Συνέχεια από Τετάρτη 5. Αυγούστου 2026
Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 15
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
III. Η ΑΧΩΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΕΩΣ
Ας έλθουμε τώρα στον εγγενή χαρακτήρα αυτής της τροποποιήσεως ή αισθήσεως· δηλαδή στη δομή που της είναι ιδιαίτερη και η οποία συγκροτεί τη φύση ή την ουσία της.
Είδαμε ότι «τα φαινόμενα ως αντικείμενα της αντιλήψεως [δηλαδή τα φυσικά αντικείμενα, εκείνα με τα οποία ασχολείται η φυσική επιστήμη]... περιέχουν, εκτός από την εποπτεία [χώρος-χρόνος], και τις ύλες ενός οποιουδήποτε αντικειμένου εν γένει (μέσω των οποίων παριστάνεται κάτι ως υπάρχον στον χώρο ή στον χρόνο), δηλαδή περιέχουν το πραγματικό της αισθήσεως... [Τώρα:] επειδή η αίσθηση καθ’ εαυτήν δεν είναι καθόλου αντικειμενική παράσταση και επειδή μέσα σε αυτήν δεν συναντάται ούτε η εποπτεία του χώρου ούτε εκείνη του χρόνου, δεν θα της αρμόζει ένα εκτατικό μέγεθος [το οποίο είναι χωροχρονικό μέγεθος ή ποσότητα], αλλά ένα... εντατικό μέγεθος»³⁰, δηλαδή ένας «βαθμός».
«Μέσα σε αυτήν δεν συναντάται ούτε η εποπτεία του χώρου ούτε εκείνη του χρόνου», είπε εδώ στην Κριτική. Και η ίδια ακριβώς διατύπωση γίνεται στα Προλεγόμενα, δύο φορές, σε δύο διαφορετικές παραγράφους, οι οποίες όμως αφορούν το ίδιο θέμα —δηλαδή την αρχή του βαθμού—: «η αίσθηση δεν είναι εποπτεία η οποία να περιέχει χώρο ή χρόνο», λέγεται στην § 24 [το «περιέχει» είναι αραιογραμμένο από τον Kant]· και στην § 26: «η αίσθηση, μολονότι δεν καταλαμβάνει μέρος του χώρου ή του χρόνου κτλ...» [και εδώ ολόκληρη η φράση είναι αραιογραμμένη από τον Kant]³¹.
Η αίσθηση, επομένως, δεν περιέχει μέσα της χώρο ή χρόνο· ούτε καταλαμβάνει μέρος του χώρου ούτε έκταση, διάρκεια ή τμήμα του χρόνου. Η αίσθηση είναι εγγενώς άχωρη και άχρονη³².
Αυτός ο άχωρος και άχρονος χαρακτήρας της τροποποιήσεως ή αισθήσεως, όσο παράξενος και αν φαίνεται, δεν θα έπρεπε να εμφανίζεται ως κάτι καινούργιο, αν θυμηθούμε ότι ήδη στη Διατριβή του 1770 και, στην Κριτική, από την πρώτη κιόλας σελίδα της Υπερβατικής Αισθητικής και εξής, ο Kant διέκρινε μέσα στην πραγματική αισθητικότητα —δηλαδή μέσα στην αντίληψη— τη μορφή —καθαρή εποπτεία— από το περιεχόμενο —αίσθηση—· και επειδή η μορφή —η καθαρή εποπτεία— είναι ο χώρος και ο χρόνος, συνάγεται αφ’ εαυτού ότι το περιεχόμενο, δηλαδή η αίσθηση, στερείται χώρου και χρόνου³³.
Παρ’ όλα αυτά, το να συγκρατεί κανείς σταθερά ενώπιον του νου ένα quid ως αίσθηση ή τροποποίηση, χωρίς να το βλέπει εσωτερικά υφασμένο από χώρο και χρόνο· και, ακόμη χειρότερα, το να αποδίδει σε ένα quid, θεωρούμενο ως τροποποίηση, μια ποσοτική αξία η οποία πρέπει να εκφραστεί και να γραφεί με στοιχεία που δεν είναι ούτε χωρικά ούτε χρονικά —και φαίνεται ότι δεν διαθέτουμε άλλα— είναι τόσο δύσκολο, ώστε δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, αμέσως μετά από αυτή την ανάλυση που πραγματοποίησε ο Kant στην Κριτική, το αποτέλεσμά της χάθηκε και αυτό το νέο μέγεθος επανεντάχθηκε στα δύο συνήθη μεγέθη, το χωρικό και το χρονικό.
Πρέπει, επομένως, να επιμείνουμε σε αυτό το χαρακτηριστικό και να δούμε καλά σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο ο Kant είχε συνείδηση της σημασίας και της αξίας του.
«Η σύλληψη [δηλαδή η συγκεκριμένη και άμεση συνείδηση] μέσω της απλής αισθήσεως —εάν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων [οπότε είναι αυτή η διαδοχή εκείνη που εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο και όχι η μεμονωμένη αίσθηση]— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή.
Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει μέσα στο φαινόμενο κάτι [δηλαδή το πραγματικό στοιχείο, το ειδικώς αισθητό στοιχείο], του οποίου η σύλληψη δεν είναι μια διαδοχική σύνθεση [μέσα στη ροή του χρόνου]... η σύλληψη δεν έχει εκτατικό μέγεθος [ή ποσότητα]»³⁴.
Δηλαδή, δεν έχει ούτε χωρικό όγκο ούτε χρονική διάρκεια. Και στα Προλεγόμενα, εκεί όπου συνοψίζονται αυτά τα σημεία σχετικά με την αχωρικότητα και την αχρονικότητα της αισθήσεως:
«Η θερμότητα, το φως κτλ. μέσα σε έναν μικρό χώρο είναι —ως προς τον βαθμό— τόσο μεγάλα όσο και μέσα σε έναν μεγάλο· και κατά τον ίδιο τρόπο οι εσωτερικές παραστάσεις, ο πόνος, η συνείδηση γενικά, δεν είναι ως προς τον βαθμό μικρότερες, είτε διαρκούν λίγο είτε πολύ.
Επομένως, εδώ το μέγεθος είναι, μέσα σε ένα σημείο [του χώρου] και σε μία στιγμή [του χρόνου], τόσο μεγάλο όσο και μέσα σε οποιονδήποτε χώρο ή χρόνο, όσο μεγάλοι κι αν είναι αυτοί. Οι βαθμοί, λοιπόν, είναι περισσότερο ή λιγότερο μεγάλοι, όχι όμως μέσα στην εποπτεία [δηλαδή όχι μέσα στον χώρο-χρόνο], αλλά μέσω της απλής αισθήσεως».
Άρα: το πραγματικό της αισθήσεως, το οποίο περιέχεται σε κάθε φαινόμενο, διαθέτει έναν βαθμό, δηλαδή μια εντατική ποσότητα ή ένα εντατικό μέγεθος, το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί —ή να προσδιοριστεί— ούτε με τις παραμέτρους ή διαστάσεις του χώρου ούτε με εκείνες του χρόνου.
Και πρέπει να σημειωθεί ότι στα Προλεγόμενα αυτή η ποσοτική αξία αναδεικνύεται ακριβώς από τη θέση που κατέχει και από τη σημασία που έχει η § 26, η οποία θα φαινόταν —όπως πράγματι έχει θεωρηθεί— μια περιττή επανάληψη της § 24, εάν δεν αντιλαμβανόμασταν ότι σε αυτήν ολοκληρώνεται το πρόβλημα που είχε τεθεί στην § 18.
Στην § 18 είχε γίνει διάκριση ανάμεσα σε μια απλώς υποκειμενική, αντιληπτική κρίση, ένα είδος εκείνου του εμπειρικού συνειρμισμού που είδαμε να ωθείται στα άκρα στην επιστολή προς τον Herz, την οποία παρέθεσα στη σ. 76 κ.ε., και σε μια αντικειμενική κρίση, κρίση εμπειρίας, δηλαδή κυρίως επιστημονική κρίση· και είχε τεθεί το ερώτημα σε τι ακριβώς συνίσταται η διαφορά μεταξύ των δύο κρίσεων.
Και, αφού επεξεργαστεί την απάντηση, η § 26 καταλήγει λέγοντας ότι αυτή η διάκριση, χάρη στην οποία «οι κρίσεις εμπειρίας [αντικειμενικά και καθολικά έγκυρες] διαφέρουν από τις απλές κρίσεις αντιλήψεως [υποκειμενικές]... πραγματοποιείται επειδή τα φαινόμενα, ως απλές εποπτείες που καταλαμβάνουν ένα μέρος του χώρου και του χρόνου, υπάγονται στην έννοια του μεγέθους· και επειδή, στον βαθμό που η αντίληψη περιέχει, εκτός από την εποπτεία, και την αίσθηση... το πραγματικό των φαινομένων πρέπει να έχει έναν βαθμό, διότι, μολονότι η ίδια η αίσθηση δεν καταλαμβάνει μέρος του χώρου ή του χρόνου, υπόκειται ωστόσο σε αύξηση και μείωση, δηλαδή υπάγεται σε ένα μέγεθος.
»Η αίσθηση, επομένως... μολονότι, ως ποιότητα της εμπειρικής εποπτείας, δεν μπορεί ποτέ να γνωσθεί a priori ως προς εκείνο στο οποίο διαφέρει ειδικά από άλλες αισθήσεις, εντούτοις... [μπορεί], μέσα σε μια δυνατή εμπειρία εν γένει, να διακριθεί από κάθε άλλη παρόμοια αίσθηση ως μέγεθος της αντιλήψεως από εντατική άποψη [βαθμός]»³⁶.
Δηλαδή, η § 26 ολοκληρώνει το ερώτημα που είχε τεθεί στην § 18, λέγοντας ότι ένας υποκειμενικός συνειρμισμός διακρίνεται από μια επιστημονικώς έγκυρη κρίση εμπειρίας μόνο εφόσον τα φαινόμενα μετατραπούν σε ποσότητες.
Δηλαδή, εφόσον καταστούν ποσότητες τόσο ως προς τη χωροχρονική τους όψη όσο και ως προς την αισθητηριακή-ποιοτική τους όψη, δηλαδή ως προς τον βαθμό ή την ένταση.
Η ίδια αυτή απάντηση δίνεται στη σ. 194 της Κριτικής (B 160), εκεί όπου ο Kant συνοψίζει τις λειτουργίες αυτής της αρχής του βαθμού —η οποία εξασφαλίζει την ποσότητα μέσα στο ποιοτικό αισθητηριακό στοιχείο— και εκείνης που είχε εξεταστεί προηγουμένως —δηλαδή της αρχής που μετατρέπει σε ποσότητες τον χώρο και τον χρόνο— και καταλήγει ως εξής:
«Οι δύο προηγούμενες αρχές... δίδαξαν με ποιον τρόπο τα φαινόμενα, τόσο ως προς την εποπτεία τους όσο και ως προς το πραγματικό της αντιλήψεώς τους, μπορούσαν να παραχθούν σύμφωνα με τους κανόνες μιας μαθηματικής συνθέσεως· έτσι ώστε και στη μία και στην άλλη περίπτωση να μπορούν να χρησιμοποιηθούν αριθμητικά μεγέθη, και μαζί με αυτά ο προσδιορισμός του φαινομένου ως ποσότητας».
Σε αυτή ακριβώς τη δυνατότητα να καταστούν τα φαινόμενα «ποσότητες» —τόσο ως quid που διαθέτουν έκταση στον χώρο και στον χρόνο όσο και ως quid που διαθέτουν βαθμό ή άχωρη και άχρονη ένταση— έγκειται για τον Kant η αντικειμενικότητά τους, δηλαδή η μεταξίωση, θα λέγαμε, του λοκιανού εμπειρικού συνειρμισμού σε αντικειμενική, επιστημονική συνάφεια· δηλαδή σε αυθεντική «κρίση εμπειρίας».
Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι:
ο τρόπος με τον οποίο είναι συγκεκριμένη και πραγματική η σχέση ή αναφορά βγ, με την οποία παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση»-αίσθηση, δεν είναι ένας τρόπος που να δηλώνει σχέση ή τροποποίηση χωρικών στοιχείων ούτε χρονικών στοιχείων· και, επομένως, τα β και γ δεν θα διατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο μέσα στον χώρο ούτε το ένα μετά το άλλο μέσα στον χρόνο³⁷.
Συνεχίζεται με τη «Σημείωση»
Σημειώσεις:
31 Η φράση αυτή, την οποία ο Kant έχει αραιογραφήσει, αποκτά μεγαλύτερη έμφαση αν συσχετισθεί με τη φράση που βρίσκεται λίγες γραμμές προηγουμένως, όπου εκτίθεται η ιδιότητα των φαινομένων ως προς το γεγονός ότι είναι εποπτείες, και την οποία ο Kant έχει επίσης αραιογραφήσει: «τα φαινόμενα, ως απλές εποπτείες [δηλαδή θεωρούμενα όχι κατά το ότι συνίστανται επίσης από αισθήσεις που καταλαμβάνουν ένα μέρος του χώρου και του χρόνου], υπάγονται στην έννοια του μεγέθους [ή ποσότητας] κτλ.».
32 Ο Kemp Smith, στο προαναφερθέν σχόλιό του, αφού είπε, όπως ήδη ανέφερα στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου, ότι για τον Kant «οι αισθήσεις δεν έχουν κανενός είδους χωρικά γνωρίσματα. Καθ’ εαυτές έχουν μόνο εντατικά μεγέθη, όχι όμως εκτατικά», παραθέτει πολύ εύστοχα σε σημείωση ένα χωρίο από το Essai sur les données immédiates de la conscience, Paris 1911, σσ. 70–71, στο οποίο ο Bergson παρατηρεί ότι οι συγγραφείς [Lotze, Bain κ.ά.]… φαίνεται πως παραμέρισαν το πρόβλημα της φύσεως του χώρου, για να αναζητήσουν μόνο μέσω ποιας διαδικασίας οι αισθήσεις μας έρχονται να καταλάβουν θέση μέσα σε αυτόν και, θα λέγαμε, να παρατεθούν η μία δίπλα στην άλλη· με τον τρόπο όμως αυτό θεωρούν τις αισθήσεις ως άνευ εκτάσεως… Οι εμπειριστικές ή γενετικές εξηγήσεις επανέλαβαν το πρόβλημα του χώρου ακριβώς στο σημείο όπου το είχε αφήσει ο Kant. Ο Kant διαχώρισε τον χώρο από το περιεχόμενό του· οι εμπειριστές ερευνούν πώς αυτό το περιεχόμενο, το οποίο η σκέψη μας απομόνωσε από τον χώρο, μπορεί να φθάσει να ξαναβρεί θέση μέσα σε αυτόν».
33 Παραπάνω χρησιμοποίησα αφθονία συνωνύμων: είπα «τμήμα» χρόνου, «διάρκεια», «διάστημα» χρόνου· διότι, εφόσον η αίσθηση βρίσκεται μέσα στη στιγμή και η ίδια η στιγμή είναι «όριο του χρόνου», και όχι ένα μυστηριώδες ἐξαίφνης πέρα από τον χρόνο —πράγμα καθ’ εαυτό— ούτε πριν από τον χρόνο —είτε στην υπερβατολογική φαντασία είτε στη διάνοια—, και η αίσθηση, η οποία έχει την έδρα της στην εσωτερική αίσθηση, έχει την έδρα της μέσα στον χρόνο.
Επειδή όμως δεν καταλαμβάνει ένα διάστημα, ένα τμήμα ή μια διάρκεια της ροής ή της παρελεύσεως του χρόνου —εκείνης της ροής που αποτελεί τον ιδιαίτερο και ίδιο χαρακτήρα του χρόνου, ή μάλλον τον χαρακτήρα που ο χρόνος αποτυπώνει σε ό,τι αγγίζει— αλλά καταλαμβάνει μόνο «μία στιγμή», και η στιγμή, ως οριακή περίπτωση, δεν ρέει ούτε παρέρχεται, και ό,τι καταλαμβάνει αυτή τη στιγμή ούτε αυτό μπορεί να ρέει ή να παρέρχεται, έπεται ότι η αίσθηση —θεωρούμενη και αυτή [κατ’ αναλογία προς τη «στιγμή» του χρόνου] ως αίσθηση υποθετικά ευρισκόμενη σε κατάσταση τέλειας απομονώσεως, ως ένα απολύτως μεμονωμένο quid, δηλαδή ως οριακή περίπτωση του αισθητού ιστού— είναι, όπως και η στιγμή, στερημένη της χρονικής ροής, στερημένη της χρονικής διάρκειας, και δεν είναι υφασμένη από την παρέλευση του χρόνου.
Επειδή είναι καλό να έχουμε κατά νου ότι αυτή η αίσθηση διαθέτει ένα a priori στοιχείο —και αυτή ακριβώς η απριορικότητά της επιτρέπει στον Kant να την πραγματευθεί στο πλαίσιο της Αναλυτικής των Αρχών—, μου φαίνεται σκόπιμο να προαναγγείλω εδώ όσα θα ειπωθούν στην § 2 του Κεφ. IV· δηλαδή ότι αυτόν τον άχωρο και άχρονο χαρακτήρα η αίσθηση τον έχει χάρη στη φύση της ίδιας της αισθητικότητας, καθόσον αυτή είναι σύλληψη —κάτι που, άλλωστε, έχει ήδη υπαινιχθεί στην § 1 αυτού του κεφαλαίου.
«Η σύλληψη μέσω της απλής αισθήσεως καταλαμβάνει πράγματι μόνο μία στιγμή», λέγει ο Kant [Κριτική, σ. 186 (B 153)].
Έχουμε, δηλαδή, το εξής: η αισθητή μορφή —η σύλληψη—, την οποία πρέπει να διαθέτει a priori η αισθητικότητα καθόσον είναι δύναμη, δηλαδή ακριβώς a priori μορφή, του να υφίσταται τροποποίηση, είναι μια μορφή που στέκεται καθ’ εαυτήν, ανεξάρτητα από τις μορφές του χώρου και του χρόνου, με δική της ιδιαίτερη φύση, μολονότι καθετί που έρχεται στο φως μέσα σε αυτή τη μορφή —η αίσθηση ή τροποποίηση— οργανώνεται, συνδέεται, διατάσσεται κτλ. αμέσως κατά χωροχρονικό τρόπο.
Και η σύλληψη, η οποία σε σχέση προς τον χώρο και τον χρόνο στέκεται καθ’ εαυτήν, είναι η a priori αρχή ή το θεμέλιο της δυνατότητας της αισθήσεως, της πραγματικής υπάρξεως της αισθήσεως ως τροποποιήσεως της ίδιας της αισθητικότητας· διότι η αίσθηση δεν έρχεται από έξω ήδη έτοιμη και ολοκληρωμένη, αλλά αναδύεται μέσα στην αισθητικότητα ως εσωτερική τροποποίηση αυτής της αισθητικότητας· μιας αισθητικότητας η οποία, επομένως, είναι καλό να το επαναλάβουμε, πρέπει να είναι a priori και να διαθέτει a priori τη δυνατότητα να τροποποιείται —και αυτή ακριβώς η απριορικότητα αποτελεί τη βάση της δυνατότητας του αισθάνεσθαι.
Τώρα, εκείνο το αισθητό πολλαπλό που ο Kant διατήρησε πάντοτε [σχεδόν ως κατάλοιπο του αγγλικού ατομιστικού εμπειρισμού], εκείνο το αισθητό πολλαπλό του οποίου πραγματοποιείται μια σύνθεση [ο τύπος και οι αρθρώσεις της οποίας μεταβάλλονται ανάλογα με τις διατυπώσεις της Υπερβατολογικής Παραγωγής, αλλά ο γενικός χαρακτήρας της, δηλαδή ότι είναι παρούσα ως το πολλαπλό που πρέπει να συλλεχθεί και να ενοποιηθεί, παραμένει σταθερός και ταυτόσημος σε όλες τις διαφορετικές διατυπώσεις], είναι ένα πολλαπλό που διατηρείται στην ύπαρξη ακριβώς από μία a priori αρχή: τη σύλληψη —με την αντίστοιχη προς αυτήν υπερβατολογική φαντασία και με την αντίστοιχη προς αυτήν κατηγορία της πραγματικότητας, μαζί με την αρχή της, τον βαθμό.
34 Κριτική, σ. 186 (B 153).
35 Προλεγόμενα, § 26, σημείωση.
36 Προλεγόμενα, § 26. (Η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant).
37 Ο De Vleeschauwer, ο οποίος αφιέρωσε πολλές σελίδες —συγκεκριμένα τις 289–315— του τόμ. I του έργου του La Déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant, Antwerpen–Paris 1934, σε μια σύνοψη των Philosophische Versuche του Tetens, προκειμένου να δείξει μια θέση στην οποία δηλώνει ότι αποδίδει μεγάλη σημασία —δηλαδή πώς και σε ποιον βαθμό η πρώτη έκδοση της Κριτικής οφείλει στον Tetens, ιδίως ως προς την Υπερβατολογική Παραγωγή— υποστηρίζει ότι:
«Η σύνθεση της συλλήψεως χαρακτηρίζεται στον Kant από τον φαινομεναλισμό των δεδομένων και, προπάντων, από τη μοναδική και προσωπική θέση ότι η αντίληψη συμπίπτει με την αδιαίρετη ενότητα του χρόνου. Τώρα όμως διαπιστώνουμε ότι ο φαινομεναλισμός είναι ο ίδιος με εκείνον του Tetens και ότι η δεύτερη θέση, προς μεγάλη μας έκπληξη, δεν είναι καθόλου προσωπική θέση του Kant, αλλά εκφράζεται σαφώς στα Versuche του Tetens».
[Παρέθεσα από το L’évolution de la pensée kantienne, Paris 1939, σ. 97, το οποίο αποτελεί ένα είδος σύντομης συνόψεως του άλλου έργου].
Έτσι, φαίνεται ότι αυτή την ιδιότητα της αισθήσεως να μην έχει χρονική διάρκεια ο Kant την άντλησε από τον Tetens. Δεν μου κατέστη δυνατό να προμηθευτώ το έργο του Tetens. Παρατηρώ μόνο ότι δεν ήταν δύσκολο να συναχθεί από τη θεωρία της αισθήσεως όπως αυτή είχε επεξεργαστεί από τους Άγγλους· μολονότι ίσως αυτό να μην μπορούσε να γίνει με εντελώς άμεσο τρόπο.
Ας έλθουμε τώρα στον εγγενή χαρακτήρα αυτής της τροποποιήσεως ή αισθήσεως· δηλαδή στη δομή που της είναι ιδιαίτερη και η οποία συγκροτεί τη φύση ή την ουσία της.
Είδαμε ότι «τα φαινόμενα ως αντικείμενα της αντιλήψεως [δηλαδή τα φυσικά αντικείμενα, εκείνα με τα οποία ασχολείται η φυσική επιστήμη]... περιέχουν, εκτός από την εποπτεία [χώρος-χρόνος], και τις ύλες ενός οποιουδήποτε αντικειμένου εν γένει (μέσω των οποίων παριστάνεται κάτι ως υπάρχον στον χώρο ή στον χρόνο), δηλαδή περιέχουν το πραγματικό της αισθήσεως... [Τώρα:] επειδή η αίσθηση καθ’ εαυτήν δεν είναι καθόλου αντικειμενική παράσταση και επειδή μέσα σε αυτήν δεν συναντάται ούτε η εποπτεία του χώρου ούτε εκείνη του χρόνου, δεν θα της αρμόζει ένα εκτατικό μέγεθος [το οποίο είναι χωροχρονικό μέγεθος ή ποσότητα], αλλά ένα... εντατικό μέγεθος»³⁰, δηλαδή ένας «βαθμός».
«Μέσα σε αυτήν δεν συναντάται ούτε η εποπτεία του χώρου ούτε εκείνη του χρόνου», είπε εδώ στην Κριτική. Και η ίδια ακριβώς διατύπωση γίνεται στα Προλεγόμενα, δύο φορές, σε δύο διαφορετικές παραγράφους, οι οποίες όμως αφορούν το ίδιο θέμα —δηλαδή την αρχή του βαθμού—: «η αίσθηση δεν είναι εποπτεία η οποία να περιέχει χώρο ή χρόνο», λέγεται στην § 24 [το «περιέχει» είναι αραιογραμμένο από τον Kant]· και στην § 26: «η αίσθηση, μολονότι δεν καταλαμβάνει μέρος του χώρου ή του χρόνου κτλ...» [και εδώ ολόκληρη η φράση είναι αραιογραμμένη από τον Kant]³¹.
Η αίσθηση, επομένως, δεν περιέχει μέσα της χώρο ή χρόνο· ούτε καταλαμβάνει μέρος του χώρου ούτε έκταση, διάρκεια ή τμήμα του χρόνου. Η αίσθηση είναι εγγενώς άχωρη και άχρονη³².
Αυτός ο άχωρος και άχρονος χαρακτήρας της τροποποιήσεως ή αισθήσεως, όσο παράξενος και αν φαίνεται, δεν θα έπρεπε να εμφανίζεται ως κάτι καινούργιο, αν θυμηθούμε ότι ήδη στη Διατριβή του 1770 και, στην Κριτική, από την πρώτη κιόλας σελίδα της Υπερβατικής Αισθητικής και εξής, ο Kant διέκρινε μέσα στην πραγματική αισθητικότητα —δηλαδή μέσα στην αντίληψη— τη μορφή —καθαρή εποπτεία— από το περιεχόμενο —αίσθηση—· και επειδή η μορφή —η καθαρή εποπτεία— είναι ο χώρος και ο χρόνος, συνάγεται αφ’ εαυτού ότι το περιεχόμενο, δηλαδή η αίσθηση, στερείται χώρου και χρόνου³³.
Παρ’ όλα αυτά, το να συγκρατεί κανείς σταθερά ενώπιον του νου ένα quid ως αίσθηση ή τροποποίηση, χωρίς να το βλέπει εσωτερικά υφασμένο από χώρο και χρόνο· και, ακόμη χειρότερα, το να αποδίδει σε ένα quid, θεωρούμενο ως τροποποίηση, μια ποσοτική αξία η οποία πρέπει να εκφραστεί και να γραφεί με στοιχεία που δεν είναι ούτε χωρικά ούτε χρονικά —και φαίνεται ότι δεν διαθέτουμε άλλα— είναι τόσο δύσκολο, ώστε δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, αμέσως μετά από αυτή την ανάλυση που πραγματοποίησε ο Kant στην Κριτική, το αποτέλεσμά της χάθηκε και αυτό το νέο μέγεθος επανεντάχθηκε στα δύο συνήθη μεγέθη, το χωρικό και το χρονικό.
Πρέπει, επομένως, να επιμείνουμε σε αυτό το χαρακτηριστικό και να δούμε καλά σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο ο Kant είχε συνείδηση της σημασίας και της αξίας του.
«Η σύλληψη [δηλαδή η συγκεκριμένη και άμεση συνείδηση] μέσω της απλής αισθήσεως —εάν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων [οπότε είναι αυτή η διαδοχή εκείνη που εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο και όχι η μεμονωμένη αίσθηση]— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή.
Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει μέσα στο φαινόμενο κάτι [δηλαδή το πραγματικό στοιχείο, το ειδικώς αισθητό στοιχείο], του οποίου η σύλληψη δεν είναι μια διαδοχική σύνθεση [μέσα στη ροή του χρόνου]... η σύλληψη δεν έχει εκτατικό μέγεθος [ή ποσότητα]»³⁴.
Δηλαδή, δεν έχει ούτε χωρικό όγκο ούτε χρονική διάρκεια. Και στα Προλεγόμενα, εκεί όπου συνοψίζονται αυτά τα σημεία σχετικά με την αχωρικότητα και την αχρονικότητα της αισθήσεως:
«Η θερμότητα, το φως κτλ. μέσα σε έναν μικρό χώρο είναι —ως προς τον βαθμό— τόσο μεγάλα όσο και μέσα σε έναν μεγάλο· και κατά τον ίδιο τρόπο οι εσωτερικές παραστάσεις, ο πόνος, η συνείδηση γενικά, δεν είναι ως προς τον βαθμό μικρότερες, είτε διαρκούν λίγο είτε πολύ.
Επομένως, εδώ το μέγεθος είναι, μέσα σε ένα σημείο [του χώρου] και σε μία στιγμή [του χρόνου], τόσο μεγάλο όσο και μέσα σε οποιονδήποτε χώρο ή χρόνο, όσο μεγάλοι κι αν είναι αυτοί. Οι βαθμοί, λοιπόν, είναι περισσότερο ή λιγότερο μεγάλοι, όχι όμως μέσα στην εποπτεία [δηλαδή όχι μέσα στον χώρο-χρόνο], αλλά μέσω της απλής αισθήσεως».
Άρα: το πραγματικό της αισθήσεως, το οποίο περιέχεται σε κάθε φαινόμενο, διαθέτει έναν βαθμό, δηλαδή μια εντατική ποσότητα ή ένα εντατικό μέγεθος, το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί —ή να προσδιοριστεί— ούτε με τις παραμέτρους ή διαστάσεις του χώρου ούτε με εκείνες του χρόνου.
Και πρέπει να σημειωθεί ότι στα Προλεγόμενα αυτή η ποσοτική αξία αναδεικνύεται ακριβώς από τη θέση που κατέχει και από τη σημασία που έχει η § 26, η οποία θα φαινόταν —όπως πράγματι έχει θεωρηθεί— μια περιττή επανάληψη της § 24, εάν δεν αντιλαμβανόμασταν ότι σε αυτήν ολοκληρώνεται το πρόβλημα που είχε τεθεί στην § 18.
Στην § 18 είχε γίνει διάκριση ανάμεσα σε μια απλώς υποκειμενική, αντιληπτική κρίση, ένα είδος εκείνου του εμπειρικού συνειρμισμού που είδαμε να ωθείται στα άκρα στην επιστολή προς τον Herz, την οποία παρέθεσα στη σ. 76 κ.ε., και σε μια αντικειμενική κρίση, κρίση εμπειρίας, δηλαδή κυρίως επιστημονική κρίση· και είχε τεθεί το ερώτημα σε τι ακριβώς συνίσταται η διαφορά μεταξύ των δύο κρίσεων.
Και, αφού επεξεργαστεί την απάντηση, η § 26 καταλήγει λέγοντας ότι αυτή η διάκριση, χάρη στην οποία «οι κρίσεις εμπειρίας [αντικειμενικά και καθολικά έγκυρες] διαφέρουν από τις απλές κρίσεις αντιλήψεως [υποκειμενικές]... πραγματοποιείται επειδή τα φαινόμενα, ως απλές εποπτείες που καταλαμβάνουν ένα μέρος του χώρου και του χρόνου, υπάγονται στην έννοια του μεγέθους· και επειδή, στον βαθμό που η αντίληψη περιέχει, εκτός από την εποπτεία, και την αίσθηση... το πραγματικό των φαινομένων πρέπει να έχει έναν βαθμό, διότι, μολονότι η ίδια η αίσθηση δεν καταλαμβάνει μέρος του χώρου ή του χρόνου, υπόκειται ωστόσο σε αύξηση και μείωση, δηλαδή υπάγεται σε ένα μέγεθος.
»Η αίσθηση, επομένως... μολονότι, ως ποιότητα της εμπειρικής εποπτείας, δεν μπορεί ποτέ να γνωσθεί a priori ως προς εκείνο στο οποίο διαφέρει ειδικά από άλλες αισθήσεις, εντούτοις... [μπορεί], μέσα σε μια δυνατή εμπειρία εν γένει, να διακριθεί από κάθε άλλη παρόμοια αίσθηση ως μέγεθος της αντιλήψεως από εντατική άποψη [βαθμός]»³⁶.
Δηλαδή, η § 26 ολοκληρώνει το ερώτημα που είχε τεθεί στην § 18, λέγοντας ότι ένας υποκειμενικός συνειρμισμός διακρίνεται από μια επιστημονικώς έγκυρη κρίση εμπειρίας μόνο εφόσον τα φαινόμενα μετατραπούν σε ποσότητες.
Δηλαδή, εφόσον καταστούν ποσότητες τόσο ως προς τη χωροχρονική τους όψη όσο και ως προς την αισθητηριακή-ποιοτική τους όψη, δηλαδή ως προς τον βαθμό ή την ένταση.
Η ίδια αυτή απάντηση δίνεται στη σ. 194 της Κριτικής (B 160), εκεί όπου ο Kant συνοψίζει τις λειτουργίες αυτής της αρχής του βαθμού —η οποία εξασφαλίζει την ποσότητα μέσα στο ποιοτικό αισθητηριακό στοιχείο— και εκείνης που είχε εξεταστεί προηγουμένως —δηλαδή της αρχής που μετατρέπει σε ποσότητες τον χώρο και τον χρόνο— και καταλήγει ως εξής:
«Οι δύο προηγούμενες αρχές... δίδαξαν με ποιον τρόπο τα φαινόμενα, τόσο ως προς την εποπτεία τους όσο και ως προς το πραγματικό της αντιλήψεώς τους, μπορούσαν να παραχθούν σύμφωνα με τους κανόνες μιας μαθηματικής συνθέσεως· έτσι ώστε και στη μία και στην άλλη περίπτωση να μπορούν να χρησιμοποιηθούν αριθμητικά μεγέθη, και μαζί με αυτά ο προσδιορισμός του φαινομένου ως ποσότητας».
Σε αυτή ακριβώς τη δυνατότητα να καταστούν τα φαινόμενα «ποσότητες» —τόσο ως quid που διαθέτουν έκταση στον χώρο και στον χρόνο όσο και ως quid που διαθέτουν βαθμό ή άχωρη και άχρονη ένταση— έγκειται για τον Kant η αντικειμενικότητά τους, δηλαδή η μεταξίωση, θα λέγαμε, του λοκιανού εμπειρικού συνειρμισμού σε αντικειμενική, επιστημονική συνάφεια· δηλαδή σε αυθεντική «κρίση εμπειρίας».
Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι:
ο τρόπος με τον οποίο είναι συγκεκριμένη και πραγματική η σχέση ή αναφορά βγ, με την οποία παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση»-αίσθηση, δεν είναι ένας τρόπος που να δηλώνει σχέση ή τροποποίηση χωρικών στοιχείων ούτε χρονικών στοιχείων· και, επομένως, τα β και γ δεν θα διατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο μέσα στον χώρο ούτε το ένα μετά το άλλο μέσα στον χρόνο³⁷.
Συνεχίζεται με τη «Σημείωση»
Σημειώσεις:
31 Η φράση αυτή, την οποία ο Kant έχει αραιογραφήσει, αποκτά μεγαλύτερη έμφαση αν συσχετισθεί με τη φράση που βρίσκεται λίγες γραμμές προηγουμένως, όπου εκτίθεται η ιδιότητα των φαινομένων ως προς το γεγονός ότι είναι εποπτείες, και την οποία ο Kant έχει επίσης αραιογραφήσει: «τα φαινόμενα, ως απλές εποπτείες [δηλαδή θεωρούμενα όχι κατά το ότι συνίστανται επίσης από αισθήσεις που καταλαμβάνουν ένα μέρος του χώρου και του χρόνου], υπάγονται στην έννοια του μεγέθους [ή ποσότητας] κτλ.».
32 Ο Kemp Smith, στο προαναφερθέν σχόλιό του, αφού είπε, όπως ήδη ανέφερα στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου, ότι για τον Kant «οι αισθήσεις δεν έχουν κανενός είδους χωρικά γνωρίσματα. Καθ’ εαυτές έχουν μόνο εντατικά μεγέθη, όχι όμως εκτατικά», παραθέτει πολύ εύστοχα σε σημείωση ένα χωρίο από το Essai sur les données immédiates de la conscience, Paris 1911, σσ. 70–71, στο οποίο ο Bergson παρατηρεί ότι οι συγγραφείς [Lotze, Bain κ.ά.]… φαίνεται πως παραμέρισαν το πρόβλημα της φύσεως του χώρου, για να αναζητήσουν μόνο μέσω ποιας διαδικασίας οι αισθήσεις μας έρχονται να καταλάβουν θέση μέσα σε αυτόν και, θα λέγαμε, να παρατεθούν η μία δίπλα στην άλλη· με τον τρόπο όμως αυτό θεωρούν τις αισθήσεις ως άνευ εκτάσεως… Οι εμπειριστικές ή γενετικές εξηγήσεις επανέλαβαν το πρόβλημα του χώρου ακριβώς στο σημείο όπου το είχε αφήσει ο Kant. Ο Kant διαχώρισε τον χώρο από το περιεχόμενό του· οι εμπειριστές ερευνούν πώς αυτό το περιεχόμενο, το οποίο η σκέψη μας απομόνωσε από τον χώρο, μπορεί να φθάσει να ξαναβρεί θέση μέσα σε αυτόν».
33 Παραπάνω χρησιμοποίησα αφθονία συνωνύμων: είπα «τμήμα» χρόνου, «διάρκεια», «διάστημα» χρόνου· διότι, εφόσον η αίσθηση βρίσκεται μέσα στη στιγμή και η ίδια η στιγμή είναι «όριο του χρόνου», και όχι ένα μυστηριώδες ἐξαίφνης πέρα από τον χρόνο —πράγμα καθ’ εαυτό— ούτε πριν από τον χρόνο —είτε στην υπερβατολογική φαντασία είτε στη διάνοια—, και η αίσθηση, η οποία έχει την έδρα της στην εσωτερική αίσθηση, έχει την έδρα της μέσα στον χρόνο.
Επειδή όμως δεν καταλαμβάνει ένα διάστημα, ένα τμήμα ή μια διάρκεια της ροής ή της παρελεύσεως του χρόνου —εκείνης της ροής που αποτελεί τον ιδιαίτερο και ίδιο χαρακτήρα του χρόνου, ή μάλλον τον χαρακτήρα που ο χρόνος αποτυπώνει σε ό,τι αγγίζει— αλλά καταλαμβάνει μόνο «μία στιγμή», και η στιγμή, ως οριακή περίπτωση, δεν ρέει ούτε παρέρχεται, και ό,τι καταλαμβάνει αυτή τη στιγμή ούτε αυτό μπορεί να ρέει ή να παρέρχεται, έπεται ότι η αίσθηση —θεωρούμενη και αυτή [κατ’ αναλογία προς τη «στιγμή» του χρόνου] ως αίσθηση υποθετικά ευρισκόμενη σε κατάσταση τέλειας απομονώσεως, ως ένα απολύτως μεμονωμένο quid, δηλαδή ως οριακή περίπτωση του αισθητού ιστού— είναι, όπως και η στιγμή, στερημένη της χρονικής ροής, στερημένη της χρονικής διάρκειας, και δεν είναι υφασμένη από την παρέλευση του χρόνου.
Επειδή είναι καλό να έχουμε κατά νου ότι αυτή η αίσθηση διαθέτει ένα a priori στοιχείο —και αυτή ακριβώς η απριορικότητά της επιτρέπει στον Kant να την πραγματευθεί στο πλαίσιο της Αναλυτικής των Αρχών—, μου φαίνεται σκόπιμο να προαναγγείλω εδώ όσα θα ειπωθούν στην § 2 του Κεφ. IV· δηλαδή ότι αυτόν τον άχωρο και άχρονο χαρακτήρα η αίσθηση τον έχει χάρη στη φύση της ίδιας της αισθητικότητας, καθόσον αυτή είναι σύλληψη —κάτι που, άλλωστε, έχει ήδη υπαινιχθεί στην § 1 αυτού του κεφαλαίου.
«Η σύλληψη μέσω της απλής αισθήσεως καταλαμβάνει πράγματι μόνο μία στιγμή», λέγει ο Kant [Κριτική, σ. 186 (B 153)].
Έχουμε, δηλαδή, το εξής: η αισθητή μορφή —η σύλληψη—, την οποία πρέπει να διαθέτει a priori η αισθητικότητα καθόσον είναι δύναμη, δηλαδή ακριβώς a priori μορφή, του να υφίσταται τροποποίηση, είναι μια μορφή που στέκεται καθ’ εαυτήν, ανεξάρτητα από τις μορφές του χώρου και του χρόνου, με δική της ιδιαίτερη φύση, μολονότι καθετί που έρχεται στο φως μέσα σε αυτή τη μορφή —η αίσθηση ή τροποποίηση— οργανώνεται, συνδέεται, διατάσσεται κτλ. αμέσως κατά χωροχρονικό τρόπο.
Και η σύλληψη, η οποία σε σχέση προς τον χώρο και τον χρόνο στέκεται καθ’ εαυτήν, είναι η a priori αρχή ή το θεμέλιο της δυνατότητας της αισθήσεως, της πραγματικής υπάρξεως της αισθήσεως ως τροποποιήσεως της ίδιας της αισθητικότητας· διότι η αίσθηση δεν έρχεται από έξω ήδη έτοιμη και ολοκληρωμένη, αλλά αναδύεται μέσα στην αισθητικότητα ως εσωτερική τροποποίηση αυτής της αισθητικότητας· μιας αισθητικότητας η οποία, επομένως, είναι καλό να το επαναλάβουμε, πρέπει να είναι a priori και να διαθέτει a priori τη δυνατότητα να τροποποιείται —και αυτή ακριβώς η απριορικότητα αποτελεί τη βάση της δυνατότητας του αισθάνεσθαι.
Τώρα, εκείνο το αισθητό πολλαπλό που ο Kant διατήρησε πάντοτε [σχεδόν ως κατάλοιπο του αγγλικού ατομιστικού εμπειρισμού], εκείνο το αισθητό πολλαπλό του οποίου πραγματοποιείται μια σύνθεση [ο τύπος και οι αρθρώσεις της οποίας μεταβάλλονται ανάλογα με τις διατυπώσεις της Υπερβατολογικής Παραγωγής, αλλά ο γενικός χαρακτήρας της, δηλαδή ότι είναι παρούσα ως το πολλαπλό που πρέπει να συλλεχθεί και να ενοποιηθεί, παραμένει σταθερός και ταυτόσημος σε όλες τις διαφορετικές διατυπώσεις], είναι ένα πολλαπλό που διατηρείται στην ύπαρξη ακριβώς από μία a priori αρχή: τη σύλληψη —με την αντίστοιχη προς αυτήν υπερβατολογική φαντασία και με την αντίστοιχη προς αυτήν κατηγορία της πραγματικότητας, μαζί με την αρχή της, τον βαθμό.
34 Κριτική, σ. 186 (B 153).
35 Προλεγόμενα, § 26, σημείωση.
36 Προλεγόμενα, § 26. (Η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant).
37 Ο De Vleeschauwer, ο οποίος αφιέρωσε πολλές σελίδες —συγκεκριμένα τις 289–315— του τόμ. I του έργου του La Déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant, Antwerpen–Paris 1934, σε μια σύνοψη των Philosophische Versuche του Tetens, προκειμένου να δείξει μια θέση στην οποία δηλώνει ότι αποδίδει μεγάλη σημασία —δηλαδή πώς και σε ποιον βαθμό η πρώτη έκδοση της Κριτικής οφείλει στον Tetens, ιδίως ως προς την Υπερβατολογική Παραγωγή— υποστηρίζει ότι:
«Η σύνθεση της συλλήψεως χαρακτηρίζεται στον Kant από τον φαινομεναλισμό των δεδομένων και, προπάντων, από τη μοναδική και προσωπική θέση ότι η αντίληψη συμπίπτει με την αδιαίρετη ενότητα του χρόνου. Τώρα όμως διαπιστώνουμε ότι ο φαινομεναλισμός είναι ο ίδιος με εκείνον του Tetens και ότι η δεύτερη θέση, προς μεγάλη μας έκπληξη, δεν είναι καθόλου προσωπική θέση του Kant, αλλά εκφράζεται σαφώς στα Versuche του Tetens».
[Παρέθεσα από το L’évolution de la pensée kantienne, Paris 1939, σ. 97, το οποίο αποτελεί ένα είδος σύντομης συνόψεως του άλλου έργου].
Έτσι, φαίνεται ότι αυτή την ιδιότητα της αισθήσεως να μην έχει χρονική διάρκεια ο Kant την άντλησε από τον Tetens. Δεν μου κατέστη δυνατό να προμηθευτώ το έργο του Tetens. Παρατηρώ μόνο ότι δεν ήταν δύσκολο να συναχθεί από τη θεωρία της αισθήσεως όπως αυτή είχε επεξεργαστεί από τους Άγγλους· μολονότι ίσως αυτό να μην μπορούσε να γίνει με εντελώς άμεσο τρόπο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου