Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Προοίμιο του Σ. Ράμφου στο βιβλίο Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Προοίμιο

Ἡ Ἑλλάδα τῶν ὀνείρων συμπληρώνει προηγούμενες ἐργασίες μου γιὰ τὴν φύσι καὶ τὶς καταβολὲς τῶν πνευματικῶν ἀγκυλώσεων τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ὄχι ἀπὸ διάθεσι αὐτοτιμωρητικὴ ἀλλὰ γιὰ νὰ ζητήσω ἐκεῖ μέσα τὴν ἔξοδο. Μὲ τὸν Καημό τοῦ ἑνός (2001) προσπάθησα νὰ ἀναδείξω τὴν ἄπρακτη έξατομίκευσι ποὺ κράτησε τὴν βυζαντινὴ καὶ τὴν νεοελληνική κοινωνία μακριὰ ἀπὸ τὴν νεωτερικότητα. Στὸ Μυστικὸ τοῦ Ἰησοῦ (2007) δοκίμασα μιὰν ἑρμηνευτικὴ προσέγγισι εὐαγγελικῶν χωρίων, ὥστε νὰ καταφανῇ πὼς ἡ ἀναζήτησι τοῦ νοήματος μπορεῖ νὰ ἀνοίξῃ στὸν ὀρθόδοξο ἀναγνώστη ἕνα βιβλίο σὰν τὴν Καινή Διαθήκη καὶ νὰ τὸ ἀπεγκλωβίσῃ ἀπὸ μακρόβια ἀπολογητικά στερεότυπα τὰ ὁποῖα τοῦ ἀφαιροῦν κάθε ἰκμάδα ζωῆς. Τὴν ἀναγνωριστικὴ ἐκσκαφὴ προχώρησα μὲ τὸ Ἀδιανόητο τίποτα (2010), ὅπου σχολιάζοντας καθοριστικά κείμενα τῆς Φιλοκαλίας ἐπεχείρησα ἐσωτερικὴ περιγραφὴ τοῦ νηπτικοῦ ἁγίου, τὸν ὁποῖο οἱ ἐκδότες της ἤθελαν νὰ ἀντιπαραθέσουν στὸν ἄνθρωπο τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ κατ' ἐπέκτασιν στὸ ἐνεργὸ ὑποκείμενο τῶν Νέων χρόνων. Τώρα, μὲ τὰ ὄνειρα, τὸ πεδίο μετατίθεται ἐσωτερικώτερα – στὸ φαντασιακὸ ὡς πολιτισμική συνιστῶσα ὅπου εἰκόνες ψυχικές διαπερνοῦν τὴν φυσικὴ καὶ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα γιὰ νὰ τὴν μετασχηματίσουν άξιακὰ καὶ νὰ τὴν διαποτίσουν ἰδεολογικά. Αἴφνης μία ἰσχυρή κρίσι ταυτότητος προκαλεῖ διαχρονικὰ ἀνασφάλεια τῆς ὁποίας τὸ βάρος ἐκφράζεται κατὰ περίπτωσι μὲ εἰκόνες συντελείας καὶ ἀνάλογες φοβικὲς εἴτε ὑστερικὲς ἀντιδράσεις. Πρόκειται γιὰ συμβολικά κοιτάσματα καὶ κίνητρα ποὺ συνδέουν τὰ ἄτομα μὲ τὴν συλλογική τους συνθήκη ὡς διακριτὰ ἀχρονικὰ δεδομένα μὲ περιεχόμενο τὴν ἴδια τὴν παγιωμένη τους μορφή.

Λαμβάνω ὑπ' ὄψιν τὴν ἀλληλεπίδρασι καταστάσεων καὶ ἀντιλήψεων, ὅμως δὲν συμμερίζομαι τὴν ἰδέα περὶ αἰτιοκρατικῆς μεταξύ των σχέσεως, πολύ περισσότερο στὸν χῶρο τῆς ἐνεργοῦ καὶ ὄχι τῆς παθητικῆς φαντασίας. Ἀντὶ νὰ θεωρῶ τὰ ὄνειρα καὶ τὰ ὀράματα τοῦ λαοῦ μας παρακολουθήματα τῶν γεγονότων, ξεκινῶ ἀντίστροφα καὶ τὰ ἀντιμετωπίζω ὡς πηγαῖα στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Περιλαμβάνω ἔτσι στὴν ἔρευνα τὴν σφαῖρα τῶν συναισθημάτων, ἡ ὁποία διαμορφώνει ἐν πολλοῖς τὴν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων ὑπαγορεύοντας ἀντενέργειες εἴτε ἐπιλογές. Τὰ ὄνειρα «παίζουν» τὴν ἐσωτερικὴ πρόσληψι τῆς πραγματικότητος τόσο τοῦ Ἐγὼ ὅσο καὶ τοῦ κόσμου ἐν εἴδει αἰσθημάτων, ἂς ποῦμε ἐπιθυμίας, προσδοκίας, ἐνδιαφέροντος, ἀνυπομονησίας, ἄγχους, πρόσληψι ἡ ὁποία ὁδηγεῖ ἐνδομύχως μὲ τὸν τρόπο της σὲ ψυχικὲς στάσεις. Ὡς κόσμος τῆς καθημερινότητος, ὁ κόσμος τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν συναισθημάτων εἶναι πολύτιμος καθὼς πολὺ συχνὰ τὰ μικρὰ πράγματα φανερώνουν, σὰν συμβολισμοί, ἀθέατα μεγάλα.

Νομιμοποιητική βάσι τοῦ ἐγχειρήματός μου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ψυχικὲς μορφὲς τῶν ὀνείρων συνδέονται μὲ ἐκεῖνες τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος, ὄχι μόνο ὡς πρὸς τὴν ἀναλογία καταστάσεων (π.χ. ὁ διωγμὸς τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τοὺς ναζί), ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν εἰς βάθος σχέσι ἀσυνειδήτων ἐπιθυμιῶν, τῶν ὁποίων οἱ φαντασιώσεις διαπλέκονται μυθικὰ μὲ τὶς παραστάσεις τους. Ἔτσι ἡ ἁπλῆ εἴτε ἐνοχικὴ λ.χ. ἀνασφάλεια μπορεῖ στὸ ὄνειρο νὰ μὲ εἰκονίσῃ μελλοθάνατο καὶ νὰ ἰδῶ ἐν συνεχείᾳ κάποιον ἅγιο νὰ μὲ θεραπεύῃ. Ἡ ὀνειροθεραπεία μου ἐξατομικεύει ψυχικὰ τὴν θρησκευτικὴ πίστι στὴν ἰαματικὴ ἐνέργεια τῶν ἀνωτέρων δυνάμεων. Ὑπ᾿ αὐτὸ τὸ πρῖσμα τὰ ὄνειρα δανείζονται, σὰν παραστάσεις συναισθημάτων, μορφὲς ἀπὸ τὴν περιρρέουσα πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς κοινωνίας γιὰ νὰ τὶς δέσουν, μέσῳ τῆς φαντασίας, σὲ δικές τους ἱστορίες καὶ νὰ τὶς ἐνεργοποιήσουν, κατὰ τὸ περιεχόμενο, μυθολογικὰ εἴτε καὶ ἰδεολογικὰ στὸν ξύπνο.

Ὁ κίνδυνος μ' αὐτὸ τὸ βιβλίο ἦταν νὰ γίνῃ ψυχαναλυτικὴ ἑρμηνεία ὀνείρων ἢ φιλολογική διατριβή. Αἰσθάνομαι πὼς τὸν ἀπέφυγα σχετίζοντας τὰ ὄνειρα καὶ τὴν ἀχρονικότητά τους μὲ τὴν ἐλλειμματικὴ ἱστορική μας συνείδησι, καθὼς ζοῦμε πολύ συχνὰ τὰ πράγματα σὰν σὲ ὄνειρο ἀντὶ νὰ τὰ σκεπτώμαστε ὡς γεγονότα. Στὰ ὄνειρα ποὺ ἐπέλεξα ὡς παραδειγματικὸ ὑλικὸ καὶ πεδίο τοῦ συλλογικοῦ φαντασιακοῦ μας, προσπάθησα νὰ διαβάσω γενικώτερα ἐσωτερικά μας χαρακτηριστικά, πεπεισμένος ὅτι χωρὶς αὐτὴ τὴν προσέγγισι δυσκολεύει πολὺ ἡ εὐστάθεια κάθε σοβαρῆς κοινωνικῆς ἐξελίξεως. Ἡ ὅποια «όρθολογική» κατανόησι τοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ ἀστοχῇ, ἀφοῦ στὴν βιοτή μας τὸ συναίσθημα, ἡ στάσι ὅπου κυριαρχεῖ μιὰ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ψυχικὴ διάθεσι, λειτουργεῖ σχεδὸν πάντοτε εἰς βάρος τῆς ἐλλόγου κρίσεως. Τὸ συναίσθημα, καλλιεργημένο ἢ ἀκαλλιέργητο, ἀντλεῖ περιεχόμενο ἀπὸ τὴν συμβολικὴ διάστασι τῶν πραγμάτων καὶ ὁδηγεῖ ἀπ᾿ εὐθείας στὸν ψυχικό μας κόσμο. Νοιώθουμε ὡς μέλη μιᾶς κοινότητος, ἀλήθεια τῆς ὁποίας συνιστᾷ ἡ ταυτότητα μὲ τὰ παραδοσιακά της πρότυπα ἀντὶ τῶν ἐλλόγων κριτηρίων τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος καὶ τοῦ αὐτογνωρισμοῦ τὸν ὁποῖο ἀπαιτεῖ. Ὅμως χωρὶς ἐσωτερικότητα παρασυρόμαστε στὴν δίνη μιᾶς διαρκοῦς κρίσεως ταυτότητος, τὴν ὁποία καὶ προβάλλουμε πολεμικά στοὺς ἄλλους. Στερούμενοι αὐθεντικοῦ καθρέφτη, παίρνουμε εἰκόνα ἀπὸ ἕνα «δοκιμασμένο» ἀξιακὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο διαφυλάσσουμε σὰν ἄλλον –ἀνώτερο– ἑαυτό. Ἐκτιμῶ ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς φωτισμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλῆται σὲ σπουδὴ συμβάντων ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ εἰσχωρῇ στὸ συναισθηματικὸ ὑπόστρωμα τῶν παραστάσεων ποὺ ὡς τέτοιο ὑποβάλλει καὶ αἱμοδοτεῖ. Αὐτὸ ἐπιχειρῶ.

Προηγούμενο ἀνάλογο ἐγχείρημα γιὰ τὰ καθ' ἡμᾶς, ἀπ᾿ ὅσο ξέρω, δὲν ὑπάρχει, ὁπότε στράφηκα σκοπίμως στὰ ὄνειρα τὰ ὁποῖα συνιστοῦν μὲν ψυχολογικό φαινόμενο, ὅμως ἐντός τους ῥιζώνουν στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ τὰ ὁποῖα συνδυάζουν τὴν ὀνειρικὴ «λογικὴ» μὲ τὴν ἱστορικὴ ἐμπειρία. Ἁπλῶς ἡ τελευταία διαβάζεται ἐκ τῶν ἔνδον καὶ στὸν χρόνο τους. Δὲν γινόταν ὡστόσο νὰ περιλάβω ἐδῶ καὶ τὴν περίοδο τῆς ἑλληνικῆς Ἀρχαιότητος καθὼς τὰ συστατικά στοιχεῖα τῆς σημερινῆς πολιτιστικής μας ταυτότητος ἔχουν γενέθλιο ἔδαφος τὴν έλληνοχριστιανική σύνθεσι. Ἡ κλασικὴ Ἑλλάδα ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερη προσέγγισι. Μελέτησα λοιπὸν τὸ ὀνειρικό μου ὑλικὸ ἀναρωτώ μενος κατὰ πόσο θὰ ἐσχατολογοῦμε ἀκόμη χρονολογικὰ τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι ἀντὶ νὰ τὸ ἐσωτερικεύουμε μὲ ὅρους θελή σεως καὶ ποιητικῆς πράξεως. Ξεκίνησα ἀναγνωρίζοντας τὸν πρωταγωνιστικό ῥόλο τοῦ χριστιανισμοῦ, χωρὶς τὴν διαπλαστικὴ ἐπίδρασι τοῦ ὁποίου στὰ θέματα τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστο ρικότητος δὲν ἐξηγεῖται τίποτε. Μὲ ἀφετηρία τὸν σχηματισμό τῆς χριστιανικῆς ταυτότητος προχώρησα στὴν μακραίωνά της παράδοσι, ἡ ὁποία ἐπέτυχε νὰ τὴν ὑποτάξῃ στὰ ἀμετάβλητα στερεότυπα καὶ τελετουργικά της, στραμμένα ἐπὶ μονίμου βάσεως στὸ παρελθὸν καὶ διαπλάθοντα ταυτότητες ποὺ περισῴζουν τὸ παλαιὸ σὲ ἄλλες μορφές, λόγου χάριν τὸν κοινοτικὸ ὁμαδισμὸ σὲ συντεχνιασμὸ ἢ σὲ κομματισμό. Ἔτσι φθάνουμε στὴν ἐποχή μας, ὅπου ἡ μαγικὴ διάρκεια τοῦ ὀνείρου δεσμεύει ὑποδορίως τὸ γίγνεσθαι οἰκοδομῶντας ψυχικὰ ἕνα ἀπαρασάλευτο παρόν, ἡ «αἰωνιότης» τοῦ ὁποίου ἀντιστέκεται δραματικὰ στὴν χρονικότητα σὰν βίωμα πληρότητος καί, ἂν δὲν ματαιώνῃ, διαστρέφει ἐν τῇ γενέσει τους τὶς ὅποιες δημιουργικές ἀλλαγές.

Συγγραφικὰ τὸ ἐγχείρημα δὲν ἦταν ἁπλὸ καθὼς τὸ ἴδιο τὸ ὑλικὸ ὑπέβαλλε μιὰν αὐτοτέλεια τῶν κεφαλαίων τοῦ βιβλίου. Τὰ ἑνώνει ὡστόσο ἡ σημασία ὀνείρων καὶ ὁραμάτων ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀπέχουν ἀκόμη καὶ αἰῶνες μεταξύ τους, ὄχι τὸ ξετύλιγμα κάποιας ἰδέας. Σημασία ποὺ ἀνατέλλει ἀργόρρυθμα, μὲ πυρῆνα τὴν χριστιανική ταυτότητα, νεόκοπη κατ' ἀρχάς, ὡριμάζουσα ἐν συνεχεία, μονοπωλιακά κυρίαρχη σὲ ἑπόμενο στάδιο, κλειστὴ στὸν κόσμο καὶ τὸν τύπο της ἐν τέλει. Ἑπομένως ὤφειλα νὰ τὰ παρουσιάσω σὰν κόσμους ξεχωριστούς, νὰ περιγράψω κάθε φορὰ μαζὶ μὲ τὰ ὀνειρευόμενα πρόσωπα τὸ περιβάλλον, τὶς συγκυρίες, τὶς ἀντιλήψεις, ὥστε νὰ προσεγγίσω τὸν νοηματικό τους πυρῆνα στὴν ἐγχρονικὴ καὶ ἀκολούθως στὴν διαχρονική του διάστασι. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν έρμηνευ τικές μονογραφίες ὀνειροραματισμῶν ποικίλης φύσεως, τῶν ὁποίων ἡ ἀργόσυρτη αὐτοτέλεια θέτει σὲ δοκιμασία τὴν εὐρυθμία τῆς ὅλης ἀναπτύξεως. Ἐκ πρώτης όψεως βέβαια, ἀφοῦ ὑπόβαθρο τῆς ἐν προκειμένῳ σπουδῆς εἶναι ἡ ταυτότητα τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ σχέσι της μὲ τὴν διαμόρφωσι τῆς ἱστορικῆς συνειδήσεως στὸ πεδίο τῶν ὀνείρων καὶ τῶν ὀραμάτων, κάτι τὸ ὁποῖο προαπαιτεῖ εἰδοποίησι τοῦ ἀναγνώστη. Μὲ ἐνδιαφέρει νὰ ἀναδείξω τὴν περιπέτεια τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἑλληνορθόδοξης ταυτότητος, ἡ ὁποία ἐνῷ βιβλικά συνυφαίνεται κατ' οὐσίαν μὲ τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι, κατέληξε νὰ τὸ ἀπαρνιέται ἐν ὀνόματι τῆς συντελειακῆς ἀπορροφήσεως τοῦ παρόντος χρόνου καὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ μία αἰωνιότητα τυποτελετουργικῆς ὑφῆς, οἰκειοποιούμενη ἴσως ἀσυναίσθητα ἀνάλογη χειρονομία τῆς νεοπλατωνικῆς φιλοσοφίας.

Ἡ χριστιανική ταυτότης εἶχε ῥιζικὰ διαφορετικό περιεχόμενο ἀπὸ ἐκείνη τῶν ἐθνικῶν. Δὲν ἦταν συνάρτησι τοῦ χώρου ἀλλὰ τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἕνα τέλος, ὅπως ἀνατρεπτικὰ συνέλαβε τὸ βέλος τοῦ χρόνου ὁ ἰουδαϊκὸς προφητισμός καὶ κατόπιν ἡ χριστιανικὴ ἐσχατολογία δημιουργῶντας τοὺς ὅρους τῆς ἱστορικότητος. Αὐτὰ πολὺ πρὶν νὰ γράψῃ ὁ Πλωτίνος τὸ Περὶ αἰῶνος καὶ χρόνου, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπηρέασε θεωρητικά τὴν πατερικὴ σκέψι τοῦ 3ου καὶ τοῦ 4ου αἰῶνος τόσο ὡς πρὸς τὸν δρόμο ποὺ ἄνοιγε ὅσο καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀδιέξοδο αὐτοῦ τοῦ δρόμου. Τὸ τελευταῖο σχετίζεται μὲ τὴν πλωτίνειο ἐπιστροφὴ στὴν αἰωνιότητα τοῦ νοητοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν ἀκινησία τῆς ὁποίας ὁ χρόνος εἶχε προηγουμένως αὐτονομηθῆ λυτρωτικά, μὲ σοβαρὰ ἀνθρωπολογικὰ ἐπακόλουθα. Διότι ἔκτοτε ἡ ἐπιστροφή τούτη ἐπιτελεῖται συμβολικὰ στὸν εὐχαριστιακὸ κύκλο τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους εἰς βάρος τοῦ ἐσχατολογικοῦ νοήματος τῆς χριστιανικῆς βιοτῆς: ὁ πιστὸς ἀρκεῖται νὰ συμμορφώνεται συμβατικὰ πρὸς τὸ στερεότυπο πλέον ἰδανικό του Ἐγώ, στὸ στατικὸ δὲ παρὸν αὐτοῦ τοῦ καθρεφτίσματος ἡ ἱστορικὴ συνείδησι δὲν βρίσκει χῶρο στὸ γίγνεσθαι, μὲ ἐπιβαρυντικὲς συνέπειες γιὰ τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἐπιλογὲς τῶν ὀρθοδόξων λαῶν.

Τὰ ὄνειρα δὲν προσφέρονται ἀπὸ τὴν φύσι τους γιὰ νὰ ἀνα ζητήσῃ κανεὶς ἱστορικὴ συνέχεια στὴν ταυτότητα· προσφέρονται ὡστόσο γιὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ἀγωνία τῆς ταυτότητος, τῆς σχέσεως τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ τους ἀτομικὰ καὶ συλλογικά. Εν προκειμένῳ ἡ ταυτότης ἀποτελεῖ στόχο πρὸς ἐπαλήθευσι στὰ δεδομένα τῆς χριστιανικῆς οὐρανουπόλεως, ἐπέκεινα τοῦ ἀρχαίου ἄστεως, ἀγωνία τοῦ πιστοῦ νὰ βρῇ τὸν ἑαυτό του στὸν τύπο καὶ ὄχι στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία μὲ τὸν χρόνο κυριεύεται ἀπὸ ἐμμονὲς σὲ κάποια στερεότυπα ἠθικῆς ἀντὶ νὰ ἐξελίσσεται σὲ βαθὺ αἴτημα πνευματικῆς ἀφυπνίσεως. Ὅσο κυριαρχεῖ ὁ τύπος τοῦ Χριστοῦ τόσο οἱ ἄνθρωποι τίθενται μὲ τὰ ὀνειροράματά τους ἐκτὸς τῆς ἱστορίας ἐν ὀνόματι μιᾶς μεταφυσικῆς «ἱστορικότητος», ὁπότε ἡ ψυχική τους ἔντασι αὐξάνεται κατακόρυφα. Τὸ ὑπονοοῦν ὄνειρα χριστιανῶν τῆς Ὕστερης ἀρχαιότητος ἀλλὰ καὶ μεσαιωνικὰ βυζαντινά, ὅπου ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἰδανικοῦ ἑαυτοῦ καὶ τῆς σχέσεως τοῦ ὀνειρευομένου μαζί του ἀντικαθιστᾷ τὴν ἄλλοτε πρωτοκαθεδρία τοῦ ἐξωτερικοῦ -φυσικοῦ ἢ πολιτικοῦ- περιβάλλοντος. Ἀντίθετα μετὰ τὴν Ἅλωσι τὸ κλίμα μεταβάλλεται, ὅπως καὶ ὁ τρόπος τῆς δικῆς μου προσεγγίσεως. Ἀκολουθῶ τὴν συγκυρία μιᾶς παρενδυματικῆς ἱστορικότητος, ὅπου τὸ νόημα προσαρμόζεται στὴν «λογική» τῆς εἰκονοπλασίας τῶν θρύλων, τῶν ἀποκαλύψεων, τῶν προφητειῶν εἴτε στὴν οἰκονομία τῶν ἐκ Θεοῦ ὀνείρων, μὲ προϊοῦσα πάντοτε ἀτροφία τῆς ἱστορικῆς συνειδήσεως. Ἕπεται μία ἐθνικὴ ζωὴ ἐξάρσεων καὶ ταπεινώσεων ἀλλότρια πρὸς τὸ νόημα τῶν στόχων τῆς πράξεως στὸ πνεῦμα τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ, παράλληλη ὡστόσο μὲ τὸ ἀκατανίκητο ψυ χικὸ αἴτημα δικαιώσεως μιᾶς μετέωρης ταυτότητος.

Ἐὰν ἡ ἀτομικὴ καὶ ἡ συλλογικὴ φαντασία θρέφωνται μὲ μύθους, ὄνειρα ἢ ὁράματα καὶ ταυτοχρόνως τὰ αἰμοδοτοῦν, συνιστᾶ ἀποφασιστικὴ κίνησι αὐτογνωρισμοῦ νὰ σκεφθοῦμε τὰ ὄνειρα ὅπως τὰ συναντοῦμε σὲ ἀφηγήσεις, χρονικά, ὀνειροκρίτες τοῦ βυζαντινοῦ καὶ τοῦ νεοελληνικοῦ κόσμου – ἐκφορὲς τοῦ λόγου τους. Ψυχικὰ καὶ πολιτισμικὰ κρίσιμο δὲν εἶναι τὸ ἄναρθρο πρωτογενὲς ὑλικὸ τῶν ὀνείρων ἀλλὰ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τὰ ἀφηγοῦνται καὶ τὰ χρησιμοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι στὴν συλλογικὴ ἢ τὴν ἀτομική τους ζωή. Τὰ ὄνειρα ὑπάρχουν καὶ διαβάζονται στὸν λόγο, εἴτε ἐγγράφονται στὶς εἰκόνες τους ἀπωθημένες ἐπιθυμίες τοῦ παρελθόντος εἴτε σχηματίζεται συμβολικὰ κάτι σὰν μέλλον. Διαθέτουν ἀσφαλῶς ἕνα δικό τους ψυχολογικό περιεχόμενο ποὺ ἐντοπίζεται στὸ ἀσυνείδητο, ὅμως πόσο αὐτοτελὲς μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ τελευταῖο, ὅταν στὶς προνεωτερικὲς αἴφνης κοινωνίες ἡ συνείδησι δὲν διακρίνεται ἀπὸ τὴν παραδόσιμη συμβολική τάξι, ὁπότε τὸ ἄτομο ἀντλεῖ τὴν εἰκόνα του ἀπὸ τὴν ὁμοιομορφία μὲ τὸ σύνολο; Ὅταν οἱ ἄνθρωποι βλέπουν τὸν κόσμο ὄχι μόνο μὲ τὰ μάτια ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν μῦθο, ὁπότε ὁ ἐσχατολογικὸς συμβολισμὸς ποὺ προδιαγράφει τὸ μέλλον χρωματίζει τὰ αἰσθητὰ καὶ μαζὶ τὸ παρόν τους; Εἶναι ἀδύνατο ἆράγε τὰ ὄνειρα νὰ βοηθοῦν τὴν κατανόησι τοῦ πραγματικοῦ ἐπειδὴ τὸ ἀσυνείδητο ἀγνοεῖ τὴν ἀντίφασι καὶ οἱ εἰκόνες του μπορεῖ νὰ σημαίνουν ταυτόχρονα κάτι καὶ τὸ ἀντίθετό του; Ἢ μήπως εἶναι δυνατόν, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ ὀνειρική –καὶ ὁραματική– ἐνέργεια διαπεράσῃ τὴν πραγματικότητα, ὥστε νὰ διασκεδασθῇ κάθε διάκρισι μεταξύ γεγονότων καὶ φαντασιώσεων;

Μὴ μᾶς διαφεύγῃ πὼς ἡ ψυχολογία τοῦ βάθους προϋποθέτει τὸ διαμορφωμένο νεώτερο ὑποκείμενο, τὸν Βιεννέζο στὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, μὲ ἱκανὴ διάκρισι τῶν ἀξιῶν ἀπὸ τὰ ἔνστικτα καὶ ἐξατομικευμένους ἀπωθητικοὺς ἢ μεταρσιωτικούς ψυχικούς μηχανισμούς, πρᾶγμα δυσεύρετο στὸν παραδοσιακὸ ὁμαδικὸ ἄνθρωπο. Μπορεῖ καὶ γιὰ ἐκεῖνον νὰ ἰσχύῃ τὸ οἰδιπόδειο· μπορεῖ ἡ κοινότης του νὰ συγκροτῆται ἐν πολλοῖς βάσει τῶν ἀντιστάσεών του σ' αὐτό, ὅμως τὰ ὄνειρά του πλάθονται μὲ ὑλικὸ σκοπῶν κοινωνικὰ ἀναγνωρίσιμων, τὴν νίκη, ἂς ποῦμε, στὸν πόλεμο ἢ τὴν θεραπεία ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ πιεστικὰ σκιρτήματα μιᾶς ἀπωθημένης ἐπιθυμίας. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος μὲ τὶς ἐπιλογές του προκαλεῖ ἢ ἀποτρέπει τὰ ἐρχόμενα· ὁ παλαιὸς τὰ ἀντιμετωπίζει σὰν «γραφτὸ» καὶ διαβάζει στὰ ὄνειρα τὰ σημεῖα ποὺ τὸ ἀναγγέλλουν. Ὅμως καὶ οἱ δύο ἀνοίγονται στὸ μέλλον μὲ ἀποφασιστικὴ εἰκονοπλαστική συμβολὴ μιᾶς φαντασίας ἐλεύθερης ἀπὸ προηγούμενες ἐμπειρικές παραστάσεις.

Μὲ ἀπασχολοῦν ἐδῶ ἀφηγήσεις ὀνείρων ἀληθινῶν εἴτε λογοτεχνικῶν στὰ ἑρμηνευτικὰ ὀνειροκριτικὰ πλαίσια τὰ ὁποῖα ἴσχυαν κατὰ καιροὺς καὶ στὰ ὁποῖα μᾶς παραδίδονται. Ἡ πίστι στὰ ὄνειρα προηγεῖται τῆς χρήσεώς των καὶ γι' αὐτὸ τὸ θεμελιῶδες ζητούμενο ἀφορᾶ τὴν ἴδια τὴν ὑπόστασί τους καὶ τὴν ἑρμηνεία της. Ἡ ἀχίλλειος πτέρνα τῆς ἁπλῆς ἱστορικῆς των προσεγγίσεως ἔγκειται σὲ τοῦτο: Τὰ ἀντιμετωπίζει σὰν ἰδεολογικὴ παράμετρο τῆς ὑπάρξεως, κάτι σὰν «ἐποικοδόμημα» τῆς ὑλικῆς ζωῆς. Ἡ ἀκραιφνῶς ἱστορικιστικὴ ματιὰ παραβλέπει ὅτι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται ταυτόχρονα στὸ παρὸν καὶ στὸ παρελθὸν μὲ τοὺς ἐθισμοὺς καὶ τὶς παραδόσεις τους, προσβλέπουν μάλιστα ἐξ ἴσου σὲ ἕνα μέλλον τοῦ ὁποίου ἡ εἰκόνα συνυφαίνεται μὲ πανάρχαιες θρησκευτικότητες, ὁραματικές λυτρωτικές προσδοκίες, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνώτερες ἀξίες οἱ ὁποῖες συνιστοῦν τὸ κίνητρο, τὸ περιεχόμενο καὶ τὸν κριτὴ τῶν ἐλπίδων μας, λειτουργοῦν ὅμως σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀσυνείδητα, μὲ παραλλαγές οἰκονομικές, πολιτικές κ.τ.ὅ. Οἱ ἐρευνητὲς δηλαδὴ τῆς ἐν λόγῳ κατευθύνσεως προσχωροῦν κατὰ κάποιον τρόπο στὴν περιχωρητικὴ συγχρονία τῶν εἰκαστικῶν τους ἀποδόσεων, ἐκεῖ ὅπου ὅλα τὰ γεγονότα συνυπάρχουν, ἀφοῦ ὁ χῶρος και θορίζει τὸν χρόνο ποὺ ἔχει, ὅπως ἀκριβῶς γιὰ τὰ παιδιά, μόνο παρόν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐμμένουν στὴν χρῆσι εἰς βάρος τῆς θέσεως καὶ τῆς σημασίας τῶν ὀνείρων στὴν ζωή μας. Τοὺς διαφεύγει πὼς ἡ πραγματικότης δὲν συμπίπτει μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα καὶ τὶς ταυτίζουν ἀδικῶντας κατάφωρα τὴν ἴδια τὴν ἐργασία τους. Αντιθέτως δικό μου σημεῖο ἐκκινήσεως εἶναι ὅτι τὰ ὄνειρα φέρουν βαθύτερα τὸ βάρος τοῦ ἀτομικοῦ καὶ τοῦ συλλογικοῦ παρελθόντος, ὁπότε συγκροτοῦν κατάλληλο πεδίο γιὰ ἕνα διαγνωστικὸ ἐγχείρημα ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει, τόσο στὴν ἀστικὴ ὅσο καὶ στὴν περιφερειακὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ὁραματική του ἐκδοχὴ τύπου Μεγάλης Ιδέας ἢ κοινωνίας ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης. Ἡ φαντασιακή μετάθεσι τῶν συλλογικῶν ὁραματισμῶν γιὰ τελικὴ λύτρωσι στὸ πεδίο τῆς ψευδοϊστορικότητος κρατεῖ ἐπὶ αἰῶνες τὴν ἐθνική μας ψυχὴ σὲ κρίσι ταυτότητος καὶ τὴν νεοελληνικὴ κοινωνία σὲ ἀδυναμία νὰ πάρῃ διὰ τοῦ παρόντος τὴν ὑπόθεσι τοῦ μέλλοντος ἀποφασιστικὰ στὰ χέρια της.

Ἀνθολογῶ τὸ ὑλικό μου ἀπὸ τὶς γραπτὲς πηγὲς καὶ ἀπὸ ἐργασίες νεωτέρων ἐρευνητῶν χωρὶς τὴν φιλόδοξη διάθεσι οὔτε τὴν δυνατότητα νὰ τὸ ἐξαντλήσω. Ἄλλωστε ὅ,τι καὶ νὰ συγκέντρωνα θὰ ἦταν κόκκος ἄμμου ἐν συγκρίσει πρὸς ὅσα ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι στὸν ὕπνο τους ἐπὶ αἰῶνες! Δὲν χρειάζεται νὰ μελετήσῃ κανεὶς ὅλα τὰ ὄνειρα μιᾶς γραμματείας ὅπως ἡ βυζαντινὴ εἴτε ἡ νεοελληνική, γιὰ νὰ διαμορφώσῃ ἀντίληψι καὶ νὰ διεκδικήσῃ κρίσι. Ἑπομένως ἀρκοῦν γιὰ τὸ ἐγχείρημα ἀντιπροσωπευτικὰ ὄνειρα –πολλὰ ἢ λίγα εἶναι δευτερεῦον– τὰ ὁποῖα καὶ νὰ συγκροτοῦν ἕνα σημαῖνον σύνολο ἀνοικτὸ σὲ συμπληρώσεις καὶ σὲ ἀνατροπές. Κατανοῶ τὶς δυσκολίες καὶ τοὺς κινδύνους αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ἀποφάσισα νὰ γίνω όνειροπλεύστης ἐν ἐπιγνώσει τους. Καὶ ἂν ἀκόμη τὸ ταξίδι καταλήξῃ σὲ ναυάγιο, θὰ ἔχουμε ἀντιμετωπίσει σὲ ὑποβρύχια ψυχικὴ σφαῖρα τὴν σχέσι τῆς κοινωνίας μας μὲ τὴν πνευματική της συνθήκη καὶ θὰ ἔχουμε ἀνοιχτῇ σὲ ὅρους πλατύτερους ἀπὸ ἐκείνους τῆς αἰτίας καὶ τοῦ ἀποτελέσματος, ὅρους οἱ ὁποῖοι ἀγγίζουν τὶς νοοτροπίες καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ ὑφαίνουν τὴν καθημερινότητά μας.

Μία συνολικὴ ἐξήγησι γιὰ τὴν συνθήκη τῶν νοοτροπιῶν καὶ τὴν μεταβολή τους ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασι ἀκμῆς καὶ παρακμῆς στὰ καθ' ἡμᾶς ξεπερνᾷ τὶς δυνατότητές μου, ὅμως σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις τὸ ἐγχείρημα δὲν εἶναι ἄγονο οὔτε ἀνέφικτο. Αὐτὸ ἐπιχειρῶ μὲ πεδίο ἐκεῖνο τῶν συναισθημάτων, στὸ μέτρο ποὺ οἱ ἀτομικὲς ἐμπειρίες καὶ τὸ εὐρύτερο πνευματικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς τοῦ ὑπὸ μελέτην ὑλικοῦ συνυφαίνονται. Ἡ χρονικὴ ἔκτασι τῆς διασπορᾶς τοῦ ὀνειρικοῦ ὑλικοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπέραντη, ἀλλὰ τὸ ἴδιο δὲν παύει νὰ εἶναι διαχειρίσιμο μὲ δεδομένους τοὺς στόχους τῆς ζητήσεως, τὴν σύστασι δηλαδὴ τοῦ ἑαυτοῦ σὲ περιστάσεις ῥευστότητος οἱ ὁποῖες προκαλοῦν ἠθικὴ ἀνασφάλεια. Ἐξ οὗ καὶ ἀναζητῶ πρωτίστως ἐσωτερικὲς ἐμπειρίες καὶ δευτερευόντως δράσεις ἢ ἀντιδράσεις μὲ κοσμικὸν ὀρίζοντα. Οἱ ἐσωτερικὲς ἐμπειρίες, ὅπως ἐκβάλλουν στὰ ὄνειρα, συγκροτοῦν τὸ ἱστορικὸ δεδομένο ποὺ ἐρευνῶ, ὑλικὸ τὸ ὁποῖο δὲν παραπέμπει τόσο σὲ προηγούμενα γεγονότα ὅσο ἀποτελεῖ τὸ ἴδιο γεγονός, συμμετέχει μᾶλλον στὴν ἱστορικότητα παρὰ ὑπόκειται σ' αὐτήν. Ἀνάγομαι δηλαδή σὲ καταστάσεις ὅπου οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐκκινοῦν ἀπὸ τὴν παρατήρησι τῆς ἐξωτερικῆς πραγματικότητος γιὰ νὰ τὴν γνωρίσουν καὶ νὰ τὴν διαχειρισθοῦν, ἀλλὰ ἐπιμένουν στὸν ἑαυτό τους καὶ βάζουν στὴν θέσι τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου τὴν ἔννοια τοῦ ἀπολ-του ὡς ἰδέα τοῦ ἀπείρως μικροῦ καὶ τοῦ ἀπείρως μεγάλου, στὰ πλαίσια τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ καταντᾷ κυριολεκτικὰ τυχάρπαστη.

Παρακολουθώ κατὰ δύναμιν «ἀπὸ μέσα» τὰ πράγματα ἀντὶ νὰ τὰ κοιτάζω ἀφ᾿ ὑψηλοῦ. Δὲν κάνω τὴν δουλειὰ τοῦ ἱστορικοῦ, ὥστε νὰ ἐκθέτω συμβάντα ἡ λογικὴ τῶν ὁποίων δένει τὸν χρόνο, μολονότι ἀκολουθῶ τὴν χρονολογικὴ σειρὰ στὴν παρουσίασι καὶ τὴν ἐπεξεργασία τῶν θεμάτων καὶ χρησιμοποιῶ ἀντιστοίχως τὸ ἱστορικὸ ὑλικό. Στὰ ὄνειρα ἡ ψυχικὴ διάθεσι καὶ τὰ «δρώμενα» δὲν διακρίνονται μεταξύ τους, προσχώνονται δὲ σὲ βαθύτερα στρώματα τῆς πραγματικότητος τὰ ὁποῖα δὲν συ-καταλέγει στὸ πεδίο τῶν ἐνδιαφερόντων της ἡ ἱστορικὴ ἐπιστήμη. Τὰ συγκαταλέγει ὡστόσο ἡ ἀνθρωπολογία καὶ δὲν γίνεται νὰ τὰ παραβλέπωμε ὅταν μελετοῦμε τὶς νοοτροπίες, τὶς συμπεριφορὲς καὶ τὰ συναισθήματα στὴν καθημερινότητα τοῦ τρόπου μας, καθὼς πορεύεται ἀργόσυρτα στὸ διάβα τῶν αἰώνων. Θεωρῶ λιγώτερο παρακινδυνευμένο νὰ βάλω στὸν νοῦ μου ἕνα κόσμο τοῦ ὁποίου ἡ σχέσι μὲ τὸ ὑπερβατικὸ εἶναι οἱονεὶ φυσικὴ καὶ οἱ ἀλλαγὲς δὲν ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ ἀναμορφώσεις δεδομένης πρώτης ὕλης σὲ καθεστὼς ἀενάου συγκερασμοῦ, παρὰ νὰ τὸν κατασκευάσω μὲ τὰ κριτήρια καὶ τοὺς ὅρους τῶν αἰφνιδιαστικῶν ἀλλαγῶν ποὺ ὑπαγορεύει μία χρονικότητα κινούμενη μὲ ἄλματα καὶ ῥήξεις.

Τί περιμένω ἀπὸ αὐτὴ τὴν περιπλάνησι στὸν ὀνειρόκοσμο τοῦ Βυζαντίου καὶ τοῦ Νέου ἑλληνισμοῦ; Περιμένω νὰ ἐνισχυθοῦν διαγνωστικὰ ὅσα ἕως τώρα ἔχω ἐπιχειρήσει νὰ ἀναδείξω μιλῶντας γιὰ τὴν ἀδυναμία νὰ ἐξατομικευθῇ ὁ ἄνθρωπός τους καὶ κατ' ἐπέκτασιν γιὰ τὴν δυσκολία νὰ ὡριμάσουν οἱ κοινωνίες τους. Περιμένω μ' ἄλλα λόγια νὰ ἀναφανῇ, μὲ ὅρους ψυχικῆς ζωῆς μεσολαβημένης ἀπὸ ἱστορικά συμπαρομαρτούντα, μία καθήλωσι τοῦ Ἐγὼ σὲ πρώιμες φάσεις τῆς ἀναπτύξεως, μία παθητικότης καὶ ἀνασφάλεια ποὺ δίνει τὸ προβάδισμα στὴν κλειστὴ παραδοσιακὴ ὁμάδα προκαλῶντας τὸν παιδικό μηδενισμὸ ὁ ὁποῖος μᾶς δοκιμάζει ὡς σύνολο καὶ ὡς ἄτομα. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ξέρουμε κατὰ πόσον ζοῦμε μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὀνειρευόμαστε καὶ ἑπομένως ἡ ὑποκειμενικὴ πεποίθησι καθορίζει τὴν «ἀλήθεια», μὲ εὐδιάκριτο παρεπόμενο τὴν βλάβη τοῦ παρόντος.

Ἡ στόχευσι τούτη μὲ ἔκανε νὰ ἐπιλέξω τὴν ὀργάνωσι τοῦ ταξιδιοῦ στὸν ἐμπειρικὸ χρόνο. Ἀφ' ἧς στιγμῆς μιλοῦμε γιὰ ἐμποδισμένη ἀνάπτυξι, χρειάζεται κάτι τέτοιο νὰ ἐπαληθευθῇ ἡ νὰ διαψευσθῇ στὴν ἱστορικὴ διαδρομή. Ἐν προκειμένῳ ἡ ἱστορικὴ διαδρομὴ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν Ὕστερη ἀρχαιότητα, τὸ πρώιμο δηλαδὴ Βυζάντιο, προχωρεῖ στὴν κύρια καὶ ὄψιμη μορφή του, γιὰ νὰ καταλήξῃ στὴν τουρκοκρατούμενη καὶ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Στὸ μεγάλο αὐτὸ ἱστορικὸ διάνοιγμα καθηλώσεις καὶ μεταβολές προβάλλουν καθαρώτερα μὲ ὁρίζοντα ἕνα διαχρονικὸ συναισθηματισμό, ἀδιαχείριστο χωρὶς τὴν ἀντίληψι τῶν εἰκόνων τῆς φαντασίας οἱ ὁποῖες ἐπηρεάζουν ἕως καταλαμβάνουν τὴν συνείδησι ἑνὸς ἀτόμου εἴτε συνόλου καὶ οἱ ὁποῖες δὲν παραπέμπουν σὲ ἐξωτερικὴ συνθήκη ἀλλὰ στὶς συμβολικές μορφὲς κάποιας μυθολογίας. Τὸ φαντασιακὸ τοῦτο τροφοδοτεῖ τὰ συναισθήματα θετικὰ ἢ ἀρνητικά. Λέω «ἀρνητικά» διότι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῶν συμβολικῶν του παραστάσεων καὶ εἰκόνων, οἱ ὁποῖες αὐτονομοῦνται σὲ κόσμο μὲ τὴν δική του ἐνέργεια, οἱ δεσμοὶ μὲ τὴν πραγματικότητα χαλαρώνουν ἀνεξέλεγκτα καὶ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεχθῇ τέτοια πίεσι στὴν ἀφύλακτη περιοχὴ τοῦ ἀσυνειδήτου, ὥστε νὰ προκληθῇ ἰσχυρὴ ἀτομικὴ εἶτε συλλογική νεύρωσι ἢ νὰ δημιουργηθῇ προδιάθεσι στὴν σχιζοφρένεια καὶ τὴν ψύχωσι, ἐνῷ ἡ πραγματικότης θὰ ἀπωθῆται καὶ θὰ ἀντικαθιστᾶται «φυσιολογικά» ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις οἱ ὁποῖες «ψεκάζουν» τὸν λαὸ γιὰ νὰ μὴν ἐξεγείρεται. Σὲ κάθε πάντως περίπτωσι τὸν δρόμο τῆς ἐνηλικιώσεως κλείνουν οἱ συνεχεῖς παλιμπαιδισμοὶ καὶ οἱ ὀδυνηρές τους προεκτάσεις.

Κι ἀλλιῶς: Ἐπιχειρῶ νὰ συμβάλω σὲ ἐνεργὸ κατανόησι τῆς ψυχικῆς ζωῆς τῶν Νεοελλήνων μὲ ἀναφορὰ σὲ καταστατικούς συμβολισμοὺς καὶ περαιτέρω στὶς νοοτροπίες καὶ τὶς συμπερι φορές, ὅπως διαμορφώνονται ἀναλόγως ἀπὸ τὰ συναισθήματά τους. Τὰ τελευταῖα ἀναδύονται μὲ τὸν πιὸ ἀπροσδόκητο τρόπο στὰ ὄνειρα. Στὴν σφαῖρα τους καὶ ὄχι σ' ἐκείνη τῶν ἐξωτερικῶν κοινωνικοοικονομικῶν συστημάτων, ποὺ βέβαια δὲν ὑποτιμῶ τὸ βάρος τους, ὁ κροῖσος καὶ ὁ ἄνεργος δὲν διαφέρουν. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς γνωστόν, ὡριμάζει καὶ ἐξατομικεύεται ἀνακαλύπτοντας σταδιακὰ τὴν πραγματικότητα μὲ τὴν ὁποία διασταυρώνεται ὁμαλὰ εἴτε δύστροπα, φιλικὰ εἴτε πολεμικά, εἰδικῶς ὅταν ἡ συναισθηματική, ἡ παθιασμένη ἀνάγκη του νὰ κυριαρχήσῃ τὸν ὁδηγῇ σὲ ὑπερβολὲς οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ τὸν καταστρέψουν μαζὶ μὲ τὸν γύρω κόσμο. Στὴν τελευταία περίπτωσι τοῦ χρειάζεται ἕνας ἐσωτερικὸς καθρέφτης νὰ κοιτάζεται ἀντὶ νὰ ἀναλύῃ μόνο «δεδομένα», ἡ καλλιέργεια μιᾶς εὐαισθησίας ἡ ὁποία θὰ καλύπτῃ τὴν πόλωσι τῶν συναισθημάτων καὶ τὴν συνακόλουθή της ὑστέρησι τοῦ ψυχικοῦ του πολιτισμοῦ.

Ἡ πρόσφατη οἰκονομική, πανδημικὴ καὶ ἑλληνοτουρκική κρίσι δημιουργεῖ γιὰ τὴν κοινωνία μας τὴν ἱστορικὴ εὐκαιρία νὰ κοιταχθῇ στὸν καθρέφτη τῶν σκεπτικῶν καὶ τῶν ἐπιλογῶν της, ἐνῷ ταυτόχρονα προσφέρει τὴν δυνατότητα σὲ ἄτομα καὶ συλλογικότητες νὰ κάνουν βήματα αὐτογνωρισμοῦ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐθνικὴ ὡρίμανσι ποὺ ἔχομε τόσο ἀνάγκη. Οἱ ἐπιτυχίες δὲν ὁλοκληρώνονται μὲ θριαμβολογήματα ἀλλὰ μὲ αὐτοσυνειδησία. Τὸ ὁποῖο σημαίνει νὰ ἀναγνωρίσουμε ἐπὶ τέλους τὴν ἀξία τοῦ δημοσίου χώρου ὡς πεδίου πολιτικῆς συνοχῆς τῆς κοινωνίας τῶν διαφορετικῶν, τὴν δὲ εὐθύνη τῶν πολιτῶν ἀπέναντί του καὶ ἀνάμεσά τους ὡς κυρίαρχου χρόνου καὶ κινήτρου ἠθικοῦ. Μόνο ἔτσι θὰ ξεπεράσουμε τὸ ἀσφυκτικό καθεστὼς τῆς οἰκογενειοκρατίας, τῶν δεσμῶν τῆς ἐντοπιότητος καὶ τοῦ συντεχνιασμοῦ ποὺ ἀπορροφοῦν τὸ βαθύτερο ἐνδιαφέρον μας εἰς βάρος τῆς πολιτικῆς μας συνειδήσεως. Σ' αὐτὸ τὸ καθεστὼς ἀμυνόμαστε ἁπλῶς ἐναντίον τῶν πιέσεων τῆς φύσεως μὲ αὐτοκαταστροφική «διέξοδο» ἐκκοσμικευμένα χιλιαστικὰ ἰδεολογήματα. Ἀκόμη δὲν ἔχουμε ἀντιληφθῆ πόσο πολὺ κοστίζει ὅτι συγχέομε διαρκῶς τὸ ἱστορικὸ μὲ τὸ ἐσχατολογικό: Παραιτούμαστε ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ πρᾶξι ἐπιτρέποντας σὲ ἀναχρονιστικὰ ὑποστρώματα τῶν νοοτροπιῶν καὶ τῶν συμπεριφορῶν νὰ ἐπιβιώνουν ἐνεργὰ σὲ φαντασιώσεις ἑδραίας ταυτότητος καὶ εἰδυλλιακῆς ζωῆς ἐκτὸς κάθε πραγματικότητος.

Τὸ πόνημα τοῦτο βοηθεῖ, ἐλπίζω, νὰ καταλάβουμε καλύτερα τὴν ἐπικράτησι τῆς στασιμότητος ἐπὶ τῆς ἀλλαγῆς στὴν νεώτερη ἱστορία μας, ἡ ὁποία κινεῖται κατ' ἐξοχὴν στὴν σφαῖρα τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν συναισθημάτων, σφαῖρα μὲ ἀβαθῆ χρόνο καὶ κανόνα τὰ ἀπρόοπτα, ἀφοῦ τὸ ἀφῃρημένο «δέον» κυριεύει μονίμως τὸ παρὸν καὶ τὸ στρέφει σὲ φαντασιακές πραγματικότητες. Ἡ περαιτέρω ἐμβάθυνσι στὸ πρόβλημα μπορεῖ μὲ τὴν σειρά της νὰ εὐνοήσῃ τὴν προοπτικὴ μιᾶς ἐπὶ τὰ βελτίω μεταβολῆς ἡ ὁποία θὰ βασίζεται σὲ διαπλαστικὴ ἑρμηνεία καὶ ὄχι σὲ περιφρόνησι τῆς ῥίζας. Ἐὰν στὶς δύσκολες συνθῆκες τὰ ὄνειρα ταυτίζωνται μὲ τὴν πραγματικότητα, ὁπότε δὲν γίνεται κανεὶς μέσα ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἐλπίζῃ· ἂν τὸ ἄχρονο παρελθόν παίρνῃ τὴν θέσι τοῦ μέλλοντος ἢ τὸ ἴδιο τὸ μέλλον τοποθετῆται στὸ παρελθόν· ἂν ἡ ἀχρονικότητά τους δένῃ μέσα της σουρρεαλιστικὰ τὸν χρόνο – τί πιὸ φυσικὸ ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῆς ἀκινησίας εἰς βάρος τῆς κινήσεως, τὴν ἐπικράτησι τοῦ δεδομένου μὲ ἀποκλεισμὸ τοῦ δυνητικοῦ, ὥστε οἱ πράξεις νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἀπαράλλακτες καὶ ὁ κόσμος νὰ μένῃ ἴδιος μαζί τους;

Άρτουρ Σοπενχάουερ «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση»

ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ.΄
Η ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ ΕΙΝΑ Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

ΕΧΟΥΜΕ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥΣ ΟΛΑ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΚΣΚΑΦΗΣ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝΩΝ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΜΑΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΞΑΣΤΕΙ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 
ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΕ ΕΝΑ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΠΑΣΑΤΕΜΠΟ, ΕΝΑ ΦΤΩΧΟ ΚΟΜΠΟΛΟΓΑΚΙ, ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ. 
ΠΟΛΛΟΙ ΚΛΑΙΝΕ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΙ. ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΩΡΑ;
ΣΑΝ ΞΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ,ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΤΗΣ ΣΕΚΤΑΣ, ΝΟΜΙΖΕ ΟΤΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: