Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Γρηγορίου Νύσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Γρηγορίου Νύσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Το λακανικό μυστικό που κρύβεται στον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης!


Το λακανικό μυστικό που κρύβεται στον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης!


The Lacanian Secret Hidden by Gregory of Nyssa!

https://www.youtube.com/watch?v=OfRTrVO1yzo

Antifono

12 Σεπτεμβρίου 2026 —
Τεχνητή Νοημοσύνη

🎬 Τι θα δείτε σε αυτό το βίντεο:📺


Πώς συνδέεται ο Jacques Lacan με έναν από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας; Ανακαλύψτε την απροσδόκητη σύγκλιση της σύγχρονης ψυχανάλυσης με την ορθόδοξη θεολογία ως προς το τι σημαίνει αληθινά να είναι κανείς «πρόσωπο».

Στο βίντεο αυτό εμβαθύνουμε στη σχέση μεταξύ του Γάλλου στοχαστή Jacques Lacan και του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Εξετάζουμε πώς το «στάδιο του καθρέφτη» και ο «Μεγάλος Άλλος» συναντούν την τριαδολογική θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων, καθώς και τις έννοιες της «αιτίας» και της «αρχής».

Γιατί υποστηρίζει ο Lacan ότι θεμελιωνόμαστε στον τόπο του Άλλου και πώς συνδέεται αυτό με τη θεολογική έννοια της υπόστασης;

Εξετάζουμε επίσης:
Το «ακόρεστο της επιθυμίας» σε αντιδιαστολή προς τις παραδοσιακές φροϋδικές ορμές.
Την έννοια της «ἀεικινήτου στάσεως» στον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης ως την έσχατη απάντηση στην ανθρώπινη αναζήτηση του Απείρου.
Τις θεμελιώδεις διαφορές τους, όπως το πώς η δυτική αυγουστίνεια παράδοση και το Filioque επηρέασαν τον Lacan, ώστε να θεωρεί το εγώ ως εγγενώς νευρωτικό.

Η γνωστή φράση λέει: «Η κόλαση είναι οι άλλοι». Στα μέσα του 20ού αιώνα, αυτή η μοναδική φράση του Jean-Paul Sartre προσδιόρισε την αφετηρία της νεότερης φιλοσοφίας. Η σχέση με τους άλλους θεωρήθηκε μειονέκτημα.

Ο Sartre υποστήριξε ότι οι ανθρώπινες ελευθερίες είναι εγκλωβισμένες σε μια σύγκρουση μηδενικού αθροίσματος. Και μόνο με την ύπαρξή τους, οι άνθρωποι γύρω σου αποτελούν απειλή για την αυτονομία σου. Ο Martin Heidegger προσέγγισε το ζήτημα από παρόμοια οπτική.

Κατά τον Heidegger, οι γενικοί και συλλογικοί «άλλοι» απογυμνώνουν τον άνθρωπο από την αυθεντική ύπαρξή του, εξαναγκάζοντας τα άτομα να κρύβονται για να προστατεύσουν τον αληθινό εαυτό τους. Ο Freud περιόρισε τον άνθρωπο σε μια βιολογική μηχανή. Στο δικό του πλαίσιο, είμαστε όντα που κινούνται από εσωτερικές ορμές κυριαρχίας και επιβίωσης και αντιμετωπίζουν κάθε άλλον άνθρωπο ως ανταγωνιστή για τους ίδιους περιορισμένους πόρους.

[Τόνος διερευνητικός, με αλλαγή ύφους.] Και τότε εμφανίστηκε ο Jacques Lacan. Επαναπροσδιόρισε τον εαυτό ως κάτι που δεν μπορεί να υπάρξει απομονωμένο, χρησιμοποιώντας ένα ψυχολογικό πλαίσιο που αντικατόπτριζε τη θεολογία ενός αγίου του 4ου αιώνα.

Ένας αιώνας δυτικής σκέψης υποστήριζε ότι είμαστε μοναχικές και αλλοτριωμένες μηχανές. Η ανακάλυψη του Lacan υπέδειξε ότι η ίδια μας η ύπαρξη απαιτεί μια εξωτερική παρουσία. Ο Jacques Lacan πρότεινε μια ριζικά διαφορετική ιδέα.

Υποστήριξε ότι η ανθρώπινη ταυτότητα συγκροτείται στην πραγματικότητα από έξω προς τα μέσα. Αυτό το ονόμασε «στάδιο του καθρέφτη». Στην ηλικία των έξι μηνών, το βρέφος αντιλαμβάνεται το σώμα του σαν ένα κατακερματισμένο σύνολο από άκρα.

Το παιδί αποκτά την αίσθηση της ενότητας, ένα εγώ, μόνο όταν κοιτάζει το είδωλό του κάτω από το ενθαρρυντικό βλέμμα της μητέρας. Αυτό το εγώ προσφέρεται στο παιδί από μια εξωτερική παρουσία, την οποία ο Lacan ονόμασε «Μεγάλο Άλλο». Γίνεσαι άτομο επειδή κάποιος άλλος σε αναγνωρίζει.

Δεκαέξι αιώνες νωρίτερα, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης είχε χαρτογραφήσει την ίδια δομή ανάμεσα στους βραχώδεις σχηματισμούς της Καππαδοκίας. Ο Γρηγόριος και οι Καππαδόκες Πατέρες χρησιμοποίησαν τον όρο «υπόσταση» για να ορίσουν το πρόσωπο. Υποστήριξαν ότι το πρόσωπο δεν διαθέτει αυτόνομη ύπαρξη.

Η προσωπική ύπαρξη είναι αποτέλεσμα της σχέσης μεταξύ ενός διακριτού όντος και ενός άλλου. Είτε παρατηρείται σε μια παρισινή κλινική είτε σε ένα βυζαντινό μοναστήρι, το συμπέρασμα είναι το ίδιο: για να υπάρξεις ως πρόσωπο, χρειάζεσαι μια ενεργό σχέση με κάποιον άλλον.

Αυτή η εξωτερική προέλευση καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ανθρώπινη επιθυμία. Όταν ένα βρέφος κλαίει ζητώντας τροφή, ο Lacan παρατήρησε ότι η σωματική πείνα είναι δευτερεύουσα. Κάθε βιολογική ανάγκη συγκαλύπτει ένα δομικό αίτημα για αγάπη. Για το βρέφος, η τροφή είναι απλώς ένα σημείο που δηλώνει ότι ο Μεγάλος Άλλος ενδιαφέρεται γι’ αυτό.

Η επιθυμία για αυτή τη στοργή είναι ζωτικότερη από τις θερμίδες. Ο Άγιος Γρηγόριος περιέγραψε αυτή τη δυναμική μέσω της έννοιας της aitia, δηλαδή της «αιτίας». Εξήγησε ότι ο Θεός Πατήρ είναι η αιτία της ύπαρξης του Υιού, μεταδίδοντάς Του το ίδιο Του το είναι.

Ο πατέρας προσφέρει ολόκληρο το είναι του για να δημιουργήσει το παιδί, καθιστώντας τη σχέση πηγή της ζωής του παιδιού. Η μητέρα, ωστόσο, άλλοτε είναι παρούσα και άλλοτε απουσιάζει. Για το παιδί γίνεται ένα ανεξιχνίαστο άπειρο, ένα αντικείμενο επιθυμίας το οποίο θα περάσει ολόκληρη τη ζωή του προσπαθώντας να προσεγγίσει.

Ο Γρηγόριος εφάρμοσε αυτή την αντίληψη στην ανθρώπινη πνευματικότητα. Υποστήριξε ότι ο ανθρώπινος νους διαθέτει μια φυσική βαρυτική έλξη προς τον άπειρο νου του Θεού. Από την ίδια μας τη φύση είμαστε προσανατολισμένοι προς αυτή την έσχατη παρουσία.

Επειδή ο Θεός δεν έχει τέλος, δημιουργείται μια «αεικίνητη στάση». Η ψυχή βρίσκει την ειρήνη της στον Θεό, αλλά συγχρόνως κινείται αιώνια προς τα εμπρός, επειδή το άπειρο δεν μπορεί ποτέ να εξαντληθεί πλήρως. Η ανθρώπινη επιθυμία είναι δομικά αδύνατον να ικανοποιηθεί με υλικά αντικείμενα.

Είμαστε πλασμένοι να αναζητούμε το άπειρο· γι’ αυτό παραμένουμε ανήσυχοι, ανεξάρτητα από την υλική επιτυχία που επιτυγχάνουμε. Παρά την αποκάλυψη αυτής της σχεσιακής δομής, ο Lacan έφτασε τελικά σε ένα φιλοσοφικό όριο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, επειδή η ταυτότητά μας γεννιέται από έξω, η ανθρώπινη ύπαρξη αποτελεί εγγενή αλλοτρίωση.

Για τον Lacan, η εξάρτησή μας από τον άλλον σήμαινε ότι είμαστε μονίμως αποχωρισμένοι από τον αληθινό εαυτό μας. Ο Άγιος Γρηγόριος επαναπροσδιορίζει αυτή την εξάρτηση. Για εκείνον, το γεγονός ότι διαμορφωνόμαστε από κάποιον άλλον αποτελεί το καθοριστικό γνώρισμα της δημιουργίας μας.

Ο Γρηγόριος ορίζει τη Θεότητα ως Τριάδα: τρία διακριτά πρόσωπα, ενωμένα μέσω της σχέσης τους με τον Πατέρα. Πίστευε ότι η ανθρώπινη κατάσταση αντανακλά αυτή τη θεία πραγματικότητα. Έχουμε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα ενός Θεού που υπάρχει ως κοινωνία προσώπων· αυτό σημαίνει ότι υπάρχουμε σωστά μόνο όταν βρισκόμαστε σε σχέση με τους άλλους.

Οι υπαρξιστές υποστήριξαν ότι είμαστε αυθαίρετα ριγμένοι σε έναν κόσμο που δεν μας θέλει. Σύμφωνα με την ορθόδοξη θεώρηση, καλούμαστε σκόπιμα στην ύπαρξη από κάποιον άλλον. Αυτή η κλήση είναι που ανοίγει το πεδίο του είναι μας.

Η εξάρτησή μας από τους άλλους και οι ακόρεστες επιθυμίες μας αποτελούν το αρχιτεκτονικό σχέδιο ενός προσώπου δημιουργημένου για αιώνια κοινωνία. Δεν προοριστήκαμε ποτέ για την απομόνωση.

Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΙ Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ-Η ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΩΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΓΙΑΝΝΑΡΑ. (1)

ΚΕVIN CORRIGAN


Θα εξετάσουμε και θα συνδέσουμε την ανθρωπολογία τού Γρηγορίου με την μυστική του θεολογία ερευνώντας τίς ερωτήσεις γύρω από την ατομικότητα, το πρόσωπο και την ταυτότητα. Κατ’ αρχάς λοιπόν άς αναρωτηθούμε γιατί αυτές οι ερωτήσεις θέτουν προβλήματα;

Οι μελέτες γύρω από την ταυτότητα και τούς συναφείς όρους στήν πατριστική σκέψη κινδυνεύουν να είναι αναχρονιστικές πλέον. Διότι όροι όπως προσωπικότης και ανθρώπινη ταυτότης, είναι δημιουργίες τής συγχρόνου συνειδήσεως, οι οποίες τοποθετούνται στην μετα-καρτεσιανή και μετα-καντιανή εποχή τών διαφιλονικιών γύρω από την ατομική υποκειμενικότητα και τις ικανότητες δευτέρας κατηγορίας όπως η ικανότης να αλλάξει κάποιος τίς πεποιθήσεις του και τις επιθυμίες του με την βοήθεια του νοητικού στοχασμού.

Ένα μέρος τού προβλήματος λοιπόν συνδέεται με την μοντέρνα χρήση αυτών τών όρων, με το ότι δηλ. εάν κάτι δέν είναι "προσωπικό" με τον τρόπο πού το περιμένουμε εμείς να είναι, ότι δηλ. ανήκει ιδιωτικά και αμείωτα σέ ένα άτομο ή σε εμένα, τότε αυτό το κάτι πρέπει να είναι απρόσωπο. Αυτό αποτελεί την κοινή ανάγνωση τού Πλάτωνος και τής Πλατωνικής αγάπης στά τελευταία πενήντα χρόνια. Πάρα πολλά από τον Γρηγόριο δέν φαίνονται λοιπόν προσωπικά σύμφωνα με την μοντέρνα έννοια και το πρόβλημα είναι μεγάλο, εφόσον συνεχίζουμε να μήν τόν διαβάζουμε προσεκτικά, καθότι αυτός και πολλοί άλλοι αρχαίοι στοχαστές φαίνονται αφηρημένοι, απρόσωποι και δύσκολοι γιά αναγνώστες οι οποίοι έχουν μορφωθεί με την μοντέρνα διχοτομία: προσωπικό ή απρόσωπο.

Τό ίδιο πιεστικό ίσως δέ και περισσότερο είναι το πρόβλημα με τόν όρο ταυτότης "identity".Ταυτότης σημαίνει ιδιότης (από το λατινικό idem πού σημαίνει ίδιο) και αυτό τό είδος ομοιότητος χωρίς καμία διαφορά ή μοναδικότητα δέν είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η Πλατωνική Μορφή τοιουτοτρόπως, ή τό αυτό- το οποίο εμφανίζεται στόν Γρηγόριο, το κάλλος καθεαυτό, δέν μάς λέει πλέον κάτι σημαντικό, εφ’όσον έχουμε εκτοπίσει το θείο αποκλειστικά στόν δικό του χώρο.

Η ομοιότης λοιπόν τής αυτο-γνωσίας, τής αυτο-σχέσεως φαίνεται να είναι κενή ή πολύ καθολική. Θά μπορούσε αντιθέτως να είναι επίσης ένα ακριβέστατο αρχέτυπο γιά τήν ποιοτική ή ποσοτική ομοίωση ή η κάπως ανιαρή ομοιότης ενός πράγματος, ενός υποκειμένου, το οποίο συνεχίζει να υπάρχει πέρα από τον χρόνο.

Συνεχίζοντας λοιπόν με τον όρο πρόσωπο-person στά αγγλικά, προερχόμενος ετυμολογικά από το λατινικό persona, μολονότι έχει κάποια ιδιαίτερα και ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή φιλοσοφία και μολονότι οι μετέπειτα εξελίξεις τού όρου persona, όπως στόν Βοήθιο π.χ. σάν an individual substance of a rational nature, δηλ. ατομική υπόστασις μιάς λογικής φύσεως ή φύσει λογικής, οδήγησε σε μεγάλη ιστορική πορεία την σκέψη, παρόλα αυτά η προσωπική ταυτότης σάν κάτι το οποίο ανήκει αποκλειστικά σέ ένα μοντέρνο πρόσωπο, μπορεί να είναι εντελώς ξένη με τα αρχαία κείμενα.

Τοιουτοτρόπως από αυτή τη θέση τής μοντέρνας ατομικιστικής και αντικειμενικής χρήσεως αυτών τών όρων, ο Γρηγόριος ή ο Ευάγριος μπορεί να φαίνονται πώς έχουν πολύ λίγα να μάς πούν, εκτός ίσως από τον πλούτο τών γραφών και την Χριστιανική ζωή γιά τα οποία μάς δίνουν τόσες πληροφορίες τα γραπτά τους. Ιδιαίτερα δε εάν τα πράγματα πού εμείς θεωρούμε δικά μας (οι έρωτές μας, οι συγκινήσεις, οι σκέψεις, οι ζωές μας κά.) έχουν μόνο σχετική σπουδαιότητα γιά την αναγωγή της ψυχής στό Μυστήριο τού Θείου απείρου. Αυτό, πολύ συχνά φαίνεται σάν μιά τυπική Πλατωνική απώθηση τής ατομικότητος υπέρ τού αφηρημένου καθολικισμού της Πλατωνικής ιδέας. Καί γι αυτό το λόγο αναγνώστες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, σάν τον Πόππερ και τον Βλαστό, διαθέτουν χωρίς καμία αμφιβολία από μέρους τους μιά τέτοια μοντέρνα στάση απέναντι και στούς δύο και στόν Ευάγριο και στόν Γρηγόριο.

Υπάρχουν όμως και άλλα πάζλ στό σύγχρονο παιχνίδι. Κατ’αρχάς είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσουμε σ’ έναν σύγχρονο πραγματιστή τί σημαίνει να είναι κάποιος άνθρωπος ή να είναι ένα εξατομικευμένο πρόσωπο, εφ’όσον ο ανθρώπινος Νούς, δημιουργημένος κατ’εικόνα τού θεϊκού απείρου, είναι σήμερα απολύτως ακατανόητος.

Καί δεύτερον, κατά ένα μεγάλο μέρος λόγω και αυτού τού συγχρόνου πάζλ, καθηγητές σάν τον Ζηζιούλα, έχουν χαράξει μιά διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στούς σύγχρονους όρους τής ατομικότητος, τής προσωπικότητος και σε άλλες ποιότητες (οι οποίες κατά την άποψή τους ανήκουν σε μιά αντικειμενοποιημένη Δυτική παράδοση η οποία ξεκινά από τον Αυγουστίνο και τόν Βοήθιο και αναπτύσσεται από τόν Καρτέσιο, τον Κάντ κ.ά.) και σέ μιά πλουσιότερη ανατολική οπτική της προσωπικότητος στόν Γρηγόριο και στούς Καππαδόκες, η οποία πρέπει να γίνει κατανοητή σχεσιακά, κοινωνικά και σάν ύπαρξη εν κοινωνία. Μιά οπτική η οποία υπερέχει τών ατομικών ουσιών, διότι κατ’εικόνα τής Τριάδος, όπου οι προσωπικές σχέσεις και συνάφειες είναι υπέρτατες. Η προσωπικότης είναι μιά μοναδικότης η οποία δέν μπορεί να καταχωρηθεί σάν μιά σειρά από ποιότητες ή αριθμητικές έννοιες.

Είναι μιά δυνατή οπωσδήποτε ανάγνωση αλλά ολωσδιόλου διαχωριστική. Είναι επίσης ψεύτικη. Θά δούμε στη συνέχεια αναλυτικότερα όλα αυτά τα σημεία και τούς τρόπους με τούς οποίους σχετίζονται στήν θεολογία τού Γρηγορίου.

(Συνεχίζεται)

ΜΙΑ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΑΓΝΟΗΘΕΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ.


Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ. (3)

  Συνέχεια από: Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ. 
ΤΟΥ John M.Rist.
         
Οι αναγνώστες τού Συμποσίου ξαφνιάστηκαν πολύ συχνά απο το γεγονός ότι ο Πλάτων φαίνεται να μήν διακρίνει ανάμεσα στο προσωπικό και το απρόσωπο. Και πράγματι υπάρχει μία σειρά πλατωνικών κειμένων στα οποία η απουσία μιάς συγκεκριμένης συνειδητοποιήσεως τής σπουδαιότητος τών εννοιών τού "προσωπικού" και τού "απρόσωπου", οδήγησε μία ομάδα αναγνωστών- άς τους ονομάσουμε αναγνώστες τής πατριστικής εποχής-να αφομοιώσει την αγάπη τού Αγαθού και τού ωραίου για τα οποία ομιλεί ο Πλάτων, με την αγάπη ενός προσώπου, τού Χριστού, υπολογίζοντας την πλατωνική γλώσσα τού Τίμαιου για παράδειγμα- "είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε τον πατέρα τού σύμπαντος" (28 C, 37 C )-όχι με την μεταφορική και μεταφυσική σημασία, σαν αναφερόμενη σε μία πρώτη Αρχή τού σύμπαντος, αλλά σαν κάτι αμέσως εφαρμοζόμενο σε έναν προσωπικό Θεό. Απο το άλλο μέρος, μπορούμε να αναγνωρίσουμε Εγελιανές ερμηνείες, οι οποίες στην βάση μιάς ιδιαίτερης ερμηνείας, όχι τού Πλάτωνος αλλά τού Πλωτίνου, υπονοούν ότι μία πρώτη "πλατωνική" Αρχή, ή μάλλον "νεοπλατωνική" πρέπει να είναι ένα είδος απροσώπου "Απολύτου".
          2. Στον Πλάτωνα, και ιδιαιτέρως στο Συμπόσιο, δέν βρίσκουμε ποτέ τήν γλώσσα τής "ένωσης" με το Θείο ή με το Αγαθό ή με το Ένα. Τόσο στο Συμπόσιο, όσο και στον ψυχολογικά πιό σοφιστικέ Φαίδρο, διαβάζουμε για ένα όραμα τού Κάλλους, τού Ωραίου και υπονοώντας το, τού Αγαθού. Η γλώσσα είναι εκείνη τού  Βλέπειν και της εισόδου σε επαφή, ή της εμπνεύσεως, παρόμοιας με ένα όραμα νοητικό και όπου ο Πλάτων ομιλεί για "αφομοίωση" με το Θείο, αναφέρεται όχι στην "αφομοίωση" στο Αγαθό ή στο Ωραίο, αλλά στην "αφομοίωση" στον Θεό. Αυτή η έκφραση ή τα ισοσθενή της, διατρέχει τέσσερις φορές στους διαλόγους για να περιγράψει τον σκοπό, το τέλος της ανθρώπινης ζωής (Πολιτεία 613 Θεαίτητος 176 α-b, Τίμαιος 90 α-d ,  Νόμοι 716 d). Στην προοπτική τού Πλάτωνος λοιπόν, λόγω τού γεγονότος ότι χαρακτηρίζονται απο τις ιδέες, οι ίδιοι οι Θεοί είναι Θείοι και οφείλουμε επίσης να ενθυμηθούμε ότι σ'αυτή την πρώτη περίοδο τής "πλατωνικής" παραδόσεως, οι ιδέες, οι Θεοί, όπως και οι ψυχές, προέρχονται απο διαφορετικούς κόσμους. Οι Θεοί, στην Αριστοτελική γλώσσα, είναι ουσίες, οι ιδέες, όπως διεμαρτύρετο ο Αριστοτέλης μοιάζουν με αλλοτριωμένες ποιότητες, παρότι ο Πλάτων προσπαθούσε να τους αποδώσει έναν ουσιώδη χαρακτήρα. Η εύρεση μιας λύσης σ'αυτή την δυσκολία αφέθηκε στους επόμενους (εθνικούς, πρίν απο τους Χριστιανούς) "διορθωτές" τού Πλάτωνος -παρότι υπάρχει η πιθανότης, στην οποία γίνεται πολύς λόγος απο τους μελετητές, ο ίδιος ο Πλάτων να είχε κινηθεί πρός αυτή την κατεύθυνση στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όμως ο κεντρικός πυρήνας τού προβλήματος μπορεί να ταυτοποιηθεί στο ακόλουθο ερώτημα, το οποίο ετέθη σαν υπόθεση στον Σοφιστή : Οι ιδέες είναι κατά κάποιο τρόπο ζωντανές, όπως ο Θείος Νούς τού Αριστοτέλη;
          3. Η Πλατωνική Θεωρία τής Ερωτικής επιθυμίας συνάδει με την πεποίθησή του σύμφωνα με την οποία εμείς, ή καλύτερα η "ψυχή" μας, είμαστε ένα είδος εκπεσμένων Θεών, όπως ακριβώς σκιαγραφείται στον μύθο, ο οποίος αποδίδεται στον Αριστοφάνη στο Συμπόσιο και όπως αφήνει να εννοηθεί καθαρά ο Πλάτων σε άλλες "μυθικές" του αφηγήσεις. Αυτό σημαίνει ότι το όραμα τού Κάλλους δέν συνεπάγεται τόσο  μία πνευματική ωριμότητα και αύξηση τής ψυχής, όσο μία επιστροφή περισσότερο στην κατάσταση τής καταγωγής της και στην καθαρότητά της. Κατά κάποιο τρόπο ο Πλάτων είναι ο θεωρητικός τής συλλήψεως ενός χαμένου παραδείσου. Η ηθική του δηλαδή εξαρτάται απο την πεποίθηση ότι η έσχατη τελειοποίηση τού ανθρώπου είναι μία ικανότης η οποία πραγματοποιείται μέσω τής δυνάμεως τού έρωτος, η οποία είναι έμφυτη στην ίδια του την φύση! Σ'αυτό το σημείο, προφανώς, οι Χριστιανοί στοχαστές βρέθηκαν σε κάθετη διαφωνία με τον Πλάτωνα, και κανείς δέν εξέφρασε αυτή την διαφωνία με τόση δύναμη όπως ο Αυγουστίνος.
          Ο Πλωτίνος απο το άλλο μέρος, υπερασπιζόταν την Πλατωνική εννοιολόγηση σύμφωνα με την οποία η δύναμις του έρωτος ταιριάζει στην ανάβαση, παρότι μπορεί να είναι δύσκολη. Παρά τις διαμαρτυρίες των ανήθικων προσώπων τα οποία περιμένουν την κάθοδο κάποιου Θεού που θα τους ελευθερώσει απο τις δυσκολίες στις οποίες έπεσαν με τις ίδιες τους τις πράξεις (Εν. ΙΙΙ 2,8,43), εμείς γνωρίζουμε ότι τα πράγματα έτσι στέκονται ακριβώς διότι έχουμε παραδείγματα και κατά πρώτον εκείνο του Σωκράτη, αυτού που κατόρθωσε την ανάβαση! Την άνοδο!
          4. Στα θέματα που σχετίζονται με την "αγάπη", τα φαινόμενα μπορούν να απατήσουν. Στον λόγο τού Αλκιβιάδη ο Σωκράτης παρομοιάζεται με έναν Συλεινό (Συμπόσιο, 215 ). Εξωτερικώς φαίνεται δύσμορφος αλλά εσωτερικά μπορούμε να αναγνωρίσουμε το κάλλος τής ψυχής του : μία εικόνα η οποία βρίσκεται στην βάση μεγάλου μέρους τής βυζαντινής εικονογραφίας: βλέποντας διαμέσου τής φαινομενικής ασχήμιας φτάνουμε στο μόνιμο κάλλος! Ο Πλάτων όμως, ο οποίος αρνείται πάντοτε νά διαχωρίσει την αισθητική θεώρηση απο την ηθική, δέν θα μπορούσε ποτέ να πεί, όπως ο Πλωτίνος (Εν. V5. 12), ότι η ιδέα τού κάλλους μπορεί αυτή η ίδια να μας αποσπάσει απο το Αγαθό! Εάν θα μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι την ιδέα τού Κάλλους δέν θα υπήρχε πλέον καμμία απόσπαση.
          Όπως είδαμε ο Πλάτων μιλά για το όραμα τών ιδεών τών υπέρτατων αντικειμένων τής επιθυμίας και δείχνει πώς σε εκείνο το όραμα η επιθυμία πλήρως πραγματοποιημένη μεταμορφώνεται σε μία θεωρία και σε έναν "τόκο" εν Καλώ, τού οποίου η σεξουαλική γέννηση είναι μέσω τού έρωτος, καθαρά μία εικόνα!
          Αλλά όπως στην ρομαντική εικόνα τής σεξουαλικής αγάπης, είναι αδύνατον να "συλλάβουμε" τήν μοναδικότητα τού συμβάντος, και όπως, γενικότερα, είναι αδύνατον να συλλάβουμε σε μία σειρά προτάσεων, την φύση τής δικής μας "γνώσεως" ενός προσώπου, ενός τόπου, ενός αντικειμένου ή ενός συμβάντος-παρότι επίσης δέν μπορούμε να πέσουμε στο λάθος να ισχυρισθούμε ότι μερικές προσπάθειες δέν είναι πιό ταιριαστές απο άλλες, καθώς υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά, για παράδειγμα, ανάμεσα σ'έναν καλό ποιητή και σ'έναν κακό ποιητή -έτσι αξιωματικά, είναι αδύνατον να "συλληφθεί" το Κάλλος και το Αγαθό σε μία σειρά προτάσεων οι οποίες μπορούν να δείξουν "πού" αυτά μπορούν να βρεθούν. Στην Πολιτεία ο Πλάτων μιλά για το Αγαθό μέσω τής αναλογίας με τον ήλιο και στον όψιμο Φίληβο μας λέει ότι η φιλοσοφία μπορεί να μας οδηγήσει μέχρι τον "προθάλαμο" τού Αγαθού (64 ). Αλλά εάν όπως ισχυρίζεται ο Πλάτων, το Αγαθό δέν είναι μόνον το αντικείμενο τής επιθυμίας μας το πιό υψηλό απο όλα, αλλά είναι και η αιτία τής υπάρξεως και του νοητού κάθε άλλης πραγματικότητος, θα φαινόταν ότι όχι μόνον οι σχέσεις τις οποίες έχουμε μ'αυτό πρέπει να είναι διαφορετικές απο εκείνες που έχουμε με κάθε άλλο πράγμα, και με τις άλλες άυλες Μορφές, αλλά και ότι η ίδια η φύση του πρέπει να είναι ριζικά διαφορετική απο εκείνη όλων των άλλων πραγματικοτήτων. Μ'αυτή την σημασία δύο προβλήματα θα αντιμετωπίσουν οι επόμενες γενιές τών πλατωνικών. Η πρώτη Αρχή πρέπει να υπολογισθεί σαν "άπειρη" αντί για "πεπερασμένη"; Η γλώσσα τού  οράματος ή της θεωρίας τού Αγαθού είναι κατάλληλη για να περιγραφούν οι έμφυτες δυνατότητες στην σχέση μας με μία τέτοια Αρχή; Ή είναι δυνατή μία πιό οικεία εμπειρία; πιό προσωπική; Και εάν δέν είναι δυνατή, γιατί;
          Τέλος υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο αφορά τον ίδιο τον έρωτα. Εάν ο Έρως είναι ικανός να μας ωθήσει και να μας οδηγήσει απο αυτόν τον κόσμο πρός έναν ανώτερο κόσμο, και εάν στο εσωτερικό αυτού τού τελευταίου, είναι ικανός να μας μεταμορφώσει σε μία αρχή η οποία δέν είναι πλέον τής επιθυμίας αλλά τής δημιουργικότητος, τότε η Πλατωνική ανάλυση τού έρωτος, σαν "μέσου" το οποίο μάς οδηγεί πρός τον τελικό μας σκοπό, είναι ανεπαρκής. Ίσως, χρησιμοποιώντας την γλώσσα τού Πλάτωνος και όπως το δέχεται και ο ίδιος στον Φαίδρο, ο έρως δέν είναι ένας δαίμον, αλλά ένας Θεός με την πλήρη σημασία τής λέξης ή ο Θεός (249 d 9).

Συνεχίζεται

 ΚΑΙ ΟΜΩΣ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ ΝΑ ΤΗΝ ΑΡΝΟΥΜΑΣΤΕ,Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΟΤΗΤΟΣ ΜΑΣ, ΕΙΧΕ ΛΥΘΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΑΛΛΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΝΥΣΣΗΣ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ: ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΑΛΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΙΣΩ. ΔΙΟΤΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΣΥΝΕΛΑΒΕ ΚΑΙ Ο ΚΑΝΤ ΔΗΛΏΝΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΤΟ ΙΔΕΑΤΟ ΔΕΝ ΕΝΣΑΡΚΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

 ούτε έπαινος από άνθρωπο, ούτε δόξα, ούτε λάμψη, ούτε εξουσία του κόσμου. Γιατί όλα αυτά για όσους προσέχουν στην αίσθηση τα χρωματίζει η φαντασία του καλούδεν είναι όμως ό,τι νομίζονται. 

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΣΗΜΗ ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ, Ή ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ. Η ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ ΕΙΝΑΙ Η Η ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ. Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΓΑΘΟΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΑΠΑΙΤΟΥΣΕ 20 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.

 1) Όπως είδαμε ο Πλάτων μιλά για το όραμα τών ιδεών τών υπέρτατων αντικειμένων τής επιθυμίας και δείχνει πώς σε εκείνο το όραμα η επιθυμία πλήρως πραγματοποιημένη μεταμορφώνεται σε μία θεωρία και σε έναν "τόκο" εν Καλώ, τού οποίου η σεξουαλική γέννηση είναι μέσω τού έρωτος, καθαρά μία εικόνα!

2)Αφότου κανένα άλλο δε μου φαίνεται καλό, αλλ’ έχω αποστραφεί όσα πρώτα λογάριαζα με τα ωραία, δεν λάθεψε πια η κρίση μου για το καλό, ώστε να νομίσω καλό κάτι άλλο έξω από σένα· ούτε έπαινος από άνθρωπο, ούτε δόξα, ούτε λάμψη, ούτε εξουσία του κόσμου. Γιατί όλα αυτά για όσους προσέχουν στην αίσθηση τα χρωματίζει η φαντασία του καλούδεν είναι όμως ό,τι νομίζονται. Πώς μπορεί να είναι καλό κάτι, που ούτε καν έχει δική του υπόσταση; Αυτό δηλαδή που δέχεται τιμές στον κόσμο αυτό, υπάρχει μόνο στη φαντασία αυτών που το τιμούν.

Αμέθυστος. 

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Στη γέννηση του Χριστού (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης)

«Σαλπίστε τήν πρωτομηνιά μέ τή σάλπιγγα», λέει ὁ Δαβίδ, «τή χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς σας» (Ψαλ. 80, 4), καί οἱ διαταγές τῆς θεόπνευστης διδασκαλίας εἶναι ὁπωσδήποτε νόμος γιά ὅσους ἀκοῦνε. Ἐπειδή λοιπόν ἦλθε ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μας, ἄς ἐφαρμόσω κι ἐγώ τόν νόμο κι ἄς γίνω σαλπιγκτής τῆς ἱερῆς ἡμέρας. Ἡ σάλπιγγα τοῦ νόμου, ὅπως ὑποδεικνύει νά ἐννοήσομε ὁ Ἀπόστολος, εἶναι ὁ λόγος. Γιατί λέει ὅτι δέν πρέπει ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγας νά γίνεται ἀσαφής (Α´ Κορ 14, 7 ἑ), ἀλλά οἱ φθόγγοι νά εἶναι εὐδιάκριτοι, γιά νά εἶναι σαφεῖς σ᾿ ὅσους ἀκοῦνε.

Ἄς ἀφήσομε λοιπόν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, κάποια λαμπρή ἠχώ πού ν᾿ ἀκουστεῖ μακριά καί πού δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τόν ἦχο τῆς κεράτινης σάλπιγγας. Γιατί κι ὁ Νόμος πού προδιαγράφει τήν ἀλήθεια μέ τούς τύπους τῆς σκιᾶς, νομοθέτησε τόν ἦχο τῶν σαλπίγγων κατά τήν ἡμέρα τῆς σκηνοπηγίας (Λευιτ. 23, 24). Καί τό θέμα τῆς ἑορτῆς αὐτῆς εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀληθινῆς σκηνοπηγίας. Σ᾿ αὐτήν συμπηγνύεται τό ἀνθρώπινο σκήνωμα ἐκείνου πού γιά χάρη μας φόρεσε τό ἀνθρώπινο σχῆμα.

Σ᾿ αὐτήν τά σκηνώματά μας, πού διαλύει ὁ θάνατος, συμπηγνύονται πάλι ἀπό ἐκεῖνον πού οἰκοδόμησε ἀπό τήν ἀρχή τήν κατοικία μας. Ἄς ποῦμε κι ἐμεῖς τά λόγια τῆς ψαλμωδίας, χορεύοντας ἀντάμα μέ τό μεγαλόφωνο Δαβίδ, «εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 117, 25). Πῶς ἔρχεται; Ὄχι βέβαια ὅπως μέ ἕνα πλοῖο ἤ μιά ἅμαξα, ἀλλά πού εἰσῆλθε στήν ἀνθρώπινη ζωή χωρίς φθορά παρθενική. «Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας, αὐτός ὁ Κύριος φανερώθηκε γιά μᾶς, γιά νά συστήσει αὐτή τήν ἑορτή μέ φοινικοφόρους ὥς τήν ἄκρη τοῦ θυσιαστηρίου» (Ψαλμ. 117, 27).

Ὁπωσδήποτε δέν ἀγνοοῦμε, ἀδελφοί, τό μυστήριο πού κρύβεται στά λόγια αὐτά· ὅτι ὅλη ἡ κτίση εἶναι ἕνα ἀνάκτορο τοῦ Κυρίου τῆς Κτίσης. Ἀλλά, ἐπειδή ὅταν εἰσῆλθε ἡ ἁμαρτία κλείστηκαν τά στόματα ἐκείνων πού κυρίεψε ἡ κακία καί σώπασε ἡ φωνή τῆς χαρᾶς καί διαλύθηκε τό σύμφωνο τραγούδι τῶν ἑορταστῶν, ἀφοῦ τό ἀνθρώπινο γένος δέ συνεόρταζε μέ τήν ὑπερκόσμια φύση, γι᾿ αὐτό ἦρθαν οἱ σάλπιγγες τῶν προφητῶν καί τῶν ἀποστόλων, πού ὁ νόμος τίς λέει «κεράτινες», ἐπειδή ἡ κατασκευή τους προερχόταν ἀπό τόν ἀληθινό μονόκερο. Αὐτές μέ τή δύναμη τοῦ Πνεύματος ἠχολόγησαν τό λόγο τῆς ἀλήθειας, ὥστε ν᾿ ἀνοίξει ἡ ἀκοή ἡ φραγμένη ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά γίνει μιά σύμφωνη ἑορτή, πού μέ τόν εὐτρεπισμό τῆς σκηνοπηγίας τῆς κάτω κτίσης νά συμμελωδεῖ κι αὐτή μέ τίς ὑψηλές καί ὑπέρτερες δυνάμεις τίς γύρω ἀπό τό ἄνω θυσιαστήριο. Γιατί τά κέρατα τοῦ νοητοῦ θυσιαστηρίου εἶναι οἱ Δυνάμεις οἱ ὑψηλές κι ἐξέχουσες τῆς νοερῆς φύσης, Ἀρχές καί Ἐξουσίες καί Θρόνοι καί Κυριότητες.

Μ᾿ αὐτές, μέ τή συμμετοχή τους στήν ἑορτή, συνάπτεται κατά τή σκηνοπηγία τῆς ἀνάστασης ἡ ἀνθρώπινη φύση εὐτρεπισμένη μέ τήν ἀνακαίνιση τῶν σωμάτων. Γιατί τό ̒πυκάζομαι᾿ σημαίνει ὅ,τι καί τό εὐπρεπίζομαι ἤ ντύνομαι, ὅπως τό ἑρμηνεύουν ὅσοι γνωρίζουν αὐτά τά πράγματα. Ἐλᾶτε λοιπόν νά ξεσηκώσομε τίς ψυχές μας γιά τόν πνευματικό χορό κι ἄς βάλομε πρωτοχορευτή καί ἀρχηγό καί κορυφαῖο τοῦ χοροῦ μας τό Δαβίδ κι ἄς ποῦμε μαζί μ᾿ ἐκεῖνον τόν μελωδικό ἐκεῖνο στίχο πού ψάλαμε πρίν ἀπό λίγο.

Ἄς τόν ἐπαναλάβομε ἄλλη μιά φορά· «αὐτή εἶναι ἡ ἡμέρα πού ἔκανε ὁ Κύριος· εἶναι ἡμέρα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης γιά μᾶς» (Ψαλμ. 117, 24). Τή μέρα αὐτή ἀρχίζει νά ὑποχωρεῖ τό σκοτάδι καί ἡ ἔκταση τῆς νύκτας μέ τόν πλεονασμό τοῦ φωτός περιορίζεται ὁλοένα. Δέν εἶναι, ἀδελφοί μου, τυχαία κι αὐτόματη ἡ οἰκονομία αὐτή σχετικά μέ τήν ἑορτή, νά παρουσιαστεῖ τή στιγμή αὐτή ἡ θεία ζωή μέσα στήν ἀνθρώπινη, ἀλλά ἡ κτίση μέ τά φαινόμενα αὐτά διηγεῖται στούς πιό διορατικούς κάποιο μυστήριο καί σχεδόν φωνάζει καί λέει σ᾿ αὐτόν πού μπορεῖ ν᾿ ἀκούσει τί θέλει ἡ ἡμέρα πού μεγαλώνει κατά τήν παρουσία τοῦ Κυρίου καί ἡ νύχτα πού κολοβώνεται.

Ἐγώ νομίζω πώς ἀκούω τήν κτίση νά διηγεῖται κάτι τέτοια. Βλέποντας αὐτά, ἄνθρωπε, σκέψου τό κρυφό πού σοῦ φανερώνουν τά φαινόμενα. Βλέπετε τή νύχτα πού προχώρησε στό ἀκρότατο σημεῖο της, ἐκεῖ σταμάτησε νά προχωρεῖ, κι ἄρχισε πάλι νά ἐπιστρέφει; Βάλε στό νοῦ σου ὅτι ἡ κακή νύχτα τῆς ἁμαρτίας, ἀφοῦ μεγάλωσε ὅσο τῆς ἦταν δυνατό κι ἔφτασε μέ κάθε ἐπινόηση κακῶν στό ἀνώτερο μέγεθος τῆς κακίας, ἀνακόπηκε σήμερα ἀπό τήν παραπέρα προχώρησή της καί ἀπό δῶ καί πέρα ὠθεῖται πιά στόν περιορισμό καί στόν ἀφανισμό.

Βλέπεις ὅτι ἡ λάμψη τοῦ φωτός διαρκεῖ περισσότερο καί ὁ ἥλιος εἶναι πάνω ἀπό τό συνηθισμένο; Σκέψου τήν παρουσία τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, πού καταφωτίζει μέ τίς εὐαγγελικές ἀκτίνες ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἴσως καί γιά τό ὅτι δέν φανερώθηκε ὁ Κύριος ἀπό τήν ἀρχή, ἀλλά χάρισε τήν φανέρωση τῆς θεότητάς Του στήν ἀνθρώπινη ζωή στά τελευταῖα αὐτά χρόνια, θά σκεφτεῖ εὔλογα κανένας αὐτή τήν αἰτία, ὅτι αὐτός πού ἦταν νά κατεβεῖ μέσα στήν ἀνθρώπινη ζωή γιά τήν κατάλυση τῆς κακίας, περίμενε ὑποχρεωτικά νά βλαστήσει ὁλοκληρωτικά ἡ ἁμαρτία πού φύτεψε ὁ ἐχθρός. Καί τότε ὁδήγησε, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο, τό τσεκούρι στή ρίζα (Ματθ. 3, 10). Γιατί καί οἱ γιατροί, ὅσοι ὑπερέχουν στήν τέχνη τους, ὅσο ὁ πυρετός κρυφοκαίει ἀκόμα τό σῶμα καί ἐνῶ λίγο δυναμώνει ἀπό τίς νοσογόνες αἰτίες, ὑποχωροῦν σ᾿ αὐτόν, ὥσπου νά φτάσει στό ψηλότερό του σημεῖο, καί δέν προσφέρουν στόν ἄρρωστο καμιά βοήθεια μέσω τῶν τροφῶν. Ὅταν ὅμως τό κακό σταματήσει, τότε βάζουν σ᾿ ἐνέργεια τήν τέχνη τους, ὅταν ἐκδηλωθεῖ ὅλη ἡ ἀρρώστια.

Ἔτσι κι αὐτός πού γιατρεύει ὅσους νοσοῦν στήν ψυχήν περίμενε νά ἐκδηλωθεῖ ὅλη ἡ ἀρρώστια τῆς κακίας πού αἰχμαλώτισε τή φύση τῶν ἀνθρώπων, γιά νά μή μείνει ἀθεράπευτο κανένα κακό ἀπό ὅσα κρύβονταν, ἀφοῦ ὁ γιατρός θά θεράπευε μόνο ὅ,τι φαινόταν. Γιά αὐτό οὔτε κατά τήν ἐποχή τοῦ Νῶε, ὁπότε εἶχε καταφθαρεῖ μέσα στήν ἀδικία ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, δέν ἐπιφέρει μέ τήν ἐμφάνισή Του τήν ἴαση, ἐπειδή δέν εἶχε βλαστήσει ἀκόμα ὁ βλαστός τῆς σοδομιτικῆς κακίας. Οὔτε φαίνεται ὁ Κύριος τόν καιρό τῆς καταστροφῆς τῶν Σοδόμων. Γιατί πολλά ἀκόμα κακά κρύβονταν μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση. Πράγματι ποῦ ἦταν ὁ θεομάχος Φαραώ; Ποῦ ἡ ἀκαταδάμαστη κακία τῶν Αἰγυπτίων;

Οὔτε τότε ἦταν ἡ κατάλληλη στιγμή γιά τόν ἐπανορθωτή τοῦ παντός, τήν ἐποχή ἐννοῶ τῆς κακίας τῶν Αἰγυπτίων, νά ἀναμιχθεῖ στή ζωή μας, ἀλλά ἔπρεπε νά κάνει τήν ἐμφάνισή της καί ἡ παρανομία τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἔπρεπε ἀκόμα νά φανερωθεῖ στή ζωή καί ἡ βασιλεία τῶν Ἀσσυρίων καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ Ναβουχοδονόσορα πού κρυφόκαιγε. Ἔπρεπε νά ξεπεταχτεῖ σάν ἕνα πονηρό ὅλο ἀγκάθια φυτό ὁ δόλιος φόνος τῶν ὁσίων ἀπό τήν κακή ρίζα τοῦ διαβόλου. Ἔπρεπε νά ἐκδηλωθεῖ ἡ λύσσα τῶν Ἰουδαίων κατά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ, πού σκότωσαν τούς προφῆτες καί λιθοβολοῦσαν τούς ἀπεσταλμένους του καί τέλος διέπραξαν τόν ἀνόσιο φόνο τοῦ Ζαχαρία ἀνάμεσα στό ναό καί στό θυσιαστήριο (Ματθ. 23, 35).

Πρόσθεσε στόν κατάλογο τῶν κακουργημάτων καί τήν παιδοκτονία τοῦ Ἡρώδη. Ἀφοῦ λοιπόν παρουσιάστηκε ὅλη ἡ δύναμη τῆς κακίας ἀπό τήν πονηρή ρίζα καί αὐξήθηκε θρασομανώντας σέ πολλά εἴδη στίς προαιρέσεις τῶν γνωστῶν γιά τήν κακία τους κάθε γενιᾶς τότε, ὅπως λέει ὁ Παῦλος στούς Ἀθηναίους, παραβλέποντας ὁ Θεός τούς χρόνους τῆς ἄγνοιας, ἔρχεται στίς ἔσχατες ἡμέρες (Πράξ. 17, 30), ὅταν δέν ὑπῆρχε κανένας πού νά γνωρίζει καί ν᾿ ἀναζητεῖ τό Θεό.

Ὅταν εἶχαν ξεκλίνει ὅλοι καί εἶχαν ἐξαχρειωθεῖ (Ψαλμ. 13, 2), ὅταν ἡ ἁμαρτία εἶχε ἁπλωθεῖ παντοῦ (Ρωμ. 3, 3), ὅταν περίσσευε ἡ ἀνομία, ὅταν ὁ ζόφος τῆς κακίας ἔφτασε στό ἀκρότατο ὅριο, τότε φάνηκε ἡ χάρη, τότε ἀνέτειλε ἡ ἀκτίνα τοῦ ἀληθινοῦ φωτός ἐπάνω μας. Τότε φάνηκε ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης σ᾿ ἐκείνους πού κάθονταν στό σκότος καί στή σκιά τοῦ θανάτου (Ἠσ. 9, 2), τότε τσάκισε τίς πολλές κεφαλές τοῦ δράκοντα πατώντας τον μέ τό πόδι του καί συντρίβοντάς τον καί καταπατώντας τον στή γῆ. Καί κανένας, βλέποντας τά τωρινά κακά, νά μή νομίζει ὅτι ὁ λόγος ψεύδεται πού λέει ὅτι ὁ Κύριος ἔλαμψε σάν ἥλιος στή ζωή μας κατά τούς τελευταίους καιρούς.

Θά πεῖ ἴσως ὁ ἀντιρρησίας, ὅτι αὐτός πού περίμενε τούς καιρούς γιά νά φανερωθεῖ ἡ κακία, νά αὐξηθεῖ καί νά τήν ἀποσπάσει ἀπό τή ρίζα, εἶναι φυσικό ὅτι θά τήν ἔχει καταλύσει ὁλόκληρη, ὥστε νά μήν ἔχει μείνει κανένα ἀπομεινάρι της στή ζωή μας. Ὅμως τώρα γίνονται μέ τόλμη καί φόνοι καί κλοπές καί μοιχεῖες καί τά χειρότερα κακουργήματα. Ἀλλά αὐτός πού διαπιστώνει αὐτό τό πράγμα ἄς λύσει τήν ἀμφιβολία του μέ ἕνα παράδειγμα ἀπό τά γνωστά. Ὅπως δηλαδή ὅταν σκοτώνομε κάποιο ἑρπετό, βλέπομε ὅτι δέν πεθαίνει ὅλο τό φίδι μαζί μέ τό κεφάλι, ἀλλά, ἐνῶ τό κεφάλι ἔχει πεθάνει, τό ὑπόλοιπο σῶμα εἶναι ζωντανό καί δείχνει τό θυμό του, χωρίς νά ἔχει στερηθεῖ τή ζωτική δύναμη, ἔτσι κι αὐτός πού σκότωσε τό δράκοντα.

Ὅταν τό θηρίο μεγάλωσε αὐξημένο σέ κάθε μιά ἀπό τίς γενιές τῶν ἀνθρώπων συντρίβοντάς του τήν κεφαλή, δηλαδή τή δύναμη πού ἀναιρεῖ τά καλά καί ἔχει τά πολλά κεφάλια, δέν ἔκανε πιά κανένα λόγο γιά τό ὑπόλοιπο σῶμα, ἐπιτρέποντας νά ἀπομείνει ἡ κίνηση μέσα στό νεκρό θηρίο ὡς ἀφορμή ἄσκησης γιά τούς μεταγενέστερους. Ποιό εἶναι λοιπόν τό κεφάλι πού συντρίφτηκε; Ἐκεῖνο πού ἔφερε στή ζωή τό θάνατο μέ τή ἁμαρτωλή συμβουλή, πού μέ τό δάγκωμά του στάλαξε στόν ἄνθρωπο τό θανατηφόρο δηλητήριο.

Αὐτός λοιπόν πού κατάλυσε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου, σύντριψε τή δύναμη τῆς κεφαλῆς τοῦ φιδιοῦ, ὅπως λέει ὁ προφήτης. Τό ὑπόλοιπο ὅμως σῶμα τοῦ θηρίου σκορπισμένο μέσα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέσα στίς κινήσεις τῆς κακίας, σκληραίνει ἀδιάκοπα τή ζωή μας μέ τά λέπια τῆς ἁμαρτίας. Ἡ δύναμή του βέβαια εἶναι πιά νεκρή, ἀφοῦ ἀχρηστεύθηκε τό κεφάλι. Ὅταν περάσει ὅμως ὁ καιρός καί ἀκινητοποιηθοῦν τά κινούμενα κομμάτια κατά τή συντέλεια τῆς ζωῆς αὐτῆς πού προσδοκοῦμε, τότε καταργεῖται ἡ οὐρά καί τό τελευταῖο τμῆμα τοῦ ἐχθροῦ, κι αὐτό εἶναι ὁ θάνατος. Κι ἔτσι θά πραγματοποιηθεῖ ὁ πλήρης ἀφανισμός τῆς κακίας, ἀφοῦ θ᾿ ἀνακληθοῦν ὅλοι μέ τήν ἀνάσταση στή ζωή. Οἱ δίκαιοι θά μετοικήσουν ἀμέσως στήν οὐράνια μακαριότητα, ἐνῶ οἱ ἔνοχοι ἁμαρτημάτων θά παραδοθοῦν στή γέεννα.

Ἀλλά ἄς ἐπιστρέψομε στή χαρά τῆς ἡμέρας, πού εὐαγγελίζονται οἱ ἄγγελοι στούς ποιμένες καί οἱ οὐρανοί διηγοῦνται στούς μάγους, τήν ὁποία ἀνακηρύττει τό Πνεῦμα τῆς προφητείας μέ τά πολλά καί διάφορα πού λέει, ὥστε καί οἱ μάγοι νά γίνουν κήρυκες τῆς χάριτος. Γιατί Ἐκεῖνος πού ἀνατέλλει τόν ἥλιο του γιά δίκαιους καί ἄδικους, πού βρέχει γιά πονηρούς καί ἀγαθούς, ἔφερε τή λάμψη τῆς γνώσης καί τή δρόσο τοῦ Πνεύματος ἀκόμα καί σέ ξένα στόματα, ὥστε μέ τή μαρτυρία τῶν ἀντιθέτων νά βεβαιωθεῖ ἀκόμα περισσότερο ἡ ἀλήθεια σ᾿ ἐμᾶς. Ἀκοῦς τόν οἰωνοσκόπο Βαλαάμ νά κηρύττει στούς ἀλλόφυλους μέ ἀνώτερη ἔμπνευση ὅτι «θ᾿ ἀνατείλει ἕνα ἀστέρι ἀπό τόν Ἰακώβ». Βλέπεις τούς μάγους, πού ἕλκουν ἀπό ἐκεῖνον τή γενιά τους, νά παρακολουθοῦν κατά τήν πρόρρηση τοῦ προπάτορα τήν ἀνατολή τοῦ νέου ἄστρου, πού μόνο αὐτό διαφορετικά ἀπό τή φύση τῶν ἄλλων ἄστρων καί κινήθηκε καί σταμάτησε κάνοντας ἀνάλογα μέ τό τί χρειαζόταν πότε τό ἕνα πότε τό ἄλλο. Ἐνῶ δηλαδή ἀπό τά ἄλλα ἄστρα ἡ μία κατηγορία εἶναι τοποθετημένα στήν ἁπλανή σφαίρα καί τούς ἔλαχε στάση ἀπαρασάλευτη, καί τά ἄλλα δέν παύουν ποτέ νά κινοῦνται, τό ἀστέρι τοῦτο καί κινεῖται ὁδηγώντας τούς μάγους ἀλλά καί σταματᾶ δείχνοντας τόν τόπο. Ἀκοῦς τόν Ἠσαΐα νά φωνάζει «γεννήθηκε γιά χάρη μας παιδί καί μᾶς δόθηκε υἱός» (Ἠσ. 9, 6). Μάθε ἀπό τόν ἴδιο τόν προφήτη πῶς γεννήθηκε τό παιδί, πῶς μᾶς δόθηκε υἱός. Ἄραγε κατά τό φυσικό νόμο; Ὄχι, λέει ὁ προφήτης. Ὁ Κύριος τῆς φύσης δέ γίνεται δοῦλος τῆς φύσης. Πές μου ὅμως, πῶς γεννήθηκε τό παιδί. «Νά», λέει, «ἡ Παρθένος θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό καί θά τοῦ δώσουν τό ὄνομα Ἐμμανουήλ, πού ἑρμηνεύεται ̒ὁ Θεός εἶναι μαζί μας᾿» (Ἠσ. 7, 14). Πώ πώ θαῦμα! Ἡ παρθένος γίνεται μητέρα καί παραμένει παρθένος.

Βλέπεις τήν καινοτομία τῆς φύσης. Στίς ἄλλες γυναῖκες ὅσο μία εἶναι παρθένος δέν εἶναι μητέρα, ὅταν ὅμως γίνει μητέρα δέν ἔχει πιά τό γνώρισμα τῆς παρθενίας. Ἐδῶ καί τά δύο ὀνόματα συνέπεσαν. Ἡ ἴδια εἶναι καί μητέρα καί παρθένος καί οὔτε ἡ παρθενία ἐμπόδισε τή γέννηση, οὔτε ἡ γέννηση κατάργησε τήν παρθενία. Ἔπρεπε Aὐτός πού ἦρθε στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου γιά ν᾿ ἀφθαρτοποιήσει τό πᾶν, ν᾿ ἀρχίσει ἀπό τήν ἀφθαρσία πού ἐξυπηρετοῦσε τή γέννησή Tου.

Ἡ συνήθεια τῶν ἀνθρώπων ὀνομάζει ̒ἄφθορη᾿ αὐτήν πού δέν ἔχει πείρα γάμου. Αὐτό μοῦ φαίνεται ἔχει κατανοήσει πρῶτος Ἐκεῖνος ὁ Μωϋσῆς ὁ μέγας μέ τή θεοφάνεια πού τοῦ ἔγινε μέ τό φῶς, ὅταν ἡ φωτιά ἄναβε στή βάτο καί ἡ βάτος δέν καιγόταν. Γιατί λέει, «θά μεταβῶ καί θά δῶ αὐτό τό μέγα ὅραμα» (Ἐξ. 3, 3). Δέ δηλώνει νομίζω τοπική κίνηση μέ τή μετάβαση, ἀλλά τό πέρασμα τοῦ χρόνου. Αὐτό δηλαδή πού προτυπώθηκε τότε μέ τή φλόγα καί τή βάτο, ἀφοῦ πέρασε ὁ ἐνδιάμεσος χρόνος, ἀποκαλύφθηκε φανερά στό μυστήριο μέ τήν Παρθένο. Ὅπως ἐκεῖ ὁ θάμνος ἐνῶ φλογίζεται δέν καίγεται, ἔτσι καί ἐδῶ ἡ Παρθένος καί γεννᾶ τό φῶς ἀλλά καί δέν παθαίνει καμιά φθορά.

Ἄν τώρα ἡ βάτος προτυπώνει τό σῶμα τῆς Παρθένου, μήν ντραπεῖς γιά τό αἴνιγμα. Γιατί κάθε σάρκα ἐπειδή παραδέχεται τήν ἁμαρτία, εἶναι ἁμαρτία ἀκριβῶς κατά τό ὅτι εἶναι μόνο σάρκα (Β´ Βασ. 23, 6), ἐνῶ ἡ ἁμαρτία στή Γραφή παίρνει τό ὄνομα τοῦ ἀγκαθιοῦ. Καί γιά νά μήν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό θέμα μας, ἴσως δέν εἶναι ἄκαιρο νά φέρομε τόν Ζαχαρία πού σκοτώθηκε ἀνάμεσα στό ναό καί στό θυσιαστηρίο ὡς μάρτυρα τῆς ἄφθορης μητέρας. Ὁ Ζαχαρίας ἦταν ἱερέας καί ὄχι μόνο ἱερέας, ἀλλά εἶχε καί τό χάρισμα τῆς προφητείας (Λουκᾶ 1, 3 ἑ), πού ἡ δύναμή της διακηρύσσεται γραμμένη μέσα στό βιβλίο τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν προετοίμαζε ἡ θεία Χάρη τούς ἀνθρώπους νά μή θεωρήσουν ἀπίθανη τή γέννηση τῆς Παρθένου, προετοιμάζει τή συγκατάθεση τῶν ἀπίστων μέ μικρότερα θαύματα, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ ἡλικιωμένη στείρα ἀποχτᾶ παιδί. Αὐτό εἶναι τό προοίμιο τοῦ θαύματος τῆς παρθενίας. Ὅπως δηλαδή ἡ Ἐλισάβετ δέ γίνεται μητέρα μέ τή φυσική της δύναμη, ἀφοῦ εἶχε γηράσει χωρίς ν᾿ ἀποκτήσει παιδί, ἀλλά ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ ἀποδίδεται στό θεῖο θέλημα, ἔτσι καί τό ἀπίστευτο τοῦ παρθενικοῦ κοιλοπονήματος, γίνεται πιστευτό μέ τήν ἀναφορά του στό θεῖο.

Ἐπειδή λοιπόν ὁ υἱός πού προῆλθε ἀπό τή στείρα προλαμβάνει αὐτόν πού προῆλθε ἀπό τήν παρθενία, αὐτός πού σκίρτησε προτοῦ γεννηθεῖ μέσα στά σπλάχνα τῆς μητέρας του μέ τή φωνή ἐκείνης πού κυοφοροῦσε τόν Κύριο, ὅταν γεννήθηκε ὁ Πρόδρομος τοῦ Λόγου, τότε μέ τήν προφητική ἔμπνευση λύεται ἡ σιωπή τοῦ Ζαχαρία. Καί ὅσα διατυπώνει ὁ Ζαχαρίας ἀποτελοῦσαν προφητεία γιά τό μέλλον. Αὐτός λοιπόν πού τό προφητικό πνεῦμα τόν χειραγωγεῖ στή γνώση τῶν κρυπτῶν, κατανοώντας τό μυστήριο τῆς παρθενίας στήν ἄφθαρτη γέννηση, δέν ἀποχώρισε μέσα στό ναό τήν ἄγαμη μητέρα ἀπό τόν τόπο τόν προκαθορισμένο ἀπό τό νόμο γιά τίς παρθένες, θέλοντας νά διδάξει τούς Ἰουδαίους ὅτι ὁ δημιουργός τῶν ὄντων καί βασιλεύς ὅλης τῆς κτίσης, μαζί μέ ὅλα τά ἄλλα ἔχει ὑποχείριά του καί τήν ἀνθρωπίνη φύση, τήν κατευθύνει μέ τή θέλησή του ὅπου αὐτός νομίζει καί δέν ἐξουσιάζεται αὐτός ἀπό ἐκείνην, ὥστε εἶναι στήν ἐξουσία καί τή δύναμή του νά δημιουργήσει νέα γέννηση. Ἡ γέννηση αὐτή δέ θ᾿ ἀφαιρέσει ἀπό αὐτήν πού ἔγινε μητέρα τό νά μείνει παρθένος.

Γι᾿ αὐτό δέν τήν ἀποχώρισε μέσα στό ναό ἀπό τή θέση τῶν παρθένων. Καί ἡ θέση αὐτή ἦταν ὁ τόπος ἀνάμεσα στό ναό καί τό θυσιαστήριο. Ἐπειδή λοιπόν ἄκουγαν ὅτι θά γεννηθεῖ κατ᾿ οἰκονομίαν σάν ἄνθρωπος ὁ βασιλιάς τῆς κτίσης, ἀπό φόβο νά μή γίνουν ὑποχείριοι σέ βασιλιά, σκοτώνουν αὐτόν πού ἔδινε μαρτυρία γιά τή γέννηση, τόν ἱερέα πού ἱερούργησε κοντά στό ἴδιο τό θυσιαστήριο (Ματθ. 23, 25). Πλανηθήκαμε ὅμως μακριά ἀπό τό θέμα μας, ἐνῶ ἔπρεπε ὁ λόγος μας νά γυρίσει στή Βηθλεέμ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄν δηλαδή ἐμεῖς εἴμαστε ἀληθινά ποιμένες κι ἀγρυπνοῦμε γιά τά ἴδια μας ποίμνια, τότε ἀπευθύνεται ὁπωσδήποτε σ᾿ ἐμᾶς ἡ φωνή τῶν ἀγγέλων, πού εὐαγγελίζεται αὐτή τή μεγάλη χαρά (Λουκᾶ 2, 10).

Ἄς ὑψώσομε λοιπόν τό βλέμμα στήν οὐράνια στρατιά, ἄς δοῦμε τούς χορούς τῶν ἀγγέλων, ἄς ἀκούσομε τή θεία τους ὑμνωδία. Ποιός εἶναι ὁ ὕμνος τῶν ἑορταστῶν; Φωνάζουν, «δόξα νά ἔχει ὁ Θεός στόν οὐρανό» (Λουκᾶ 2, 14). Γιατί οἱ ἄγγελοι δοξάζουν τή θεότητα πού βλέπομε στά ὕψη; Γιατί λέγοντας «καί εἰρήνη πάνω στή γῆ» ἔγιναν ὁλόχαροι γιά τό ὅ,τι ἔβλεπαν οἱ ἄγγελοι «εἰρήνη πάνω στή γῆ». Ἡ προηγουμένως καταραμένη, αὐτή πού γεννοῦσε ἀγκάθια καί τριβόλια, ὁ τόπος τῆς συμπλοκῆς, ἡ ἐξορία τῶν καταδικασμένων, ἡ γῆ δηλαδή δέχτηκε τήν εἰρήνη. Πώ πώ θαῦμα! «Ἡ ἀλήθεια ἀνέτειλε ἀπό τή γῆ καί ἀπό τόν οὐρανό πρόβαλε ἡ δικαιοσύνη» (Ψαλμ. 84, 12)! Τέτοιο καρπό καρποφόρησε ἡ γῆ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτά γίνονται γιά τήν ἐκδήλωση τῆς καλῆς διάθεσης πρός τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἀναμιγνύεται μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά ὑψωθεῖ ὁ ἄνθρωπος στό ὕψος τοῦ Θεοῦ. Ἔχοντας ἀκούσει αὐτά τά πράγματα ἄς πᾶμε στή Βηθλεέμ κι ἄς δοῦμε τό νέο θέαμα, πῶς χαίρεται ἡ Παρθένος γιά τή γέννηση, πῶς ἡ ἄσχετη μέ τό γάμο περιποιεῖται τό νήπιο. Καί πρῶτα ποιά εἶναι αὐτή καί ἀπό ποῦ θ᾿ ἀκούσομε νά μᾶς ἐξιστοροῦνται τά σχετικά μέ αὐτή.

Ἄκουσα λοιπόν μιά ἀπόκρυφη ἱστορία, πού διηγεῖται τά ἑξῆς. Ὁ πατέρας τῆς Παρθένου ἦταν ὀνομαστός γιά τήν αὐστηρή ζωή του σύμφωνα μέ τό νόμο καί γνωστός γιά τίς ἀρετές του. Εἶχε γεράσει χωρίς ν᾿ ἀποκτήσει παιδί, γιατί ἡ γυναίκα του δέν ἦταν σέ θέση νά τεκνοποιήσει. Ὁ νόμος τιμοῦσε τίς μητέρες, καί τήν τιμή αὐτή δέν τήν εἶχαν οἱ στεῖρες. Μιμεῖται λοιπόν κι ἐκείνη ὅ,τι λένε οἱ διηγήσεις γιά τή μητέρα τοῦ Σαμουήλ (Α´ Βασ. 1, 12 ἑ). Μπαίνει μέσα στά ἅγια τῶν ἁγίων, ἱκετεύει τό Θεό νά μή χάσει τίς εὐλογίες τῶν νόμων, χωρίς νά ἔχει παραβεῖ καθόλου τό νόμο, ἀλλά νά γίνει μητέρα καί ν᾿ ἀφιερώσει τό παιδί της στό Θεό. Δυναμωμένη ἀπό τό θεῖο σημάδι ἔλαβε τή χάρη πού εἶχε ζητήσει.

Ὅταν γεννήθηκε τό παιδί τό ὀνόμασε Μαρία, γιά νά δηλωθεῖ καί μέ τό ὄνομα ὅτι ἦταν θεϊκή χάρη. Ὅταν μεγάλωσε ἀρκετά τό κοριτσάκι, ὥστε νά μή χρειάζεται νά θηλάζει, τό ἀποδίδει ἀμέσως στό Θεό, ἐκπληρώνει τήν ὑπόσχεσή της καί τό παραδίνει στό ναό. Οἱ ἱερεῖς ἀνατρέφουν τήν κόρη μέσα στά Ἅγια, ὅμοια ὅπως τό Σαμουήλ κι ὅταν μεγάλωσε, σκέφτηκαν τί νά κάνουν μέ τό ἱερό ἐκεῖνο σῶμα ὥστε νά μήν ἁμαρτήσουν στό Θεό. Νά τή δεσμεύσουν στό νόμο τῆς φύσης καί νά τήν ὑποδουλώσουν μέ τό γάμο σ᾿ αὐτόν πού θά τήν ἔπαιρνε, θά ἦταν τό πιό ἀπαράδεκτο. Θεωρήθηκε πέρα γιά πέρα ἱεροσυλία, νά γίνει ἕνας ἄνθρωπος κύριος τοῦ ἀφιερώματος στό Θεό, ἀφοῦ οἱ νόμοι ὁρίζουν ὅτι ὁ ἄνδρας εἶναι κύριος τῆς γυναίκας. Γιά τούς ἱερεῖς ὅμως νά τούς συναναστρέφεται μέσα στό ναό μιά γυναίκα καί νά τή βλέπουν μέσα στά Ἅγια καί νόμιμο δέν ἦταν, κι ἀκόμα ἔλειπε ἀπό τό γεγονός ἡ σεμνότητα.

Καθώς σκέφτονται τί ν᾿ ἀποφασίσουν γι᾿ αὐτά, τούς ἔρχεται συμβουλή ἀπό τό Θεό, νά τή δώσουν σέ κάποιον μέ τόν τύπο τῆς μνηστείας, ἀλλά αὐτός νά εἶναι ἄνθρωπος κατάλληλος νά προστατεύσει τήν παρθενία της. Βρέθηκε λοιπόν ὁ Ἰωσήφ, ὅπως τόν ζητοῦσαν, ἀπό τήν ἴδια φυλή καί πατριά μέ τήν Παρθένο καί μνηστεύεται τήν κόρη κατά τή συμβουλή τῶν ἱερέων. Ἡ σχέση ἔμεινε ὥς τή μνηστεία. Τότε ἡ Παρθένος δέχεται τήν ἀγγελία τοῦ μυστικοῦ ἀπό τό Γαβριήλ. Τά λόγια τῆς ἀγγελίας ἦταν εὐλογία. «Χαῖρε», λέει, «ἐσύ πού ἔχεις τή χάρη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου» (Λουκᾶ 1, 26). Ἀντίθετος στό λόγο πρός τήν πρώτη γυναίκα εἶναι τώρα ὁ λόγος πρός τήν Παρθένο. Ἡ πρώτη καταδικάστηκε γιά τήν ἁμαρτία της στούς πόνους τοῦ τοκετοῦ (Γεν. 3, 16), ἐνῶ στήν περίπτωση τῆς Παρθένου ἡ χαρά διώχνει τή λύπη. Στήν πρώτη προηγήθηκαν ἀπό τούς πόνους τοῦ τοκετοῦ οἱ λύπες, ἐδῶ ἡ χαρά ἀπομακρύνει τόν πόνο.

«Μή φοβᾶσαι», λέει. Ἐπειδή σέ κάθε γυναίκα ἡ προσδοκία τοῦ πόνου προκαλεῖ φόβο, ἡ ὑπόσχεση τῆς γλυκιᾶς ὠδίνης διώχνει τό φόβο. «Θά συλλάβεις», λέει, «καί θά γεννήσεις υἱό καί θά τοῦ δώσεις τό ὄνομα Ἰησοῦς. Αὐτός θά σώσει τό λαό του ἀπό τίς ἁμαρτίες του». Καί τί ἀπαντᾶ ἡ Μαρία; Ἄκουσε τό λόγο τῆς ἁγνῆς Παρθένου. Ὁ ἄγγελος τῆς εὐαγγελίζεται τή γέννηση κι αὐτή ἐπιμένει στήν παρθενία της, κρίνοντας προτιμότερη ἀπό τήν ἀγγελική ἐμφάνιση τό ὅτι ἦταν ἁγνή καί οὔτε πρός τόν ἄγγελο δείχνει δυσπιστία, οὔτε τίς γνῶμες της ἐγκαταλείπει. Μοῦ ἔχει ἀποκλειστεῖ, λέει, ἡ σχέση μέ ἄνδρα· «πῶς μπορεῖ νά γίνει αὐτό, ἀφοῦ δέν γνωρίζω ἄνδρα; ».

Αὐτός ὁ λόγος τῆς Μαρίας εἶναι ἀπόδειξη αὐτῶν πού ἱστοροῦνται συγκεκαλυμμένα. Γιατί, ἄν ὁ Ἰωσήφ τήν εἶχε πάρει σέ γάμο, πῶς θά παραξενευόταν μ᾿ ἐκεῖνον πού τῆς προμηνοῦσε τή γέννηση, ἀφοῦ περίμενε ὅτι κάποτε θά γινόταν κι αὐτή μητέρα κατά τό φυσικό νόμο; Ἐπειδή ὅμως ἡ σάρκα πού εἶχε ἀφιερωθεῖ στό Θεό ἔπρεπε νά φυλάγεται ἀνέπαφη ὅπως ἕνα ἅγιο ἀφιέρωμα, γι᾿ αὐτό λέει, ἀκόμα κι ἄν εἶσαι ἄγγελος κι ἄν ἔρχεσαι ἀπό τόν οὐρανό κι ὅ,τι βλέπω εἶναι πέρα ἀπό τ᾿ ἀνθρώπινα, ἀλλά τό νά γνωρίσω ἄνδρα εἶναι ἀπό τά ἀδύνατα. Καί πῶς θά γίνω μητέρα δίχως ἄνδρα; Τόν Ἰωσήφ τόν ξέρω ὡς μνηστήρα μου, δέν τόν γνωρίζω ὡς ἄνδρα. Τί λέει λοιπόν ὁ νυμφαγωγός Γαβριήλ; Ποιό νυφικό θάλαμο προσφέρει στόν καθαρό κι ἀμίαντο γάμο; «Πνεῦμα», λέει, «ἅγιο θά ρθεῖ ἐπάνω σου καί θά σέ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου». Ὤ σπλάχνα μακάρια πού ἀπέσπασαν ἀπό τήν ὑπερβολική καθαρότητά τους τά ἀγαθά τῆς ψυχῆς. Σέ ὅλους τούς ἄλλους, μόλις μπορεῖ νά δεχτεῖ τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡ καθαρή ψυχή. Ἐδῶ ὅμως δοχεῖο τοῦ Πνεύματος γίνεται ἡ σάρκα. Ἀλλά «καί θά σ᾿ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου».

Τί σημαίνει ὁ μυστικός αὐτός λόγος; Ὅτι «ὁ Χριστός εἶναι Θεοῦ δύναμη καί Θεοῦ σοφία», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος (Α´ Κορ 1, 24). Ἡ δύναμη λοιπόν τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ πού εἶναι ὁ Χριστός παίρνει μορφή στήν Παρθένο μέ τήν ἐπέλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως δηλαδή ἡ σκιά τῶν σωμάτων παίρνει τή μορφή τοῦ σώματος πού προηγεῖται, ἔτσι ὁ χαρακτήρας καί τά γνωρίσματα τῆς θεότητας τοῦ Υἱοῦ θά φανοῦν στή δύναμη αὐτοῦ πού γεννιέται, πού θά δείχνονται μέ τίς ἐκδηλώσεις τῆς θαυματουργίας, εἰκόνα καί σφραγίδα καί ἀποσκίασμα καί ἀπαύγασμα τοῦ πρωτοτύπου.

Ἀλλά τό χαρμόσυνο μήνυμα τοῦ ἀγγέλου μᾶς προτρέπει νά γυρίσομε στή Βηθλεέμ καί νά παρατηρήσομε τά μυστήρια τοῦ σπηλαίου. Ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτό; Ἕνα παιδί τυλιγμένο στά σπάργανα ν᾿ ἀναπαύεται μέσα σέ φάτνη, καί ἡ Παρθένος ἀκόμα καί μετά τή γέννηση, ἡ ἄφθορη μητέρα περιποιεῖται τό μικρό. Ἄς ποῦμε ἐμεῖς οἱ ποιμένες τόν λόγο τοῦ προφήτη· «ὅπως ἀκούσαμε, ἔτσι καί εἴδαμε στήν πόλη τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων, στήν πόλη τοῦ Θεοῦ μας» (Ψαλμ. 42). Δέν ἔγιναν ἄραγε αὐτά τυχαῖα κι ὅπως ἦρθαν καί συνέπεσαν νά ἐξιστοροῦνται γιά τό Χριστό ἤ ἡ ἱστορία ἔχει κάποιο λόγο; Τί νόημα ἔχει γιά τόν Κύριο τό κατάλυμα στό σπήλαιο καί τό πλάγιασμά Του στή φάτνη, ἡ ἀνάμιξή Του μέσα στή ζωή τόν καιρό τῆς ἀπογραφῆς τῶν φόρων; Ἤ εἶναι φανερό ὅτι ὅπως μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τή νομική κατάρα μέ τό νά γίνει αὐτός ὁ ἴδιος κατάρα γιά χάρη μας (Γαλ. 3, 13) καί μεταφέρει στόν ἑαυτό του τά δικά μας τραύματα, γιά νά γίνομε καλά ἐμεῖς μέ τά δικά Του τραύματα (Ἠσ. 53, 9), ἔτσι γίνεται καί μέ τή φορολογία, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τῆς κακίας, πού ἔδεναν τό ἀνθρώπινο γένος καθώς τό φορολογοῦσε ὁ θάνατος;

Ἀλλά βλέποντας τό σπήλαιο ὅπου γεννιέται ὁ Κύριος, βάλε στό νοῦ σου τό σκοτεινό καί ὑπόγειο βίο τῶν ἀνθρώπων, ὅπου φθάνει καί ἐκεῖνος πού φανερώνεται σ᾿ αὐτούς πού κάθονται στό σκότος καί στή σκιά τοῦ θανάτου (Ἠσ. 9, 2). Καί τυλίγεται σφιχτά μέσα στά σπάργανα, αὐτός πού ἔχει φορέσει τίς σειρές τῶν δικῶν μας ἁμαρτημάτων. Ἡ φάτνη εἶναι ὁ στάβλος τῶν ἀλόγων ζώων, ὅπου γεννιέται ὁ Λόγος, γιά νά καταλάβει τό βόδι τόν ἀφέντη του καί ὁ ὄνος τό παχνί τοῦ Κυρίου του (Ἠσ. 1, 3). «Βόδι» εἶναι αὐτός πού εἶναι στό ζυγό τοῦ νόμου, ἐνῶ «ὄνος» τό μεταφορικό ζῶο, τό φορτωμένο μέ τήν ἁμαρτία τῆς εἰδωλολατρίας.

Καί ἡ κατάλληλη βέβαια γιά τά ζῶα τροφή καί ζωή εἶναι τό χόρτο· «αὐτός πού κάνει νά φυτρώνει χόρτο γιά τά ζῶα» (Ψαλμ. 103, 14), λέει ὁ προφήτης, ἐνῶ τό λογικό ζῶο τρέφεται μέ ψωμί. Γι᾿ αὐτό λοιπόν ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό (Ἰω. 6, 48 ἑ) τοποθετεῖται μέσα στή φάτνη, πού εἶναι ἡ κατοικία τῶν ἀλόγων, γιά νά μεταλάβουν καί τά ἄλογα τροφή λογική καί νά γίνουν λογικά. Γίνεται λοιπόν μέσα στή φάτνη ἀνάμεσα στό βόδι καί τόν ὄνο ὁ Κύριος μεσίτης καί τῶν δύο, γιά νά γκρεμίσει τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ καί νά ἑνώσει στό πρόσωπό του τούς δύο σέ ἕνα νέο ἄνθρωπο (Ἐφ. 2, 14), καταργώντας τοῦ ἑνός τό βαρύ ζυγό τοῦ Νόμου καί τόν ἄλλο ἐλευθερώνοντάς τον ἀπό τό φορτίο τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀλλά ἄς ὑψώσομε τό βλέμμα στά οὐράνια θαύματα. Γιατί νά, δέ μᾶς εὐαγγελίζονται τή χαρά αὐτήν μόνο προφῆτες καί ἄγγελοι, ἀλλά καί οἱ οὐρανοί μέ τά δικά τους θαύματα διαλαλοῦν τή δόξα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ Χριστός ἔχει ἀνατείλει γιά χάρη μας ἀπό τή φυλή τοῦ Ἰούδα (Ἑβρ. 7, 14), ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλά οἱ Ἰουδαῖοι δέν καταφωτίζονται ἀπό Αὐτόν πού ἀνέτειλε. Οἱ μάγοι εἶναι ἄσχετοι ἀπό τίς διαθῆκες τῆς ἐπαγγελίας καί ξένοι ἀπό τήν εὐλογία τῶν πατέρων, προηγοῦνται ὅμως στή γνώση ἀπό τόν ἰσραηλιτικό λαό· καί τό οὐράνιο ἄστρο ἀναγνώρισαν καί τόν βασιλιά μέσα στό σπήλαιο δέν ἀγνόησαν. Οἱ μάγοι φέρνουν δῶρα, ἐνῶ αὐτοί Τόν ἐπιβουλεύονται. Οἱ πρῶτοι Τόν προσκυνοῦν, οἱ ἄλλοι Τόν καταδιώκουν. Ἐκεῖνοι χαίρονται ὅταν βρῆκαν Αὐτόν πού ζητοῦσαν. Αὐτοί ταράζονται ἀπό τή γέννηση ἐκείνου πού εἶχε προαγγελθεῖ. Γιατί λέει, «ὅταν εἶδαν οἱ μάγοι τό ἄστρο πάνω ἀπό τό μέρος ὅπου ἦταν τό παιδί δοκίμασαν μεγάλη χαρά. Ἐνῶ ὁ Ἡρώδης ὅταν ἄκουσε τό λόγο ταράχτηκε καί μαζί του ὅλα τά Ἰεροσόλυμα» (Ματθ. 2, 10).

Οἱ μάγοι προσφέρουν σ᾿αὐτόν λίβανο ὅπως σέ Θεό, τιμοῦν μέ χρυσό τό βασιλικό ἀξίωμα, καί τήν οἰκονομία κατά τό πάθος τή δηλώνουν μέ τή σμύρνα κατά κάποια προφητική χάρη. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι καταδικάζουν στήν ἐξόντωση ὅλη τήν παιδική ἡλικία, πράγμα πού μοῦ φαίνεται ὅτι τούς κατηγορεῖ ὄχι μόνο γιά τή σκληρότητα ἀλλά καί γιά τήν ἀνοησία τους. Ποιό λόγο δηλαδή εἶχε ὁ φόνος τῶν παιδιῶν; Καί γιά ποιό σκοπό τόλμησαν τό ἀνόσιο αὐτό ἔγκλημα; Ἐπειδή, λέει, ἕνα νέο θαυμαστό φαινόμενο τοῦ οὐρανοῦ μήνυσε στούς μάγους τήν ἀνάδειξη τοῦ Βασιλέα.

Τί λοιπόν; Πιστεύεις ὅτι τό σημεῖο πού τόν μήνυσε εἶναι ἀληθινό ἤ θεωρεῖς ἀνυπόστατο, ὅ,τι λέγεται; Ἄν εἶναι τέτοιος ὥστε νά κάνει ὑποχείριους τούς οὐρανούς, αὐτό δέν εἶναι ὁπωσδήποτε πάνω ἀπό τή δύναμή σου; Ἄν ὅμως δίνει στήν ἐξουσία σου τή ζωή καί τό θάνατό του, τόν φοβᾶσαι μάταια. Γιατί αὐτόν πού φέρεται ἔτσι, ὥστε νά εἶναι ὑποχείριος στήν ἐξουσία σου, γιά ποιό λόγο εἶναι ἐπίφοβος; Γιατί ἐξαπολύεται ἡ φρικτή ἐκείνη διαταγή, ἡ ἀποτρόπαια ἀπόφαση κατά τῶν παιδιῶν, νά ἐξοντωθοῦν τά ἄμοιρα βρέφη; Ποιά ἀδικία ἔκαναν; Ποιά ἀφορμή θανάτου ἤ τιμωρίας ἔδωσαν κατά τοῦ ἑαυτοῦ τους; Τό ἔγκλημά τους ἦταν ἕνα, ὅτι γεννήθηκαν καί εἶδαν τό φῶς.

Γι᾿ αὐτό ἔπρεπε νά γεμίσει ἡ πόλη ἀπό δημίους καί νά μαζευτεῖ πλῆθος μητέρων καί νηπίων, κόσμος νά τούς συμπαραστέκεται καί οἱ γονεῖς καί ὅλοι, ὅπως εἶναι φυσικό νά μαζεύονται γιά τή συμφορά τῶν συγγενῶν τους. Ποιός μπορεῖ νά περιγράψει μέ τό λόγο τίς συμφορές; Ποιός μέ τή διήγησή του θά φέρει μπροστά στά μάτια μας τή δυστυχία; Τόν ἀνάμικτο ἐκεῖνο θρῆνο, τό γοερό μοιρολόι παιδιῶν, μητέρων, συγγενῶν, πατέρων, πού κραύγαζαν ἀξιολύπητα μπροστά στήν ἀπειλή τῶν δημίων; Πῶς νά ζωγραφίσει κανένας τό δήμιο κοντά στό νήπιο μέ γυμνό τό ξίφος, μέ βλέμμα ὅλο κακία καί φόνο καί παρόμοια καί νά μιλᾶ, νά σέρνει πρός τόν ἑαυτό του τό βρέφος μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο νά ὑψώνει τό ξίφος, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ἡ μητέρα νά τραβάει τό παιδί πρός τό δικό της μέρος καί ν᾿ ἁπλώνει τό δικό της τράχηλο στήν κόψη τοῦ σπαθιοῦ, γιά νά μή δεῖ μέ τά μάτια της τό δόλιο της παιδί νά τό σκοτώνουν τά χέρια τοῦ δημίου;

Πῶς πάλι θά μποροῦσε νά διηγηθεῖ κάποιος τά ὅσα δοκίμασαν οἱ πατέρες; Τίς ἀνακλήσεις τῶν παιδιῶν τους, τίς κραυγές, τά σφιχταγκαλιάσματα, καί πολλά παρόμοια πού τά ἔκαναν ὅλα μαζί; Ποιός μπορεῖ νά διεκτραγωδήσει τήν πολλαπλή καί πολύτροπη συμφορά, τίς διπλές ὠδίνες τῶν μητέρων πού μόλις γέννησαν, τά διαπεραστικά μαχαίρια τῆς φύσης; Πῶς τό δόλιο βρέφος κολλοῦσε στό μαστό τῆς μητέρας καί στά σπλάχνα του δεχόταν τό θανάσιμο χτύπημα; Πῶς ἡ δύστυχη μάννα καί τόν μαστό της ἔδινε στό παιδί καί τοῦ παιδιοῦ της τό αἷμα δεχόταν στούς κόρφους της; Πολλές φορές μάλιστα μέ τήν κίνηση τοῦ χεριοῦ του ὁ δῆμιος, μ᾿ ἕνα χτύπημα τοῦ ξίφους πέρασε μαζί πέρα γιά πέρα παιδί καί μητέρα καί τό αἷμα ἔκανε κοινό αὐλάκι ἀνακατεμένο ἀπό τό μητρικό τραῦμα καί τή θανάσιμη λαβωματιά τοῦ παιδιοῦ. Κι ἐπειδή περιεῖχε κι αὐτό ἡ ἀνίερη διαταγή τοῦ Ἡρώδη, νά μή ἐφαρμοστεῖ ἡ θανατική ἀπόφαση μόνο στά ἀρτιγέννητα, ἀλλά κι ἄν κάποιο ἦταν δύο ἐτῶν νά φονευτεῖ κι αὐτό μαζί (Ματθ. 2, 16) (γιατί ἔγραφε ἀπό δύο χρονῶν καί κάτω), ἄλλη συμφορά πάλι θέλει νά πεῖ ὁ λόγος μ᾿ αὐτό, ὅπως εἶναι φυσικό, γιατί πολλές φορές τό διάστημα τῶν δύο ἐτῶν ἔκανε δύο φορές μητέρα τήν ἴδια γυναίκα. Θλιβερό πάλι θέαμα κι ἐδῶ, δύο δήμιοι ν᾿ ἀσχολοῦνται μέ τήν ἴδια μάννα, ὁ ἕνας νά τραβάει τό παιδί πού τρέχει γύρω στή μητέρα κι ὁ ἄλλος νά ξεκολλάει ἀπό τήν μάννα τό βρέφος τῆς ἀγκαλιᾶς.

Τί εἶναι φυσικό ὅτι θά ὑπόφερε ἡ δύστυχη μάνα; Σκιζόταν ἡ καρδιά της στά δύο παιδιά της κι ἔκαιγε καί τῶν δύο ὁ πόνος ἐξίσου τά μητρικά σπλάχνα καί δέν ἤξερε ποιόν ἀπό τούς δύο δημίους ν᾿ ἀκολουθήσει, πού ὁ ἕνας ἀπό δῶ κι ὁ ἄλλος ἀπό κεῖ ἔσερναν τά παιδιά νά τά σφάξουν; Νά τρέξει στό νεογέννητο; Τό κλάμα του εἶναι ἀκόμη χωρίς εἱρμό καί χωρίς ἔκφραση. Ἀκούει ὅμως τό ἄλλο πού μιλάει πιά καί φωνάζει τή μητέρα του κλαίγοντας καί μέ διακοπτόμενη φωνή. Τί νά κάνει; Πῶς ν᾿ ἀνταποκριθεῖ; Σέ ποιοῦ τό κάλεσμα ν᾿ ἀπαντήσει; Μέ ποιοῦ τήν κραυγή νά ἑνώσει τή δική της; Ποιόν θάνατο νά θρηνήσει, ἀφοῦ ἴσα τήν σκίζουν τά μαχαίρια τῆς φύσης;

Ἀλλά ἄς ἀπομακρύνομε τήν ἀκοή μας ἀπό τούς θρήνους γιά τά παιδιά κι ἄς στρέψομε τό νοῦ μας σέ πιό χαρούμενες σκέψεις πού ταιριάζουν καλύτερα στήν ἑορτή, ἄν καί ἡ Ραχήλ μέ δυνατές φωνές, ὅπως λέει ὁ προφήτης ( Ἰερ. 31, 15.. Ματθ. 2, 17), θρηνεῖ τή σφαγή τῶν παιδιῶν της. Στήν ἑορτάσιμη ἡμέρα, λέει ὁ σοφός Σολομών, πρέπει νά ξεχνοῦμε τίς συμφορές. Καί ποιά ἄλλη ἑορτή πιό χαρμόσυνη ἀπό αὐτήν ἔχομε, κατά τήν ὁποία ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης σκορπίζοντας τά πονηρά σκοτάδια τοῦ διαβόλου φωτίζει τήν κτίση μέ τήν ἴδια μας τή φύση, μέσα στήν ὁποία ὅ,τι ἔχει πέσει σηκώνεται, ὅ,τι βρίσκεται σέ πόλεμο ὁδηγεῖται στήν εἰρήνευση, τό ἀποκηρυγμένο ἐπαναφέρεται, ὅ,τι ἔχει ἐκπέσει ἀπό τή ζωή ἐπανέρχεται στή ζωή, ὅ,τι εἶχε ὑποδουλωθεῖ κι αἰχμαλωτιστεῖ ἀποκαθίσταται στό βασιλικό ἀξίωμα, κι ὅ,τι ἦταν δέμενο μέ τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐπιστρέφει ἐλευθερωμένο στή χώρα τῶν ζωντανῶν; Τώρα, σύμφωνα μέ τήν προφητεία, συντρίβονται οἱ χάλκινες πύλες τοῦ θανάτου (Ψαλμ. 106, 14)· θραύονται οἱ σιδερένιοι μοχλοί, πού πρῶτα κρατοῦσαν στήν εἱρκτή καί στή φύλαξη τοῦ θανάτου τό ἀνθρώπινο γένος. Τώρα, ὅπως λέει ὁ Δαβίδ, ἀνοίγει ἡ πύλη τῆς δικαιοσύνης (Ψαλμ. 117, 19).

Τώρα ἀκούγονται σ᾿ ὅλη τήν οἰκουμένη ὁμόφωνα τά τραγούδια ὅσων ἑορτάζουν. Ἀπό ἄνθρωπο ἦρθε ὁ θάνατος καί ἀπό ἄνθρωπο ἦρθε ἡ σωτηρία. Ὁ πρῶτος ἔπεσε στήν ἁμαρτία, ὁ δεύτερος σήκωσε αὐτόν πού εἶχε πέσει. Ἡ γυναίκα ὑπερασπίστηκε τή γυναίκα. Ἡ πρώτη ἄνοιξε τήν εἴσοδο στήν ἁμαρτία, αὐτή ἐδῶ ὑπηρέτησε τήν εἴσοδο τῆς δικαιοσύνης. Ἐκείνη δέχτηκε τή συμβουλή τοῦ φιδιοῦ, αὐτή μᾶς ἔδωσε τόν ἀναιρέτη τοῦ φιδιοῦ καί γέννησε τό δημιουργό τοῦ φωτός. Ἐκείνη μᾶς ἔφερε μέ τό δέντρο τήν ἁμαρτία, αὐτή μέ τό ξύλο ἔφερε στή θέση τῆς ἁμαρτίας τό ἀγαθό. Ξύλο ἐννοῶ τό σταυρό. Ὁ καρπός τοῦ ξύλου αὐτοῦ δέ λείπει ποτέ καί γίνεται ζωή ἀμάραντη γι᾿ αὐτούς πού τόν γεύονται. Καί κανένας νά μή νομίζει ὅτι μόνο στό μυστήριο τοῦ Πάσχα ἁρμόζει ἡ εὐχαριστία αὐτή. Ἄς σκεφτεῖ ὅτι τό Πάσχα εἶναι τό τέλος τῆς οἰκονομίας. Καί πῶς θά γινόταν τό πέρας, ἄς δέν εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἀρχή; Ποιό εἶναι ἀρχικότερο ἀπό τό ἄλλο; Ἀσφαλῶς ἡ γέννηση ἀπό τήν οἰκονομία τοῦ πάθους.

Καί τοῦ Πάσχα λοιπόν οἱ ἔπαινοι εἶναι μέρος τῶν ἐγκωμίων τῆς γέννησης. Κι ἄν ἀριθμήσει κανένας τά εὐεργετήματα ὅσων ἱστοροῦν τά εὐαγγέλια καί διηγηθεῖ τίς θαυματουργικές θεραπεῖες, τή διατροφή χωρίς τά ἀπαιτούμενα τρόφιμα, τήν ἐπιστροφή τῶν νεκρῶν ἀπό τά μνήματα, τήν αὐτοσχέδια παρασκευή τοῦ κρασιοῦ, τήν ἐκδίωξη τῶν δαιμονίων, τήν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας ἔπειτα ἀπό λογῆς ἀρρώστιες, τίς ἀνορθώσεις τῶν κουτσῶν, τήν ὅραση πού ἦρθε ἀπό τόν πηλό, τά θεῖα διδάγματα, τίς νομοθεσίες, τή μύηση πρός τά ὑψηλότερα μέ τίς παραβολές, ὅλα αὐτά εἶναι δωρεά τῆς σημερινῆς ἡμέρας· γιατί αὐτή ἔγινε ἀρχή στά ἀγαθά πού ἀκολούθησαν. «Ἄς χαροῦμε» λοιπόν «κι ἄς εὐφρανθοῦμε κατά τή διάρκεια αὐτῆς» (Ψαλμ. 43, 17). Ἄς μή φοβηθοῦμε τίς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων καί ἄς μήν νικηθοῦμε ἀπό τήν προσπάθειά τους νά μᾶς ἐξευτελίσουν, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ προφήτης. Αὐτοί χλευάζουν τόν λόγο τῆς οἰκονομίας, ὅτι δέν ἁρμόζει νά λάβει ὁ Κύριος σῶμα ἀνθρώπου καί μέ τή γέννηση ν᾿ ἀναμιχθεῖ στή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀγνοώντας, ὅπως φαίνεται, τό μυστήριο, πῶς δηλαδή οἰκονόμησε τή σωτηρία μας ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ. Πουληθήκαμε ἑκούσια μέ τίς ἁμαρτίες μας καί ὑποδουλωθήκαμε στόν ἐχθρό τῆς ζωῆς μας σάν δοῦλοι ἀγορασμένοι.

Τί παραπάνω ἤθελες νά σοῦ προσφέρει ὁ Κύριος ; Ὄχι τό νά ἐξαιρεθεῖς ἀπό τή συμφορά; Τί λεπτολογεῖς τόν τρόπο; Γιατί θέτεις νόμους στό νομοθέτη, χωρίς ν᾿ ἀντιλαμβάνεσαι τίς εὐεργεσίες του; Εἶναι σάν νά ἀποκρούει κανένας τόν γιατρό καί μέμφεται τήν εὐεργετική ἐπέμβασή του, ἐπειδή πραγματοποίησε τή θεραπεία μ᾿ αὐτόν κι ὄχι μέ ἄλλο τρόπο. Ἄν ἐπιζητεῖς ἀπό περιέργεια νά μάθεις τό μέγεθος τῆς οἰκονομίας, σοῦ φτάνει τόσο μόνο, ὅτι τό θεῖο δέν εἶναι ἕνα μόνο ὁρισμένο ἀγαθό, ἀλλά ὅποιο ἀγαθό μποροῦμε νά φανταστοῦμε, ἐκεῖνο εἶναι· δύναμη, δικαιοσύνη, ἀγαθότητα, σοφία, ὅσα ὀνόματα καί νοήματα ἔχουν σημασία κατάλληλη γιά τό θεῖο.

Πρόσεξε λοιπόν μήπως δέ συνεργάστηκαν ὅσα εἴπαμε στήν εὐεργεσία πού μᾶς ἔγινε, ἡ ἀγαθότητα, ἡ σοφία, ἡ δύναμη, ἡ δικαιοσύνη. Ὡς ἀγαθός, ἀγάπησε τόν ἀποστάτη· ὡς σοφός, βρῆκε τρόπο νά ἐπανέλθουν οἱ ὑποδουλωμένοι· ὡς δίκαιος, δέν πιέζει αὐτόν πού ὑποδούλωσε τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπόκτησε μέ τό δίκαιο τῆς ἀγορᾶς, ἀλλά ἔδωσε τόν ἑαυτό του ἀντάλλαγμα γιά τούς ὑποδουλωμένους, ὥστε, ἀναλαμβάνοντας σάν κάποιος ἐγγυητής τήν ὀφειλή, νά ἐλευθερώσει τόν κρατούμενο. Ὡς δυνατός πού ἦταν, δέν κρατήθηκε ἀπό τόν Ἅδη, οὔτε τό σῶμα του γνώρισε τή φθορά. Οὔτε βέβαια ἦταν δυνατό νά νικηθεῖ ἀπό τή φθορά ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς. Ἀλλά ἦταν ντροπή νά ἀνεχθεῖ ἀνθρώπινη γέννηση καί νά δεχτεῖ τήν ἐμπειρία τῶν παθημάτων τῆς σάρκας; Μιλᾶς γιά τήν ὑπερβολή τῆς εὐεργεσίας.

Πραγματικά, ἐπειδή δέν ἦταν δυνατό νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόσο μεγάλα δεινά τό ἀνθρώπινο γένος, δέχτηκε ὁ βασιλεύς ὅλης τῆς ἀπαθοῦς φύσης ν᾿ ἀνταλλάξει τήν ἴδια Του δόξα μέ τή δική μας ζωή. Ἔτσι ἡ καθαρότητα μπαίνει μέσα στό δικό μας ρύπο, ἐνῶ ὁ ρύπος δέν ἀγγίζει τήν καθαρότητα, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο, ὅτι «τό φῶς ἔλαμψε μέσα στό σκοτάδι καί τό σκοτάδι δέν τό κατανίκησε» (Ἰω. 1, 5). Ὁ ζόφος ἀφανίζεται μέ τήν παρουσία τοῦ φωτός, ὁ ἥλιος δέν μαυρίζει ἀπό τόν ζόφο. Τή θνητότητα τήν καταπίνει ἡ ζωή, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος (Β´ Κορ. 5, 4), δέν ἐξαντλεῖται ἡ ζωή μέ τό θάνατο. Ὅ,τι ἔχει καταφθαρεῖ, σώζεται μαζί μέ τό ἄφθαρτο. Ἡ φθορά δέν ἐπηρεάζει τήν ἀφθαρσία. Γι᾿ αὐτό γίνεται κοινός ὁ ὕμνος ὅλης τῆς κτίσης, καθώς ἀναπέμπουν ὅλοι σύμφωνη δοξολογία στό Δεσπότη τῆς κτίσης. Κάθε στόμα ἐπουράνιων καί ἐπίγειων καί ὑπόγειων φωνάζει ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι γιά νά δοξάζεται ὁ Θεός Πατέρας καί πρέπει νά εὐλογεῖται στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


O AΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΠΑΤΗΡ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ.
Ο ΦΕΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

Οι βασικές ψυχασθένειες που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο οφείλονται στη σύγκρουση της συνειδήσης με τη νοητική υπερηφάνεια

                                   


   Οι βασικές ψυχασθένειες που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο οφείλονται στη σύγκρουση της συνειδήσης με τη νοητική υπερηφάνεια. Εκεί γίνεται η κακή χρήση του νου. Επειδή λοιπόν η ψυχή είναι θεόπνευστος και δεν μπορεί να τραυματιστεί, το ανθρώπινο κομμάτι της καρδιάς του ανθρώπου είναι το θύμα του εγωισμού.
Όλες οι ψυχοπάθειες έχουν σαν ρίζα την μητέρα των κακών. Τον εγωισμό.

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

“Δεν είναι λοιπόν το σώμα που δίνει τις αφορμές των παθών, αλλά η προαίρεση δημιουργεί το σκοπό που επιδιώκομε, εκτρέποντάς μας στην επιθυμία των ανεπίτρεπτων.” – απο {Λόγος στους κεκοιμημένους (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης)}.

 Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης

Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης

……….. Αν λοιπόν ο γεωργός δεν αγανακτεί ούτε για τις ρίζες των σπόρων ούτε για το χόρτο που προβάλλει από το σπόρο ούτε για τα άγανα του σταχυού , αλλά στο καθένα από αυτά βλέπει μια απαραίτητη χρησιμότητα , που με αυτήν η φύση προχωρώντας με τέχνη οδηγεί τον καρπό στην τελείωσή του , ελευθερώνοντας τη γόνιμη δύναμη με την εγκατάλειψη όποιου άχρηστου , καιρός είναι και για σένα να μην αγανακτείς που η φύση μας προχωρεί διαμέσου των αναγκαίων δρόμων προς το σκοπό της , αλλά να νομίζεις ότι ανάλογα με το γεγονός των σπόρων, αυτό που είναι κάθε φορά παρόν είναι οπωσδήποτε χρήσιμο και απαραίτητο , αλλά δεν είναι αυτό που για χάρη του γεννηθήκαμε.

Γιατί δε λάβαμε ύπαρξη από το δημιουργό μας για να φτάσομε ως το έμβρυο ούτε η φύση έχει στόχο της τη ζωή του βρέφους ούτε αποβλέπει στις επόμενες ηλικίες που κάθε φορά μεταβαλλόμενη ντύνεται σαν να ήταν φορέματα αλλάζοντας με τον καιρό και τη μορφή της ούτε ακόμα αποβλέπει στη διάλυση του σώματος που έρχεται με το θάνατο. Όλα αυτά και τα όμοια είναι μέρη του δρόμου που βαδίζομε και ο σκοπός και το πέρας της πορείας ανάμεσα σ’ αυτά είναι η αποκατάσταση στο αρχικό, που δεν είναι τίποτε άλλο από την ομοίωση με τη θεότητα.

Και όπως στην εικόνα του σταχυού φάνηκε απαραίτητο για τη φύση του και το χόρτο που εμφανίζεται πρώτα, δεν γίνεται όμως γι’ αυτό η καλλιέργεια ούτε η ασχολία με τη γεωργία περιορίζεται στους χιτώνες και τα άγανα και στις καλαμιές και στους κόμπους της καλαμιάς, αλλά την ενδιαφέρει ο καρπός ο φαγώσιμος που προχωρεί με αυτά στην τελείωσή του, έτσι και της ζωής το πέρας που προσδοκούμε είναι η μακαριότητα , ενώ όσα βλέπομε τώρα γύρω από το σώμα , ο θάνατος , τα γηρατειά, η νεότητα , η νηπιακή ηλικία , η διάπλαση του εμβρύου , όλα αυτά είναι όπως κάποια χόρτα και άγανα και καλαμιές , πορεία δηλαδή και σειρά και δύναμη της τελείωσης που ελπίζομε . 

Σ’ αυτήν αποβλέποντας αν σκέφτεσαι σωστά ούτε απέχθεια θα νιώσεις γι’ αυτά , αλλά ούτε θα δεθείς με πάθος μαζί τους και θα τα επιθυμήσεις , ώστε ή να στενοχωριέσαι όταν χωρίζεσαι από αυτά ή να αυτομολείς στο θάνατο.

Αν όμως πρέπει να προσθέσω στο λόγο μου κι αυτό , δεν είναι ίσως άχρηστο, κι ας φαίνεται πως είναι έξω από την ακολουθία του λόγου, ότι η φύση μελετά σε κάθε περίπτωση το θάνατο και είναι δεμένος οπωσδήποτε ο θάνατος με τη ζωή που πορεύεται διαμέσου του χρόνου. . Επειδή λοιπόν ιδιαίτερο γνώρισμα του θανάτου είναι η απραξία και η αδράνεια κι αυτό ακολουθεί ασφαλώς πάντοτε την ζωτική ενέργεια , δεν είναι έξω από την αλήθεια να πούμε ότι ο θάνατος είναι συνυφασμένος με τη ζωή αυτή. Γι’ αυτό κατά τον μεγαλόφωνο Παύλο «πεθαίνομε καθημερινά». Δε μένομε για πάντα οι ίδιοι μέσα στο ίδιο σπίτι του σώματος, αλλά γινόμαστε άλλοι κάθε φορά και με προσθήκη ή αποβολή μεταβαλλόμαστε πάντοτε σε νέο σώμα. Γιατί λοιπόν μας ξενίζει ο θάνατος, αφού αποδείχτηκε ότι η ζωή της σάρκας είναι αδιάκοπη μελέτη θανάτου και άσκησης ; Κι αν αναφέρεις τον ύπνο και την εγρήγορση, πρόκειται πάλι για μια άλλη σύζευξη του θανάτου με τη ζωή , κατά την οποία σε όσους κοιμούνται σβήνουν οι αισθήσεις , ενώ η εγρήγορση πραγματοποιεί για μας την ανάσταση που ελπίζομε .

Αλλά με όσα είπαμε δεν διασαφηνίστηκε ακόμα το θέμα μας, επειδή το νόημα που ανέκυψε έτρεψε το λόγο μας σ’ άλλη κατεύθυνση. Ας επιστρέψομε λοιπόν πάλι σ’ αυτό που θέσαμε από την αρχή˙ ότι δηλαδή ούτε η φύση του σώματος είναι άχρηστη στην ελπίδα των αγαθών που προσδοκούμε . Γιατί, αν ήμαστε αυτό που γίναμε από την αρχή , οπωσδήποτε δε θα χρειαζόμαστε το δερμάτινο χιτώνα , επειδή θα είχαμε λαμπρή την ομοίωσή μας προς τη θεότητα. Επειδή όμως με την απάτη του εχθρού της ζωής μας ο άνθρωπος απόχτησε εκούσια τη ροπή προς το κτηνώδες και το άλογο, φαίνεται ίσως για όσους δεν εξετάζουν τα πράγματα χρήσιμη η απόσπαση από το χειρότερο και η αναγκαστική μεταφορά προς το καλύτερο, για τον πλάστη όμως της φύσεως μας φάνηκε ασύμφορο και άδικο να μας προκαλέσει με τέτοια οικονομική τη ζημία του μέγιστου αγαθού μας.

Επειδή δηλαδή ο άνθρωπος έγινε όμοιος με το Θεό και μακάριος , τιμημένος με το αυτεξούσιο ( γιατί η αυτεξουσιότητα και η ελευθερία είναι ιδιότητες της θείας μακαριότητας ) , το να μεταφερθεί υποχρεωτικά με τη βία σε άλλη κατάσταση αποτελούσε αφαίρεση του αξιώματος. Αν δηλαδή αποσπούσε την ανθρώπινη φύση με τη βία και τον καταναγκασμό από ό,τι της άρεσε , όταν είχε ορμήσει σύμφωνα με την αυτεξούσια κίνησή της σε πράγματα ανεπίτρεπτα, το γεγονός θα ήταν αφαίρεση του εξαίρετου αγαθού και αποστέρηση της ισόθεης τιμής ( γιατί το αυτεξούσιο είναι ισόθεο ). Για να παραμείνει λοιπόν και η εξουσία στον άνθρωπο και το κακό να διαγραφεί , η σοφία του Θεού βρήκε αυτόν τον τρόπο˙ ν’ αφήσει δηλαδή τον άνθρωπο να κάνει ό,τι είχε θελήσει, ώστε , δοκιμάζοντας το κακό που επιθύμησε και διαπιστώνοντας με την πείρα τι έδωσε και τι πήρε, να επιθυμήσει και να πάρει τον αντίστροφο δρόμο θεληματικά προς τη θεία μακαριότητα, αποβάλλοντας από πάνω του σαν βαρύ φορτίο την εμπάθεια και την αναλογία, ή καθαιρόμενος στην παρούσα ζωή με προσοχή και φιλοσοφία ή μετά την αναχώρηση από εδώ με αναχώνευση μέσα στην καθαρτήρια φωτιά.

Όπως δηλαδή ο γιατρός˙ κατέχοντας σύμφωνα με το επαγγέλμά του όλη την επιστήμη των ωφέλιμων και των βλαβερών συμβουλεύει το παιδί το σωστό, αλλά δεν μπορεί με τη συμβουλή του να εμποδίσει το μικρό στην ηλικία και στο νου να επιθυμήσει κάποιο δηλητηριώδη καρπό ή χόρτο. Επειδή όμως έχει κάθε είδους αντίδοτο, επιτρέπει στο παιδί να δοκιμάσει τα βλαβερά, ώστε με την εμπειρία των βλαβερών να καταλάβει τη χρησιμότητα της πατρικής συμβουλής κι αφού επιθυμήσει πάλι την υγεία με τα αντίδοτα να επαναφέρει το παιδί στην υγεία, που με την άτοπη επιθυμία των δηλητηρίων έχασε. Έτσι και ο γλυκός και αγαθός Πατέρας της φύσης μας, που γνωρίζει τι μας ωφελεί και τι μας βλάπτει, έκανε γνωστό στον άνθρωπο το δηλητήριο και τον συμβούλεψε να μην το πάρει. Αλλά κι όταν νίκησε η επιθυμία του χειρότετου δεν του έλειψαν τα ωφέλιμα αντίδοτα, για να επαναφέρει με αυτά πάλι τον άνθρωπο στην αρχική του υγεία.

Επειδή δηλαδή ο άνθρωπος προτίμησε αυτή την υλική ηδονή αντί την ψυχική ευφροσύνη, θέλησε να τον συντρέξει στην ορμή του αυτή με το δερμάτινο χιτώνα, που του φόρεσε εξαιτίας της ροπής του στο χειρότερο και που τα ιδιώματα της άλογης φύσης κατασκευάστηκαν φόρεμα της λογικής φύσης με τη σοφία εκείνου που οικονομεί τα καλύτερα από τα αντίθετά τους. γιατί, έχοντας εκείνος ο δερμάτινος χιτώνας όλες εκείνες τις ιδιότητες όσες είχε όταν περιέκλειε την άλογη φύση, τη φιληδονία, το θυμό, τη λαιμαργία, την απληστία και τα όμοια, ανοίγει δρόμο στην ανθρώπινη προαίρεση και γίνεται πεδίο της ροπής και προς τα δύο, της αρετής και της κακίας. 

Μέσα σ’ αυτά ζώντας ο άνθρωπος κατά την εδώ ζωή του, αν με την αυτεξούσια κίνησή του ξεχωρίζει ό,τι ιδιάζει στο άλογο και επιδιώκει για τον εαυτό του την κοσμιότερη ζωή , θα κάνει την παρούσα ζωή καθαρτήριο από την κακία που αναμίχθηκε σ’ αυτόν και με το λογικό θα υποτάξει την αλογία. Αν πάλι κλείνει στην άλογη κλίση των παθών, αφού χρησιμοποιήσει ως συνεργό του στα πάθη το δέρμα των αλόγων, στη συνέχεια θα σκεφτεί διαφορετικά, δηλαδή προς το καλύτερο, αντιλαμβανόμενος κατά την έξοδο από το σώμα τη διαφορά της αρετής προς την κακία , καθώς δεν θα μπορεί να μετάσχει στη θεότητα , αφού η καθαρτήρια φλόγα δε θα έχει αποκαθάρει το ρύπο που έχει αναμιχθεί στην ψυχή.

Αυτά είναι που έκαναν απαραίτητη για μας τη χρήση του σώματος , με το οποίο και το αυτεξούσιο σώζεται αλλά και η επάνοδος πάλι στο αγαθό δεν εμποδίζεται . Με την περιοδική όμως αυτή διαδικασία δημιουργείται σ’ εμάς θεληματικά η ροπή προς το καλύτερο και μερικοί ήδη από εδώ με την ένσαρκη ζωή τους πραγματοποιούν με την απάθεια την πνευματική τους ζωή. Τέτοιοι ακούμε πως έχουν γίνει οι πατριάρχες και οι προφήτες και οι σύγχρονοί τους και οι μεταγενέστεροι που με την αρετή και τη φιλοσοφία ανέτρεξαν στο τέλειο ( εννοώ τους μαθητές και τους αποστόλους και τους μάρτυρες και όλους όσοι τίμησαν τη ζωή της αρετής κι όχι τον υλικό βίο , που , αν και είναι λιγότεροι στον αριθμό από το πλήθος εκείνων που γλιστρούν στο χειρότερο , δίνουν σοβαρή μαρτυρία ότι είναι δυνατό να κατορθωθεί η αρετή και μέσα από τη σάρκα ) .

Ενώ οι άλλοι αποβάλλουν με την μετέπειτα ζωή με το καθαρτικό πυρ την προσκόλληση προς την ύλη κι επιστρέφουν θεληματικά με την επιθυμία των αγαθών στη χάρη που έχει από την αρχή αποκληρωθεί στη φύση μας. Γιατί η επιθυμία των αλλοτρίων δεν παραμένει για πάντα στη φύση μας , επειδή νιώθει καθένας πλησμονή και κόρο για ό,τι δεν είναι δικό του , και ό,τι δεν κοινώνησε η φύση μας από την αρχή και μόνον ό,τι είναι συγγενικό και ομόφυλο μένει για πάντα ποθητό κι αγαπητό , όσο η ανθρώπινη φύση παραμένει αμετάβλητη . Αν όμως πάθει καμιά εκτροπή από προαίρεση κακή , τότε γεννιέται σ’ αυτήν η επιθυμία των αλλοτρίων, που η απόλαυσή τους ευχαριστεί όχι τη φύση αλλά το πάθος της φύσης . Όταν αναχωρήσει το πάθος , αναχωρεί μαζί του και η παραφύση επιθυμία και γίνεται πάλι σ’ αυτή ποθητό και κατάλληλο το δικό της , κι αυτό είναι το καθαρό και άυλο και ασώματο Αυτό αν πει κανένας ότι ανήκει στη θεότητα που είναι πάνω από όλα , δε θα κάνει σφάλμα ..

Με τον ίδιο τρόπο, επειδή κατάκλυσε η κακία την οπτική δύναμη της ψυχής σαν ένα ρεύμα με την απάτη του εχθρού, ο λογισμός έκλινε θεληματικά προς το σκοτεινό βίο, επειδή με το πάθος έγινε οικείος με το ζόφο (γιατί «καθένας που πράττει φαύλα έργα μισεί το φως», όπως λέει ο θείος λόγος ). Κι όταν εξαντληθεί το κακό από τα όντα και μεταβεί πάλι στο μην ον, με ευχαρίστηση ο άνθρωπος βλέπει πάλι προς το φως, αφού έλειψε η αιτία που θόλωνε την καθαρότητα της ψυχής.

Με όσα ειπώθηκαν αποδείχθηκε πως είναι αβάσιμο να μισούμε τη φύση της σάρκας˙ γιατί δεν συνδέεται μ’ αυτήν η αιτία των κακών, αλλιώς η δύναμή της θα εκτεινόταν σε όλα όσα έλαβαν το σωματικό βίο. Αλλά επειδή καθένας από όσους μνημονεύονται για την αρετή τους και μέσα στη σάρκα ήταν κι από την κακία απουσίαζε, είναι φανερό απ’ αυτό ότι δεν είναι το σώμα αίτιο των παθών, αλλά η προαίρεση που δημιουργεί τα πάθη. Γιατί το σώμα κινείται σύμφωνα με τη δική του φύση και με όσα συντελούν στη σύσταση και τη διατήρησή του, προς αυτά προσαρμόζεται με τις ορμές του.

Εννοώ το εξής μ’ αυτό που λέω. Έχει ανάγκη από φαγητό και ποτό, ώστε το ποσό της δύναμης που δαπανήθηκε να συμπληρωθεί στο βαθμό που λείπει. Γι’ αυτό ενεργοποιείται η όρεξη. Με τη διαδοχή πάλι όσων γίνονται η φύση του σώματος αθανατίζεται, ενώ είναι θνητή. Γι’ αυτό προσφέρεται και σ’ αυτή την ορμή το σώμα. Ακόμα εκτός από αυτά το σώμα έχει γίνει γυμνό από το επικάλυμμα των τριχών και γι’ αυτό χρειαστήκαμε το ντύσιμο απ’ έξω. Αλλά επειδή δεν μπορούσαμε ν’ αντέξουμε στη ζέστη και στο κρύο και στη βροχή αναζητήσαμε τη σκέπη από τα σπίτια. Αυτά και τα όμοια, όποιος αντιμετωπίζει την ανάγκη λογικά, δέχεται καθένα από αυτά χωρίς προβλήματα κάνοντας όρο της όρεξης το σκοπό της χρήσης. Το σπίτι, το φόρεμα, τη συζυγική ζωή, την τροφή, με καθένα από αυτά αναπληρώνει την έλλειψη της φύσης.

Ο υπηρέτης όμως των ηδονών έκανε τις αναπόφευκτες ανάγκες δρόμους να περάσουν τα πάθη˙ αντί τροφής επιζητεί την τρυφή, αντί φορέματος προτιμά τον καλλωπισμό, αντί της απλής χρησιμοποίησης των σπιτιών την πολυτέλεια, αντί να κάνει παιδιά κυνηγά τις παράνομες και απαγορευμένες ηδονές. 

Γι’ αυτό και η πλεονεξία μπήκε θορυβωδώς με ολάνοιχτες πύλες στην ανθρώπινη ζωή και η μαλθακότητα και η έπαρση και η αποχαύνωση και η κάθε είδους ασωτία και τα όμοια σαν κάποια χλωρά και ξεραμένα βλάστησαν κοντά στις αναπόφευκτες ανάγκες, επειδή η όρεξη ξεπέρασε τα όρια της ανάγκης και απλώνεται σ’ επιδιώξεις σε τίποτε χρήσιμες . Τι κοινό έχουν με τη χρησιμότητα της τροφής τα σκαλισμένα ασημικά ποικιλμένα με χρυσό και πέτρες ; Ή τι χρειάστηκε το φόρεμα τη χρυσή κλωστή και το πορφυρό χρώμα και τα υφασμένα σχέδια, που μ’ αυτά απεικονίζουν πολέμους και θηρία και τα όμοια πάνω στους χιτώνες και τα πανωφόρια οι υφαντές και γεννούν σύμμαχό τους τη νόσο της πλεονεξίας ;

Γιατί, για να επιτύχουν τη δυνατότητα να τα κατασκευάσουν, προμηθεύονται τα υλικά γι’ αυτά που επιθυμούν από την πλεονεξία. Η πλεονεξία ανοίγει την είσοδο στην απληστία, που είναι, κατά το Σολομώντα, το τρυπημένο πιθάρι που πάντα χρειάζεται νερό από αυτούς που το γεμίζουν και βρίσκεται πάνοτε άδειο. Δεν είναι λοιπόν το σώμα που δίνει τις αφορμές των παθών, αλλά η προαίρεση δημιουργεί το σκοπό που επιδιώκομε, εκτρέποντάς μας στην επιθυμία των ανεπίτρεπτων.

Ας μην κακίζουν λοιπόν οι απερίσκεπτοι το σώμα, με το οποίο η ψυχή μετά από αυτή τη ζωή, αφού μεταστοιχειωθεί με την αναγέννηση, θα καλλωπιστεί προς το θεϊκότερο, αφού ο θάνατος αποκαθάρει τα περιττά και άχρηστα στην απόλαυση της μέλλουσας ζωής. 

(Πηγή: orp.gr. Η/Υ επιμέλεια: Ελένης Χρήστου, Σοφίας Μερκούρη)

Λόγος στους κεκοιμημένους (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης) / Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

“Δεν είναι λοιπόν το σώμα που δίνει τις αφορμές των παθών, αλλά η προαίρεση δημιουργεί το σκοπό που επιδιώκομε, εκτρέποντάς μας στην επιθυμία των ανεπίτρεπτων.” – απο {Λόγος στους .com)κεκοιμημένους (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης) }. – Οδοιπορούντες Αγίου Συμεών Του Νέου Θεολόγου (wordpress