Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 10 Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Συνέχεια από Παρασκευή 7. Αυγούστου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 10

Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Του Henri de Lubac

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)

3. Ο Ωριγένης και ο άγιος Παύλος

Αυτό οφείλεται επίσης στο ότι, από την πιο τρυφερή παιδική του ηλικία, είχε πραγματικά «ζήσει μέσα στη Βίβλο». Όποιες κι αν ήταν οι άλλες πηγές της σκέψεώς του, από αυτήν άντλησε πραγματικά τον μυελό της θεολογίας του¹⁹⁹. Φρόντιζε ιδιαίτερα να μην προβάλλει τίποτε που, κατά τη γνώμη του, δεν περιεχόταν στη Γραφή· και κανόνας του ήταν, ακόμη και στις πιο προσωπικές του ερμηνείες, να συμμορφώνεται πάντοτε προς τους ερμηνευτικούς κανόνες της Εκκλησίας²⁰⁰.

Έτρεφε ενστικτώδη δυσπιστία απέναντι στο «ίδιο νόημα» του αναγνώστη, το οποίο, κατά την ανάγνωση του Μωυσή, των Προφητών ή του Ευαγγελίου, υποκαθιστά τον «νου του Χριστού»²⁰¹. Γι’ αυτό μας φαίνονται άσχετες προς το θέμα οι παρατηρήσεις που διατύπωνε σχετικά με αυτόν ο J. Denis και οι οποίες εξακολουθούν ακόμη να επηρεάζουν ορισμένους ιστορικούς.

«Η αλληγορική ερμηνεία», έλεγε ο Denis²⁰², «είναι μία από τις μορφές της ελευθερίας της σκέψεως απέναντι σε ένα κείμενο το οποίο εξακολουθούν να σέβονται και να θεωρούν ως τον θεματοφύλακα κάθε αλήθειας… Στη σκιά της εισάγονται καινοτομίες στις θρησκείες που θεωρούνται ακίνητες και αμετάβλητες· στη σκιά της γεννιούνται και αναπτύσσονται θρησκείες που προήλθαν από αρχαιότερες θρησκείες».

Στην πραγματικότητα, στην περίπτωση του Ωριγένη, δεν επρόκειτο για ελευθερία της ατομικής σκέψεως, αλλά μόνο για την ελευθερία της χριστιανικής σκέψεως και της χριστιανικής ζωής απέναντι στον Ιουδαϊσμό. Ούτε η μέθοδός του αποτελούσε όργανο απελευθερώσεως· η απελευθέρωση είχε ήδη πραγματοποιηθεί από τον Χριστό και, έκτοτε, η πνευματική ερμηνεία αποτελούσε απλώς την αναδρομική δικαίωσή της, με μεθόδους στις οποίες η επιτήδευση και η ιδιοφυΐα της εποχής είχαν ασφαλώς σημαντική συμμετοχή.

Μέσω αυτής της ερμηνείας, ο Ωριγένης δεν εξασφάλιζε για τον εαυτό του κάποια ελευθερία απέναντι στη χριστιανική παράδοση· θεμελίωνε, για τον ίδιο και για όλους τους αδελφούς του, την ελευθερία να είναι χριστιανοί. Στο έργο του αυτή αναπτύσσεται σε τεράστιες διαστάσεις, διατηρεί όμως πάντοτε τον ίδιο χαρακτήρα.

Δεν είναι καθόλου εσωτερική ή απόκρυφη. Πολύ λιγότερο αποτελεί τρόπο καλύψεως τολμηρών απόψεων ή μιας ορθολογιστικής διδασκαλίας. Ο Ωριγένης εκθέτει δημόσια τις ερμηνείες του²⁰³. Αν εφαρμόζει κάποια «οικονομία», το κάνει κατά μίμηση της θείας παιδαγωγίας, διότι «ο οικονόμος των μυστηρίων πρέπει να επιλέγει τον κατάλληλο καιρό για να εισαγάγει νέες σκέψεις, χωρίς να βλάψει τον ακροατή»²⁰⁴. Πρόκειται για έναν πολύ σοφό κανόνα, ιδιαίτερα πρόσφορο στα πνευματικά ζητήματα.

Ο αλληγορισμός του δεν ισχυρίζεται ότι θεμελιώνεται σε οποιαδήποτε απόκρυφη γραφή ή μυστική παράδοση²⁰⁵. Ούτε απευθύνεται ειδικά στους εκλεπτυσμένους· συχνότερα, όπως είδαμε, έρχεται σε βοήθεια των απλών ανθρώπων²⁰⁶. Γι’ αυτό και παρατηρήθηκε ότι «οι ομιλίες που εκφωνήθηκαν ενώπιον των πιστών είναι εξίσου πλούσιες σε αλληγορικά νοήματα, αν όχι πλουσιότερες, από τα υπομνήματα που δημοσιεύθηκαν για τη μικρή ομάδα των μαθητών»²⁰⁷.

Οι «τολμηρές» απόψεις του, οι οποίες είναι λίγες, προτείνονται με απλότητα και χωρίς καμία πανουργία, συγχρόνως χωρίς δογματισμό και χωρίς υπερβολικές διατυπώσεις επιφυλάξεως. Όσο επιμένει ότι πρέπει να μελετούμε τη Γραφή με προσοχή, και όχι αμελώς και παρεμπιπτόντως, άλλο τόσο απορρίπτει απέναντί της τις κριτικές στάσεις και τις υπερβολικά ανθρώπινες περιέργειες²⁰⁸.

Δεν αγαπούσε τις «λαίμαργες ψυχές». Έλεγε στους μαθητές του: «Εφαρμοστείτε πρωτίστως στην ανάγνωση των αγίων Γραφών με τις αρχές της πίστεως και με την πρόθεση να ευαρεστήσετε τον Θεό· εκείνο που είναι περισσότερο αναγκαίο για την κατανόηση είναι η προσευχή»²⁰⁹. «Ας φοβηθούμε», έλεγε ακόμη, «μήπως, εξαιτίας μιας παράτολμης υπεροψίας, η γνώση που επιδιώκουμε να αντλήσουμε από τις Γραφές μεταβληθεί σε αμαρτία»²¹⁰.


Και εδώ ακόμη ο Παύλος, «ο διδάσκαλος της Εκκλησίας»²¹¹, εμφανίζεται ως διδάσκαλός του, διδάσκαλος διακρίσεως και νηφαλιότητας. Ο Ωριγένης δεν θα τον ακολουθήσει πάντοτε κατά γράμμα· κάθε άλλο! Θα προσπαθεί όμως πάντοτε να συναντήσει τη βαθύτερη έμπνευσή του.

Σε εκείνους των οποίων η ακόρεστη περιέργεια θα ήθελε να εξερευνήσει τα πάντα λεπτομερώς και να διασαφηνίσει τα πάντα μέσα στη Γραφή, προτείνει να έλθουν μαζί του και να συλλέξουν από το στόμα του Αποστόλου την περίφημη αναφώνηση: «Ὦ βάθος!» Κραυγή εκπλήξεως και απελπισμένου θαυμασμού μπροστά στα ανεξιχνίαστα πλούτη που δεν παύουν να προσφέρονται· και όμως εκείνος που την εξέφερε είχε μέσα του το Άγιο Πνεύμα, «το οποίο ερευνά ακόμη και τα βάθη του Θεού»!

Θα υπάρχει, επομένως, πάντοτε κάτι ακόμη να αναζητήσουμε μέσα στη Γραφή· χωρίς όμως να εγκαταλείψουμε την έρευνα, πρέπει εκ των προτέρων να ομολογήσουμε ότι έχουμε ηττηθεί²¹²

Ιδού ακόμη κάτι που ελάχιστα συμφωνεί με τις αναλύσεις πολλών. «Για πολύ καιρό οι κριτικοί πλανήθηκαν σχετικά με τον υποτιθέμενο διανοητικισμό του μεγαλύτερου από τους ερμηνευτές μας»²¹³. Μία από τις αιτίες της πλάνης τους υπήρξε «μια εσφαλμένη ερμηνεία της ίδιας της έννοιας της χριστιανικής γνώσεως», την οποία έβλεπαν μέσα από τις θεωρητικές συλλήψεις των ετερόδοξων «γνωστικών», λησμονώντας ότι η ίδια ήταν παύλεια.

Στην πραγματικότητα, το πνεύμα που καθοδηγεί τον Ωριγένη είναι ακριβώς εκείνο το «Πνεύμα πίστεως» για το οποίο μιλά επίσης ο άγιος Παύλος²¹⁴. Μακριά από το να πηγάζει από μια περισσότερο ή λιγότερο σκεπτικιστική ή ορθολογιστική διάθεση, από μια περισσότερο ή λιγότερο ομολογημένη επιθυμία διαφυγής από τους περιορισμούς μιας παραδοσιακής πίστεως, αυτή η αφθονία των πνευματικών νοημάτων που είναι διάχυτα παντού στο ερμηνευτικό έργο του Ωριγένη αποτελεί, αντιθέτως, την εκδίπλωση μιας πληθωρικής εμπιστοσύνης, η οποία εκχέεται με αφέλεια ενώπιον των ακροατών ή ενώπιον του Θεού²¹⁵.

Πρόκειται για μια υπεραφθονία πίστεως στη θεία προέλευση των Γραφών, για μια μυστική ανάβλυση. Από εδώ προέρχεται εκείνο το είδος ανιδιοτέλειας που απλώνεται σαν αύρα επάνω σε ορισμένες ερμηνείες του. Από εδώ και η σαγηνευτική και διαρκής γοητεία τόσων σελίδων, τις οποίες δεν συνιστούν ούτε η επιστημονική οξύτητα ούτε η λαμπρότητα των εικόνων ή του ύφους.

Η Γραφή είναι η χαρά και η παρηγοριά του. Είναι η οικογενειακή του κληρονομιά. Είναι το δροσερό νερό μέσα στο οποίο ανανεώνεται η ψυχή του. Είναι ο απέραντος χώρος μέσα στον οποίο εξερευνά τον Θεό:
«Αν πέσει επάνω μας η θλίψη, αν μας περισφίξει η αγωνία του κόσμου, αν μας καταβάλουν οι ανάγκες του σώματος, θα αναζητήσουμε την ευρυχωρία της σοφίας και της γνώσεως του Θεού, μέσα στην οποία ο κόσμος δεν μπορεί να μας στενοχωρήσει.

»Θα επιστρέψω στις απέραντες πεδιάδες των θείων Γραφών· εκεί θα αναζητήσω την πνευματική κατανόηση του Λόγου του Θεού και καμία αγωνία δεν θα με πιέσει εκεί. Θα καλπάζω μέσα στους πλατύτατους χώρους της μυστικής κατανοήσεως.
»Αν υποφέρω διωγμό και ομολογήσω τον Χριστό μου ενώπιον των ανθρώπων, είμαι βέβαιος ότι και Αυτός θα με ομολογήσει ενώπιον του Πατέρα Του, ο οποίος βρίσκεται στους ουρανούς.
»Αν παρουσιαστεί η πείνα, δεν μπορεί να με ταράξει· διότι έχω τον Άρτο της Ζωής, ο οποίος κατέβηκε από τον ουρανό και αναζωογονεί τις πεινασμένες ψυχές. Αυτός ο Άρτος δεν μπορεί ποτέ να εκλείψει, αλλά είναι τέλειος και αιώνιος»²¹⁶.


4. Η σοφία και ο σταυρός


Σημειώσεις:


199 Claude Mondésert, «Le symbolisme chez Clément d’Alexandrie», Recherches, τόμ. XXVI (1936), σ. 178–179. Πρβλ. G. Bardy: «Η σκέψη του διαμορφώθηκε κατά κάποιον τρόπο από τις Γραφές», «Origène», στο Dictionnaire de Théologie Catholique, τόμ. XI, στ. 1505. J. Daniélou, Origène, σ. 288: «Αν η πνευματική θεολογία του Ωριγένη βρήκε τόσο μεγάλη απήχηση στη χριστιανική ψυχή, αυτό οφείλεται στο ότι είναι πρωτίστως βιβλική»
200 Εκτός από τα κείμενα που παρατέθηκαν ανωτέρω, βλ. Εἰς Ματθαῖον, σειρά 46: «Δεν πρέπει να απομακρυνόμαστε από την αρχική και εκκλησιαστική παράδοση ούτε να πιστεύουμε διαφορετικά από όσα μας παρέδωσαν, μέσω της διαδοχής, οι Εκκλησίες του Θεού» (σ. 94)· 47 (σ. 97–98). Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 7, 5: «Η Εκκλησία όμως πίνει από τις ευαγγελικές και αποστολικές πηγές…» (σ. 75)· ομιλ. 12, 5: «Και σύμφωνα με όσα διδάχθηκες μέσα στην Εκκλησία, προσπάθησε κι εσύ να πιεις από την πηγή της διανοίας σου» (σ. 112) κ.λπ.
201 Εἰς Ἰεζεκιήλ, ομιλ. 3, 2 (σ. 342 και 343). Πρβλ. Ἐκλογαὶ εἰς Ἰεζεκιήλ 13, 2 (804 C–D)
202 De la philosophie d’Origène, σ. 33. Πρβλ. Zeller: «Εκείνος που είναι εξοικειωμένος με την ιστορία του θρησκευτικού πνεύματος γνωρίζει ότι πολύ συχνά ο μυστικισμός χρησίμευσε ως μετάβαση —τόσο για τα άτομα όσο και για τις γενεές— από τη συνήθη πίστη και τον σεβασμό προς την αυθεντία στην ανεξάρτητη εξέταση της παραδόσεως. Και εκείνος που έχει μελετήσει κάπως βαθύτερα τη φύση του μυστικισμού θα διακρίνει, κάτω από το περίβλημα που μας προκαλεί μια τόσο παράξενη εντύπωση, ένα από τα πέπλα με τα οποία καλύπτεται η σκέψη για να προστατευθεί, έως ότου τα φτερά της αποκτήσουν αρκετό άνοιγμα ώστε να της επιτρέψουν να πετά ελεύθερα» —παρατίθεται από τον Albert Lévy, David-Frédéric Strauss, σ. 19
203 Το σημείο αυτό αναγνωρίστηκε από τον E. de Faye, Origène, τόμ. III, σ. 155. Δεν υπάρχει κανένα θεμέλιο στον ισχυρισμό του π. Louis Doucin, Histoire des mouvements arrivés dans l’Église au sujet d’Origène et de sa doctrine (1700), σ. 102, ότι στα υπομνήματά του «ο συγγραφέας διέσπειρε τις καινοτομίες του μόνο με μεγάλη προσοχή και με πολύ επιδέξιο τρόπο». Ο ισχυρισμός αυτός εμπνέεται από την Επιστολή προς Μηνᾶν του Ιουστινιανού —Mansi, Concilia, τόμ. IX, 492 C—, η οποία στερείται ιστορικής αξίας
204 Εἰς Ἰωάννην 20, 2 (σ. 328)· πρβλ. 32, 24: «Συχνά ένας αληθινός λόγος, όταν δίνεται σε μια ασθενή ψυχή η οποία θα είχε ανάγκη από άλλου είδους τροφή, της προξενεί περισσότερο κακό παρά καλό» (σ. 468). Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 4, 3: το να αποκαλύπτει κανείς απερίσκεπτα σε οποιονδήποτε τα μυστήρια της θείας σοφίας σημαίνει ότι εκτίθεται στον κίνδυνο να διαπράξει ανθρωποκτονία (σ. 23)
205 Αυτό αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο· πρβλ. Van den Eynde, ό.π., σ. 230–233· G. Bardy, La théologie de l’Église de saint Irénée au concile de Nicée, σ. 147
206 Εἰς Ἰησοῦν τοῦ Ναυή, ομιλ. 10, 2: «Αν τα ακούσει αυτά μια ψυχή λιγότερο καταρτισμένη στις θείες Γραφές, μπορεί αμέσως να ασθενήσει και να κινδυνεύσει, σε τέτοιο βαθμό ώστε να απομακρυνθεί από την καθολική πίστη» (σ. 359) κ.λπ.
207 Cadiou, ό.π., σ. 52
208 Εἰς Ἰησοῦν τοῦ Ναυή, ομιλ. 1, 4 (σ. 291). Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 4, 2: «Εκείνον που, όχι τόσο από ζήλο για μελέτη όσο από περιέργεια για γνώση, βυθίζεται με περιέργεια σε απόκρυφα ζητήματα, τον αποτρέπει η αυστηρότητα του μεγάλου διδασκάλου» (σ. 173) κ.λπ.
209 Επιστολή προς Γρηγόριον 3 (92 A). Πρβλ. κατωτέρω, κεφ. VII, 3
210 Εἰς Λευιτικόν, ομιλ. 5, 9 (σ. 351)
211 Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 5, 1 (σ. 184)
212 Εἰς Ρωμαίους 8, 11 (1192 C–D) και 12 (1198 B–C). Περὶ Ἀρχῶν 4, 3, 14 (σ. 345–346). Είναι ήδη η σκέψη που θα βρει την αρμόζουσα έκφρασή της στις τόσο πλήρεις διατυπώσεις του αγίου Λέοντος
213 Lot-Borodine, «L’aridité dans l’antiquité chrétienne», Études carmélitaines, Οκτώβριος 1937, σ. 196
214 Β΄ Κορ. 4, 13. Πρβλ. Ιω. 8, 31–32, όπως σχολιάζεται στο Εἰς Ἰωάννην 19, 3: διαφορά μεταξύ τοῦ πιστεύειν και τοῦ γινώσκειν, δηλαδή μεταξύ τοῦ «πιστεύειν μόνον, οὐ ψιλῶς» και τοῦ «πρὸς τὸ πιστεύειν ἐγνωκέναι» (σ. 301). Εἰς Ματθαῖον 16, 9 (σ. 502–503)
215 Πρβλ. Lagrange, Revue biblique, τόμ. IX (1900), σ. 294: «Εκείνο που τον παρασύρει προς την αλληγορία δεν είναι καθόλου το ορθολογιστικό φρόνημα που του αποδίδεται μερικές φορές· είναι ένα είδος υπεραφθονίας χριστιανικού χυμού, ο οποίος διαρρηγνύει τον φλοιό του γράμματος κ.λπ.» —σχετικά με τα Tractatus Origenis
216 Εἰς Ρωμαίους 7, 11 (1131–1132). Πρβλ. Bardy, Origène, στη σειρά Les Moralistes chrétiens, σ. 283–284

Δεν υπάρχουν σχόλια: