Συνέχεια από Τετάρτη 19. Αυγούστου 2026
Ησυχασμός και Προσευχή 11
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΑΚΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ Ή ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΛΥΚΟΠΟΛΕΩΣ;
I. Γρηγόριος ο Κύπριος
Οι ανατολιστές ασχολούνται πολύ με τον μυστικισμό (σε αντίθεση με τους βυζαντινολόγους). Με τη λέξη αυτή δεν εννοούν μόνο, όπως οι θεολόγοι, τα ανώτερα φαινόμενα της θρησκευτικής εμπειρίας, αλλά όλες τις πορείες που μας οδηγούν σε αυτά, καθώς και τις διδασκαλίες που μας κατευθύνουν προς αυτά. Με αυτή την ευρεία έννοια θα χρησιμοποιήσουμε κι εμείς τον όρο.
Ο συριακός μυστικισμός ενδιαφέρει ολόκληρη την Ανατολή, τη χριστιανική και τη μουσουλμανική. Όποιες κι αν είναι οι διαφορετικές απόψεις των μελετητών, κανείς δεν αμφισβήτησε ποτέ κάποια χριστιανική επίδραση στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Μόνο που αρκετοί από αυτούς επιχειρούν τις συγκρίσεις τους σε υπερβολικά μεταγενέστερες εποχές (Μπαρ Εβραίος και Γαζάλι· Αλ Μουχάσιμπι και Ραϋμόνδος Λούλλος κ.λπ.) και, με τον τρόπο αυτό, προσφέρουν εύκολα επιχειρήματα στους αντιπάλους τους. Εκείνο που θα έπρεπε πρωτίστως να μελετηθεί είναι οι πρώτες απαρχές: τα χριστιανικά βιβλία που υπήρχαν πριν από την εμφάνιση του μυστικισμού στο Ισλάμ, ώστε να αντιπαραβληθούν με αυτά τα πρώτα σουφικά κείμενα. Και από καθαρά χριστιανική άποψη, η ίδια αυτή χρονολογική σειρά επιβάλλεται στις έρευνες, δεδομένης της προσήλωσης στην παράδοση, την οποία διακήρυτταν από πολύ νωρίς ομόφωνα οι συγγραφείς.
Γι’ αυτό θέλησα να ξεκαθαρίσω οριστικά το ζήτημα σχετικά με έναν συγγραφέα που έφραζε τον δρόμο των μελετών μου σαν ένας περιπλανώμενος ογκόλιθος ή, για να το πω ακριβέστερα, σαν ένας μετεωρίτης πεσμένος από τον ουρανό: τον μοναχό Γρηγόριο, τον επονομαζόμενο Κύπριο, τον οποίο ο Ιωσήφ Σίμων Ασεμάνι χαρακτήριζε ως δάσκαλο του αγίου Επιφανίου, ενώ, σύμφωνα με τον A. Mingana, ήταν Αιθίοπας με ελληνική παιδεία και έγραφε στα συριακά, ακριβώς κατά τα ίδια χρόνια με τον Πέρση Σοφό, τον Αφραάτη. Αληθινό φαινόμενο αυτός ο Γρηγόριος, ιδίως αν τον συγκρίνουμε με τον Αφραάτη. Ο τελευταίος, γνήσιος μαθητής των Αγίων Γραφών, αγνοεί κάθε φιλοσοφικό στοχασμό, ακόμη και την ίδια τη λέξη «θεωρία»· ο πρώτος άφησε μια πραγματεία με τον τίτλο Περὶ ἁγίας θεωρίας, η οποία, αν πράγματι χρονολογείται στα μέσα του τέταρτου αιώνα, προηγείται του αγίου Εφραίμ, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης και του Ευαγρίου του Ποντικού. Εξέδωσα αυτή την πραγματεία (1)· και ο θεμελιωτής που είχε φανεί τόσο ιδιοφυής στον A. Mingana περιορίστηκε τελικά στις διαστάσεις ενός επαναλήπτη, αρκετά ανιαρού, αναγνωσμάτων που δεν είχε αφομοιώσει καλά. Ο Γρηγόριος ο Κύπριος δεν είναι ένας Αιθίοπας που, χάρη σε μια θαυμαστή μοίρα, έγινε ο πατέρας του χριστιανικού και του μουσουλμανικού μυστικισμού· είναι ένας Νεστοριανός ως προς την καταγωγή, ο οποίος διατηρούσε καλές σχέσεις με Ορθόδοξους Καθολικούς, περίπου την εποχή της μονοθελητικής έριδας.
II. Ο πραγματικός Ιωάννης της Λυκοπόλεως
Να λοιπόν που ένα πρώτο τμήμα του δρόμου μας έχει πλέον καθαριστεί. Μπορούμε τώρα να προχωρήσουμε μέχρι τα τέλη περίπου του τέταρτου αιώνα. Εκεί όμως εμφανίζεται ένα καινούργιο εμπόδιο, ένα νέο αίνιγμα: ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως. Ήδη στο τελευταίο Συνέδριο των Ανατολιστών είχα υποδείξει ως το πιο επείγον ζητούμενο για την ιστορία του μυστικισμού την έκδοση των συριακών έργων που έχουν διασωθεί με αυτό το όνομα· και θα επαναλάμβανα το ίδιο και στο Συνέδριο των Βυζαντινολόγων, το 1936, αν είχα την τύχη να μπορέσω να παρουσιάσω εκεί την ανακοίνωσή μου. Πράγματι, το πρόβλημα του Ιωάννη της Λυκοπόλεως ενδιαφέρει τόσο τη βυζαντινολογία όσο και τις ανατολικές σπουδές, τουλάχιστον αν ο μεγάλος όγκος των συγγραμμάτων που αποδίδονται σε αυτό το επιφανές πρόσωπο συντάχθηκε από τον ίδιο στα ελληνικά· διότι τότε ο Ευάγριος ο Ποντικός θα πρέπει να κατεβεί από το βάθρο στο οποίο επιχείρησαν να τον ανυψώσουν τα τελευταία χρόνια. Ποιος ξέρει; Ίσως ακόμη και ο ίδιος ο Ωριγένης να φανεί μικρότερος……
Καμιά φήμη θεωρητικού δεν ξεπέρασε ποτέ εκείνη του διορατικού, του προφήτη της Θηβαΐδας. Ο Παλλάδιος στη Λαυσαϊκή Ιστορία (κεφ. 35), ο Ρουφίνος στην Historia Monachorum (κεφ. 1), ο Κασσιανός στους Κοινοβιακούς Θεσμούς του (IV) και στις Συνομιλίες του (24) του αφιερώνουν τα εκτενέστερα κεφάλαιά τους. Ο Θεοδώρητος μιλά γι’ αυτόν στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (V, 24)· το ίδιο και ο Ρουφίνος (XI, 19 και 32) και, ακολουθώντας τον, ο Γεώργιος ο Μοναχός (σ. 589 κ.ε., έκδ. Βόννης)· επίσης ο Σωζομενός (VII, 22) και ο Κεδρηνός (I, σ. 568, έκδ. Βόννης). Ολόκληρος ο κόσμος φαίνεται ότι γνώριζε αυτό το προφητικό πνεύμα (2), το οποίο συμβουλευόταν ο Θεοδόσιος ο Μέγας στις τραγικότερες ώρες της βασιλείας του. Επιπλέον, οι μεγαλύτεροι διδάσκαλοι, στην Ανατολή και στη Δύση, τον συμβουλεύονται ή ονειρεύονται να τον συμβουλευθούν για τα δυσκολότερα προβλήματα της μυστικής θεολογίας. Ό,τι κι αν ισχύει σχετικά με τη διήγηση του Παλλαδίου, δεν έχουμε ανάγκη από αυτόν τον μάρτυρα, ο οποίος θεωρείται πλέον ύποπτος, για να γνωρίζουμε ότι ο Ευάγριος και ο Αμμώνιος, δύο φωτεινές μορφές της μοναστικής ερήμου, προσέφυγαν στους φωτισμούς του Διορατικού του Ασιούτ· ο ίδιος ο Ευάγριος μας το πληροφορεί στο Αντιρρητικό του (Πορνεία, αρ. 36· Οργή, αρ. 6· Ακηδία, αρ. 16· Κενοδοξία, αρ. 19· στα οποία πρέπει ίσως να προστεθεί και το Περὶ προσευχῆς, κεφ. 72). Και, ως ύψιστη δόξα, ο άγιος Αυγουστίνος, μη αρκούμενος στο ότι μιλά γι’ αυτόν στην Πολιτεία του Θεού (V, 26), φθάνει κάποτε στο σημείο να εύχεται να μπορούσε να υποβάλει ένα πρόβλημα υψηλού μυστικισμού, το οποίο ξεπερνούσε τη μεγαλοφυΐα του, στον μοναδικό άνθρωπο που θα ήταν ικανός να το επιλύσει, στον Ιωάννη, τον διορατικό της Θηβαΐδας (De cura pro mortuis gerenda, 17). Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, αν μας δινόταν αυτό που δεν δόθηκε στον διδάσκαλο της Ιππώνος: να ακούσουμε, μέσα από αυθεντικά συγγράμματα, την εμπνευσμένη φωνή αυτού του ανθρώπου του Θεού; Η γνώση του δεν μπορεί παρά να είναι ολόκληρη κατ’ έγχυση και υπερφυσική, και αυτό ακριβώς αυξάνει την αξία της. Perobscuris parentibus natus, λέει ο Κασσιανός· γεννημένος δηλαδή από πολύ άσημους γονείς, άσκησε το επάγγελμα του ξυλουργού μέχρι την ηλικία των είκοσι πέντε ετών (Λαυσαϊκή Ιστορία, 35), ενώ ο αδελφός του ήταν βαφέας. Κατόπιν εισήλθε σε ένα μοναστήρι, όπου ολόκληρη η διαμόρφωσή του συνίστατο σε κατορθώματα υπακοής, τα οποία παραμένουν περίφημα μέχρι τις ημέρες μας (αυτός είναι ο αββάς Ιωάννης της Επιστολής του αγίου Ιγνατίου περί υπακοής). Ύστερα από μερικά χρόνια κλείστηκε σε σπήλαια, από τα οποία δεν έβγαινε πλέον, και αρκούνταν να δέχεται όσους τον επισκέπτονταν μέσα από ένα μικρό παράθυρο: «οὐδὲ ἀνήρ τις πώποτε εἰσῆλθε πρὸς αὐτόν», λέει η Historia Monachorum (I, 4). Πώς είναι δυνατόν κανένας από τους ειδικούς μελετητές της πνευματικότητας να μην έχει ακόμη αναλάβει να φέρει στο φως τον θησαυρό που κληροδότησε στους μεταγενεστέρους ένας τέτοιος γίγαντας του μυστικισμού;
Χρειάστηκε να περιμένουμε έναν Σουηδό καθηγητή, του οποίου την περιέργεια αφύπνισε ένας Ολλανδός καθηγητής —και οι δύο ισλαμολόγοι—, τους κυρίους Sven Dedering και Wensinck, για να ανασύρουν από τη σκόνη ένα ελάχιστο μέρος αυτών των σεβάσμιων κειμένων. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αμφέβαλε έστω και για μία στιγμή για τη γνησιότητά τους. Ο κ. Dedering τιτλοφορεί χωρίς δισταγμό την έκδοσή του: Johannes von Lykopolis. Ein Dialog über die Seele und die Affekte des Menschen [Ιωάννης της Λυκοπόλεως. Ένας διάλογος για την ψυχή και τα πάθη του ανθρώπου] (3). Και στην εισαγωγή διατυπώνει την άποψη (σ. IV κ.ε.): «Από όσα ειπώθηκαν θα πρέπει να προκύπτει ότι η διαλογική μορφή στο παρόν έργο δεν είναι πλασματική, όπως συμβαίνει συχνά στην ασκητική γραμματεία……». Ούτε θέτει το ζήτημα της πρωτότυπης γλώσσας: «Με τη μετάφραση των συγγραμμάτων του στα συριακά, το σύστημά του και πολυάριθμοι τεχνικοί όροι του άσκησαν ισχυρή επίδραση σε συγγενείς ως προς το πνεύμα συριακούς κύκλους· γι’ αυτό και μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις εξέχουσες μορφές στην ιστορία του συριακού μυστικισμού» (σ. IV, ανωτέρω). Θα μου επιτραπεί άραγε να φανώ περισσότερο απαιτητικός;
III. Ένας ψευδώνυμος Ιωάννης της Λυκοπόλεως
Είδαμε παραπάνω ποια διανοητική μόρφωση είχε λάβει ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως. Πουθενά δεν μας λέγεται ότι είχε μάθει να διαβάζει και να γράφει.
Ο Κασσιανός επιμένει στην αντίθεση ανάμεσα στην ακαλλιέργητη απλότητά του και στη φήμη του ως προφήτη. Αν, παρ’ όλα αυτά, έγραψε αξιοθαύμαστα έργα, πρέπει να αναφωνήσουμε ότι πρόκειται για θαύμα, και ασφαλώς δεν θα ήμασταν εμείς εκείνοι που θα αρνούνταν να το πιστέψουν. Αλλά πώς εξηγείται το γεγονός ότι κανένα από τα πολυάριθμα τεκμήρια που αναφέρονται σε αυτόν δεν λέει ούτε την παραμικρή λέξη για κάποια συγγραφική δραστηριότητά του; (4). Ο άγιος Πρόσπερος της Ακουιτανίας τα συνοψίζει όλα στο Χρονικό του (έτος 394· PL 51, 588), στην ίδια σελίδα όπου μνημονεύει και τον Ευάγριο. Η παράθεση αυτών των δύο ειδήσεων, της μιας δίπλα στην άλλη, χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο τους δύο επιφανείς συγχρόνους:
Joannes monachus anachoreta clarus habetur: qui ornatus prophetiae gratia, Theodosium consulentem de eventu belli quod adversus Eugenium movebat, victorem futurum praedixit.
«Ο Ιωάννης θεωρείται επιφανής μοναχός και αναχωρητής· προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας, προείπε στον Θεοδόσιο, ο οποίος τον συμβουλεύθηκε σχετικά με την έκβαση του πολέμου που διεξήγε εναντίον του Ευγενίου, ότι θα αναδεικνυόταν νικητής».
Evagrius incredibilis abstinentiae monachus, et in sacris litteris eruditus, apud Aegyptios habetur insignis.
«Ο Ευάγριος, μοναχός απίστευτης εγκράτειας και πεπαιδευμένος στις Ιερές Γραφές, θεωρείται εξέχουσα μορφή μεταξύ των Αιγυπτίων».
Ο A. Baumstark έχει απόλυτο δίκιο όταν σημειώνει (Geschichte der syrischen Literatur, σ. 88): Johannes von Lykopolis…… dessen literarisches Erbe auf griechischem Boden gänzlich verschollen zu sein scheint· «Ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως…… του οποίου η φιλολογική κληρονομιά φαίνεται ότι εξαφανίστηκε εντελώς στον ελληνικό χώρο». Κανένας Έλληνας δεν γνώρισε ποτέ αυθεντικά συγγράμματα του περίφημου Διορατικού. Μάλιστα, απέφυγε ακόμη και τη μοίρα άλλων επιφανών μορφών του μοναχισμού, όπως του αγίου Αντωνίου, του αγίου Μακαρίου κ.λπ., στους οποίους αποδόθηκαν μετά τον θάνατό τους απόκρυφα έργα. Οι λόγοι του που μας παραδίδει ο Ευάγριος ο Ποντικός τού είχαν γνωστοποιηθεί προφορικά:
Πορνεία 36:
اس بات کے صبح ميعا بحمل باحامه
«Όπως μας διηγήθηκε ο Ιωάννης, ο άγιος προφήτης της Θηβαΐδας».
Οργή 6:
ܝܟ ܕܡܬܢܐ ܗܘܐ ܝܘܚܢܢ ܢܒܝܐ ܚܙܝܐ ܕܬܒܐܝܣ
«Όπως διηγούνταν ο Ιωάννης ο προφήτης, ο διορατικός της Θηβαΐδας».
Ακηδία 16:
ܐܢܐ ܘܥܒܕܐ ܕܐܠܗܐ ܐܡܘܢܝܘܣ ܫܐܠܢܝܗܝ ܠܝܘܚܢܢ
ܩܕܝܫܐ ܚܙܝܐ ܕܬܒܐܝܣ... ܗܘ ܕܝܢ ܦܢܝ ܠܢ ܦܬܓܡܐ ܘܐܡܪ
«Εγώ και ο δούλος του Θεού Αμμώνιος ρωτήσαμε τον Ιωάννη, τον άγιο διορατικό της Θηβαΐδας…… και εκείνος μας αποκρίθηκε και είπε……».
Κενοδοξία 19:
ܐܝܟ ܕܬܢܝ ܠܢ ܢܒܝܐ ܩܕܝܫܐ ܝܘܚܢܢ
«Όπως μας διηγήθηκε ο άγιος προφήτης Ιωάννης».
Περὶ προσευχῆς 72: «ἔφρασε γνωστικὸς ἀνήρ……».
Καμιά παραπομπή σε έργο του δεν έχει μέχρι σήμερα ανακαλυφθεί σε κανέναν Βυζαντινό συγγραφέα· ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως είναι άγνωστος στους καταλόγους πνευματικών αναγνωσμάτων που μας παραδίδουν άνθρωποι όπως ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Ιωάννης Αντιοχείας, ο Παύλος Ευεργετινός, ο Νίκων στον Πανδέκτη του…… Με μία λέξη, απόλυτη σιωπή. Τα έργα του Προφήτη δεν έχουν χαθεί χωρίς ίχνη· δεν υπήρξαν ποτέ, απ’ όσο γνώριζαν οι Βυζαντινοί. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε αυτός ο Κόπτης χειρώνακτας να είχε γράψει στα ελληνικά, αφού ο Παλλάδιος χρειάστηκε διερμηνέα για να συνομιλήσει μαζί του; «δι’ ἑρμηνέως», λέει, και μάλιστα μας παραδίδει ακόμη και το όνομα του διερμηνέα: Θεόδωρος.
Σε αυτή την επιχειρηματολογία, οι διάλογοι που εξέδωσε ο Sven Dedering φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αντιτάσσουν μια ένσταση.
Πράγματι, η πρώτη από τις τέσσερις συνομιλίες αρχίζει με τα εξής λόγια: «Εγώ, ο Ευτρόπιος και ο Ευσέβιος, αφού λάβαμε την πρώτη επιστολή του, σπεύσαμε να πάμε προς αυτόν……». Επομένως, εδώ την πένα κρατούσε ο Ευτρόπιος. Χάρη σε αυτόν, ο ξυλουργός Ιωάννης της Λυκοπόλεως, αντί να μας παραδίδει τους μυστικούς καρπούς της σοφής άγνοιάς του, επιδεικνύει μια ψυχολογική, ιατρική, ακόμη και βιβλιογραφική ευρυμάθεια, η οποία μας απογοητεύει όσο και μας εκπλήσσει. Γνωρίζει αποφθέγματα φιλοσόφων, παραθέτει τον Ιπποκράτη (σ. 76, στίχος 20) και ξεπερνά κάθε όριο σχολαστικισμού, όταν αρχίζει να απαριθμεί μονορούφι περίπου σαράντα ασθένειες, με τις επιστημονικές ονομασίες τους, με μοναδικό σκοπό να μας διδάξει ότι η ψυχή δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί από αυτές. Ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως ασφαλώς δεν είπε κάτι τέτοιο, όπως δεν είπε και πολλά άλλα πράγματα τα οποία παραλείπω· διότι διαθέτουμε και άλλα επιχειρήματα.
Είπα ότι μας απογοητεύει. Αυτός ο άνθρωπος, ολόκληρη η δόξα του οποίου περικλείεται στην προσωνυμία του «Διορατικού», αυτός ο θεωρητικός, από τον οποίο δικαιούμασταν να περιμένουμε κάτι παρόμοιο με τον άγιο Ιωάννη του Σταυρού ή με τις Πνευματικές Ομιλίες, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να ανατέμνει έννοιες σύμφωνα με ένα τριμερές σχήμα που παραμένει πάντοτε το ίδιο: σωματικό, ψυχικό, πνευματικό. Και ο ίδιος ο κ. Dedering αναγνωρίζει μια διαπίστωση που ηχεί σαν απογοήτευση: Wie oben bemerkt, schildert Johannes in diesem Buch keine ekstatischen Erlebnisse· «Όπως παρατηρήθηκε παραπάνω, ο Ιωάννης δεν περιγράφει σε αυτό το βιβλίο καμιά εκστατική εμπειρία» (σ. V)· και σε σημείωση: In den Schriften von Johannes, die ich bisher durchgearbeitet habe, finden sich keine solchen Schilderungen. Vgl. übrigens Wensinck, Bar Hebraeus’s Book of the Dove, S. XV f.· «Στα συγγράμματα του Ιωάννη που έχω μελετήσει μέχρι σήμερα δεν απαντούν τέτοιες περιγραφές. Πρβλ. εξάλλου Wensinck, Bar Hebraeus’s Book of the Dove, σ. XV κ.ε.».
Στις σελίδες στις οποίες παραπεμπόμαστε έτσι, ο Wensinck επισημαίνει τη μετριοφροσύνη με την οποία ο Μπαρ Εβραίος μιλά για τη δική του μυστική πορεία. Παρόμοιες δηλώσεις ταπεινοφροσύνης, μας λέει, απαντούν συχνά στους μεγάλους διδασκάλους του μυστικισμού· προς επίρρωση παραθέτει ένα χωρίο του Ισαάκ της Νινευή και το περίφημο απόσπασμα από τον Βίο του Πλωτίνου, όπου ο Πορφύριος βεβαιώνει ότι ο δάσκαλός του έφθασε στην ένωση με τον Θεό μόνο τέσσερις φορές, ενώ ο ίδιος ο Πορφύριος μόνο μία φορά. Αλλά η περίπτωση του Ισαάκ και των χριστιανών μυστικών είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του Πλωτίνου. Ο κ. Émile Bréhier το επισήμανε στην έκδοσή του του Βίου του Πλωτίνου (Εννεάδες, τόμ. 1, σ. 27, σημ. 1): «Πολύ σωστά ο Inge (Philosophy of Plotinus, σ. 142 κ.ε.) ανέδειξε την εξαιρετική σπανιότητα των εκστατικών καταστάσεων στον Πλωτίνο και στη σχολή του· είναι ένα χαρακτηριστικό ως προς το οποίο ο νεοπλατωνικός μυστικισμός αντιτίθεται στον μυστικισμό του Μεσαίωνα».
Ο Ευάγριος ο Ποντικός, για να αναφέρουμε μόνο αυτόν τον σύγχρονο του Ιωάννη της Λυκοπόλεως, ωθεί τη μετριοφροσύνη τουλάχιστον τόσο μακριά όσο και ο μαθητής του, ο Ισαάκ της Νινευή (πρβλ. λ.χ. τις επιστολές του 16, 27, 52 κ.λπ.)· αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να γράφει τις υψηλότερες μυστικές πραγματείες, απείρως ανώτερες από τις ξηρές ψυχολογικές διατριβές που αποδίδονται σε εκείνον τον οποίο σεβόταν ως ασύγκριτο δάσκαλο. Και ο Ισαάκ πράττει το ίδιο. Αν τουλάχιστον ο υποτιθέμενος Ιωάννης της Λυκοπόλεως περιοριζόταν στο να αγνοεί τις κορυφές! Μπορούμε όμως άφοβα να προβλέψουμε στον κ. Dedering ότι ούτε στα συγγράμματα του ίδιου Ερημίτη τα οποία δεν έχει ακόμη μελετήσει θα βρει περιγραφές εκστατικών καταστάσεων. Άλλωστε, το έχει αντιληφθεί και ο ίδιος, αφού συγκεντρώνει (σ. XIV κ.ε.) μερικά από τα πολυάριθμα χωρία στα οποία ο διδάσκαλός μας δηλώνει ρητώς ότι ο τρίτος βαθμός σε όλα τα πράγματα —στην αποταγή (σ. 85), στην καθαρότητα (σ. 86 κ.ε.), στη νηστεία (σ. 87) κ.λπ.— ανήκει στη ζωή που ακολουθεί την ανάσταση. Περιμέναμε έναν μυστικό, εφάμιλλο του Ευαγρίου ή του Μακαρίου, και έχουμε σχεδόν έναν αρνητή του μυστικισμού.
Ας συμπεράνουμε ότι, αν ο συντάκτης αυτών των τεσσάρων διαλόγων ήταν μαθητής του Ιωάννη της Λυκοπόλεως, θα είχε εκπληρώσει τον ρόλο του ως γραμματέα με τέτοια ελευθερία, ώστε το πόνημά του θα αποτελούσε πλαστογράφημα. Η Historia Monachorum (1, 18–62 Preuschen) παραδίδει μια συνομιλία του Διορατικού με επτά αδελφούς που είχαν έρθει από την Ιερουσαλήμ. Αυτός τουλάχιστον ο λόγος προέρχεται από έναν θεωρητικό, ο οποίος αποβλέπει στη διαρκή ένωση με τον Θεό και στην καθαρή προσευχή, πράγματα που θεωρεί απολύτως δυνατά σε αυτόν τον κόσμο. Έτσι ακριβώς, αν εξαιρέσουμε τη γλώσσα και το ύφος, θα έπρεπε να μιλά ο μεγάλος γνωστικός τον οποίο συμβουλεύθηκαν ο Ευάγριος και ο Αμμώνιος.
Άλλωστε, δεν υπήρχε πάντοτε κάποιος γραμματέας, έστω και αυθαίρετος. Τα περισσότερα από τα incipit που ο Wright μεταγράφει αφειδώς στον Κατάλογό του προϋποθέτουν ότι ο Ιωάννης χειριζόταν ο ίδιος τον κάλαμο ή υπαγόρευε σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς τα «είπε» των διαλόγων που εξέδωσε ο Sven Dedering. Στον συγγραφέα μας θα συνέβη ό,τι και στον Γρηγόριο τον Κύπριο: στα δικά του έργα οι μαθητές του πρόσθεσαν άλλα, βασισμένα λίγο πολύ στην ανάμνηση των συνομιλιών τους μαζί του. Αλλά και στη μία και στην άλλη περίπτωση, αυτός ο ερημίτης ή μοναχός Ιωάννης δεν είναι ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως.
IV. Η προέλευση της πλάνης
Σημειώσεις:
(1) Ακόμη και η Νεστοριανή Ιστορία ή Χρονικό του Σεέρτ τον μνημονεύει (P. O. V, σ. 267 [155]) με την εσφαλμένη ονομασία «Ιωάννης ο Φύλακας»: الناطر· προφανώς πρέπει να διαβάσουμε الناظم = «ο διορατικός».
(1) Αν πιστέψουμε τον Addai Scher (P. O. XIII, σ. 533), ο Παλλάδιος απέδιδε επιστολές στον Ιωάννη της Λυκοπόλεως. Δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο. Ο A. Scher διάβασε εσφαλμένα το Bibl. Orient. III, σ. 17, στο οποίο παραπέμπει, και όχι βέβαια τον Παλλάδιο.
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΑΚΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ Ή ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΛΥΚΟΠΟΛΕΩΣ;
I. Γρηγόριος ο Κύπριος
Οι ανατολιστές ασχολούνται πολύ με τον μυστικισμό (σε αντίθεση με τους βυζαντινολόγους). Με τη λέξη αυτή δεν εννοούν μόνο, όπως οι θεολόγοι, τα ανώτερα φαινόμενα της θρησκευτικής εμπειρίας, αλλά όλες τις πορείες που μας οδηγούν σε αυτά, καθώς και τις διδασκαλίες που μας κατευθύνουν προς αυτά. Με αυτή την ευρεία έννοια θα χρησιμοποιήσουμε κι εμείς τον όρο.
Ο συριακός μυστικισμός ενδιαφέρει ολόκληρη την Ανατολή, τη χριστιανική και τη μουσουλμανική. Όποιες κι αν είναι οι διαφορετικές απόψεις των μελετητών, κανείς δεν αμφισβήτησε ποτέ κάποια χριστιανική επίδραση στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Μόνο που αρκετοί από αυτούς επιχειρούν τις συγκρίσεις τους σε υπερβολικά μεταγενέστερες εποχές (Μπαρ Εβραίος και Γαζάλι· Αλ Μουχάσιμπι και Ραϋμόνδος Λούλλος κ.λπ.) και, με τον τρόπο αυτό, προσφέρουν εύκολα επιχειρήματα στους αντιπάλους τους. Εκείνο που θα έπρεπε πρωτίστως να μελετηθεί είναι οι πρώτες απαρχές: τα χριστιανικά βιβλία που υπήρχαν πριν από την εμφάνιση του μυστικισμού στο Ισλάμ, ώστε να αντιπαραβληθούν με αυτά τα πρώτα σουφικά κείμενα. Και από καθαρά χριστιανική άποψη, η ίδια αυτή χρονολογική σειρά επιβάλλεται στις έρευνες, δεδομένης της προσήλωσης στην παράδοση, την οποία διακήρυτταν από πολύ νωρίς ομόφωνα οι συγγραφείς.
Γι’ αυτό θέλησα να ξεκαθαρίσω οριστικά το ζήτημα σχετικά με έναν συγγραφέα που έφραζε τον δρόμο των μελετών μου σαν ένας περιπλανώμενος ογκόλιθος ή, για να το πω ακριβέστερα, σαν ένας μετεωρίτης πεσμένος από τον ουρανό: τον μοναχό Γρηγόριο, τον επονομαζόμενο Κύπριο, τον οποίο ο Ιωσήφ Σίμων Ασεμάνι χαρακτήριζε ως δάσκαλο του αγίου Επιφανίου, ενώ, σύμφωνα με τον A. Mingana, ήταν Αιθίοπας με ελληνική παιδεία και έγραφε στα συριακά, ακριβώς κατά τα ίδια χρόνια με τον Πέρση Σοφό, τον Αφραάτη. Αληθινό φαινόμενο αυτός ο Γρηγόριος, ιδίως αν τον συγκρίνουμε με τον Αφραάτη. Ο τελευταίος, γνήσιος μαθητής των Αγίων Γραφών, αγνοεί κάθε φιλοσοφικό στοχασμό, ακόμη και την ίδια τη λέξη «θεωρία»· ο πρώτος άφησε μια πραγματεία με τον τίτλο Περὶ ἁγίας θεωρίας, η οποία, αν πράγματι χρονολογείται στα μέσα του τέταρτου αιώνα, προηγείται του αγίου Εφραίμ, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης και του Ευαγρίου του Ποντικού. Εξέδωσα αυτή την πραγματεία (1)· και ο θεμελιωτής που είχε φανεί τόσο ιδιοφυής στον A. Mingana περιορίστηκε τελικά στις διαστάσεις ενός επαναλήπτη, αρκετά ανιαρού, αναγνωσμάτων που δεν είχε αφομοιώσει καλά. Ο Γρηγόριος ο Κύπριος δεν είναι ένας Αιθίοπας που, χάρη σε μια θαυμαστή μοίρα, έγινε ο πατέρας του χριστιανικού και του μουσουλμανικού μυστικισμού· είναι ένας Νεστοριανός ως προς την καταγωγή, ο οποίος διατηρούσε καλές σχέσεις με Ορθόδοξους Καθολικούς, περίπου την εποχή της μονοθελητικής έριδας.
II. Ο πραγματικός Ιωάννης της Λυκοπόλεως
Να λοιπόν που ένα πρώτο τμήμα του δρόμου μας έχει πλέον καθαριστεί. Μπορούμε τώρα να προχωρήσουμε μέχρι τα τέλη περίπου του τέταρτου αιώνα. Εκεί όμως εμφανίζεται ένα καινούργιο εμπόδιο, ένα νέο αίνιγμα: ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως. Ήδη στο τελευταίο Συνέδριο των Ανατολιστών είχα υποδείξει ως το πιο επείγον ζητούμενο για την ιστορία του μυστικισμού την έκδοση των συριακών έργων που έχουν διασωθεί με αυτό το όνομα· και θα επαναλάμβανα το ίδιο και στο Συνέδριο των Βυζαντινολόγων, το 1936, αν είχα την τύχη να μπορέσω να παρουσιάσω εκεί την ανακοίνωσή μου. Πράγματι, το πρόβλημα του Ιωάννη της Λυκοπόλεως ενδιαφέρει τόσο τη βυζαντινολογία όσο και τις ανατολικές σπουδές, τουλάχιστον αν ο μεγάλος όγκος των συγγραμμάτων που αποδίδονται σε αυτό το επιφανές πρόσωπο συντάχθηκε από τον ίδιο στα ελληνικά· διότι τότε ο Ευάγριος ο Ποντικός θα πρέπει να κατεβεί από το βάθρο στο οποίο επιχείρησαν να τον ανυψώσουν τα τελευταία χρόνια. Ποιος ξέρει; Ίσως ακόμη και ο ίδιος ο Ωριγένης να φανεί μικρότερος……
Καμιά φήμη θεωρητικού δεν ξεπέρασε ποτέ εκείνη του διορατικού, του προφήτη της Θηβαΐδας. Ο Παλλάδιος στη Λαυσαϊκή Ιστορία (κεφ. 35), ο Ρουφίνος στην Historia Monachorum (κεφ. 1), ο Κασσιανός στους Κοινοβιακούς Θεσμούς του (IV) και στις Συνομιλίες του (24) του αφιερώνουν τα εκτενέστερα κεφάλαιά τους. Ο Θεοδώρητος μιλά γι’ αυτόν στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (V, 24)· το ίδιο και ο Ρουφίνος (XI, 19 και 32) και, ακολουθώντας τον, ο Γεώργιος ο Μοναχός (σ. 589 κ.ε., έκδ. Βόννης)· επίσης ο Σωζομενός (VII, 22) και ο Κεδρηνός (I, σ. 568, έκδ. Βόννης). Ολόκληρος ο κόσμος φαίνεται ότι γνώριζε αυτό το προφητικό πνεύμα (2), το οποίο συμβουλευόταν ο Θεοδόσιος ο Μέγας στις τραγικότερες ώρες της βασιλείας του. Επιπλέον, οι μεγαλύτεροι διδάσκαλοι, στην Ανατολή και στη Δύση, τον συμβουλεύονται ή ονειρεύονται να τον συμβουλευθούν για τα δυσκολότερα προβλήματα της μυστικής θεολογίας. Ό,τι κι αν ισχύει σχετικά με τη διήγηση του Παλλαδίου, δεν έχουμε ανάγκη από αυτόν τον μάρτυρα, ο οποίος θεωρείται πλέον ύποπτος, για να γνωρίζουμε ότι ο Ευάγριος και ο Αμμώνιος, δύο φωτεινές μορφές της μοναστικής ερήμου, προσέφυγαν στους φωτισμούς του Διορατικού του Ασιούτ· ο ίδιος ο Ευάγριος μας το πληροφορεί στο Αντιρρητικό του (Πορνεία, αρ. 36· Οργή, αρ. 6· Ακηδία, αρ. 16· Κενοδοξία, αρ. 19· στα οποία πρέπει ίσως να προστεθεί και το Περὶ προσευχῆς, κεφ. 72). Και, ως ύψιστη δόξα, ο άγιος Αυγουστίνος, μη αρκούμενος στο ότι μιλά γι’ αυτόν στην Πολιτεία του Θεού (V, 26), φθάνει κάποτε στο σημείο να εύχεται να μπορούσε να υποβάλει ένα πρόβλημα υψηλού μυστικισμού, το οποίο ξεπερνούσε τη μεγαλοφυΐα του, στον μοναδικό άνθρωπο που θα ήταν ικανός να το επιλύσει, στον Ιωάννη, τον διορατικό της Θηβαΐδας (De cura pro mortuis gerenda, 17). Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, αν μας δινόταν αυτό που δεν δόθηκε στον διδάσκαλο της Ιππώνος: να ακούσουμε, μέσα από αυθεντικά συγγράμματα, την εμπνευσμένη φωνή αυτού του ανθρώπου του Θεού; Η γνώση του δεν μπορεί παρά να είναι ολόκληρη κατ’ έγχυση και υπερφυσική, και αυτό ακριβώς αυξάνει την αξία της. Perobscuris parentibus natus, λέει ο Κασσιανός· γεννημένος δηλαδή από πολύ άσημους γονείς, άσκησε το επάγγελμα του ξυλουργού μέχρι την ηλικία των είκοσι πέντε ετών (Λαυσαϊκή Ιστορία, 35), ενώ ο αδελφός του ήταν βαφέας. Κατόπιν εισήλθε σε ένα μοναστήρι, όπου ολόκληρη η διαμόρφωσή του συνίστατο σε κατορθώματα υπακοής, τα οποία παραμένουν περίφημα μέχρι τις ημέρες μας (αυτός είναι ο αββάς Ιωάννης της Επιστολής του αγίου Ιγνατίου περί υπακοής). Ύστερα από μερικά χρόνια κλείστηκε σε σπήλαια, από τα οποία δεν έβγαινε πλέον, και αρκούνταν να δέχεται όσους τον επισκέπτονταν μέσα από ένα μικρό παράθυρο: «οὐδὲ ἀνήρ τις πώποτε εἰσῆλθε πρὸς αὐτόν», λέει η Historia Monachorum (I, 4). Πώς είναι δυνατόν κανένας από τους ειδικούς μελετητές της πνευματικότητας να μην έχει ακόμη αναλάβει να φέρει στο φως τον θησαυρό που κληροδότησε στους μεταγενεστέρους ένας τέτοιος γίγαντας του μυστικισμού;
Χρειάστηκε να περιμένουμε έναν Σουηδό καθηγητή, του οποίου την περιέργεια αφύπνισε ένας Ολλανδός καθηγητής —και οι δύο ισλαμολόγοι—, τους κυρίους Sven Dedering και Wensinck, για να ανασύρουν από τη σκόνη ένα ελάχιστο μέρος αυτών των σεβάσμιων κειμένων. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αμφέβαλε έστω και για μία στιγμή για τη γνησιότητά τους. Ο κ. Dedering τιτλοφορεί χωρίς δισταγμό την έκδοσή του: Johannes von Lykopolis. Ein Dialog über die Seele und die Affekte des Menschen [Ιωάννης της Λυκοπόλεως. Ένας διάλογος για την ψυχή και τα πάθη του ανθρώπου] (3). Και στην εισαγωγή διατυπώνει την άποψη (σ. IV κ.ε.): «Από όσα ειπώθηκαν θα πρέπει να προκύπτει ότι η διαλογική μορφή στο παρόν έργο δεν είναι πλασματική, όπως συμβαίνει συχνά στην ασκητική γραμματεία……». Ούτε θέτει το ζήτημα της πρωτότυπης γλώσσας: «Με τη μετάφραση των συγγραμμάτων του στα συριακά, το σύστημά του και πολυάριθμοι τεχνικοί όροι του άσκησαν ισχυρή επίδραση σε συγγενείς ως προς το πνεύμα συριακούς κύκλους· γι’ αυτό και μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις εξέχουσες μορφές στην ιστορία του συριακού μυστικισμού» (σ. IV, ανωτέρω). Θα μου επιτραπεί άραγε να φανώ περισσότερο απαιτητικός;
III. Ένας ψευδώνυμος Ιωάννης της Λυκοπόλεως
Είδαμε παραπάνω ποια διανοητική μόρφωση είχε λάβει ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως. Πουθενά δεν μας λέγεται ότι είχε μάθει να διαβάζει και να γράφει.
Ο Κασσιανός επιμένει στην αντίθεση ανάμεσα στην ακαλλιέργητη απλότητά του και στη φήμη του ως προφήτη. Αν, παρ’ όλα αυτά, έγραψε αξιοθαύμαστα έργα, πρέπει να αναφωνήσουμε ότι πρόκειται για θαύμα, και ασφαλώς δεν θα ήμασταν εμείς εκείνοι που θα αρνούνταν να το πιστέψουν. Αλλά πώς εξηγείται το γεγονός ότι κανένα από τα πολυάριθμα τεκμήρια που αναφέρονται σε αυτόν δεν λέει ούτε την παραμικρή λέξη για κάποια συγγραφική δραστηριότητά του; (4). Ο άγιος Πρόσπερος της Ακουιτανίας τα συνοψίζει όλα στο Χρονικό του (έτος 394· PL 51, 588), στην ίδια σελίδα όπου μνημονεύει και τον Ευάγριο. Η παράθεση αυτών των δύο ειδήσεων, της μιας δίπλα στην άλλη, χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο τους δύο επιφανείς συγχρόνους:
Joannes monachus anachoreta clarus habetur: qui ornatus prophetiae gratia, Theodosium consulentem de eventu belli quod adversus Eugenium movebat, victorem futurum praedixit.
«Ο Ιωάννης θεωρείται επιφανής μοναχός και αναχωρητής· προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας, προείπε στον Θεοδόσιο, ο οποίος τον συμβουλεύθηκε σχετικά με την έκβαση του πολέμου που διεξήγε εναντίον του Ευγενίου, ότι θα αναδεικνυόταν νικητής».
Evagrius incredibilis abstinentiae monachus, et in sacris litteris eruditus, apud Aegyptios habetur insignis.
«Ο Ευάγριος, μοναχός απίστευτης εγκράτειας και πεπαιδευμένος στις Ιερές Γραφές, θεωρείται εξέχουσα μορφή μεταξύ των Αιγυπτίων».
Ο A. Baumstark έχει απόλυτο δίκιο όταν σημειώνει (Geschichte der syrischen Literatur, σ. 88): Johannes von Lykopolis…… dessen literarisches Erbe auf griechischem Boden gänzlich verschollen zu sein scheint· «Ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως…… του οποίου η φιλολογική κληρονομιά φαίνεται ότι εξαφανίστηκε εντελώς στον ελληνικό χώρο». Κανένας Έλληνας δεν γνώρισε ποτέ αυθεντικά συγγράμματα του περίφημου Διορατικού. Μάλιστα, απέφυγε ακόμη και τη μοίρα άλλων επιφανών μορφών του μοναχισμού, όπως του αγίου Αντωνίου, του αγίου Μακαρίου κ.λπ., στους οποίους αποδόθηκαν μετά τον θάνατό τους απόκρυφα έργα. Οι λόγοι του που μας παραδίδει ο Ευάγριος ο Ποντικός τού είχαν γνωστοποιηθεί προφορικά:
Πορνεία 36:
اس بات کے صبح ميعا بحمل باحامه
«Όπως μας διηγήθηκε ο Ιωάννης, ο άγιος προφήτης της Θηβαΐδας».
Οργή 6:
ܝܟ ܕܡܬܢܐ ܗܘܐ ܝܘܚܢܢ ܢܒܝܐ ܚܙܝܐ ܕܬܒܐܝܣ
«Όπως διηγούνταν ο Ιωάννης ο προφήτης, ο διορατικός της Θηβαΐδας».
Ακηδία 16:
ܐܢܐ ܘܥܒܕܐ ܕܐܠܗܐ ܐܡܘܢܝܘܣ ܫܐܠܢܝܗܝ ܠܝܘܚܢܢ
ܩܕܝܫܐ ܚܙܝܐ ܕܬܒܐܝܣ... ܗܘ ܕܝܢ ܦܢܝ ܠܢ ܦܬܓܡܐ ܘܐܡܪ
«Εγώ και ο δούλος του Θεού Αμμώνιος ρωτήσαμε τον Ιωάννη, τον άγιο διορατικό της Θηβαΐδας…… και εκείνος μας αποκρίθηκε και είπε……».
Κενοδοξία 19:
ܐܝܟ ܕܬܢܝ ܠܢ ܢܒܝܐ ܩܕܝܫܐ ܝܘܚܢܢ
«Όπως μας διηγήθηκε ο άγιος προφήτης Ιωάννης».
Περὶ προσευχῆς 72: «ἔφρασε γνωστικὸς ἀνήρ……».
Καμιά παραπομπή σε έργο του δεν έχει μέχρι σήμερα ανακαλυφθεί σε κανέναν Βυζαντινό συγγραφέα· ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως είναι άγνωστος στους καταλόγους πνευματικών αναγνωσμάτων που μας παραδίδουν άνθρωποι όπως ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Ιωάννης Αντιοχείας, ο Παύλος Ευεργετινός, ο Νίκων στον Πανδέκτη του…… Με μία λέξη, απόλυτη σιωπή. Τα έργα του Προφήτη δεν έχουν χαθεί χωρίς ίχνη· δεν υπήρξαν ποτέ, απ’ όσο γνώριζαν οι Βυζαντινοί. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε αυτός ο Κόπτης χειρώνακτας να είχε γράψει στα ελληνικά, αφού ο Παλλάδιος χρειάστηκε διερμηνέα για να συνομιλήσει μαζί του; «δι’ ἑρμηνέως», λέει, και μάλιστα μας παραδίδει ακόμη και το όνομα του διερμηνέα: Θεόδωρος.
Σε αυτή την επιχειρηματολογία, οι διάλογοι που εξέδωσε ο Sven Dedering φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αντιτάσσουν μια ένσταση.
Πράγματι, η πρώτη από τις τέσσερις συνομιλίες αρχίζει με τα εξής λόγια: «Εγώ, ο Ευτρόπιος και ο Ευσέβιος, αφού λάβαμε την πρώτη επιστολή του, σπεύσαμε να πάμε προς αυτόν……». Επομένως, εδώ την πένα κρατούσε ο Ευτρόπιος. Χάρη σε αυτόν, ο ξυλουργός Ιωάννης της Λυκοπόλεως, αντί να μας παραδίδει τους μυστικούς καρπούς της σοφής άγνοιάς του, επιδεικνύει μια ψυχολογική, ιατρική, ακόμη και βιβλιογραφική ευρυμάθεια, η οποία μας απογοητεύει όσο και μας εκπλήσσει. Γνωρίζει αποφθέγματα φιλοσόφων, παραθέτει τον Ιπποκράτη (σ. 76, στίχος 20) και ξεπερνά κάθε όριο σχολαστικισμού, όταν αρχίζει να απαριθμεί μονορούφι περίπου σαράντα ασθένειες, με τις επιστημονικές ονομασίες τους, με μοναδικό σκοπό να μας διδάξει ότι η ψυχή δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί από αυτές. Ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως ασφαλώς δεν είπε κάτι τέτοιο, όπως δεν είπε και πολλά άλλα πράγματα τα οποία παραλείπω· διότι διαθέτουμε και άλλα επιχειρήματα.
Είπα ότι μας απογοητεύει. Αυτός ο άνθρωπος, ολόκληρη η δόξα του οποίου περικλείεται στην προσωνυμία του «Διορατικού», αυτός ο θεωρητικός, από τον οποίο δικαιούμασταν να περιμένουμε κάτι παρόμοιο με τον άγιο Ιωάννη του Σταυρού ή με τις Πνευματικές Ομιλίες, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να ανατέμνει έννοιες σύμφωνα με ένα τριμερές σχήμα που παραμένει πάντοτε το ίδιο: σωματικό, ψυχικό, πνευματικό. Και ο ίδιος ο κ. Dedering αναγνωρίζει μια διαπίστωση που ηχεί σαν απογοήτευση: Wie oben bemerkt, schildert Johannes in diesem Buch keine ekstatischen Erlebnisse· «Όπως παρατηρήθηκε παραπάνω, ο Ιωάννης δεν περιγράφει σε αυτό το βιβλίο καμιά εκστατική εμπειρία» (σ. V)· και σε σημείωση: In den Schriften von Johannes, die ich bisher durchgearbeitet habe, finden sich keine solchen Schilderungen. Vgl. übrigens Wensinck, Bar Hebraeus’s Book of the Dove, S. XV f.· «Στα συγγράμματα του Ιωάννη που έχω μελετήσει μέχρι σήμερα δεν απαντούν τέτοιες περιγραφές. Πρβλ. εξάλλου Wensinck, Bar Hebraeus’s Book of the Dove, σ. XV κ.ε.».
Στις σελίδες στις οποίες παραπεμπόμαστε έτσι, ο Wensinck επισημαίνει τη μετριοφροσύνη με την οποία ο Μπαρ Εβραίος μιλά για τη δική του μυστική πορεία. Παρόμοιες δηλώσεις ταπεινοφροσύνης, μας λέει, απαντούν συχνά στους μεγάλους διδασκάλους του μυστικισμού· προς επίρρωση παραθέτει ένα χωρίο του Ισαάκ της Νινευή και το περίφημο απόσπασμα από τον Βίο του Πλωτίνου, όπου ο Πορφύριος βεβαιώνει ότι ο δάσκαλός του έφθασε στην ένωση με τον Θεό μόνο τέσσερις φορές, ενώ ο ίδιος ο Πορφύριος μόνο μία φορά. Αλλά η περίπτωση του Ισαάκ και των χριστιανών μυστικών είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του Πλωτίνου. Ο κ. Émile Bréhier το επισήμανε στην έκδοσή του του Βίου του Πλωτίνου (Εννεάδες, τόμ. 1, σ. 27, σημ. 1): «Πολύ σωστά ο Inge (Philosophy of Plotinus, σ. 142 κ.ε.) ανέδειξε την εξαιρετική σπανιότητα των εκστατικών καταστάσεων στον Πλωτίνο και στη σχολή του· είναι ένα χαρακτηριστικό ως προς το οποίο ο νεοπλατωνικός μυστικισμός αντιτίθεται στον μυστικισμό του Μεσαίωνα».
Ο Ευάγριος ο Ποντικός, για να αναφέρουμε μόνο αυτόν τον σύγχρονο του Ιωάννη της Λυκοπόλεως, ωθεί τη μετριοφροσύνη τουλάχιστον τόσο μακριά όσο και ο μαθητής του, ο Ισαάκ της Νινευή (πρβλ. λ.χ. τις επιστολές του 16, 27, 52 κ.λπ.)· αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να γράφει τις υψηλότερες μυστικές πραγματείες, απείρως ανώτερες από τις ξηρές ψυχολογικές διατριβές που αποδίδονται σε εκείνον τον οποίο σεβόταν ως ασύγκριτο δάσκαλο. Και ο Ισαάκ πράττει το ίδιο. Αν τουλάχιστον ο υποτιθέμενος Ιωάννης της Λυκοπόλεως περιοριζόταν στο να αγνοεί τις κορυφές! Μπορούμε όμως άφοβα να προβλέψουμε στον κ. Dedering ότι ούτε στα συγγράμματα του ίδιου Ερημίτη τα οποία δεν έχει ακόμη μελετήσει θα βρει περιγραφές εκστατικών καταστάσεων. Άλλωστε, το έχει αντιληφθεί και ο ίδιος, αφού συγκεντρώνει (σ. XIV κ.ε.) μερικά από τα πολυάριθμα χωρία στα οποία ο διδάσκαλός μας δηλώνει ρητώς ότι ο τρίτος βαθμός σε όλα τα πράγματα —στην αποταγή (σ. 85), στην καθαρότητα (σ. 86 κ.ε.), στη νηστεία (σ. 87) κ.λπ.— ανήκει στη ζωή που ακολουθεί την ανάσταση. Περιμέναμε έναν μυστικό, εφάμιλλο του Ευαγρίου ή του Μακαρίου, και έχουμε σχεδόν έναν αρνητή του μυστικισμού.
Ας συμπεράνουμε ότι, αν ο συντάκτης αυτών των τεσσάρων διαλόγων ήταν μαθητής του Ιωάννη της Λυκοπόλεως, θα είχε εκπληρώσει τον ρόλο του ως γραμματέα με τέτοια ελευθερία, ώστε το πόνημά του θα αποτελούσε πλαστογράφημα. Η Historia Monachorum (1, 18–62 Preuschen) παραδίδει μια συνομιλία του Διορατικού με επτά αδελφούς που είχαν έρθει από την Ιερουσαλήμ. Αυτός τουλάχιστον ο λόγος προέρχεται από έναν θεωρητικό, ο οποίος αποβλέπει στη διαρκή ένωση με τον Θεό και στην καθαρή προσευχή, πράγματα που θεωρεί απολύτως δυνατά σε αυτόν τον κόσμο. Έτσι ακριβώς, αν εξαιρέσουμε τη γλώσσα και το ύφος, θα έπρεπε να μιλά ο μεγάλος γνωστικός τον οποίο συμβουλεύθηκαν ο Ευάγριος και ο Αμμώνιος.
Άλλωστε, δεν υπήρχε πάντοτε κάποιος γραμματέας, έστω και αυθαίρετος. Τα περισσότερα από τα incipit που ο Wright μεταγράφει αφειδώς στον Κατάλογό του προϋποθέτουν ότι ο Ιωάννης χειριζόταν ο ίδιος τον κάλαμο ή υπαγόρευε σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς τα «είπε» των διαλόγων που εξέδωσε ο Sven Dedering. Στον συγγραφέα μας θα συνέβη ό,τι και στον Γρηγόριο τον Κύπριο: στα δικά του έργα οι μαθητές του πρόσθεσαν άλλα, βασισμένα λίγο πολύ στην ανάμνηση των συνομιλιών τους μαζί του. Αλλά και στη μία και στην άλλη περίπτωση, αυτός ο ερημίτης ή μοναχός Ιωάννης δεν είναι ο Ιωάννης της Λυκοπόλεως.
IV. Η προέλευση της πλάνης
Σημειώσεις:
(1) Ακόμη και η Νεστοριανή Ιστορία ή Χρονικό του Σεέρτ τον μνημονεύει (P. O. V, σ. 267 [155]) με την εσφαλμένη ονομασία «Ιωάννης ο Φύλακας»: الناطر· προφανώς πρέπει να διαβάσουμε الناظم = «ο διορατικός».
(1) Αν πιστέψουμε τον Addai Scher (P. O. XIII, σ. 533), ο Παλλάδιος απέδιδε επιστολές στον Ιωάννη της Λυκοπόλεως. Δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο. Ο A. Scher διάβασε εσφαλμένα το Bibl. Orient. III, σ. 17, στο οποίο παραπέμπει, και όχι βέβαια τον Παλλάδιο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου