Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ράμφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ράμφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ἐπιθυμία καὶ πίστι - Στέλιος Ράμφος (3)

  Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ

Ἐπιθυμία καὶ πίστι (3η συνέχεια)

Στὸ ἔργο τοῦ Εὐστάθιου Μακρεμβολίτη οἱ δύο πρωταγωνιστὲς δὲν ἔχουν ἐξωτερικὰ προσωπικὰ γνωρίσματα, εἶναι μᾶλλον ἤθη. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἐνσαρκώνουν τὸ ἦθος τοῦ ἔρωτα μὲ ἀνέκδοτο γιὰ τὴν ἐποχὴ τρόπο. Στὸ Λευκίππη καὶ Κλειτοφῶν τοῦ Ἀχιλλέως Τατίου ὁ ἔρως φαίνεται νὰ ἀποτελῇ στοιχεῖο τῆς πλοκῆς· στὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας ἐμπνέει αἰσθήματα μέσῳ τῶν ὀνείρων καὶ ὑποβάλλει στάσεις ὡς καθοριστικὸς παράγων τῆς ψυχικῆς ζωῆς τῶν ἡρώων. Ὁ Εὐστάθιος ἀναπλάθει τὸ ἐρωτικὸ ὑλικὸ τῶν ἑλληνιστικῶν μυθιστοριῶν στὶς νέες συνθῆκες τοῦ ἐξατομισμοῦ ποὺ διεμόρφωναν τότε στὸ Βυζάντιο τάσι ἐκτεθειμένη στὶς ἐπιδράσεις τῆς ἐμπορευομένης καὶ σταυροφορούσης Δύσεως. Ἡ ἐμπνοὴ τῶν αἰσθημάτων ἀρχίζει ἐν προκειμένῳ μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ κήπου καὶ τὸ κλίμα τῶν «ἐκφράσεων» ποὺ διαπερνοῦν τὸν Ὑσμινία μὲ τὴν ἄφιξί του στὸ σπίτι τοῦ Σωσθένη στὴν Αὐλίκωμη. Ἐνδιαφέρει ὅτι ἡ κατοικία ὅπου τὸν φιλοξενοῦν ὑπάρχει στὸ ἔργο ἁπλῶς σὰν γενική της ἔννοια, ἐνῷ ὁ κῆπος καὶ οἱ ζωγραφιὲς ποὺ τὸν κοσμοῦν περιγράφονται μὲ τὸν πιὸ ζωντανὸ τρόπο – ὁ ἀναγνώστης νοιώθει ἀπέναντί τους νὰ παρατηρῇ. Ἀπὸ τοὺς δύο πρωταγωνιστὲς ὁ μὲν Ὑσμινίας εἶναι ἐρωτικὰ ἀθῶος, σὰν ἄλλος Ἱππόλυτος, ἡ δὲ Ὑσμίνη συνεπαρμένη ἐνδεχομένως ἀπὸ τὸν συλλογικὸ ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὸν νεαρὸ κήρυκα ἀπὸ τὴν Εὐρύκωμη, παραδίνεται ἀνεξέλεγκτα στὴν ἐφηβικὴ ὁρμή της. Τοὺς συνδέει ὡστόσο ἡ φύσι τοῦ κήπου καὶ ἡ τέχνη τῶν εἰκόνων καὶ τῆς στέρνας, ὅπου ὅλα ἀποδίδονται μὲ κάθε λεπτομέρεια, ἐνῷ οἱ ἥρωες ὑπάρχουν κολλημένοι στὸ ἦθος τους. Προφανῶς ἐνδιαφέρουν οἱ πράξεις τους καὶ ἡ συμπεριφορά τους, ὄχι τὸ παρουσιαστικό τους. Ἀποκλείεται ὅμως ὁ συγγραφέας νὰ δίνῃ μ' αὐτὸ τὸν τρόπο στὸν ἀναγνώστη τὴν δυνατότητα νὰ προβάλῃ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν λαχτάρα του ἐπάνω τους; Ὁπωσδήποτε ὅμως θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι κῆπος, στέρνα, τέσσερις ἀρετές, Ἔρως βασιλεύς (γυμνός, πυρφόρος, τοξότης, φτερωτός) ἐπέχουν θέσι ὁρίζοντα τῆς ἱστορίας.

Ἰσχύει ἆράγε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ ὄνειρα τοῦ ἔργου ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ προσεγγίσουμε διαφορετικά, νὰ τοὺς ἀναγνωρίσουμε ἄλλο ῥόλο; Τυχαῖα ἀρχίζουν στὸ τρίτο βιβλίο τῆς μυθιστορίας καὶ τελειώνουν στὸ ἔβδομο, δηλαδὴ ξεκινοῦν μὲ τὴν ὀνειρικὴ ἐρωτικὴ ἀφύπνισι τοῦ Ὑσμινία καὶ καταλήγουν μὲ τὴν ἐπίσης ὀνειρικὴ διαβεβαίωσι τοῦ θεοῦ Ἔρωτα στὸν ἴδιο, μετὰ τὸ ἐπεισόδιο τῆς τρικυμίας πὼς ὅλα θὰ ἔχουν καλὸ τέλος; Γιατί ὁ Μακρεμβολίτης δὲν χρειάζεται στὴν μυθιστορία του ἄλλα ὄνειρα; Μήπως διότι ὁ χρόνος τῆς δράσεως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ὑπερχρονικότητα τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ὀνείρου ἤ, ἀλλιῶς, ἐπειδὴ προκειμένου νὰ μιλήσῃ ἀνενόχλητα γιὰ τὴν ἐποχή του καὶ τὸν ἄνθρωπό της καταφεύγει σὲ τρόπους παλαιικούς, ἐπιστρατεύοντας τὸ θέμα τῶν ὀνείρων καὶ τοῦ θεοῦ Ἔρωτος, μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδείξῃ τὴν ψυχολογικὴ ἀλλαγὴ καὶ ἀφύπνισι τοῦ Ὑσμινία ὡς προϊὸν ἐσωτερικῶν ζυμώσεων καὶ ὄχι ἄνωθεν μεταβολῆς; Θὰ ἔλεγα πὼς τὰ ὄνειρα τοῦ Ὑσμινία ἀναγγέλλουν τὴν ψυχικὴ διάστασι τοῦ ἐρωτικοῦ γεγονότος, κοινοποιοῦν μέσῳ μιᾶς φαντασιώδους ἀτομικῆς ἐμπειρίας τὴν διεύρυνσι τῶν ὁρίων τοῦ Ἐγὼ χωρὶς ἀποπροσωποποίησι, διάβρωσι καὶ καταστροφή. Τὸ ὑπανάπτυκτο ψυχικὸ καθεστὼς τοῦ ὁμαδισμοῦ στερεῖται ὁρίων ὅπως ἐκεῖνο τοῦ βρέφους. Ἀργότερα ἀποκτᾷ ὅρια διὰ τοῦ ἀτομικοῦ Ἐγώ. Δυνητικὰ τὸ ὄνειρο ἀποτελεῖ ψυχωτικὸ φαινόμενο. Γίνεται ἐνεργὸ ψυχικὸ γεγονὸς ἐπειδὴ τὸ μελετοῦμε καὶ τὸ ἀφηγούμαστε. Ἔτσι ἡ ἱκανότης τοῦ ἑνὸς νὰ ὀνειρεύεται στηρίζει καὶ μεταμορφώνει τὴν ὀνειρική-συναισθηματικὴ ἐνέργεια τοῦ ἄλλου. Μ᾿ αὐτὸ τὸ Ἐγὼ πολέμησαν τὴν κακοτυχία οἱ δύο νέοι.

Στὰ ὅσα ἀκολουθοῦν, ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία καὶ ὁρμὴ τοῦ Ὑσμινία μετατρέπεται βαθμηδὸν σὲ καρτερικὴ ἀγάπη καὶ πίστι. Ἐνῷ ἡ Ὑσμίνη ἤξερε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ ἀπὸ τὴν γυναικεία φύσι της τί ζητοῦσε καὶ ποιά ἦσαν τὰ ὅρια τοῦ «θέλω» της, ὁ Ὑσμινίας τὸ μαθαίνει σιγά-σιγὰ ἀπὸ μέσα του. Αὐτὴ τὴν «γνῶσι» τοῦ προσφέρουν τὰ ὄνειρα, ποὺ δὲν εἶναι πλέον προφητείες τοῦ μέλλοντος ἀλλὰ ἐνεργοποιοῦν ψυχικὰ ἕνα ἕως τότε παθητικὸ ἐντός του ἄνθρωπο, ἐγκλωβισμένο σὲ τυποτελετουργικά. Ἐξ οὗ καὶ ὅταν ἡ ἐρωτική του ὁρμὴ ἀφυπνίζεται, ὁ Ὑσμινίας μπορεῖ νὰ ἔρχεται σὲ προστριβὲς μὲ τὶς κοινωνικὰ καθιδρυμένες ἀρετές, ἐν ὀνόματι ὅμως τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τῆς ἐρωτικῆς ἀγάπης καὶ πίστεως, ἑνὸς καθαροῦ συναισθήματος. Τὸ παρακολουθοῦμε στὴν διαδοχὴ τῶν ὀνείρων τοῦ ἔργου, τὴν ταξιθέτησι καὶ τὸ νόημά τους.

Τὰ ὄνειρα, ὅπως ξέρουμε, ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ τρίτο βιβλίο τῆς μυθιστορίας, καθὼς τὰ ὑποβάλλουν ὅσα προηγήθηκαν – ὁ κῆπος μὲ τὴν φύσι καὶ τὰ ἔργα ποὺ τὸν στόλιζαν, ἀλλὰ καὶ τὰ διατρέξαντα στὸ γεῦμα μὲ τὴν Ὑσμίνη. Στὸ πρῶτο ὄνειρο ὁ Ἔρως Βασιλεὺς παραδίδει τὸν Ὑσμινία στὴν Ὑσμίνη καὶ στὸ δεύτερο ὁ νεαρὸς κήρυκας ὀνειρεύεται ἕνα δεῖπνο, ὅπου ἡ κόρη τὸν κερνᾷ κρασὶ λέγοντας «πάρε τὸ ποτήρι», τοῦ προσφέρεται μ' ἄλλα λόγια ἐρωτικά, ἐκεῖνος δὲ ἀντιδρᾷ μὲ τὸν τρόπο τῆς Ὑσμίνης στὴν πρώτη τους συνάντησι. Τώρα οἱ ἀντιστάσεις καὶ οἱ δεοντολογίες του ἔχουν καταρρεύσει καὶ ἡ ἐρωτική του ὁρμὴ ἔχει ἀπελευθερωθῆ παίρνοντας ἀναδρομικὰ πίσω τὴν προηγούμενη ἀναστολὴ καὶ ἀμηχανία. Ἀκολουθεῖ ἔντονη ἐρωτικὴ σκηνὴ στὸ δωμάτιό του –πάντοτε στὸ ὄνειρο– ἡ ὁποία μένει ὡστόσο μετέωρη καὶ ὁ Ὑσμινίας ξυπνᾷ. Τὸ δεύτερο τοῦτο ἐκρηκτικὸ ἐπιθυμητικὸ ὄνειρο συμπληρώνει τὸ πρῶτο, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι μεταγράφει σὲ ἐνεργὰ συναισθήματα τὴν ἐγκατάστασι τοῦ Ἔρωτα στὴν ψυχὴ τοῦ Ὑσμινία. Ὁ Ὑσμινίας ἔτσι βρίσκει ἐντός του ἕναν ἄλλο ὁρμικὸν ἑαυτό, ἐνῷ ταυτόχρονα εἰσπράττει τὸ ἐρωτικὸ κενὸ σὰν «στενοχώρια», ποὺ θὰ πῇ σὰν ἀγχώδη καταστολὴ τῆς ἐπιθυμίας. Ὁ Ἔρως εἶναι ὁρμὴ κατακτητικὴ τοῦ ἀντικειμένου του συνυφασμένη μὲ φαντασιώδη αὐτοβεβαιωτικὴ παντοδυναμία. Ἀπελευθερώνοντάς την ὁνειρικά (διάβαζε: ἀσυνείδητα), ὁ Ὑσμινίας ἀνακαλύπτει τὸ ἐπιθυμητικό του Ἐγώ, τὰ δικαιώματα τῆς πιὸ δικῆς του φύσεως. Γι' αὐτὸ καὶ κατανοεῖ, μὲ τὸν Πλάτωνα (πρβλ. Τιμαίου 71ab), τὸ ὄνειρο σὰν καθρέφτη (ὡς ἐν κατόπτροις) τῆς ἐντός του πραγματικότητος (Γ΄ 5,1), συνθήκη ὅπου βλέπει καὶ νοιώθει ὅλα τὰ ποθητὰ χωρὶς νὰ κάνῃ (δρᾶσαι) ὅμως τίποτε, καὶ μέσα στὸν καθρέφτη τοῦ ὀνείρου, σὰν Ἔρωτος κάτοπτρον (Γ΄ 6,3), τὸ μάτι καὶ τὸ βλέμμα τῆς Ὑσμίνης νὰ τοῦ πυρπολοῦν τὴν ψυχή. Στὸ ἐρωτικό του ὄνειρο εἰκονίζεται ἕνας θαμμένος ἐντός του κόσμος ποὺ ἀπέπνεαν συμβολικὰ τὰ φυλλώματα μὲ τὶς μυρουδιὲς τοῦ κήπου· αὐτὸς ἀναδύεται ὡς συναίσθημα στὴν ψυχὴ τοῦ Ὑσμινία, τρέποντας τὴν ἐξωτερικὴ αἴσθησι πραγμάτων καὶ εἰκόνων σὲ βίωμα ἐρωτικῆς λαχτάρας.

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι στὸ τέταρτο βιβλίο τῆς μυθιστορίας παρεμβάλλονται οἱ εἰκόνες-ἐκφράσεις τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἔτους καὶ ἀκολουθεῖ ἀπώθησι τῶν τεσσάρων κλασικῶν ἀρετῶν (σοφία, δικαιοσύνη, ἀνδρεία, σωφροσύνη) ἀπὸ τὸν ἀφυπνισμένο ἔρωτα τοῦ Ὑσμινία τὴν νύχτα στὸν κῆπο. Ὁ ἔρωτας ἔχει ἕνα μὴ φυσικὸ δικό του χρόνο, διαφορετικὸ ἀπὸ τοῦ εἰκοσιτετραώρου ἢ τῶν πολλαπλασίων του. Ὁ ἐρωτευμένος παίρνει τὰ εἴδωλα τῆς ψυχῆς του γιὰ ἀληθινὰ καὶ κανένα νερὸ δὲν σβήνει τὴν φωτιά τους. Ὁ ἔρωτας τὸν κάνει ἄλλο ἄνθρωπο: Διψάει γιὰ τὸ ἀπόλυτο καὶ αἰώνιο στὸν χρόνο ὅπου ὁ ἴδιος βρίσκεται, ἐνῷ τοῦτος ὁ χρόνος ἀκριβῶς γίνεται τὸ δοκιμαστήριο τοῦ ἔρωτα. Αὐτὸ εἶναι ποὺ τὸν κάνει τυραννικό. Διεκδικεῖ τὸ ὅλον, τὸ ἀπόλυτο δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ ἐπὶ μέρους καὶ τὸ σχετικό. Νύχτα καὶ μέρα καὶ χρόνος μὲ τὶς ἀνάγκες του γι' αὐτὸν τὸν βασιλέα Ἔρωτα δὲν ὑπάρχει: Ἢ ὅλα ἢ τίποτα! Τὸ «ὅλα» πάει μὲ τὰ σκιρτήματα τῆς ψυχῆς, τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ συναισθήματος ποὺ ὑποχρεώνουν τὸ πινέλο τοῦ ζωγράφου νὰ προσαρμόζεται στὸ ἔργο, δίνοντάς του τὰ κατάλληλα χρώματα· τὸ τίποτα δηλώνει τὴν ὑποταγὴ στὰ φυσικά μας ὅρια, τὸν χρωστῆρα μ' ἄλλα λόγια νὰ λειτουργῇ γιὰ δικό του λογαριασμό. Ἡ ψυχὴ κυβερνᾷ, ὄχι τὸ ἐργαλεῖο.

Στὸ πέμπτο βιβλίο ἡ ἀφήγησι ἐπανακάμπτει στὰ ὄνειρα. Τὸ τρίτο ὄνειρο τοῦ ἔργου σημαίνει τὴν ἐνοχὴ τοῦ Ὑσμινία γιὰ τὴν περιφρόνησι ποὺ ἔδειξε ἀπέναντι στὶς ἀρετές. Ἔχουν προηγηθῆ ἐνοχικὰ ἐρωτικὰ παιχνίδια μεταξύ του καὶ τῆς Ὑσμίνης, ἡ ὁποία δὲν συγκατανεύει σὲ ὑπέρβασι τῶν ὁρίων τῆς παρθενίας, ὁπότε ὁ Ὑσμινίας «βλέπει» νὰ εἰσβάλλῃ αἰφνιδιαστικὰ στὸ δωμάτιο ἡ μητέρα τῆς κόρης καὶ νὰ συλλαμβάνῃ ἐπ' αὐτοφώρῳ τὸ ζευγάρι στὸν πυρετὸ τῶν ἐρωτικῶν περιπτύξεων. Στὸ πρόσωπο τῆς μητέρας ξιφουλκεῖ τὸ Ὑπερεγώ, ποὺ πιάνει ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τὴν Ὑσμίνη, τὴν ἐπιπλήττει σκληρὰ καὶ τὴν δέρνει, ἐνῷ ταυτόχρονα τὰ ψάλλει στὸν Ὑσμινία γιὰ τὴν ὑποκρισία του νὰ ἐμφανίζεται μὲ τὰ ἐμβλήματα τῆς ἁγνότητος τοῦ κήρυκα, ἀλλὰ νὰ φέρεται σὰν ἄρπαγας καὶ ἀκόλαστος βιαστής. Τὸ ὄνειρο τοῦτο μπορεῖ νὰ ἐξέφραζε «τὶς ἔγνοιες τῆς ἡμέρας» (Μεθημερινὴ φροντίς ἐστιν ὄνειρος), ὅπως τὸ ἐξήγησε ὁ φίλος του ὁ Κρατισθένης, ἀπορρίπτοντας κάθε μαντικὴ διάστασι τῶν ὀνείρων, μαζὶ μὲ τὸν Ἀριστοτέλη (πρβλ. Περὶ τῆς καθ᾽ ὕπνον μαντικῆς, 463a25-30), ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὰ θεόπεμπτα ὄνειρα καὶ θεωρεῖ ὅτι καὶ τὰς καθ' ὕπνον κινήσεις πολλάκις ἀρχὰς εἶναι τῶν μεθ᾽ ἡμέραν πράξεων, ὅμως τὶς ἐξέφραζε σὰν φόβο τῶν συνεπειῶν μιᾶς βεβηλώσεως, σὰν ἐνοχὴ ἀπὸ παράβασι ἀρχῶν ποὺ ἀναπαράγουν φυλογενετικὰ τὴν ὀντογενετικὴ συνθήκη τοῦ οἰδιποδείου συμπλέγματος. Γιὰ νὰ παλαίψῃ τὴν ὀνειρικὴ κακοτυχία ὁ Ὑσμινίας ἔπρεπε νὰ ξεπεράσῃ τὴν πίεσι τοῦ Ὑπερεγὼ καὶ θὰ τὸ κάνῃ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν Ὑσμίνη στὸ ἑπόμενο ἔκτο βιβλίο. Ἐκεῖ συμβαίνει τὸ παράδοξο σημεῖο τοῦ ἀητοῦ, ποὺ παίρνει τὴν προσφορὰ τῶν γονέων της στὸν Δία, ἐνῷ ἀμέσως μετὰ βλέπει τὸ τέταρτο ὄνειρο ἐρωταγάπης, σαφῆ οἰωνὸ αἰσίου τέλους γιὰ τὸν ἔρωτά τους. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ὄνειρο θὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς δύο νέους νὰ ἀποδράσουν ἀπὸ τὸν γονεϊκὸ κλοιὸ καὶ νὰ δοκιμάσουν τὸν δεσμό τους μὲ βοηθό -οἱονεὶ κουμπάρο- τὸν Ἔρωτα.

Στὸ ἔβδομο βιβλίο ὁ Ὑσμινίας χαρακτηρίζει τὰ ὄνειρα ποὺ ὡδήγησαν τὸ ζευγάρι στὴν ἐπιλογὴ τῆς φυγῆς ἀπατηλά (ψευδῆ) καὶ ῥίχνει τὴν εὐθύνη γιὰ τὶς τραγικὲς ἐξελίξεις στὸν θεὸ Ἔρωτα, ὁπότε προκαλεῖ τὸ πέμπτο καὶ τελευταῖο ὄνειρο τῆς μυθιστορίας: Ὁ Βασιλέας Ἔρωτας τῆς Αὐλίκωμης παρουσιάζεται στὸν ὕπνο τοῦ ἀπελπισμένου Ὑσμινία, βουτᾷ στὰ βάθη τῆς θάλασσας καὶ φέρνει πίσω τὴν Ὑσμίνη στὸν ἀγαπημένο της, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν χαρά του ξυπνᾷ. Ὁ Ἔρως τοῦ ἐλπιδοφόρου ὀνείρου κινεῖται μεταξὺ τῆς πικρῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ὑσμινία καὶ τοῦ ἐπερχομένου αἰσίου τέλους· προλαβαίνει τὰ γεγονότα ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ ἐπαληθεύουν τὴν ὀνειρική του ὑπόσχεσι, ἡ ὁποία συνδέεται κατὰ κάποιον τρόπο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ νεαροῦ. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ θαυμαστὸ μένει στὰ ὄνειρα, ἐνῷ στὸν ξύπνο παραχωρεῖται ἡ σκληρὴ πραγματικότητα τῆς δοκιμασίας. Τὰ ὄνειρα δὲν ὑπαγορεύουν πράξεις ἀλλὰ ὑποκινοῦν αἰσθήματα, στοχεύουν τὶς ψυχές. Ἐξ οὗ καὶ οἱ ἀτομικὲς περιπέτειες τῶν νέων παραπέμπουν ἐμμέσως στὴν δοκιμασία μιᾶς κοινωνίας μὲ τὸ συναίσθημα θαμμένο στὸ τυπικό, συναίσθημα τὸ ὁποῖο ἀφυπνίζει ἡ ψυχική τους ἀντίστασι στὰ γυρίσματα τῆς τύχης, μετουσιώνοντας τὴν εὐάλωτη φυσικὴ αἴσθησι σὲ ἐπιθυμητικὴ νοσταλγία. Ἱστορικὸ πεδίο αὐτῆς τῆς μεταβολῆς εἶναι τὸ ἀρχαῖο θέμα ποὺ ἐπιτρέπει, ὡς ἐναλλακτικὸς χωρόχρονος, τὴν συμβολικὴ ἔξοδο ἀπὸ τὸ κλίμα τῶν τελετουργιῶν σὲ ἀέρα ἑλληνικό, χωρητικὸν μιᾶς πίστεως ἀκατάλυτης, συνδεδεμένης μὲ τὴν ἐρωταγάπη τοῦ ἄλλου.

Ἡ ἱστορία τοῦ Μακρεμβολίτη κινεῖται παράλληλα στὸ ἐπίπεδο τοῦ φανταστικοῦ καὶ τοῦ πραγματικοῦ, ὅπου ὡς τόπος μὲ τὴν δική του ὑπόστασι τὸ πρῶτο καθρεφτίζει τὸ δεύτερο. Ὁ ῥόλος τοῦ καθρέφτη ἀνάγει τὰ ὄνειρα σὲ γενέθλιο τόπο τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ βγάζει ἀπὸ τὴν παρανομία τὴν φαντασία. Φανταστικὸ καὶ πραγματικὸ ἀλληλεπιδροῦν στὴν ἀφήγησι διὰ τοῦ Ἔρωτα, καθὼς ἡ ἀτομικότητα τοῦ Ὑσμινία ἑδραιώνεται στὴν λαχτάρα του γιὰ τὴν Ὑσμίνη. Ὁ ἔρως ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἀλλότρια ἐξουσία, κινεῖ τὴν φαντασία νὰ φέρῃ τὸ ἀπόλυτο στὸ ἐπίγειο, ἐνῷ τὰ ὄνειρα ἐνεργοῦν σὰν συμβολισμοὶ τῆς ἐπιθυμητικῆς διαθέσεως καὶ ὁρμῆς. Ἐξηγεῖται ἔτσι γιατί τὰ ὄνειρα τῆς μυθιστορίας μας σταματοῦν ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει ἡ δοκιμασία τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς τῶν ἡρώων: ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἐκφράζουν στὴν σφαῖρα τῆς φαντασίας τὴν καλὴ ἐκδοχὴ τῆς ἀφυπνίσεως τοῦ Ὑσμινία, δὲν χρειάζονται στὶς ἐσωτερικὲς ἀπαιτήσεις τοῦ ἔρωτα. Εἶναι ὡραῖος ὁ ἔρωτας στὶς ὑποσχέσεις του, ἀλλὰ πολὺ σκληρὸς στὶς ἀπαιτήσεις του κατὰ τὴν ἀναμέτρησί μας μὲ τὶς περιστάσεις. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς μία ἰδρυμένη θρησκευτικότητα, ὅπου ἡ Θεία Πρόνοια εἶναι συνώνυμο τῆς Μοίρας ἀνατρεπτικὸ κάθε δημιουργικῆς πράξεως, τὰ ὄνειρα τοῦ Ὑσμινία εἰκονίζουν τὸ βασίλειο τῶν προσδοκιῶν, οἱ ὁποῖες ἐν συνεχεία πραγματώνονται ἀφοῦ ἡ Πρόνοια ἐπιβάλλεται στὴν τύχη ὡς ἐλευθερία ἐν πίστει.

Τὰ ὄνειρα τοῦ Ὑσμινία καὶ τοῦ ἔργου σταματοῦν μὲ τὸ ἔβδομο βιβλίο καθὼς ἡ πλοκὴ καὶ ἡ πρᾶξι μαζί της κινοῦν τὶς ἐξελίξεις ἀποκλειστικὰ μὲ τὰ αἰσθήματα τῶν ἡρώων νὰ παραμένουν ἀταλάντευτα. Πρωταγωνιστοῦν τὰ γεγονότα καὶ ἡ δρᾶσι. Ὑπ' αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ μῦθος ξετυλίγεται ἐξωτερικὰ σὲ ἀτμόσφαιρα γιορτῆς ἢ βίας καὶ ὀργανικὰ στὰ πεδία τῶν ἐκφράσεων (συλλογικὸ φαντασιακό), τῶν ὀνείρων (ἀτομικὴ ἐπιθυμία) καὶ τῆς δράσεως (ἡ πίστι μὲ τὴν ἐλευθερία της ἐναντίον τῆς τύχης καὶ τῆς παθητικῆς σωφροσύνης). Ἡ τύχη κυριαρχεῖ στὴν διαμόρφωσι τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων ἀλλὰ δὲν ἐπηρεάζει τὴν ψυχικὴ ζωὴ τοῦ Ὑσμινία. Ἡ πίστι καὶ ἡ ἐλπίδα μὲ τὶς ὁποῖες ἐκφράζεται ἡ ἐλεύθερή του βούλησι τὸν κρατεῖ ἐρωτευμένο μὲ τὴν Ὑσμίνη καὶ ἱκανὸ νὰ ἀντιστέκεται στὶς προκλήσεις, μολονότι ἀπὸ δουλεία περνᾷ σὲ δουλεία. Καὶ ἡ μνήμη ἐπίσης, ποὺ διέσωζε μέσα του παρὸν τὸ παρελθὸν ἐν ὀνόματι τοῦ μέλλοντος, ὄχι γιὰ νὰ θρηνῇ τὰ περασμένα. Ἡ ἐλευθερία ὡς πίστι καὶ ἐλπίδα σὲ καλύτερες μέρες παίρνει πλέον τὴν θέσι τῶν ὀνείρων στὴν ζωή του ὡς ἀναμέτρησι μὲ τὴν πραγματικότητα, τρεπόμενη μάλιστα σὲ στοιχεῖο τῆς ἀτομικῆς του ταυτότητος, ἀσχέτως τῶν δουλικῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἀσπόνδυλης ὑποκειμενικότητος ποὺ τὴν χαρακτηρίζει. Ἀντὶ νὰ ὑποκύπτουν στὴν βαρύτητα τῆς τύχης καὶ τῆς λήθης της, οἱ δύο ἐραστὲς τὴν ὑποχρεώνουν μὲ τὴν πίστι τους νὰ γυρίσῃ ὑπέρ τους καὶ νὰ τοὺς εὐνοήσῃ. Ἀντιστέκονται μὲ τὴν προσδοκία στὴν Ἀνάγκη, τὸν κανόνα τῆς Ἀρχαιότητος ποὺ ὁ μεσαιωνικὸς χριστιανισμὸς ἀντικατέστησε ἁπλῶς μὲ τὸ δόγμα, καὶ ἀνοίγονται στὴν ἱστορικὴ προοπτικὴ ἑνὸς καλύτερου κόσμου ἐν εἴδει αἰσίου τέλους, μία κατ' ἐξοχὴν χριστιανικὴ ἰδέα, ἡ ὁποία βάζει στὴν θέσι τῆς τύχης τὴν πρᾶξι τῆς πίστεως μὲ τὸν ἄνθρωπό της. Αὐτὸ βλέπω νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν δύναμι τοῦ ἔρωτα τῶν δύο νέων.

Αὐτὸ χαράζει τὴν κατεύθυνσι τοῦ ἔργου ἀπὸ τὸ ἐντὸς πρὸς τὰ ἔξω ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς μυθολογίας καὶ τῆς ὀνειροπλασίας ποὺ ἀπεργάζονται μιὰ ἐσωτερικὴ ἑτοιμότητα ἱκανὴ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν τύχη.

Στὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας τὰ ὄνειρα καταλαμβάνουν πολὺ μεγαλύτερο μέρος ἀπ' ὅ,τι στὶς ἄλλες μυθιστορίες. Τὰ βλέπει μόνο ὁ Ὑσμινίας ἐπειδὴ αὐτὸς μόνο «ἀφυπνίζεται» σεξουαλικά, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Ὑσμίνη ἡ ὁποία ξέρει τί θέλει. Μιλοῦμε γιὰ ὄνειρα ἀτομικῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας ἢ ἀγωνίας, παρὰ τὰ φαινόμενα πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ ὄνειρα τῶν ἀρχαίων μυθιστορημάτων τὰ ὁποῖα προμηνύουν ἁπλῶς καὶ προαναγγέλλουν. Ἀλλὰ διαφορετικὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τῆς ὀνειρολογίας ἑνὸς Ἀριστοτέλους ἢ ἑνὸς Συνεσίου. Δικαίως πρόκειται, κατὰ κοινὴ ὁμολογία τῶν μελετητῶν, γιὰ τὸ πιὸ «μοντέρνο» βυζαντινὸ ἔργο ποὺ γνωρίζομε, ἔργο μὲ δυναμικὴ καὶ ὄχι μιμητικὴ διαχείρισι τῆς παλαιᾶς παραδόσεως, μὲ τρόπο ὡστόσο διφορούμενο. Τὸ βεβαιώνει ὁ ψυχολογικὸς χαρακτῆρας τῶν ὀνείρων τοῦ ἔργου καὶ ὁ ἴδιος ὁ ῥόλος τοῦ ἔρωτα, ποὺ ἀντὶ νὰ συμβάλλῃ στὴν πλοκή, ὅπως στὰ ἀρχαῖα μυθιστορήματα, ἐμπνέει αἰσθήματα καὶ ὑπαγορεύει στάσεις μέσῳ τῶν ὀνείρων. Μπορεῖ ὁ ἔρως νὰ εἶναι σκοτεινὴ φυσικὴ δύναμι ἡ ὁποία ἐνεργεῖ ἐκ τῶν ἔσω, ἀλλὰ ἐνεργεῖ ἀμφίδρομα εἴτε ὡς παραφορὰ εἴτε ὡς ἀγάπη καὶ πίστι.

Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ὑποτιμηθῇ ἡ ἐναισθητικὴ ἐπίδρασι τοῦ φαντασιακοῦ στοιχείου στὴν μυθιστορία τοῦ Μακρεμβολίτη, ἡ συνυφὴ πραγματικοῦ, ζωγραφικοῦ καὶ ὀνειρικοῦ ποὺ εὐνοεῖ τὴν μεταρσίωσι τῆς ἐρωτικῆς ὁρμῆς σὲ διαρκῆ ἀγάπη καὶ πίστι, κάτι ἀσφαλῶς νεωτερικὸ σὲ ἕνα Βυζάντιο τοῦ ὁποίου ἡ τότε μοναχικὴ παράδοσι ἐξώρκιζε τὴν φαντασία σὰν δαιμονικὸ κακό. Ἐνδεχομένως αὐτὴ ἡ ἐλεύθερη χρῆσι τῆς φαντασίας νὰ ἔκανε τόσο δημοφιλὲς τὸ ἔργο στὴν Εὐρώπη τοῦ 18ου αἰῶνος καθὼς τὸ διαφοροποιοῦσε ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὴν στατικότητα τῶν ἔργων ποὺ ὑπῆρχαν σὲ σχέσι ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ἔτσι ὁ Ὑσμινίας σκλαβώνεται στὸν Ἔρωτα, ἀφοῦ πρὶν εἶδε τὸν κῆπο, περιεργάσθηκε τὴν ζωγραφιὰ τοῦ Ἔρωτα καὶ συζήτησε μὲ τὸν Κρατισθένη τὴν σημασία του ὡς γεγονότος στὴν ζωή, ὁπότε ἔδωσε μορφὴ στὴν ἄμορφη ἀκατάσχετη φυσικὴ παρόρμησι. Αἰσθάνθηκε πνευματικά, ἀλλὰ ὡς καλλιτέχνης. Ἐὰν τὸ ἔργο τοῦ Μακρεμβολίτη εἶναι μυθιστορία ψυχικῆς μεταλλαγῆς μὲ πίστι καὶ μὲ πρᾶξι στὸ ὄνομα ἑνὸς ἐσχάτου αἰσίου τέλους, τότε τὸ παρελθὸν δείχνει νὰ βρίσκεται σὲ ἀποδρομὴ καὶ νὰ πρωταγωνιστῇ δυνητικὰ τὸ μέλλον. Δείχνει, ὅμως δὲν τείνει! Στὴν τελευταία περίπτωσι θὰ εἴχαμε τὸ δρᾶμα τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους (καὶ τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου), ποὺ φθάνει νὰ συγκρούεται καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν θεσμὸ τοῦ γάμου, ὅπως μὲ ὀξυδέρκεια καὶ εὐαισθησία ἔδειξε ὁ Ντενὶ ντὲ Ῥουζμὸν στὸ κλασικὸ Ὁ ἔρως καὶ ἡ Δύσι. Ἐδῶ ἀντιθέτως μᾶς ἀναπαύει χαρμόσυνα, στὴν ἐθιμοκανονική της ἀιδιότητα, ἡ γαμήλια ἔκβασι, μιὰ «αἰσιοδοξία» ἡ ὁποία θὰ ἐξελιχθῇ ἀργότερα σὲ πολιτισμικὴ ἔκφρασι μοιραίου ἐφησυχασμοῦ γιὰ τὸ Βυζάντιο.

Ὁ καημὸς τοῦ Ράμφου ἦτo νὰ γίνωμεν Εὐρωπαῖοι.

Κριτικὴ θεώρησις

τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, διδάκτορος φιλοσοφίας

Μὲ ἀφορμὴ τὸν θάνατο τοῦ Στέλιου Ράμφου, στὶς 10 Αὐγούστου 2026, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐξηγήσω, γιατί ἡ σκέψη του ἀπέτυχε νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα πού τὸν ἀπασχόλησε ἐπὶ δεκαετίες. Ὁ Ράμφος κατέστη ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναγνωρίσιμους στοχαστὲς τῆς μεταπολιτευτικῆς καὶ κυρίως τῆς μνημονιακῆς περιόδου. Ἡ πνευματική του διαδρομή, ἀρχῆς γενομένης μὲ τὸν μαρξισμὸ καὶ τὴν φιλοσοφία, ἕως τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἑλληνισμοῦ, τοῦ Βυζαντίου, τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης καί, τελικά, τοῦ σύγχρονου νεοέλληνα κινεῖται γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα, γιατί ἡ Ἑλλάδα δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σύγχρονο κράτος. Εἰδικὰ τὴν περίοδο τῶν μνημονίων οἱ νεοφιλελεύθεροι βρῆκαν στὸν Ράμφο ἕνα διανοούμενο ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὸ ἀφήγημά τους ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι τὰ “κακὰ παιδιὰ” τῆς Εὐρώπης καὶ δικαίως τιμωροῦνται ἀπὸ τὸ χρηματοπιστωτικὸ σύστημα.

Πίσω ἀπὸ τὰ πολλὰ βιβλία, τὶς διαφορετικὲς θεματικὲς καὶ τὶς μετατοπίσεις τῆς σκέψης τοῦ Ράμφου διακρίνεται μία ἐπίμονη ἀγωνία: Γιατί ὁ Ἕλληνας δυσκολεύεται νὰ γίνει πρόσωπο, νὰ ἀποκτήσει ἐσωτερικότητα, νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη τῆς ὑπάρξεώς του, νὰ σχεδιάσει τὸ μέλλον του καὶ νὰ μετατρέψει τὴν ἐπιθυμία του σὲ πράξη καὶ ἔργο; Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριο ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὸ ἔργο του. Εἶναι ὁ «καημὸς» τοῦ Ράμφου. Ὁ Ράμφος αἰσθάνεται ὅτι κάτι οὐσιῶδες δὲν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ καὶ πρέπει νὰ ὁλοκληρωθεῖ στὸν σύγχρονο Ἕλληνα. Προσπαθεῖ νὰ ἐντοπίσει τὴν ἀνεπάρκεια τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα νὰ γίνει ὁλοκληρωμένη ἀτομικότητα, (δηλαδὴ πρόσωπο) στὰ βάθη τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, στὴ σχέση μας μὲ τὸ Βυζάντιο, στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, στὴ Φιλοκαλία, στὴ σχέση μας μὲ τὸν χρόνο, καὶ σὲ ἄλλα μοτίβα ποὺ ἐξηγοῦν τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἐξατομικευθοῦμε καὶ νὰ μετατρέψουμε τὴν ἐπιθυμία σὲ ἔργο. Θὰ ἐξετάσουμε λοιπὸν κριτικὰ, ἐὰν ὁ Ράμφος ἔθεσε σωστὰ τὸ πρόβλημα ποὺ τόσο ἐπίμονα προσπάθησε νὰ λύσει, διατρέχοντας σὲ ἁδρὲς γραμμὲς τὴν πνευματική του πορεία καὶ στὴν συνέχεια θὰ τοποθετηθοῦμε κριτικὰ ἀπέναντί του.

Ἀπὸ τὴν φιλοσοφίαν εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ ἑλληνικοῦ ἀνθρώπου

Ὅταν μετὰ ἀπὸ σπουδὲς στὴν Γαλλία, ὁ Ράμφος ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα τὸ 1974, κινήθηκε ἀρχικὰ σὲ διαφορετικὰ ἰδεολογικὰ πεδία, κυρίως στὸ πλαίσιο τοῦ μαρξισμοῦ, γιὰ νὰ στραφεῖ σταδιακὰ πρὸς τὴν ἑρμηνεία τῶν πνευματικῶν προϋποθέσεων τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας. Ἔπαυσε δηλαδὴ νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ τί συμβαίνει στὴν κοινωνία ὡς ἀποτέλεσμα οἰκονομικῶν, πολιτικῶν ἢ θεσμικῶν σχέσεων καὶ στρέφει τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ τοὺς θεσμούς. Ἀναρωτιέται: Γιατί ἕνας λαὸς δημιουργεῖ συγκεκριμένους θεσμούς; Γιατί τοὺς χρησιμοποιεῖ μὲ ὁρισμένο τρόπο; Γιατί ἕνας λαὸς μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει σύγχρονους θεσμοὺς καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συμπεριφέρεται σύμφωνα μὲ παλαιότερα πρότυπα; Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ράμφου εἶναι ὅτι πίσω ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς ὑπάρχει πάντοτε ἕνας τύπος ἀνθρώπου. Τὸ ἐνδιαφέρον του γίνεται κυρίως ἀνθρωπολογικό. Θεωρεῖ ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀλλάξει τὸ κράτος. Πρέπει νὰ ἀλλάξει ὁ ἄνθρωπος ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸ κράτος. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἰσαχθοῦν δυτικοὶ θεσμοί. Πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει μέσα σὲ αὐτούς. Γιὰ τὸν Ράμφο, ἡ ἑλληνικὴ κρίση δὲν εἶναι μόνο κρίση θεσμῶν, ἀλλὰ κρίση ἀνθρωπολογική. Θὰ δείξουμε πῶς ἀντιμετώπισε αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα σὲ ἀναφορὰ μὲ μερικὰ βασικὰ ἔργα του.


Γιατί ἕνας λαὸς μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει σύγχρονους θεσμοὺς καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συμπεριφέρεται σύμφωνα μὲ παλαιότερα πρότυπα;

ΔΕΝ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ. ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ. 
ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΖΟΥΝ ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΑ ΟΠΩΣ ΑΡΕΣΚΟΝΤΑΙ. ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΨΥΧΗΣ. ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΜΙΑ ΘΕΣΜΙΚΗ ΣΩΜΑΤΙΚΟΤΗΣ. 
ΟΤΑΝ ΤΟ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΜΗΝΟΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΨΥΧΗΣ ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΛΥΣΕΙ;!!!

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Ἐπιθυμία καὶ πίστι - Στέλιος Ράμφος (2)

 

 Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ


Ἡ Ἑλλάδα τῶν ὀνείρων μᾶς προτείνει νὰ διαβάσουμε τὴν συλλογικὴ ψυχική μας ζωὴ μὲ ἀναφορὰ τοὺς συμβολισμοὺς καὶ τὶς νοοτροπίες, ὅπως ἀναδύονται στὰ ὄνειρα καὶ διαμορφώνονται ἀπὸ τὰ συναισθήματα. Ὡς παραστάσεις ἐπιθυμίας καὶ ἀγωνίας, τὰ ὄνειρα δανείζονται μορφὲς ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα γιὰ νὰ τὶς δέσουν, μέσῳ τῆς φαντασίας, σὲ δικές τους ἱστορίες καὶ συμπεριφορές. Γι’ αὐτό, πολὺ συχνά, ὀνειρευόμαστε τὴν πραγματικότητα ἀντὶ νὰ τὴν βιώνουμε χειροπιαστά. Δημιουργοῦνται ἔτσι οἱ προϋποθέσεις μιᾶς ὑπερπαραγωγῆς ὀνείρων καὶ ὀνειροπολήσεων, ποὺ οἱ μηχανισμοὶ τῆς κοινωνικῆς ἀδράνειας (ἀλλὰ καὶ τῶν ὁλοκληρωτισμῶν) ἀξιοποιοῦν ἐντατικὰ πρὸς ὄφελός τους. Ξετυλίγοντας ὅμως τὸ συνδετικὸ νῆμα τῶν ὀνειρικῶν μορφῶν καὶ τῆς φαντασίας, μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὴν μακροχρόνια ἐπικράτησι τῆς ἀκινησίας σὲ μιὰ κοινωνία ὅπως ἡ δική μας καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἰχνηλατήσουμε σημάδια τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν στὸ ξέφωτο τῆς ἀλλαγῆς.

Ἐπιθυμία καὶ πίστι (2η συνέχεια)

Στὴν μυθιστορία τοῦ Μακρεμβολίτη συναντοῦμε πέντε ὄνειρα. Ἀπὸ τὶς «ἐκφράσεις» τῶν εἰκόνων τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου βιβλίου της, στὸ τρίτο βιβλίο τοῦ ἔργου περνοῦμε, σὰν σὲ φυσιολογική τους προέκτασι, σὲ ὄνειρα. Τὸ ἀρχικὸ ὄνειρο σχετίζεται μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ ἔρωτα στὸν κῆπο. Εἶναι ἕνα εἶδος ὀνείρου ταυτότητος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἔρωτας περνᾷ καὶ ἐγκαθίσταται στὴν ψυχὴ τοῦ Ὑσμινία. Ἡ καταγραφὴ τοῦ ὀνείρου ἀποτελεῖ, θὰ ἔλεγα, τρόπο ψυχικῆς ἐκφράσεως. Ὁ Ὑσμινίας ἀνακαλύπτει τὸ ἐρωτευμένο του Ἐγὼ μέσα στὴν ὑποβολή του κήπου, στὶς προκλήσεις τῆς Ὑσμίνης, στὶς ὑποδηλώσεις τῶν ζωγραφικῶν ἔργων. Τὸ ὄνειρο ἀντιστίζει ψυχικὰ τὰ γεγονότα, ἐνῷ οἱ ζωγραφιὲς εἰκονίζουν τὴν πάλη τοῦ Διὸς καὶ τοῦ Ἔρωτος. Ὡς πόλι τοῦ Διὸς ὁ Ὑσμινίας πολιορκεῖται σκληρὰ ἀπὸ τὶς μηχανὲς τοῦ ἔρωτα, ἐνῷ βιώνει τὴν μετάβασι ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ αἴσθησι σὲ μία ἐσωτερικὴ πραγματικότητα ἐπιθυμίας. Ἀκολουθεῖ δεύτερο ὄνειρο, στὸ ἴδιο πάντοτε μέρος τοῦ ἔργου, ὅπου ὁ Ὑσμινίας παραδίδεται στὸν ἔρωτα, ἐνῷ ταυτόχρονα ἀνακαλύπτει μέσα του ἕναν ἄλλο ὁρμητικὸ ἑαυτὸ διὰ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ὀνείρου. Στὸ τέταρτο βιβλίο κυριαρχοῦν οἱ ζωγραφιὲς τοῦ Ἔρωτος καὶ τῶν δώδεκα μηνῶν μὲ τὶς «ἐκφράσεις» τους, τὸ θέμα δηλαδὴ εἶναι ὁ χρόνος καὶ ὁ ἔρωτας μὲ τὶς σκιὲς ποὺ ἡ διάρκεια ῥίχνει στὴν ἠθικὴ τάξι. Ὅμως ἕνα τρίτο μεγάλο ὄνειρο ἔρχεται μαζὶ μὲ τοὺς πόθους ποὺ κυριεύουν τὸν Ὑσμινία στὸ Ε΄ βιβλίο τῆς μυθιστορίας, ὄνειρο ἀγωνίας, καθὼς οἱ δύο ἐραστὲς συλλαμβάνονται ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ ἀπὸ τὴν μητέρα τῆς Ὑσμίνης. Τὰ ὄνειρα πλέον καὶ ἡ πραγματικότητα ἐναλλάσσονται.

Μὲ τὸ ἕκτο βιβλίο ἀρχίζει ἡ περιπέτεια ὡς δοκιμασία σώματος καὶ πνεύματος. Τὴν προετοιμασία τῆς ἀποδράσεως κλείνει ἕνα τέταρτο ὄνειρο. Μὲ τὴν φυγή τους οἱ ἐρωτευμένοι παραδίδονται στὴν τύχη καὶ ἅμα στὴν ἐσωτερική τους δύναμι. Τὸ ἔβδομο βιβλίο συνδυάζει τὴν φυγή, τὴν τρικυμία, τὸν χωρισμό. Οἱ θεοὶ ἀναμετροῦν τοὺς ἐραστές, ζυγίζουν τὴν ψυχική τους στερεότητα. Μένουν οἱ δυό τους μὲ τὶς περιστάσεις. Τὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ ἔργου ὁλοκληρώνεται μὲ ἕνα πέμπτο καὶ τελευταῖο ὄνειρο ποὺ βλέπει, ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα, ὁ Ὑσμινίας. Διότι ἐκεῖνος μόνο ὀνειρεύεται. Ἐδῶ ὁ Ἔρωτας, βασιλέας τῶν ὀνείρων καὶ δὴ τῶν ἀπατηλῶν, κινεῖται μεταξὺ ἐπιθυμίας καὶ προφητείας. Μὲ τὸ σημεῖο τοῦ ἀητοῦ ποὺ ἁρπάζει τὴν γαμήλια προσφορὰ τῶν γονέων τῆς Ὑσμίνης, ὁ θεὸς Ἔρωτας παίρνει ἐπάνω του τὴν ἐξέλιξι τῶν γεγονότων τὴν ὥρα ποὺ τὸ μέλλον γίνεται ἄδηλο. Μαζί του -βιβλίο ὄγδοο- μπαίνει καὶ ἡ τύχη στὸ παιχνίδι, μὲ ῥόλο νὰ τοὺς κρατῇ στὶς τροπές της κοντὰ καὶ μακριά. Οἱ δύο νέοι ἀντιπαλεύουν τὴν τύχη μὲ τὴν πίστι τους ἀκατάβλητα, ὁπότε στὸ ἔνατο βιβλίο τὴν κάνουν νὰ τοὺς εὐνοήσῃ, καθὼς ἐπέρχεται ἀπροσδόκητα ἡ μεταξύ τους «ἀναγνώρισι». Στὸ δέκατο βιβλίο ὅλα ὁδεύουν πρὸς τὴν λύσι τοῦ δράματος καὶ τὴν συνολικὴ τῶν πραγμάτων ἀποκατάστασι, σὰν νὰ ἦταν μιὰ παράξενη παρένθεσι, ἐνῷ μὲ τὸ ἑνδέκατο καὶ τελευταῖο βιβλίο τοῦ ἔργου κλείνουν οἱ ἀφηγήσεις τοῦ Ὑσμινία καὶ τῆς Ὑσμίνης, ὥστε νὰ μείνῃ ἡ ἱστορία τοῦ ἔρωτά τους ἀλησμόνητο παράδειγμα γιὰ τοὺς κατοπινούς.

Σημαντικό στοιχεῖο τοῦ ἔργου ἀποτελεῖ ἡ ἀφηγηματική του μορφή. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἐκφορὰ εἶναι σὲ πεζὸ λόγο καὶ μάλιστα σὲ λόγιο τύπο του, πρᾶγμα ποὺ τὴν ἱεραρχεῖ ὑπεράνω τῆς δράσεως. Ἐνδεχομένως τοῦτο νὰ συνδέεται μὲ τὸν προορισμό τοῦ ἔργου νὰ διαβάζεται καὶ ὄχι νὰ παίζεται, ἀλλὰ ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν παύει νὰ δείχνῃ τὸ συνειδητὸ ἢ ἀσύνειδο ἐνδιαφέρον τοῦ Μακρεμβολίτη γιὰ τὸ ψυχικὸ ποιὸν τῶν ἡρώων του καὶ δευτερευόντως γιὰ τὴν πλοκὴ τῆς πράξεως. Ἡ τύχη ἀντιμετωπίζεται ἐδῶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ὄχι μὲ τὴν πλοκή. Δὲν ἔχουν ἀπαλειφθῆ ἀναίτια τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ἀφήγησι, οὔτε οἱ γεωγραφικὲς ἐνδείξεις. Ἡ χειρονομία εἶναι ἠθελημένη καὶ ὑπονοεῖ μία ὑπόθεσι καθαρῆς φαντασίας ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, δηλαδὴ γιὰ κάθε κοινωνία καὶ ἐποχή, κάτι τὸ ὁποῖο συνάδει ὑφολογικὰ μὲ τὴν κυκλικὴ φορὰ τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὴν Εὐρύκωμη στὴν Αὐλίκωμη καὶ τἀνάπαλιν, πεδίο δράσεως συνάμα τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς τύχης. Ἔτσι ἡ ἐξέλιξι τοῦ ἔργου ἁπλώνεται σὲ περίοδο ἑνὸς ὑποθετικοῦ ἔτους, ἀντίστοιχη μὲ τὶς εἰκόνες τῶν μηνῶν, ὅμως ὁ καθαρὸς χρόνος τῆς πράξεως εἶναι δεκατέσσερις ἡμέρες. Τὰ πρῶτα πέντε βιβλία καλύπτουν τὴν ἐρωτικὴ ἀφύπνισι τοῦ Ὑσμινία σὲ τέσσερα μόλις μερόνυχτα, χρόνο ἐσωτερικοῦ βιώματος παράπλευρο μὲ τὸν χρόνο τῶν ῥητορικῶν ἐκφράσεων. Ἡ κίνησι ἐν προκειμένῳ εἶναι ἀργή, στὴν διάκρισι τῶν ὀνειροπολήσεων καὶ τῶν συναισθημάτων ποὺ ἰσοχρονίζουν μὲ τὸν κόσμο τους τὶς νύχτες μὲ τὶς μέρες. Τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι στὰ πλαίσια τοῦ ἀφῃρημένου χρονικοῦ ὁρίζοντος ἐνυπάρχει ἕνας χρόνος «φυσικὸς» γιὰ νὰ ὑπηρετῇ τὴν πρᾶξι. Ἐξ οὐ καὶ ἀπὸ τὸ ἔκτο βιβλίο τοῦ ἔργου ἕως τὸ τέλος, ἡ ἀφήγησι ἀναπτύσσει γοργότερο ῥυθμό, μὲ ὑπερύψωσι στὰ τρία μερόνυχτα τοῦ δεκάτου βιβλίου ὅπου καὶ κορυφώνεται ἡ ἔντασι τῆς πράξεως. Ἡ δρᾶσι ἐλαττώνει ἀποφασιστικὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας.

Γιατί ὅμως ὁ Μακρεμβολίτης ἐπιλέγει τὴν ἀφήγησι σὲ πεζὸ λόγο καὶ δὴ στὸν τύπο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς; Μήπως ἐπειδὴ ὁ βυζαντινὸς οὐμανισμὸς προκρίνει τὴν «ἐπιστροφὴ» στοὺς Ἀρχαίους καὶ στὴν Δευτέρα σοφιστική; Μήπως τοῦ πάει καλύτερα ἕνας λόγος ὁ ὁποῖος νὰ ξεπερνᾷ τὸ ἄμεσο παρὸν τοῦ Ὑσμινία, ὁπότε διεκδικεῖ δραματικὰ γιὰ τὸν λόγο του ῥόλο ἐκφραστικοῦ ὀργάνου τῆς κοινότητος ἀσχέτως ἐπιπέδου τῶν προσώπων καὶ τοῦ εἴδους τῶν περιστάσεων, ἀνάλογο μ' ἐκεῖνον τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅσα συνέβαιναν τότε στὴν Ἰταλία, οἱ συγγραφεῖς τῶν πόλεων τῆς ὁποίας ἄρχιζαν νὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὰ λατινικὰ καὶ νὰ ἐνδιαφέρωνται γιὰ τὴν καθομιλουμένη; Τὸ λόγιο στοιχεῖο ἐντάσσει τὴν ἀτομικότητα σὲ μία συνθήκη γενικώτερη, τοῦ τύπου μοίρας, καὶ ἴσως σὲ μία ἰδέα ἐθνότητος ποὺ τότε κάνει ἀδιόρατα τὴν ἐμφάνισί της συνυφασμένη ἰδίως μὲ τὴν δημώδη φράσι. Ἐν προκειμένῳ τὸ βλέπουμε νὰ δίνῃ ἐμφατικὰ παρὼν στὴν ἐνάτη παράγραφο τοῦ ὀγδόου μέρους τοῦ ἔργου, μ' ἐκεῖνα τὰ ἀπανωτὰ Ἑλληνικῶς καθοπλίσασθαι (νὰ ὁπλισθοῦμε καὶ νὰ ἐπιτεθοῦμε ἑλληνικά), ὁμογλώσσοις Ἕλλησιν (σὲ ὁμογλώσσους μας Ἕλληνες), τοῖς ἐκ τῆς σῆς ταύτης Δαφνηπόλεως Ἕλλησι (στοὺς Ἕλληνες κατοίκους τῆς δικῆς σου Δαφνηπόλεως), ποὺ ἀντιπαρατίθενται ἀδιάλλακτα στοὺς «βαρβάρους» καὶ τὸ «βάρβαρον». Ἢ μήπως ὅλα τοῦτα ὑπονοοῦν κάτι οὐσιαστικώτερο πίσω ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν δύο νέων, κάποιον ἀφανῆ δηλαδὴ πρωταγωνιστὴ τοῦ ἔργου, ὁ ὁποῖος ἐν τέλει κινεῖ τὰ νήματα τῆς ἀφηγήσεως ὄντας ταυτόχρονα συναίσθημα τῶν ἡρώων καὶ ἀρχαία θεότης τοῦ Ἔρωτος, κατοπτρισμὸς μιᾶς νέας ψυχικῆς ἀνάγκης τοῦ Βυζαντινοῦ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς;

Εἰς ἐπίρρωσιν τῆς τελευταίας ὑποθέσεως θὰ ἐπικαλεσθῶ ἕνα σχετικὸ μελέτημα τοῦ Μαγκνταλῖνο (πρβλ. Paul Magdalino. «Eros the king and the king of amours: Some observations on Hysmine and Hysminias», στὸ Α. Cutler καὶ S. Franklin (ἐπιμ.), Homo Byzantinus: Papers in Honor of Alexander Kazhdan, 1992, σελ. 197-204). Ἐκεῖ ὁ Μαγκνταλῖνο ἐπισημαίνει τὴν ἐντυπωσιακὴ ἐμφάνισι καὶ ἀποκατάστασι τοῦ Ἔρωτος στὸ Βυζάντιο κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰῶνα, τῆς γνωστῆς ἀρχαίας θεότητος, μεταμορφωμένης μάλιστα ἀπὸ μικρὸ παιδὶ καρδιοφονιὰ σὲ ἐπισημοποιημένο κυριάρχη. Παρατηρεῖ δὲ ὅτι ἐνῷ στὸ ἔπος τοῦ Διγενῆ ὁ Ἔρως ἐμφανίζεται σὰν βίαιη δύναμι ἡ ὁποία ῥηγματώνει τὴν τάξι τῆς ἀριστοκρατικῆς συνθήκης, στὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας παρουσιάζεται ὡς κοσμικὴ ἀρχή – θὰ προσέθετα, κάτι σὰν ὑπερβατικὴ ἀνάγκη στὴν ὁποία ὑπακούουν ἀκόμη καὶ οἱ θεοί. Στὸ ἔργο τοῦ Μακρεμβολίτη ὁ Ἔρως διαθέτει τὰ συμβολικὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ οἱ Βυζαντινοὶ ἀπέδιδαν στὸν βιβλικὸ Θεό. Μόνο αὐτὸς ἔχει θρόνο, αὐλή, ἀνεπτυγμένη εἰκονογραφικὴπαρουσία καὶ βαρὺ τυποτελετουργικό. Τὰ σύμβολα εἰσάγουν τὸν πολιτισμικὸ παράγοντα στὴν ἀτομικότητα τοῦ ὀνείρου, ὁπότε καθεὶς μετέχει στὸ κοινὸ γιὰ ὅλους «ἐκεῖ». Ὡς βασιλεύς, ὁ Ἔρως ἀπέχει τόσο ἀπὸ τὴν λογοτεχνική τους παράδοσι ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα του πρότυπα, καθὼς ὁ συγγραφέας μας ἀντικαθιστᾷ στὰ βασιλικά του γνωρίσματα τὴν παιδικότητα μὲ τὴν νεότητα (μειράκιον). Ἀνεβάζει μ' ἄλλα λόγια τὸν Ἔρωτα στὸ ὕψος ποὺ τοῦ ἀνεγνώριζε ἡ μεσαιωνικὴ Δύσι ὡς Amor. Ἔτσι στὴν παραδοσιακή του εἰκόνα –προβληματικὴ γιὰ τὰ τότε κρατοῦντα– νὰ ἐξάπτῃ τὰ πάθη μέσω τῶν αἰσθήσεων, ὁ Μακρεμβολίτης προσθέτει τὴν ψυχολογικὴ δύναμι τοῦ ἔρωτα νὰ ἐνεργῇ καὶ ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ πνεύματος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πνευματικὴ δύναμι τοῦ Ἔρωτος εἶναι παροῦσα στὸν Μαγγάνειο Πρόδρομο, κείμενο τὸ ὁποῖο παραλληλίζει τὸν Μανουήλ Κομνηνὸ μὲ τὸν ἴδιο τὸν Ἔρωτα καὶ πιστοποιεῖ πὼς ἡ εἰκόνα τοῦ Ἔρωτος Βασιλέως ἦταν δημιούργημα τῆς αὐλικῆς προπαγανδιστικῆς ῥητορικῆς τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 12ου αἰῶνος, δὲν ἀποκλείει ἑσπερία ἐπίδρασι στὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας. Ὁ δυτικὸς πολιτισμός, ποὺ στρεφόταν σὲ ἀρχαιοελληνικές καταβολές, μποροῦσε νὰ πιέζῃ τὴν βυζαντινὴ λογοτεχνικὴ παράδοσι ἡ ὁποία δὲν εἶχε τρόπο νὰ ἀφήσῃ τὸ συμβολικὸ καὶ νὰ συναντήσῃ τὸ πραγματικό. Ἡ πεζὴ φράσι ποὺ εὐνοοῦσε τὴν ἀτομικὴ δρᾶσι διευκόλυνε τὴν συνάντησι, ἐνῷ ταυτόχρονα τὸ λόγιο στοιχεῖο διατηροῦσε τὴν ἀτμόσφαιρα ἑνὸς ἄλλου χρόνου.

Συνεπεῖς μὲ τὸν οὐμανιστικὸ ἀτομισμὸ τοῦ Εὐσταθίου εἶναι καὶ οἱ χαρακτῆρες τοῦ ἔργου, ἡ ἠθοποιία του. Ἀντὶ νὰ ὑπερβαίνουν τὶς περιστάσεις χάρι στὴν τυπολογία τοῦ κοινωνικοῦ τους ῥόλου, ὅπως συνέβαινε μὲ τὰ ἀρχαῖα δραματικὰ πρότυπα, προσαρμόζονται ψυχολογικὰ σ' αὐτές. Ἔτσι δὲν χωρεῖ παράλληλη δρᾶσι στὴν ἐξέλιξι τοῦ ἔργου οὔτε ὑπάρχει λόγος μνημονικῆς ἀνακεφαλαιώσεως ἡ ὁποία νὰ βγάζῃ τὸν ἀναγνώστη ἀπὸ τὸ παρὸν τῆς δράσεως. Αὐτὴ ἐπιτρέπεται μόνο στὸ ἑνδέκατο καὶ τελευταῖο μέρος, ὅταν ὅλα ἔχουν τελειώσει, ὁπότε δίνεται χῶρος στὸ παρελθόν προκειμένου τὸ ἔργο νὰ κερδήσῃ τὸν μέλλοντα χρόνο καὶ τὶς ἐπερχόμενες γενεές. Μ' ἄλλα λόγια ὁ Μακρεμβολίτης τηρεῖ τὴν ὑπόδειξι τῆς Ποιητικῆς τοῦ Ἀριστοτέλους –ἐπίκαιρου τότε ἐξ αἰτίας τῶν σχολίων τοῦ Εὐστρατίου Νικαίας καὶ τοῦ Μιχαὴλ Ἐφεσίου– περὶ τῆς «μίας καὶ ὅλης πράξεως» στὸν τραγικὸ μῦθο ἐπιπροσθέτοντας τὸν τρόπο τῶν ἡρώων. Ἡ ἀπουσία ἀκριβῶς δευτερευούσης ὑποθέσεως στὴν πρωτοπρόσωπη ἀφήγησί του καθώρισε τὴν δραματικὴ τύχη ἑνὸς σημαντικοῦ προσώπου τοῦ ἔργου, τοῦ Κρατισθένη, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἀδελφικὸς φίλος τοῦ Ὑσμινία, τὸ ἄλλο του ἐγώ, κατὰ τὸ σκεπτικὸ καὶ πάλι τοῦ Σταγειρίτη (Ἠθικῶν Νικομαχείων 1166a 31-32: ἔστι γὰρ ὁ φίλος ἄλλος αὐτός) καὶ κατὰ τὴν φρασεολογία τοῦ κειμένου μας (Α΄ 7,2: καὶ Κρατισθένης ἀδελφιδοῦς ἐμός, ἄλλος αὐτός (οὕτω γὰρ ἐγὼ τὸν φίλον ὁρίζομαι)· ΣΤ΄ 16,3-4: καὶ τὸν σὸν Ὑσμινίαν φιλεῖς καὶ ἄλλον κρίνεις αὐτόν· Ζ΄ 3,1: ἀδελφιδοῦς ἐμός, ἄλλος αὐτός), μετὰ τὸ ἔβδομο βιβλίο τοῦ ἔργου χάνεται ἀνεξήγητα χωρὶς ν' ἀφήσῃ ἴχνος πίσω του. Τὸ ἐπιβάλλει στὸν συγγραφέα ἡ ἀπαίτησι νὰ συγκεντρώσῃ τὴν δρᾶσι στὰ πρόσωπα τῶν δύο νέων, ὁπότε φροντίζει, ἀφοῦ πετάξουν τὴν Ὑσμίνη στὴν φουρτουνιασμένη θάλασσα, νὰ ἐγκαταλείψουν καὶ τὸν Ὑσμινία σὲ μία ἔρημη ἀκτή. Προφανῶς ὁ Μακρεμβολίτης ἤθελε νὰ ἀπομονώσῃ τοὺς δύο πρωταγωνιστὲς καὶ νὰ τοὺς ἀφήσῃ μὲ τὴν πίστι τους ἀπέναντι στὴν τύχη. Ἡ ψυχολογία τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἐξαρτημένη ἀκόμη ἀπὸ τὶς πράξεις τους καὶ οἱ ἀνάγκες τῆς πράξεως δὲν ἄφηναν αὐτονομία στὴν ἐσωτερική τους ζωή. Ἐξ οὗ καὶ τὸ παράδοξο ἡ Ὑσμίνη νὰ δείχνῃ στὴν ἀρχὴ προκλητικὴ ἐρωτικὴ ἐπιθετικότητα καὶ στὴν συνέχεια νὰ εἶναι μέχρι τέλους πιστὴ στὴν ἀγάπη της.


(Συνεχίζεται)

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Ἐπιθυμία καὶ πίστι - Στέλιος Ράμφος (1)

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ


Ἡ Ἑλλάδα τῶν ὀνείρων μᾶς προτείνει νὰ διαβάσουμε τὴν συλλογικὴ ψυχική μας ζωὴ μὲ ἀναφορὰ τοὺς συμβολισμοὺς καὶ τὶς νοοτροπίες, ὅπως ἀναδύονται στὰ ὄνειρα καὶ διαμορφώνονται ἀπὸ τὰ συναισθήματα. Ὡς παραστάσεις ἐπιθυμίας καὶ ἀγωνίας, τὰ ὄνειρα δανείζονται μορφὲς ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα γιὰ νὰ τὶς δέσουν, μέσῳ τῆς φαντασίας, σὲ δικές τους ἱστορίες καὶ συμπεριφορές. Γι’ αὐτό, πολὺ συχνά, ὀνειρευόμαστε τὴν πραγματικότητα ἀντὶ νὰ τὴν βιώνουμε χειροπιαστά. Δημιουργοῦνται ἔτσι οἱ προϋποθέσεις μιᾶς ὑπερπαραγωγῆς ὀνείρων καὶ ὀνειροπολήσεων, ποὺ οἱ μηχανισμοὶ τῆς κοινωνικῆς ἀδράνειας (ἀλλὰ καὶ τῶν ὁλοκληρωτισμῶν) ἀξιοποιοῦν ἐντατικὰ πρὸς ὄφελός τους. Ξετυλίγοντας ὅμως τὸ συνδετικὸ νῆμα τῶν ὀνειρικῶν μορφῶν καὶ τῆς φαντασίας, μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὴν μακροχρόνια ἐπικράτησι τῆς ἀκινησίας σὲ μιὰ κοινωνία ὅπως ἡ δική μας καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἰχνηλατήσουμε σημάδια τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν στὸ ξέφωτο τῆς ἀλλαγῆς.

Ἐπιθυμία καὶ πίστι

Μὲ τὴν δίκη καὶ καταδίκη ὡς αἱρετικοῦ (1082) τοῦ φιλοσόφου Ἰωάννου Ἰταλοῦ, μαθητῆ τοῦ Ψελλοῦ, ἡ ἀνθρωπιστικὴ κίνησι τοῦ 11ου αἰῶνος στὸ Βυζάντιο κλείνει τὸν κύκλο της. Ο Ίταλὸς δὲν ἀρνιόταν τὴν ὀρθόδοξη πίστι, ἀλλὰ στὴν διδασκαλία του ἀποτολμοῦσε ὑποθέσεις καὶ συλλογισμοὺς ποὺ ἀπέκλιναν, γιὰ νὰ ὁδηγηθῇ ἐν συνεχείᾳ σὲ συμπεράσματα σχετικὰ πρὸς τὸ συμβατὸ ἢ ἀσύμβατο τοῦ ἐπιχειρήματος μὲ τὸ δόγμα. Μαζί ὑποχώρησε καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα, γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔλαβε πιὸ ἀκίνδυνες καὶ λαϊκὲς μορφές, καθὼς τὰ προνόμια στοὺς ἐμπόρους τῆς Βενετίας, τῆς Γένουας καὶ τῆς Πίζας ἀλλὰ καὶ τὸ διάβα τῶν Σταυροφόρων ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ἔφερναν γιὰ πρώτη φορὰ σὲ οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν Δύσι. Τότε, στὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνος, ἔκαναν τὴν ἐμφάνισί τους, σὰν στοιχεῖα μιᾶς ἀπαλώτερης ἀναβιώσεως τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ παρελθόντος, οἱ μυθιστορίες καὶ ἡ σάτιρα, εἴδη ποὺ εἶχαν ἐγκαταλειφθῆ ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα (γιὰ ὅλα αὐτὰ παράβαλε τὴν έργασία τοῦ Roderick Beaton, Ἡ ἐρωτική μυθιστορία τοῦ ἑλληνικοῦ Μεσαίωνα, Αθήνα 1996, σελ. 27-42). Σημειωτέον ὅτι τοὺς ὅρους «μυθιστορία» καὶ «πολιτισμός», ὅπως καὶ πολλοὺς ἄλλους, εἰσέφερε στὰ νέα ἑλληνικὰ ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μυθιστορήματα –τὸ τελευταῖο ἴσως– τοῦ 12ου αἰῶνα εἶναι καὶ Τὸ κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν δρᾶμα τοῦ Εὐσταθίου Μακρεμβολίτου, γραμμένο, αὐτὸ μόνο ἀπὸ τὰ ἄλλα τοῦ εἴδους του, στὸν πεζὸ λόγο τῶν ἑλληνιστικῶν μυθιστορημάτων. Ἡ ὑπόθεσι τοῦ ἔργου (χρησιμοποιῶ τὴν ἔκδοσι τοῦ Μίροσλαβ Μάρκοβιτς, Λειψία 2001) ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Ὑσμινίας, ἥρωας καὶ ἀφηγητὴς τῆς ἱστορίας σὲ πρῶτο πρόσωπο, μεταβαίνει ὡς ἀντιπρόσωπος ἀπὸ τὴν πατρίδα του Εύρύκωμη στην γειτονική πόλι Αὐλίκωμη ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ μιᾶς θρησκευτικῆς ἑορτῆς. Ἐκεῖ φιλοξενεῖται στὴν ἐντυπωσιακή κατοικία ἑνὸς διακεκριμένου προεστοῦ. Ἡ κόρη τοῦ οἰκοδεσπότη Ὑσμίνη τὸν προκαλεῖ διακριτικά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρχικὰ τὴν ἀποκρούει.

Ωστόσο μεταξὺ ὀνειρικῶν καὶ πραγματικών τους συναντήσεων, ὁ Ὑσμινίας ἐρωτεύεται παράφορα τὴν κόρη. Οἱ δύο νέοι βεβαίως δὲν χάνονται μετὰ τὸ τέλος τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ὑσμινία καθὼς τὰ Διάσια, ἡ γιορτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Διός, συγκεντρώνουν ἐκ νέου ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἔργου (βιβλία 1-5) στὴν Εὐρύκωμη. Στὰ ἑπόμενα τρία βιβλία ἡ πλοκὴ δένει ὡς «περιπέτεια». Ὁ πατέρας τῆς Ὑσμίνης εἶχε συμφωνήσει νὰ τὴν παντρέψῃ στὴν Αὐλίκωμη, ὁπότε πιεζόμενοι οἱ δύο πλέον ἐραστὲς ἀποφασίζουν νὰ κλεφτοῦν καὶ τὸ πράττουν. Ὅμως τὸ πλοῖο ποὺ παίρνουν συναντᾷ στὸ ταξίδι μεγάλη τρικυμία καὶ γιὰ νὰ ἐξευμενισθῇ ὁ Ποσειδῶνας οἱ ναῦτες ῥίχνουν μὲ κλῆρο τὴν Ὑσμίνη στὴν θάλασσα. Ἡ θάλασσα ἀμέσως ἠρεμεῖ, ἐνῷ ἕνα δελφίνι τὴν σῴζει καὶ τὴν βρίσκουμε σκλάβα στὴν πόλη Αρτίκωμη. Ταυτόχρονα ὁ Ὑσμινίας αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ πειρατές, τοὺς ὁποίους νικᾷ ἐν συνεχείᾳ κάποιο ἑλληνικὸ στράτευμα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταλήξῃ κι ἐκεῖνος σκλάβος στὴν γειτονική Δαφνήπολι. Ἐν τῷ μεταξὺ στὴν Ἀρτίκωμη ἑτοιμάζονται γιὰ μία θρησκευτικὴ ἑορτὴ καὶ ὁ κύριός του ἐκλέγεται ἀντιπρόσωπος τῆς Δαφνηπόλεως στὴν τελετή. Ἐδῶ τελειώνει τὸ δεύτερο μέρος καὶ τὸ 8ο βιβλίο τοῦ ἔργου.

Τὸ τρίτο μέρος τοῦ ἔργου (βιβλία 9-11) ἀφιερώνεται στὴν «ἀναγνώρισι» καὶ τὴν «λύσι». Ὁ Ὑσμινίας ἀκολουθεῖ τὸν κύριό του στὴν Ἀρτίκωμη. Θὰ φιλοξενηθοῦν στὸ ἀρχοντικὸ ὅπου κατοικεῖ σκλάβα ἡ Υσμίνη. Ὁ Υσμινίας δυσκολεύεται νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ, ἀλλὰ ἐκείνη τοῦ στέλνει γράμμα μὲ τὸ ὁποῖο καὶ τοῦ ἀποκαλύπτεται. Μάλιστα βρίσκεται στὴν πολὺ δύσκολη θέσι νὰ παίξῃ τὸν ῥόλο ἐνδιαμέσου τῆς κυρίας της πρὸς τὸν Ὑσμινία, τὸν ὁποῖο ἡ οἰκοδέσποινα εἶχε ἐρωτευθῆ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς σχέσεως τῶν δύο νέων. Ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ πόθος τῆς κυρίας δὲν γίνεται νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο βοηθοῦν καὶ οἱ περιστάσεις, ὥστε τὸ ἀδιέξοδο νὰ μὴν ἔχῃ κακές συνέπειες, καθώς φθάνουν στὴν Ἀρτίκωμη ὡς συνεορτασταὶ οἱ γονεῖς τῆς Ἰσμίνης καὶ τοῦ Ὑσμινία, ὁπότε τὸ δρᾶμα βρίσκει τὸ τέλος του. Οἱ ἐραστὲς ἀπελευθερώνονται, ἡ Ὑσμίνη ἀποδεικνύει τὴν ἀγνότητά της καὶ ὅλοι μαζὶ ἐπιστρέφουν στὴν Αὐλίκωμη γιὰ τὸν γάμο τῶν δύο πρωταγωνιστῶν.

Κατὰ τὸν Ῥόντρικ Μπῆτον Τὸ κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν δρᾶμα θὰ πρέπῃ νὰ χρονολογῆται περὶ τὸ 1180 καὶ νὰ ἀνήκῃ ἐπομένως στὶς μυθιστορίες τῆς ἐποχῆς, εἴδους ποὺ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνος ἐμφανίζεται στὸ προσκήνιο. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀνάρρησι στὸν θρόνο τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081), δέκα χρόνια μετὰ τὴν μοιραία ἧττα στὸ Ματζικέρτ, ἀρχίζει μία περίοδος ἀντιδράσεως στὴν ἀναγέννησι τῶν γραμμάτων τοῦ 11ου αἰῶνος. Ὁλόκληρη ἡ κεντρική Μικρὰ Ἀσία ἔχει περάσει στὰ χέρια τῶν Σελτζούκων Τούρκων, ἐνῷ στὴν βυζαντινὴ ἐπικράτεια μένουν κάποιες περιοχὲς τῶν μικρασιατικῶν παραλίων. Τὸ 1071 ἐπὶ πλέον χάνεται ὁριστικὰ ἡ Σικελία γιὰ τὸ Βυζάντιο μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Νορμανδῶν καὶ μαζὶ τὸ τελευταῖο του προγεφύρωμα στὴν Δύσι. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐδαφικῆς τούτης συρρικνώσεως εἶναι ἕνας ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξελληνισμὸς τῆς ἄλλοτε οἰκουμενικῆς ἀνατολικῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ κόσμος ἀλλάζει καὶ οἱ Κομνηνοὶ προσπαθοῦν νὰ ἀντιδράσουν ἐφαρμόζοντας πολιτική στρατιωτικῆς καὶ διπλωματικῆς ἰσχυροποιήσεως τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλὰ καὶ καθαρτικῆς τονώσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, καταπολεμῶντας σκληρὰ αἱρετικές διδασκαλίες ὅπως τῶν Παυλικιανῶν. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ δύσκολο, καθὼς τὸ αἴσθημα τῆς ἀδυναμίας ἐντείνεται μὲ τὰ προνόμια ποὺ παραχωροῦνται στὴν Πίζα, τὴν Γένοβα καὶ τὴν Βενετία, παίρνει μάλιστα τὸ 1182 μορφὴ ἐκδικητικοῦ πογκρόμ ἐναντίον τῆς παροικίας τῶν Λατίνων ἐκ μέρους τοῦ ὄχλου τῆς Βασιλεύουσας.

Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ κανεὶς ὅτι ἡ συγκυρία εἶχε βάθος τὸ ὁποῖο ἐπηρέαζε μονιμώτερα τὰ συναισθήματα, καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἄδικο. Ἐννοῶ τρία στοιχεῖα: Τὸ αἴσθημα τῆς μειονεξίας· τὸν παράγοντα τοῦ ἐξελληνισμοῦ· τὸ σκίρτημα μιᾶς ἐξατομικεύσεως ἡ ὁποία ἐν τέλει παρέμεινε ἄπρακτη. Πιθανὸν ἕνας συνδυασμὸς τῶν τριῶν αὐτῶν παραγόντων νὰ ἔφερε στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο τὴν μυθιστορία καὶ τὴν σάτιρα, λογοτεχνικὰ εἴδη εγκαταλελειμμένα ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Ὕστερης ἀρχαιότητος, πρὸ ὀκτακοσίων δηλαδὴ χρόνων. Τὸ φαινόμενο δὲν εἶναι ἀσύνηθες.

Ἡ ἀβεβαιότης τοῦ μέλλοντος ἐπαναφέρει συχνὰ τὸ παρελθόν ὡς ὁρίζοντα προσδοκιῶν καὶ ἐκφράσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπει νὰ ἐντοπισθοῦν καὶ νὰ ἐνεργοποιηθοῦν κοιτάσματα τοῦ ἱστορικοῦ παρόντος ποὺ δὲν ἀπαντῶνται ὡστόσο στὸ παρελθόν.

Ὑπ' αὐτὸ τὸ πρῖσμα τὸ ἐν λόγῳ «παρελθόν» δίνει ἐνεργὰ τὸ «παρών» στὶς ἐξελίξεις. Τέτοιο κοίτασμα εἶναι ἡ ἑλληνική ταυτότητα στὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα καὶ τὶς παραλλαγές του, ὅπως υἱοθετεῖται ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς καὶ διαπερνᾷ τὴν παιδεία, συνδυάζεται δὲ μὲ τὴν σιωπηρὴ κατὰ μόνας ἀνάγνωσι καὶ τὴν μικρογράμματη γραφὴ ἢ ἐκφράζεται μὲ τὸν μυθικὸ ἥρωα Διγενῆ καὶ τὸν ἐξελληνισμὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου τὸ ἄτομο ὡς τέτοιο παραμένει σταθερὰ ἐκτὸς τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητος καὶ τοῦ μυστηριακοῦ της τυποτελετουργικοῦ.

Τὸ παρελθὸν μπορεῖ νὰ ἐπανέρχεται ὡς ἀνάμνησι, ἐφ' ὅσον δὲν εἶναι ἀπωθημένο καὶ κατέχει, ἔστω περιφερειακά, θέσι στὶς συνειδήσεις, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ Ψελλοῦ· μπορεῖ ὅμως νὰ ἐπανέρχεται –ἰδίως στὴν λογοτεχνία– σὰν ἀπωθημένο στὸν λησμονημένο πλέον χρόνο καὶ κατ' αὐτὴ τὴν ἔννοια νὰ ἀποτελῇ ἐνεργοποιὸ δύναμι ἡ ὁποία ἀξίζει νὰ ἐρευνηθῇ, ἀφοῦ προηγουμένως περιγράψουμε τὴν θέσι καὶ τὸν ῥόλο τῶν ὀνείρων στὴν συγκρότησι τοῦ ἔργου καὶ στὴν ἐξέλιξι τῆς ἀφηγήσεως. Μόνο μετὰ ἀπὸ τὴν προκριματικὴ τούτη προσέγγισι εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ κανεὶς στὰ ἴδια τὰ ὄνειρα γιὰ νὰ τὰ μελετήσῃ καθ' ἑαυτά. Μὲ προσοχὴ βέβαια, καθὼς ἡ μηχανιστική ἐφαρμογὴ μιᾶς ψυχαναλυτικῆς ἑρμηνευτικῆς θὰ συνέχεε τὸ λογοτέχνημα μὲ τὶς ἐσωτερικὲς περιπλοκές κάποιου ὁ ὁποῖος χρειάζεται θεραπευτική μέριμνα. Ἐννοεῖται, αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει νὰ εἶναι ἀνθρωπολογικῶς πολύτιμα τὰ ὄνειρα ἑνὸς ἔργου ὅπως τὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας.

Νὰ πῶ κατ᾿ ἀρχὰς ὅτι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Πλέπελιτς στὴν σχολιασμένη μετάφρασι τοῦ ἔργου τὸ 1989, μὲ τὴν ὀρθογραφία τῶν ὀνομάτων Ὑσμίνη/Υσμινίας ὁ Μακρεμβολίτης θέλει νὰ ὑποδηλώσῃ κάτι σὰν μοῖρα τῶν ἡρώων – τὴν ἀγωνιζομένη ἐναγωνίως ὕπαρξι καὶ συνύπαρξι τῶν δύο ἡρώων. Ἐξ οὗ καὶ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν ὁμηρική λέξι «ὑσμίνη», ὁμόηχη μὲ τὸ ἀρχαιοελλη νικὸ «ἰσμήνη» (σύνεσις), ἀλλὰ μὲ διαφορετικὴ ἔννοια καθὼς τὸ ὁμηρικό σημαίνει «διαπάλη», «ἀγῶνας», «μάχη» καὶ κατ' ἐπέκτασιν, στὸ ἔργο, σύγκρουσι δύο ἀντιπάλων δυνάμεων. Σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόθεσι τοῦ ἔργου αὐτὲς οἱ δυνάμεις μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ Ἔρως καὶ ἡ Τύχη, ὅπως μπορεῖ, σὲ βαθύτερο ἐπίπεδο, νὰ εἶναι ἡ Φαντασία καὶ ἡ Πραγματικότητα. Τὸ τελευταῖο διαπιστώνει κανεὶς στὸ ὄνειρο τοῦ τρίτου βιβλίου, ὅπου ἡ φαντασία ξεδιπλώνεται σὰν πραγματικότητα, μὲ πολὺ ἄμεσο τὸ αἴσθημα συμμετοχῆς τοῦ ὀνειρευομένου Ὑσμινία στὰ δρώμενα. Σύνολη ἡ οἰκονομία τοῦ ἔργου ἐνισχύει μιὰ τέτοια προσέγγισι. Τὰ πέντε πρῶτα βιβλία εἶναι τόποι φαντασίας πλήρεις ἐκφράσεων καὶ ὀνείρων, τὸ ἕκτο μὲ τὸ ταξίδι ποὺ χωρίζει τοὺς ἥρωες εἶναι μεταβατικό, ἐνῷ τὰ ὑπόλοιπα πέντε περιγράφουν τὸ πεδίο τῆς τύχης καὶ ἀναδεικνύουν τὸν ψυχολογικὸ παράγοντα τῆς πίστεως τῶν δύο ἐραστῶν σὲ γέφυρα μεταξὺ τῶν ὀνείρων τους καὶ τῆς σκληρῆς, ἀντίξοης πραγματικότητος. Ἡ χριστιανική τους πίστι ἐκβιάζει τὴν τύχη καὶ φέρνει τὸ αἴσιο τέλος.

Ἀπέχομε πλέον ἀπὸ τὶς μυθιστορίες τῆς Ὕστερης ἀρχαιότητος, οἱ ὁποῖες ἐγκαταλείπουν τοὺς ἱδρυτικοὺς μύθους τῆς κοινωνίας, γιὰ νὰ ἀντλήσουν περιεχόμενο ἀπὸ συμβάντα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, πράξεις συνυφασμένες μὲ ἀτομικές καταστάσεις καὶ αἰσθήματα. Συνήθως πρόκειται γιὰ ἔρωτα ἑνὸς ἀγοριοῦ καὶ μιᾶς κόρης, ἀμφοτέρων ἐκπάγλου καλλονῆς καὶ ἀριστοκρατικῆς γενιᾶς, τὴν χαρὰ τῶν ὁποίων ἀνατρέπει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ τύχη, ἐκθέτοντάς τους σὲ σκληρές δοκιμασίες καὶ περιπέτειες, ἀλλὰ διασῴζει ἡ ἀνάδοχος τῆς ἀγάπης των θεότητα ἐπανενώνοντάς τους μὲ ἕνα αἴσιο τέλος, κάτι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἔλεο καὶ τὸν φόβο τοῦ ἀρχαίου δράματος. Ζητούμενο τώρα δὲν εἶναι ἡ ἐπανένταξι τοῦ ἀτόμου στὴν κοινότητα, ἡ ἀναγνώρισι τῆς θείας τάξεως καὶ ἡ κάθαρσι τῆς ὕβρεως· εἶναι ἡ ἐσωτερική του ἰσορροπία στὴν ταραγμένη τούτη ἐποχή, ὅπου χριστιανοὶ καὶ ἐθνικοὶ ἀνέθεταν τὴν συνοχὴ τοῦ κόσμου στὴν πρόνοια ἑνὸς θεοῦ ἢ τῶν θεῶν. Ὄχι ἐκείνων τοῦ δωδεκαθέου μὲ τὴν ἀμεσότητα τῆς παρουσίας τους, ἀλλὰ θεῶν οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονταν μέσῳ χρησμῶν, οἰωνῶν, ὀνείρων, μηνυμάτων ἢ σημείων, ἐξέφραζαν δὲ μία τάξι ἀόρατη, μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι ἔρμαιο τῆς τύχης. Κατ' αὐτὸ τὸν τρόπο στὴν ζωή τὰ ὄνειρα προοικονομοῦσαν τὸ μέλλον, ἐνῷ στὰ ἔργα, ὅταν τὰ γεγονότα τρέπονταν σὲ ἀδιέξοδα, βοηθοῦσαν τὴν πλοκὴ νὰ ξετυλίγεται, δίκην ἐμβρυουλκῶν, προλέγοντας ἐξελίξεις καὶ ἐπιβραβεύοντας ἐνέργειες. Οἱ θεοὶ ἦσαν σταθερὰ παρόντες στὴν ζωὴ τῶν τότε ἀνθρώπων, ποὺ τοὺς ἔβλεπαν στὸν ὕπνο (ὄναρ) σὰν στὸν ξύπνο (ὕπαρ). Κοσμοπολῖτες, οἱ ἄνθρωποι βίωναν μιὰ ἀνασφάλεια τῆς βουλήσεως ἡ ὁποία ἔκανε τὴν πρᾶξι χαοτική καὶ τὴν τύχη πρωταγωνίστρια, μὲ ἀντίβαρο τὴν εὔνοια τῆς θεότητος. Τί τὸ παράξενο, ἂν τὸν ὑλικὸ κόσμο διέσχιζαν ἀκατάπαυστα θεοὶ καὶ δαίμονες σὰν βαθύτερό του νόημα προσιτὸ μόνο στὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο, ἂν τὸ «θαυμαστὸ» ἔπαιζε ῥόλο «φυσικότητος» τοῦ ὑπερφυσικοῦ τους;

Μπορεῖ τὸ Κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν τοῦ Μακρεμβολίτη νὰ εἶναι γραμμένο σὲ πρῶτο πρόσωπο, κατὰ τὸ προηγούμενο τοῦ Κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα, ἔργου τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ὅμως οἱ ἐσωτερικοὶ λόγοι ποὺ τὸ ὑπαγορεύουν στὰ δύο ἔργα, ὡς γνωστόν, διαφέρουν. Ἐνῷ τὸ πρῶτο πρόσωπο στὸ ἔργο τοῦ Ἀχιλλέως Τατίου ὑπηρετεῖ συγγραφικὲς ἀνάγκες παρακολουθήσεως τῶν παραλλήλων δράσεων (ὅ,τι συμβαίνει ἢ ὅ,τι βλέπει ὁ Κλειτοφῶν περιλαμβάνει καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς ἄλλους), στὴν περίπτωσι τοῦ Ὑσμινία τὸ πρῶτο πρόσωπο φωτίζει τὴν ψυχολογικὴ συνύπαρξι ὀνειρικοῦ ἢ γενικώτερα φανταστικοῦ καὶ πραγματικοῦ στὸ πεδίο τῆς ἐπιθυμίας, διασφαλίζει μάλιστα προσωπικὴ μετοχὴ τοῦ ἥρωα συγχρόνως καὶ στὰ δύο ἐπίπεδα. Στὴν πρώτη περίπτωσι ὁ ἀφηγητὴς ἀνακαλεῖ στὴν σκέψι καὶ θυμᾶται στὴν δεύτερη ταυτίζεται μὲ τὴν σκέψι του. Ἔχει βιώσει ὅσα λέει καὶ μιλεῖ σὰν νὰ τὰ βλέπῃ. Βρισκόμαστε δηλαδὴ μακριὰ ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ ἀριστοτελικοῦ Περὶ ποιητικῆς, τὸν ἐξωτερικὰ καθωρισμένο χαρακτῆρα τῶν ἡρώων τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας: ἀπέναντί μας ἔχομε ἀνθρώπους τῶν ὁποίων ἡ ψυχολογία μεταβάλλεται ἀναλόγως τῶν συνθηκών εἴτε προετοιμάζεται μὲ τὴν συμβολικὴ χρῆσι τῶν «ἐκφράσεων» – κάτι περισσότερο πιὰ ἀπὸ τὶς παραδόσιμες ῥητορικές περιγραφές τοπίων ἢ εἰκόνων. Δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο πὼς ὁ Μακρεμβολίτης εἰσάγει τὸ ἔργο του μὲ «ἐκφράσεις» οἱ ὁποῖες ἀποτυπώνουν συμβολικὰ τὸν ἔρωτα ὡς θέμα τοῦ ἔργου καὶ προνομιακὸ πεδίο ὠσμώσεως τῆς φαντασίας καὶ τοῦ ὀνείρου στὴν ψυχολογική πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ δείχνει εὔστοχα ἡ Ἀλεξίου (πρβλ. Margaret Alexiou, «A critical reappraisal of Eustathios Makrembolites' Hysmine and Hysminias», στὸ Byzantine and Modern Greek Studies 3, σελ. 23-43). Οἱ ἀρχικὲς «ἐκφράσεις» τοῦ ἔργου ἀναδεικνύουν τὸ θέμα «χρόνος καὶ ἔρως» καὶ συμπληρώνονται ἀπὸ ψυχικὲς «ἐκφράσεις» τῶν ὀνείρων, οἱ φαντασίες τῆς τέχνης συμπληρώνονται ἀπὸ φαντασίες τῆς ψυχῆς ποὺ μπολιάζουν ὡς πίστι τὴν ἀντοχὴ τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους στὸν χρόνο. Αντίθετα οἱ ἑλληνιστικές μυθιστορίες προετοιμάζουν κυρίως τὴν δρᾶσι προαναγγέλλοντας τὸ μέλλον ἀσχέτως ἑτοιμότητος τῶν ψυχῶν.

Στὰ μυθιστορήματα τοῦ 11ου καὶ τοῦ 12ου αἰῶνος τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο παρουσιάζει ἀξιοσημείωτη δυναμική, τέτοια ὥστε ἡ ἀντίδρασι τοῦ θρησκευτικοῦ παράγοντα νὰ εἶναι κατ' οὐσίαν ἀνύπαρκτη. Ἀρκοῦσε ἡ γυναῖκα νὰ μένῃ πρὸ τοῦ γάμου ἀνέγγιχτη, κάτι τὸ ὁποῖο σέβονταν οἱ συγγραφεῖς. Ὁ ἐρωτισμὸς τώρα βλέπει μᾶλλον πρὸς τὴν φύσι, συνδέεται μὲ ἔξοδο ἀπὸ τὸ ἐντὸς πρὸς τὸ ἐκεῖ καὶ συνυφαίνεται μὲ ἰσχυρὴ θέλησι τῶν ἡρώων. Πρόκειται γιὰ σκίρτημα οὑμανιστικὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθῃ ὡς στροφὴ πρὸς τὸν κλασικισμὸ μὲ τοὺς Παλαιολόγους. Μιλοῦμε βέβαια γιὰ ἕνα ὑποκείμενο αὐτοῦ τοῦ οὐμανισμοῦ μὲ ἀτροφικὴ ἀκόμη ψυχολογία καθὼς τὴν ἐμποδίζει ἀποφασιστικὰ ὁ συλλογικὸς τρόπος καὶ μῦθος τὸν ὁποῖο διαφεντεύει ἡ Ἐκκλησία. Μὲ τοὺς Κομνηνοὺς γίνονται κάποια ἀνοίγματα πρὸς τὴν Δύσι, ὅμως προκαλοῦν περισσότερο ἀνασφάλεια καὶ ἀβεβαιότητα μαζὶ μὲ μελαγχολία, ἐλλείψει ἐλπιδοφόρου ἱστορικῆς προοπτικῆς. Αὐτὰ ὅταν ἀκριβῶς τότε στὴν Δύσι εἴχαμε ἀντὶ ἀνακυκλώσεως ἐξέλιξι, μὲ ἐρωτήματα καὶ ἐπιλογὲς ποὺ στοχευαν τὴν ἴδια τὴν ζωὴ μὲ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά της.

Ὅσο ἔφευγαν τὰ χρόνια τόσο τὸ αἰώνιο ὑπνώτιζε τὶς συνειδήσεις, τόσο γινόταν πιὸ ἐπίμονη ἡ ἀνάγκη καταφυγῆς στὸ παραμύθι καὶ στὸ παρελθόν, ὡς ἀνασφαλὴς ἀντίδρασι στὴν ἱστορική μεταβολή. «Παραμύθι» ὀνομάζω μία παρηγορητική σκηνοθεσία ἡ ὁποία ἐνεργοποιεῖ τὴν νοσταλγία γιὰ νὰ πολεμήσῃ τὴν κατάθλιψι ποὺ προκαλεῖ ὁ ἐγκλεισμὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ διατεταγμένα αἰσθήματα, ἡ ἡττημένη ἐπιθυμία τους γιὰ διέξοδο σὲ προσωπικώτερά τους συναισθήματα. Αὐτὴ τὴν ἦττα συγκαλύπτει ἡ νοσταλγία. Νὰ σημειώσω ὅτι ἤδη στὴν χριστιανικὴ Δύσι τὰ ἐρωτικὰ ἱπποτικὰ μυθιστορήματα κεντοῦν στὸν καμβὰ τοῦ ἀτομικοῦ συναισθήματος, ἐξ οὗ καὶ ἀντικαθιστοῦν τὴν νοσταλγία μὲ ἱστορήσεις κατορθωμάτων στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἠθικὰ ὑψηλοῦ. Ὁ ἔρως ἔχει θέσει τὴν ὁρμή του στὴν ὑπηρεσία τοῦ ψυχικοῦ, ποὺ τείνει νὰ ἐπιβεβαιώνῃ ἡρωικὰ τὸ ὑποκείμενό του. Ἐκεῖ οἱ ἡρωικὲς περιπέτειες καὶ ἡ ἀτομικὴ ἐπιβεβαίωσι πρωταγωνιστοῦν καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο, ἐνῷ στὰ βυζαντινὰ μυθιστορήματα τῆς ἴδιας ἐποχῆς προβάδισμα ἔχει ἡ καρτερικὴ ὑπομονὴ τῶν ἐραστῶν καὶ ἡ θεία πρόνοια, καθὼς οἱ ἥρωες παλεύουν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὶς ἀναποδιὲς καὶ νὰ ζήσουν αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα. Ὅμως ἄλλο ἡ ἐπιβίωσι στὶς ἀναποδιὲς καὶ ἄλλο ἡ ἐσωτερικὴ ἐξέλιξι τῶν χαρακτήρων. Ἡ κυριαρχία τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου στὰ βυζαντινὰ μυθιστορήματα, ὡς μεταφορὰ τῆς σχέσεως μὲ τὴν μητέρα ἢ τὸν πατέρα ποὺ καθησυχάζει τὴν ψυχικὴ ταραχὴ τῶν ἐραστῶν, δὲν ἀνοίγει γι' αὐτοὺς νέους ὁρίζοντες, δὲν ἔχει ἄλλη συνέπεια ἀπὸ τὸ εὐτυχὲς τέλος τῆς δοκιμασίας των, ἀπὸ τὴν ἔνταξι στὴν καθιερωμένη τάξι ἡ ὁποία καὶ ἀσφαλίζει ψυχικά. Ἀντίθετα, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μπέκ (πρβλ Hans-Georg Beck, Βυζαντινὸν ἐρωτικόν, σελ. 269), ὁ δυτικὸς ἥρωας ἀγωνίζεται νὰ πραγματοποιήσῃ προθέσεις διακινδυνεύοντας τὴν ζωή του. Δηλαδὴ ἡ θέλησί του ξεπερνᾷ τὸν θάνατο· ὁ ἴδιος στὴν ἐμπρόθετη αὐτοβεβαίωσί του τίθεται ὑπεράνω τῆς ζωῆς. Ἠθικὰ τὸ θάρρος ὑπερτερεῖ τῆς ἐπιβιώσεως. Ὁ βυζαντινός ἥρωας θέλει νὰ νικήσῃ χωρὶς νὰ πεθάνῃ, ὁπότε τὸ θαῦμα, ὡς ἄνωθεν παρέμβασι, λειτουργεῖ εἰς βάρος τόσο τῆς ψυχολογίας ὅσο καὶ τοῦ ῥεαλισμοῦ.

Καρφωμένα στὸ παρελθόν, ἡ βυζαντινὴ κοινωνία ὅπως καὶ τὸ ἐρωτικό της μυθιστόρημα κράτησαν τὶς ψυχὲς καὶ τοὺς χαρακτῆρες ἀνεξέλικτους, ἀρκούμενα σὲ σχηματισμένους ἀνθρώπους καὶ σὲ εὐθύγραμμους ἔρωτες χωρὶς ἐνοχές, μετάνοιες, πλάνες, συγχύσεις, δράματα. Ὅταν θέλῃς μόνο ἁγίους κυνηγᾷς μιὰ τελειότητα ἀμετάστατη καὶ ὅταν θέλῃς νὰ κατανικήσῃς τὸ ἐρωτικὸ παλεύεις ἐναντίον τῆς πραγματικότητος.

Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὡρίμανσι ἀποτυπώνεται χαρακτηριστικὰ στοὺς ἀνεξέλικτους χαρακτῆρες τῶν βυζαντινῶν μυθιστορημάτων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἑσπέριο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ὑποκειμενικότητα, ποὺ πάει –τὸ εἴδαμε– μὲ νίκη ἐπάνω στὸν θάνατο καὶ ἀποδοχὴ τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους τὸ ὁποῖο κοιτάζει μπροστά, ἐνῷ ἡ νοσταλγία ἔχει τὴν ἐπιθυμία της πίσω. Ἐξηγεῖται συνεπῶς γιατί στὴν ἀνατολικὴ ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία δὲν ἔγινε κανένα ἀξιοσημείωτο βῆμα πέρα τῆς «φυσικῆς» πνευματικότητος ποὺ ἔφερε μαζί της ἡ κλασική κληρονομιὰ καὶ ποὺ ἡ θρησκεία ἐνδιαφερόταν νὰ «ἐξανθρωπίζῃ» μὲ κατ' ἐξοχὴν μέσο τὸ μυστηριακό τελετουργικό, διότι ἀντιστάθμισμα στὴν ἀκινησία τῆς προσευχῆς ἦταν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ὁ κύκλος τῆς λατρείας. Αὐτὸς δίνει πάντοτε κῦρος συμβόλου στὸν μῦθο, αὐτὸς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἁγιότητος τὴν ψυχολογία καὶ τὴν ἐσωτερικότητα, γιὰ νὰ τὶς ἀντικαταστήσῃ μὲ ἀποπετρωμένα στερεότυπα, ἀσάλευτες τελειότητες ποὺ ματαιώνουν κάθε ἔγνοια γιὰ κίνησι πρὸς τὸ ἀλλιῶς.

(Συνεχίζεται)

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Σταυρώνοντας τη θάλασσα (5)

  Συνέχεια από: Σάββατο 29 Αυγούστου 2026


Codex Skylitzes Matritensis / Bibliοteca Nacional de Madrid, Vitr. 26-2, Bild-Nr. 77, f 34 v. b.
Βυζαντινοί πυρπολούν με το υγρόν πυρ πλοίο του σφετεριστή του βυζαντινού θρόνου, Θωμά του Σλάβου ή Σκλαβηνού. Έργο αγνώστου που εικονογραφεί τις σελίδες του χειρόγραφου Σκυλίτζη, έργου του 12ου αιώνα. Σε αντίθεση με τη ρωσική και την κινεζική αυτοκρατορία, η βυζαντινή υπήρξε εξ αρχής ισχυρή ναυτική δύναμη βασίζοντας την ευημερία της σε αυτή.

V. Η θάλασσα εντός μας: Σκέψεις για μια ανθρωποκεντρική θεώρηση της ελληνικής ταυτότητας

Η Ελλάδα των ονείρων διαβάστηκε εδώ ως μια βεμπεριανή ανάλυση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας, βάσει των χριστιανορθόδοξων ριζών της, και την ιδιαιτερότητα της ορθολογικότητας στον βυζαντινό πολιτισμό, που αποβλέπει στην απάντηση του ερωτήματος γιατί το πρόταγμα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας παρέμεινε ημιτελές στην Ελλάδα. Ο Ράμφος υποστηρίζει ότι υφίσταται μια στενή σχέση μεταξύ της χριστιανικής εσχατολογικής θεώρησης του χρόνου και του ανολοκλήρωτου εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους. Αυτή η σχέση είχε συνέπεια τη δημιουργία του ανθρωπότυπου του Νεοέλληνα που, πάσχοντας από ένα έλλειμμα ιστορικής συνείδησης, τελεί υπό την κυριαρχία του θυμικού αδυνατώντας να ωριμάσει πολιτικά. Για τον Ράμφο, η Ορθοδοξία συνέβαλλε στην διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μοιρολατρικού με κεντρικά γνωρίσματα την παθητικότητα λόγω ενός εγκλωβισμού στο παρελθόν, λειτουργώντας ως πρόσκομμα στην ανάπτυξη μιας κοσμικής ηθικής, αναγκαίας τόσο για τη δημιουργία κριτικών αλλά κυρίως υπεύθυνων πολιτών, όσο επίσης για την εύρυθμη λειτουργία μιας αξιοκρατικής και δημοκρατικής πολιτείας.

Ωστόσο, στο πρακτικό επίπεδο, η ευφάνταστη και οξυδερκής ανάλυση στο magnum opus του Ράμφου δεν απολήγει σ’ ένα πολιτικό πρόταγμα. Πώς θα επιτευχθεί η ρήξη με τα «τυποτελεστικά πρότυπα» του Βυζαντίου και ποια είναι τα κριτικά στοιχεία του βάσει των οποίων αυτή θα επιτευχθεί; Ως γνωστόν, το Βυζάντιο δεν έχει χειραφετητική παράδοση στην οποία ο Ράμφος μπορεί να στραφεί, έτσι ώστε να τίθεται το ερώτημα από πού εμπνέεται και, εν τέλει, πού ανήκει το κριτικό εγχείρημά του. Είναι ασαφές αν ο Ράμφος αποβλέπει στην ανανέωση της χριστιανορθόδοξης παράδοσης ως προτάγματος εξορθολογισμού της, ευελπιστώντας ότι αυτό θα έχει αντίστοιχες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες με εκείνες της Μεταρρύθμισης τον 16ο αιώνα στην Δύση. Αντίστοιχα σιωπηλός παραμένει ως προς τον φορέα της αλλαγής. Πρόκειται για προοδευτικές δυνάμεις εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έναν πολιτικό χώρο ή την κοινωνία των πολιτών που θα επωμιστούν το πρόταγμα ρήξης με τα βυζαντινά πρότυπα;

Στο θεωρητικό επίπεδο, η ανάδειξη από τον Ράμφο της λειτουργίας των χριστιανορθόδοξων κοινωνικών φαντασιακών σημασιών και των επιπτώσεών τους στο ελληνικό κράτος, όπως επίσης στην εθνική ταυτότητα, είναι πρωτότυπη και σημαντική. Αλλά υπήρξε όντως τόσο καθοριστική ώστε να συνιστά, όπως ισχυρίζεται, την καρδιά του ελληνικού ζητήματος; Στη σύγχρονη ιστορία ποιοι πολιτικοί, διανοούμενοι ή ποιητές υπήρξαν ευσεβείς χριστιανορθόδοξοι ή αυτοπροσδιοριζόταν δημόσια ως τέτοιοι; Συγκριτικά με τη Γαλλία όπου, παρά την ιστορική κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, ένα σημαντικό μέρος της διανόησης, όπως επίσης οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, αυτοκαθορίζονταν με βάση την καθολική πίστη στηρίζοντας την ηθική και τη δημόσια παρουσία τους σε αυτή, στην Ελλάδα η ελληνορθοδοξία δεν βρήκε πολιτική έκφραση ούτε κατείχε ιστορικά ισχυρή παρουσία στο χώρο της διανόησης. Στον Βενιζέλο, μεταφραστή του Θουκυδίδη, στους επίσης φιλελεύθερους και ευρωπαϊστές Κανελλόπουλο και Τσάτσο, αλλά επίσης στον Καραμανλή, στον Παπανδρέου και στον Σημίτη η ορθόδοξη πίστη δεν μοιάζει ν’ αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της αυτοκατανόησης και της πολιτικής τους πράξης. Τουναντίον, εμπνέονταν πρωτίστως από την αρχαία Ελλάδα, όπως στο χώρο της διανόησης έκαναν οι Συκουτρής, Θεοδωρακόπουλος, Ζολώτας, Καστοριάδης, Αξελός, Παπαϊωάννου και Κονδύλης. Γενικότερα, στο χώρο του πολιτισμού, από την αρχιτεκτονική των Πικιώνη, Δοξιάδη και Κωνσταντινίδη μέχρι το θέατρο των Μινωτή και Κουν, την ποίηση από τον Καβάφη στον Σικελιανό, στην ηλιακή μεταφυσική του Ελύτη μέχρι την Τέταρτη Διάσταση του Ρίτσου, η πηγή έμπνευσης είναι πρωτίστως η αρχαιότητα, όπως και στη συζήτηση για την ελληνικότητα που εγκαινίασε η «γενιά του '30».

Ασφαλώς ο Παπαϊωάννου στοχάστηκε επί της βυζαντινής τέχνης, ο Ελύτης έγραψε το Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο Σεφέρης μετέφρασε το Ταξίδι στο Βυζάντιο του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, στην κινηματογραφία του Αγγελόπουλου όπως και στη ζωγραφική του Μποκόρου διακρίνονται βυζαντινά στοιχεία, αλλά αυτά δεν χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου τους ούτε αποτελούν τον πυρήνα του. Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει ρίζες στη βυζαντινή μουσική, αλλά την υπερβαίνει ως νέα κοινωνικοϊστορική δημιουργία, όπως και το δημοτικό τραγούδι που αντλεί συγχρόνως από την αρχαία ελληνική μουσική (φερ’ ειπείν, τα ηπειρώτικα πολυφωνικά χρησιμοποιούν πεντατονικές κλίμακες). Η επιρροή της βυζαντινής μουσικής ανιχνεύεται επίσης στο έργο του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, δίχως όμως να τα ταξινομούμε γι’ αυτόν το λόγο στην παράδοσή της. Αν λοιπόν οι χριστιανορθόδοξες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες δεν κυριάρχησαν στην πολιτική, όπως αποδεικνύεται από την επιλογή εισόδου της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση –οι ενστάσεις προς αυτές διατυπώθηκαν από την Αριστερά–, αλλά ούτε στην πνευματική ζωή, τότε, εφόσον διαμόρφωσαν τελικά μέχρι ενός σημείου την ελληνική ταυτότητα ως ελληνορθόδοξη, αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι καθόρισαν τον βίο ενός μέρους των λαϊκών στρωμάτων. Αλλά γιατί δεν καθόρισαν εξίσου τη διανόηση και την πολιτική έτσι ώστε να επικρατήσουν, όπως για παράδειγμα συνέβη στη Ρωσία;

Κληρονόμος του Βυζαντίου, η Ρωσία ανέπτυξε επίσης μια εθνική ταυτότητα στη βάση της χριστιανορθόδοξης εσχατολογικής θεώρησης, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της, όπως η Ελλάδα, σ’ ένα ένδοξο παρελθόν, και τη δυσκολία εκσυγχρονισμού της. Το μεσσιανικό στοιχείο διατηρήθηκε σε κοσμική μορφή στο κομμουνιστικό πρόταγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, οδηγώντας στον ολοκληρωτισμό. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος που δημιούργησε εθνικό τραύμα το οποίο γέννησε ένα αίσθημα ταπείνωσης και μειονεξίας ως προς τη Δύση, η νέα ρωσική ταυτότητα καθορίζεται ξανά με βάση την Ορθοδοξία ως πρόταγμα αναστήλωσης της ένδοξης αυτοκρατορίας. Η θρησκεία επιτελεί πλέον μια ιδεολογική λειτουργία νομιμοποίησης του ανελεύθερου καθεστώτος με τους κυβερνώντες να προβάλλουν την ευσέβειά τους προς άγρα ψήφων. Συγχρόνως, το ζήτημα της σχέσης με τη Δύση, και ειδικότερα την Ευρώπη, εξακολουθεί να διχάζει τη ρωσική διανόηση από την εποχή των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι και Γκόγκολ. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, στη Ρωσία οι χριστιανορθόδοξες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες καθόρισαν την πολιτική και την πνευματική ζωή της, αλλά επίσης τον ρωσικό χαρακτήρα που διακρίνεται από μια εσωτερικότητα. Αντιθέτως, ο Έλληνας είναι εξωστρεφής, εύθυμος, ρέπει στο σκώμμα και χαρακτηρίζεται από ανεμελιά. Πώς εξηγείται το έλλειμμα εσωτερικότητας και πνευματικότητας που διακρίνει τον Έλληνα συγκριτικά με τον Ρώσο, παρά την κοινή πίστη και την επίδραση του Βυζαντίου; Γιατί, παρά την κοινή πολιτισμική κληρονομιά, ακόμη και ο έλληνας αριστερός μάθαινε αγγλικά αντί για ρωσικά και προτιμούσε ν’ ακούσει Μπομπ Ντύλαν αντί για Βισότσκι; Γιατί επικράτησαν τελικά στη Ρωσία οι χριστιανορθόδοξες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες έτσι ώστε ο εγκλωβισμός του παρόντος στο παρελθόν να γίνει ισχυρότερος απ’ ό,τι στην Ελλάδα;

Ο εγκλωβισμός στο παρελθόν ως προτάγματος αποκατάστασης του μεγαλείου, με συνέπεια μια εξασθενημένη ιστορική συνείδηση και τη δυσκολία εκσυγχρονισμού, δεν αποτελεί πάντα προϊόν μιας μεσσιανικής εσχατολογικής θεώρησης ούτε χαρακτηρίζει μόνο χριστιανορθόδοξες χώρες όπως η Ελλάδα και η Ρωσία. Η κινεζική αντίληψη του χρόνου υπήρξε εξίσου στατική αποξηραίνοντας το παρόν, που κι εδώ βιώνεται ως ελπίδα επιστροφής του ενδόξου αυτοκρατορικού παρελθόντος με συνέπεια μια ατροφική ατομικότητα. Πηγάζει από τη θεώρηση της Κίνας ως ουράνιας αυτοκρατορίας με πεπρωμένο και ιστορική αποστολή την εγγύηση της αρμονίας του κόσμου μέσω της ειρηνικής εξουσίας της. Σύμφωνα με αυτή, η παρακμή και η πτώση της αρχαίας αυτοκρατορίας οφείλονται σε βαρβαρικές δυνάμεις ανίκανες να κατανοήσουν τη μοναδικότητα και το μεγαλείο του κινεζικού πολιτισμού. Αυτή η θεώρηση, ιδίως κατά τον αιώνα της ταπείνωσης με έναρξη το εθνικό τραύμα που άφησαν οι πόλεμοι του οπίου το 1839, μέχρι την επανάσταση του 1949, ανέστειλε τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και διαμόρφωσε την κινεζική ταυτότητα στη βάση ενός εθνικού τραύματος.[2] Μετά την επανάσταση των ερυθροφρουρών, ιδίως την περίοδο της Πολιτιστικής Επανάστασης, επιχειρήθηκε η διαγραφή του παρελθόντος και η, όπως στη Ρωσία, αντικατάστασή του από τη μελλοντική πραγμάτωση της κομμουνιστικής ουτοπίας. Ωστόσο, σταδιακά, μετά τη μεταρρύθμιση του Τενγκ Σιαοπίνγκ, και ιδίως μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Σι Τζινπίνγκ, η κινεζική ταυτότητα καθορίζεται ξανά ως πρόταγμα αναστήλωσης της ένδοξης αυτοκρατορίας.[3]

Μπορούμε τώρα να επιχειρήσουμε ν’ απαντήσουμε τα παραπάνω ερωτήματα για τον μερικό μόνο εγκλωβισμό της Ελλάδας στο παρελθόν ως αποτέλεσμα της μη επικράτησης της εσχατολογικής χριστιανορθόδοξης θεώρησης συγκριτικά με τη Ρωσία. Η ειδοποιός διαφορά της Ελλάδας με τη Ρωσία, αλλά και με την Κίνα που ενδιαφέρει εδώ, είναι η επίδραση του ναυτικού στην ιστορία και στην εθνική ταυτότητά τους.[4] Η Κίνα διέθετε τον ισχυρότερο στόλο στον πλανήτη τον 15ο αιώνα με 3.500 πλοία, μερικά εξ αυτών μήκους 120 μέτρων και με πλήρωμα γύρω στα 1.500 άτομα, ο οποίος, με ναύαρχο τον Ζενγκ Χε, έφτασε μέχρι την Αφρική. Όμως ο αυτοκράτορας, το 1430, αποφάσισε να διαλύσει το στόλο, να καταστρέψει τους θαλάσσιους χάρτες και τα ημερολόγια καταστρώματος του ναυάρχου, έτσι ώστε το 1525 να μην έχει απομείνει τίποτε, σηματοδοτώντας την απομόνωση της Κίνας από τον κόσμο, την έναρξη της παρακμής της και τη μακραίωνη υστέρησή της ως προς τη Δύση. Δεν είναι τυχαίο ότι η επάνοδος της Κίνας στο παγκόσμιο στερέωμα ως υπερδύναμης συνοδεύεται από τη ραγδαία αύξηση της ναυτικής ισχύος της τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αντίστοιχα, οι δυο περίοδοι ισχύος της Ρωσίας αντιστοιχούν σε εκείνες όπου η ναυτική ισχύς της βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Μεγάλου Πέτρου ναυπηγείται ο βαλτικός στόλος (1700-1721) και αρχίζει ο εκσυγχρονισμός της Ρωσίας με ένα άνοιγμα προς τη Δύση, που συνοδεύεται από την άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Πέτρου δεν ναυπηγούνται σε τέτοιο βαθμό πλοία και εγκαινιάζεται μια περίοδος εσωστρέφειας της Ρωσίας. Έναν αιώνα αργότερα, συντελείται μια επιστροφή στη θάλασσα. Στις αρχές του 19ου αιώνα το ρωσικό ναυτικό είναι το δεύτερο μεγαλύτερο παγκοσμίως, έπειτα από εκείνο της βρετανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα, η Ρωσία επαναπροσεγγίζει τη Δύση, εκσυγχρονίζεται περαιτέρω και ακμάζει σε όλους τους τομείς. Βρισκόμαστε στον χρυσό αιώνα της ρωσικής λογοτεχνίας, όπου το ερώτημα για τη ρωσική ταυτότητα βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Σε αντίθεση με τη ρωσική και την κινεζική αυτοκρατορία, η βυζαντινή υπήρξε εξ αρχής ισχυρή ναυτική δύναμη βασίζοντας την ευημερία της σε αυτή.[5] Ο βυζαντινός στόλος εξασφάλισε τη νίκη κατά των Βανδάλων το 468 μ.Χ., όπως επίσης κατά των Περσών και των Αβάρων το 626 μ.Χ., με το υγρό πυρ να συνιστά το υπερόπλο του. Ο βυζαντινός στόλος είναι επίσης ο λόγος για την επικράτηση έναντι των πανίσχυρων Αράβων στις δυο πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης (674-678 μ.Χ. και 717-718 μ.Χ.) Η παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας αρχίζει μετά τον 9ο μ.Χ. αιώνα, αφού πρώτα έχει σταδιακά κυριαρχήσει ο αραβικός στόλος στη Μεσόγειο, παρά την ανάκτηση της Κρήτης επί Νικηφόρου Φωκά το 961 μ.Χ. και την απόπειρα επανελέγχου των θαλασσών από τους Βυζαντινούς. Την αρχή του τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας σηματοδοτεί η παραχώρηση, το 992 μ.Χ., σημαντικών ναυτικών προνομίων στους Βενετούς από τον Βασίλειο Β’. Στην περίπτωση της Ρωσίας και της Κίνας, οι κυρίαρχες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες οι οποίες εγκλώβιζαν το παρόν στο παρελθόν, στο πλαίσιο μιας θεώρησης του χρόνου που προέκρινε την μίμηση, την επανάληψη και το τελετουργικό έναντι της δημιουργίας και του νέου, αμφισβητήθηκαν μεν από μια θεώρηση του χρόνου ως ανάδυσης της ετερότητας λόγω της ναυσιπλοΐας, αλλά δεν κατέρρευσαν. Αντιθέτως, στην περίπτωση του Βυζαντίου, η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική θεώρηση του χρόνου συνυπήρξε για μεγάλο διάστημα με μια θεώρηση του χρόνου ως ανάδυσης της ετερότητας, λόγω της ναυσιπλοΐας. Ο κυριότερος λόγος για τη συνύπαρξη, άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο συγκρουσιακή, είναι ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία ιδρύθηκε γύρω από τη θάλασσα, περιέχοντας τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού ως, έστω ασθενές, αντίβαρο στις χριστιανικές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, οι οποίες ως εκ τούτου δεν επικράτησαν ποτέ ολοκληρωτικά.

Κοινωνίες που βασίζονται στην αγροτική παραγωγή όπως η Ρωσία και η Κίνα καθορίζονται από το χρόνο της γης, ενώ κοινωνίες που βασίζονται στο θαλάσσιο εμπόριο καθορίζονται από το χρόνο της θάλασσας. Ο χρόνος του γεωργού είναι κυκλικός, βασίζεται στην εναλλαγή των εποχών και χαρακτηρίζεται από την επανάληψη, τη μίμηση και το μόχθο, ενώ ο χρόνος του ναυτικού είναι ανοικτός, χαρακτηρίζεται από την ενδεχομενικότητα, τον κίνδυνο και τη συνάντηση με την ετερότητα. Λόγω του απρόβλεπτου της θάλασσας αναπτύσσεται μια ορθολογικότητα που συνεπάγεται την εφεύρεση νέων οργάνων ναυσιπλοΐας και γενικότερα εργαλείων, όπως επίσης μεθόδων εργασίας. Η θάλασσα δημιουργεί έναν ανθρωπότυπο με φαντασία, ευστροφία, προσαρμοστικότητα και περιέργεια για το καινούργιο. Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός της θάλασσας δίχως ιερό βιβλίο, αλήθεια εξ αποκαλύψεως και ελπίδα για ένα επέκεινα. Για τους Έλληνες, ο κόσμος δεν διαθέτει εγγενές νόημα, αλλά κυβερνάται από την τύχη και την ανάγκη στην οποία υποτάσσονται ακόμη και οι θεοί. Η ελληνική συνείδηση είναι τραγική. Παρά την επικράτηση του χριστιανισμού, οι παραπάνω κοινωνικές φαντασιακές σημασίες λόγω και της θάλασσας δεν αφανίστηκαν, αλλά επιβίωσαν στο Βυζάντιο ως σπέρμα, καθορίζοντας μετά την Επανάσταση του 1821 την εθνική ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο η Ελλάδα δεν εγκλωβίστηκε ποτέ πλήρως στο παρελθόν ως συνέπεια της χριστιανορθόδοξης εσχατολογικής θεώρησης. Από τη συνεισφορά του πολεμικού ναυτικού στον αγώνα της ανεξαρτησίας μέχρι τον ελληνόκτητο στόλο που αποτελεί το 54,3% του ευρωπαϊκού και το 19,7% του παγκόσμιου, η Ελλάδα εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να είναι ένας πολιτισμός της θάλασσας.[6]

Ίσως λοιπόν η αυτοκατανόησή μας ως Ελλήνων να εμπλουτιζόταν αν διερευνούσαμε την εθνική ταυτότητα με βάση τις αρχαιοελληνικές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες οι οποίες παραμένουν ζωντανές εντός μας. Η φιλοτιμία, η φιλοξενία, η αριστεία, η άμιλλα, η ύβρις και η φρόνηση μπορούν ν’ αποτελέσουν, μαζί με την πρόκριση του ανθρώπου ως μέτρου των πραγμάτων, της αιδούς έναντι της ντροπής, της αρετής έναντι της αμαρτίας και του έρωτα έναντι της αγάπης, συστατικά ενός ανθρωπιστικού ελληνισμού. Μια επανερμηνεία των παραπάνω κοινωνικών φαντασιακών σημασιών της αρχαιοελληνικής κοσμοθεώρησης στην εικονιστική συνθήκη δεν θα ήταν επωφελής μόνο για την εθνική αυτοκατανόηση, αλλά θα συνέβαλλε επίσης στη διαμόρφωση τόσο μιας ελληνικής όσο και μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας με τραγική συνείδηση. Αν στην Ελλάδα είναι εμφανές το επιζήμιο της εσχατολογικής αντίληψης του χρόνου στην ιστορική συνείδηση και στον εγκλωβισμό του παρόντος στο παρελθόν, τότε η υπόλοιπη ευρωπαϊκή και συνολικά η δυτική νεωτερικότητα πάσχει από το αντίθετο πρόβλημα. Το παρόν εγκλωβίζεται εδώ από το μέλλον, καθώς η χριστιανική εσχατολογική αντίληψη του χρόνου εκκοσμικεύτηκε σε ιδεολογία της αέναης ανάπτυξης και την κυριαρχία μιας εργαλειακής ορθολογικότητας, με συνέπειες την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, αλλά επίσης την αυτονόμηση της τεχνοεπιστήμης. Ειδικότερα, με την ανάδυση της τεχνητής νοημοσύνης και τη βαθμιαία εκχώρηση περισσοτέρων δραστηριοτήτων σε αλγόριθμους, όπως ακόμη με τις διαφαινόμενες δυνατότητες για την αναβάθμιση του ανθρώπου, το ζήτημα του αυτοπεριορισμού και του τι συνιστά την ανθρωπινότητά μας βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών και ηθικών επιλογών σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, μια τραγική συνείδηση ως προϋπόθεση αυτοπεριορισμού με γνώμονα την εύρεση του μέτρου εμπνευσμένη από την αρχαιοελληνική κοσμοαντίληψη συνιστά θεμελιώδες συστατικό ενός ψηφιακού ανθρωπισμού.[7] Έτσι, το ερώτημα των σύγχρονων Ελλήνων τι σημαίνει να είσαι Έλληνας εκβάλλει στο ερώτημα των αρχαίων τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Σταυρώνοντας τη θάλασσα

ΠΟΛΥ ΑΔΥΝΑΜΗ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗΣ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΕΩΣ. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΝΟΣ ΕΓΩ ΣΑΝ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΛΕΓΧΕΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ.

Σε ένα χωρίο του Πλατωνικού Σοφιστή -διάσημο διότι χρησιμοποιήθηκε και σάν επιγραφή του έργου του Χάϊντεγκερ, Είναι και χρόνος- ο ξένος της Ελέας, βεβαιώνει : «Είναι ξεκάθαρο πάντως πώς εσείς απο πολύ καιρό είστε εξοικειωμένοι μ’αυτό που εννοείτε όταν χρησιμοποιείτε την έκφραση «ουσιώδες» (Το όν). Και εμείς πιστεύουμε να την κατανοήσουμε μία μέρα, αλλά για την ώρα είμαστε χαμένοι στην αβεβαιότητα». (...δήλον γάρ ώς υμείς μέν ταύτα (τί ποτε βούλεσθε σημαίνειν οπόταν όν φθέγγησθε) πάλαι γιγνώσκετε, ημείς δέ πρό του μέν ωόμεθα, νύν δ’ηπορήκαμεν...). Εάν στην θέση του Ελληνικού όν, θέσουμε το ΕΓΩ —μία αντικατάσταση με πολύ μεγάλη εσωτερική σημασία και ιστορική σπουδαιότητα, διότι η ίδια η σκέψη την πραγματοποίησε ξεκινώντας απο τον Καρτέσιο, δεδομένου ότι σ’αυτόν πρώτα, το υποκείμενο σαν υπόστρωμα, ανυψώνεται σε ΕΓΩ— αυτή η φράση εκφράζει παραδειγματικά την ψυχική μας στάση απέναντι στο ΕΓΩ και σε κάθε άλλη κορυφαία έννοια.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

π. Νικόλαος Λουδοβίκος – Ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μένα;

                                
π. Νικόλαος Λουδοβίκος – Ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μένα;

https://www.youtube.com/watch?v=ySTnfXjWQBU


Ο Ντήτριχ Μπονόφερ: ο κόσμος ωρίμασε, ενηλικιώθηκε.

Εκπλήσσει η αποδοχή εκ μέρους του Μπονόφερ εκείνης της μορφής της ανθρώπινης υπάρξεως την οποία καταδεικνύει με τους όρους ενηλικίωση και γήινο, εθνικό. Κάτω από αυτήν την άποψη οι σκέψεις του βρίσκονται σε καθαρή αντίθεση με την τάση της «από-κοσμικεύσεως» των χρόνων του 30. Κάτω από αυτήν την άποψη εγκαταλείπει όλα όσα ο οικουμενικός στοχασμός είχε κατακτήσει αξιολογώντας θετικά την εκκοσμικευμένη κοινωνία. Αυτή η αποδοχή είναι εντελώς καινούρια, διότι δεν είναι μια δύσκολη παραχώρηση ή πολύ εύκολη, χωρίς να προηγηθεί ο υπολογισμός όλων των τάσεων. Δεν είναι ούτε συνέχεια μιας ιστορικιστικής αξιολογήσεως, όπως την συναντήσαμε στον Troeltsch, αλλά είναι βασικό μέρος εκείνης της αλλαγής πορείας της θεολογίας, ενός νέου οράματος της πραγματικότητος , το οποίο δεν αρνείται ούτε για ένα λεπτό τον Χριστοκεντρικό του χαρακτήρα: «Αυτό που με κινεί ακατάπαυστα είναι το ερώτημα… ποιος ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΣ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;» ! [πρόκειται για την ουσιαστική σωτηρία της εκκοσμικεύσεως.] Και εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στους στοχασμούς του, γράφει: « Η ώριμη κατάσταση του κόσμου δεν είναι πλέον αιτία πολέμου ή απολογητικής, αλλά σήμερα κατανοείται καλύτερα από ότι κατανοεί τον εαυτό του, ξεκινώντας δηλαδή από το Ευαγγέλιο, από τον Χριστό»

Σας είχα πει το περιστατικό μιας μητέρας η οποία έχει βαριά άρρωστο το παιδί της. Πολύ βαριά άρρωστο. Και ήρθε σ’ εμένα και μου λέει: «Το παιδί μου πάσχει αδίκως». Ήταν μια ψυχοσωματική ασθένεια.

«Και πώς θα γίνει; Το παιδί αυτό δεν φταίει γι’ αυτό που έχει. Γιατί να υποφέρει;» Και το παιδί υπέφερε και συνέχιζε να υποφέρει. Και κάποια στιγμή λέει: «Δεν θα επέμβει ο Θεός σ’ αυτό; Προσεύχομαι».

Της λέω: «Θα επέμβει ο Θεός σ’ αυτό. Θα επέμβει υπό έναν όρο: εάν έρθεις μπροστά Του και Του πεις: “Θεέ μου, αυτό το παιδί, που μου το έδωσες Εσύ και εγώ το θεωρώ δικό Σου, Σου το χαρίζω εξ ολοκλήρου· μόνο κάνε το καλά”».

Και αμέσως πάγωσε αυτή η μητέρα. Λέει: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό».

Φοβήθηκε το θέλημα του Θεού. Δεν σημαίνει ότι θα γίνει καλά και γερό — γι’ αυτό μην το νομίζεις. Μπορεί να γίνει, βέβαια, οτιδήποτε· μπορεί να γίνει και Απόστολος, μπορεί να γίνει ό,τι θέλει.

Δώσε το παιδί στον Θεό, σ’ Αυτόν που σου το έδωσε. Δώσε το παιδί στον Θεό· το παιδί αυτό θα γίνει καλά. Δεν μπόρεσε να το κάνει.

Και το παιδί είναι άρρωστο, αλλά και αυτή, με έναν τρόπο, νοσεί, διότι δεν κατάλαβε ότι το θέλημα του Θεού είναι άγιο. Το θέλημα του Θεού είναι αυτό που θέλω εγώ στο βάθος μου και δεν το ήξερα. Αυτό είναι το πιο μεγαλειώδες.

Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους του Θεού: «Βίασε ποτέ ο Θεός το θέλημά σου;», θα σου πουν: «Όχι. Ο Θεός έκανε αυτό που βαθύτερα ήθελα, αλλά δεν το ήξερα». Και αυτό ακριβώς είναι το μεγαλείο: ότι σου αποκαλύπτει τη δική σου ευτυχία, όχι τη δική Του ευτυχία. Δεν έχει ο Θεός ανάγκη να είναι ευτυχισμένος εις βάρος μου.

Δεν είναι φθονερός ο Θεός. Προσέξτε, γιατί ο κόσμος νομίζει ότι είναι φθονερός ο Θεός. Δυστυχώς, φταίμε κι εμείς οι παπάδες γι’ αυτό.

Ανεβαίνουμε στον άμβωνα και λέμε: «Πρέπει, πρέπει, πρέπει· πρέπει να κάνεις εκείνο και πρέπει…». Και ο καημένος από κάτω αναρωτιέται: «Όμως, γιατί πρέπει, ρε παιδάκι μου; Αφήστε με στην ησυχία μου! Όλοι μου λένε και μου ζητάνε. Εγώ δεν μπορώ άλλο να ακούω. Αλλά κάποιος που να με αγαπάει υπάρχει εδώ μέσα;». Ε, λοιπόν, αυτός είναι ο Θεός.

Ο Θεός είναι Αυτός που σε αγαπάει και δεν λέει «πρέπει». Γι’ αυτό και στους δικούς μου μαθητές λέω πάντοτε —στους παπάδες που έχουν περάσει από τα χέρια μου, εκατοντάδες—: «Μη λέτε τη λέξη “πρέπει”».

Δεν υπάρχει η λέξη «πρέπει». Στον έρωτα δεν υπάρχει «πρέπει». Όταν πάτε σ’ έναν ερωτευμένο και του πείτε: «Πρέπει να φέρεσαι καλά», ξέρω εγώ, θα σου πει: «Τι εννοείτε, ευλογημένε; Αυτό είναι η ζωή μου! Καλά θα φέρομαι και, αν τυχόν κάνω κανένα λάθος, στα πόδια της θα πέσω».

Όσο είναι ερωτευμένος, τουλάχιστον, γιατί μετά, άμα αλλάξει αυτό, θα πέφτει αυτή στα πόδια του. Ο Θεός, όμως, δεν αλλάζει. Δεν αλλάζει ο Θεός τις διαθέσεις Του.

Είναι το πιο συγκλονιστικό από όλα τα πράγματα. Είμαι ένα χαμένο κορμί και γυρίζω στον Θεό, και με περιμένει. Και αφού πέσω μπροστά Του αληθινά, ξαφνικά ανοίγει μια αγκαλιά.

«Μα εγώ δεν αξίζω την αγκαλιά αυτή», όπως ο άσωτος. «Θέλω να φύγω. Τι γίνεται εδώ πέρα; Εγώ ζήτησα να με βάλεις, να με κάνεις δούλο, και Εσύ μου βγάζεις δακτυλίδια και στολές και θυσιάζεις βόδια! Δεν είμαι έτοιμος γι’ αυτό. Δεν είμαι έτοιμος!».

Αυτή είναι η αγάπη που συντρίβει τον άνθρωπο. Αυτή την αγάπη είδαν οι Άγιοι και γι’ αυτό αγίασαν. Δεν αγιάζει κανείς με το «πρέπει», ποτέ. Κανέναν δεν γνώρισα εγώ που να έγινε άγιος με το «πρέπει».

Με το «πρέπει», το πολύ πολύ να νιώσει κανείς ενοχές, να πάει τελικά στον ψυχίατρο και να πάρει κανένα φάρμακο από την πολλή ενοχή που θα νιώσει. Καταλάβατε;

Και τα παιδιά θέλουν προσοχή. Μη λέτε στα παιδιά πολύ το «πρέπει». Θα πεις και το «πρέπει», βέβαια, όταν είναι μικρό ειδικά. Δεν θα το αφήσεις να παίξει με τη φωτιά. Αλλά το σημαντικό είναι η διδασκαλία να γίνεται με το δικό μας άνοιγμα της καρδιάς μας στον Θεό. Και να αφήνουμε και μια μικρή χαραμάδα, για να βλέπει το παιδί.

Γιατί, κοίτα να δεις: «Εγώ Εκείνον αγαπώ. Αυτό θέλω. Αυτό θέλω εγώ. Αυτό με τρέφει εμένα. Εμένα αυτό με έχει, κατά κάποιον τρόπο, απορροφήσει· με έχει συνεπάρει».

Αν δει αυτό το πράγμα το παιδί, παιδαγωγείται, νομίζω, καλύτερα από το να λέμε: «Κοίταξε να δεις, θα κάνεις εκείνο, θα κάνεις το άλλο. Θα κάνεις εκείνο, θα κάνεις το άλλο».

Ήμουν προχθές σε μια εκκλησία και ένας παπάς —γιατί κι εμείς οι παπάδες τα κάνουμε αυτά— είχε το παιδί, τον γιο του, και τον κατεύθυνε έτσι, με τα χέρια του. Δεν καταλάβαινε το καημένο. Λοιπόν, όταν το καημένο πήγαινε δεξιά και αριστερά… Βρε, άφησέ το να πάει!

Αυτό το παιδί, όταν μεγαλώσει λίγο, θα πει: «Δεν θέλω να σηκώνομαι και να κάθομαι. Όχι, θα μου κάνεις εσύ νόημα;». Και κάποια στιγμή θα πει: «Δεν σηκώνομαι και δεν κάθομαι πλέον. Και, για να μη μου κάνεις και αυτό, δεν πηγαίνω ούτε στην εκκλησία». Και μετά: «Δεν κάνω κι αυτό και δεν κάνω και το άλλο». Και στο τέλος πάει το παιδί.

Γιατί ο άνθρωπος έχει πρόβλημα με την ελευθερία; Διότι η εικόνα του Θεού επάνω του είναι, όπως λένε οι Πατέρες, η ελευθερία, το αυτεξούσιο. Εάν του ταλαιπωρείς την ελευθερία, έχασες τον άνθρωπο. Προσέξτε τι σας λέω.

Μπορεί το παιδί να κάνει παλαβομάρες, αλλά, εάν δεν έχει τραυματιστεί η ελευθερία του, θα βρει τον δρόμο του. Εάν του τραυματίσεις την ελευθερία, δεν θα μπορέσει αυτό το παιδί εύκολα να σταθεί στα πόδια του.

Το βλέπουμε αυτό στα περιβάλλοντα όπου ζούμε. Το βλέπω στους φοιτητές, στα παιδιά που έχουν τέτοια αγωγή. Και βλέπεις μερικά παιδιά που είναι ελευθερωμένα, γιατί βρήκαν τον Θεό μόνα τους.

Βοήθησαν και άλλοι: γονείς, παππούδες, γιαγιάδες. Ξέρετε, μια γιαγιά που στέκεται μπροστά στο εικονοστάσι χωρίς να λέει τίποτε και προσεύχεται, και είναι μόνο μια αγκαλιά και καμία κρίση, είναι πολύ μεγαλύτερη θεολογία.

Μεγαλύτερη από τον μπαμπά και τη μαμά που τρέχουν συνέχεια και λένε: «Κοίταξε, πρόσεξε! Θα με διαψεύσεις και θα πουν για μένα». Δεν το λες, αλλά το εννοείς: «Κοίταξε να με βγάλεις ασπροπρόσωπο».

«Γιατί, εσύ δεν μπορείς να βγάλεις το πρόσωπό σου άσπρο; Να το κάνω εγώ; Γιατί να αναλάβω εγώ, δηλαδή; Γιατί να αναλάβω να εκπληρώσω τα όνειρα του πατέρα;», λέει το παιδί. Και έχει κάπου δίκιο, ιδίως όταν ο πατέρας δεν είναι και τόσο ειλικρινής σε αυτά που λέει και σε αυτά που κάνει.

Εντάξει, όχι αδύναμος· ειλικρινής. Έχει διαφορά. Ειλικρινής είναι αυτός που δεν παραδέχεται ότι είναι αδύναμος… Ψεύτης! Συγγνώμη. Ψεύτης είναι αυτός που δεν παραδέχεται ότι είναι αδύναμος.

Άλλο πράγμα να έχω ένα ιδεώδες και, από αδυναμία, κάποια στιγμή να γονατίζω και να μην μπορώ να το εκπληρώσω. Αυτό το καταλαβαίνει και το παιδί και ο Θεός και όλοι. Το κακό είναι να λέω ότι έχω το ιδεώδες, αλλά να μην το έχω μέσα μου· να έχω ένα άλλο, δικό μου ιδεώδες, το οποίο ακολουθώ παραλλήλως, και να καλύπτω το δεύτερο με το πρώτο.

Καταλάβατε; Το καλύπτω. Το καλύπτω.

Καλύπτω διάφορα πάθη και διάφορες αποφάσεις που έχω λάβει μέσα μου, αλλά απ’ έξω είναι ο Χριστός και η Παναγία. Σαν να έχει κάποιος πορνείο και απ’ έξω να βάζει τους Αγίους, για να νομίζουν ότι μέσα είναι εκκλησία. Αλλά από μέσα είναι πορνείο.

Αυτό είναι το φοβερό. Αυτό είναι το μεγάλο πράγμα, το οποίο δεν συγχωρούν ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι. Είναι η υποκρισία.

Γι’ αυτό βλέπετε ότι ο Χριστός, όταν μίλησε έντονα εναντίον κάποιων, δεν είπε ποτέ κανένα «ουαί» στις πόρνες και στους τελώνες. Δεν τους είπε ποτέ: «Φύγετε παραπέρα». Είπε: «Ελάτε εσείς. Ελάτε όλοι εσείς εδώ· οι κακόμοιροι, οι δυστυχισμένοι, όλοι οι αμαρτωλοί, ελάτε σ’ Εμένα, γιατί ξέρω ότι γνωρίζετε πως είστε αμαρτωλοί, και αυτό Εμένα μου αρκεί».

Το «ουαί» το είπε μόνο στους υποκριτές: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί». Όχι γιατί είναι γραμματείς και Φαρισαίοι, αλλά γιατί είναι υποκριτές. Καταλάβατε;

Αυτό το πράγμα είναι το φοβερό. Κατά τα άλλα, ο Θεός σκεπάζει τον άνθρωπο. Και αυτό είναι το μεγαλείο. Τον σκεπάζει τόσο πολύ, ώστε οι Άγιοι, οι οποίοι είναι πιο ευαίσθητοι από εμάς, στο τέλος αισθάνονται καταχρεωμένοι. Καταχρεωμένοι στην αγάπη του Θεού. Και γι’ αυτήν μιλούν συνέχεια.

Αλλά, όπως ξέρουμε, λόγου χάριν από τον πατέρα Παΐσιο, δεν μιλούν πολύ. Παρόλο που μιλούν γι’ αυτήν, έχουν κρύψει τα μεγάλα, διότι θα μας έβλαπτε αν μαθαίναμε πόσο μας αγαπάει ο Θεός. Ακούτε τι λέει;

Θα μας έβλαπτε. Γι’ αυτό καλύτερα να μην το ξέρουμε. Αυτό είναι το ένα.

Και άλλο είναι να ανεβαίνεις επάνω, να φωνάζεις και να λες: «Θα σας κάψει ο Θεός, θα σας φτιάξει ο Θεός». Δεν σε καίει ο Θεός. Μόνος σου καίγεσαι.

Μόνος σου καίγεσαι. Ο Θεός παίρνει την απόφαση να κάνεις πόλεμο; Ο Θεός παίρνει την απόφαση να κλέψεις και να αφανίσεις τον άλλον; Ο Θεός πήρε αυτή την απόφαση; Εγώ την πήρα. Όταν, λοιπόν, εισπράττω μετά τα ίδια από τον άλλον, ο Θεός φταίει;

Δεν φταίει ο Θεός. Ο Θεός εφηύρε τα όπλα, τον όλεθρο, τα βασανιστήρια, τις φυλακές και τους θανάτους; Αυτός τα εφηύρε;

Τα είδατε πουθενά στα κείμενα αυτά να τα έχει εφεύρει και να λέει: «Κοιτάξτε, θα πάρετε ένα τέτοιο μακρύ σπαθί, θα βρείτε τον άλλον και θα τον διαπεράσετε από τη μια πλευρά ως την άλλη»; Πού τα είδατε αυτά; Εμείς τα φτιάξαμε αυτά.

Πώς, λοιπόν, έρχονται μερικοί άθεοι και λένε: «Ο Θεός φταίει για τον πόλεμο»; Μα ο Θεός κάνει τον πόλεμο; Έλεος πια! Έλεος πια!

Τα λέω αυτά για να υποστηρίξω ότι το θέλημα του Θεού είναι αυτό που εγώ θέλω στο βάθος μου και δεν το ξέρω.

Γιατί δεν το ξέρω; Επειδή είμαι βουλιαγμένος μέσα σε αυτό που είναι η σημερινή ζωή. Και μου λέει η ζωή: «Κοίταξε να δεις· θα πάρεις τέτοιο αυτοκίνητο, για να κάνεις τέτοια εντύπωση. Θα πάρεις τέτοια ρούχα, για να κάνεις τέτοια εντύπωση. Θα πάρεις τέτοιο άρωμα, για να τους ρίξεις όλους στον δρόμο νεκρούς. Θα κάνεις τόσα χρήματα, θα αποκτήσεις τόσα πράγματα».

«Πάρτε, πιείτε, φάτε, κάντε, δείξτε». Μας βομβαρδίζουν συνεχώς, συνεχώς, και μάλιστα από τη μικρότερη ηλικία. Και ο άνθρωπος, αν δεν έχει δίπλα του μια διδασκαλία, έναν άνθρωπο, δεν μπορεί να αντισταθεί.

Και γινόμαστε όλοι αυτό που θέλει το σύγχρονο lifestyle, για να το πούμε έτσι. Και άντε μετά να βρεις τι θέλεις.

Ποιος ξέρει τι θέλει; Ξεκινάμε στα κουτουρού και λέμε: «Μου ταιριάζει αυτό; Μου ταιριάζει εκείνο; Να τον πάρω αυτόν; Να την πάρω αυτήν; Να φτιάξω αυτή τη δουλειά ή να μην τη φτιάξω; Να πάω από εδώ;». Και βλέπεις ότι οι άνθρωποι είναι αβέβαιοι.

Αν ξέραμε τι θέλαμε, πόσο πιο εύκολη θα ήταν η ζωή! Αλλά δεν το ξέρουμε. Γιατί δεν το ξέρουμε; Γιατί δεν έχουμε ξεκαθαρίσει ποιοι είμαστε.

Ο Θεός σού ξεκαθαρίζει ποιος είσαι, πώς σε έφτιαξε και για ποιο πράγμα σε προορίζει. Και σου το δείχνει αυτό. Και το βλέπεις. Και μόλις το δεις, προχωράς με αυτό.

Με αδυναμίες, βέβαια. Με τον παλαιό άνθρωπο ζωντανό ακόμη, μέχρι να βαρεθούμε το χάλι μας και να γίνουμε καλύτεροι. Αλλά τα δώρα τα δίνει ο Θεός στο μεταξύ. Σου δίνει τα δώρα για να γίνεις καλύτερος. Σε προετοιμάζει. Δεν περιμένει να γίνεις καλός για να σου δώσει. Σου τα δίνει πρώτος Εκείνος: τις δωρεές αυτής της ζωής, τις πνευματικές και τις υλικές δωρεές, την παρηγοριά και πολλά άλλα πράγματα.

Λοιπόν, το θέλημα του Θεού να το αγαπήσουμε. «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», όπως έλεγαν οι Πατέρες.

Τρία είναι τα επίπεδα, λένε οι Πατέρες. Το πρώτο, το ανώριμο επίπεδο, είναι όταν ο άνθρωπος λέει: «Γενηθήτω το θέλημά μου, Κύριε! Ευλόγησον!». Δηλαδή: «Ό,τι θέλω εγώ».

Βλέπετε τώρα που έχουμε το ποδόσφαιρο, το Μουντιάλ; Όλοι προσεύχονται να νικήσουν. Πολύ απλή προσευχή. Και κανένας δεν αναρωτιέται: «Δεν κατάλαβα· ο άλλος θα προσεύχεται να νικήσει. Εγώ γιατί πρέπει να νικήσω; Έχω πνευματικές αιτίες;».

Τουλάχιστον να παρουσιάζω μια πνευματική αιτία για την οποία θέλω τη νίκη. Αλλά συνήθως δεν υπάρχει πνευματική αιτία.

Λοιπόν, αυτή είναι η πρώτη προσευχή: «Ας γίνει το θέλημά μου, Κύριε. Να ’σαι ευλογημένος! Έλα, κάνε μου εδώ το θέλημα».

Το δεύτερο σκαλί είναι όταν αρχίσεις να καταλαβαίνεις ότι αυτά που θέλεις δεν είναι πάντοτε και τόσο όμορφα. Είναι το: «Ας γίνει το θέλημά μου, Κύριε, αν είναι θέλημά Σου».

Αυτό είναι πολύ ανώτερο στάδιο. «Να γίνει το θέλημά μου». Ας φτάσουμε τουλάχιστον σ’ αυτό: «Να γίνει το θέλημά μου, αν το θέλεις και Εσύ· αν βλέπεις ότι αυτό το πράγμα είναι σωτήριο για μένα και για τους άλλους δίπλα μου».

Είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Ειδικά στην αρχή της ζωής, όταν ο άνθρωπος είναι νέος, να το πει. Να κάνει ένα μυστικό συμβόλαιο: «Θεέ μου, εγώ θα κάνω αυτό που κάνω. Εσύ, όμως, οδήγησέ με, ώστε να βγει τελικά αυτό που Εσύ θεωρείς καλύτερο».

Μεγάλο πράγμα αυτό. Πολύ ανώτερο στάδιο.

Και υπάρχει και το τρίτο στάδιο, που είναι το στάδιο της τελειότητας, το στάδιο των Αγίων: «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου. Άσε τα δικά μου θελήματα και Εσύ οδήγα. Εσύ οδήγα. Δεν θέλω εγώ να ξέρω».

Σκεφτείτε το: «Δεν θέλω εγώ να ξέρω. Αμάν πια! Έκανα ό,τι ήταν να κάνω. Τι έκανα; Και αυτά που χάρηκα και έκανα, τι ήτανε; Άντε, πες ότι έγινα σπουδαίος δεσπότης. Άντε, έγινα πλούσιος. Τώρα κάνε Εσύ από εδώ και πέρα».

Αυτό το πράγμα ανήκει στην ωριμότητα. Όσο πιο γρήγορα έρθει, όμως, τόσο πιο ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος.
Τουλάχιστον να βρισκόμαστε στο δεύτερο σκαλί. Από το «γενηθήτω το θέλημά μου», ας φτάσουμε τουλάχιστον στο: «Ας γίνει το θέλημά μου, αν είναι θέλημά Σου».

Να μπαίνει το θέλημα του Θεού κάπως μέσα. Να ρωτάμε και τον Θεό, δηλαδή. Είναι μεγάλη υπόθεση.
«Ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς»

ΕΡΧΟΥ ΚΥΡΙΕ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΚΟΜΑ.

ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ ΡΩΤΗΣΕ ΤΟΝ ΜΟΤΟΒΙΛΩΦ ΠΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΒΟΗΘΕΙΑ. ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ; ΠΙΣΤΕΥΩ. ΤΟΤΕ ΟΛΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ.  Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΛΗ Η ΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΧΟΥΝ ΣΑΝ ΣΤΟΧΟ ΤΗΝ ΔΥΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ. ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ. ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ. ΠΡΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΕΡΓΑΣΤΗΚΕ Ο ΡΑΜΦΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ. ΚΟΙΝΟΣ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ.  ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗ ΗΤΑΝ ΝΑ ΔΥΣΦΗΜΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΔΙΑ ΤΟΥ  ΜΕΓΕΝΤΟΡΦ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑΠΟΘΕΣΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΚΕ Ο ΙΩΑΚΕΙΜ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ. ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΑΝ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΡΟΣΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΠΟΥ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ. Η ΕΝΝΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ, ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. ΟΜΩΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΑΝΕΛΥΣΕ ΟΣΟ ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΞΕΛΙΧΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ. Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΤΗ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. ΠΟΛΛΑ ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΕΝΤΟΠΙΣΤΕΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΘΑ ΑΝΑΠΥΧΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Σταυρώνοντας τη θάλασσα (4)

Συνέχεια από: Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Στέλιος Ράμφος, Η Ελλάδα των Ονείρων. Σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό, 
Αρμός, Αθήνα 2020, 560 σελ.

IV. Όνειρα της Θερμής: Η ελληνορθόδοξη ταυτότητα ως πηγή των εθνικών κακοδαιμονιών

Στο τελευταίο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων ο Ράμφος στρέφει το βλέμμα του στα μέσα του εικοστού αιώνα για να διαυγάσει τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής στη Λέσβο και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Τον Ιούλιο του 1959, το ζεύγος Αγγέλου και Βασιλικής Ράλλη αποφασίζουν να κτίσουν έναν μικρό ναό στο κτήμα τους. Κατά την εκσκαφή έρχεται στο φως ένας σκελετός αγνώστου ταυτότητος ο οποίος στα όνειρα των κατοίκων του χωριού αποκαλύπτεται ως άγιος. «Η ανακάλυψη του τάφου και του σκελετού, που ακολούθησε τα πρώτα όνειρα, συνέβαλε αποφασιστικά ώστε το γεγονός αυτό να κυριεύσει τα πνεύματα και να ελευθερώσει την βαθύτερη επιθυμία των προσφύγων μας να ξαναβρούν το νόημα του μαρτυρικού τους ξεριζωμού αναπλάθοντας την ιστορία και ανακαλύπτοντας την ταυτότητα του σκελετού. Άραγε είναι τυχαίο ότι σημαντικά στοιχεία της ταυτότητός των ήσαν και στοιχεία της ταυτότητος του αγίου; Μήπως η εσωτερική πληροφόρηση των ονειρευομένων συνδεόταν με την μοίρα τους και η ψυχική λαχτάρα να αποκτήσει λυτρωτική διάσταση και σημασία η κακοτυχία της την πρόβαλλε ασυνείδητα στην "ταυτότητα" των τριών αγίων;» (σ. 491-492).[ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΤ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ. ΠΡΟΒΑΛΛΩ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. ΓΝΩΡΙΖΩ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΩ. Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΟΜΩΣ ΠΩΣ ΕΙΣΗΛΘΕ ΣΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ; ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΑ; ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΘΕΤΙΚΑ; Π.Χ. ΜΟΥΚΟΨΑΝ ΤΟ ΧΕΡΙ ΑΛΛΑ ΕΥΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥΚΟΨΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ;Ο Ράμφος ταξινομεί τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής, στην πλειονότητά τους προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, ως μια παραδειγματική έκφραση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας όπου το παρελθόν προβάλλεται στο παρόν νοηματοδοτώντας το παρηγορητικά, «ώστε να καθρεφτίζεται εντός τους και να ανακυκλώνεται σαν μαρτυρική μοίρα προς ανάσταση – σαν καημός! Ένας καημός που διαπερνά ηλεκτρικά απ’ άκρου εις άκρον την νεοελληνική ψυχή και έκφραση» (σ. 493).

Στη μορφή του αγίου, του ανθρωπότυπου που, όπως είδαμε, αντιστοιχεί στη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα η οποία δημιουργήθηκε στο Βυζάντιο, ο Ράμφος διακρίνει τον συνδετικό κρίκο παρελθόντος ως απωλεσθέντος παραδείσου και παρόντος ως τόπου αποκατάστασης του πρώτου με δυσάρεστες συνέπειες, επειδή «ο παραδειγματικός χαρακτήρας του αγίου ως ενσάρκου ιδέας της υπαρκτικής πληρότητος, οδηγεί σε παραστατική πρόσληψη των γεγονότων –εδώ των ανασκαφικών ευρημάτων– η οποία διαστρέφει την ανάγκη της κατανοήσεως και υποσιτίζει την ιστορική συνείδηση υπέρ της ιστορικής ασυνειδησίας» (σ. 495). Ο άγιος λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της θείας βούλησης παρηγορώντας, όντας συγχρόνως ελπιδοφόρος, αλλά υπονομεύει μια μη τελεολογική γραμμική αντίληψη του χρόνου. Η ιστορία συνιστά εκτύλιξη της θείας πρόνοιας έτσι ώστε να «προκύπτει μια παθογένεια αφιστορισμού του παρόντος η οποία οδηγεί σε απώλεια του ιστορικού μέλλοντος, καθώς η επιβίωση του παρόντος απαιτεί έξοδο σε ονειρικούς παραδείσους» (σ. 501). Στο ραμφικό σχήμα, το ελληνικό παρόν βιώνεται ως ανάμνηση, με αποτέλεσμα η αναπόληση ν’ αποβαίνει σε βάρος της ονειροπόλησης, έτσι ώστε, στο πεδίο του πράττειν, η μίμηση να επικρατεί έναντι της δημιουργίας. «Επικρατεί έτσι διαχρονικά ένας ανιστορικός εσχατολογικός μυστικισμός με κατ’ εξοχήν θύμα τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, την υποχρέωση να διαβούμε επί τέλους το κατώφλι της ιστορικής δημιουργίας» (σ. 506). Η προσδοκία της λύτρωσης, ως αναστήλωσης του ενδόξου παρελθόντος στο πλαίσιο της ορθόδοξης χρονικότητας, εκφράζεται ατομικά και κοινωνικά ως απάθεια, πνευματική στειρότητα και πολιτική ανωριμότητα, διότι το παρόν απονεκρώνεται εντός ενός προκαθορισμένου νοήματος, δρώντας παραλυτικά και προξενώντας θυμικές εκρήξεις. «Οι Έλληνες είμαστε λαός συναισθηματικός επειδή ζούμε μνημονικά. Σκαλίζουμε διαρκώς το παρελθόν και κάποτε φθάνουμε στο σημείο να το κατασκευάζουμε παραμνησιακά. Η μνήμη των περασμένων παράγει συναίσθημα· η συνείδηση των παρόντων παράγει λογική. Αυτά σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Τα εθνικά μας τραύματα είναι μακροχρόνια, βιώματα εγγεγραμμένα βαθιά στην συλλογική μνήμη. Υπ’ αυτή την έννοια το μαρτυρικό παρελθόν επιστρατεύεται ως φύλαξ άγγελος και για το μέλλον» (σ. 512-513)[ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΚΙΩΔΗΣ ΤΟΥΣ ΥΠΑΡΞΗ. ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ. ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΧΟΝΤΑΙ; ΤΙ ΑΛΛΑΞΕ;].

Σ’ ένα παρόν απονεκρωμένο μεν, αναμαγεμένο δε, όπου κυριαρχεί το συναίσθημα, ο εξορθολογισμός των θεσμών τελεί υπό αναστολή, με τη σκέψη να λειτουργεί ιδεοληπτικά και εργαλειακά, με ιδιοτελές πρόσημο σε ατομικό και σε συντεχνιακό επίπεδο, έτσι ώστε να «κυριαρχούν διχαστικά οι ευνοιοκρατικοί δεσμοί αίματος, καταγωγής και συμφερόντων που καθιστούν υποχείριό τους το κράτος και διαστρέφουν την λειτουργία του ως θεσμικού εγγυητή της κοινωνικής ζωής» (σ. 511). Αφυδατωμένο από δημιουργικότητα, το παρόν «καταντά ανενεργό, ένα είδος αδρανούς υλικού που, αντί να ενθαρρύνει την δημιουργικότητα, δίνει συμβιβαστικά άπλετο χώρο στο όνειρο. Υπό αυτή την έννοια, το συναίσθημα λειτουργεί παραλυτικά, ενώ ο λόγος ενδυναμώνει· μετατρέπει ψυχαναγκαστικά την πραγματικότητα σε τύπο με προκαθορισμένο νόημα» (σ. 516). Η στατικότητα του παρόντος και η δυσκολία εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας οφείλονται στην «ψυχοπαθολογική εμμονή να ανακυκλώνουμε στο παρόν απωθημένα του παρελθόντος και, ένα μαζί τους, να σταματήσουμε το ιστορικό γίγνεσθαι ως απειλή απωλείας της ταυτότητος και δι’ αυτής του παρόντος μας» (σ. 517). Για τον Ράμφο, η παραπάνω ψυχοπαθολογία συνοδεύει εκ γενετής το ελληνικό κράτος, καθώς αυτό συγκροτήθηκε με δίδυμη πλην όμως αντινομική αναφορά τον γαλλικό Διαφωτισμό, μαζί με τον γερμανικό ρομαντισμό από τη μια και τη βυζαντινή παράδοση από την άλλη. Ωστόσο, δεν εξετάζει τη συνεισφορά του γερμανικού ρομαντισμού στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας, και της βαυαρικής, ακολούθως δανογερμανικής, μοναρχίας στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αλλά ούτε εκείνη του φιλελληνισμού. Επιπλέον, με το άλμα από την πτώση του Βυζαντίου στην εθνική ανεξαρτησία, παραμένει αδιερεύνητη η επίδραση του οθωμανικού πολιτισμού στη νεοελληνική ταυτότητα, ως εάν οι τέσσερις αιώνες υπόδουλης ύπαρξης εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας να μην άφησαν ευδιάκριτα ίχνη.

Αλλά οι παραπάνω δεν είναι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους η προαναφερθείσα αντινομία χάσκει ανεπίλυτη στο ραμφικό σχήμα, με αποτέλεσμα να παραμένει ημιτελές το πρόταγμα της ελληνικής νεωτερικότητας. Ενώ ο Ράμφος πιστεύει ότι «η αλλαγή για την Ελλάδα έγκειται σε ρήξη με τα τυποτελεστικά βυζαντινά πρότυπα και τα αντανακλαστικά της τουρκοκρατίας, σε υπέρβαση της ελλαδικότητας εν ονόματι, όπως τόνιζε ο Καβάφης, του ελληνικού και έξοδο προς το νεωτερικό εθνοσύνολο, με έναν υπεύθυνο δημιουργικό άνθρωπο, κύριο της ταυτότητός του και όχι παθητικό της υποκείμενο» (σ. 513-514), στο έργο του αναλύει την ελληνική ταυτότητα αποκλειστικά με βάση τους Ελλαδίτες και όχι τον ευρύτερο ελληνισμό, στον οποίο όμως ανήκει ο Καβάφης, όπως επίσης ανήκουν ο Κοραής, ο Καποδίστριας, ο Υψηλάντης και τα περισσότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Εξετάζοντας την ελληνική ταυτότητα στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους και παραβλέποντας τη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής διασποράς, ο Ράμφος παραγνωρίζει την κοσμοπολιτική ελληνική εμπειρία που αυτή ενσαρκώνει.[1] Αναχωρώντας και ακολούθως εργαζόμενοι για ένα καλύτερο μέλλον με αισιοδοξία, δίχως να παγιδεύονται στο παρελθόν, οι απόδημοι ρίζωσαν στα πέρατα της οικουμένης, παραμένοντας Έλληνες ως Αμερικανοί, Αυστραλοί ή Γερμανοί. Η εθνική αυτοκατανόηση της ελληνικής διασποράς συντελέστηκε εντός ξένων κρατών και ανάμεσα σε/ως προς άλλες πολιτισμικές ταυτότητες. Οι απόδημοι βίωσαν την ιδιότητα του πολίτη απαλλαγμένοι από τις αδυναμίες του ελληνικού κράτους, όχι απλώς υπακούοντας προθύμως στους εκάστοτε νόμους και συμμορφούμενοι στους κανόνες συμπεριφοράς αλλά συχνά διαπρέποντας. Βίωσαν επίσης την ελληνική τους ταυτότητα με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι Ελλαδίτες, λιγότερο μοιρολατρικά και εν πολλοίς με μικρότερη ανασφάλεια. Ο νόστος για την πατρίδα δεν στείρωσε τη δημιουργικότητά τους, όπως η αγάπη για τις ρίζες τους δεν τους εμπόδισε να αγαπήσουν τις νέες πατρίδες. Οι Έλληνες της διασποράς ανοίχτηκαν στους ωκεανούς του κόσμου αναζητώντας την τύχη τους ως απόγονοι των Αργοναυτών και σταυροκοπήθηκαν στα κύματα. Έτσι, καταμεσής της θάλασσας, διαμορφώθηκε μια μη εσχατολογική αντίληψη του χρόνου που συγχωρούσε την Παναγία και την Αθηνά, γεννώντας μια θαλερή ιστορική συνείδηση.


ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΘΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΛΛΟΤΡΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.