Συνέχεια από: Σάββατο 29 Αυγούστου 2026
Codex Skylitzes Matritensis / Bibliοteca Nacional de Madrid, Vitr. 26-2, Bild-Nr. 77, f 34 v. b.
Βυζαντινοί πυρπολούν με το υγρόν πυρ πλοίο του σφετεριστή του βυζαντινού θρόνου, Θωμά του Σλάβου ή Σκλαβηνού. Έργο αγνώστου που εικονογραφεί τις σελίδες του χειρόγραφου Σκυλίτζη, έργου του 12ου αιώνα. Σε αντίθεση με τη ρωσική και την κινεζική αυτοκρατορία, η βυζαντινή υπήρξε εξ αρχής ισχυρή ναυτική δύναμη βασίζοντας την ευημερία της σε αυτή.
V. Η θάλασσα εντός μας: Σκέψεις για μια ανθρωποκεντρική θεώρηση της ελληνικής ταυτότητας
Η Ελλάδα των ονείρων διαβάστηκε εδώ ως μια βεμπεριανή ανάλυση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας, βάσει των χριστιανορθόδοξων ριζών της, και την ιδιαιτερότητα της ορθολογικότητας στον βυζαντινό πολιτισμό, που αποβλέπει στην απάντηση του ερωτήματος γιατί το πρόταγμα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας παρέμεινε ημιτελές στην Ελλάδα. Ο Ράμφος υποστηρίζει ότι υφίσταται μια στενή σχέση μεταξύ της χριστιανικής εσχατολογικής θεώρησης του χρόνου και του ανολοκλήρωτου εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους. Αυτή η σχέση είχε συνέπεια τη δημιουργία του ανθρωπότυπου του Νεοέλληνα που, πάσχοντας από ένα έλλειμμα ιστορικής συνείδησης, τελεί υπό την κυριαρχία του θυμικού αδυνατώντας να ωριμάσει πολιτικά. Για τον Ράμφο, η Ορθοδοξία συνέβαλλε στην διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μοιρολατρικού με κεντρικά γνωρίσματα την παθητικότητα λόγω ενός εγκλωβισμού στο παρελθόν, λειτουργώντας ως πρόσκομμα στην ανάπτυξη μιας κοσμικής ηθικής, αναγκαίας τόσο για τη δημιουργία κριτικών αλλά κυρίως υπεύθυνων πολιτών, όσο επίσης για την εύρυθμη λειτουργία μιας αξιοκρατικής και δημοκρατικής πολιτείας.
Ωστόσο, στο πρακτικό επίπεδο, η ευφάνταστη και οξυδερκής ανάλυση στο magnum opus του Ράμφου δεν απολήγει σ’ ένα πολιτικό πρόταγμα. Πώς θα επιτευχθεί η ρήξη με τα «τυποτελεστικά πρότυπα» του Βυζαντίου και ποια είναι τα κριτικά στοιχεία του βάσει των οποίων αυτή θα επιτευχθεί; Ως γνωστόν, το Βυζάντιο δεν έχει χειραφετητική παράδοση στην οποία ο Ράμφος μπορεί να στραφεί, έτσι ώστε να τίθεται το ερώτημα από πού εμπνέεται και, εν τέλει, πού ανήκει το κριτικό εγχείρημά του. Είναι ασαφές αν ο Ράμφος αποβλέπει στην ανανέωση της χριστιανορθόδοξης παράδοσης ως προτάγματος εξορθολογισμού της, ευελπιστώντας ότι αυτό θα έχει αντίστοιχες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες με εκείνες της Μεταρρύθμισης τον 16ο αιώνα στην Δύση. Αντίστοιχα σιωπηλός παραμένει ως προς τον φορέα της αλλαγής. Πρόκειται για προοδευτικές δυνάμεις εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έναν πολιτικό χώρο ή την κοινωνία των πολιτών που θα επωμιστούν το πρόταγμα ρήξης με τα βυζαντινά πρότυπα;
Στο θεωρητικό επίπεδο, η ανάδειξη από τον Ράμφο της λειτουργίας των χριστιανορθόδοξων κοινωνικών φαντασιακών σημασιών και των επιπτώσεών τους στο ελληνικό κράτος, όπως επίσης στην εθνική ταυτότητα, είναι πρωτότυπη και σημαντική. Αλλά υπήρξε όντως τόσο καθοριστική ώστε να συνιστά, όπως ισχυρίζεται, την καρδιά του ελληνικού ζητήματος; Στη σύγχρονη ιστορία ποιοι πολιτικοί, διανοούμενοι ή ποιητές υπήρξαν ευσεβείς χριστιανορθόδοξοι ή αυτοπροσδιοριζόταν δημόσια ως τέτοιοι; Συγκριτικά με τη Γαλλία όπου, παρά την ιστορική κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, ένα σημαντικό μέρος της διανόησης, όπως επίσης οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, αυτοκαθορίζονταν με βάση την καθολική πίστη στηρίζοντας την ηθική και τη δημόσια παρουσία τους σε αυτή, στην Ελλάδα η ελληνορθοδοξία δεν βρήκε πολιτική έκφραση ούτε κατείχε ιστορικά ισχυρή παρουσία στο χώρο της διανόησης. Στον Βενιζέλο, μεταφραστή του Θουκυδίδη, στους επίσης φιλελεύθερους και ευρωπαϊστές Κανελλόπουλο και Τσάτσο, αλλά επίσης στον Καραμανλή, στον Παπανδρέου και στον Σημίτη η ορθόδοξη πίστη δεν μοιάζει ν’ αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της αυτοκατανόησης και της πολιτικής τους πράξης. Τουναντίον, εμπνέονταν πρωτίστως από την αρχαία Ελλάδα, όπως στο χώρο της διανόησης έκαναν οι Συκουτρής, Θεοδωρακόπουλος, Ζολώτας, Καστοριάδης, Αξελός, Παπαϊωάννου και Κονδύλης. Γενικότερα, στο χώρο του πολιτισμού, από την αρχιτεκτονική των Πικιώνη, Δοξιάδη και Κωνσταντινίδη μέχρι το θέατρο των Μινωτή και Κουν, την ποίηση από τον Καβάφη στον Σικελιανό, στην ηλιακή μεταφυσική του Ελύτη μέχρι την Τέταρτη Διάσταση του Ρίτσου, η πηγή έμπνευσης είναι πρωτίστως η αρχαιότητα, όπως και στη συζήτηση για την ελληνικότητα που εγκαινίασε η «γενιά του '30».
Ασφαλώς ο Παπαϊωάννου στοχάστηκε επί της βυζαντινής τέχνης, ο Ελύτης έγραψε το Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο Σεφέρης μετέφρασε το Ταξίδι στο Βυζάντιο του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, στην κινηματογραφία του Αγγελόπουλου όπως και στη ζωγραφική του Μποκόρου διακρίνονται βυζαντινά στοιχεία, αλλά αυτά δεν χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου τους ούτε αποτελούν τον πυρήνα του. Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει ρίζες στη βυζαντινή μουσική, αλλά την υπερβαίνει ως νέα κοινωνικοϊστορική δημιουργία, όπως και το δημοτικό τραγούδι που αντλεί συγχρόνως από την αρχαία ελληνική μουσική (φερ’ ειπείν, τα ηπειρώτικα πολυφωνικά χρησιμοποιούν πεντατονικές κλίμακες). Η επιρροή της βυζαντινής μουσικής ανιχνεύεται επίσης στο έργο του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, δίχως όμως να τα ταξινομούμε γι’ αυτόν το λόγο στην παράδοσή της. Αν λοιπόν οι χριστιανορθόδοξες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες δεν κυριάρχησαν στην πολιτική, όπως αποδεικνύεται από την επιλογή εισόδου της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση –οι ενστάσεις προς αυτές διατυπώθηκαν από την Αριστερά–, αλλά ούτε στην πνευματική ζωή, τότε, εφόσον διαμόρφωσαν τελικά μέχρι ενός σημείου την ελληνική ταυτότητα ως ελληνορθόδοξη, αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι καθόρισαν τον βίο ενός μέρους των λαϊκών στρωμάτων. Αλλά γιατί δεν καθόρισαν εξίσου τη διανόηση και την πολιτική έτσι ώστε να επικρατήσουν, όπως για παράδειγμα συνέβη στη Ρωσία;
Κληρονόμος του Βυζαντίου, η Ρωσία ανέπτυξε επίσης μια εθνική ταυτότητα στη βάση της χριστιανορθόδοξης εσχατολογικής θεώρησης, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της, όπως η Ελλάδα, σ’ ένα ένδοξο παρελθόν, και τη δυσκολία εκσυγχρονισμού της. Το μεσσιανικό στοιχείο διατηρήθηκε σε κοσμική μορφή στο κομμουνιστικό πρόταγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, οδηγώντας στον ολοκληρωτισμό. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος που δημιούργησε εθνικό τραύμα το οποίο γέννησε ένα αίσθημα ταπείνωσης και μειονεξίας ως προς τη Δύση, η νέα ρωσική ταυτότητα καθορίζεται ξανά με βάση την Ορθοδοξία ως πρόταγμα αναστήλωσης της ένδοξης αυτοκρατορίας. Η θρησκεία επιτελεί πλέον μια ιδεολογική λειτουργία νομιμοποίησης του ανελεύθερου καθεστώτος με τους κυβερνώντες να προβάλλουν την ευσέβειά τους προς άγρα ψήφων. Συγχρόνως, το ζήτημα της σχέσης με τη Δύση, και ειδικότερα την Ευρώπη, εξακολουθεί να διχάζει τη ρωσική διανόηση από την εποχή των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι και Γκόγκολ. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, στη Ρωσία οι χριστιανορθόδοξες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες καθόρισαν την πολιτική και την πνευματική ζωή της, αλλά επίσης τον ρωσικό χαρακτήρα που διακρίνεται από μια εσωτερικότητα. Αντιθέτως, ο Έλληνας είναι εξωστρεφής, εύθυμος, ρέπει στο σκώμμα και χαρακτηρίζεται από ανεμελιά. Πώς εξηγείται το έλλειμμα εσωτερικότητας και πνευματικότητας που διακρίνει τον Έλληνα συγκριτικά με τον Ρώσο, παρά την κοινή πίστη και την επίδραση του Βυζαντίου; Γιατί, παρά την κοινή πολιτισμική κληρονομιά, ακόμη και ο έλληνας αριστερός μάθαινε αγγλικά αντί για ρωσικά και προτιμούσε ν’ ακούσει Μπομπ Ντύλαν αντί για Βισότσκι; Γιατί επικράτησαν τελικά στη Ρωσία οι χριστιανορθόδοξες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες έτσι ώστε ο εγκλωβισμός του παρόντος στο παρελθόν να γίνει ισχυρότερος απ’ ό,τι στην Ελλάδα;
Ο εγκλωβισμός στο παρελθόν ως προτάγματος αποκατάστασης του μεγαλείου, με συνέπεια μια εξασθενημένη ιστορική συνείδηση και τη δυσκολία εκσυγχρονισμού, δεν αποτελεί πάντα προϊόν μιας μεσσιανικής εσχατολογικής θεώρησης ούτε χαρακτηρίζει μόνο χριστιανορθόδοξες χώρες όπως η Ελλάδα και η Ρωσία. Η κινεζική αντίληψη του χρόνου υπήρξε εξίσου στατική αποξηραίνοντας το παρόν, που κι εδώ βιώνεται ως ελπίδα επιστροφής του ενδόξου αυτοκρατορικού παρελθόντος με συνέπεια μια ατροφική ατομικότητα. Πηγάζει από τη θεώρηση της Κίνας ως ουράνιας αυτοκρατορίας με πεπρωμένο και ιστορική αποστολή την εγγύηση της αρμονίας του κόσμου μέσω της ειρηνικής εξουσίας της. Σύμφωνα με αυτή, η παρακμή και η πτώση της αρχαίας αυτοκρατορίας οφείλονται σε βαρβαρικές δυνάμεις ανίκανες να κατανοήσουν τη μοναδικότητα και το μεγαλείο του κινεζικού πολιτισμού. Αυτή η θεώρηση, ιδίως κατά τον αιώνα της ταπείνωσης με έναρξη το εθνικό τραύμα που άφησαν οι πόλεμοι του οπίου το 1839, μέχρι την επανάσταση του 1949, ανέστειλε τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και διαμόρφωσε την κινεζική ταυτότητα στη βάση ενός εθνικού τραύματος.[2] Μετά την επανάσταση των ερυθροφρουρών, ιδίως την περίοδο της Πολιτιστικής Επανάστασης, επιχειρήθηκε η διαγραφή του παρελθόντος και η, όπως στη Ρωσία, αντικατάστασή του από τη μελλοντική πραγμάτωση της κομμουνιστικής ουτοπίας. Ωστόσο, σταδιακά, μετά τη μεταρρύθμιση του Τενγκ Σιαοπίνγκ, και ιδίως μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Σι Τζινπίνγκ, η κινεζική ταυτότητα καθορίζεται ξανά ως πρόταγμα αναστήλωσης της ένδοξης αυτοκρατορίας.[3]
Μπορούμε τώρα να επιχειρήσουμε ν’ απαντήσουμε τα παραπάνω ερωτήματα για τον μερικό μόνο εγκλωβισμό της Ελλάδας στο παρελθόν ως αποτέλεσμα της μη επικράτησης της εσχατολογικής χριστιανορθόδοξης θεώρησης συγκριτικά με τη Ρωσία. Η ειδοποιός διαφορά της Ελλάδας με τη Ρωσία, αλλά και με την Κίνα που ενδιαφέρει εδώ, είναι η επίδραση του ναυτικού στην ιστορία και στην εθνική ταυτότητά τους.[4] Η Κίνα διέθετε τον ισχυρότερο στόλο στον πλανήτη τον 15ο αιώνα με 3.500 πλοία, μερικά εξ αυτών μήκους 120 μέτρων και με πλήρωμα γύρω στα 1.500 άτομα, ο οποίος, με ναύαρχο τον Ζενγκ Χε, έφτασε μέχρι την Αφρική. Όμως ο αυτοκράτορας, το 1430, αποφάσισε να διαλύσει το στόλο, να καταστρέψει τους θαλάσσιους χάρτες και τα ημερολόγια καταστρώματος του ναυάρχου, έτσι ώστε το 1525 να μην έχει απομείνει τίποτε, σηματοδοτώντας την απομόνωση της Κίνας από τον κόσμο, την έναρξη της παρακμής της και τη μακραίωνη υστέρησή της ως προς τη Δύση. Δεν είναι τυχαίο ότι η επάνοδος της Κίνας στο παγκόσμιο στερέωμα ως υπερδύναμης συνοδεύεται από τη ραγδαία αύξηση της ναυτικής ισχύος της τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αντίστοιχα, οι δυο περίοδοι ισχύος της Ρωσίας αντιστοιχούν σε εκείνες όπου η ναυτική ισχύς της βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Μεγάλου Πέτρου ναυπηγείται ο βαλτικός στόλος (1700-1721) και αρχίζει ο εκσυγχρονισμός της Ρωσίας με ένα άνοιγμα προς τη Δύση, που συνοδεύεται από την άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Πέτρου δεν ναυπηγούνται σε τέτοιο βαθμό πλοία και εγκαινιάζεται μια περίοδος εσωστρέφειας της Ρωσίας. Έναν αιώνα αργότερα, συντελείται μια επιστροφή στη θάλασσα. Στις αρχές του 19ου αιώνα το ρωσικό ναυτικό είναι το δεύτερο μεγαλύτερο παγκοσμίως, έπειτα από εκείνο της βρετανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα, η Ρωσία επαναπροσεγγίζει τη Δύση, εκσυγχρονίζεται περαιτέρω και ακμάζει σε όλους τους τομείς. Βρισκόμαστε στον χρυσό αιώνα της ρωσικής λογοτεχνίας, όπου το ερώτημα για τη ρωσική ταυτότητα βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων.
Σε αντίθεση με τη ρωσική και την κινεζική αυτοκρατορία, η βυζαντινή υπήρξε εξ αρχής ισχυρή ναυτική δύναμη βασίζοντας την ευημερία της σε αυτή.[5] Ο βυζαντινός στόλος εξασφάλισε τη νίκη κατά των Βανδάλων το 468 μ.Χ., όπως επίσης κατά των Περσών και των Αβάρων το 626 μ.Χ., με το υγρό πυρ να συνιστά το υπερόπλο του. Ο βυζαντινός στόλος είναι επίσης ο λόγος για την επικράτηση έναντι των πανίσχυρων Αράβων στις δυο πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης (674-678 μ.Χ. και 717-718 μ.Χ.) Η παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας αρχίζει μετά τον 9ο μ.Χ. αιώνα, αφού πρώτα έχει σταδιακά κυριαρχήσει ο αραβικός στόλος στη Μεσόγειο, παρά την ανάκτηση της Κρήτης επί Νικηφόρου Φωκά το 961 μ.Χ. και την απόπειρα επανελέγχου των θαλασσών από τους Βυζαντινούς. Την αρχή του τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας σηματοδοτεί η παραχώρηση, το 992 μ.Χ., σημαντικών ναυτικών προνομίων στους Βενετούς από τον Βασίλειο Β’. Στην περίπτωση της Ρωσίας και της Κίνας, οι κυρίαρχες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες οι οποίες εγκλώβιζαν το παρόν στο παρελθόν, στο πλαίσιο μιας θεώρησης του χρόνου που προέκρινε την μίμηση, την επανάληψη και το τελετουργικό έναντι της δημιουργίας και του νέου, αμφισβητήθηκαν μεν από μια θεώρηση του χρόνου ως ανάδυσης της ετερότητας λόγω της ναυσιπλοΐας, αλλά δεν κατέρρευσαν. Αντιθέτως, στην περίπτωση του Βυζαντίου, η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική θεώρηση του χρόνου συνυπήρξε για μεγάλο διάστημα με μια θεώρηση του χρόνου ως ανάδυσης της ετερότητας, λόγω της ναυσιπλοΐας. Ο κυριότερος λόγος για τη συνύπαρξη, άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο συγκρουσιακή, είναι ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία ιδρύθηκε γύρω από τη θάλασσα, περιέχοντας τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού ως, έστω ασθενές, αντίβαρο στις χριστιανικές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, οι οποίες ως εκ τούτου δεν επικράτησαν ποτέ ολοκληρωτικά.
Κοινωνίες που βασίζονται στην αγροτική παραγωγή όπως η Ρωσία και η Κίνα καθορίζονται από το χρόνο της γης, ενώ κοινωνίες που βασίζονται στο θαλάσσιο εμπόριο καθορίζονται από το χρόνο της θάλασσας. Ο χρόνος του γεωργού είναι κυκλικός, βασίζεται στην εναλλαγή των εποχών και χαρακτηρίζεται από την επανάληψη, τη μίμηση και το μόχθο, ενώ ο χρόνος του ναυτικού είναι ανοικτός, χαρακτηρίζεται από την ενδεχομενικότητα, τον κίνδυνο και τη συνάντηση με την ετερότητα. Λόγω του απρόβλεπτου της θάλασσας αναπτύσσεται μια ορθολογικότητα που συνεπάγεται την εφεύρεση νέων οργάνων ναυσιπλοΐας και γενικότερα εργαλείων, όπως επίσης μεθόδων εργασίας. Η θάλασσα δημιουργεί έναν ανθρωπότυπο με φαντασία, ευστροφία, προσαρμοστικότητα και περιέργεια για το καινούργιο. Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός της θάλασσας δίχως ιερό βιβλίο, αλήθεια εξ αποκαλύψεως και ελπίδα για ένα επέκεινα. Για τους Έλληνες, ο κόσμος δεν διαθέτει εγγενές νόημα, αλλά κυβερνάται από την τύχη και την ανάγκη στην οποία υποτάσσονται ακόμη και οι θεοί. Η ελληνική συνείδηση είναι τραγική. Παρά την επικράτηση του χριστιανισμού, οι παραπάνω κοινωνικές φαντασιακές σημασίες λόγω και της θάλασσας δεν αφανίστηκαν, αλλά επιβίωσαν στο Βυζάντιο ως σπέρμα, καθορίζοντας μετά την Επανάσταση του 1821 την εθνική ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο η Ελλάδα δεν εγκλωβίστηκε ποτέ πλήρως στο παρελθόν ως συνέπεια της χριστιανορθόδοξης εσχατολογικής θεώρησης. Από τη συνεισφορά του πολεμικού ναυτικού στον αγώνα της ανεξαρτησίας μέχρι τον ελληνόκτητο στόλο που αποτελεί το 54,3% του ευρωπαϊκού και το 19,7% του παγκόσμιου, η Ελλάδα εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να είναι ένας πολιτισμός της θάλασσας.[6]
Ίσως λοιπόν η αυτοκατανόησή μας ως Ελλήνων να εμπλουτιζόταν αν διερευνούσαμε την εθνική ταυτότητα με βάση τις αρχαιοελληνικές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες οι οποίες παραμένουν ζωντανές εντός μας. Η φιλοτιμία, η φιλοξενία, η αριστεία, η άμιλλα, η ύβρις και η φρόνηση μπορούν ν’ αποτελέσουν, μαζί με την πρόκριση του ανθρώπου ως μέτρου των πραγμάτων, της αιδούς έναντι της ντροπής, της αρετής έναντι της αμαρτίας και του έρωτα έναντι της αγάπης, συστατικά ενός ανθρωπιστικού ελληνισμού. Μια επανερμηνεία των παραπάνω κοινωνικών φαντασιακών σημασιών της αρχαιοελληνικής κοσμοθεώρησης στην εικονιστική συνθήκη δεν θα ήταν επωφελής μόνο για την εθνική αυτοκατανόηση, αλλά θα συνέβαλλε επίσης στη διαμόρφωση τόσο μιας ελληνικής όσο και μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας με τραγική συνείδηση. Αν στην Ελλάδα είναι εμφανές το επιζήμιο της εσχατολογικής αντίληψης του χρόνου στην ιστορική συνείδηση και στον εγκλωβισμό του παρόντος στο παρελθόν, τότε η υπόλοιπη ευρωπαϊκή και συνολικά η δυτική νεωτερικότητα πάσχει από το αντίθετο πρόβλημα. Το παρόν εγκλωβίζεται εδώ από το μέλλον, καθώς η χριστιανική εσχατολογική αντίληψη του χρόνου εκκοσμικεύτηκε σε ιδεολογία της αέναης ανάπτυξης και την κυριαρχία μιας εργαλειακής ορθολογικότητας, με συνέπειες την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, αλλά επίσης την αυτονόμηση της τεχνοεπιστήμης. Ειδικότερα, με την ανάδυση της τεχνητής νοημοσύνης και τη βαθμιαία εκχώρηση περισσοτέρων δραστηριοτήτων σε αλγόριθμους, όπως ακόμη με τις διαφαινόμενες δυνατότητες για την αναβάθμιση του ανθρώπου, το ζήτημα του αυτοπεριορισμού και του τι συνιστά την ανθρωπινότητά μας βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών και ηθικών επιλογών σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, μια τραγική συνείδηση ως προϋπόθεση αυτοπεριορισμού με γνώμονα την εύρεση του μέτρου εμπνευσμένη από την αρχαιοελληνική κοσμοαντίληψη συνιστά θεμελιώδες συστατικό ενός ψηφιακού ανθρωπισμού.[7] Έτσι, το ερώτημα των σύγχρονων Ελλήνων τι σημαίνει να είσαι Έλληνας εκβάλλει στο ερώτημα των αρχαίων τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
ΠΟΛΥ ΑΔΥΝΑΜΗ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗΣ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΕΩΣ. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΝΟΣ ΕΓΩ ΣΑΝ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΛΕΓΧΕΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ.
Σε ένα χωρίο του Πλατωνικού Σοφιστή -διάσημο διότι χρησιμοποιήθηκε και σάν επιγραφή του έργου του Χάϊντεγκερ, Είναι και χρόνος- ο ξένος της Ελέας, βεβαιώνει : «Είναι ξεκάθαρο πάντως πώς εσείς απο πολύ καιρό είστε εξοικειωμένοι μ’αυτό που εννοείτε όταν χρησιμοποιείτε την έκφραση «ουσιώδες» (Το όν). Και εμείς πιστεύουμε να την κατανοήσουμε μία μέρα, αλλά για την ώρα είμαστε χαμένοι στην αβεβαιότητα». (...δήλον γάρ ώς υμείς μέν ταύτα (τί ποτε βούλεσθε σημαίνειν οπόταν όν φθέγγησθε) πάλαι γιγνώσκετε, ημείς δέ πρό του μέν ωόμεθα, νύν δ’ηπορήκαμεν...). Εάν στην θέση του Ελληνικού όν, θέσουμε το ΕΓΩ —μία αντικατάσταση με πολύ μεγάλη εσωτερική σημασία και ιστορική σπουδαιότητα, διότι η ίδια η σκέψη την πραγματοποίησε ξεκινώντας απο τον Καρτέσιο, δεδομένου ότι σ’αυτόν πρώτα, το υποκείμενο σαν υπόστρωμα, ανυψώνεται σε ΕΓΩ— αυτή η φράση εκφράζει παραδειγματικά την ψυχική μας στάση απέναντι στο ΕΓΩ και σε κάθε άλλη κορυφαία έννοια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου