστα παλιομοδίτικος, όπως και σε άλλες περιπτώσεις. Πριν μπορέσει κάποιος να μιλήσει σοβαρά και με νόημα μέσα στη θεολογία, πρέπει να έχει πρώτα τόση σκεπτικιστική αυτοκριτική ως προς τον εαυτό του, όση και προς τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Η ελευθερία από τον εαυτό σου μέσα στη γνώση είναι το ίδιο κεντρική όσο και η ελευθερία για τον εαυτό σου.

Ακόμα και αν συνυπολογίσουμε τον περιορισμό, τον οποίο αναφέρουμε στο πρώτο σημείο, δηλαδή, πως δεν είναι σαφές, κατά πόσο η διδασκαλία της Εκκλησίας, όχι μόνο τυπικά, αλλά και με κάποια έννοια και υλικά, θέλει να πάει πέρα από τη μαρτυρία περί της εκ Παρθένου γεννήσεως και του νοήματος της μέσα στην Αγία Γραφή, πρέπει καταρχάς να πούμε πως η περί πίστεως συνείδηση της Εκκλησίας, η οποία διατυπώθηκε, και βρίσκει την έγκυρη μορφή της στα σύμβολα της πίστεως, πάντοτε και παντού από την εποχή της Καινής Διαθήκης, κατονομάζει την εκ παρθένου γέννηση. Σε όλες τις μορφές του Αποστολικού συμβόλου της Πίστεως, σε όλα τα πάλαιο-εκκλησιαστικά Σύμβολα, στο Σύμβολο Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης (D 86), στη Σύνοδο της Εφέσου (D 111a και 113), στη Χαλκηδόνα (D 148) και στην πρώτη Σύνοδο του Λατερανού το 649 (D 255), κτλ. Αυτή η εκ Παρθένου Γέννηση, χωρίς να μπορούμε να μιλάμε για ένα συγκεκριμένο, εκκλησιαστικά απόλυτο ορισμό, διασαφηνίζεται με την έκφραση «sine viril semine», δια του αποκλεισμού της εκ πατρός τεκνοποίηση, στην πρώτη Σύνοδο του Λατερανού (D 256), στην Σύνοδο του Τολέδο το 675 (D 282), και κατόπιν κατά των Unitarier (μια αντί-τριαδική αίρεση κατά την περίοδο της Μεταρρύθμισης, κυρίως στην Πολωνία) δια του Παύλου του IV. το 1555 (D 993).

Κατά την απαρίθμηση αυτή της εκκλησιαστικής μαρτυρίας περί της εκ Παρθένου γεννήσεως, δεν επιτρέπεται να παραβλέψουμε την επίσημη διδασκαλία και την πίστη της ανώτερης Εκκλησίας, καθώς αυτή, όπως και η ανεπίσημη διδασκαλία, μπορούν να δηλώνουν ένα δόγμα. Κατά την νηφάλια και πραγματιστική διαπίστωση, την οποία κάναμε πιο πάνω, δεν επιτρέπεται από την άλλη να παραβλέψουμε, πως η πρόθεση ορισμού από πλευράς της Εκκλησίας δεν στοχεύει ποτέ κατευθείαν και συγκεκριμένα την εκ παρθένου γέννηση καθ’ εαυτήν, αλλά την αναγνωρίζει απλώς ως ένα χαρακτηριστικό της καταγωγής του Ιησού. Η δήλωση του Παύλου του IV (δεν)είναι στον ίδιο βαθμό ένας ορισμός, όσο είναι και η δήλωση της πρώτης Συνόδου του Λατερανού ή του Τολέδο. Μπορούμε επομένως να πούμε, πως αυτά τα εκκλησιαστικά, ιδιαιτέρως τα παλαιό-εκκλησιαστικά Σύμβολα, παραδέχονται απλώς την εκ παρθένου γέννηση, χωρίς να στρέφονται άμεσα εναντίον κάποιας αιρέσεως, και να απαιτούν την απόρριψη της με ένα απόλυτο assensus fidei.

Το πραγματικό πρόβλημα με την δήλωση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας είναι-όπως υπονοήθηκε ήδη-κατά την γνώμη μου το εξής: θέλει αυτή η ομολογία την οποία κάνει η εκκλησιαστική διδασκαλία περί της εκ παρθένου γεννήσεως, που φυσικά βρισκόταν εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια στην περί πίστεως συνείδηση της ακροόμενης, απλώς πιστεύουσας Εκκλησίας, να επαναλαμβάνει απλώς τη δήλωση της Γραφής, με μια σκέτη παραπομπή σε αυτή τη δήλωση, όσον αφορά την ύστατη αυθεντία και προ πάντων το ακριβές περιεχόμενο; Είναι λοιπόν μια δήλωση πίστεως, απλά με την έννοια και την έκταση, που προσδιορίζονται ακριβέστερα από την εξηγητική, ή μήπως διδάσκεται μαζί με την επίσημη εκκλησιαστική διδακτική δήλωση περί της τυπικής αυθεντίας της διδασκαλίας, και ένα συγκεκριμένο νόημα της δήλωσης, αδιάφορο και ανεξάρτητο από την ερώτηση, κατά πόσον η κάλυψη (συμφνωία) του δια της Γραφής, μπορεί ή δεν μπορεί αναγκαστικά να αποδειχθεί μόνο με τις μεθόδους της εξηγητικής ή της βιβλικής θεολογίας;

Υπάρχουν χωρίς αμφιβολία παραδείγματα για την πρώτη δυνατότητα. Όταν στις Πράξεις 17, 26 (ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν) λέει, ότι ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, κάνοντας την νά προέλθει από ένα μοναδικό άνθρωπο, τότε αυτή είναι μια δήλωση που παραπέμπει στη Γένεσι, και όχι κάτι νέο, ως προς το περιεχόμενο επίσημα εγγυημένο, που να θέλει να πει θετικά κάτι το οποίο πάει πιο πέρα. Με αυτή την έννοια και με αυτή την έκταση και με αυτές τις δυνατότητες ερμηνείας είναι το χωρίο 17,26 σωστό, όπου δηλώνεται η εν λόγω πρόταση της Γενέσεως, ώστε δεν μπορεί να πει κανείς: ο Παύλος εξηγεί εδώ περισσότερα από όσα λέγονται de facto στη Γένεσι. Και αν κάποιος με το δίκαιο του αποδείξει-πράγμα που είναι ίσως μόνο σήμερα δυνατό-πως όταν η δήλωση της Γενέσεως ερμηνευθεί σωστά, δεν αποκλείει ένα πολυγενισμό, τότε δεν χρειάζεται να πούμε: Αλλά ο Παύλος τον αποκλείει (περισσότερα για την προβληματική αυτή, στο άρθρο του συντάκτη, Μονογενισμός, στο Sacramentum Mundi III, Freiburg 1968, 594-599). Με άλλα λόγια: Πρέπει να λογαριάζουμε με την αφηρημένη δυνατότητα-δεν λέω ότι έχει πραγματοποιηθεί-πως οι επίσημες δηλώσεις της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, αν και η (υπηρεσία) διδασκαλία της Εκκλησίας έχει τυπικά την αυθεντία, στην ουσία δεν θέλει να πει κάτι άλλο, παρά: Ομολογούμε αυτό που λέγεται στον Ματθαίο και τον Λουκά, χωρίς να μπαίνουμε στη διαδικασία να ρωτήσουμε με ποια έννοια και σε ποια έκταση και με πια αυθεντία ο Ματθαίος και ο Λουκάς θέλουν να το πουν. Αν και θεωρητικό και αφηρημένο-δεν μπορούμε να κάνουμε το πράγμα πιο απλό απ’ ότι είναι-να υπολογίζουμε με μια τέτοια δυνατότητα, στην περίπτωση μας υπάρχει η δυνατότητα να προϋποθέσουμε, πως οι επίσημες δηλώσεις περί της εκ παρθένου γεννήσεως θέλουν να τη δηλώσουν έτσι όπως κατανοούνται συνήθως, και μάλιστα ανεξάρτητα από την ερώτηση αν αυτή η συγκεκριμένη κατανόηση, μπορεί να αποδειχθεί πως είναι αναγκαστικά το περιεχόμενο της δηλώσεως της Γραφής, ή αν είναι από πλευράς της εξηγητικής απλώς δυνατόν, μερικά στοιχεία της παραδοσιακής κατανόησης περί της εκ παρθένου γεννήσεως να λογαριαστούν μάλλον ως τρόπος του λέγειν παρά ως περιεχόμενο του λέγειν. Στην ερμηνεία αυτή της διδασκαλίας δεν συνηγορεί μόνο το γεγονός πως τα σύμβολα πίστεως, η λειτουργία, η παράδοση (μέχρι τη 2. Βατικάνειο Σύνοδο) δεν αφήνουν να φανεί κάποια θετική στάση για μια «νέα ερμηνεία» αυτής της διδασκαλίας, αλλά και το γεγονός ότι και οι προσπάθειες τουλάχιστον μιας δυνατότητας μιας τέτοιας νέας ερμηνείας ( όπως στον ολλανδικό κατηχησμό) βρήκαν στη Ρώμη (και το ολλανδικό επισκοπάτο) ξεκάθαρη αντίσταση. Κατόπιν αυτών πρέπει να πούμε: υπό την προοπτική ορισμένων παραμενόντων αμφιβολιών, φαίνεται λοιπόν-και αυτό πρέπει να το λάβουμε υπόψιν και να το πραγματοποιήσουμε για την ατομική μας περί πίστεως συνείδηση-πως de facto δεν μπορούμε να πούμε μόνο: Η περί πίστεως συνείδηση της Εκκλησίας και η διδασκαλία της αναφέρεται μόνο στον Ματθαίο και τον Λουκά, απλώς μεταφέρει δηλαδή το ερώτημα για το περιεχόμενο και τον βαθμό υποχρέωσης της περί εκ παρθένου γεννήσεως διδασκαλία στη Γραφή, αλλά πρέπει επίσης να πούμε: όλα συνηγορούν, και τίποτα δεν εναντιώνεται, στο ότι η διδασκαλία της Εκκλησίας, η περί πίστεως συνείδηση της Εκκλησίας, διδάσκει απόλυτα την εκ παρθένου γέννηση, με δική της ευθύνη και δικό της κίνδυνο.

Η (υπηρεσία) διδασκαλία της Εκκλησίας-και με τον τρόπο αυτό ερχόμαστε πάλι σε μια πιο στενή θεμελίωση αυτής της κρίσης της θεολογικής κατάστασης στο ερώτημα αυτό-φαίνεται πως τον τελευταίο καιρό, ενώπιον του «ολλανδικού κατηχησμού» και στη σύνοδο των επισκόπων δεν θεωρεί τη διδασκαλία περί της εκ παρθένου γεννήσεως ως ανοικτό ερώτημα, αλλά ως δόγμα που πρέπει να γίνει σεβαστό. Μια θετική απόρριψη της εκ παρθένου γεννήσεως θα βρει σίγουρα και σήμερα μια αποφασιστική αντίσταση από την υπηρεσία της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, και αυτή η αντίσταση πρέπει σε κάθε περίπτωση-εσωτερικά, εκ της ουσίας της καθολικής πίστεως- να γίνει σεβαστή, και από την περί πίστεως συνείδηση του κάθε καθολικού Χριστιανού ατομικά, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος αναγκαστικός λόγος για την άρνηση της εκ παρθένου γεννήσεως.

Επιπλέον: Το παραμένον δικαίωμα της «natus ex Maria Virgine» μέσα στα Σύμβολα-ιδιαιτέρως στο Αποστολικό-δεν επιτρέπεται να αμφισβητείται. Ακόμα και κάποιος σαν τον ευαγγελικό θεολόγο Pannenberg, που θεωρεί την εκ παρθένου γέννηση ως θρύλο (Βασικά χαρακτηριστικά της Χριστολογίας, Gütersloh 1964, 146), λέει πως αυτό το «natus ex Maria virgine» που βρίσκεται στο Αποστολικό Σύμβολο της πίστεως, το οποίο η Εκκλησία απαγγέλλει και ομολογεί, πρέπει να παραμείνει. Αν μια τέτοια στάση είναι λογικά συνεπής και ανθρωπίνως υπεύθυνη, είναι μια άλλη ερώτηση, με την οποία δεν μπορούμε να ασχοληθούμε εδώ. Το ότι όμως το Αποστολικό Σύμβολο της Πίστεως, έτσι όπως είναι, δεν είναι ένα μέγεθος, το οποίο, όπως και όλα τα προηγούμενα, μπορούμε να αλλάξουμε σύμφωνα με την υποκειμενική μας, εξαρτώμενη από τον χρόνο θεολογική μας γνώμη, και πως αυτονόητα δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να εγκαταλείψουμε το «ex Maria Virgine» ή το «Virgine», που βρίσκεται εδώ και εκεί, είναι βασικά αυτονόητο. Δεν είμαστε οι κατασκευαστές της πίστεως μας, αλλά μάρτυρες της πίστεως, που ήρθε προς εμάς, και βρήκε την πραγματική και για μας υποχρεωτική έκφραση της ακριβώς στο αποστολικό Σύμβολο της Πίστεως.

Συνεχίζεται με: Περαιτέρω θεολογικές σκέψεις

ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ.Ο ΣΤΥΛΟΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΡΑΤΖΙΓΚΕΡ ΤΗΣ Β ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.

Ο ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΙΣΩΣ ΛΙΓΟΙ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ, ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΙΣΑΓΩΓΕΥΣ ΤΩΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΩΝ ΤΗΣ, ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑ ΠΟΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΛΟ, ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ , ΤΟΝ ΣΤΑΜΟΥΛΗ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΠΟΥ ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΟΥΣ. 

ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ Η ΥΒΡΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΔΗΛΩΣΗ ΠΙΣΤΕΩΣ ΣΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΑΥΤΗ Η ΟΠΟΙΑ ΚΗΡΥΞΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΑΡΑΣΥΡΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΠΩΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ. 

ΟΙ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ ΔΕΝ ΒΡΗΚΑΝ ΑΚΟΜΗ ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΛΕΣΟΥΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως δ

 Συνέχεια από: Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως δ
Του Karl Rahner
Η διδασκαλία της Εκκλησίας περί της εκ παρθένου γεννήσεως


                                                             

Η διδασκαλία της Εκκλησίας, η καθολική (γενική) της περί πίστεως συνείδηση (Glaubensbewußtsein), πρέπει να είναι και για το ερώτημα που μας απασχολεί κανόνας και χώρος, norma proxima fidei και χώρος της ατομικής περί πίστεως συνειδήσεως. Αυτή η συνδετική αναφορά στη συλλογική περί πίστεως συνείδηση και την αυθεντική (επέχουσα θέση αυθεντίας) διδασκαλία της Εκκλησίας είναι στην καθολική θεολογία απλώς αυτονόητη. Πρέπει να λέει κανείς κάθε τόσο- ακόμα και στον εαυτό του-πώς ξέρει ότι οποιαδήποτε ατομική-υποκειμενική αίσθηση -πέραν των βαθύτερων θεολογικών αιτιολογήσεων-πρέπει να έχει μεγαλύτερη ισχύ από τη διδασκαλία και την περί πίστεως συνείδηση ολόκληρης της Εκκλησίας, δια μέσου δυο χιλιάδων ετών (Κ. Rahner, Πιστεύω την Εκκλησία, στο Schriften zur Theologie VII, 1966, 103-120). Όταν ο διάσημος Σουαβός (Schwabe, καταγόμενοι από την περιοχή Schwaben της νότιας Γερμανίας. Δεν διευκρινίζει σε ποιον αναφέρεται. Διάσημοι από αυτή την περιοχή: Hegel, Hölderlin, Schelling, Oetinger, Heidegger…) είπε μια φορά, τι με ενδιαφέρουν οι ανοησίες που έλεγα χθες, αυτή είναι μια αληθινά ανθρώπινη και ουσιαστικά σωστή στάση, η οποία όμως δεν περιγράφει επαρκώς τον άνθρωπο και τη σχέση του προς την αλήθεια, την οποία θα έπρεπε να εφαρμόζει και εκεί, όπου έχει οποιαδήποτε εντύπωση, πως η ατομική, υποκειμενική συνείδηση περί γνώσης και αληθείας, δεν εναρμονίζονται χωρίς προστριβές ή και δεν συμφωνούν με την περί πίστεως συνείδηση όλης της Εκκλησίας. Ένας μοντέρνος υποκειμενισμός είναι στην περίπτωση μας το ίδιο μη καθολικός, μη χριστιανικός, και μάλιστα παλιομοδίτικος, όπως και σε άλλες περιπτώσεις. Πριν μπορέσει κάποιος να μιλήσει σοβαρά και με νόημα μέσα στη θεολογία, πρέπει να έχει πρώτα τόση σκεπτικιστική αυτοκριτική ως προς τον εαυτό του, όση και προς τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Η ελευθερία από τον εαυτό σου μέσα στη γνώση είναι το ίδιο κεντρική όσο και η ελευθερία για τον εαυτό σου.

Ακόμα και αν συνυπολογίσουμε τον περιορισμό, τον οποίο αναφέρουμε στο πρώτο σημείο, δηλαδή, πως δεν είναι σαφές, κατά πόσο η διδασκαλία της Εκκλησίας, όχι μόνο τυπικά, αλλά και με κάποια έννοια και υλικά, θέλει να πάει πέρα από τη μαρτυρία περί της εκ Παρθένου γεννήσεως και του νοήματος της μέσα στην Αγία Γραφή, πρέπει καταρχάς να πούμε πως η περί πίστεως συνείδηση της Εκκλησίας, η οποία διατυπώθηκε, και βρίσκει την έγκυρη μορφή της στα σύμβολα της πίστεως, πάντοτε και παντού από την εποχή της Καινής Διαθήκης, κατονομάζει την εκ παρθένου γέννηση. Σε όλες τις μορφές του Αποστολικού συμβόλου της Πίστεως, σε όλα τα πάλαιο-εκκλησιαστικά Σύμβολα, στο Σύμβολο Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης (D 86), στη Σύνοδο της Εφέσου (D 111a και 113), στη Χαλκηδόνα (D 148) και στην πρώτη Σύνοδο του Λατερανού το 649 (D 255), κτλ. Αυτή η εκ Παρθένου Γέννηση, χωρίς να μπορούμε να μιλάμε για ένα συγκεκριμένο, εκκλησιαστικά απόλυτο ορισμό, διασαφηνίζεται με την έκφραση «sine viril semine», δια του αποκλεισμού της εκ πατρός τεκνοποίηση, στην πρώτη Σύνοδο του Λατερανού (D 256), στην Σύνοδο του Τολέδο το 675 (D 282), και κατόπιν κατά των Unitarier (μια αντί-τριαδική αίρεση κατά την περίοδο της Μεταρρύθμισης, κυρίως στην Πολωνία) δια του Παύλου του IV. το 1555 (D 993).

Κατά την απαρίθμηση αυτή της εκκλησιαστικής μαρτυρίας περί της εκ Παρθένου γεννήσεως, δε επιτρέπεται να παραβλέψουμε την επίσημη διδασκαλία και την πίστη της ανώτερης Εκκλησίας, καθώς αυτή, όπως και η ανεπίσημη διδασκαλία, μπορούν να δηλώνουν ένα δόγμα. Κατά την νηφάλια και πραγματιστική διαπίστωση, την οποία κάναμε πιο πάνω, δεν επιτρέπεται από την άλλη να παραβλέψουμε, πως η πρόθεση ορισμού από πλευράς της Εκκλησίας δεν στοχεύει ποτέ κατευθείαν και συγκεκριμένα την εκ παρθένου γέννηση καθ’ εαυτήν, αλλά την αναγνωρίζει απλώς ως ένα χαρακτηριστικό της καταγωγής του Ιησού. Η δήλωση του Παύλου του IV (δεν)είναι στον ίδιο βαθμό ένας ορισμός, όσο είναι και η δήλωση της πρώτης Συνόδου του Λατερανού ή του Τολέδο. Μπορούμε επομένως να πούμε, πως αυτά τα εκκλησιαστικά, ιδιαιτέρως τα παλαιό-εκκλησιαστικά Σύμβολα, παραδέχονται απλώς την εκ παρθένου γέννηση, χωρίς να στρέφονται άμεσα εναντίον κάποιας αιρέσεως, και να απαιτούν την απόρριψη της με ένα απόλυτο assensus fidei.

Το πραγματικό πρόβλημα με την δήλωση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας είναι-όπως υπονοήθηκε ήδη-κατά την γνώμη μου το εξής: θέλει αυτή η ομολογία την οποία κάνει η εκκλησιαστική διδασκαλία περί της εκ παρθένου γεννήσεως, που φυσικά βρισκόταν εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια στην περί πίστεως συνείδηση της ακροόμενης, απλώς πιστεύουσας Εκκλησίας, να επαναλαμβάνει απλώς τη δήλωση της Γραφής, με μια σκέτη παραπομπή σε αυτή τη δήλωση, όσον αφορά την ύστατη αυθεντία και προ πάντων το ακριβές περιεχόμενο; Είναι λοιπόν μια δήλωση πίστεως, απλά με την έννοια και την έκταση, που προσδιορίζονται ακριβέστερα από την εξηγητική, ή μήπως διδάσκεται μαζί με την επίσημη εκκλησιαστική διδακτική δήλωση περί της τυπικής αυθεντίας της διδασκαλίας, και ένα συγκεκριμένο νόημα της δήλωσης, αδιάφορο και ανεξάρτητο από την ερώτηση, κατά πόσον η κάλυψη (συμφνωία) του δια της Γραφής, μπορεί ή δεν μπορεί αναγκαστικά να αποδειχθεί μόνο με τις μεθόδους της εξηγητικής ή της βιβλικής θεολογίας;

Υπάρχουν χωρίς αμφιβολία παραδείγματα για την πρώτη δυνατότητα. Όταν στις Πράξεις 17, 26 (ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν) λέει, ότι ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, κάνοντας την νά προέλθει από ένα μοναδικό άνθρωπο, τότε αυτή είναι μια δήλωση που παραπέμπει στη Γένεσι, και όχι κάτι νέο, ως προς το περιεχόμενο επίσημα εγγυημένο, που να θέλει να πει θετικά κάτι το οποίο πάει πιο πέρα. Με αυτή την έννοια και με αυτή την έκταση και με αυτές τις δυνατότητες ερμηνείας είναι το χωρίο 17,26 σωστό, όπου δηλώνεται η εν λόγω πρόταση της Γενέσεως, ώστε δεν μπορεί να πει κανείς: ο Παύλος εξηγεί εδώ περισσότερα από όσα λέγονται de facto στη Γένεσι. Και αν κάποιος με το δίκαιο του αποδείξει-πράγμα που είναι ίσως μόνο σήμερα δυνατό-πως όταν η δήλωση της Γενέσεως ερμηνευθεί σωστά, δεν αποκλείει ένα πολυγενισμό, τότε δεν χρειάζεται να πούμε: Αλλά ο Παύλος τον αποκλείει (περισσότερα για την προβληματική αυτή, στο άρθρο του συντάκτη, Μονογενισμός, στο Sacramentum Mundi III, Freiburg 1968, 594-599). Με άλλα λόγια: Πρέπει να λογαριάζουμε με την αφηρημένη δυνατότητα-δεν λέω ότι έχει πραγματοποιηθεί-πως οι επίσημες δηλώσεις της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, αν και η (υπηρεσία) διδασκαλία της Εκκλησίας έχει τυπικά την αυθεντία, στην ουσία δεν θέλει να πει κάτι άλλο, παρά: Ομολογούμε αυτό που λέγεται στον Ματθαίο και τον Λουκά, χωρίς να μπαίνουμε στη διαδικασία να ρωτήσουμε με ποια έννοια και σε ποια έκταση και με πια αυθεντία ο Ματθαίος και ο Λουκάς θέλουν να το πουν. Αν και θεωρητικό και αφηρημένο-δεν μπορούμε να κάνουμε το πράγμα πιο απλό απ’ ότι είναι-να υπολογίζουμε με μια τέτοια δυνατότητα, στην περίπτωση μας υπάρχει η δυνατότητα να προϋποθέσουμε, πως οι επίσημες δηλώσεις περί της εκ παρθένου γεννήσεως θέλουν να τη δηλώσουν έτσι όπως κατανοούνται συνήθως, και μάλιστα ανεξάρτητα από την ερώτηση αν αυτή η συγκεκριμένη κατανόηση, μπορεί να αποδειχθεί πως είναι αναγκαστικά το περιεχόμενο της δηλώσεως της Γραφής, ή αν είναι από πλευράς της εξηγητικής απλώς δυνατόν, μερικά στοιχεία της παραδοσιακής κατανόησης περί της εκ παρθένου γεννήσεως να λογαριαστούν μάλλον ως τρόπος του λέγειν παρά ως περιεχόμενο του λέγειν. Στην ερμηνεία αυτή της διδασκαλίας δεν συνηγορεί μόνο το γεγονός πως τα σύμβολα πίστεως, η λειτουργία, η παράδοση (μέχρι τη 2. Βατικάνειο Σύνοδο) δεν αφήνουν να φανεί κάποια θετική στάση για μια «νέα ερμηνεία» αυτής της διδασκαλίας, αλλά και το γεγονός ότι και οι προσπάθειες τουλάχιστον μιας δυνατότητας μιας τέτοιας νέας ερμηνείας ( όπως στον ολλανδικό κατηχησμό) βρήκαν στη Ρώμη (και το ολλανδικό επισκοπάτο) ξεκάθαρη αντίσταση. Κατόπιν αυτών πρέπει να πούμε: υπό την προοπτική ορισμένων παραμενόντων αμφιβολιών, φαίνεται λοιπόν-και αυτό πρέπει να το λάβουμε υπόψιν και να το πραγματοποιήσουμε για την ατομική μας περί πίστεως συνείδηση-πως de facto δεν μπορούμε να πούμε μόνο: Η περί πίστεως συνείδηση της Εκκλησίας και η διδασκαλία της αναφέρεται μόνο στον Ματθαίο και τον Λουκά, απλώς μεταφέρει δηλαδή το ερώτημα για το περιεχόμενο και τον βαθμό υποχρέωσης της περί εκ παρθένου γεννήσεως διδασκαλία στη Γραφή, αλλά πρέπει επίσης να πούμε: όλα συνηγορούν, και τίποτα δεν εναντιώνεται, στο ότι η διδασκαλία της Εκκλησίας, η περί πίστεως συνείδηση της Εκκλησίας, διδάσκει απόλυτα την εκ παρθένου γέννηση, με δική της ευθύνη και δικό της κίνδυνο.

Η (υπηρεσία) διδασκαλία της Εκκλησίας-και με τον τρόπο αυτό ερχόμαστε πάλι σε μια πιο στενή θεμελίωση αυτής της κρίσης της θεολογικής κατάστασης στο ερώτημα αυτό-φαίνεται πως τον τελευταίο καιρό, ενώπιον του «ολλανδικού κατηχησμού» και στη σύνοδο των επισκόπων δεν θεωρεί τη διδασκαλία περί της εκ παρθένου γεννήσεως ως ανοικτό ερώτημα, αλλά ως δόγμα που πρέπει να γίνει σεβαστό. Μια θετική απόρριψη της εκ παρθένου γεννήσεως θα βρει σίγουρα και σήμερα μια αποφασιστική αντίσταση από την υπηρεσία της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, και αυτή η αντίσταση πρέπει σε κάθε περίπτωση-εσωτερικά, εκ της ουσίας της καθολικής πίστεως- να γίνει σεβαστή, και από την περί πίστεως συνείδηση του κάθε καθολικού Χριστιανού ατομικά, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος αναγκαστικός λόγος για την άρνηση της εκ παρθένου γεννήσεως.

Επιπλέον: Το παραμένον δικαίωμα της «natus ex Maria Virgine» μέσα στα Σύμβολα-ιδιαιτέρως στο Αποστολικό-δεν επιτρέπεται να αμφισβητείται. Ακόμα και κάποιος σαν τον ευαγγελικό θεολόγο Pannenberg, που θεωρεί την εκ παρθένου γέννηση ως θρύλο (Βασικά χαρακτηριστικά της Χριστολογίας, Gütersloh 1964, 146), λέει πως αυτό το «natus ex Maria virgine» που βρίσκεται στο Αποστολικό Σύμβολο της πίστεως, το οποίο η Εκκλησία απαγγέλλει και ομολογεί, πρέπει να παραμείνει. Αν μια τέτοια στάση είναι λογικά συνεπής και ανθρωπίνως υπεύθυνη, είναι μια άλλη ερώτηση, με την οποία δεν μπορούμε να ασχοληθούμε εδώ. Το ότι όμως το Αποστολικό Σύμβολο της Πίστεως, έτσι όπως είναι, δεν είναι ένα μέγεθος, το οποίο, όπως και όλα τα προηγούμενα, μπορούμε να αλλάξουμε σύμφωνα με την υποκειμενική μας, εξαρτώμενη από τον χρόνο θεολογική μας γνώμη, και πως αυτονόητα δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να εγκαταλείψουμε το «ex Maria Virgine» ή το «Virgine», που βρίσκεται εδώ και εκεί, είναι βασικά αυτονόητο. Δεν είμαστε οι κατασκευαστές της πίστεως μας, αλλά μάρτυρες της πίστεως, που ήρθε προς εμάς, και βρήκε την πραγματική και για μας υποχρεωτική έκφραση της ακριβώς στο αποστολικό Σύμβολο της Πίστεως.

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΧΘΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΗ ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗ ΣΑΝ ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ: TO ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΕΤΑΙ ΛΟΓΩ ΜΙΑΣ ΒΑΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΠΡΕΠΟΥΣ, ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ. ΣΑΝ ΝΕΟΣ ΚΑΘΑΡΟΣ, ΟΠΩΣ ΝΙΠΤΟΥΜΕ ΤΑΣ ΧΕΙΡΑΣ ΜΑΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΝΙΠΤΟΥΜΕ ΤΑ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΑΣ, ΜΙΜΟΥΜΕΝΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΘΑΡΜΟΥΣ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΠΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΣΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως γ

 Συνέχεια από: Σάββατο 1η Ιουνίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως γ

Του Karl Rahner

                                                                  
Ορίζοντες κατανόησης της εκ παρθένου γεννήσεως

Ας κάνουμε ορισμένες υποδείξεις για τους τελευταίους θεολογικούς ορίζοντες κατανόησης, εντός των οποίων και μόνο μπορεί να στοχασθεί κανείς θεολογικά περί της εκ παρθένου γεννήσεως.

1. Η ενότητα του ανθρώπου μέσα στις διάφορες διαστάσεις του.


Εξ αρχής δεν επιτρέπεται σε μια θεολογία να διασπάσει τον άνθρωπο, έτσι ώστε ένας προορισμός του, που ισχύει υπό μια ορισμένη οπτική γωνία, να είναι εντελώς αδιάφορη για τον προορισμό μιας άλλης στιγμής αυτού του ανθρώπου. Στην καθολική θεολογία λέμε σήμερα τόσο συχνά, πως ο άνθρωπος είναι ένας, πως η πνευματικότητα του είναι σωματική, και η σωματικότητα του πνευματική. Πως δεν μπορεί να τον διασπάσει κανείς σε σώμα και ψυχή, σαν δυο πράγματα που συνδέονται εκ των υστέρων. Εκνευριζόμαστε με τις έννοιες της ελληνικής αρχαιότητας, με τις οποίες (όσοι τις χρησιμοποιούν) διασπούν τον άνθρωπο πνευματιστικά (spiritualistisch), και η σωματικότητα του, η ιστορικότητα του, το βιολογικό του Dasein, η σεξουαλικότητα του, κτλ., υποτιμούνται. Αν αυτό ισχύει, αν αυτό είναι καλό, αν μια τέτοια τάση θέλει κατά πρώτον και πηγαία, να διατηρήσει μέχρι τέλους την ενότητα του ανθρώπου, μέσα στην οποία κάθε πολύπλευρη στιγμή (pluralistisches Moment) του ενός όλου έχει κάποια σημασία και για κάθε άλλη στιγμή μέσα σε αυτό το πλουραλιστικό ένα, τότε δεν επιτρέπεται να το ξεχάσουμε στην περίπτωση της ερώτησης μας. [ ΑΝ...]

Ο επηρεασμός του ενός ολόκληρου ανθρώπου, μέσω του καθορισμού μιας και μόνο στιγμής, μιας μοναδικής διάστασης, είναι φυσικά πολύ μεταβλητή, δεν πρέπει όμως να την αρνηθούμε ή να την αγνοήσουμε. Είναι αυτονόητο για παράδειγμα, πως η σωματικότητα της πνευματικότητας, της προσωπικότητας, της κοινωνικότητας του ανθρώπου είναι ένας προορισμός της πνευματικότητας, της προσωπικότητας, της δι-επικοινωνίας του ανθρώπου, ο οποίος (προορισμός) ξεκινώντας από την σωματική-υλική του διάσταση φτάνει πολύ πιο βαθιά, , απ’ ότι αυτό το σώμα θα έφτανε, εάν το καθόριζε οποιαδήποτε πιτσιλιά από κάποια λακκούβα με νερό. Όλα όμως είναι μια στιγμή του όλου, και κάθε τι στην ενότητα του ανθρώπου εξαρτάται από το άλλο, παρασύρεται από αυτή την στιγμή. Κάθε δήλωση για την μια διάσταση του ανθρώπου είναι ήδη-έστω με τρόπο μεταβλητό-μια δήλωση για όλο τον άνθρωπο, και μια-φυσικά mutatis mutandis- δήλωση και για τις άλλες του διαστάσεις. Όταν λέω ότι ο άνθρωπος είναι χωροχρονικός, τότε αυτό, αν και είναι κατ’ αρχάς μια δήλωση περί της υλικότητάς του, είναι επίσης μια δήλωση που αφορά την προσωπική του επικοινωνία, την πνευματική του γνώση, την ελευθερία του, κτλ11.

Αυτό ανήκει και στον ορίζοντα κατανόησης, όταν τίθεται το ερώτημα για το γίγνεσθαι (das Werden) του Ιησού
[ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ, ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ, ΟΠΩΣ ΚΑΘΟΡΙΣΕ ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΠΡΩΤΟΣ Ο ΧΕΓΓΕΛ]. Αν είναι ως ολόκληρος, ένας, διαφορετικός από μας, έτσι η διαφορετικότητα του ανθρώπινου Είναι και γίγνεσθαι Του είναι τέτοια ώστε πρέπει κατά κάποιο τρόπο να επηρεάζει και την σωματικότητα Του, έστω και αν εμείς δεν μπορούμε, υπό ορισμένες συνθήκες, να μάθουμε τίποτα περί αυτού.

Η διαφορά μεταξύ θαύματος/σημείου και τέρατος (Wunder und Mirakel)


Ο στοχασμός περί αυτών των οριζόντων κατανόησης μας δείχνει φυσικά, πόσο πολύ εμπλεκόμαστε, θέτοντας μια τέτοια μοναδική ερώτηση, με το όλο της θεολογίας, αν και δεν κινούμε το σύνολο της θεολογία και στο σημείο αυτό δεν μπορούμε να το αναπαραστήσουμε με τον ταιριαστό για το πράγμα τρόπο.

Αυτοί οι ορίζοντες κατανόησης αφορούν και τη διαφορά μεταξύ τέρατος και θαύματος-σημείου12. Το θαύμα ανήκει στον χώρο της πίστεως, η οποία απορρίπτει το τέρας, καθώς αυτό αντιτίθεται στην πίστη. Αυτό θέλει να πει: η πράξη του Θεού επί του ανθρώπου, την οποία η πίστη προσλαμβάνει και αποδέχεται, αφορά ολόκληρο τον άνθρωπο. Εμφανίζεται δηλαδή και ως σημείο μέσα στην ιστορική-εμπειρική του διάσταση. Αλλιώς ο Θεός δεν θα ήταν ένας Θεός σωτηρίας του ενός συγκεκριμένου, σωματικού, ιστορικού ανθρώπου, αλλά ένας μυστηριώδης ιδεολογικός Θεός, στον οποίο είναι ανοικτή μόνο μια διάσταση του ανθρώπου, η εσωτερικότητα του, η συνείδηση του, κτλ., ο οποίος (Θεός) δε θα είχε καμιά σχέση με την ολότητα της πραγματικότητας του ανθρώπου. Αν υπάρχει μια σωτηριώδης πράξη του Θεού, που εννοεί ολόκληρο, τον ένα άνθρωπο-και σωτηρία δεν έχει κανένα νόημα, αν δεν εννοεί ολόκληρο τον άνθρωπο-, τότε η πράξη αυτή του Θεού είναι τέτοια, ώστε να καθορίζει μεν αντίστοιχα προς την πολλαπλότητα και την εσωτερική διαφορά της διάστασης του ανθρώπου αυτές τις ξεχωριστές διαστάσεις, αλλά δεν σταματά εξ αρχής σε μια συγκεκριμένη διάσταση, σαν να αποκλείεται από εκεί. Το θαύμα σημαίνει λοιπόν μια με χαρακτήρα σημείου εμφάνιση και επίδραση της σωτηριώδους πράξης του Θεού μέσα στη διάσταση της σωματώδους ιστορικότητας, μια εμφάνιση, η οποία ερμηνεύεται από την πίστη και συλλαμβάνεται σε μια αμοιβαία σχέση συνθηκών μεταξύ της εμφάνισης της σωτηριώδους πράξης του Θεού που ερμηνεύεται από την πίστη και της πίστης, η οποία λαμβάνει τη δύναμη της από το σημείο. Και αυτή ακριβώς αυτή η πίστη απορρίπτει το τέρας. (Παρεμπιπτόντως: η διάκριση τέρατος και σημείου είναι καθ’ εαυτή δεδομένη στην καθημερινή χρήση της γλώσσας, είναι καλό όμως να πούμε και να δούμε, πως εδώ το τέρας κατανοείται με μια πολύ συγκεκριμένη έννοια.) Το τέρας απορρίπτεται και απωθείται από την πίστη ως κάτι που αντιτίθεται στο Θεό και την πίστη, δηλαδή ως μια υποτιθέμενη εκδήλωση της δύναμης του Θεού στη διάσταση της φύσεως και της εμπειρικής ιστορίας του ανθρώπου, μια εκδήλωση η οποία θέλει να επιβληθεί στην απλώς κοσμική (βέβηλη) εμπειρία του ανθρώπου, χωρίς διάθεση πίστεως και χωρίς πίστη, πράγμα που θα καθιστούσε αδύνατη μια απόφαση της πίστεως με μια αληθινή και προσωπική έννοια, την οποία και θα απωθούσε. Το πραγματικό θαύμα μπορεί να κατανοηθεί είτε μέσα στην πίστη ως θεμέλιο της πίστεως, όπως για παράδειγμα η Ανάσταση του Ιησού, που είναι τόσο αντικείμενο πίστεως, όσο και θεμέλιο της πίστεως, που σε μια analysis fidei πρέπει να γίνει εγγύτερα αντικείμενο στοχασμού. Μπορεί επίσης να κατανοηθεί και ως ένα τέτοιο θαύμα, που πρέπει να διακριθεί από το τέρας, αλλά δεν είναι πραγματικά θεμέλιο της πίστεως, «σημείο», αλλά απλώς μια επίδραση της σωτηριώδους πράξεως του Θεού μέσα στη σωματώδη ιστορικότητα του ανθρώπου, και μπορεί να αναγνωρισθεί ως απλό αντικείμενο της πίστεως. Με την έννοια αυτή, δεν είναι κάθε θαύμα, δηλαδή κάθε σωτηριώδης πράξη του Θεού η οποίο εισέρχεται στην ανθρώπινη εμπειρία, και ένα σημείο (semeion) που θεμελιώνει την πίστη (αυτή είναι φυσικά μια πιο στενή και ίσως πιο ακριβής έννοια του θαύματος), αλλά μπορεί πάντως και πρέπει προφανώς να λογαριάζει, πως τέτοιες σωτηριώδης πράξεις δυνάμεως του Θεού, που εισέρχονται στην ιστορική-εμπειρική διάσταση του ανθρώπου, μπορεί να είναι και τέτοιες, ώστε τα θαύματα αυτά να είναι αντικείμενο πίστεως, χωρίς αναγκαίως να θεμελιώνουν την πίστη.

Με αυτή την θεμελιώδη διάκριση μεταξύ θαύματος ως σημείου και του εντυπωσιακού τέρατος, δεν έχει βέβαια υπερβαθεί η πρακτική δυσκολία της εφαρμογής της διάκρισης αυτής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Πρέπει όμως να επισημάνουμε τη διάκριση αυτή, όταν ως προς το πρόβλημα μας προκαλεί μάλλον μια ερώτηση, παρά δίνει μια απάντηση.

Είναι για παράδειγμα εξ αρχής ασαφές, αν μια «μαζικά/στέρεα», με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο κατανοημένη εκ παρθένου γέννηση, είναι ένα πιστευόμενο, αν και μη θεμελιώνον την πίστη θαύμα, και ως τέτοιο είναι πιστευτό, ή αν είναι ένα απορριπτέο τέρας. Καταδεικνύεται πάντως, πως το περί της εκ παρθένου γέννησης ερώτημα, είναι ένα αληθινό θεολογικό ερώτημα, που προηγείται ενός λογοτεχνικού-ιστορικού ή διανοητικού σκεπτικισμού, και ως τέτοιο πρέπει να τεθεί. Γιατί αυτή θεμελιώδης διάκριση μεταξύ θαύματος και τέρατος προηγείται τέτοιον φιλολογικών και ιστορικών στοχασμών, ώστε δεν επιτρέπεται στην πίστη να συγχύσει αυτά τα δυο πράγματα, και πρέπει να θέσει το ερώτημα ως προς ένα προφανώς προσφερόμενο φαινόμενο: Είναι αυτό ένα αληθινό θαύμα ή ένα απορριπτέο τέρας; Το ερώτημα αυτό δεν προέρχεται απ’ έξω, από κάποιον εξωτερικό ορθολογικό ή ιστορικό σκεπτικισμό, αλλά πηγάζει από την ίδια την ουσία της πίστεως, έτσι ώστε -ανεξαρτήτως των λογοτεχνικών-ιστορικών ή ιστορικών ερωτημάτων-πάντως το ερώτημα περί της εκ παρθένου γεννήσεως να το θέσουμε ως ερώτημα - που δεν σημαίνει ότι τίθεται ως ένα ερώτημα χωρίς απάντηση ή ορθολογικά ως ένα ερώτημα που πρέπει να το εγκαταλείψουμε-, αλλά να το θεωρήσουμε ως ένα αληθινό θεολογικό ερώτημα, που δεν είναι από κάθε άποψη ήδη ξεπερασμένο από την απάντηση σε αυτό. Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί πραγματικά μέσα στους στοχασμούς μας. Γιατί θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουν πολλά ερωτήματα που προηγούνται αυτού, και εδώ δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτά. Το ερώτημα όμως αυτό πρέπει να τεθεί, γιατί το σκοτάδι του και η έλλειψη δυνατότητας απάντησης του, ανήκει σε εκείνες τις αμφιβολίες, που παραμένουν ακόμα και όταν προσεκτικά και μετριόφρονα θεωρούμε πως πρέπει να απαντήσουμε θετικά στο κεντρικό ερώτημα, με την έννοια μιας παραδοσιακής απάντησης.

Μετριοφροσύνη απέναντι στην ατομικά και εποχικά-ιστορικά καθοριζόμενη κατάσταση της πίστεως

Αυτό που είναι από μόνο του αυτονόητο, πρέπει να επαναληφθεί εδώ για μια φορά ακόμη: η θεολογικά αναγκαία μετριοφροσύνη απέναντι σε ένα πρόβλημα ενώπιον της κατάστασης της πίστεως, που πάντοτε σε κάθε άνθρωπο καθορίζεται ατομικά και εποχικά ιστορικά.

Μια τέτοια συγκεκριμένη, ιστορικά καθορισμένη, μη δυνάμενη να ξεπεραστεί, τόσο ατομικά όσο και συνολικά-εποχικά δεδομένη κατάσταση της θεολογίας, πρέπει να ιδωθεί και επιβάλλει μετριοφροσύνη και προσοχή. Μας προειδοποιεί, να μην απαντήσουμε βεβιασμένα και φτηνά μια ερώτηση, μέσα από ένα πολύ ασαφές και υποκειμενικό αίσθημα, ακριβώς τότε και εκεί, όπου σε μια τέτοια απάντηση, που εξαιτίας ατομικών υποκειμενικών προϋποθέσεων δεν έχει επεξεργασθεί, βρίσκεται (μέσα στην απάντηση) μια ξεκάθαρη αντίθεση προς αυτά που πιστεύει και διδάσκει η Εκκλησία. Και όταν ακριβώς κάτι φαίνεται «προφανές» σε κάποιον, και αυτός αντιδρά αρνητικά με πολλή συναισθηματική αυτοπεποίθηση σε μια αντίθετη απάντηση, και όταν σε σύγκριση με παλιότερα δεν έχει αλλάξει ριζικά η κατάσταση, όσον αφορά τα αντικειμενικά επιχειρήματα, τότε χρειάζεται προσοχή.

Μπορεί βέβαια να ισχύει, πως ακριβώς τώρα είναι δεδομένη η συλλογική νοοτροπία, ως προς την συλλογική ψυχολογία, η οποία (νοοτροπία) είναι αναγκαία για μια πραγματική εκτίμηση των ορθολογικών επιχειρημάτων, που και προηγουμένως είχαν εκφρασθεί, αλλά δεν είχαν επιδράσει. Μια τέτοια νέα νοοτροπία μπορεί υπό ορισμένες συνθήκες να απαιτήσει με το δίκαιο της, να αναγνωρισθούν επιτέλους ως ορθά και «επίσημα» τα επιχειρήματα ορθολογικής φύσεως, τα οποία εδώ και καιρό είναι δεδομένα. Μπορεί όμως να ισχύει, πως μια συγκεκριμένη συναισθηματικά βέβαιη για τον εαυτό της νοοτροπία, είναι απλώς μόδα, μια εποχικά καθορισμένη τύφλα, που δεν είναι πια σε θέση, να τιμήσει επαρκώς τα παλιά επιχειρήματα για την «παλιά» διδασκαλία. Η τιμή (αξιοπρέπεια) της αλήθειας και η αυθεντικότητα της αληθινής πίστεως μας υποχρεώνουν να είμαστε προσεκτικοί, τόσο ως προς τις παλιές, όσο και τις νέες εποχικά ή ατομικά καθοριζόμενες νοοτροπίες, που μας τυφλώνουν ως προς τις παλιές ή νέες αλήθειες. Όπου αισθάνεται κανείς κάτι πολύ γρήγορα και με «πεποίθηση» ως «αυτονόητο», η με σκεπτικισμό προσοχή είναι οπωσδήποτε χρήσιμη. Μια τέτοια αμφιβολία και υπολογισμός μιας συγκεκριμένης κατάστασης πίστεως μπορεί να καθορίσει επίσης, πως ένας κάποιος κάνει μια δήλωση και ταυτόχρονα, όσο ισχυρά και να την κάνει και να εμμένει σε αυτήν, συνυπολογίζει και μια κάποια ανοικτοσύνη ενώπιον μιας εξέλιξης της συνείδησης της πίστεως, χωρίς  εξαιτίας αυτού να λέει: ναι, η Εκκλησία δεν είναι φυσικά τόσο προχωρημένη, αλλά εγώ, ο χωρίς προκαταλήψεις μοντέρνος άνθρωπος, γνωρίζω ακριβώς, προς τα που θα πάει η εξέλιξη. Αυτή η μη μετριόφρον βιασύνη, ακριβώς εκεί όπου νομίζει κανείς, πως πρέπει να λογαριάζει με μια ακριβέστερη εξέλιξη της ερμηνείας της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, είναι στο σημείο αυτό παράταιρη. Μια υπό περιστάσεις, καθ΄εαυτή και αφηρημένα πιο ορθή, αλλά βεβιασμένη απάντηση, μπορεί να είναι ηθικά απορριπτέα.

Όταν λοιπόν στοχάζεται κανείς για παράδειγμα το πρόβλημα της συνειδήσεως του ιστορικού Ιησού, και ρωτά, αν ο Ιησούς σε ένα εξωτερικό στρώμα της συνειδήσεως του, είπε ή σκέφτηκε κάτι, -αποκομμένο από την ολότητα της υπαρξιακά πραγματοποιημένης του γνώσης- που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως εσφαλμένο, τότε βλέπει κανείς στο παράδειγμα αυτό, πως μπορεί να είναι καλύτερα να σφάλλει, παρά να αρπάξει από το δέντρο της γνώσεως μια ανώριμη αλήθεια, ακόμα και όταν, ειδομένη σε ένα ορθολογικό ψευδό-αντικειμενισμό, μια τέτοια πρόταση μπορεί να είναι η σωστότερη. Όλα αυτά όμως δεν μπορούμε να τα διαπραγματευτούμε στο σημείο αυτό.

Συνεχίζεται με

Η διδασκαλία της Εκκλησίας περί της εκ παρθένου γεννήσεως

Η ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΚΙΝΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ. 

ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΡΧΗΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ ΚΑΙ ΕΔΡΑΙΩΣΑΝ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ COPY PASTE, ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΛΕΣΧΗ DASEINΟΒΙΩΝ.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως β

 Συνέχεια από: Πέμπτη 30 Μαίου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως β

Του Karl Rahner

                                                               
4. Σε αντίθεση προς μια προηγούμενη αντίληψη της παραδοσιακής καθολικής εξηγητικής-δεν πρέπει ή δεν μπορεί πια, για διάφορους λόγους, να γίνει αποδεκτό, πως η δήλωση περί της εκ παρθένου γεννήσεως βασίζεται άμεσα σε μια φράση της Μητέρας του Κυρίου.[TOTE; ΝΕΟΣ ΘΩΜΑΣ;] Μπορούμε όμως αυτές τις μαρτυρίες, μέσα στις οποίες γίνεται λόγος για την εκ παρθένου γέννηση, να τις αντιληφθούμε ως Midrasch5 (Ο Γάλλος εξηγητής R. Laurentin ερμηνεύει την ιστορία της παιδικής ηλικίας στο Λουκά ως Midrasch), δηλαδή ως ένα απεικονιστικό, ανανεωτικό κήρυγμα, ως μια διδακτική και εποικοδομητική διήγηση. Μπορούμε να πούμε: ως ένα δημιούργημα της θεολογίας, η οποία υπάρχει αυτονόητα ήδη μέσα στην Καινή Διαθήκη, και το οποίο θέτει και απαντά ορισμένα θεολογικά ερωτήματα. [ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ; ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΥΠΟΝΟΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ;]

Δεν έχουμε ούτε το δικαίωμα, ούτε την υποχρέωση, μέσα σε μια καθολική δογματική να αντιλαμβανόμαστε μεμονωμένες προτάσεις της Καινής Διαθήκης, γενικά μιλώντας, ως συγκεκριμένες, ανθρώπινα διατυπωμένες προτάσεις, που κατέβηκαν τηλεφωνικά από τον ουρανό.[ΜΟΝΟ ΟΣΕΣ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΕΒΟΣ]Πρέπει να προσεχθεί εντός της Καινής Διαθήκης η διαφορά μεταξύ πηγαίας, σωτηριολογικής εμπειρίας, που δεν μπορεί να μειωθεί περαιτέρω, από την μια, και θεολογικού στοχασμού περί των δεδομένων αυτών της σωτηριολογικής (ιστορίας της σωτηρίας) εμπειρίας και αποκαλύψεως, από την άλλη. Ήδη μέσα στην Καινή Διαθήκη γίνεται, παράγεται θεολογία. Στα παύλεια γραπτά αυτό είναι περισσότερο από χειροπιαστό. Αυτές οι θεολογικές προτάσεις βρίσκονται για τον καθολικό δογματολόγο κάτω από την εγγύηση της εμπνεύσεως και της υποχρεώνουσας πίστεως της Αγίας Γραφής. Από αυτήν την άποψη είναι φυσικά, και για τον λόγο αυτό, τυπικά ακόμα αποκάλυψη του Θεού σε μας, η οποία (αποκάλυψη) χρησιμοποιεί αυτή μας την πίστη. Οι προτάσεις όμως αυτές, χωρίς να αμφισβητείται η τυπική τους αυθεντία ως προτάσεων της Αγίας Γραφής, είναι δευτερεύουσες προτάσεις, εφόσον, αν και εντός της εποχής της αποστολικής αποκαλύψεως, παράγονται από τις πρωταρχικές θεολογικές δηλώσεις. Όταν ο Παύλος λέει: «Ο Χριστός είναι ο δεύτερος Αδάμ» (Α’ Κορ. 15,45: οὕτω καὶ γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ᾿Αδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος ᾿Αδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν· και 15,22: ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ ᾿Αδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται) , τότε η πρόταση αυτή δεν ήρθε τηλεφωνικά από τον ουρανό, ούτε του δόθηκε με θαυματουργό τρόπο από το Άγιο Πνεύμα, αλλά είναι ένας πολύ σωστός, σημαντικός θεολογικός στοχασμός, περί αυτού που ο Παύλος γνωρίζει με ένα αυθεντικό τρόπο για τον Αναστημένο, ως τον απόλυτο Σωτήρα (Heilbringer: κυριολεκτική μετάφραση: κομιστής της σωτηρίας), τον οποίο (στοχασμό) εκφράζει με αυτές τις έννοιες κάτω από αυτές τις περιστάσεις. [Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΣΤΟΥΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΙΑΝΟΥΣ ΛΟΙΠΟΝ;]Αν και εφόσον μια τέτοια σκέψη-που μόλις εκτέθηκε-επιτρέπεται να εφαρμοστεί και στην περίπτωση μας, αν και επειδή δεν χρειάζεται να υποθέσουμε, ότι η πρόταση περί της εκ παρθένου γεννήσεως δεν προέρχεται άμεσα από μια ατομική μαρτυρία της μητέρας του Ιησού, πρέπει φυσικά να πούμε, πως εδώ συμβαίνει ένας θεολογικός στοχασμός για το γίγνεσθαι (das Werden) του Ιησού, που γνωρίζουμε για το Πάσχα, και (πρέπει να πούμε) πως ένας τέτοιος θεολογικός στοχασμός μπορεί να παρατεθεί και με την μορφή ενός Midrasch, μιας δραματουργικής και ανανεωτικής (aktualisierend) διδακτικής διήγησης.[ΚΑΙ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ; ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΩΣΑΝ ΕΠΕΙΔΗ ΜΙΛΟΥΣΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ; ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΦΡΟΥΝΤ;]

Ένα τέτοιο λογοτεχνικό γένος δεν εμπερικλείει αναγκαστικά την απαίτηση, πως το δραματικά σκηνοθετημένο κείμενο, με την μοντέρνα έννοια της ιστορίας (Historie) πρέπει εξαρχής να κατανοηθεί αυστηρώς ιστορικά. Αυτός όμως από την άλλη, δεν αποκλείει, πως ένας τέτοιος σκηνοθετικός θεολογικός στοχασμός μπορεί να κάνει προτάσεις, που είναι αληθείς και παραμένουν σε ισχύ για μας. Για το δόγμα της σωματικής πρόσληψης της Μαρίας στον Ουρανό, έχουμε ένα, αν και πιο ύστερο, παράλληλο παράδειγμα7 (K. Rahner: Η ανθρωπολογική σημασία του περί Assumptio δόγματος. Gloria Dei 9, 1954, σελ. 132-139).[ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΟΥ; ΘΕΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟ ΣΙΓΟΥΡΑ] Όταν τον 3ο, 4ο και 5ο αιώνα οι θρύλοι διηγούνται περί της πορείας της Αγίας Παρθένου στον Ουρανό (Heimgang, επιστροφή στο σπίτι), πως ξύπνησε από τον τάφο, και οι Απόστολοι βρήκαν τον κενό τάφο, τότε οι διηγήσεις αυτές είναι θρύλοι από ιστορικής άποψης, αλλά μέσα σε αυτή την θρυλική σκηνοθεσία μπορεί να γίνει μια θεολογικά πραγματική, αληθής και ισχύουσα πρόταση, πως η Αγία Παρθένος ως ολοκληρωτικά σωσμένη, κατέχει ήδη εκείνη την τελείωση, την οποία ομολογούμε ως ελπίδα μας, όταν λέμε: Πιστεύω στην ανάσταση της σάρκας. Δεν μπορούμε να πούμε απλώς «θρύλος» και να θεωρούμε πως το πράγμα έχει ξεκαθαρίσει! Ο θεολογικός στοχασμός, που λειτουργεί μέσα σε ένα τέτοιο Midrasch, θέτει μάλλον το ερώτημα, αν (ο στοχασμός) μέσα σε αυτό που στην πραγματικότητα θέλει να πει, έχει δίκαιο ή όχι. Και το ερώτημα αυτό διπλασιάζεται σε δυο. Το πρώτο έχει ως εξής: μπορούμε εμείς οι ίδιοι να παρακολουθήσουμε αυτό τον στοχασμό έτσι, ώστε να μπορούμε να καταλάβουμε την νομιμότητα του πραγματικού του περιεχομένου και του αποτελέσματος του (στοχασμού). Όταν ο Παύλος, για να μείνουμε στο παλιό παράδειγμα, λέει: ο Χριστός είναι ο δεύτερος Αδάμ, τότε μπορούμε, αν γνωρίζουμε κάποια παλαιοδιαθηκική θεολογία περί του Αδάμ, και έχουμε ως προϋπόθεση τα πραγματικά δεδομένα της Χριστολογίας του Παύλου, να καταλάβουμε μαζί με τον Παύλο, πως φτάνει σε μια τέτοια δήλωση. Και μπορούμε επομένως να εκφράσουμε (μαζί με τον Παύλο) και να καταλάβουμε το ακριβές νόημα, την νομιμοποίηση και τα όρια ενός τέτοιου βιβλικού θεολογούμενου. Το άλλο ερώτημα, το οποίο τίθεται σχετικά προς ένα τέτοιο θεολογικό συλλογισμό, ενδεδυμένο ως Midrasch[ΥΠΑΓΕ ΟΠΙΣΩ ΜΑΣ. ΤΕΛΙΚΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ ΟΠΙΣΩ ΜΑΣ Ο ΒΡΩΜΙΑΡΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΑ], είναι εάν για άλλους λόγους, ακόμα και χωρίς μια άμεση κατανόηση της εν λόγω θεολογικής σκέψης, πρέπει να αποδεχθούμε το αποτέλεσμα ενός τέτοιου θεολογικού στοχασμού. Για παράδειγμα: αν κανείς δεν γνωρίζει αρκετά την θεολογία του περιβάλλοντος της Καινής Διαθήκης, για να μπορέσει από μόνος του να καταλάβει τις σκέψεις που οδηγούν στη φράση «Ο Χριστός είναι ο δεύτερος Αδάμ», και γι’ αυτό πρέπει να πει: Αυτή η πρόταση είναι σωστή, απλώς επειδή βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη. Κατά την αποδοχή της τυπικής αυθεντίας της από την Γραφή προερχόμενης πρότασης, μπορεί το ακριβές του νόημα να μείνει ασαφές, αλλά αυτό δεν θα άλλαζε τίποτα ως προς την αυθεντία (Autorität) της.

Σε ένα πιο σημαντικό παράδειγμα, αυτό που εννοείται είναι πολύ πιο σαφές. Αναφερόμαστε στο προπατορικό αμάρτημα. Εάν και εφόσον ο θεολογικός στοχασμός της Καινής Διαθήκης ή ο στοχασμός απλώς της Εκκλησίας, οδηγεί σε μια τέτοια δογματική πρόταση περί υπάρξεως του προπατορικού αμαρτήματος, τότε μια δήλωση της εκκλησίας ή της Καινής Διαθήκης, που υποχρεώνει σε πίστη, είναι εκ των προτέρων δεδομένη ως προς την ερώτηση, αν κανείς ως άτομο μπορεί ή όχι, να παρακολουθήσει (καταλάβει) ξεκάθαρα και λογικά, την θεολογία αυτή περί προπατορικού αμαρτήματος, η οποία (θεολογία) βασίζεται σε πρωτόγονα, γενικά προαπαιτούμενα, σκέτα δεδομένα. Η τελευταία αυτή υποχρέωση από την άλλη, δεν αποκλείει, πως μέσα στην θεολογία έχει κανείς το δικαίωμα και την υποχρέωση, να ρωτήσει για τέτοια ενδοβιβλικά θεολογούμενα, πως προέκυψαν κατ’ αρχάς, καθώς μέσω μιας τέτοιας ερώτησης, το νόημα και τα όρια μιας τέτοιας δήλωσης, μπορούν να συλληφθούν καλύτερα και καθαρότερα.

5. Η κηρυγματική πρόθεση της δήλωσης περί της εκ παρθένου γεννήσεως αναφέρεται στον Ματθαίο και Λουκά στον Ιησού (και μόνο έμμεσα στη Μαρία), και θέλει να Τον δηλώσει ως κάποιον, που έχει μια μοναδική σχέση προς τον Θεό και είναι μια ριζική νέα αρχή της ιστορίας της σωτηρίας8 (καταληκτικός λόγος του Laurentin, Struktur 182). Καθαρά από απόψεως της βιβλικής θεολογίας, δεν μπορεί να αποφασισθεί ξεκάθαρα, εάν αυτό που ο Ματθαίος και Λουκάς εννοούν λέγοντας εκ παρθένου γέννηση, είναι ταυτόσημο με την θεμελιώδη δήλωση περί μιας ριζικά μοναδικής σχέσης του Ιησού προς τον Θεό και περί Αυτού ως της ριζικής νέας αρχής της ιστορίας της σωτηρίας, ή αν η δήλωση περί της εκ παρθένου γεννήσεως προέρχεται από το δεδομένο αυτό, αλλά αποτελεί ένα θεολογικά διαφορετικό συμπέρασμα.[ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΗΝ ΚΟΤΑ Ή Η ΚΟΤΑ ΤΟ ΑΥΓΟ;] Κατά τον ακριβέστερο προσδιορισμό του νοήματος και των ορίων της δήλωσης αυτής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και η κηρυγματική πρόθεση των δηλώσεων των Ευαγγελιστών. Η τελευταία πρόθεση δήλωσης θέλει βέβαια να δηλώσει το νέο, το μοναδικό και τελειωτικό αυτού του Ιησού, το οποίο αναγνωρίζει κανείς, όχι από την αρχή Του, αλλά από το τέλος Του, την Ανάσταση. Από εδώ όμως μπορεί κανείς, και πρέπει να κάνει δηλώσεις[ΥΠΟΘΕΤΙΚΕΣ ΕΣΤΩ] περί Αυτού, και για τον λόγο αυτό και περί της έναρξης Του, εάν δε θέλει να καταφύγει σε μια δευτερεύουσα συνειδησιακή Χριστολογία.

Έτσι δεν είναι πολύ απλό να αποφανθούμε καθαρά από απόψεως της βιβλικής θεολογίας, εάν ο Ματθαίος και ο Λουκάς, λέγοντας «εκ παρθένου γέννηση» θέλουν να δηλώσουν μια πραγματικά διαφορετική πραγματικότητα που είναι συνέπεια αυτής της θεμελιώδους αρχής, ή αν με ένα άλλο τρόπο λένε ξανά το ίδιο, που είναι ταυτόσημο με αυτό από το οποίο ξεκινούν.

6. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να ισχυριστεί κανείς, πως έχει αποδειχθεί, ότι η εκ παρθένου γέννηση της Γραφής, είχε στους αρχαίους μύθους περί ενός ιερού γάμου (hieros gamos) ή στις αντιλήψεις του ιουδαϊκού περιβάλλοντος την εποχή του Ιησού, (είχε) παραγωγικά λειτουργούντα πρότυπα9 (Το θέμα εκτίθεται ακριβέστερα στον M. Schmaus, Katholische Dogmatik V. Ήδη ο Dibelius είχε καταδείξει,  πως δεν υπάρχει καμιά μυθολογική κατανόηση, όπως την γνωρίζουμε από τον ελληνιστικό συγκρητισμό…). Όταν από τη μια συμπυκνώνει και τυποποιεί κανείς τέτοιους αρχαίους μύθους, και όταν από την άλλη χωρίς καμιά προσοχή για αυτό που στο σημείο αυτό θέλει να πει η Γραφή για την εκ παρθένου γέννηση, και χωρίς να λαμβάνει υπόψιν από που οι δηλώσεις αυτές της Γραφής προέρχονται, και μετά τα παραλληλίζει αυτά, τότε ο παραλληλισμός αυτός δεν λέει τίποτα. Λόγω της περιπλοκής της ανθρώπινης γλώσσας μέσα στην ολική διεκπεραίωση της ζωής, είναι αδύνατο ο άνθρωπος να πει κάτι, το οποίο να μην μπορεί να παραλληλισθεί με κάτι άλλο. Και όταν κάποιος θριαμβολογώντας διαπιστώνει το αποτέλεσμα ενός τέτοιου παραλληλισμού: το ίδιο είναι δεδομένο δυο φορές, και το ένα προκύπτει από το άλλο, και έτσι ο θρίαμβος αυτός είναι φθηνός και κούφιος. Επίσης, ένας τέτοιος παραλληλισμός της εκ παρθένου γεννήσεως με μυθολογικά μοντέλα είναι στην ουσία εφαρμογή εκείνων των παραλλήλων, όπου συγκρίνει κανείς την ενσάρκωση του Θεού με αρχαίους μύθους, όπου ένας Θεός «εμφανίζεται» με ανθρώπινη μορφή. Το ότι και αυτός ο παραλληλισμός είναι άχρηστος, είναι σαφές για εκείνον, που κατάλαβε πραγματικά, τι σημαίνει η ενσάρκωση του Λόγου και τι όχι. Όσο ακριβέστερα παρακολουθεί κανείς, τόσο λιγότερη σχέση έχουν τα πράγματα μεταξύ τους. Με τέτοιους ψευδό-παραλληλισμούς, δεν εξηγείται τίποτα. Τα επιμέρους μιας πιο ακριβούς σύγκρισης, με τέτοιους υποτιθέμενους παραλληλισμούς, πρέπει να αφεθούν στην εξηγητική. Ο R. Schnackenburg ασχολήθηκε πρόσφατα με το ερώτημα αυτό.

Συνεχίζεται με το κεφάλαιο


Ορίζοντες κατανόησης της εκ παρθένου γεννήσεως

ΣΧΟΛΙΟ:

Οι μοντερνιστές θεολόγοι, μέσα από την «ανακάλυψη» της ιστορικοκριτικής μεθόδου, και καθυστερημένα, όπως πάντα, στο αμφισβητούμενο μοντέλο τους, ο φιλελεύθερος προτεσταντισμός, διασκεδάζουν και επιδίδονται στην ανατομή, τον τεμαχισμό, τον διαχωρισμό, την ανασύνθεση και φυσικά αλληγοροποιούν τα κείμενα, σύμφωνα με σε μια σειρά από τεχνικές και σχήματα που χρησιμοποιούν τώρα με την ευκολία των αυθεντικών μάγων. Ανακάλυψαν ότι στη βιβλική λογοτεχνία υπάρχουν υποείδη, τα οποία χρησιμοποιούν πρόθυμα σχεδόν σταθερές τυπολατρικές εκφράσεις, και συμπεραίνουν ότι όλα όσα περιέχονται στα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια πρέπει να υπόκεινται στην αδυσώπητη χτένα των φιλολογικών τους ελέγχων. Και η χυδαιότητά τους τους ωθεί να συμπεριφέρονται σαν να μην βρισκόμαστε πλέον στην παρουσία τεσσάρων ζωντανών ιστοριών, που γράφτηκαν για να πείσουν ανθρώπους που ήταν βαθιά πεπεισμένοι, και που επομένως δεν χρησιμοποίησαν την παραμικρή λογοτεχνική πονηριά, σε σημείο να αφήνουν ανέπαφο τίς φαινομενικά αντιφάσεις ορισμένου βάρους (η Ανάληψη έγινε στη Γαλιλαία ή στην Ιουδαία;), αλλά με μια μάζα «μυθικών» ιστοριών, εποικοδομητικής αλλά ευφάνταστης φύσης, αποκομμένες και αντιπαρατιθέμενες, που είναι πολύ εύκολο να αποσυναρμολογηθούν, όταν έχει γίνει κατανοητό τό εκδοτικό κλειδί ότι έχουν τοποθετηθεί δεόντως σε ένα γενικό πλαίσιο μεσσιανικών προσδοκιών.
 
Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ, ΚΑΘΕ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ, ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, ΑΓΟΥΡΙΔΗ ΚΑΙ ΠΑΕΙ ΛΕΓΟΝΤΑΣ..