Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Karl Eswein - Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Karl Eswein - Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη 1

Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη 1

Philosophisches Jahrbuch 47, 1934, σσ. 84–112

Του δρος Karl Eswein, 

Μόναχο

Ο Karl Eswein ήταν Γερμανός ιστορικός της φιλοσοφίας και φιλοσοφικός συγγραφέας, σήμερα σχεδόν λησμονημένος. Δεν φαίνεται να κατείχε γνωστή πανεπιστημιακή έδρα ούτε να διαμόρφωσε αυτοτελές φιλοσοφικό σύστημα· η σημασία του βρίσκεται κυρίως στις ιστορικοφιλοσοφικές μελέτες του.

Οι διαθέσιμες βιβλιογραφικές εγγραφές τον αναφέρουν ως γεννημένο το 1882. Στα μητρώα του Πανεπιστημίου του Μονάχου εμφανίζεται ως φοιτητής φιλοσοφίας, με τόπο γεννήσεως το Billigheim, κατά τα ακαδημαϊκά έτη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έλαβε διδακτορικό στη φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου το 1921.

Οι γνωστότερες μελέτες του

Το έργο του επικεντρώνεται κυρίως στη μεταφυσική, στην ιστορία των εννοιών και στις σχέσεις μεταξύ αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης φιλοσοφίας:
«Die Spiegelung des Universums in den Monaden bei Leibniz» — «Η αντανάκλαση του σύμπαντος στις μονάδες κατά τον Leibniz», Philosophisches Jahrbuch 41, 1928, σσ. 83–97.
«Die Wesenheit bei Johannes Scottus Eriugena» — μελέτη για την essentia ή οὐσία στον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη, Philosophisches Jahrbuch 43, 1930, σσ. 189–206.
«Schellings Verhältnis zu Aristoteles» — «Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη», Philosophisches Jahrbuch 47, 1934, σσ. 84–112.

Εισαγωγή

Έχουμε συνηθίσει να διαπιστώνουμε ότι, στις έρευνες της ιστορίας της φιλοσοφίας, η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη τυγχάνει μικρής προσοχής, μολονότι αποτελεί προφανώς σημαντικό στοιχείο της θεωρησιακής φιλοσοφίας του. Είναι αλήθεια ότι ο Schelling αρχίζει να αναφέρεται εκτενώς στον Αριστοτέλη μόλις κατά την τελευταία περίοδο των διανοητικών του κατασκευών, την περίοδο της λεγόμενης «θετικής» φιλοσοφίας· η ιδιομορφία, όμως, της σκέψεως του Schelling και των αποτελεσμάτων της μπορεί να κατανοηθεί μόνο εάν απομονώσουμε τα εμμενή, περισσότερο ή λιγότερο εμφανή συστατικά στοιχεία του πολυμεταβαλλόμενου συστήματός του, τα οποία στηρίζονται σε αριστοτελικές έννοιες.

Διότι αυτά, μαζί με άλλα πλατωνικά, πλωτινικά, σχολαστικά, σπινοζικά, λεϊβνίτεια, καντιανά και άλλα στοιχεία, αποτελούν, τρόπον τινά, τον σκελετό και τον φέροντα σκελετό, με τη βοήθεια των οποίων οικοδόμησε την ιδεαλιστική θεωρησιακή του σκέψη, η οποία απέβλεπε προς έναν ιδιότυπο ρεαλισμό.

Κατά την πρώτη του περίοδο, ισχυρότερη επίδραση άσκησαν επάνω του το πνεύμα του Kant, του Fichte και του Spinoza· από αυτούς, περισσότερο από κάθε άλλον τον ενθουσίασε ο πανθεϊσμός του Spinoza. Ο τελευταίος έδωσε ισχυρές ωθήσεις στη μετακαντιανή εποχή, όχι σε μικρό βαθμό εξαιτίας των ποιητικών στοιχείων που περιέχονταν σε αυτόν ή, μάλλον, που μπορούσαν να εισαχθούν σε αυτόν, και τα οποία έκαναν ενθουσιώδεις νέους να βλέπουν τον κόσμο μέσα σε ένα ιδεωδώς εξαγνισμένο φως, ενώ ο ολοένα ξηρότερος ορθολογισμός του Διαφωτισμού απειλούσε να καταπνίξει κάθε υψηλότερη αντίληψη της ζωής.

Όπως ακριβώς ο Spinoza, έτσι και ο Kant, παρά τον ξηρό και νηφάλιο τρόπο του, κατέστη ισχυρή πηγή εμπνεύσεως για τον ενθουσιασμό του Ρομαντισμού, κυρίως από τη φιλοσοφική του πλευρά. Στον Schelling, όπως και στους ρομαντικούς φιλοσόφους γενικότερα, ο Πλάτων και ο Πλωτίνος, με την ιδεαλιστική και αισθητική φιλοσοφία τους, άσκησαν φυσικά μεγάλη επιρροή.

Ο Fichte ήταν εκείνος που ουσιαστικά εισήγαγε τον Schelling στη φιλοσοφία, και τα ίχνη αυτού του ισχυρού στοχαστή προβάλλουν έντονα στο προσκήνιο κατά την πρώτη περίοδο. Μπροστά στην επιρροή του Kant, του Fichte και του Spinoza, οι παρορμήσεις που προέρχονταν από άλλους μεγάλους συστηματικούς φιλοσόφους, όπως ο Leibniz και ο Αριστοτέλης, αλλά και ο Bruno, υποχωρούν κατά την αρχική περίοδο.

Κατά την εκτίμηση των επιδράσεων δεν πρέπει, φυσικά, να περιορίζεται κανείς μόνο στα ορατά ίχνη, δηλαδή στα χωρία όπου οι συγκεκριμένοι στοχαστές αναφέρονται ονομαστικά· πρέπει μάλλον, πίσω από τις εκτιθέμενες σκέψεις, να αναζητεί το πρωταρχικό θεμέλιο, το οποίο δεν χρειάζεται να είναι ευδιάκριτο, αλλά με το οποίο συνδέεται η ιδιότυπη θεωρησιακή σκέψη ενός μεταγενέστερου φιλοσόφου.
Μολονότι ο Schelling δανείστηκε πολλά από πολλούς φιλοσόφους, επεξεργάστηκε αυτοτελώς τα αποτελέσματά τους και κατέκτησε νέες φιλοσοφικές προοπτικές. Βεβαίως, οι απόψεις σχετικά με την αξία τους, και ιδίως σχετικά με την αληθειακή τους αξία, διίστανται έντονα.
Το ιδιαίτερο επίτευγμά του είναι το σύστημα της ταυτότητας, του οποίου οι πρωταρχικές ρίζες πρέπει να αναζητηθούν στον Παρμενίδη, στον Πλωτίνο και στον Spinoza, και του οποίου η θεμελιώδης ιδέα είναι η ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου μέσα σε έναν περιεκτικό οργανισμό, το «Απόλυτο». Ο Hegel, ως άμεσος διάδοχος του Schelling, ενσωμάτωσε σε αυτόν τον οργανισμό τη «διαδικασία», την ανάπτυξη.

Οι σχέσεις του Hegel με τον Αριστοτέλη έχουν ήδη αποτελέσει επανειλημμένως αντικείμενο επιστημονικής συζητήσεως. Κατά τα τελευταία χρόνια, ιδίως ο Georg Lasson¹ επισημαίνει, στους προλόγους των νέων εκδόσεων των έργων του Hegel, τη συγγένεια του Hegel με τον Αριστοτέλη. Και ο Nicolai Hartmann² δημοσίευσε επίσης μια μελέτη σχετικά με τη σχέση του Hegel προς τον Αριστοτέλη.

Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρήθηκε ενθουσιώδης καλλιτέχνης-φιλόσοφος, αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν ως νηφάλιος στοχαστής της πραγματικότητας, μολονότι στα έργα του διασώζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό η ελληνική αίσθηση του ωραίου. Είναι μάλιστα παράδοξο ότι ένα φιλοσοφικό ρεύμα το οποίο απορρίπτει κάθε θεωρησιακή σκέψη και ποίηση μέσα στη φιλοσοφία, όπως ο νεοκαντιανισμός, παραπέμπει επανειλημμένως στον Πλάτωνα, τον θεωρησιακότερο από τους δύο στοχαστές.


Ο Αριστοτέλης, ο πραγματικός πατέρας της επιστήμης της φύσεως, δεν εκτιμάται ιδιαίτερα ούτε από τους εκπροσώπους των φυσικών επιστημών. Για τους φυσιοδίφες ο Αριστοτέλης είναι, με τη σειρά του, υπερβολικά θεωρησιακός και απομακρυσμένος από την πραγματικότητα· κατά τον ίδιο τρόπο και ο Hegel θεωρείται από τους φυσικούς επιστήμονες αργόσχολος θεωρησιακός στοχαστής και φαντασιοκόπος ξένος προς την πραγματικότητα.

Ο ίδιος ο Hegel, όπως και ο Schelling, ήθελε να στέκεται και με τα δύο πόδια μέσα στην πραγματική πραγματικότητα· βεβαίως, εκείνοι αντιλαμβάνονταν το πραγματικό κάπως διαφορετικά από ό,τι οι σημερινοί άνθρωποι. Για αυτούς δεν υπήρχε, πράγματι, κάποια ιδιαίτερη υπεραισθητή πραγματικότητα ούτε ένας υπερβατικός Θεός —αυτό, όμως, δεν ισχύει για την τελευταία περίοδο του Schelling—· αλλά το πνευματικό, ως το Απόλυτο, το οποίο για αυτούς αποτελούσε τη μόνη αληθινή πραγματικότητα, εφόσον θεωρούσαν τη φύση και τις διεργασίες της απλώς ως «απλό φαινόμενο», βρίσκεται μόνο μέσα στον κόσμο και όχι σε κάποιο επέκεινα.

Ο Hegel βρίσκεται δικαίως πλησιέστερα στον Αριστοτέλη από ό,τι ο Schelling, πράγμα που δεν μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω εδώ. Παρ’ όλα αυτά, ολόκληρη η τάση της φιλοσοφίας του Schelling, παρά τον εσφαλμένο καντιανισμό, τον σπινοζισμό, τον πλατωνισμό και τον νεοπλατωνισμό του, κατευθύνεται προς τον Αριστοτέλη.

Αυτό προκύπτει ιδιαίτερα καθαρά από τις συλλογιστικές πορείες της λεγόμενης «θετικής» φιλοσοφίας του, η οποία υποτίθεται ότι αντιτίθεται στην «αρνητική» φιλοσοφία, δηλαδή στο σύστημα του λόγου, που έχει ως βάση την Ιδέα ως απλό νοητικό κατασκεύασμα. Σκοπός του Schelling κατά την τελευταία περίοδό του ήταν να διαμορφώσει έναν φιλοσοφικό εμπειρισμό της αποκαλύψεως.

Η φιλοσοφία της αποκαλύψεως δεν είναι γι’ αυτόν τίποτε άλλο παρά εφαρμογή της θετικής φιλοσοφίας και της διδασκαλίας του περί δυνάμεων και Ιδεών στην ιστορία των θρησκειών, ιδίως του Χριστιανισμού, καθώς και στην ιστορία της φιλοσοφίας και του πολιτισμού εν γένει.

Ο εμπειρισμός του Schelling κατά την τελευταία περίοδό του δεν είναι σε καμία περίπτωση ο εμπειρισμός των φυσικών επιστημών· χρησιμοποιεί μάλλον ιστορικά γεγονότα, προκειμένου να οικοδομήσει υπέρλογες και ανορθολογικές κατασκευές.


Το ανορθολογικό, για τον Schelling, δεν συνίσταται σε κάποιο συναίσθημα ή βίωμα υπερβατικών γεγονότων, αλλά θεμελιώνεται στην ελεύθερη πράξη της θεϊκής, καθώς και της ανθρώπινης, προσωπικότητας, πράξη την οποία ο λόγος δεν μπορεί να συλλάβει.

Ο ορθολογισμός και ο διανοητισμός εξακολουθούν βεβαίως να αποτελούν τη βάση της φιλοσοφίας του Schelling ακόμη και κατά την τελευταία της περίοδο· καταλήγουν όμως σε έναν ανορθολογισμό της πράξεως και της δράσεως. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη: η γνώση, η σκέψη και η πράξη αλληλοσυμπληρώνονται.

Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη είναι, γι’ αυτόν τον λόγο, ιδιαίτερα στενή, επειδή και οι δύο —ο Schelling κυρίως κατά την πρώτη του περίοδο— διαθέτουν μια οργανική και δυναμική κοσμοθεωρία, η οποία διδάσκει την εμμένεια των Ιδεών, ή αντιστοίχως των γενών και των εννοιών, μέσα στον κόσμο και στον κόσμο ως σύμπαν, και όχι την υπερβατικότητα των πλατωνικών Ιδεών.

Στον Αριστοτέλη οι πλατωνικές Ιδέες μετασχηματίστηκαν σε γένη και έννοιες, τα οποία υπάρχουν και ενεργούν μέσα στα φυσικά πράγματα ως το καθολικό· στον Schelling, αντιθέτως, οι Ιδέες βρίσκονται πίσω από τα πράγματα ως θεμελιωτικές αρχές. Είναι το καντιανό «πράγμα καθ’ εαυτό».¹

Ο Schelling ομολογεί τελικά¹ ότι, για κάθε εννοιολογικό προσδιορισμό, προσέφευγε πάντοτε με προθυμία στον Αριστοτέλη. Γι’ αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε στη συζήτηση ορισμένων βασικών εννοιών της φιλοσοφίας του Schelling· όπως όμως ήδη υποδείχθηκε, δεν πρέπει να εξετάσουμε μόνο την ουσία των εννοιών, αλλά και το πνευματικό περιεχόμενο των σκέψεων που ενσαρκώνονται σε αυτές, στον βαθμό που σχετίζονται με τον Αριστοτέλη.

Όπως πληροφορούμαστε από τον G. L. Plitt, στο έργο Aus Schellings Leben und Briefen (Λειψία 1869), ο Schelling ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την αυτοτελή μελέτη του Αριστοτέλη στη μοναστηριακή σχολή του Bebenhausen στη Βυρτεμβέργη —εκπαιδευτικό ίδρυμα για ευαγγελικούς κληρικούς. Ο βιογράφος παρατηρεί σχετικά:²
«Φαίνεται, ωστόσο, ότι, όσον αφορά τον τελευταίο [τον Αριστοτέλη], εξοικειώθηκε κυρίως μόνο με επιμέρους έννοιες της αριστοτελικής φιλοσοφίας, μέσω της συγκεντρώσεως και αντιπαραβολής αριστοτελικών χωρίων».

Οι Ιδέες για μια φιλοσοφία της φύσεως


Θα στραφούμε τώρα στο κυριότερο έργο της πρώιμης περιόδου του Schelling, τις Ιδέες για μια φιλοσοφία της φύσεως ως εισαγωγή στη μελέτη αυτής της επιστήμης³, του έτους 1797, και θα εξετάσουμε μέσα σε αυτό το θέμα μας.

Ο Schelling ανέπτυξε, ως γνωστόν, τον δυναμικό οργανισμό της φύσεως που πραγματεύεται σε αυτό το έργο με αφετηρία τις φυσικοφιλοσοφικές διδασκαλίες του Kant, μολονότι η έννοια της οργανικής ενότητας και της σκοπιμότητας της φύσεως ανάγεται τελικά στην τελεολογία του Αριστοτέλη.

Σημαντικότερη για το θέμα μας είναι η ιδιότυπη χρήση των εννοιών οὐσία, ὕλη, εἶδος, υπόσταση, ουσία, ύλη και μορφή, τις οποίες ο Αριστοτέλης επεξεργάστηκε πρώτος συστηματικά. Ο Schelling δεν αναφέρει, βέβαια, στην παραπάνω πραγματεία το όνομα του Αριστοτέλη· παρ’ όλα αυτά, έχει δεχθεί ισχυρότατη γονιμοποίηση από εκείνον, όχι άμεσα μέσω των συγγραμμάτων του, αλλά μέσω ενδιάμεσων στοχαστών.

Το Απόλυτο, η ενότητα σκέψεως και είναι, το πρωταρχικό Ένα του Πλωτίνου, η υπόσταση του Spinoza και το καθολικό «Εγώ» του Fichte, διαιρείται στον Schelling σε υποκείμενο και αντικείμενο. Το τελευταίο αποτελεί την αντανάκλαση του υποκειμένου. Το υποκείμενο αντιπροσωπεύει την ύλη και το αντικείμενο τη μορφή.

Η έννοια της ύλης εξισώνεται με την έννοια της ουσίας. Με αυτήν πρέπει να εννοήσουμε την οὐσία του Αριστοτέλη και όχι την ὕλη, μολονότι στον Schelling, όπως θα δούμε αργότερα, υπάρχει μια νοητή ύλη, μια νοητή πρώτη ύλη, κατά το πρότυπο της νοητής ύλης των γενών και των ειδών, η οποία έχει διαπιστωθεί στον Αριστοτέλη.¹

Η ύλη είναι στον Schelling η «υποστατική ουσιότητα»², για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Geyser. Βεβαίως, αυτή η ουσιότητα είναι στον Schelling η σπινοζική υπόσταση, γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται συγχρόνως ως ύλη, μολονότι δεν έχει τίποτε το πραγματοειδές ή το υλικά εκτεταμένο.

Ο Schelling αποφεύγει την έννοια της υποστάσεως, επειδή το Απόλυτο δεν είναι κάτι ακίνητο, όπως στον Spinoza, αλλά ένα πνευματικό σύμπλεγμα δυνάμεων που βρίσκεται καθ’ εαυτό σε αδιάκοπη κίνηση. Το Απόλυτο είναι η καθολική δύναμη που βρίσκεται ως ενεργός αρχή στη βάση κάθε όντος, είτε πρόκειται για συνειδητό, σκεπτόμενο και εποπτεύον υποκείμενο είτε για αντικειμενική φύση.

Ολόκληρος ο κόσμος της εμπειρίας, δηλαδή η φύση, αποτελεί για τον Schelling, με την καντιανή έννοια, απλώς «φαινόμενο», πίσω από το οποίο βρίσκονται οι Ιδέες ως «πράγματα καθ’ εαυτά», διότι αυτές αποτελούν τις λειτουργίες του Απολύτου μέσα στην αιώνια δραστηριότητά του.

Ο Θεός του Schelling ασχολείται πάντοτε με την αντικειμενοποίηση του εαυτού του μέσω των Ιδεών μέσα στη φύση και με την υποκειμενοποίηση του εαυτού του μέσω του ανθρώπινου πνεύματος, με τη μεσολάβηση υποκειμενικών Ιδεών.

Μία από τις βασικές προτάσεις του Schelling στην πραγματεία Ιδέες για μια φιλοσοφία της φύσεως διατυπώνεται ως εξής:³
«Το Απόλυτο είναι μια αιώνια πράξη γνώσεως, η οποία είναι η ίδια για τον εαυτό της ύλη και μορφή· μια παραγωγή, μέσα στην οποία το Απόλυτο καθίσταται με αιώνιο τρόπο, μέσα στην ολότητά του, ως Ιδέα, ως καθαρή ταυτότητα, πραγματικότητα και μορφή, και αντιστρόφως, με εξίσου αιώνιο τρόπο, διαλύει τον εαυτό του μέσα στη μορφή, στην ουσία ή στο υποκείμενο».


Η ιδιότυπη σύνδεση των εννοιών της ύλης και της μορφής σε αυτόν τον ορισμό μάς παραπέμπει ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη.

Η διαδικασία μορφοποιήσεως του Απολύτου συντελείται μέσω των Ιδεών, καθώς αυτές συναθροίζονται σε διαδοχικές βαθμίδες μέσα σε «ενότητες» και μέσω αυτών ζωογονούνται. Αυτές οι ενότητες αποκαλούνται από τον Schelling «δυνάμεις» —Potenzen—, οι οποίες εμφανίζονται στο υποκείμενο και στο αντικείμενο, στο πνεύμα και στη φύση, και διαχέουν, τρόπον τινά, τις Ιδέες σε ολόκληρο τον κόσμο, στον κόσμον.

Το Απόλυτο, ο Θεός, είναι στον Schelling αδιάκοπα ενεργό κατά τρόπο δημιουργικό⁴, καθώς αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στην αιώνια διανοητική εποπτεία του και, κατά τη διαδικασία αυτή, παράγει τις Ιδέες.

Πρέπει, βεβαίως, να ειπωθεί ότι, στο σύνολό της, αυτή η σελλινγκιανή αντίληψη στηρίζεται περισσότερο στον Πλωτίνο και στον Spinoza· ωστόσο, η ιδιότυπη σύνδεση της ύλης ή ουσίας με τη μορφή είναι ειδικά αριστοτελική.

Άλλωστε, το πρωταρχικό Ένα του Πλωτίνου, μαζί με τον Νοῦ του, προέρχεται επίσης από έναν συνδυασμό πλατωνικών και αριστοτελικών διδασκαλιών, με την προσθήκη της παρμενίδειας ενότητας νοήσεως και είναι, καθώς και του πανθεϊσμού της Στοάς.

Τους όρους για τη γένεση και τη μεταμόρφωση των Ιδεών ο Schelling τους άντλησε από τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το καθολικό και το επιμέρους

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετική παρουσίαση. Ο Karl Eswein, μέσα από το άρθρο του, θέτει με σαφήνεια τον προβληματισμό του: η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη δεν είναι ούτε περιστασιακή ούτε επιφανειακή, αλλά θεμελιώδης για την κατανόηση της όλης πορείας του, ιδιαίτερα της μεταστροφής του προς έναν ιδιότυπο ρεαλισμό και τελικά προς τη «θετική» φιλοσοφία.
Ας συνοψίσω και ας σχολιάσω τα κεντρικά σημεία του Eswein, συμπληρώνοντάς τα με ορισμένες κρίσιμες διευκρινίσεις.

1. Η χρονολόγηση και η σημασία της αριστοτελικής επιρροής
Ο Eswein κάνει μια σημαντική επισήμανση: η ρητή αναφορά του Schelling στον Αριστοτέλη εντείνεται προς το τέλος της ζωής του, ωστόσο η εννοιολογική του οφειλή διατρέχει όλο του το έργο. Αυτό είναι ορθό. Η πρώιμη Φιλοσοφία της Φύσεως (1797) και το Σύστημα του Υπερβατολογικού Ιδεαλισμού (1800) είναι γεμάτα αριστοτελικές έννοιες (δύναμις-ενέργεια, ὕλη-εἶδος, οὐσία, σκοπιμότητα), έστω κι αν τις χρησιμοποιεί μέσα από το φίλτρο του Νεοπλατωνισμού, του Spinoza και του Kant. Ο Eswein τονίζει ότι ο Schelling δεν αντλεί απευθείας από τον Αριστοτέλη, αλλά μέσω μιας παράδοσης που τον έχει ήδη αφομοιώσει (σχολαστικισμός, Leibniz, ακόμα και ο ίδιος ο Kant στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης).

2. Η οργανική και δυναμική κοσμοθεωρία

Ο Eswein εντοπίζει τη βαθύτερη συγγένεια στη δυναμική αντίληψη της φύσης. Ο Schelling, όπως και ο Αριστοτέλης, βλέπει τη φύση όχι ως έναν παθητικό μηχανισμό, αλλά ως μια ενεργή δύναμη που εξελίσσεται. Η φύση είναι ορατή, η αόρατη πνευματική ζωή. Και εδώ βρίσκουμε την αριστοτελική αντίληψη της ἐντελέχειας (ενέργεια-πραγμάτωση), που είναι η εσωτερική σκοπιμότητα που ωθεί κάθε ον προς την ολοκλήρωσή του. Ο Schelling, όπως και ο Αριστοτέλης, απορρίπτει τον πλατωνικό χωρισμό των Ιδεών σε έναν υπερουράνιο τόπο. Οι Ιδέες του Schelling, όπως και τα είδη του Αριστοτέλη, εμμένουν στον κόσμο.

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά, την οποία ο Eswein θίγει αλλά δεν αναλύει πλήρως: στον Αριστοτέλη, το εἶδος (μορφή) και ἡ ὕλη (ύλη) είναι αρχές του φυσικού όντος. Στον Schelling, η ύλη και η μορφή γίνονται νοητές δυνάμεις (Potenzen) του ίδιου του Απολύτου. Ο Schelling πνευματοποιεί την αριστοτελική υλομορφισμό, μετατρέποντάς τον σε έναν ιδεαλιστικό δυναμισμό.

3. Η σχέση με τον Hegel

Ο Eswein κάνει μια πολύ ορθή σύγκριση: ο Hegel είναι πιο κοντά στον Αριστοτέλη από τον Schelling. Γιατί; Διότι ο Hegel ενσωμάτωσε στη φιλοσοφία του την αριστοτελική λογική και την κίνηση της σκέψης ως αυτοανάπτυξη της έννοιας. Ο Hegel συμφωνεί με τον Αριστοτέλη ότι η σκέψη είναι η σκέψη της σκέψης (νόησις νοήσεως) και ότι η λογική είναι το ίδιο το πραγματικό. Ο Schelling, αντιθέτως, κρατά πάντα ένα υπόλοιπο ανορθολογικού (τον «ανυπόθετο» χαρακτήρα του Απολύτου, την ελεύθερη πράξη), που τον φέρνει πιο κοντά στον Πλωτίνο.

4. Ο ανορθολογισμός της πράξης

Αυτό είναι το πιο γόνιμο σημείο της ανάλυσης του Eswein. Τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο ύστερος Schelling αναγνωρίζουν ότι η φιλοσοφία δεν εξαντλείται στη θεωρητική γνώση. Ο Αριστοτέλης, με τα Ηθικά Νικομάχεια, δείχνει ότι η σοφία (σοφία) κορυφώνεται στην πρακτική σοφία (φρόνησις) και στην ευδαιμονία, που είναι ενέργεια. Ο Schelling, στην τελευταία του περίοδο, βλέπει το απόλυτο ως πράξη (Tat), ως ελεύθερη αυτοαποκάλυψη του Θεού. Αυτό υπερβαίνει τον καθαρό λόγο (αρνητική φιλοσοφία) και εισέρχεται στο πεδίο της ιστορίας και της αποκάλυψης (θετική φιλοσοφία). Ο Eswein βλέπει εδώ μια αριστοτελική τροπή: η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά οδηγεί και συμπληρώνεται από την πράξη.

5. Η κριτική στην έννοια της «ύλης»
Ο Eswein διορθώνει μια πιθανή παρεξήγηση: όταν ο Schelling μιλά για «ύλη» (Materie), δεν εννοεί την αισθητή, υλική ύλη του Αριστοτέλη, αλλά την πρώτη ύλη (πρώτη ὕλη) ως «δύναμη» ή «αρχή». Ο Eswein αναφέρει πολύ σωστά ότι ο Schelling ταυτίζει την έννοια της ύλης με την έννοια της ουσίας (οὐσία) και της υποκειμενικότητας. Αυτή η ταύτιση είναι αντι-αριστοτελική, διότι για τον Αριστοτέλη η οὐσία είναι το σύνθετο ύλης και μορφής, ή η ίδια η μορφή. Ο Schelling όμως, ως ιδεαλιστής, θεωρεί ότι η αληθινή ουσία είναι η νοητική αρχή (το υποκείμενο), και η φυσική ύλη είναι απλώς το φαινόμενό της. Εδώ ο Eswein δείχνει την ικανότητά του να διακρίνει την επίδραση από την οικειοποίηση.

6. Η θεμελιώδης διαφορά: ο Θεός ως Πρόσωπο

Παρόλο που ο Eswein εστιάζει στις ομοιότητες, θα μπορούσε να τονίσει περισσότερο τη ρήξη: ο Αριστοτέλης έχει έναν Θεό που είναι «σκέψη σκέψεως» και είναι ακίνητος κινητήρας, έλκει τα πάντα ως τελικό αίτιο χωρίς να επηρεάζεται. Ο ύστερος Schelling, αντιθέτως, έχει έναν ζωντανό, προσωπικό Θεό, που ενεργεί στην ιστορία, αποκαλύπτεται και είναι ένας Θεός-δημιουργός (με την ιουδαιοχριστιανική έννοια). Αυτός είναι ο λόγος που ο Schelling υπερβαίνει τον Αριστοτέλη και πλησιάζει στον Θεϊσμό. Η σύνδεση του Αριστοτέλη με τον χριστιανικό Θεό είναι μια μεσαιωνική σχολαστική κίνηση, την οποία ο Schelling επαναφέρει με δικό του τρόπο.

Συμπερασματική αποτίμηση του άρθρου του Eswein
Ο Eswein καταφέρνει να δείξει ότι η σχέση Schelling-Αριστοτέλης είναι μια υπόγεια, αλλά ουσιαστική συνομιλία. Δεν πρόκειται για μια απλή ιστορική επίδραση, αλλά για μια δομική αναλογία:

Και οι δύο είναι ρεαλιστές (ακόμα κι αν ο Schelling ξεκινά ως ιδεαλιστής, ο σκοπός του είναι η κατάκτηση του πραγματικού).

Και οι δύο πιστεύουν στην εμμένεια του νοητού στον αισθητό κόσμο.

Και οι δύο βλέπουν τη φιλοσοφία ως μια κίνηση προς την πράξη.

Ο Schelling, με τη θεωρία των Δυνάμεων (Potenzen), δημιουργεί έναν δυναμικό υλομορφισμό, όπου η εξέλιξη της φύσης είναι η εσωτερική αυτοαποκάλυψη του Απολύτου.

Η κριτική του Eswein είναι διακριτικά αλλά ξεκάθαρα αντι-ιδεαλιστική. Στο τέλος, δείχνει ότι η στροφή του Schelling στον Αριστοτέλη είναι μια προσπάθεια να ξεφύγει από την αποξένωση του καντιανού φαινομένου και να βρει ένα έδαφος για μια πραγματική οντολογία, κάτι που ο Hegel κατάφερε καλύτερα. Ο Schelling, σύμφωνα με τον Eswein, παραμένει πάντα ένας «ιδεαλιστής του ανορθολογικού», που χρησιμοποιεί τον Αριστοτέλη για να δικαιολογήσει την ελεύθερη, δημιουργική πράξη, αντί για την ψυχρή νοητική δομή.