Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Είναι και Χρόνος (Περί του ομώνυμου βιβλίου του Martin Heidegger) - Gerhard Krüger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Είναι και Χρόνος (Περί του ομώνυμου βιβλίου του Martin Heidegger) - Gerhard Krüger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Είναι και Χρόνος (2)

 Συνέχεια από: Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Περί του ομώνυμου βιβλίου τού Martin Heidegger

Του Gerhard Krüger

στο περιοδικό Theologische Blätter, 1929, σελίδες 57-64


Δεν θέλουμε να πούμε πώς εδώ κρύβεται μια νέα φιλοσοφία τής θρησκείας, ούτε καν πως εδώ υπάρχει κάτι που η θεολογία θα μπορούσε να «προσλάβει»: αλλά, στο σημείο αυτό μιλά ένας φιλόσοφος, ο οποίος κατά την θεμελίωση τής επιστήμης του, έχει μπροστά στα μάτια του την πραγματική προβληματική τής ύπαρξης τού Χριστιανισμού. Και αυτό δεν το κάνει όπως γίνεται σήμερα, δηλαδή διαπραγματευόμενος προγραμματικά τήν προβληματική αυτή ως ένα όλο. Αντιθέτως κάνει μια συγκεκριμένη, υψηλώς φιλοσοφική ερμηνεία τών φαινομένων, όπως ερμηνεύει και ένας θεολόγος. Στο σημείο αυτό έγκειται από θεολογικής άποψης ο κίνδυνος, αλλά και η μοναδική γονιμότητα τού βιβλίου αυτού για το πρόβλημα τής ερμηνευτικής. Ο Heidegger αναφέρεται στο πρόβλημα αυτό, όταν λέει για την παρούσα κατάσταση (Sein und ZeitS. 10): «Η θεολογία αναζητά μια πιο πρωταρχική ερμηνεία τού είναι τού ανθρώπου προς τόν Θεό, μια ερμηνεία που προκαθορίζεται από το νόημα τής πίστεως και η οποία παραμένει μέσα σε αυτό. Αρχίζει σιγά σιγά να καταλαβαίνει πάλι το συμπέρασμα τού Λούθηρου, πως η συστηματική  δογματική της στηρίζεται σε ένα θεμέλιο, το οποίο δεν αναδύθηκε από μια πρωταρχικώς στηριζόμενη ερώτηση στην πίστη και η εννοιολόγιση τού οποίου όχι μόνο δεν αρκεί για την θεολογική προβληματική, αλλά την κρύβει και την παραμορφώνει.» Αν τα λόγια αυτά τού Heidegger λένε περισσότερα από την συνηθισμένη αναφορά στην παραμορφωτική επίδραση τής ελληνικής σκέψης πάνω στον Χριστιανισμό, οφείλεται στην μεθοδολογική πρωταρχικότητα τής έρευνα στο σημείο αυτό. Ο Heidegger είναι φαινομενολόγος, αλλά θα τον καταλάβουμε μόνο εάν θεωρήσουμε την φαινομενολογία με τον τρόπο τού Heidegger, δηλαδή μέ «την σύλληψή της ως δυνατότητας», εάν δεν την κατανοήσουμε σαν μια προκαθορισμένη «κατεύθυνση», αλλά σαν ένα «πως» τής σύλληψης τών πραγμάτων (Είναι και Χρόνος, Παράγραφος 7). Ως θέμα αυτής τής σύλληψης ονομάζει ο Heidegger το Είναι, και ως τον «ορίζοντα» τής έρευνάς του, που πρέπει να αποκτηθεί, δηλαδή ως τον κύκλο εκείνου, από το οποίο μπορεί πρωταρχικώς να κατανοηθεί, τόν ονομάζει Χρόνο.
Αν θέλει κανείς να μάθει τι σχέση έχει το περί τού «Είναι» ερώτημα με το θεολογικό πρόβλημα τής ερμηνευτικής, και τι σημαίνει αυτή η ερώτηση, πρέπει να την κατανοήσει κατ’ αρχάς ως «επανάληψη»  μιας ιστορικά προϋπάρχουσας ερώτησης, της θεμελιώδους ερώτησης τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη (Ε. και Χ., παρ. 1). Προ της συγγραφής τού βιβλίου τού Heidegger βρίσκεται μια έντονη ερμηνευτική διερεύνηση τών κύριων σταθμών τής ιστορίας τού δυτικού πνεύματος. Το δεύτερο μέρος τού βιβλίου, που ακόμα λείπει, αναμένεται να παρουσιάσει μερικά αποσπάσματα τής ιστορίας αυτής. Ο Heidegger, όπως και ο Dilthey, αναφέρεται «αποδομώντας» τα ιστορικά στα πρωταρχικά μοτίβα τής ερμηνείας τού κόσμου και τής ζωής. Ο Heidegger όμως το κάνει με ένα πολύ πιο ριζικό τρόπο, πηγαίνοντας πολύ πιο κοντά στις ρίζες από τον Dilthey. Όταν ο Heidegger θέλει να εμφανίσει την ανεπαίσθητη κυριαρχία τής παράδοσης, για να μπορέσει να φιλοσοφήσει ως προς τις απαρχές, στην βάση τής προσπάθειάς του αυτής βρίσκεται η επίγνωση τής ουσιώδους ιστορικότητας τής ανθρώπινης ύπαρξης (Dasein). Αυτή η ύπαρξη δεν έχει μόνο ένα παρελθόν «από πίσω της», το οποίο «επιδρά» περιστασιακά, αλλά είναι, είτε ρητώς είτε μη ρητώς εκφρασμένο, το παρελθόν της(Ε. και Χ., παρ. 6). Η ύπαρξη αυτή μπορεί μόνο τότε να είναι ο εαυτός της, όταν καθιστά «επαναληπτικά» διαφανείς τις πρωταρχικές τάσεις τού παρελθόντος της ως δικές της δυνατότητες.
Το ερώτημα περί τού Είναι στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είναι ένα ενιαίο θεμελιώδες ερώτημα, που «έδινε πνοή» στην έρευνά τους. Σε αυτούς είναι το ερώτημα περί της θεμελιώδους έννοιας «ον» (seiend), περί του νοήματος τού είναι, «ουσία». Αν και η ελληνική οντολογία συνεχίζει  να κυριαρχεί μέχρι τις μέρες μας, δεν αντιλαμβανόμαστε πια ως ερώτημα το αριστοτελικό ερώτημα περί της ουσίας των όντων (Sein des Seienden). Πρόθεση τού Heidegger στο πρώτο μέρος τού βιβλίου του, είναι να το θέσει εκ νέου και μέσα στην συνειδητή κατανόηση τού νοήματός του.  Η σημασία αυτού τού φαινομενικά αφηρημένου ερωτήματος δεν είναι ξένη για την θεολογία: σήμερα δεν μιλάμε μόνο για το γεγονός πως η ελληνική έννοια τού πράγματος και τής ουσίας, είναι ακατάλληλη για τον προσωπικό χαρακτήρα τού Θεού και τής θρησκείας, αλλά ερευνούμε, εάν τα αντικείμενα τής θεολογίας και τής πίστεως υπάρχουν καν, με ποια έννοια δηλαδή «είναι». Ο Θεός ως «πρόσωπο» δεν είναι απλώς «υπαρκτός». Η αποκάλυψη Του στους ανθρώπους δεν «είναι» τέτοια, ώστε να μπορεί να  «διαπιστωθεί» ψυχολογικά ή ιστορικά. 

Συνεχίζεται

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Είναι και Χρόνος (1)

 Περί του ομώνυμου βιβλίου του Martin Heidegger

Του Gerhard Krüger 
στο περιοδικό Theologische Blätter, 1929, σελιδες 57-64

Εάν η προτεσταντική θεολογία στηρίζεται αποκλειστικά στην Βίβλο και όχι σε υποθέσεις και σκέψεις (Spekulation), τότε μάς φαίνεται πως δεν χρειάζεται την φιλοσοφία σε καμιά από τις επιμέρους πτυχές της. Ακόμα και η δογματική πρέπει να κινείται αποκλειστικά στο έδαφος, το οποίο δημιουργήθηκε για την πίστη κάτω από τις ιδιαίτερες ιστορικές προϋποθέσεις τού Χριστιανισμού, και το οποίο δεν φωτίστηκε από κάποιο „lumen naturale (Σύμφωνα με το φιλοσοφικό λεξικό UTB: φυσικό φως, μεταφορά για την αυθορμητικότητα η οποία φωτίζει την ανθρώπινη σκέψη. Η φιλοσοφία η οποία στηρίζεται πλήρως στο lumen naturale χειραφετείται από την θεολογία και είναι σε θέση να θεμελιώσει ανεξάρτητη κριτική τής Βίβλου, η οποία όμως επιδρά στην θεολογία). Αυτή είναι μια τοποθέτηση, η οποία από την αρχή τής Μεταρρύθμισης έθρεψε την καχυποψία προς την μεταφυσική. Είναι ο λόγος για τον οποίο ο Λούθηρος θέλησε να εγκρίνει μόνο τις τυπικές πτυχές τής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη (λογική, ρητορική, ποιητική). Αυτό είναι το νόημα τής πιετιστικής αντίστασης στην ορθόδοξη ανανέωση τού Σχολατικισμού και στην μεταφυσική τού Διαφωτισμού. Στην νεώτερη εποχή, όπου αυτό το μοτίβο, της καντιανής κριτικής κάθε μεταφυσικής, εξασφάλισε την επίδραση του στην θεολογία, όπου και η συνείδηση ήταν ταυτόχρονα ζωντανή, ο δογματικός πρέπει να τοποθετηθεί σε ένα σημείο εντός της κοινότητας (στον Ritschl). Και εάν η καθαρή απελευθέρωση τής θεολογίας από την φιλοσοφία δεν επέρχεται, αυτό οφείλεται όχι μόνο στις περιπλανήσεις, αλλά και στο θετικό θεολογικό πρόβλημα τής ερμηνευτικής. Το πως πρέπει να ερμηνευθεί η Γραφή και πώς οι μαρτυρίες τής χριστιανικής ιστορίας, δεν μπορεί να απαντηθεί με την απλή υπόδειξη στην Γραφή και την χριστιανική εμπειρία τού ερμηνευτή. Γιατί η Γραφή δεν είναι σαφής σε όλα τα ουσιαστικά θέματα, όπως υποστηρίζει ο Λούθηρος στρεφόμενος εναντίον τού Έρασμου: αυτό ισχύει ήδη και από καθαρά θεολογικής άποψης, όταν λάβει κανείς σοβαρά υπ’ όψιν τις διαμάχες μεταξύ των ομολογιών, πόσω μάλλον στο πεδίο της μοντέρνας επιστήμης τής ιστορίας. Και η χριστιανική εμπειρία τού καθενός δεν προστατεύεται με μόνη την σχέση της προς την Γραφή, από μια αυθαίρετη ερμηνεία τού περιεχομένου της Γραφής και της έννοιας τής αυθεντίας της. Η παράδοση τής εκκλησίας μπορεί να είναι επαρκής κανόνας για την ερμηνεία, η οποία παράδοση χρήζει επίσης ερμηνείας, μόνο όταν εκπροσωπείται από κάποιο διδασκαλικό αξίωμα, το οποίο στην καθολική εκκλησία είναι αλάθητο. Αν δεν ισχύει αυτό, το πρόβλημα της ερμηνευτικής παραμένει ανοικτό. Οι Barth και Gogarten, συμφωνώντας με το πνεύμα τών Μεταρρυθμιστών, απαιτούν σεβασμό στήν διδασκαλία τής Εκκλησίας με τη μορφή συγκεκριμένης ομολογιακής σχολής. Ο σεβασμός όμως δεν είναι υπακοή. Ο Barth τοποθετεί απέναντι στην «έμμεση, σχετική και τυπική» αυθεντία τής Εκκλησίας την επίσης έμμεση, σχετική και τυπική ελευθερία τής συνείδησης, μέσα στην οποία (συνείδηση) το άτομο φτιάχνει μια εικόνα (άποψη) περί τού λόγου του Θεού.[Ενα είδωλο] Έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα εάν η απόλυτη αυθεντία παραμένει στον Θεό, ο οποίος ως Άγιο Πνεύμα, παρά την αναφαίρετη φιλανθρωπία, εκπροσωπεί την ορθή ερμηνεία τού λόγου Του. Στο σημείο αυτό όμως διακυβεύεται αυτή η ίδια η δυνατότητα ύπαρξης τής προτεσταντικής θεολογίας. Αν δεν θέλει να είναι φλυαρία, χρειάζεται την διδασκαλία. Αν η διδασκαλία όμως δεν είναι απλώς η διδασκαλία τής Εκκλησίας στην οποία υπακούει ο κάθε θεολόγος, αλλά ουσιαστικά το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο θεολόγος, εν τέλει μιά δική του διδασκαλία, τότε η ερμηνευτική καταλήγει ένα θεμελιώδες θεολογικό πρόβλημα αυτής τής σκοτεινής αλλά αποφασιστικής δυνατότητας. Αυτό ισχύει προ πάντων σήμερα, που η παράδοση τής αρχαίας Εκκλησίας, για τους Μεταρρυθμιστές ακόμα ακράδαντη και αδιαπραγμάτευτη, έγινε σκοτεινή και στην αρχική της μορφή σχεδόν απροσπέλαστη. Αυτό προκύπτει από τις προσπάθειες τού Barth και Gogarten, να αφομοιώσουν εκ νέου τις διδασκαλίες τής αρχαίας Εκκλησίας. Αυτή η αφομοίωση έχει την δική της φιλοσοφία.

Αυτή η κατάσταση προσδίδει στο φιλοσοφικό έργο του Martin Heidegger „Sein und Zeit“, μια ιδιαίτερη σημασία για την θεολογία.

Μετάφραση Πέτρος 

Συνεχίζεται

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

Είναι και Χρόνος (3)

Συνέχεια από: Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Περί του ομώνυμου βιβλίου τού Martin Heidegger
Του Gerhard Krüger
στο περιοδικό Theologische Blätter, 1929, σελίδες 57-64


Πρέπει να κατανοηθεί «υπαρξιακά», και όταν την έχει κατανοήσει θεολογικά, τότε πρέπει να αντιμετωπίσει δια τής διαλεκτικής την παρεξήγηση, πως «υπήρξε» μια για πάντα η αποκάλυψη: όλα όσα ειπώθηκαν πρέπει να τίθενται με επιμονή υπό ερώτημα. Πρόκειται εδώ περί πράγματος θεμελιώδους, που διαποτίζει κάθε μεμονωμένη πρόταση: πρόκειται περί ενός οντολογικού προβλήματος. Πώς μπορεί να κατανοηθεί το είναι ενός όντος (das Sein eines Seienden), σε ποιον «ορίζοντα» πρέπει να ιδωθεί, αυτό είναι το συγκεκριμένο ερώτημα περί της ανθρώπινης καταστάσεως, εντός τής οποίας και μόνο μπορεί να γίνει λόγος περί όντος. Το ερώτημα περί της κατάλληλης ερμηνείας τής ιδίας υπάρξεως είναι στην θεολογία προϋπόθεση για την ορθή ερμηνεία τών χριστιανικών μαρτυριών. Πώς πρέπει για παράδειγμα να κατανοηθεί η εσχατολογία τής Καινής Διαθήκης (Κ. Δ.); θέλει η Κ. Δ. να μας πει απλώς πως θα «συμβούν» διάφορες καταστροφές, οι οποίες θα «ιδωθούν» τότε; Είναι μήπως το χρονικό σημείο τής καταστροφής σημαντικό; Πρέπει να κατανοηθεί το εσχατολογικό «τότε» ή το «σήμερον, τό σήμερον» τού Ευαγγελισμού ως ένα «χρονικό δεδομένο» το οποίο βρίσκουμε στο ημερολόγιο; Πως «είναι» ο χρόνος για τον οποίο εδώ γίνεται λόγος; Σε ποιον ορίζοντα μπορεί αυτός ο χρόνος να κατανοηθεί ως ον;
Και έτσι το αρχαίο ερώτημα περί του Είναι (Sein) έχει και σήμερα μια θεμελιώδη σημασία. Ο Heidegger δίνει μια ερμηνεία περί τού τρόπου τού «είναι» τού ανθρώπου, ερμηνεύοντας το είναι ως Dasein (είναι στο παρόν). Γιατί ο άνθρωπος είναι αυτός που ρωτά περί του είναι. Εξαρτάται από την κατανόηση τού εαυτού του (Selbstverständnis), εάν και πως κατανοεί το Είναι. Η ερμηνευτική του Dasein, αυτή η εξειδικευμένη οντολογία, έχει την λειτουργία μιας «θεμελιώδους θεολογίας» (Fundamentaltheologie) (Ε. και Χ., σελ. 37). Πρέπει (η ερμηνευτική) να καταστήσει σαφές, κατά πόσον το «πως» του Dasein, διακρίνει στο θεωρητικό επίπεδο, την «ύπαρξη» (με την σημασία που δίνει στην έννοια ο Kierkegaard)  από την «προ-χειρότητα» (Zuhandenheit-ιδιότητα ενός πράγματος να βρίσκεται διαθέσιμο) των χρηστικών πραγμάτων και  τής «περιβάλλουσας φύσης» (Umweltnatur) από την μια, και της απλής παρεύρεσης (Vorhandenheit) των πραγμάτων από την άλλη. Η «ύπαρξη» είναι-σε ακραία αντίθεση προς την διαθεσιμότητα- ένα είναι, στο οποίο το ον δεν είναι «απλό», αλλά τέτοιο, ώστε μέσα «στο είναι του αυτό να ενδιαφέρεται για το ίδιο αυτό είναι» (σελ. 12). Το ανθρώπινο Dasein, με το να «υπάρχει» (existieren) έχει στην ουσία μια κατανοούσα σχέση προς το είναι (Sein) του. Είναι δηλαδή οντολογικό (ontologisch). Ο Heidegger διακρίνει όμως ξεκάθαρα μεταξύ της οντικής, (ontisch) υπαρξιακής (existentiell) κατανόησης, την οποία το Dasein διαθέτει από μόνο του, ως ον (Seiendes), και της οντολογικής, «υπαρκτικής» (existenzial) κατανόησης που διαθέτει, φιλοσοφικά, από το γεγονός πως είναι Είναι (Sein). Η ερμηνευτική του Dasein είναι «υπαρκτική αναλυτική» (existenziale Analytik) που δεν ασχολείται με τις συγκεκριμένες, πραγματικές δυνατότητες ύπαρξης, αλλά με την «υπαρκτικότητα» (Existenzialität) της ύπαρξης. Το φαινόμενο της ύπαρξης είναι το προσανατολίζον θεμελιώδες φαινόμενο (Grundphänomen), παρά την γενική φιλοσοφική του σύλληψη.
[Από μια κριτική του Rafael Capuro στο έργο τού Franco Volpi, «Heidegger e Aristotele»: ο Volpi κάνει ένα παραλληλισμό μεταξύ των τριών τρόπων υπάρξεως κατά τον Heidegger, δηλαδή Dasein, Zuhandenheit, Vorhandenheit και των αριστοτελικών διακρίσεων πράξις, ποίησις και θεωρία. Η αντιστοιχία Dasein και πράξεως φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράξενη. Ο Volpi καταδεικνύει στο σημείο αυτό την αποφασιστική ρήξη/διείσδυση του Heidegger στην κριτική που άσκησε στον μέχρι τότε επικρατούντα διανοητικό-θεωρητικό προσδιορισμό του ανθρώπου... Ο νους πρακτικός του Αριστοτέλη παραλληλίζεται με την έννοια «Verstehen», κατανόηση, του Heidegger.]
Στην υπόθεση εργασίας αυτής της διερεύνησης εκφράζεται ολόκληρη η διαφορά μεταξύ της κατάστασης της αρχαιότητας και της σήμερα δυνατής οντολογίας: ενώ η ερμηνεία του όντος στον Αριστοτέλη προσανατολίζεται στον δεδομένο κόσμο (και μάλιστα με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο, που πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω), η σημερινή οντολογία δεν μπορεί παρά να αναφέρεται  στήν «ύπαρξη». Στον βαθμό που η οντολογία «ορίζει το τέλος του νοήματος κάθε φιλοσοφικής ερώτησης, εκεί από όπου πηγάζει και εκεί όπου επιστρέφει» (σελ. 38, 436), δηλαδή στην ύπαρξη τού φιλοσόφου, γίνεται κατανοητό γιατί έχουν έτσι τα πράγματα: ως την ουσία ιστορικώς υπάρχουσα, η φιλοσοφία δεν μπορεί να παραβλέψει, πως οι δυνατότητες ύπαρξης και κατανόησης (και με τον τρόπο αυτό οι «ορίζοντες» του ερωτάν) έχουν μεταβληθεί ουσιαστικά σε σύγκριση με την αρχαιότητα: η αναλυτική τού Dasein του Heidegger δίνει-με ένα μέχρι τώρα μη διαπιστωμένο τρόπο-χώρο στο δεδομένο, πως η σημερινή μας ζωή (άμεση, και προπάντων έμμεση) καθορίζεται από ένα χριστιανικό παρελθόν. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό το δεδομένο: είμαστε το παρελθόν μας. Ο τρόπος όμως της φιλοσοφικής τοποθέτησης προς αυτό, ο τρόπος κατανόησης του, όπως και κάθε άλλου πράγματος, κυριαρχείται από την εντελώς ξεριζωμένη οντολογία της αρχαιότητας.[ Δέν είχε τό υποκείμενο σάν ρίζα, οπωσδήποτεΑυτό μπορεί να μας το δείξει ένας στοχαστής όπως ο Hegel, που είχε θέσει ως σκοπό την οικειοποίηση και τελείωση της χριστιανικής παράδοσης ως προς το περιεχόμενο. Ως προς τις έννοιες του όμως μένει ανεπηρέαστος από αυτήν. Ο Hegel εκκοσμικεύει το χριστιανικό πρόβλημα της συμφιλίωσης Θεού και ανθρώπου, ως προς την κατανόηση, μέσα στην οποία βάζει την διαλεκτική «συμφιλίωση» του απείρου με το πεπερασμένο. Και αυτό δεν είναι καθόλου αδιάφορο! Για τον λόγο αυτό ο Kierkegaard επιτέθηκε στον Hegel, αντιπαραθέτοντας στον τόπο του «πνεύματος του κόσμου» τον τόπο του «υπάρχοντος» ατόμου. Ενώ όμως ο Kierkegaard παραμένει εννοιολογικά φυλακισμένος στην διαλεκτική του Hegel και καταπολεμά μόνο τις συνέπειες του τρόπου σκέψης του Hegel, ο Heidegger προσπαθεί να βρει μέσα στην «εν γενέσει ύπαρξη» (werdende Existenz) τις έννοιες, τον ορίζοντα δηλαδή της φιλοσοφικής κατανόησης και σύλληψης. Η προσπάθεια αυτή δεν θέλει να γίνει αντιληπτή, θέλει να γίνει κατανοητή δια της έρευνας. Έτσι εξηγείται η καινούργια ορολογία του και η φαινομενικά αχρείαστη αυθαιρεσία της. Αν ο Kierkegaard έχει δίκαιο τουλάχιστο στο ένα σημείο, πως το άτομο, «εκείνο» το άτομο, είναι το μόνο ον με το οποίο ασχολείται η χριστιανική διδασκαλία, τότε η προσπάθεια αυτή του Heidegger αξίζει την μέγιστη προσοχή από πλευράς της θεολογίας.


Αμέθυστος

  

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Είναι και Χρόνος (2)

Συνέχεια από:Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017

Περί του ομώνυμου βιβλίου τού Martin Heidegger
Του Gerhard Krüger
στο περιοδικό Theologische Blätter, 1929, σελίδες 57-64


Δεν θέλουμε να πούμε πώς εδώ κρύβεται μια νέα φιλοσοφία τής θρησκείας, ούτε καν πως εδώ υπάρχει κάτι που η θεολογία θα μπορούσε να «προσλάβει»: αλλά, στο σημείο αυτό μιλά ένας φιλόσοφος, ο οποίος κατά την θεμελίωση τής επιστήμης του, έχει μπροστά στα μάτια του την πραγματική προβληματική τής ύπαρξης τού Χριστιανισμού. Και αυτό δεν το κάνει όπως γίνεται σήμερα, δηλαδή διαπραγματευόμενος προγραμματικά τήν προβληματική αυτή ως ένα όλο. Αντιθέτως κάνει μια συγκεκριμένη, υψηλώς φιλοσοφική ερμηνεία τών φαινομένων, όπως ερμηνεύει και ένας θεολόγος. Στο σημείο αυτό έγκειται από θεολογικής άποψης ο κίνδυνος, αλλά και η μοναδική γονιμότητα τού βιβλίου αυτού για το πρόβλημα τής ερμηνευτικής. Ο Heidegger αναφέρεται στο πρόβλημα αυτό, όταν λέει για την παρούσα κατάσταση (Sein und Zeit, S. 10): «Η θεολογία αναζητά μια πιο πρωταρχική ερμηνεία τού είναι τού ανθρώπου προς τόν Θεό, μια ερμηνεία που προκαθορίζεται από το νόημα τής πίστεως και η οποία παραμένει μέσα σε αυτό. Αρχίζει σιγά σιγά να καταλαβαίνει πάλι το συμπέρασμα τού Λούθηρου, πως η συστηματική  δογματική της στηρίζεται σε ένα θεμέλιο, το οποίο δεν αναδύθηκε από μια πρωταρχικώς στηριζόμενη ερώτηση στην πίστη και η εννοιολόγιση τού οποίου όχι μόνο δεν αρκεί για την θεολογική προβληματική, αλλά την κρύβει και την παραμορφώνει.» Αν τα λόγια αυτά τού Heidegger λένε περισσότερα από την συνηθισμένη αναφορά στην παραμορφωτική επίδραση τής ελληνικής σκέψης πάνω στον Χριστιανισμό, οφείλεται στην μεθοδολογική πρωταρχικότητα τής έρευνα στο σημείο αυτό. Ο Heidegger είναι φαινομενολόγος, αλλά θα τον καταλάβουμε μόνο εάν θεωρήσουμε την φαινομενολογία με τον τρόπο τού Heidegger, δηλαδή μέ «την σύλληψή της ως δυνατότητας», εάν δεν την κατανοήσουμε σαν μια προκαθορισμένη «κατεύθυνση», αλλά σαν ένα «πως» τής σύλληψης τών πραγμάτων (Είναι και Χρόνος, Παράγραφος 7). Ως θέμα αυτής τής σύλληψης ονομάζει ο Heidegger το Είναι, και ως τον «ορίζοντα» τής έρευνάς του, που πρέπει να αποκτηθεί, δηλαδή ως τον κύκλο εκείνου, από το οποίο μπορεί πρωταρχικώς να κατανοηθεί, τόν ονομάζει Χρόνο.
Αν θέλει κανείς να μάθει τι σχέση έχει το περί τού «Είναι» ερώτημα με το θεολογικό πρόβλημα τής ερμηνευτικής, και τι σημαίνει αυτή η ερώτηση, πρέπει να την κατανοήσει κατ’ αρχάς ως «επανάληψη»  μιας ιστορικά προϋπάρχουσας ερώτησης, της θεμελιώδους ερώτησης τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη (Ε. και Χ., παρ. 1). Προ της συγγραφής τού βιβλίου τού Heidegger βρίσκεται μια έντονη ερμηνευτική διερεύνηση τών κύριων σταθμών τής ιστορίας τού δυτικού πνεύματος. Το δεύτερο μέρος τού βιβλίου, που ακόμα λείπει, αναμένεται να παρουσιάσει μερικά αποσπάσματα τής ιστορίας αυτής. Ο Heidegger, όπως και ο Dilthey, αναφέρεται «αποδομώντας» τα ιστορικά στα πρωταρχικά μοτίβα τής ερμηνείας τού κόσμου και τής ζωής. Ο Heidegger όμως το κάνει με ένα πολύ πιο ριζικό τρόπο, πηγαίνοντας πολύ πιο κοντά στις ρίζες από τον Dilthey. Όταν ο Heidegger θέλει να εμφανίσει την ανεπαίσθητη κυριαρχία τής παράδοσης, για να μπορέσει να φιλοσοφήσει ως προς τις απαρχές, στην βάση τής προσπάθειάς του αυτής βρίσκεται η επίγνωση τής ουσιώδους ιστορικότητας τής ανθρώπινης ύπαρξης (Dasein). Αυτή η ύπαρξη δεν έχει μόνο ένα παρελθόν «από πίσω της», το οποίο «επιδρά» περιστασιακά, αλλά είναι, είτε ρητώς είτε μη ρητώς εκφρασμένο, το παρελθόν της(Ε. και Χ., παρ. 6). Η ύπαρξη αυτή μπορεί μόνο τότε να είναι ο εαυτός της, όταν καθιστά «επαναληπτικά» διαφανείς τις πρωταρχικές τάσεις τού παρελθόντος της ως δικές της δυνατότητες.
Το ερώτημα περί τού Είναι στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είναι ένα ενιαίο θεμελιώδες ερώτημα, που «έδινε πνοή» στην έρευνά τους. Σε αυτούς είναι το ερώτημα περί της θεμελιώδους έννοιας «ον» (seiend), περί του νοήματος τού είναι, «ουσία». Αν και η ελληνική οντολογία συνεχίζει  να κυριαρχεί μέχρι τις μέρες μας, δεν αντιλαμβανόμαστε πια ως ερώτημα το αριστοτελικό ερώτημα περί της ουσίας των όντων (Sein des Seienden). Πρόθεση τού Heidegger στο πρώτο μέρος τού βιβλίου του, είναι να το θέσει εκ νέου και μέσα στην συνειδητή κατανόηση τού νοήματός του.  Η σημασία αυτού τού φαινομενικά αφηρημένου ερωτήματος δεν είναι ξένη για την θεολογία: σήμερα δεν μιλάμε μόνο για το γεγονός πως η ελληνική έννοια τού πράγματος και τής ουσίας, είναι ακατάλληλη για τον προσωπικό χαρακτήρα τού Θεού και τής θρησκείας, αλλά ερευνούμε, εάν τα αντικείμενα τής θεολογίας και τής πίστεως υπάρχουν καν, με ποια έννοια δηλαδή «είναι». Ο Θεός ως «πρόσωπο» δεν είναι απλώς «υπαρκτός». Η αποκάλυψη Του στους ανθρώπους δεν «είναι» τέτοια, ώστε να μπορεί να  «διαπιστωθεί» ψυχολογικά ή ιστορικά. 

Συνεχίζεται

Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017

Είναι και Χρόνος (1)

Περί του ομώνυμου βιβλίου του Martin Heidegger
Του Gerhard Krüger 
στο περιοδικό Theologische Blätter, 1929, σελιδες 57-64

Εάν η προτεσταντική θεολογία στηρίζεται αποκλειστικά στην Βίβλο και όχι σε υποθέσεις και σκέψεις (Spekulation), τότε μάς φαίνεται πως δεν χρειάζεται την φιλοσοφία σε καμιά από τις επιμέρους πτυχές της. Ακόμα και η δογματική πρέπει να κινείται αποκλειστικά στο έδαφος, το οποίο δημιουργήθηκε για την πίστη κάτω από τις ιδιαίτερες ιστορικές προϋποθέσεις τού Χριστιανισμού, και το οποίο δεν φωτίστηκε από κάποιο „lumen naturale (Σύμφωνα με το φιλοσοφικό λεξικό UTB: φυσικό φως, μεταφορά για την αυθορμητικότητα η οποία φωτίζει την ανθρώπινη σκέψη. Η φιλοσοφία η οποία στηρίζεται πλήρως στο lumen naturale χειραφετείται από την θεολογία και είναι σε θέση να θεμελιώσει ανεξάρτητη κριτική τής Βίβλου, η οποία όμως επιδρά στην θεολογία). Αυτή είναι μια τοποθέτηση, η οποία από την αρχή τής Μεταρρύθμισης έθρεψε την καχυποψία προς την μεταφυσική. Είναι ο λόγος για τον οποίο ο Λούθηρος θέλησε να εγκρίνει μόνο τις τυπικές πτυχές τής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη (λογική, ρητορική, ποιητική). Αυτό είναι το νόημα τής πιετιστικής αντίστασης στην ορθόδοξη ανανέωση τού Σχολατικισμού και στην μεταφυσική τού Διαφωτισμού. Στην νεώτερη εποχή, όπου αυτό το μοτίβο, της καντιανής κριτικής κάθε μεταφυσικής, εξασφάλισε την επίδραση του στην θεολογία, όπου και η συνείδηση ήταν ταυτόχρονα ζωντανή, ο δογματικός πρέπει να τοποθετηθεί σε ένα σημείο εντός της κοινότητας (στον Ritschl). Και εάν η καθαρή απελευθέρωση τής θεολογίας από την φιλοσοφία δεν επέρχεται, αυτό οφείλεται όχι μόνο στις περιπλανήσεις, αλλά και στο θετικό θεολογικό πρόβλημα τής ερμηνευτικής. Το πως πρέπει να ερμηνευθεί η Γραφή και πώς οι μαρτυρίες τής χριστιανικής ιστορίας, δεν μπορεί να απαντηθεί με την απλή υπόδειξη στην Γραφή και την χριστιανική εμπειρία τού ερμηνευτή. Γιατί η Γραφή δεν είναι σαφής σε όλα τα ουσιαστικά θέματα, όπως υποστηρίζει ο Λούθηρος στρεφόμενος εναντίον τού Έρασμου: αυτό ισχύει ήδη και από καθαρά θεολογικής άποψης, όταν λάβει κανείς σοβαρά υπ’ όψιν τις διαμάχες μεταξύ των ομολογιών, πόσω μάλλον στο πεδίο της μοντέρνας επιστήμης τής ιστορίας. Και η χριστιανική εμπειρία τού καθενός δεν προστατεύεται με μόνη την σχέση της προς την Γραφή, από μια αυθαίρετη ερμηνεία τού περιεχομένου της Γραφής και της έννοιας τής αυθεντίας της. Η παράδοση τής εκκλησίας μπορεί να είναι επαρκής κανόνας για την ερμηνεία, η οποία παράδοση χρήζει επίσης ερμηνείας, μόνο όταν εκπροσωπείται από κάποιο διδασκαλικό αξίωμα, το οποίο στην καθολική εκκλησία είναι αλάθητο. Αν δεν ισχύει αυτό, το πρόβλημα της ερμηνευτικής παραμένει ανοικτό. Οι Barth και Gogarten, συμφωνώντας με το πνεύμα τών Μεταρρυθμιστών, απαιτούν σεβασμό στήν διδασκαλία τής Εκκλησίας με τη μορφή συγκεκριμένης ομολογιακής σχολής. Ο σεβασμός όμως δεν είναι υπακοή. Ο Barth τοποθετεί απέναντι στην «έμμεση, σχετική και τυπική» αυθεντία τής Εκκλησίας την επίσης έμμεση, σχετική και τυπική ελευθερία τής συνείδησης, μέσα στην οποία (συνείδηση) το άτομο φτιάχνει μια εικόνα (άποψη) περί τού λόγου του Θεού.[Ενα είδωλο] Έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα εάν η απόλυτη αυθεντία παραμένει στον Θεό, ο οποίος ως Άγιο Πνεύμα, παρά την αναφαίρετη φιλανθρωπία, εκπροσωπεί την ορθή ερμηνεία τού λόγου Του. Στο σημείο αυτό όμως διακυβεύεται αυτή η ίδια η δυνατότητα ύπαρξης τής προτεσταντικής θεολογίας. Αν δεν θέλει να είναι φλυαρία, χρειάζεται την διδασκαλία. Αν η διδασκαλία όμως δεν είναι απλώς η διδασκαλία τής Εκκλησίας στην οποία υπακούει ο κάθε θεολόγος, αλλά ουσιαστικά το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο θεολόγος, εν τέλει μιά δική του διδασκαλία, τότε η ερμηνευτική καταλήγει ένα θεμελιώδες θεολογικό πρόβλημα αυτής τής σκοτεινής αλλά αποφασιστικής δυνατότητας. Αυτό ισχύει προ πάντων σήμερα, που η παράδοση τής αρχαίας Εκκλησίας, για τους Μεταρρυθμιστές ακόμα ακράδαντη και αδιαπραγμάτευτη, έγινε σκοτεινή και στην αρχική της μορφή σχεδόν απροσπέλαστη. Αυτό προκύπτει από τις προσπάθειες τού Barth και Gogarten, να αφομοιώσουν εκ νέου τις διδασκαλίες τής αρχαίας Εκκλησίας. Αυτή η αφομοίωση έχει την δική της φιλοσοφία.

Αυτή η κατάσταση προσδίδει στο φιλοσοφικό έργο του Martin HeideggerSein und Zeit“, μια ιδιαίτερη σημασία για την θεολογία.

Μετάφραση Πέτρος 

Συνεχίζεται