Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roberto Morani. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roberto Morani. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel (5) Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική

Συνέχεια από Tετάρτη 29. Ιουλίου 2026

Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel 5

Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική

Του Roberto Mοrani, 

Εκδόσεις Orthotes, 2019

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


3. Το πνεύμα είναι χρόνος (συνέχεια)

Το πνεύμα, το οποίο, στην ολότητα των σφαιρών του, συνιστά την ουσία του ανθρώπου, παρουσιάζει μια διπλή κίνηση: αφενός, πρόκειται για τη διαδικασία μέσω της οποίας το πνεύμα παράγει τον εαυτό του ως όλον· αφετέρου, για τη διαδικασία βάσει της οποίας το πνεύμα, στην ολότητά του, εμφανίζεται μέσα στον χρόνο και πραγματώνεται θετικά ή αρνητικά. Ας εξετάσουμε την πρώτη από τις δύο διαδικασίες: ο Hegel θεωρεί ότι το πνεύμα είναι μια ζωντανή ολότητα (Enz., §379) σφαιρών —υποκειμενικό, αντικειμενικό και απόλυτο πνεύμα— και στιγμών, και ότι οι βαθμίδες του δεν σχετίζονται μεταξύ τους, όπως εκείνες της φύσης, με τον τρόπο της αδιάφορης συνύπαρξης:

«Η συγκεκριμένη φύση του πνεύματος παρουσιάζει, σε όποιον επιχειρεί να την εξετάσει, την εξής ιδιαίτερη δυσκολία: οι βαθμίδες της ανάπτυξης της έννοιάς του δεν παραμένουν ως ιδιαίτερες υπάρξεις εδώθεν και απέναντι από τα ανώτερα μορφώματά του, όπως συμβαίνει στην εξωτερική φύση» (Enz., §380).

Στη φύση, οι αρχικές βαθμίδες παραμένουν χωρισμένες από εκείνες που ακολουθούν, διότι στερούνται τις δυνατότητες που θα αναπτυχθούν μόνο στις μεταγενέστερες βαθμίδες· για παράδειγμα, η οργανική ζωή περιλαμβάνει εντός της την ανόργανη ζωή, αλλά η τελευταία δεν περιλαμβάνει, αντιστρόφως, την πρώτη. Η συγκεκριμένη φύση του πνεύματος συνίσταται στο γεγονός ότι οι αρχικές βαθμίδες δεν παραμένουν χωρισμένες από τις μεταγενέστερες: η κίνηση του πνεύματος είναι ένα αιώνιο Kreislauf, μια αιώνια κυκλική πορεία, στην οποία, αφενός, ήδη στις κατώτερες βαθμίδες είναι παρούσα ολόκληρη η ύψιστη πνευματικότητα —οι αρχικές βαθμίδες περιέχουν δυνάμει τις επόμενες— και, αφετέρου, όταν η διαδικασία φθάνει σε μια ανώτερη σφαίρα ή στιγμή, οι προηγούμενες βαθμίδες δεν εκμηδενίζονται. «Αντιθέτως, οι προσδιορισμοί και οι βαθμίδες του πνεύματος υφίστανται, στις ανώτερες βαθμίδες της ανάπτυξης, μόνο ως στιγμές και καταστάσεις» (ibidem).

Οι προηγούμενες βαθμίδες υπάρχουν ως μορφές, ως εσωτερικές δομές που καθιστούν δυνατή την εκδήλωση του ανώτερου πνευματικού περιεχομένου. Οι προσδιορισμοί του υποκειμενικού πνεύματος, όπως η αίσθηση, συνιστούν δομές που επανεμφανίζονται σε διαφορετικά επίπεδα της ζωής του πνεύματος· για παράδειγμα, υπάρχει ηθική, καλλιτεχνική, θρησκευτική και φιλοσοφική αίσθηση, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να αναχθεί στις άλλες. Στην Ανθρωπολογία, ο Hegel θεματοποιεί την αίσθηση, διακρίνοντάς την ως μορφή από τα συγκεκριμένα περιεχόμενά της, καθώς περιγράφει μια ιδεατή διαδοχή προσδιορισμών, οι οποίοι είναι όλοι συγχρονικά συμπαρόντες και συγκροτητικοί του πνεύματος.

Οι βαθμίδες από τις οποίες διέρχεται η ανάπτυξη του πνεύματος παράγονται από τις προηγούμενες βαθμίδες, αλλά, από τη στιγμή που αναδύονται, τις περιλαμβάνουν στο εσωτερικό τους: η Aufhebung —η άρση— των προηγούμενων βαθμίδων αποτελεί τόσο άρνηση όσο και διατήρηση, διότι οι βαθμίδες που έχουν αρθεί δεν εκμηδενίζονται με την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά διατηρούνται, με ολόκληρη τη δυνητικότητά τους, στην ουσία του πνεύματος, στην αρνητική ολότητά του.


Η κίνηση που περιγράφηκε δεν είναι γραμμική: οι προηγούμενες βαθμίδες, μολονότι παράγουν ό,τι ακολουθεί, εξαρτώνται από τις ανώτερες βαθμίδες· επομένως, η προς τα εμπρός πορεία αποτελεί επιστροφή στο θεμέλιο από το οποίο εξαρτάται η απαρχή της διαδικασίας. Η ιδεατή και κυκλική κίνηση του πνεύματος, στην οποία «η προς τα εμπρός πορεία είναι μια επιστροφή προς τα πίσω, προς το θεμέλιο, προς το πρωταρχικό, προς το αληθινό» (WL I 1832, 57· 56), αποτελεί μια Erinnerung, μια ενθύμηση και εσωτερίκευση στην ουσία του πνεύματος: αφενός, ένα Insichgehen, μια κατάδυση στον εαυτό, στο άχρονο παρελθόν που το πνεύμα ήταν ανέκαθεν· αφετέρου, μια παραγωγή των προσδιορισμών από τη νύχτα του Werden zu sich, του γίγνεσθαι προς τον εαυτό, της καθαρής αρνητικότητας.

Η εννοιακή κίνηση της διαλεκτικής αυτοπαραγωγής του πνεύματος, υπερβαίνοντας την Erzählung, την αφήγηση που βασίζεται στην τυχαία σειραϊκότητα των στιγμών της Zeitfolge, της χρονικής ακολουθίας, εγκαθιδρύει τη διαδικασία της Folge des Begriffs, της ακολουθίας της έννοιας. Την κίνηση αυτή ο Hegel την αποκαλεί επίσης εσωτερική Erinnerung: είναι ο πρωταρχικός χρόνος που επιτρέπει στο πνεύμα να γίνεται ο εαυτός του και να χρονικοποιείται στις πραγματικές και διαφοροποιημένες χρονικές μορφές του υποκειμενικού, του αντικειμενικού και του απόλυτου πνεύματος.

Η αιωνιότητα, δηλαδή η απόλυτη αρνητικότητα, η έννοια του χρόνου, αποτελεί την αρχή της ταυτότητας του Εγώ με τον εαυτό του, καθόσον δηλώνει το πνεύμα μέσα στην έννοιά του ως όλον: «Το πνεύμα βρίσκεται πέρα από τον χρόνο, διότι αυτό που είναι ως τέτοιο αποτελεί την ίδια την έννοια του χρόνου· είναι αιώνιο, καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό, και δεν κατακερματίζεται μέσα στον χρόνο, επειδή δεν χάνεται σε μία από τις πλευρές της διαδικασίας του» (Enz., §258Z). Στην ίδια προσθήκη ο Hegel παρατηρεί ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στο αν κάτι αποτελεί ολόκληρη τη διαδικασία ή μόνο ένα μέρος της: στην πρώτη περίπτωση είναι prozeßlos, δεν υπάγεται δηλαδή σε μια διαδικασία εξωτερική προς αυτό.

Υπάρχουν, ωστόσο, δύο τρόποι τού να είναι κάτι prozeßlos, οι οποίοι αντιστοιχούν σε δύο τρόπους ύπαρξης του καθολικού. Εκείνο που δεν βρίσκεται μέσα στον χρόνο και φαίνεται να διαφεύγει από τη φθαρτότητα των χρονικών πραγμάτων επειδή διαρκεί, είναι το αφηρημένο καθολικό της ανόργανης φύσης. Ο Hegel αναφέρει τον χώρο και τον χρόνο, τον ήλιο, τα στοιχεία, τους βράχους, τα βουνά και γενικά την ανόργανη φύση, αλλά και τα έργα των ανθρώπων, όπως οι πυραμίδες, και προσθέτει ότι η διάρκειά τους δεν αποτελεί καθόλου ένδειξη υπεροχής. Εκείνο που διαρκεί θεωρείται ανώτερο από εκείνο που παρέρχεται, αλλά κάθε άνθηση, κάθε ωραία ζωτικότητα, γνωρίζει έναν πρόωρο θάνατο (Enz., §258Z).

Αυτός ο τρόπος τού να είναι κάτι prozeßlos προσιδιάζει στα φυσικά πράγματα, για τα οποία, επειδή είναι πεπερασμένα και επομένως υπόκεινται στον χρόνο (Enz., §258A), η διαδικασία συνεπάγεται μετάβαση και υπέρβαση του ίδιου τους του εαυτού. Το prozeßlos της ολότητας της διαδικασίας προσλαμβάνει, όμως, και ένα άλλο νόημα, το οποίο δεν δηλώνει απουσία κίνησης, όπως η απλή διάρκεια, αλλά εκείνη την ιδιαίτερη κίνηση που ορίζεται ως Prozeß in sich selbst, διαδικασία εντός του ίδιου του εαυτού της. Αυτή η διαδικασία εντός του εαυτού της, η οποία δεν χάνεται μέσα στο άλλο, επειδή επιστρέφει στον εαυτό της, είναι μια αιώνια διαδικασία: «Τα γένη, ως Ιδέα, είναι αιώνια, επειδή αποτελούν τη διαδικασία εντός του ίδιου του εαυτού της [der Prozeß in sich selbst]. Για μία ακόμη φορά ο Hegel αναφέρεται στην κίνηση του πνεύματος, διότι μόνο μέσα στο πνεύμα το γένος είναι καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό στην αιωνιότητά του» (Enz., §370Z).

Η εντός του εαυτού της διαδικασία του πνεύματος, η οποία δεν εμπίπτει στον χρόνο και ταυτίζεται με την κίνηση της αιωνιότητας, είναι η κίνηση χάρη στην οποία το πνεύμα, προχωρώντας προς τις ανώτερες βαθμίδες, επιστρέφει προς τα πίσω και καταδύεται στην ουσία, στη Nacht der Aufbewahrung, στη νύχτα της διαφύλαξης, η οποία διατηρεί τις βαθμίδες που έχουν αρθεί και εμπεριέχει τις επόμενες βαθμίδες. Το πνεύμα, ως συγκεκριμένο καθολικό, είναι prozeßlos, καθόσον, πριν πραγματωθεί μέσα στον χρόνο, αποτελεί το Prozeß in sich selbst, τη διαδικασία εντός του ίδιου του εαυτού της, η οποία διέπει την παραγωγή των σφαιρών και των στιγμών του.


Ας διαβάσουμε για μία ακόμη φορά το χωρίο του Hegel: «Το πνεύμα βρίσκεται πέρα από τον χρόνο, διότι αυτό που είναι ως τέτοιο αποτελεί την ίδια την έννοια του χρόνου· είναι αιώνιο, καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό, και δεν κατακερματίζεται μέσα στον χρόνο, επειδή δεν χάνεται σε μία από τις πλευρές της διαδικασίας του» (Enz., §258Z). Το πνεύμα βρίσκεται πέρα από τον φυσικό χρόνο· δεν υφίσταται την εξουσία του χρόνου όπως τα φυσικά πράγματα· αντιθέτως, είναι die Macht der Zeit, η δύναμη του χρόνου (Enz., §258A), επειδή ο χρόνος δεν παρεμποδίζει αλλά προάγει την εντός του εαυτού του διαδικασία.

Το πνεύμα είναι αιώνιο, αλλά η αιωνιότητα δεν πρέπει να νοηθεί ως άρνηση του χρόνου überhaupt, του χρόνου εν γένει, όπως συνέβη στην οντοθεολογική παράδοση εξαιτίας της επικράτησης του υποστασιοκρατικού παραδείγματος και της προαντίληψης του Είναι ως παρουσίας. Για τον Hegel, η αιωνιότητα του πνεύματος αρνείται απλώς μια καθορισμένη διαμόρφωση του χρόνου: την εξωτερικότητα του φυσικού χρόνου. Χάρη στην υπέρβαση της εξωτερικότητας, η ιδεατή διαλεκτική του πνεύματος ταυτίζεται με την εννοιακή δομή του χρόνου, με την άρνηση της άρνησης υπό τη μορφή της καθαρής ή απόλυτης αρνητικότητας. Επομένως, το πνεύμα, ως έννοια του χρόνου, αποκαλύπτεται ως ο συστηματικός τόπος του χρόνου στον Hegel²⁶.

Κεφάλαιο 2

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ HEGEL

1. Η πολλαπλότητα των μορφών του χρόνου


Σημειώσεις:

²³ Στο Fragment zur Philosophie des Geistes ο Hegel δείχνει ότι το πνεύμα δεν αποτελεί μια γενική ουσία, αλλά την οντολογική δομή του ανθρώπου: «Η φιλοσοφία του πνεύματος έχει ως αντικείμενό της το πνεύμα ως τον εσωτερικό μας Εαυτό» (Frag., 17· 91).

²⁴ Είναι σημαντικό ότι ο Hegel, προτού εκθέσει την εννοιακή κίνηση που περιγράφεται στη Geistesphilosophie, ασκεί πολεμική κατά της συνηθισμένης αντίληψης της ψυχολογίας, η οποία παρουσιάζει erzählungsweise [με αφηγηματικό τρόπο] τι είναι το πνεύμα ή η ψυχή (πρβλ. Enz., §387A). Ήδη στη Φαινομενολογία του πνεύματος ο Hegel επέκρινε τον αφηγηματικό και όχι εννοιακό τρόπο με τον οποίο προχωρεί η ψυχολογία που βασίζεται στην παρατήρηση: η παρατηρησιακή ψυχολογία «διατυπώνει καταρχάς τις αντιλήψεις της για τους καθολικούς τρόπους που της παρουσιάζονται μέσα στην ενεργό συνείδηση, και έτσι ανακαλύπτει ικανότητες, κλίσεις και πάθη διαφόρων ειδών» (PhG, 169· 205)· με αυτόν τον τρόπο, όμως, «εκείνο το πλήθος νόμων, σύμφωνα με τους οποίους το πνεύμα συμπεριφέρεται διαφορετικά απέναντι στις διαφορετικές μορφές της πραγματικής του ενεργότητας, νοείται ως ένα προϋπάρχον και δεδομένο Είναι-άλλο» (PhG, 169· 204).

Σε αντίθεση με τη φιλοσοφική θεώρηση του πνεύματος, η παρατηρησιακή ψυχολογία συνιστά μια μη πνευματική πραγμάτευση του πνεύματος, διότι θεωρεί τις ικανότητες και τις κλίσεις του ως αδρανή και νεκρά πράγματα και δεν αναγνωρίζει τις ανήσυχες κινήσεις τους. Και εδώ η πολεμική στρέφεται κατά του αφηγηματικού τρόπου παρουσίασης: «Όταν, όμως, κατά την ανακεφαλαιωτική αφήγηση [Hererzählung] αυτής της συλλογής, η ανάμνηση της ενότητας της αυτοσυνείδησης δεν αφήνεται να καταπνιγεί, τότε η παρατηρησιακή ψυχολογία πρέπει τουλάχιστον να καταλήξει να απορεί για το γεγονός ότι μέσα στο πνεύμα, σαν μέσα σε έναν σάκο, μπορούν να συνυπάρχουν τόσα αντικειμενικά πράγματα τόσο διαφορετικής ποιότητας, τόσο ετερογενή και τυχαία το ένα σε σχέση με το άλλο· ιδίως επειδή, επιπλέον, αυτά δεν εμφανίζονται ως νεκρά και αδρανή αντικειμενικά πράγματα, αλλά ως ανήσυχες κινήσεις» (PhG, 169· 205).

²⁵ Hegels Raum-Zeit-Lehre, ό.π., σ. 54.

²⁶ Όπως είναι γνωστό, η έκφραση systematische Ort ανήκει στον Heidegger. Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι ο «συστηματικός τόπος» μιας φιλοσοφικής ερμηνείας του χρόνου μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο της αντίληψης περί χρόνου που καθοδηγεί την ίδια την ερμηνεία (M. Heidegger, Sein und Zeit, ό.π., σ. 565· ιταλ. μτφρ. Essere e tempo, ό.π., σ. 501) και εφαρμόζοντας αυτή την αρχή στην εγελιανή πραγμάτευση του χρόνου, ο Heidegger ταυτίζει αυτόν τον συστηματικό τόπο, σύμφωνα με την αριστοτελική παράδοση, με τη Naturphilosophie. Περιορίζοντας τον συστηματικό τόπο σε thematischer Zusammenhang, δηλαδή στο συνολικό θεματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι §§257–259 της Εγκυκλοπαίδειας, ο Heidegger μπορεί να συμπεράνει ότι το θεματικό πλαίσιο είναι unmißverständlich, απολύτως σαφές (πρβλ. M. Heidegger, Logik. Die Frage nach der Wahrheit, Gesamtausgabe, τόμ. 21, Klostermann, Frankfurt a.M. 1976, σ. 251), και ότι ο Hegel συλλαμβάνει τον χρόνο «traditionell-dogmatisch als Jetzt-Zeit», δηλαδή παραδοσιακά και δογματικά ως χρόνο του Τώρα (M. Heidegger, Logik, ό.π., σ. 257).

Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ο Heidegger αντιλαμβάνεται τον συστηματικό τόπο, μαζί με τη σιωπή του σχετικά με την εγελιανή έννοια της αιωνιότητας, οδηγεί στην παρανόηση που ταυτίζει τον χρόνο της φύσης, πριν από την εμφάνιση της ζωής και του πνεύματος, με την αντίληψη του Hegel περί χρόνου. Ωστόσο, η εγελιανή παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο συστηματικός τόπος μιας φιλοσοφικής ερμηνείας του χρόνου μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο μιας αντίληψης περί χρόνου, περιέχει μια πολύτιμη υπόδειξη, εάν με την έννοια του systematische Ort εννοήσουμε τη σφαίρα μέσα στην οποία ο χρόνος υπάρχει σύμφωνα με την αρχή του και πραγματώνει εκείνες τις δυνατότητες που διαφορετικά θα παρέμεναν ανέκφραστες.

Στην περίπτωση αυτή, ο συστηματικός τόπος του χρόνου στον Hegel, ο οποίος πρέπει να λειτουργήσει ως κριτήριο για τη διερεύνησή του, είναι το πνεύμα: μόνο με αφετηρία την αιωνιότητα της ιδεατής κίνησης του πνεύματος είναι δυνατόν να κατανοηθούν ο χρόνος της ανόργανης φύσης και ο αντικειμενικός χρόνος της ζωής· διότι μόνο από τη σφαίρα στην οποία ο χρόνος και η έννοια είναι ταυτόσημα μπορεί να κατανοηθεί ο χρόνος τόσο της ανόργανης όσο και της οργανικής φύσης· μόνο με αφετηρία την απόλυτη αρνητικότητα της έννοιας του χρόνου μπορεί να κατανοηθεί η αρνητικότητα που «σχετίζεται αφηρημένα με τον εαυτό της» (Enz. A., §201A).

Ο χρόνος της φύσης είναι η δι’ εαυτήν αρνητικότητα, είναι άρνηση της άρνησης· αποτελεί, όμως, αυτή τη διπλασιασμένη άρνηση μόνο μέσα στη σφαίρα της εξωτερικότητας και, επομένως, την εκδηλώνει στην πιο αφηρημένη και τυπική βαθμίδα της. Δεν μπορεί το εξωτερικό επίπεδο της δι’ εαυτήν άρνησης να αποτελέσει κριτήριο για την κατανόηση του χρόνου του πνεύματος· αντιθέτως, η απόλυτη αρνητικότητα του πνεύματος είναι εκείνη που συνιστά το κριτήριο για την κατανόηση των ορίων της αρνητικότητας του φυσικού χρόνου.

Για τη χαϊντεγκεριανή ερμηνεία του χρόνου στον Hegel, πρβλ. J. Derrida, Ousia et grammé. Note sur une note de Sein und Zeit, στο ίδιο, Marges de la philosophie, Éditions de Minuit, Paris 1972, σσ. 33–78 (ιταλ. μτφρ. Ousia e grammé. Nota su una nota di Sein und Zeit, στο ίδιο, Margini della filosofia, επιμ. M. Iofrida, Einaudi, Torino 1997, σσ. 61–104)· D. Souche-Dagues, Une exégèse heideggérienne: le temps chez Hegel d’après le §82 de “Sein und Zeit”, στο «Revue de Métaphysique et de Morale», LXXXIV (1979), σσ. 101–120 (αργότερα στο ίδιο, Recherches hégéliennes. Infini et dialectique, Vrin, Paris 1994, σσ. 111–135)· V. Vitiello, Heidegger, Hegel e il problema del tempo, στο ίδιο, Dialettica ed ermeneutica. Hegel e Heidegger, Guida, Napoli 1979, σσ. 15–43.

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel (1) Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική


Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel 1

Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική
Του Roberto Morani, Εκδόσεις Orthotes, 2019

Περιεχόμενα
Πρόλογος
Ένα
Χρόνος και διαλεκτική του πνεύματος
Η πολλαπλότητα των μορφών του χρόνου
Ο χρόνος της ανόργανης φύσης και η διάρκεια
«Der Geist ist Zeit», (Το πνεύμα είναι χρόνος)
Δύο
Χρόνος και φιλοσοφία στον Hegel
Η πολλαπλότητα των μορφών του χρόνου
Η εσωτερική αντίφαση φιλοσοφίας και ιστορίας
Η ιστορικότητα της ιδέας και η Widerlegung ως κίνηση ανάληψης και μετασχηματισμού του παρελθόντος
Έχει η ιστορία της φιλοσοφίας μια ήδη καθορισμένη κατεύθυνση; Είναι η τελευταία φιλοσοφία η τελευταία φιλοσοφία überhaupt;
Erinnerung και φιλοσοφία
Ο αμφίβιος χαρακτήρας της φιλοσοφίας: η κουκουβάγια της Minerva και το λάλημα του πετεινού που αναγγέλλει τη γέννηση του νέου κόσμου
Ο χρόνος μέσα στη φιλοσοφία και ο χρόνος της φιλοσοφίας
Τρία
«Hegel encore, toujours…» Υποκειμενικότητα και τρέλα ανάμεσα στον Foucault και τον Hegel
Hegel και Foucault: μια αδύνατη σύζευξη;
Η περιθωριοποίηση της τρέλας και η επανένταξή της στην υποκειμενικότητα: από το «πραξικόπημα» του Cartesio στον «μη καρτεσιανισμό» του Hegel
Η διττή φύση της τρέλας στον Hegel: δομή και ασθένεια του πνεύματος
Η εγελιανή Vernunft ως τόπος της αφηγηματικής εποχής και της αφήγησης της Ιστορίας της τρέλας του Foucault
Τέσσερα
Από τη φύση στο πνεύμα. Ο χρόνος στη Φαινομενολογία του πνεύματος
Ο χρόνος στον Hegel
Χρόνος και αισθητηριακή βεβαιότητα
Ο εσχατολογικός χρόνος της θρησκείας
Χρόνος και απόλυτη γνώση
Συμπέρασμα
Πέντε
Ο Hegel και ο γαλλικός εγελιανισμός τη δεκαετία του Τριάντα του εικοστού αιώνα
Η επανεμφάνιση του Hegel στη Γαλλία της δεκαετίας του Τριάντα
Ο Alexander Koyré ως ερμηνευτής του χρόνου στον Hegel
Από τον Koyré στον Hegel
Το μεγαλείο και τα όρια της «Hegel-Renaissance»
Έξι
Για τη φύση και τη λειτουργία της τέχνης στο σύστημα του Hegel
Επτά
Heidegger, Hegel και το ζήτημα του μηδενός
Οκτώ
Ο διάλογος του Hegel με τον Kant στα Στοιχεία της φιλοσοφίας του δικαίου
Εννέα
Για τη διπλή αρχή της εγελιανής λογικής
Το vexata quaestio της λογικής αρχής
Η κριτική του Trendelenburg και η αντεπίθεση του Werder
Το καθαρό είναι και η πολυσημική αξία της αρχής
Αρχή της λογικής και ολοκλήρωση της φαινομενολογικής πορείας
Η συγκεκριμένη και καθορισμένη αξία του ξεκινήματος
Το σπέρμα της έννοιας και η αυτομεταρρύθμιση της λογικής
Για τη διπλή αρχή της λογικής
Δέκα
Ο Hegel και η δύναμη που αναστέλλει
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Hegel και μηδενισμός
Hegel και η αποκέντρωση του υποκειμένου
Το αποκεντρωμένο υποκείμενο και η δύναμη που αναστέλλει
Έντεκα
Στοχασμός και νόηση ως pharmakon στον πρόλογο της Φαινομενολογίας του πνεύματος
Προκαταρκτικές σκέψεις
Τα πρώιμα γραπτά της Jena
Η Φαινομενολογία: στοχασμός και νόηση ως pharmakon
Δώδεκα
Δοκιμές συστήματος. Η Εγκυκλοπαίδεια του 1817

Πρόλογος

Είναι αναμφισβήτητο ότι η ιδεατά σύγχρονη σκέψη αποκλείει τον Hegel από τις ίδιες της τις θεωρητικές συντεταγμένες και τον αντιμετωπίζει με ένα αίσθημα ψυχρότητας, όταν όχι ακόμη και με ανοιχτή ενόχληση, ένα φιλοσοφικό σύστημα το οποίο, καλώντας μας να αναγνωρίσουμε την ορθολογικότητα του πραγματικού, εμφανίζεται —ή τουλάχιστον δίνει αυτή την εντύπωση— ως ένα ιστορικά προσδιορισμένο σύμπλεγμα ανθρωπιστικής ύβρεως, αυτάρεσκου και συντηρητικού αισιοδοξισμού, καθώς και αφηρημένου και μεταφυσικού ορθολογισμού, μέσα στο οποίο κάθε ρήγμα της πραγματικότητας απορροφάται σε μια ανώτερη σφαίρα ενορατικής (speculativa) σκέψης. »Στη δυσφορία και την αίσθηση ξενότητας απέναντι στις εγελιανές διατυπώσεις συμβάλλει επίσης η παροιμιώδης δυσκολία του εκθετικού ύφους, του οποίου τα διαλεκτικά περάσματα εμφανίζονται στους περισσότερους ως ακροβατικές ανατροπές παρά ως αυστηρές επιχειρηματολογίες, σύμφωνα με τη διαπίστωση του Adorno ότι «στον κύκλο των μεγάλων φιλοσόφων ο Hegel είναι ασφαλώς ο μόνος στην περίπτωση του οποίου δεν γνωρίζει κανείς, κατά λέξη, περί τίνος ακριβώς γίνεται λόγος» (TH. W. ADORNO, Drei Studien zu Hegel, in ID., Gesammelte Schriften, 20 Bde., hrsg. von R. Tiedemann unter Mitwirkung von G. Adorno, S. Buck-Morss und K. Schultz, Bd. V, σσ. 247-380, σ. 326· ιταλ. μτφρ. Tre studi su Hegel, επιμ. F. Serra, il Mulino, Bologna 1971, σ. 135.). Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων έχει διαμορφώσει ένα ερμηνευτικό κλίμα δυσμενές για τη σημερινή πρόσληψη της εγελιανής σκέψης, η οποία γίνεται αντιληπτή από τα περισσότερα φιλοσοφικά περιβάλλοντα ως μια θεωρητική κατασκευή αποκομμένη από τα προβλήματα, τις προκλήσεις και τις ανάγκες του παρόντος, βυθισμένη σε έναν ιστορικό χρόνο που έχει οριστικά ξεπεραστεί και δεν μπορεί πλέον να επανενεργοποιηθεί.

Ο γράφων διαμορφώθηκε μέσα σε αυτή την κοινή (koinè) ερμηνευτική και χρειάστηκε όχι λίγο χρόνο για να κατανοήσει ότι, όπως έγραψε ο Giulio Severino, «ίσως αυτό που μας χωρίζει από τον Hegel, παρά την επίδρασή του στον καιρό μας, είναι οι εικόνες που μας έρχονται από την παράδοση» (G. SEVERINO, Hegel e il nichilismo [1986], in ID., La filosofia e la vita, επιμ. F. Michelini και R. Morani, FrancoAngeli, Milano 2003, σσ. 355-365, σ. 357.). Συχνά, πράγματι, οι βιαστικές αντικρούσεις και οι μονοσήμαντες καταδίκες που διατυπώθηκαν από την παγιωμένη ιστοριογραφία κατέληξαν να απαλλάξουν τους ερμηνευτές από μια υπομονετική επανανάγνωση των εγελιανών γραπτών, μια δραστηριότητα που μπορεί να οδηγήσει σε απρόσμενα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Τα δοκίμια που συγκεντρώνονται σε αυτόν τον τόμο, και τα οποία καλύπτουν ένα χρονικό διάστημα σχεδόν είκοσι ετών, τεκμηριώνουν αυτή την πορεία προοδευτικής προσέγγισης της εγελιανής σκέψης, μιας σταδιακής εμβάθυνσης που συνεπαγόταν μια έντονη και παθιασμένη αντιπαράθεση με τα κείμενα του φιλοσόφου και με την ειδική βιβλιογραφία. Ο τίτλος Rileggere Hegel έχει δύο σημασίες: η πρώτη είναι να εκφράσει το συνολικό νόημα της ερμηνευτικής δραστηριότητας που πραγματοποιήθηκε, δηλαδή την εκ νέου ανακάλυψη ενός άλλου προσώπου του Hegel σε σχέση με εκείνο που έχει σκιαγραφηθεί από τον κυρίαρχο κανόνα· η δεύτερη είναι να καλέσει τον αναγνώστη να ξαναδιατρέξει αυτόνομα, ο ίδιος προσωπικά, τα γραπτά του φιλοσόφου από τη Στουτγάρδη.

Βεβαίως, η πρόσκληση για επανανάγνωση, τουλάχιστον prima facie, είναι αναμφίβολα έγκυρη για κάθε άλλο μεγάλο στοχαστή του παρελθόντος· όταν όμως αναφέρεται στη σημερινή κατάσταση των εγελιανών σπουδών αποκτά ένα απολύτως συγκεκριμένο νόημα, χάρη και στην εξαιρετική ώθηση προς την ιστορικοκριτική έρευνα που προσέφερε η επιβλητική μάζα εγγράφων και κειμένων τα οποία δημοσιεύθηκαν στο πλαίσιο της ιστορικοκριτικής έκδοσης των απάντων του φιλοσόφου, υπό την αιγίδα του Hegel-Archiv σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Meiner. Η αντιπαραβολή με τη νέα αυτή τεκμηρίωση που τέθηκε στη διάθεση των μελετητών καθιστά επιτέλους δυνατή την αποκατάσταση μιας μη παραμορφωμένης εικόνας του Hegel: ένα ιστορικό έργο που φέρει ipso facto και θεωρητική αξία, διότι μόνο μέσα από τη σκιαγράφηση της φυσιογνωμίας του «ιστορικού Hegel» καθίσταται εφικτή εκείνη η Auseinandersetzung (αντιπαράθεση) με την εννοιακή του κληρονομιά, η οποία από πολλούς θεωρείται αναγκαία και απαραίτητη για τη σύγχρονη φιλοσοφία.

Τα δοκίμια που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον τόμο έχουν, επομένως, ως κοινό νήμα την προσπάθεια να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα και ο πλούτος της εγελιανής σκέψης πέρα από τις επαναλαμβανόμενες απλουστεύσεις και τις ερμηνευτικές στρεβλώσεις. Η ψυχική διάθεση που συνοδεύει σήμερα την επανέκδοσή τους είναι η ίδια που καθοδήγησε την έρευνα και την πρώτη τους εμφάνιση, δηλαδή η έκπληξη μπροστά στην απόκλιση ανάμεσα στο πραγματικό περιεχόμενο των εγελιανών δογμάτων και την παγιωμένη τους Wirkungsgeschichte, δηλαδή την αρνητική τους πρόσληψη από τη σύγχρονη φιλοσοφία.

Ο υπότιτλος του τόμου, Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική, παραπέμπει στους εννοιακούς πυρήνες γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα διάφορα δοκίμια, τα οποία εδώ παρουσιάζονται σύμφωνα με τη χρονολογική τους σειρά και αναδημοσιεύονται χωρίς τροποποιήσεις, με εξαίρεση την ενοποίηση των κριτηρίων παραπομπής.

Το πρώτο κεφάλαιο καταλαμβάνεται από το δοκίμιο Χρόνος και διαλεκτική του πνεύματος, που δημοσιεύθηκε στον συλλογικό τόμο Ψυχή – Χρόνος – Μνήμη, σε επιμέλεια του Giulio Severino και εκδόθηκε το 2000 (Milano, FrancoAngeli). Το δεύτερο κεφάλαιο, Χρόνος και φιλοσοφία στον Hegel, κυκλοφόρησε το 2002 σε συλλογή δοκιμίων σε επιμέλεια των Luigi Perissinotto και Mario Ruggenini με τον τίτλο Χρόνος και ερμηνεία. Εμπειρίες αλήθειας στον χρόνο της ερμηνείας (Milano, Guerini e Associati). Το τρίτο, «Hegel ακόμη, πάντα… Υποκειμενικότητα και τρέλα ανάμεσα στον Foucault και τον Hegel», εμφανίστηκε στο δεύτερο τεύχος του 2003 του Giornale di Metafisica. Το τέταρτο, Από τη φύση στο πνεύμα. Ο χρόνος στη “Φαινομενολογία του πνεύματος”, δημοσιεύθηκε στο Annuario filosofico του 2007. Το πέμπτο κεφάλαιο εμφανίστηκε το 2010, στο ίδιο περιοδικό, με τον τίτλο Ο Hegel και ο γαλλικός εγελιανισμός τη δεκαετία του Τριάντα του εικοστού αιώνα. Το έκτο, Για τη φύση και τη λειτουργία της τέχνης στο σύστημα του Hegel, εκδόθηκε το 2010 στον δεύτερο τόμο της συλλογής Πρακτικά της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αισθητικής, σε επιμέλεια των Alessandro Bertinetto, Fabian Dorsch και Cain Todd.

Το έβδομο δοκίμιο εμφανίστηκε αρχικά στα γερμανικά με τον τίτλο Heidegger, Hegel και το ερώτημα του μηδενός, στον τόμο Μηδέν – Άρνηση – Μηδενισμός. Η ευρωπαϊκή νεωτερικότητα ως γνώση και εμπειρία του μηδενός, σε επιμέλεια των Alessandro Bertinetto και Christoph Binkelmann, που εκδόθηκε το 2010 από τον διεθνή εκδοτικό οίκο Peter Lang· εδώ προσφέρεται η ιταλική του εκδοχή. Το όγδοο κεφάλαιο, Ο διάλογος του Hegel με τον Kant στα “Στοιχεία της φιλοσοφίας του δικαίου”, δημοσιεύθηκε στη συλλογή Δίκαιο και ιστορία στον Kant και τον Hegel, σε επιμέλεια των Marco Sgarbi και Valerio Lozano το 2011 (Trento, Verifiche). Το ένατο, Για τη διπλή αρχή της εγελιανής λογικής, εμφανίστηκε στο Annuario filosofico του 2012. Το δέκατο, Ο Hegel και η δύναμη που αναστέλλει, δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του 2015 του Jura Gentium. Επιθεώρηση φιλοσοφίας του διεθνούς δικαίου και της παγκόσμιας πολιτικής. Το ενδέκατο κεφάλαιο εμφανίστηκε το 2016 με τον τίτλο Στοχασμός και νόηση ως pharmakos, στη συλλογή δοκιμίων Ουσία και υποκείμενο. Μελέτες πάνω στην “Πρόλογο” της “Φαινομενολογίας του πνεύματος” του Hegel, σε επιμέλεια των Gianluca Garelli και Maurizio Pagano (Bologna, Pendragon, 2016). Το δωδέκατο και τελευταίο δοκίμιο, Δοκιμές συστήματος. Η Εγκυκλοπαίδεια του 1817, είναι αδημοσίευτο και αντλεί αφορμή από την εισήγηση που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2017 στο πλαίσιο του συνεδρίου της Padova «Επανεξετάζοντας το σύστημα: για τη διακοσιοστή επέτειο της Εγκυκλοπαίδειας των φιλοσοφικών επιστημών του Hegel».

Καθώς αποχαιρετώ αυτό το έργο, επιθυμώ να ευχαριστήσω τον Luca Ghisleri του Università del Piemonte Orientale και το Τμήμα Γραμμάτων και Φιλοσοφίας του Università di Firenze για τη συμβολή τους στην έκδοση.

Όπως και τα προηγούμενα, αφιερώνω αυτόν τον τόμο στη σύζυγό μου Manuela.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Χέγκελ και Φουκώ: ένα αδύνατο πλησίασμα; Του Roberto Morani

Χέγκελ και Φουκώ: ένα αδύνατο πλησίασμα;

Του Roberto Morani

https://www.orthotes.com/hegel-e-foucault/


Στο άρθρο Cogito e storia della follia, που δημοσιεύτηκε το 1963 στη Revue de Métaphysique et de Morale, ο Ζακ Ντεριντά έρχεται αντιμέτωπος με το φουκωϊκό εγχείρημα — το οποίο υποβαστάζει την Storia della follia nell’età classica — να αποδώσει εκ νέου τον λόγο στην τρέλα, κάνοντάς την πλήρως υποκείμενο του βιβλίου, δηλαδή ταυτόχρονα αντικείμενό του και συγγραφέα του.


Εξετάζοντας ιδίως την προμετωπίδα της πρώτης έκδοσης του 1961 — μια προμετωπίδα που θα απαλειφθεί από τις μεταγενέστερες εκδόσεις της Ιστορίας της τρέλας — ο Ντεριντά αναγνωρίζει στον Φουκώ την οξεία επίγνωση ότι, για να πραγματοποιήσει το έργο του, έπρεπε να διαφύγει  από την παγίδα ή την αντικειμενικιστική αφέλεια που θα συνίστατο στο να γράψει, στη γλώσσα της κλασικής λογικότητας, χρησιμοποιώντας τις έννοιες που υπήρξαν ιστορικά τα εργαλεία μιας σύλληψης της τρέλας, στην καλλιεργημένη και αστυνομική γλώσσα της λογικής, μια ιστορία της άγριας τρέλας, όπως αυτή υπάρχει και αναπνέει πριν συλληφθεί και παραλυθεί στα δίχτυα της ίδιας εκείνης κλασικής λογικής.

Η φουκωϊκή προσπάθεια να γράψει σε μια γλώσσα μη μονολογική και μη κυριαρχημένη από τις θεωρητικές συντεταγμένες της κλασικής λογικής μεταφράζεται, σύμφωνα με τον Ντεριντά, σε δύο εντελώς διαφορετικά εγχειρήματα: το πρώτο είναι αυτό της αρχαιολογίας της σιωπής, που διατυπώνεται προγραμματικά από τον ίδιο τον Φουκώ όταν γράφει πως δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της ψυχιατρικής αλλά προσπάθησε να δώσει φωνή στην τρέλα αρπάζοντας τα λόγια της από τη σιωπή στην οποία την είχε βυθίσει η κλασική εποχή· το δεύτερο συνίσταται στο να κάνει να μιλήσει μια μορφή λογικής διαφορετική από την κλασική λογική, δηλαδή στο να επιστρέψει σε έναν λόγο ιδεατά προγενέστερο του σχίσματος μεταξύ λογικής και τρέλας.

Για τον Ντεριντά το εγχείρημα της αρχαιολογίας της σιωπής, εκτός από το ότι είναι ανέφικτο και απατηλό, καταλήγει επίσης να επαναλαμβάνει τη βία που ασκήθηκε πάνω στην τρέλα, ακριβώς την ώρα που την καταγγέλλει: δεν αρκεί, πράγματι, να παραιτηθεί κανείς από τα εννοιολογικά εργαλεία της ψυχιατρικής για να υποθέσει ότι αποκαθαίρει τη δική του γλώσσα από κάθε συνενοχή με την ορθολογική και πολιτική τάξη που κρατά την τρέλα αιχμάλωτη· και καθώς δεν υπάρχει γλώσσα που να μην είναι γλώσσα της λογικής, ακόμη και η αρχαιολογία της σιωπής, που σκοπεύει να επιτρέψει στην τρέλα να μιλήσει «από μόνη της», θα είναι εκ γενετής συμβιβασμένη με την αυτοκρατορική τάξη της λογικής: είναι η πανουργία της λογικής που κάνει κάθε προσπάθεια διακοπής της ηγεμονίας της να καταλήγει στην επιβεβαίωση της κυριαρχίας της.

Το αδύνατο τού να προσεγγιστεί η τρέλα στην άγρια, πρωταρχική της κατάσταση είχε ήδη αντιληφθεί ο ίδιος ο Φουκώ, ο οποίος στην προμετωπίδα της Ιστορίας της τρέλας δηλώνει:
εις βάρος αυτής της απρόσιτης πρωταρχικής καθαρότητας, η δομική μελέτη πρέπει να αναχθεί στην απόφαση που συνδέει και ταυτόχρονα χωρίζει λογική και τρέλα· πρέπει να προσπαθήσει να ανακαλύψει την αέναη ανταλλαγή, τη σκοτεινή κοινή ρίζα, την πρωταρχική σύγκρουση που προσδίδει νόημα τόσο στην ενότητα όσο και στην αντίθεση του νοήματος και του μη-νοήματος.

Στην αναγνώριση της μη πρακτικής δυνατότητας του αρχαιολογικού εγχειρήματος, ο Ντεριντά βλέπει να αναδύεται το δεύτερο εγχείρημα, το οποίο, αντί να ακολουθήσει τον υπερφιλόδοξο δρόμο μιας έφοδου στο απόρθητο φρούριο της λογικής, επιχειρεί τον αποτελεσματικότερο και πιο φιλόδοξο δρόμο: να οργανώσει την εξέγερση ενάντια στη λογική εντός της ίδιας της λογικής, φέρνοντας τη μορφή της κλασικής λογικής ενώπιον του δικαστηρίου της λογικής überhaupt, αντλώντας τη γλώσσα της διαμαρτυρίας από την πηγή μιας μορφής λογικής βαθύτερης από εκείνη που υπήρξε ένοχη επειδή απομάκρυνε από τον εαυτό της την τρέλα για να προστατευθεί από τη σκοτεινή και ανησυχητική σκιά της.

Τώρα, σύμφωνα με τον Ντεριντά, αυτό το δεύτερο φουκωϊκό εγχείρημα, να ξαναξεκινήσει δηλαδή από έναν αρχέγονο λόγο (logos), μέσα στον οποίο παρήχθη το ιστορικό ρήγμα ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, κινείται στην τροχιά της σκέψης του Χέγκελ: πέρα από το ότι ο Ντεριντά επικαλείται την εγελιανή έννοια της Entzweiung (διάσχισης/διπλασιασμού) για να αποδώσει την έννοια της «απόφασης» (décision) του Φουκώ, φτάνει να γράψει ότι η επανάσταση κατά της λογικής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσα σε αυτήν, σύμφωνα με μια εγελιανή διάσταση την οποία, προσωπικά, εκτίμησα βαθύτατα στο βιβλίο του Φουκώ, παρά την απουσία μιας ακριβούς αναφοράς στον Χέγκελ.

– Και λίγο παρακάτω:

Αυτό το δεύτερο εγχείρημα, που θα τείνει προς τη ριζική κοινή καταγωγή του νοήματος και του μη-νοήματος, και προς τον αρχέγονο λόγο μέσα στον οποίο ένα λόγο και μια σιωπή χωρίζονται, δεν αποτελεί καθόλου έναν ελιγμό υποχώρησης απέναντι σε αυτό που θα μπορούσε να συνοψιστεί υπό τον τίτλο «αρχαιολογία της σιωπής» […], αλλά ένα διαφορετικό και πιο φιλόδοξο εγχείρημα, που θα έπρεπε να οδηγήσει σε έναν έπαινο της λογικής […] αλλά αυτή τη φορά μιας λογικής βαθύτερης από εκείνη που αντιπαρατίθεται και αυτοκαθορίζεται σε μια ιστορικά προσδιορισμένη σύγκρουση. Πάλι ο Χέγκελ, πάντοτε…

Πριν εξετάσει κανείς τη νομιμότητά του, πρέπει να διατυπωθούν τουλάχιστον τέσσερις πιθανές αντιρρήσεις απέναντι στη συναρπαστική σύζευξη Φουκώ–Χέγκελ που προτείνει ο Ντεριντά:

Στην προμετωπίδα του 1961 ο Φουκώ ομολογεί ανοιχτά ότι το έργο του τοποθετείται «κάτω από τον ήλιο της μεγάλης νιτσεϊκής έρευνας», άρα περισσότερο παρά στον Χέγκελ ο Φουκώ στρέφει το βλέμμα του στον Νίτσε ως πρότυπο προς μίμηση και κληρονομιά προς αξιοποίηση· εξετάζοντας τη διάσημη συνέντευξη με τίτλο È morto l’uomo? (Πέθανε ο άνθρωπος;) (1966), διαπιστώνουμε ότι ο Φουκώ εντοπίζει στη εγελιανή σκέψη τον δικό του ανυποχώρητο αντίπαλο, θεωρώντας την —μαζί με τη σκέψη του Μαρξ— υπεύθυνη για τον σύγχρονο ουμανισμό· στα κεφάλαια V και VI του τρίτου μέρους της Ιστορίας της τρέλας στην κλασική εποχή ο Χέγκελ αρχικά συνδέεται με τις αρνητικά παρουσιαζόμενες φιγούρες του Tuke και του Pinel, και στη συνέχεια παρατίθεται κριτικά για τον διανοητικοποιητικό και ηθικολογικό τόνο ενός αποσπάσματος από τη σημείωση στο §408 της Βερολινέζικης Εγκυκλοπαίδειας·
ανάμεσα στις μορφές που, κατά τον Φουκώ, έδωσαν φωνή στην τρέλα —Diderot, Hölderlin, Nerval, van Gogh, Nietzsche, Artaud κ.ά.— το όνομα του Χέγκελ δεν εμφανίζεται.

Αυτές οι, αν και σημαντικές, αντιρρήσεις δεν αναιρούν ωστόσο τη de iure νομιμότητα της ερμηνείας του Ντεριντά, και επιπλέον χάνουν την αιχμηρότητά τους αν λάβουμε υπόψη ένα απόσπασμα παρμένο από τις αποφασιστικής σημασίας σελίδες του διάσημου κεφαλαίου Ο μεγάλος εγκλεισμός, όπου ο Φουκώ, φτάνοντας στο τέλος της εξέτασης της Πρώτης Μελέτης (της Meditatio prima του Καρτέσιου), καλεί ακριβώς τον Χέγκελ:

Ο Καρτέσιος διώχνει την τρέλα στο όνομα εκείνου που αμφιβάλλει και που δεν μπορεί πια να παραλογιστεί όπως ακριβώς δεν μπορεί να μην σκέφτεται ή να μην υπάρχει. […] Και να που η τρέλα τοποθετείται σε μια περιοχή αποκλεισμού, από την οποία δεν θα απελευθερωθεί παρά μόνο εν μέρει στη Φαινομενολογία του Πνεύματος.