Συνέχεια από: Τρίτη 21. Ιουλίου 2026
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (247)
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
III. Ο αποικιακός και αγωνιστικός άνθρωπος
I. Εισαγωγικά
II. Ο ηρωικός άνθρωπος
III. Ο αποικιακός και αγωνιστικός άνθρωπος
IV. Ο άνθρωπος του 5ου αιώνα
V. Ο άνθρωπος του 4ου αιώνα έως τον Αλέξανδρο
VI. Ο ελληνιστικός άνθρωπος
Ως αποικιακή και αγωνιστική εποχή χαρακτηρίζουμε ολόκληρη την περίοδο από την ολοκλήρωση της καθόδου των Δωριέων έως σχεδόν το τέλος του 6ου αιώνα, δηλαδή την εποχή την οποία θα μπορούσε κανείς, κατά κάποιον τρόπο, να αποκαλέσει ελληνικό Μεσαίωνα. Η διαίρεση αυτή, όπως κάθε διαίρεση, είναι αυθαίρετη, μπορεί όμως να μας χρησιμεύσει ως προσωρινό βοήθημα, αφού είμαστε υποχρεωμένοι να διευθετήσουμε το υλικό όσο καλύτερα μπορούμε και να επιλέξουμε τις ονομασίες a potiori, δηλαδή με βάση το επικρατέστερο χαρακτηριστικό.
Η κατάσταση του έθνους κατά την περίοδο αυτή καθορίζεται από δύο μεγάλες μεταβολές: τη δωρική κάθοδο και τον αποικισμό. Η δωρική κάθοδος¹, στην οποία μπορούμε κατά βάθος να διακρίνουμε τον τελευταίο Νόστο —μόνο που δεν πρόκειται για επιστροφή από το Ίλιο—, δεν δημιουργεί απλώς οριστικές εγκαταστάσεις, επάνω στις οποίες θα οικοδομηθεί στη συνέχεια ο μόνιμος πολιτισμός· δημιουργεί προπάντων την πόλη, δηλαδή τη μορφή που προσλαμβάνουν έκτοτε αυτές οι εγκαταστάσεις. Διαφορετικές αιτίες οδηγούν εδώ στον ίδιο οργανισμό: τόσο η ίδια η κατάκτηση όσο και η αντίσταση εναντίον της —όπως στην Αθήνα—, καθώς και η φυγή από αυτήν —όπως στην Ιωνία.
Όταν όμως αυτή η πόλη, κατά τη διάρκεια τριών αιώνων, εξελίχθηκε κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργηθούν πολυάριθμα τμήματα του πληθυσμού αποκλεισμένα από την ιδιοκτησία, το γεγονός αυτό αποτέλεσε την κυριότερη ώθηση για τη δεύτερη μεταβολή: την αποστολή αποίκων.
Με την κάθοδο παγιώνονται αντιθέσεις οι οποίες, σε γενικές γραμμές, δεν εξομαλύνθηκαν ποτέ πλέον. Οι Δωριείς είναι κατακτητές που εισέβαλαν από την ξηρά και ιδρυτές κρατών, αρκετά ισχυροί ώστε, τουλάχιστον στο νότιο τμήμα της Πελοποννήσου, να μην αφομοιωθούν από τους Αχαιούς. Οι Ίωνες είναι πρόσφυγες που διέφυγαν διά θαλάσσης και απέκτησαν εκεί εδάφη πόλεων, είτε βρήκαν ήδη υπάρχουσες τις συγκεκριμένες πόλεις —την Έφεσο, τη Μίλητο και άλλες— είτε τις οικοδόμησαν οι ίδιοι.
Ήλθαν από τη θάλασσα και θα ζήσουν ως θαλασσινός λαός· και στον ίδιο τρόπο ζωής φαίνεται ότι παραδόθηκαν και εκείνοι οι Δωριείς της Πελοποννήσου που κατέλαβαν τη νοτιοδυτική γωνία της Μικράς Ασίας.² Στην κυρίως Ελλάδα, αντιθέτως, οι Θεσσαλοί, προερχόμενοι από την Ήπειρο, καταλαμβάνουν τη Θεσσαλία· οι Άρνες, τους οποίους εκείνοι εκτόπισαν, κινούνται προς νότον, νικούν τους Καδμείους και τους Μινύες του Ορχομενού και γίνονται Βοιωτοί· οι Αιτωλοί καταλαμβάνουν την Ήλιδα· Αχαιοί από το νότιο τμήμα της Πελοποννήσου έρχονται στην Αχαΐα και εκτοπίζουν τους Ίωνες που κατοικούσαν εκεί· η Μυτιλήνη, η Κύμη και η Σμύρνη είναι αχαϊκές-αιολικές αποικίες, ενώ η Φώκαια είναι φωκική.
Το αν η συμβολή της Αθήνας στον εποικισμό της Μικράς Ασίας ήταν υποτιθέμενη ή πραγματική, το αφήνουμε ανοιχτό· σε κάθε περίπτωση, οι Αθηναίοι ισχυρίζονταν αργότερα ότι εκείνοι είχαν ηγηθεί της αποδημίας. Πιθανή όμως συνέπεια της δημιουργίας ελληνικών πόλεων στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας ήταν η καταβύθιση και η εξαφάνιση των παλαιότερων φυλών, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί μόνο κατά το ήμισυ ως ελληνικές: των Καρών, των Λελέγων και των Πελασγών. Οι Λάρισές τους παραμένουν από την εποχή αυτή έρημες, και τα υπολείμματά τους που εξακολουθούν να υπάρχουν αργότερα εμφανίζονται ήδη ως βάρβαρα.³
Ενώ όμως η Ιωνία καθίσταται μία από τις κύριες εστίες του ενεργού ελληνικού πνεύματος και οι Έλληνες εξαπλώνονται ισχυρά και στη νότια Μικρά Ασία και στην Κύπρο, στην κυρίως Ελλάδα η έννοια της «Ελλάδας» περιορίζεται ολοένα περισσότερο.
Όχι μόνο οι Ηπειρώτες —στη χώρα των οποίων βρίσκονταν τόσο η Δωδώνη όσο και η αρχαιότερη «Ελλάδα»—, αλλά και οι πολύ εγγύτερες χώρες της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, οι οποίες ήταν μυθικά περίφημες κατά την ηρωική εποχή, θεωρούνται βαρβαρικές. Ακόμη και η Θεσσαλία αποξενώνεται αρκετά από τους Έλληνες, μολονότι εξακολουθούν να υφίστανται εξωτερικές μορφές συνδέσεως· και η Μακεδονία εξαφανίζεται από τον ορίζοντά τους ακριβώς κατά την εποχή κατά την οποία αποκτά βασιλικό οίκο Ηρακλειδών-Τημενιδών.
Θα φανεί ότι η πραγμάτωση του αγωνιστικού ιδεώδους δημιούργησε μια νέα έννοια του ελληνισμού. Από αυτή την άποψη είχε μεγάλη σημασία το γεγονός ότι η κυρίως Ελλάδα, με τη στενότερη έννοια του όρου, εξασφάλισε μονίμως τους τέσσερις μεγάλους τόπους εορτών, στους οποίους συγκεντρώνονταν πλέον άνθρωποι από ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο· όποιος δεν συμμετείχε πλήρως σε αυτούς θεωρούνταν έκτοτε βάρβαρος.
Εάν ήδη με τη δωρική κάθοδο και τις κινήσεις που αυτή προκάλεσε μεταβλήθηκε αισθητά η γεωγραφική εξάπλωση του ενεργού και συνειδητού ελληνικού έθνους, η μεταβολή αυτή συνεχίστηκε δύο έως τρεις αιώνες μετά την εισβολή των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο μέσω του μεγάλου αποικιακού κινήματος. Πρόκειται για ένα γεγονός το οποίο, δεδομένου ότι η Ελλάδα μπορούσε συγχρόνως να διαθέτει και πλήθος μισθοφόρων σε όλες τις χώρες του κόσμου, προϋποθέτει μια πραγματικά τεράστια βιολογική γονιμότητα του έθνους.
Υπήρχε τότε και ένας άλλος μεγάλος αποικιακός λαός, ο καρχηδονιακός. Η Καρχηδόνα, που ιδρύθηκε στις αρχές του 9ου αιώνα, απέστειλε πλήθος αποικιών και θεμελίωσε με αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον σχετικά, τη μεγαλύτερη εμπορική επιχείρηση της παγκόσμιας ιστορίας· διότι η πόλη ήταν αναμφίβολα πλουσιότερη σε χρήμα από την περσική μοναρχία.
Ωστόσο, η μητρόπολη Καρχηδόνα αποτελούσε και τον μοναδικό γενικό εμπορικό κόμβο της επικράτειας. Μόνο το λιμάνι της ήταν ανοικτό στα πλοία όλων των εθνών· σε καμία αποικία δεν επιτρεπόταν να προσορμιστεί ξένο πλοίο, με ποινή τον καταποντισμό του (καταποντοῖν). Ο υπολογισμός ήταν ότι δεν έπρεπε να έρχονται ξένοι και να μπορούν, στις αγορές των βαρβάρων, να εκτοπίζουν τους Καρχηδονίους προσφέροντας τα προϊόντα τους σε χαμηλότερες τιμές.
Θεμέλιο αυτής της ισχύος ήταν ο τεράστιος πλούτος και ένα γιγαντιαίο σύστημα μισθοφορικού στρατού. Η Καρχηδόνα ήταν αρκετά πλούσια ώστε να στρατολογεί στρατεύματα από όλους τους λαούς και όλες τις φυλές. Γενικά, κάθε ζήτημα ήταν χρηματικό ζήτημα, και ολόκληρη η καρχηδονιακή πολιτική υπαγόταν στις στήλες του χρεωστικού και του πιστωτικού ενός απέραντου γενικού λογιστικού βιβλίου. Όλα αυτά μπορούσαν να λειτουργούν έως ότου εμφανιστεί κάποιος ισχυρότερος, ο οποίος θα καθιστούσε αδύνατη για τους Καρχηδονίους τη στρατολόγηση μισθοφόρων.
Το κράτος, όμως, ήταν κατά βάθος μόνο η πρωτεύουσα, της οποίας ο πληθυσμός απαλλασσόταν από τη φορολογία και απολάμβανε κάθε είδους προνόμια. Στην κορυφή του συνόλου, εκτός από τους δύο σουφήτες, βρισκόταν, με τη μορφή του συμβουλίου των Εκατό, τα μέλη του οποίου εκλέγονταν ισοβίως, ένα είδος αριστοκρατίας. Θα πρέπει να επρόκειτο για μια αρκετά παράξενη κυβέρνηση.
Οτιδήποτε όμως άγγιζε η Καρχηδόνα μεταβαλλόταν, προς τα πάνω, σε κυριαρχία και, προς τα κάτω, σε δουλεία. Για να παραμείνει, λόγου χάρη, κυρίαρχη στη Σικελία, παρέλυσε τεχνητά τον λαό, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες. Γι’ αυτό και η πόλη ήταν βαθιά μισητή από όλους τους υπηκόους της· με τον καιρό μάλιστα έγινε αντικείμενο σφοδρότατου μίσους ακόμη και από τις πλησιέστερες πόλεις, τις οποίες η ίδια είχε ιδρύσει και εποικίσει με αποικίες πολιτών, όπως η Ουτίκη, η Λέπτις και άλλες, πολύ περισσότερο δε από τη Σικελία, τη Σαρδηνία, τις Βαλεαρίδες και την Ισπανία.
Οι υποτελείς πόλεις της Καρχηδόνας δεν μπορούν καθόλου να θεωρηθούν αποικίες με την αληθινή σημασία της λέξεως. Εφόσον, όπως ολόκληρη η επικράτεια, υπήρχαν αποκλειστικά για να εξασφαλίζουν μια αναγκαστική αγορά και διάθεση των προϊόντων, καμία από αυτές, όσο υπήρχε η πρωτεύουσα, δεν εξελίχθηκε σε εμπορική πόλη. Το εμπόριο, οι δασμοί, οι φόροι υποτέλειας, τα μεταλλεία — όλα ήταν μονοπωλημένα.
Δεν ήταν, επομένως, απώλεια το ότι έλαβε τέλος η μεγαλοπρέπεια αυτής της πόλεως, η οποία στηριζόταν σε επονείδιστη εκμετάλλευση και απόλυτο εγωισμό και ασκούσε αδιαίρετα τόσο την κυριαρχία όσο και την κατοχή. Δεν θέλουμε γι’ αυτό να αρνηθούμε τις καλές ιδιότητες του καρχηδονιακού χαρακτήρα· και είναι αλήθεια ότι η Καρχηδόνα αφανίστηκε με μεγαλειώδη τρόπο κατά τον Τρίτο Καρχηδονιακό Πόλεμο.
Απέναντι σε αυτή την ενότητα, την οποία δημιούργησε η φυλή του Χαμ, και ακολουθώντας την επίσης προς τη δυτική λεκάνη της Μεσογείου, ορθώνεται μια ασύγκριτη πολλαπλότητα: οι αποικίες των Ελλήνων, οι οποίες, με την πάροδο του χρόνου, περιέβαλαν ένα πολύ μεγάλο μέρος του βαρβαρικού κόσμου με ένα λαμπρό περίγραμμα παραθαλάσσιων πόλεων.
Η διαδικασία με την οποία πραγματοποιήθηκε αυτό, από τα μέσα του 8ου έως τα μέσα του 6ου αιώνα, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να προκαλεί την κατάπληξη του παρατηρητή. Ας επιχειρήσουμε πρώτα να αποκτήσουμε μια συνολική εικόνα αυτού του τεράστιου επιτεύγματος της φυλής του Ιάφεθ.
Η ίδρυση της Καμπανικής Κύμης από κατοίκους της Ευβοϊκής Κύμης λέγεται ότι ανάγεται ακόμη και στον 11ο αιώνα π.Χ. Από αυτήν προήλθαν αργότερα η Δικαιάρχεια και η Νεάπολη. Για εμάς, όμως, αυτή η πρώτη ίδρυση παραμένει μεμονωμένη και αμφίβολη, επειδή τη χωρίζουν τουλάχιστον διακόσια χρόνια από όλες τις επόμενες.
Εάν τώρα, κατά την απαρίθμησή μας, ξεκινήσουμε από την κυρίως Ελλάδα, έρχονται πρώτα απ’ όλα οι αποικίες της Κορίνθου, η οποία βρεχόταν από δύο θάλασσες: στη Σικελία οι Συρακούσες (735), από τις οποίες ιδρύθηκαν στη συνέχεια οι Άκρες και η Έννα· στα βορειοδυτικά η Κέρκυρα (706) και η θυγατρική της πόλη, η Επίδαμνος (626), καθώς και η Αμβρακία, η Λευκάδα, το Ανακτόριο και η Απολλωνία· τέλος, στην θρακική χερσόνησο της Παλλήνης, η Ποτίδαια.
Από τις μεγαρικές αποικίες πρέπει να αναφερθούν τα Υβλαία Μέγαρα στη Σικελία (729), η θυγατρική τους πόλη Σελινούντας (629) και, κατόπιν, στον βορρά και στην ανατολή: η Χαλκηδόνα (685), η Σηλυμβρία, το Βυζάντιο (660), καθώς και η ποντική Ηράκλεια, μητρόπολη της Χερσονήσου, της σημερινής Σεβαστουπόλεως.
Από την αχαϊκή-ιωνική Αιγιαλεία προήλθαν η Σύβαρις (709) και ο Κρότων (708). Μία από τις είκοσι πέντε αποικίες της πρώτης, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονταν στις ακτές του Τυρρηνικού πελάγους, ήταν η Ποσειδωνία, το μεταγενέστερο Παίστο.
Οι Οζολοί Λοκροί ίδρυσαν στην Ιταλία τους Επιζεφύριους Λοκρούς, περίπου το 700· οι Σπαρτιάτες ίδρυσαν τον Τάραντα το 705, από όπου αργότερα —από κοινού με τους Θουρίους— ιδρύθηκε στις εκβολές του Σίρι ποταμού η Σίρις, δηλαδή η Ηράκλεια. Ως μητρόπολη αναρίθμητων πόλεων γνωρίζουμε επίσης τη Χαλκίδα της Εύβοιας. Λίγα μόλις χρόνια πριν από την ίδρυση των Συρακουσών ιδρύθηκε από αυτήν στη Σικελία η Νάξος (741), από την οποία προήλθαν κατόπιν η Κατάνη και οι Λεοντίνοι· επίσης η Ζάγκλη —με συμμετοχή αποίκων από την Κύμη— και, στην ιταλική πλευρά του πορθμού, το Ρήγιο, πριν από το 700· ακόμη, στη Σικελία, η Ιμέρα (650) και, πάλι προς βορρά, στη χερσόνησο της Χαλκιδικής, όχι λιγότερες από τριάντα δύο πόλεις. Η γειτονική Ερέτρια, η οποία συμμετείχε εν μέρει και σε αυτές τις ιδρύσεις, επέλεξε για τις δικές της αποικιακές επιχειρήσεις κυρίως τον δυτικότερο βραχίονα της Χαλκιδικής, την Παλλήνη.
Ροδιακές-κρητικές, επομένως δωρικές, αποικίες ήταν κατά τον 7ο αιώνα η Γέλα και η μεταγενέστερα διασημότερη θυγατρική της πόλη, ο Ακράγας. Από την Κνίδο —από κοινού με τη Ρόδο— αποικίστηκαν οι Λιπαρές νήσοι· από τη Θήρα ιδρύθηκε η ένδοξη Κυρήνη, περίπου το 632, η οποία, μαζί με τις θυγατρικές της πόλεις Βάρκη, Ταύχειρα και Ευεσπερίδες, σχημάτισε μια Ελληνολιβύη εξαιρετικά ιδιόμορφου χαρακτήρα.
Από τις Κυκλάδες, η Νάξος συμμετείχε μαζί με τη Χαλκίδα στην ίδρυση της σικελικής Νάξου. Η Άνδρος ίδρυσε την Άκανθο, τα Στάγειρα —την πατρίδα του Αριστοτέλη—, καθώς και την Άργιλο και τη Σάνη στον Στρυμονικό κόλπο. Οι Πάριοι αποίκισαν, όπως είναι γνωστό, με τη συμμετοχή του συμπολίτη τους Αρχιλόχου, τη νήσο Θάσο (681), από την οποία ιδρύθηκαν κατόπιν η Απολλωνία, η Γαληψός και η Οισύμη στις θρακικές ακτές. Ίωνες από την Τέω ίδρυσαν τα θρακικά Άβδηρα.
Και τώρα οι αποικίες των άλλων πόλεων της Μικράς Ασίας και των νησιών που συνδέονταν με αυτές. Ήδη στις αρχές του 8ου αιώνα η Μίλητος ίδρυσε τη Σινώπη, θυγατρική πόλη της οποίας ήταν η Τραπεζούντα (756).
Αφού έγινε αυτή η αρχή, κατά την ίδια περίπου εποχή κατά την οποία οι Μεγαρείς εγκαθίσταντο στον Βόσπορο, αποικίστηκαν από την ίδια τη Μίλητο ο Ελλήσποντος και η Προποντίδα. Στην Προποντίδα η Κύζικος έγινε μιλησιακή πόλη και αποικίστηκε, περίπου το 700, η νήσος Προκόννησος· στον Ελλήσποντο ιδρύθηκαν η Άβυδος, το Πάριον και η Λάμψακος (652).
Και σύντομα ακολουθεί, κατά μήκος των δυτικών και βόρειων ακτών του Εύξεινου Πόντου
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
III. Ο αποικιακός και αγωνιστικός άνθρωπος
I. Εισαγωγικά
II. Ο ηρωικός άνθρωπος
III. Ο αποικιακός και αγωνιστικός άνθρωπος
IV. Ο άνθρωπος του 5ου αιώνα
V. Ο άνθρωπος του 4ου αιώνα έως τον Αλέξανδρο
VI. Ο ελληνιστικός άνθρωπος
Ως αποικιακή και αγωνιστική εποχή χαρακτηρίζουμε ολόκληρη την περίοδο από την ολοκλήρωση της καθόδου των Δωριέων έως σχεδόν το τέλος του 6ου αιώνα, δηλαδή την εποχή την οποία θα μπορούσε κανείς, κατά κάποιον τρόπο, να αποκαλέσει ελληνικό Μεσαίωνα. Η διαίρεση αυτή, όπως κάθε διαίρεση, είναι αυθαίρετη, μπορεί όμως να μας χρησιμεύσει ως προσωρινό βοήθημα, αφού είμαστε υποχρεωμένοι να διευθετήσουμε το υλικό όσο καλύτερα μπορούμε και να επιλέξουμε τις ονομασίες a potiori, δηλαδή με βάση το επικρατέστερο χαρακτηριστικό.
Η κατάσταση του έθνους κατά την περίοδο αυτή καθορίζεται από δύο μεγάλες μεταβολές: τη δωρική κάθοδο και τον αποικισμό. Η δωρική κάθοδος¹, στην οποία μπορούμε κατά βάθος να διακρίνουμε τον τελευταίο Νόστο —μόνο που δεν πρόκειται για επιστροφή από το Ίλιο—, δεν δημιουργεί απλώς οριστικές εγκαταστάσεις, επάνω στις οποίες θα οικοδομηθεί στη συνέχεια ο μόνιμος πολιτισμός· δημιουργεί προπάντων την πόλη, δηλαδή τη μορφή που προσλαμβάνουν έκτοτε αυτές οι εγκαταστάσεις. Διαφορετικές αιτίες οδηγούν εδώ στον ίδιο οργανισμό: τόσο η ίδια η κατάκτηση όσο και η αντίσταση εναντίον της —όπως στην Αθήνα—, καθώς και η φυγή από αυτήν —όπως στην Ιωνία.
Όταν όμως αυτή η πόλη, κατά τη διάρκεια τριών αιώνων, εξελίχθηκε κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργηθούν πολυάριθμα τμήματα του πληθυσμού αποκλεισμένα από την ιδιοκτησία, το γεγονός αυτό αποτέλεσε την κυριότερη ώθηση για τη δεύτερη μεταβολή: την αποστολή αποίκων.
Με την κάθοδο παγιώνονται αντιθέσεις οι οποίες, σε γενικές γραμμές, δεν εξομαλύνθηκαν ποτέ πλέον. Οι Δωριείς είναι κατακτητές που εισέβαλαν από την ξηρά και ιδρυτές κρατών, αρκετά ισχυροί ώστε, τουλάχιστον στο νότιο τμήμα της Πελοποννήσου, να μην αφομοιωθούν από τους Αχαιούς. Οι Ίωνες είναι πρόσφυγες που διέφυγαν διά θαλάσσης και απέκτησαν εκεί εδάφη πόλεων, είτε βρήκαν ήδη υπάρχουσες τις συγκεκριμένες πόλεις —την Έφεσο, τη Μίλητο και άλλες— είτε τις οικοδόμησαν οι ίδιοι.
Ήλθαν από τη θάλασσα και θα ζήσουν ως θαλασσινός λαός· και στον ίδιο τρόπο ζωής φαίνεται ότι παραδόθηκαν και εκείνοι οι Δωριείς της Πελοποννήσου που κατέλαβαν τη νοτιοδυτική γωνία της Μικράς Ασίας.² Στην κυρίως Ελλάδα, αντιθέτως, οι Θεσσαλοί, προερχόμενοι από την Ήπειρο, καταλαμβάνουν τη Θεσσαλία· οι Άρνες, τους οποίους εκείνοι εκτόπισαν, κινούνται προς νότον, νικούν τους Καδμείους και τους Μινύες του Ορχομενού και γίνονται Βοιωτοί· οι Αιτωλοί καταλαμβάνουν την Ήλιδα· Αχαιοί από το νότιο τμήμα της Πελοποννήσου έρχονται στην Αχαΐα και εκτοπίζουν τους Ίωνες που κατοικούσαν εκεί· η Μυτιλήνη, η Κύμη και η Σμύρνη είναι αχαϊκές-αιολικές αποικίες, ενώ η Φώκαια είναι φωκική.
Το αν η συμβολή της Αθήνας στον εποικισμό της Μικράς Ασίας ήταν υποτιθέμενη ή πραγματική, το αφήνουμε ανοιχτό· σε κάθε περίπτωση, οι Αθηναίοι ισχυρίζονταν αργότερα ότι εκείνοι είχαν ηγηθεί της αποδημίας. Πιθανή όμως συνέπεια της δημιουργίας ελληνικών πόλεων στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας ήταν η καταβύθιση και η εξαφάνιση των παλαιότερων φυλών, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί μόνο κατά το ήμισυ ως ελληνικές: των Καρών, των Λελέγων και των Πελασγών. Οι Λάρισές τους παραμένουν από την εποχή αυτή έρημες, και τα υπολείμματά τους που εξακολουθούν να υπάρχουν αργότερα εμφανίζονται ήδη ως βάρβαρα.³
Ενώ όμως η Ιωνία καθίσταται μία από τις κύριες εστίες του ενεργού ελληνικού πνεύματος και οι Έλληνες εξαπλώνονται ισχυρά και στη νότια Μικρά Ασία και στην Κύπρο, στην κυρίως Ελλάδα η έννοια της «Ελλάδας» περιορίζεται ολοένα περισσότερο.
Όχι μόνο οι Ηπειρώτες —στη χώρα των οποίων βρίσκονταν τόσο η Δωδώνη όσο και η αρχαιότερη «Ελλάδα»—, αλλά και οι πολύ εγγύτερες χώρες της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, οι οποίες ήταν μυθικά περίφημες κατά την ηρωική εποχή, θεωρούνται βαρβαρικές. Ακόμη και η Θεσσαλία αποξενώνεται αρκετά από τους Έλληνες, μολονότι εξακολουθούν να υφίστανται εξωτερικές μορφές συνδέσεως· και η Μακεδονία εξαφανίζεται από τον ορίζοντά τους ακριβώς κατά την εποχή κατά την οποία αποκτά βασιλικό οίκο Ηρακλειδών-Τημενιδών.
Θα φανεί ότι η πραγμάτωση του αγωνιστικού ιδεώδους δημιούργησε μια νέα έννοια του ελληνισμού. Από αυτή την άποψη είχε μεγάλη σημασία το γεγονός ότι η κυρίως Ελλάδα, με τη στενότερη έννοια του όρου, εξασφάλισε μονίμως τους τέσσερις μεγάλους τόπους εορτών, στους οποίους συγκεντρώνονταν πλέον άνθρωποι από ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο· όποιος δεν συμμετείχε πλήρως σε αυτούς θεωρούνταν έκτοτε βάρβαρος.
Εάν ήδη με τη δωρική κάθοδο και τις κινήσεις που αυτή προκάλεσε μεταβλήθηκε αισθητά η γεωγραφική εξάπλωση του ενεργού και συνειδητού ελληνικού έθνους, η μεταβολή αυτή συνεχίστηκε δύο έως τρεις αιώνες μετά την εισβολή των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο μέσω του μεγάλου αποικιακού κινήματος. Πρόκειται για ένα γεγονός το οποίο, δεδομένου ότι η Ελλάδα μπορούσε συγχρόνως να διαθέτει και πλήθος μισθοφόρων σε όλες τις χώρες του κόσμου, προϋποθέτει μια πραγματικά τεράστια βιολογική γονιμότητα του έθνους.
Υπήρχε τότε και ένας άλλος μεγάλος αποικιακός λαός, ο καρχηδονιακός. Η Καρχηδόνα, που ιδρύθηκε στις αρχές του 9ου αιώνα, απέστειλε πλήθος αποικιών και θεμελίωσε με αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον σχετικά, τη μεγαλύτερη εμπορική επιχείρηση της παγκόσμιας ιστορίας· διότι η πόλη ήταν αναμφίβολα πλουσιότερη σε χρήμα από την περσική μοναρχία.
Ωστόσο, η μητρόπολη Καρχηδόνα αποτελούσε και τον μοναδικό γενικό εμπορικό κόμβο της επικράτειας. Μόνο το λιμάνι της ήταν ανοικτό στα πλοία όλων των εθνών· σε καμία αποικία δεν επιτρεπόταν να προσορμιστεί ξένο πλοίο, με ποινή τον καταποντισμό του (καταποντοῖν). Ο υπολογισμός ήταν ότι δεν έπρεπε να έρχονται ξένοι και να μπορούν, στις αγορές των βαρβάρων, να εκτοπίζουν τους Καρχηδονίους προσφέροντας τα προϊόντα τους σε χαμηλότερες τιμές.
Θεμέλιο αυτής της ισχύος ήταν ο τεράστιος πλούτος και ένα γιγαντιαίο σύστημα μισθοφορικού στρατού. Η Καρχηδόνα ήταν αρκετά πλούσια ώστε να στρατολογεί στρατεύματα από όλους τους λαούς και όλες τις φυλές. Γενικά, κάθε ζήτημα ήταν χρηματικό ζήτημα, και ολόκληρη η καρχηδονιακή πολιτική υπαγόταν στις στήλες του χρεωστικού και του πιστωτικού ενός απέραντου γενικού λογιστικού βιβλίου. Όλα αυτά μπορούσαν να λειτουργούν έως ότου εμφανιστεί κάποιος ισχυρότερος, ο οποίος θα καθιστούσε αδύνατη για τους Καρχηδονίους τη στρατολόγηση μισθοφόρων.
Το κράτος, όμως, ήταν κατά βάθος μόνο η πρωτεύουσα, της οποίας ο πληθυσμός απαλλασσόταν από τη φορολογία και απολάμβανε κάθε είδους προνόμια. Στην κορυφή του συνόλου, εκτός από τους δύο σουφήτες, βρισκόταν, με τη μορφή του συμβουλίου των Εκατό, τα μέλη του οποίου εκλέγονταν ισοβίως, ένα είδος αριστοκρατίας. Θα πρέπει να επρόκειτο για μια αρκετά παράξενη κυβέρνηση.
Οτιδήποτε όμως άγγιζε η Καρχηδόνα μεταβαλλόταν, προς τα πάνω, σε κυριαρχία και, προς τα κάτω, σε δουλεία. Για να παραμείνει, λόγου χάρη, κυρίαρχη στη Σικελία, παρέλυσε τεχνητά τον λαό, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες. Γι’ αυτό και η πόλη ήταν βαθιά μισητή από όλους τους υπηκόους της· με τον καιρό μάλιστα έγινε αντικείμενο σφοδρότατου μίσους ακόμη και από τις πλησιέστερες πόλεις, τις οποίες η ίδια είχε ιδρύσει και εποικίσει με αποικίες πολιτών, όπως η Ουτίκη, η Λέπτις και άλλες, πολύ περισσότερο δε από τη Σικελία, τη Σαρδηνία, τις Βαλεαρίδες και την Ισπανία.
Οι υποτελείς πόλεις της Καρχηδόνας δεν μπορούν καθόλου να θεωρηθούν αποικίες με την αληθινή σημασία της λέξεως. Εφόσον, όπως ολόκληρη η επικράτεια, υπήρχαν αποκλειστικά για να εξασφαλίζουν μια αναγκαστική αγορά και διάθεση των προϊόντων, καμία από αυτές, όσο υπήρχε η πρωτεύουσα, δεν εξελίχθηκε σε εμπορική πόλη. Το εμπόριο, οι δασμοί, οι φόροι υποτέλειας, τα μεταλλεία — όλα ήταν μονοπωλημένα.
Δεν ήταν, επομένως, απώλεια το ότι έλαβε τέλος η μεγαλοπρέπεια αυτής της πόλεως, η οποία στηριζόταν σε επονείδιστη εκμετάλλευση και απόλυτο εγωισμό και ασκούσε αδιαίρετα τόσο την κυριαρχία όσο και την κατοχή. Δεν θέλουμε γι’ αυτό να αρνηθούμε τις καλές ιδιότητες του καρχηδονιακού χαρακτήρα· και είναι αλήθεια ότι η Καρχηδόνα αφανίστηκε με μεγαλειώδη τρόπο κατά τον Τρίτο Καρχηδονιακό Πόλεμο.
Απέναντι σε αυτή την ενότητα, την οποία δημιούργησε η φυλή του Χαμ, και ακολουθώντας την επίσης προς τη δυτική λεκάνη της Μεσογείου, ορθώνεται μια ασύγκριτη πολλαπλότητα: οι αποικίες των Ελλήνων, οι οποίες, με την πάροδο του χρόνου, περιέβαλαν ένα πολύ μεγάλο μέρος του βαρβαρικού κόσμου με ένα λαμπρό περίγραμμα παραθαλάσσιων πόλεων.
Η διαδικασία με την οποία πραγματοποιήθηκε αυτό, από τα μέσα του 8ου έως τα μέσα του 6ου αιώνα, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να προκαλεί την κατάπληξη του παρατηρητή. Ας επιχειρήσουμε πρώτα να αποκτήσουμε μια συνολική εικόνα αυτού του τεράστιου επιτεύγματος της φυλής του Ιάφεθ.
Η ίδρυση της Καμπανικής Κύμης από κατοίκους της Ευβοϊκής Κύμης λέγεται ότι ανάγεται ακόμη και στον 11ο αιώνα π.Χ. Από αυτήν προήλθαν αργότερα η Δικαιάρχεια και η Νεάπολη. Για εμάς, όμως, αυτή η πρώτη ίδρυση παραμένει μεμονωμένη και αμφίβολη, επειδή τη χωρίζουν τουλάχιστον διακόσια χρόνια από όλες τις επόμενες.
Εάν τώρα, κατά την απαρίθμησή μας, ξεκινήσουμε από την κυρίως Ελλάδα, έρχονται πρώτα απ’ όλα οι αποικίες της Κορίνθου, η οποία βρεχόταν από δύο θάλασσες: στη Σικελία οι Συρακούσες (735), από τις οποίες ιδρύθηκαν στη συνέχεια οι Άκρες και η Έννα· στα βορειοδυτικά η Κέρκυρα (706) και η θυγατρική της πόλη, η Επίδαμνος (626), καθώς και η Αμβρακία, η Λευκάδα, το Ανακτόριο και η Απολλωνία· τέλος, στην θρακική χερσόνησο της Παλλήνης, η Ποτίδαια.
Από τις μεγαρικές αποικίες πρέπει να αναφερθούν τα Υβλαία Μέγαρα στη Σικελία (729), η θυγατρική τους πόλη Σελινούντας (629) και, κατόπιν, στον βορρά και στην ανατολή: η Χαλκηδόνα (685), η Σηλυμβρία, το Βυζάντιο (660), καθώς και η ποντική Ηράκλεια, μητρόπολη της Χερσονήσου, της σημερινής Σεβαστουπόλεως.
Από την αχαϊκή-ιωνική Αιγιαλεία προήλθαν η Σύβαρις (709) και ο Κρότων (708). Μία από τις είκοσι πέντε αποικίες της πρώτης, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονταν στις ακτές του Τυρρηνικού πελάγους, ήταν η Ποσειδωνία, το μεταγενέστερο Παίστο.
Οι Οζολοί Λοκροί ίδρυσαν στην Ιταλία τους Επιζεφύριους Λοκρούς, περίπου το 700· οι Σπαρτιάτες ίδρυσαν τον Τάραντα το 705, από όπου αργότερα —από κοινού με τους Θουρίους— ιδρύθηκε στις εκβολές του Σίρι ποταμού η Σίρις, δηλαδή η Ηράκλεια. Ως μητρόπολη αναρίθμητων πόλεων γνωρίζουμε επίσης τη Χαλκίδα της Εύβοιας. Λίγα μόλις χρόνια πριν από την ίδρυση των Συρακουσών ιδρύθηκε από αυτήν στη Σικελία η Νάξος (741), από την οποία προήλθαν κατόπιν η Κατάνη και οι Λεοντίνοι· επίσης η Ζάγκλη —με συμμετοχή αποίκων από την Κύμη— και, στην ιταλική πλευρά του πορθμού, το Ρήγιο, πριν από το 700· ακόμη, στη Σικελία, η Ιμέρα (650) και, πάλι προς βορρά, στη χερσόνησο της Χαλκιδικής, όχι λιγότερες από τριάντα δύο πόλεις. Η γειτονική Ερέτρια, η οποία συμμετείχε εν μέρει και σε αυτές τις ιδρύσεις, επέλεξε για τις δικές της αποικιακές επιχειρήσεις κυρίως τον δυτικότερο βραχίονα της Χαλκιδικής, την Παλλήνη.
Ροδιακές-κρητικές, επομένως δωρικές, αποικίες ήταν κατά τον 7ο αιώνα η Γέλα και η μεταγενέστερα διασημότερη θυγατρική της πόλη, ο Ακράγας. Από την Κνίδο —από κοινού με τη Ρόδο— αποικίστηκαν οι Λιπαρές νήσοι· από τη Θήρα ιδρύθηκε η ένδοξη Κυρήνη, περίπου το 632, η οποία, μαζί με τις θυγατρικές της πόλεις Βάρκη, Ταύχειρα και Ευεσπερίδες, σχημάτισε μια Ελληνολιβύη εξαιρετικά ιδιόμορφου χαρακτήρα.
Από τις Κυκλάδες, η Νάξος συμμετείχε μαζί με τη Χαλκίδα στην ίδρυση της σικελικής Νάξου. Η Άνδρος ίδρυσε την Άκανθο, τα Στάγειρα —την πατρίδα του Αριστοτέλη—, καθώς και την Άργιλο και τη Σάνη στον Στρυμονικό κόλπο. Οι Πάριοι αποίκισαν, όπως είναι γνωστό, με τη συμμετοχή του συμπολίτη τους Αρχιλόχου, τη νήσο Θάσο (681), από την οποία ιδρύθηκαν κατόπιν η Απολλωνία, η Γαληψός και η Οισύμη στις θρακικές ακτές. Ίωνες από την Τέω ίδρυσαν τα θρακικά Άβδηρα.
Και τώρα οι αποικίες των άλλων πόλεων της Μικράς Ασίας και των νησιών που συνδέονταν με αυτές. Ήδη στις αρχές του 8ου αιώνα η Μίλητος ίδρυσε τη Σινώπη, θυγατρική πόλη της οποίας ήταν η Τραπεζούντα (756).
Αφού έγινε αυτή η αρχή, κατά την ίδια περίπου εποχή κατά την οποία οι Μεγαρείς εγκαθίσταντο στον Βόσπορο, αποικίστηκαν από την ίδια τη Μίλητο ο Ελλήσποντος και η Προποντίδα. Στην Προποντίδα η Κύζικος έγινε μιλησιακή πόλη και αποικίστηκε, περίπου το 700, η νήσος Προκόννησος· στον Ελλήσποντο ιδρύθηκαν η Άβυδος, το Πάριον και η Λάμψακος (652).
Και σύντομα ακολουθεί, κατά μήκος των δυτικών και βόρειων ακτών του Εύξεινου Πόντου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου