Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

 

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Οἱ πληροφοριοδόται τοῦ Σατανᾶ

Παραγγέλλει ὁ Ἀπ. Παῦλος (Ἐφ. δ΄ 27):

«μηδὲ δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ». (: Καὶ μὴ δίνετε εὐκαιρία στὸ διάβολο νὰ εἰσχωρῆ ἀνάμεσά σας).

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς συμβουλεύει γιὰ τοὺς δαίμονες:


«Ὅταν στὸν Χριστὸ εἶπαν οἱ δαίμονες, «σὲ γνωρίζουμε ποιὸς εἶσαι», τοὺς ἐπιτίμησε μὲ πολλὴ αὐστηρότητα (Μᾶρκ. 1, 24, Λουκᾶ 4, 34), γιὰ νὰ μᾶς διδάξη σὲ τίποτα νὰ μὴ ὑπακοῦμε στοὺς δαίμονες, οὔτε κι ἂν μᾶς λένε κάτι σωστό. Γνωρίζοντας λοιπὸν αὐτά, καθόλου νὰ μὴ ὑπακοῦμε στὸν δαίμονα, ἀλλὰ κι ἂν λέη κάτι ἀληθινό, νὰ τὸν ἀποφεύγουμε καὶ νὰ τὸν ἀποστρεφόμαστε».

Καὶ συνεχίζει:

«Γιατί ὁ διάβολος ὀνομάζεται πονηρός; Ἐπειδὴ ἔγινε πατέρας τῆς κακίας. Γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται κατ’ ἐξοχὴ πονηρός, καὶ κρίθηκε ἀρκετό, ἀντὶ τοῦ κυρίου ὀνόματος, τὸ ἐπίθετο μόνο, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερβολικῆς πονηρίας, ποὺ δὲν εἶναι ἐκ φύσεως, ἀλλ’ ἀποκτήθηκε μετά. Ἂν ὅμως θέλης νὰ μάθης ἀπὸ ποῦ ἔχει προέλθει καὶ τὸ ὄνομα τῆς ἴδιας τῆς πονηρίας, κι ἀπὸ δῶ θὰ ἀποκομίσης μεγάλα ὀφέλη. Ὀνομάσθηκε λοιπὸν πονηρία, ἐπειδὴ προσθέτει πόνο καὶ μόχθο σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει».

ΑΚΤΙΝΕΣ: Οἱ πληροφοριοδόται τοῦ Σατανᾶ

Ανώνυμος είπε...

Από την "Χριστολογία" του Αγίου Νεκταρίου

https://drive.google.com/file/d/1G0QMo9LRrTAJFeteNkv8TcPCtCuLhxAZ/view
Σελ. 11-13

3. Περί της προσδοκίας των εθνών

Την επαγγελίαν του Θεού περί της ελεύσεως του Σωτήρος και Λυτρωτού ετήρησαν ζωηράν εν τη μνήμη αυτών πάντα τα έθνη, και έκρυψαν ως θησαυρόν και πολύτιμον κειμήλιον εις τα βάθη της εαυτών καρδίας. Ουδείς λαός, όσω κα αν διεφθάρη, όσω και αν επελάθετο του αληθινού Θεού, δεν επελάθετο της επαγγελίας της σωτηρίας, αλλά διεφύλαττεν αυτήν ως ηθική παρακαταθήκην, ως άγκυραν ελπίδος δι’ όλων των αιώνων, και ως διαμαρτύρησιν κατά της τυραννίας του διαβόλου, κατά της βασιλείας του κακού. Ιουδαίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Αιγύπτιοι, Σίναι, Πέρσαι, Ινδοί και Άραβες, αυτοί οι κάτοικοι του Νέου κόσμου, ανέμενον την έλευσιν Λυτρωτού Θεού εν ανθρωπίνη μορφή ερχομένου, μέλλοντος να διδάξη πάσαν την αλήθειαν, να εξαφανίσει την κακίαν, να φέρει ειρήνην, να αδελφοποιήσει τα έθνη, και να φέρη εν γη την βασιλείαν των Ουρανών. Οι Ιουδαίοι αναμένουν εισέτι τον Υιόν του Ευλογητού, ος έμελλε να εμφανισθή μεταξύ αυτών εν μορφή ανθρώπου. Εν τη Ιερά Γραφή αναφέρεται ότι ο αρχιερεύς επηρωτά τον Ιησούν. «Συ ει ο Χριστός, ο υιός του Ευλογητού; Ο δε Ιησούς είπεν, Εγώ ειμί. Και όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως, και ερχόμενον μετά των νεφελών του Ουρανού» (Μάρκ. Ιδ 61,62). Εν τη απαντήσει ταύτη του Ιησού προς την ερώτησιν του αρχιερέως: ει αυτός εστίν ο υιός του Ευλογητού, ο Ιησούς απαντά καταφατικώς, και ταυτίζει το πρόσωπον του Χριστού του υιού του Ευλογητού, προς το πρόσωπον του Υιού του ανθρώπου. Οι Σαμαρείται ανέμενον τον μέλλοντα διδάξη πάσαν την αλήθειαν και αναγγείλη αυτοίς πάντα. Ο δε υιός του ανθρώπου ομολογεί ότι αυτός εστίν ο αναμενόμενος, ο λαλών μετά της Σαμαρείτιδος. Οι Σίναι επίστευον ότι πεμφθήσεται εξ ουρανού άγιος γινώσκων τα πάντα και πάσαν έχων εν ουρανώ και επί γης εξουσίαν. Έλεγον δε ότι προς δυσμάς αυτών έμελλε ν’ αναφανή άγιος εμπνέων αυθόρμητον πίστιν. Τα δε ιερά αυτών βιβλία αναφέρουσιν καιρόν, καθ’ ον τα πάντα αποκατασταθήσονται ως ήσαν, ελθόντος εις τον κόσμον ήρωος τινός, ποιμένος, ηγεμόνος αγιωτάτου, γενικού διδασκάλου της υπερτάτης αλήθειας. Ο Κομφούκιος εις τα Ηθικά αυτού λέγει τα εξής: «Εγώ ο Κομφούκιος ήκουσα λεγόμενον ότι εν ταις δυσμικαίς χώραις αναφανήσεται άγιος άνθρωπος επιτελέσων απειρίαν έργων αξιαγάστων, ότι αποσταλήσεται εξ ουρανού και ότι εξουσιάσει πάσης της γης» (Ηθικά Κομφουκίου αριθ. 196). Η πρόρρησις αύτη φαίνεται έχουσα την έκβασιν εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις μετά την ανάστασιν του είπε προς τους μαθητάς Αυτού: «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. Κη. 18). Οι Άραβες προσεδόκων την έλευσιν ελευθερωτού και Σωτήρος λαών. (Βουλαιομβυλλιέρο βίος Μωάμεθ βιβλ. Β’ σελ 194). Οι Λάπωνες ανέμενον ένα Πέϋρουμ ή ένα Κυμβαδόξιν. Οι κάτοικοι του Σιάμ ένα Σόμμωνα Κόδαμ. Οι Αμερικανικοί λαοί εξεδέχοντο εξ Ανατολής τον Σωτήρα, οι δε Μεξικανοί περιέμενον ένα των αρχαίων αυτών βασιλέων, όστις έμελλε να επισκεφθή αύθις τον λαόν αυτού επιστρέφων εξ Ανατολών μετά την περιοδείαν όλου του κόσμου. Οι Πέρσαι επίσης περιέμενον μέγαν προφήτην, ον ωνόμαζον Λόγον Θεού και μεσίτην μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Την αυτήν δόξαν είχον και οι Ινδοί, οίτινες προσεδόκων την ενσάρκωσιν του Βιρχνού ή του Βράμα, ίνα θεραπεύση τα κακά, όσα επήγαγεν ο Κάλυς ή Κάλιγας, ο μέγας όφις. (Δυβοάς, τομ. Γ’ μέρος γ’, σελ 433).
Επίσης και αυτοί οι Έλληνες εξεδέχοντο διδάσκαλον τινα μέλλοντα διδάξη τον κόσμον την αλήθειαν (Πλά. Αλκιβ. Δευτ. 31 α).

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ; ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ; Ο ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ; ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ; ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΝΑ ΤΟΝ ΘΕΩΡΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ; ΔΕΝ ΕΙΣΑΓΕΙ ΚΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ;

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΟΝ; ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΚΙΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ, ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΝΟΝΤΑΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΖΩΔΙΑΚΟ, ΤΟ ΟΛΟΝ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΕΡΝΟΥΝ ΔΥΟ ΑΛΟΓΑ, ΕΝΑ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΗΝΙΟΧΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ. ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΟΓΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΑΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙ ΟΥΤΕ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ ΑΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΓΑΘΟΥ  ΗΝΙΟΧΟΥ. ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ Ο ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΤΕΝΙΣΕΙ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΑΓΑΘΟ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΕΤΗ  ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ.  ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥ ΖΕΙΝ ΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΘΕΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΡΟΣΩΠΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ  ΑΛΛΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΙ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΠΛΕΟΝ. ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑ.

«Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14:6).

Πόσο χαρμόσυνοι λόγοι! Τι αυθεντία περιέχουν! Πόσο εξαίσια και αξιάκουστα είναι τα λόγια αυτά! Τι ποθητά για τους ανθρώπους ευαγγέλια!

Οι λόγοι αυτοί είναι γεμάτοι ζωή, γεμάτοι ικανοποίηση των πόθων των ανθρωπίνων καρδιών. Ω, πόσο τερπνό άκουσμα! Τι χαρμόσυνο ευαγγέλιο! Είναι πράγματι ωραία τα χείλη που ευαγγελίζονται την ειρήνη, που ευαγγελίζονται τα αγαθά! Πόσο χαρμόσυνοι είναι οι λόγοι του ευαγγελιζομένου στην ανθρωπότητα τον ερχομό της προσδοκίας των εθνών! Πόσο εκφραστικοί λόγοι! Πόσο υψηλοί και θείοι! «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή!» Θησαυρό ολόκληρο περικλείουν, θησαυρό που πλουτίζει όλη την ανθρωπότητα. Σ’ αυτούς περιέχεται το σύνολο των πόθων όλης της ανθρωπότητας από την αρχή.

Ο Ιησούς Χριστός είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ. ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΥ, ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ!

Αμέθυστος

Και η σημασία του για μια χριστιανική φιλοσοφία.

Πριν απ’ την ανάγνωση των διαλογισμών του αγ. Αυγουστίνου σχετικά με την ουσία του Θεού, ο οποίος αναφέρεται συχνά (όχι όμως πάντοτε) στο κείμενο της Εξόδου, ας αναρωτηθούμε πώς συνέβη να ταυτίσουν όλοι αυτοί οι χριστιανοί συγγραφείς τον Θεό με το απόλυτο είναι. Ο M. Gilson απάντησε, όπως γνωρίζετε, λέγοντας ότι οι χριστιανοί ανακάλυψαν την ταύτιση αυτή στην Εξοδο, ενώ οι Ελληνες την αγνοούσαν πλήρως. Αναλύοντας την απάντησή του καταλήγουμε σε δυό απόψεις: 1ο Η ταύτιση του Θεού με το απόλυτο Είναι αποκαλύπτεται στην Εξοδο ΙΙΙ 14. 2ο Αυτή η αλήθεια δεν έγινε αντιληπτή απ’ τους Ελληνες. Κι οι δυό όμως αυτές απόψεις είναι εσφαλμένες. Ξεκινώντας απ’ τη δεύτερη άποψη, θα επιθυμούσα να τις αντικαταστήσω με τις ακόλουθες θέσεις.
1. Οι Ελληνες είναι αυτοί που ανακάλυψαν την ιδέα του απόλυτου Είναι (Παρμενίδης – Πλάτων), ενώ οι Εβραίοι την αγνοούσαν πλήρως.
2. Οι Έλληνες είναι αυτοί οι οποίοι αναγνώριζαν, σύμφωνα τουλάχιστον με ορισμένες φιλοσοφικές σχολές και ιδιαίτερα την πλατωνική, ότι το τέλειο και αιώνιο Είναι, το απόλυτα καθαρό και υπερβατικό, είναι ένα θείο Είναι.
 Αυτή είναι χωρίς αμφιβολία η σκέψη του Πλάτωνα. Τη συναντούμε ξεκάθαρα στον Πλούταρχο, στους Πλατωνικούς της Μικράς Ασίας στα μέσα του 2ου αιώνα και, τέλος, στον Πλωτίνο και τους Νεοπλατωνικούς.
3. Σε ό,τι αφορά στην ταύτiση του Θεού με το απόλυτο Είναι, αυτή δεν αναφέρεται προφανώς στον λαό του Μωυσή. Γι’ αυτόν η εβραϊκή ρήση που μετέφερε ο Μωυσής είχε μάλλον το νόημα «Εγώ ειμί ο Ων» και σήμαινε ότι «Αυτό δεν σας αφορά. Nα έχετε απλώς εμπιστοσύνη και θα γνωρίσετε ποιος είμαι».
4. Οι εβδομήκοντα ερμηνευτές της Εβραϊκής βίβλου, εκπρόσωποι της έντονα συγκριτικής ( συκρητιστικής ; ) αιγυπτιακής γνώσης του τρίτου αιώνα, είχαν πιθανότατα εμπνευσθεί, όταν μετέφραζαν το κείμενο της Εξόδου με τη φράση «Εγώ ειμί ο Ων», απ’ την ελληνική σκέψη.
5. Καταλήγοντας, πιστεύω ότι θα πρέπει να αντιστρέψουμε την άποψη του Μ. Gilson ως εξής: Άν οι Χριστιανοί ανακάλυψαν την ταύτιση του Θεού με το απόλυτο Είναι στην Εξοδο ΙΙΙ 14, είναι επειδή είχαν παραλάβει τη γνώση του απόλυτου Είναι απ’ τους Έλληνες.
Σας καλώ να παρακολουθήσετε τώρα τον Πλούταρχο στον διάλογο Περί του Ε των Δελφών. Πρόκειται για το νόημα του γράμματος Ε που συναντάμε στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς. Έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες. Ας δούμε όμως πώς το εξηγεί ο Αμμώνιος, ακαδημαϊκός φιλόσοφος και δάσκαλος, που μύησε τον Πλούταρχο στη φιλοσοφία του Πλάτωνα : «Το γράμμα αυτό», λέει, «είναι ένας απολύτως επαρκής τρόπος να καλέσει και να χαιρετήσει κανείς τον θεό, γιατί προσφέρει σ’ αυτόν που το προφέρει και τη στιγμή κατά την οποία το προφέρει την ευφυΐα της θείας ουσίας. Πράγματι, τη στιγμή κατά την οποία πλησιάζει εδώ οποιοσδήποτε από εμάς, ο θεός του απευθύνει, εν είδει χαιρετισμού, το γνωμικό «Γνώρισε τον εαυτό σου», που αντιστοιχεί στο «Χαίρε» . Κι εμείς απαντούμε στον θεό: «Είσαι», αποδίδοντάς του μιαν ακριβή και αληθινή ονομασία, τη μόνη που αναλογεί σ’ αυτόν και δηλώνει ότι υπάρχει.
« Εμείς δεν συμμετέχουμε καθόλου, στην πραγματικότητα, κατά ουσιαστικό τρόπο στην ύπαρξη. Κάθε φθαρτή φύση, που υπόκειται στη γέννηση και τον θάνατο, αποτελεί καθ’ εαυτήν μιαν εικόνα και μια φανέρωση στερούμενη ευκρίνειας και συμπάγειας. Άν προσπαθήσουμε να τη συλλάβουμε με το πνεύμα μας, συμβαίνει ό,τι και με το νερό, άν το πιέσουμε με δύναμη μέσα στη φούχτα μας : όσο περισσότερο το πιέζουμε, τόσο διαφεύγει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μας και χάνεται· αν αναζητήσει επίσης η λογική την απόλυτη καθαρότητα σε κάθε μια απ’ τις περαστικές και μεταβαλλόμενες υπάρξεις, κατευθυνόμενη άλλοτε προς τη γέννηση κι άλλοτε προς τον θάνατό τους, θα χάσει τον δρόμο της, χωρίς να κατορθώσει ποτέ να συλλάβει κάτι το σταθερό και το αληθινά υπαρκτό.
« Ποιό είναι λοιπόν το πραγματικά υπάρχον ον ; Αυτό που είναι αιώνιο, που δεν είχε αρχή και δεν θα έχει τέλος, που δεν μεταβάλλεται σε καμμιά χρονική στιγμή. Ο χρόνος είναι στην πραγματικότητα κάτι που κινείται, φαινομενικά συγκρίσιμος με την κινούμενη ύλη· τρέχει συνεχώς και δεν μπορεί να συγκράτηση τίποτε· είναι σαν τον υποδοχέα κάθε γέννησης και θανάτου ταυτόχρονα. Οι έννοιες που χρησιμοποιούμε για να τον προσδιορίσουμε, όπως «κατόπιν», «προηγουμένως», «αυτό θα γίνει» κι «αυτό συνέβη», αποτελούν ομολογία της ανυπαρξίας του. Γιατί θα είμαστε ανόητοι και παράλογοι αν ισχυριστούμε ότι υπάρχει αυτό που δεν έχει ακόμη συμμετάσχει στο είναι, ή που σταμάτησε να συμμετέχει.
«Το θείο υπάρχει (χρειάζεται να το πούμε ;) κι η ύπαρξή του δεν τοποθετείται σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του χρόνου, αλλά στην αιωνιότητα, που είναι αμετάβλητη, εκτός χρόνου και κάθε είδους μετάπτωσης, χωρίς προηγούμενη ή επόμενη στιγμή, παρελθόν ή μέλλον, νεότητα ή γήρας. Το θείο ον, που είναι μοναδικό, περιλαμβάνει όλη τη διάρκεια σ’ ένα μοναδικό παρόν. Κι ό,τι υπάρχει μ’ αυτόν τον τρόπο, αυτό μόνο υπάρχει πραγματικά, χωρίς να έχει υπάρξει, ούτε να πρόκειται να υπάρξει, χωρίς να υπόκειται σε μιαν αρχή και σ’ ένα τέλος.
« Γι’ αυτό όσοι το τιμούν, απευθύνονται σ’ αυτό και το χαιρετούν λέγοντας « Είσαι», ή ακόμη « μα τον Δία!», όπως συνήθιζαν να λένε κάποιοι στην αρχαιότητα, «Είσαι το ένα» 

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (Α5)

    Συνέχεια από: Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

ΜΕΡΟΣ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΡΩΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΤΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

§ 5. Περὶ τῆς προσεγγίσεως του πληρώματος του χρόνου, τῆς πληρώσεως τῆς προσδοκίας τῶν ἐθνῶν, καὶ περὶ τῶν σημείων τῶν μηνυόντων τὴν ἔλευσιν τοῦ μέλλοντος Λυτρωτού.

Ο Σουετώνιος, ἐν βίῳ Αὐγούστου, ἀναφέρει κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ι. Μαράθου γεγονός, ὅπερ παρετηρήθη μονομερώς «τουτέστιν ὅτι, κατά τι θαῦμα δημοσίως ἐν Ρώμη συμβάν, εἶχεν ἀναγγελθῇ, ὅτι ἡ φύσις ἐνεκυμόνει μέγα πρότωπον, ὅπερ ἤθελε καταστῇ ὁ βασιλεὺς τῶν Ρωμαίων, καὶ ὅτι ἔμφοβος γενομένη ἡ γερουσία ἐξέδοτο θέσπισμα ἀπαγορεύον κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος τὴν ἀνατροφὴν οιουδήποτε ἄρρενος παιδός». Τὸ θέσπισμα τοῦτο ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον, ἐφηρμόσθη δὲ τὸ τοῦ Ἡρώδου, ὅπερ ἐξέδοτο καθ᾽ ὅλων τῶν ἀρρένων παίδων συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἰδίου υἱοῦ, φόβῳ μὴ ἐκθρονισθῇ ὑπὸ τοῦ προσδοκωμένου κυριάρχου. Πλὴν τῶν Αγίων Γραφῶν τὸ γεγονὸς μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἐθνικὸς ἱστορικὸς Μακρόβιος λέγων. «Μαθὼν ὁ Αὔγουστος ὅτι μεταξὺ τῶν παίδων τῶν ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, ἅτινα ὁ Ἡρώδης βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων ἀπέκτεινεν ἐν Συρία είχε συμπεριλάβῃ καὶ τὸν ἴδιον υἱόν, ἐφώνησε «Καλλίτερον νὰ εἶναί τις χοῖρος τοῦ Ἡρώδου ἢ υἱὸς αὐτοῦ». (Μακροβ. Κρον. βιβλ. β'. κερ. δ'.)

Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰουδαῖος ἱστορικὸς Ἰώσηπος περὶ τῆς τότε προσδοκίας τοῦ Μεσσίου λέγει· «τὸ δὲ ἐπῆραν αὐτοὺς μάλιστα εἰς τὸν πόλεμον ἦν χρησμὸς ἀμφίβολος, ὁμοίως ἐν τοῖς ἱεροῖς εὑρημένος γράμμασιν, ὡς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἀπὸ τῆς χώρας τις αὐτῶν ἄρξει τῆς οἰκουμένης» (Ἰουδ. βιβλ. σ'. κεφ. λα'.). Πάντα λοιπὸν τὰ ἔθνη ᾐσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος, καὶ πάντα ἐξεδέχοντο αὐτόν· μυστική τις φωνὴ λαλοῦσα ἐν ταῖς καρδίαις τῶν λαῶν ὑπεμίμνησκεν αὐτοὺς τὴν θείαν ἐπαγγελίαν καὶ ἐζωπύρου τὴν προσδοκίαν τοῦ ἐπηγγελμένου Σωτῆρος. Ἡ τοῦ Σωτῆρος ἄφιξις ἐπὶ τοσοῦτον καθίστατο ἐπιθυμητή, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐξεδηλοῦτο, ἐφ᾽ ὅσον πᾶσα θλίψις ἐπολλαπλασιάζετο, πᾶσα κακία ηύξανε καὶ κατεπίεζε τὴν ἀνθρωπότητα, ἡ δὲ ἠθικὴ διαφθορὰ κατέκλυζε πάσας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, οὐδαμοῦ δὲ ὑπέφωσκε σωτηρίας ἐλπίς. Ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀπιστία ἔτεινον νὰ κυριαρχήσωσιν· ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἐντελὴς διαφθορὰ εὑρίσκεται γεγραμμένη ἐν ταῖς σελίσι τῆς ἱστορίας.

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (Α4)

   Συνέχεια από: Τρίτη 16 Μαΐου 2023

ΜΕΡΟΣ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΡΩΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΤΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

§ 4. Ὅτι ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε τήν ἔλευσιν τοῦ Λυτρωτου

Τὴν μέλλουσαν ἔλευσιν τοῦ Λυτρωτοῦ τῆς ἀνθρωπότητος προκατήγγειλαν θεόπνευστοι ἄνδρες καὶ γυναῖκες τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου. Αἱ σωζόμεναι μαρτυρίαι πιστοῦσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων. Ὁ Θεὸς ὡς πατὴρ ἀπάσης τῆς ἀνθρωπότητος, ἐποδηγέτει καὶ τὰ ἔθνη εἰς τὴν πίστιν του Μέλλοντος Λυτρωτοῦ ἀποκαλύπτων αὐτοῖς τὴν προσεγγίζουσαν ἄφιξιν Αὐτοῦ. Τὴν αὐτὴν γνώμην ἐκφράζει καὶ ὁ Θεόφιλος Αντιοχείας ἐν τῇ πρὸς Αὐτόλυκον ἐπιστολή του Β.'9 λέγων : «οἱ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι πνευματοφόροι Πνεύματος Αγίου καὶ προφῆται γενόμενοι, ὑπ᾽ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ ἐμπνευσθέντες καὶ σοφισθέντες ἐγένοντο θεοδίδακτοι καὶ ὅσιοι καὶ δίκαιοι. Διὸ καὶ κατηξιώθησαν τὴν ἀντιμισθίαν ταύτην λαβεῖν, ὄργανα Θεοῦ γενόμενοι καὶ χωρήσαντες σοφίαν τὴν παρ᾽ αὐτοῦ, δι' ἧς σοφίας εἶπον καὶ τὰ περὶ τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου καὶ τῶν λοιπῶν ἁπάντων. Καὶ γὰρ περὶ λοιμῶν καὶ λιμῶν καὶ πολέμων προείπον· καὶ οὐχ εἷς ἢ δύο ἀλλὰ πλείονες κατὰ χρόνους καὶ καιροὺς ἐγεννήθησαν παρὰ Ἑβραίοις καὶ πάντες φίλα ἀλλήλοις καὶ σύμφωνα εἰρήκασι τά τε πρὸ αὐτῶν γεγενημένα, καὶ τὰ κατ᾿ αὐτοὺς γεγονότα, καὶ τὰ καθ᾽ ἡμᾶς νυνὶ τελειούμενα». Καὶ ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς ταὐτὰ ἐφρόνει οὐ μόνον περὶ τῶν προφητῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων, ὡς τοῦ Σωκράτους Πλάτωνος καὶ ἄλλων (Κλήμεντ. Στρωματ. α.' 5). Ὁ δὲ Ωριγένης παραδέχεται βαθμούς θεοπνευστίας καὶ εἰς τὰ ἔθνη. Ἀλλὰ διατὶ τάχα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν θεοπνευστίαν τοῖς ἔθνεσι ; μὴ προσωπολήπτης ἐστὶν ὁ Θεός ; μὴ μόνου τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους πατήρ ; ἢ μὴ ὁ μέλλων Λυτρωτὴς τῆς ἀνθρωπότητος οὐχὶ ἁπάσης ἔμελλεν εἶναι λυτρωτής ; ἢ Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ ἐθνῶν ; διατὶ λοιπὸν νὰ καταλίπῃ τὰ ἔθνη εἰς τὴν ἀπιστίαν καὶ ἀπελπισίαν ; διατὶ νὰ μὴ προπαρασκευάσῃ καὶ αὐτὰ πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ Μέλλοντος Σωτῆρος καὶ Λυτρωτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα οἶδεν ἐν τῇ παγγνωσία Αὐτοῦ ὅτι τὰ ἔθνη ἤθελον δοξάσει. Αὐτόν, λατρεύσει καὶ πιστεύσει Αὐτῷ. Τὰ ἔθνη λοιπὸν ἔλαβον τὴν χάριν τῆς θεοπνευστίας καὶ ἄνδρες ἐθνικοὶ ἐμπνευσθέντες προανήγγειλαν τὴν ἔλευσιν λυτρωτοῦ καὶ Σωτῆρος τοῦ κόσμου.

Ο Τάκιτος, Ρωμαῖος ἱστορικός, μαρτυρεῖ, ὅτι οἱ λαοὶ ἅπαντες εἰχον τὰ ὄμματα ἐστραμμένα πρὸς τὴν Ἰουδαίαν, ὡς ἐπὶ πόλον τῆς κοινῆς αὐτῶν ἐλπίδος, ἐξ οὗ ἔμελλε νὰ ἐξέλθῃ ὁ προσδοκώμενος βασιλεύς. «Απαντες ἐν γένει ἦσαν πεπεισμένοι ἐπὶ τῇ πίστει ἀρχαίων προφητειῶν, ὅτι ἡ Ἀνατολὴ ἔμελλε νὰ ὑπερισχύσῃ καὶ ὅτι μετ᾿ οὐ πολὺ ἔμελλον, ἵνα ἴδωσιν ἐξερχομένους ἐκ τῆς Ἰουδαίας τοὺς μέλλοντας ἵνα ποιμάνωσι τὴν οἰκουμένην» (Ἱστορ. Βιβλ. έ. κεφ. 13).

Κατὰ τὸν Σουίδαν καὶ Νικηφόρον Κάλλιστον Ἐκκλ. Ιστορ. Α. Ι. Ζ. Ελθών ποτε ὁ Αὔγουστος εἰς Δελφοὺς καὶ ἐρωτήσας τὸ μαντεῖον τίς μετ᾿ αὐτὸν ἔμελλε νὰ βασιλεύσῃ, ἔλαβε πρὸς ἀπόκρισιν τὸν ἑξῆς χρησμόν.

«Παῖς Ἑβραῖος κέλεται με θεοῖς μακάρεσσιν ἀνάσσων. 

Τὸν δὲ δόμον προλιπεῖν καὶ είδην αὖθις ἱκέσθαι.

Λοιπὸν ἄπιθι σιγῶν ἐκ βωμῶν ἡμετέρων». 

Ἐπὶ τοῦ Αὐγούστου τούτου ἐγεννήθη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἡ δὲ Ἐκκλησία ἡμῶν συνῳδὰ τῷ Εὐαγγελίῳ Λουκά Β΄. 1 ψάλλει «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς ἡ πολυαρχία τῶν ἀνθρώπων ἐπαύσατο, καὶ Σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς ᾿Αγνῆς, ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται». Τοιοῦτοι χρησμοὶ πλεῖστοι ὅσοι ἀνεφέροντο μαρτυροῦντες τὴν προσδοκίαν τῶν ἐθνῶν.

Καὶ ὁ Σουετώνιος, Ρωμαῖος ἱστορικός, μαρτυρεῖ τὸ αὐτὸ γεγονὸς διὰ τῶν αὐτῶν λέξεων. «Απασαν λέγει, τὴν ἀνατολὴν ἐπλήρου ἡ φήμη τῆς ἀρχαίας καὶ σταθερᾶς γνώμης, ὅτι εἶχε θεόθεν προορισθῇ, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἤθελον ἐξέλθει τῆς Ἰουδαίας οἱ μέλλοντες ἵνα ποιμάνωσι τὴν οἰκουμένην». (Ἐν βίῳ Οὐεσπεσιανοῦ).

Ὁ Οὐïργίλιος, Ρωμαῖος ποιητής, ἑρμηνεύων χρησμὸν ἀρχαίων Σιβυλλῶν, ἀναγγέλλοντα τὴν ἔλευσιν Βασιλέως, ὃν ὤφειλον νὰ ἀναγνωρίσωσιν οἱ θέλοντες, ἵνα σωθῶσι, καὶ ἀτυχῶς τοῦτον ἐφαρμόζων εἰς τινα νέον τῆς ἐποχῆς αὐτοῦ Ἡγεμόνα, οὗτινος οὐδὲ τὸ ὄνομα ὑπελείφθη, λέγει τὰ ἑξῆς· «Οἱ ὑπὸ τῆς Σιβύλλης ἀσθέντες χρόνοι τέλος πάντων ἔφθασαν· ἡ ἄπειρος τῶν αἰώνων σειρὰ μέλλει νὰ ἀρχίσῃ· ἰδοὺ νέα γενεά πέμπεται οὐρανόθεν» (εἰδ. ΙV).

«Ἔστω ἡ γέννησις τοῦ παιδίου τούτου, δι᾿ οὗ μέλλει νὰ παύσῃ ὁ σιδηροῦς αἰὼν καὶ νὰ ἀνεγερθῇ ὁ χρυσοῦς αἰὼν ἀπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης, τὸ ἀντικείμενον τῆς εὐνοϊκῆς ἐπιστασίας του, ἁγνὴ ἐλευθερία. Ἐπὶ τῆς ὑπατείας σου, ὦ Πολλίον, μέλλει νὰ φανῇ τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς νέας ἐποχῆς καὶ τότε, ἐὰν σώζωνται ἔτι ἴχνη τῆς ἀνομίας τῶν ἀνθρώπων, ὅλη ἡ γῆ τουλάχιστον θέλει ἀναπνεύσει λυτρωθεῖσα τοῦ τρόμου, τοῦ ἀπὸ τοσούτου χρόνου κατέχοντος αὐτὴν εἰς τὰ δεσμά». Ἐν τῷ αὐτῷ εἰδυλλίῳ αὐτοῦ λέγει· ἐκεῖνος, δι᾽ οὗ μέλλουσι νὰ γείνωσι τὰ θαύματα ταῦτα, θέλει λάβει τὴν ζωὴν ἐκ τῶν κόλπων τῆς θεότητος, θέλει διακριθῆ πάντων τῶν ἐπουρανίων Ὄντων, ὑπεράνω τῶν ὁ ποίων θέλει φανῆ καὶ ποιμάνῃ τὸν κόσμον, εἰρηνευσάντων τῇ δυνάμει τοῦ πατρὸς αὐτοῦ». «Ἐλθὲ λοιπόν ποθητὲ τοῦ Οὐρανοῦ ἀπόγονε, μεγάλε βλαστὲ τοῦ Διός ! ὁ προαγγελθεὶς χρόνος ἐγγίζει· ἐλθὲ νὰ λάβης τὰς ὀφειλομένας σοι μεγάλας τιμάς. Ἰδέ· εἰς τὴν ἔλευσίν σου ὁ σύμπας κόσμος κυμαίνεται, ἡ γῆ, ἡ θάλασσα καὶ ὁ οὐρανός ταράσσονται, τὰ πάντα σκιρτῶσιν εἰς τὴν προσέγγισιν τῆς μελλούσης νέας ἐποχῆς».

Ὁ θεῖος Πλάτων ὁμίλησεν ἐμπνευσμένος. Ακούσωμεν αὐτοῦ προκηρύττοντος ὡς μεγαλοφωνότατος Ἡσαΐας τὸν σταυρικὸν θάνατον τοῦ δικαίου, τοῦ πάσχοντος διὰ δικαιοσύνην. «Γυμνωτέoς δὴ πάντων πλὴν δικαιοσύνης, καὶ ποιητέος ἐναντίας διακείμενος τῷ προτέρω· μηδὲν γὰρ ἀδικῶν δόξαν ἐγέτω τὴν μεγίστην ἀδικίας, ἵνα ἡ βεβασανισμένος εἰς δικαιοσύνην τῷ μὴ τέγγεσθαι ὑπὸ κακοδοξίας καὶ τῶν ἀπ᾿ αὐτῆς γιγνομένων· ἀλλ᾽ ἴτω ἀμετάστατος μέχρι θανάτου. δοκῶν μὲν εἶναι ἄδικος διὰ βίου, ἂν δὲ δίκαιος, ἵν᾽ ἀμφότεροι εἰς τὸ ἔσχατον ἐληλυθότες ὁ μὲν δικαιοσύνης ὁ δὲ ἀδικίας, κρίνωνται ὁπότερος αὐτῶν εὐδαιμονέστερος... ἐροῦσι δὲ τάδε, ὅτι οὕτω διακείμενος ὁ δίκαιος μαστιγώσεται, στρεβλώσεται, δεθήσεται, ἐκκαυθήσεται τὠφθαλμώ, τελευτῶν πάντα κακὰ παθὼν ἀνασχινδυλευθήσεται (σταυρωθήσεται) καὶ γνώσεται, ὅτι οὐκ εἶναι δίκαιον ἀλλὰ δοκεῖν δεῖ ἐθέλειν. (Πλάτ. Πολιτ. θ.' σελ. 40 παραγ. IV και V 361-362).

Τίς παραβάλλων ταῦτα πρὸς τὰ τοῦ Ἡσαΐου τοῦ προφητεύοντος περὶ τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου τοῦ μόνου ἐν τῇ ἐμφανισθέντος δικαίου δὲν εὑρίσκει μεγάλην ὁμοιότητα; Ἰδοὺ τὶ προλέγει ὁ μεγαλοφωνότατος Ησαΐας περὶ τοῦ δικαίου τούτου· «δέδωκα τὸν νῶτόν μου εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων... οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνεται καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος. Οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐν τῇ ταπεινώσει ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη τὴν δὲ γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται ; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνατον... ὅτι ἀνομίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ....ἀνθ' ὧν παρεδόθη εἰς θάνατον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη». (Ησαίου κεφ. ν.' 6 νγ. 3-12 πρβλ. Ματθ. κζ.' Μάρκ. ιδ.' Λουκ. κβ.' κγ.' Ἰωάνν. ιθ.').

Ἐν τῇ Δογματική θεολογία του Μητροπολίτου Μόσχας Μακαρίου τῇ ἐξελληνισθείσῃ ὑπὸ Νεοφύτου Παγίδα ἀναγινώσκομεν τὰ ἑξῆς περὶ τῆς προσδοκίας τῶν ἐθνῶν :

Αἱ ἀλήθειαι τῆς πίστεως καὶ ἰδίᾳ αἱ ἐπαγγελίαι περὶ τοῦ Λυτρωτοῦ, αἱ δοθεῖσαι ἐν τῇ ἀρχῇ ἅπαντι τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει, μεταβαίνουσαι ἀπὸ πατέρων εἰς τέκνα, ἀπὸ προγόνων εἰς ἀπογόνους διὰ τῆς ἀπὸ στόματος διδασκαλίας, ὤφειλον ἐξαπλωθῆναι ἐν ἅπασι τοῖς λαοῖς, καὶ ἐν ἐκείνοις ἔτι, οἵτινες ἐν τῷ μετὰ ταῦτα προέβησαν πορρωτέρω εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς ἀσεβείας καὶ τῆς εἰδωλολατρείας. Εἰ δὲ καὶ αἱ ἀλήθειαι αὗται ἀναμιχθεῖσαι ταῖς νέοις πίστεσι τῶν ἐθνικῶν λαῶν ὤφειλον βαθμηδόν ἀποβαλεῖν τε τὴν πρώτην αὐτῶν καθαρότητα καὶ ἀκεραιότητα, καὶ ἀλλοιωθῆναι, ὅμως καὶ ἐν τῷ ἀλλοιωμένῳ τούτῳ εἴδει αἱ ἀλήθειαι ἐκεῖναι ὑπεστήριζαν καὶ διετήρουν παρὰ τοῖς ἐθνικοῖς τὰς παραδόσεις περὶ τῆς γενέσεως καὶ τῆς πρώτης καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, περὶ τῆς πτώσεως τῶν προπατέρων ἐν τῷ παραδείσῳ, καί, τὸ σπουδαιότατον πάντων τὴν παράδοσιν τοῦ περὶ Λυτρωτού τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ τὴν προσδοκίαν τῆς ἐλεύσεως Αὐτοῦ.

Τρίτη 16 Μαΐου 2023

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (Α3)

  Συνέχεια από: Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

ΜΕΡΟΣ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΡΩΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΤΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

§ 3. Περὶ τῆς προσδοκίας τῶν ἐθνῶν.

Τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ Λυτρωτοῦ ἐτήρησαν ζωηρὰν ἐν τῇ μνήμῃ αὐτῶν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἔκρυψαν ὡς θησαυρὸν καὶ ὡς πολύτιμον κειμήλιον εἰς τὰ βάθη τῆς ἑαυτῶν καρδίας· οὐδεὶς λαός, ὅσῳ καὶ ἂν διεφθάρη, ὅσῳ καὶ ἂν ἐπελάθετο τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, δὲν ἐπελάθετο τῆς ἐπαγγελίας τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ διεφύλαττεν αὐτὴν ὡς ἠθικὴν παρακαταθήκην, ὡς ἄγκυραν ἐλπίδος δι᾽ ὅλων τῶν αἰώνων, καὶ ὡς διαμαρτύρησιν κατὰ τῆς τυραννίας τοῦ διαβόλου, κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ κακοῦ. Ἰουδαῖοι, Ἕλληνες, Ρωμαῖοι, Αἰγύπτιοι, Σῖναι, Πέρσαι, Ἰνδοὶ καὶ ᾿Αραβες, αὐτοὶ οἱ κάτοικοι του Νέου κόσμου, ἀνέμενον τὴν ἔλευσιν Λυτρωτοῦ Θεοῦ ἐν ἀνθρωπίνῃ μορφῇ ἐρχομένου, μέλλοντος νὰ διδάξῃ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν κακίαν, νὰ φέρῃ τὴν εἰρήνην, νὰ ἀδελφοποιήσῃ τὰ ἔθνη, καὶ νὰ φέρῃ ἐν γῇ τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Οἱ Ἰουδαῖοι εἰσέτι ἀναμένουσι τὸν Υἱὸν τοῦ Εὐλογητοῦ, ὃς ἔμελλε νὰ ἐμφανισθῇ μεταξύ αὐτῶν ἐν μορφῇ ἀνθρώπου. Ἐν τῇ Ἱερᾷ Γραφῇ ἀναφέρεται ὅτι ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα τὸν Ἰησοῦν· «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Εὐλογητοῦ; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν, Ἐγώ εἰμι· καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως, καὶ ἐρχόμενον μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ Οὐρανοῦ» (Μάρκ. ιδ.' 61. 62). Ἐν τῇ ἀπαντήσει ταύτῃ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀρχιερέως : εἰ αὐτὸς ἐστὶν ὁ υἱὸς τοῦ Εὐλογητοῦ, ὁ Ἰησοῦς ἀπαντῇ καταφατικῶς, καὶ ταυτίζει τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Εὐλογητοῦ, πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Σαμαρεῖται ἀνέμενον τὸν μέλλοντα νὰ διδάξῃ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀναγγείλῃ αὐτοῖς πάντα. ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογεῖ ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ ἀναμενόμενος, ὁ λαλῶν μετὰ τῆς Σαμαρείτιδος. Οἱ Σῖναι ἐπίστευον ὅτι πεμφθήσεται ἐξ οὐρανοῦ ἅγιος γινώσκων τὰ πάντα καὶ πᾶσαν ἔχων ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἐξουσίαν· ἔλεγον δὲ ὅτι πρὸς δυσμὰς αὐτῶν ἔμελλε ν' ἀναφανῇ ἅγιος ἐμπνέων αυθόρμητον πίστιν· τὰ δὲ ἱερὰ αὐτῶν βιβλία ἀναφέρουσι καιρόν, καθ᾽ ὸν τὰ πάντα ἀποκατασταθήσονται ὡς ἦσαν, ἐλθόντος εἰς τὸν κόσμον ἥρωός τινος, ποιμένος, ἡγεμόνος ἁγιωτάτου, γενικοῦ διδασκάλου τῆς ὑπερτάτης ἀληθείας. Ο Κομφούκιος εἰς τὰ Ἠθικὰ αὑτοῦ λέγει τὰ ἑξῆς : «Ἐγὼ ὁ Κομφούκιος ἤκουσα λεγόμενον ὅτι ἐν ταῖς δυσμικαῖς χώραις ἀναφανήσεται ἅγιος ἄνθρωπος ἐπιτελέσων ἀπειρίαν ἔργων ἀξιαγάστων, ὅτι ἀποσταλήσεται ἐξ οὐρανοῦ καὶ ὅτι ἐξουσιάσει πάσης τῆς γῆς» (Ἠθικὰ Κομφουκίου ἀριθ. 196). Η πρόρρησις αὕτη φαίνεται ἔχουσα τὴν ἔκβασιν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις μετὰ τὴν ἀνάστασίν του εἶπε πρὸς τοὺς μαθητὰς Αὐτοῦ· «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη. 18). Οἱ Άραβες προσεδόκων τὴν ἔλευσιν ἐλευθερωτοῦ καὶ Σωτῆρος λαῶν. (Βουλαιομβυλλιέρο βίος Μωάμεθ βιβλ. β'. σελ. 194). Οἱ Λάπωνες ἀνέμενον ἕνα Πέϋρουμ ἢ ἕνα Κυμβαδόξιν. Οἱ κάτοικοι τοῦ Σιὰμ ἕνα Σόμμωνα Κόδαμ. Οἱ Ἀμερικανικοί λαοὶ ἐξεδέχοντο ἐξ Ἀνατολῆς τὸν Σωτήρα, οἱ δὲ Μεξικανοί περιέμενον ἕνα τῶν ἀρχαίων αὐτῶν βασιλέων, ὅστις ἔμελλε νὰ ἐπισκεφθῇ αὖθις τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐπιστρέφων ἐξ ᾿Ανατολῶν μετὰ τὴν περιοδείαν ὅλου τοῦ κόσμου. Οἱ Πέρσαι ἐπίσης περιέμενον μέγαν προφήτην, ὃν ὠνόμαζον Λόγον Θεοῦ, καὶ μεσίτην μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Τὴν αὐτὴν δόξαν εἶχον καὶ οἱ Ἰνδοί, οἵτινες προσεδόκων τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Βιρχνοῦ ἢ τοῦ Βράμα, ἵνα θεραπεύσῃ τὰ κακὰ, ὅσα ἐπήγαγεν ὁ Κάλυς ἢ Κάλιγας, ὁ μέγας ὄφις. (Δυβοᾶς τόμ. γ.' μέρος γ.' σελ. 433).

Ἐπίσης καὶ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες ἐξεδέχοντο διδάσκαλόν τινα μέλλοντα νὰ διδάξῃ τὸν κόσμον τὴν ἀλήθειαν (Πλάτ. Αλκιβ. Δεύτ. 31 α).

Μυθολογικὴ ὑπάρχει παράδοσις ὅτι μέλλει νὰ ἔλθῃ ἐξ οὐρανοῦ ὁ ἰσχυρός, εἰς ὃν δίδουσι πάντες τὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος καὶ ὅτι οὗτος, οὐ μὴ ἄλλως καταλύσει τὸ τῶν κακῶν κράτος ἢ αὐτὸς οὗτος ὑπομένων πολλὰ παθήματα. Ο Πλούταρχος ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ περὶ Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος διεξιὼν τὰ τῆς Περσικῆς θεολογίας καὶ πόθεν τὰ κακὰ ἀναμέμικται τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ὅτι ὁ κόσμος ὡς ἀκυβέρνητος φαίνεται, καὶ ὅτι πλεῖστοι καὶ σοφώτατοι, ἐν οἷς ὁ Ζωροάστρης ὁ 5000 ἔτη πρὸ τῶν Τρωϊκῶν ζήσας, νομίζουσι δύο θεοὺς ἀντιπάλους τὸν Ὡρομάζην καὶ ᾿Αρειμάνιον, τὸν μὲν τοῦ ἀγαθοῦ, τὸν δὲ τοῦ κακοῦ, καὶ μέσον αὐτῶν τὸν Μίθρην, ἀναφέρει πρόρρησίν τινα ἔχουσαν ὧδε : «Επεισι δὲ χρόνος εἱμαρμένος, ἐν ᾧ τὸν Αρειμάνιον, λoιμὸν ἐπάγοντα καὶ λιμόν, ὑπὸ τούτων ἀνάγκη φθαρῆναι παντάπασι καὶ ἀφανισθῆναι· τῆς δὲ γῆς ἐπιπέδου καὶ ὁμαλῆς γενομένης, ἕνα βίον καὶ μίαν πολιτείαν ἀνθρώπων μακάρων καὶ ὁμογλώσσων ἁπάντων γενέσθαι. Θεόπομπος δέ φησι κατὰ τοὺς μάγους ἀνὰ μέρος τρισχίλια ἔτητὸν μὲν κρατεῖν, τὸν δὲ κρατεῖσθαι τῶν θεῶν, ἄλλα δὲ τρισχίλια μάχεσθαι καὶ πολεμεῖν καὶ ἀναλύειν τὰ τοῦ ἑτέρου τὸν ἕτερον· τέλος δ᾽ ἀπολείπεσθαι τὸν ᾅδην καὶ τοὺς μὲν ἀνθρώπους εὐδαίμονας ἔσεσθαι, μήτε τροφῆς δεομένους, μήτε σκιὰν ποιοῦντας· τὸν δὲ ταῦτα μηχανησάμενον θεὸν ἠρεμεῖν καὶ ἀναπαύεσθαι χρόνον, καλῶς μὲν οὐ πολὺν τῷ Θεῷ, ὥσπερ ἀνθρώπῳ κοιμωμένῳ μέτριον». Ἐν τῷ Αἰγυπτιακῷ μύθῳ περὶ Ὥρου φαίνεται σαφὴς ἡ προσδοκία τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἔλευσιν τοῦ Σωτῆρος. Όσιρις καὶ Ἶσις παριστῶσι τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ πάθους. Κακοποιός τις δαίμων μορφοποιούμενος εἰς δράκοντα τυφῶνα πληροῖ κακῶν ξηράν τε καὶ θάλασσαν· ἐκ τῆς Ἴσιδος καὶ τοῦ Διὸς γεννᾶται υἱὸς ἐλευθερωτὴς ὁ καλούμενος Ωρος, ὃς καταβάλλει τὸν δράκοντα καὶ ἐπαναφέρει τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν εἰρήνην.

Ὁ Βουλαγγέρος (ἔρευναι περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ᾿Ανατολικοῦ δεσποτισμοῦ τμῆμα Α΄. σελ. 116-117) ὁμολογεῖ, ὅτι οὐδαμοῦ ὑπῆρξε λαὸς μὴ ἔχων τοιαύτην τινα προσδοκίαν· ὁ δὲ ἐπιφανὴς γεωλόγος Κιουβιὲ συμπεραίνει, «ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ ἁπλῆ τύχη νὰ ἐπιφέρῃ καθολικὸν ἐξαγόμενον, καὶ ὅτι οἱ ἰδέαι λαῶν ἐχόντων τοσοῦτον ὀλίγας σχέσεις πρὸς ἀλλήλους, ὧν ἡ γλῶσσα, ἡ θρησκεία καὶ τὰ ἔθνη οὐδὲν ἔχουσι κοινόν, ἤθελον συμφωνήσει περί τινος ἀντικειμένου, εἰ μὴ εἶχον ὡς βάσιν τὴν ἀλήθειαν». Πόσον σαφὴς εἶναι ἡ παράδοσις αὕτη τῶν ἐθνῶν· πόσον σαφῶς ὑποδεικνύει ἐν ὅλῃ τῇ ἀρχικῇ αὐτῆς καθαρότητι πᾶσαν τὴν σειρὰν τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπ' αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ κόσμου συνεχῆ καὶ ἀδιάστατον ! Ἐν τῇ παραδόσει ταύτη ἀνευρίσκομεν τὴν διὰ τοῦ διαβόλου πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν διὰ τοῦ Χριστοῦ ἀπολύτρωσίν του, τὴν τῆς ἀσεβείας πάλην κατὰ τῆς διδασκαλίας τοῦ Σωτῆρος, τὴν ἐπικράτησιν τῆς εὐσεβείας διὰ τῆς διαδόσεως τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν ᾗ παρίσταται ὄντως τὸ φαινόμενον τῆς ὁμαλῆς γῆς καὶ ἐπιπέδου, γενομένης τοιαύτης ὑπὸ τῆς ποιμαντορικῆς ράβδου ἑνὸς μόνου ποιμένος ἡγεμόνος ἁγιωτάτου, καὶ γενικοῦ διδασκάλου τῆς ὑπερτάτης ἀληθείας.

Τίς δὲν διαβλέπει ἐν τοῖς εἰρημένοις τὴν ἀναλογίαν πρὸς τὰς προφητικὰς ρήσεις τοῦ προφήτου Ἠσαΐου, ὅστις προεκήρυττε πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ ὑποδεχθῶσι τὸν Σωτῆρα «ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους Αὐτοῦ· πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὅρος καὶ βουνός ταπεινωθήσεται· καὶ ἔσται τὰ σκυλιὰ εἰς ὁδοὺς λείας, καὶ ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου, καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, ὅτι Κύριος ἐκάλεσε.» (Ησαίου κεφ. μ'. 3-5). Ο Σωκράτης ὑψηγόρει ὡς ἄλλος Ἡσαΐας προφητεύων ὅτι διὰ Θεοῦ μόνον τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δυνατὸν γενέσθαι. Ἰδοὺ οἱ λόγοι αὐτοῦ. «Τοιοῦτος οὖν ἄλλος οὗ ρᾳδίως ὑμῖν γενήσεται, ὦ ἄνδρες, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐμοὶ πείθησθε, φείτεσθέ μου· ὑμεῖς δ᾽ ἴσως τάχ' ἂν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ανύτῳ, ραδίως ἂν ἀποκτείναιτε, εἶτα, τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῦτ᾽ ἂν, εἰ μή τινα ἄλλον ὁ Θεὸς ὑμῖν ἐπιπέμψεις κηδόμενος ὑμῶν.» (Πλάτων Απολ. Σωκρ. § ιή.)

Τὸ ἐν Δελφοῖς μαντεῖον, ὡς ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος, ἦν θεματοφύλαξ ἀρχαιοτάτης τινός μυστικῆς προφητείας περὶ τῆς μελλούσης γεννήσεως υἱοῦ τινος τοῦ Ἀπόλλωνος, ὅστις ἔμελλεν ἵνα ἐπαναγάγῃ τὴν βασιλείαν τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς γῆς· οὗτος δὲ ἐστιν ὁ διδάσκαλος, περὶ οὗ ἐλάλει ὁ Σωκράτης πρὸς τὸν ᾿Αλκιβιάδην συμβουλεύων αὐτῷ νὰ ἀναβάλῃ τὴν θυσίαν μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ υἱοῦ · τούτου τοῦ Θεοῦ, παρ᾽ οὗ θέλομεν μάθει «ὡς δεῖ πρὸς θεοὺς καὶ ἀνθρώπους διακεῖσθαι.» «Ὦ Αλκιβιάδη, μηδὲν αὐτοῦ τοὺς θεούς. Αναμείνωμεν ἕως ἂν ἐξ οὐρανοῦ τις ἀπεσταλμένος ἔλθῃ καὶ διδάξῃ ἡμᾶς πῶς δεῖ διακεῖσθαι πρὸς θεοὺς καὶ ἀνθρώπους καὶ ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ (παρὰ τῆς θείας χάριτος) ἡμέρα τῆς ἀποστολῆς ἐκείνης ἥξει οὐ διὰ μακροῦ» (Πλάτ. Αλκιβ. Δεύτερ. ιγ'-ιδ'.)

Η πρόρρησις αὕτη τοῦ Σωκράτους φαίνεται ἐκφράζουσα τὸ πνεῦμα τῶν λόγων τῆς Σαμαρείτιδος τῆς εἰπούσης πρὸς τὸν Ἰησοῦν : «Οίδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται (ὁ λεγόμενος Χριστός)· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα» (Ἰωάν. δ'. 25).

‘Ο σοφός Μαυρίκιος ἀπέδειξεν ὡσαύτως μέχρις ἄκρας ἐναργείας, ὅτι ἀμνημόνευτοι παραδόσεις ἐκ τῶν Πατριαρχικῶν χρόνων προερχόμεναι καθ᾽ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν διαδοθεῖσαι περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἐπαγγελίας μέλλοντος Μεσίτου, ἐδίδαξαν ὅλον τὸν ἐθνικὸν τότε κόσμον νὰ περιμείνῃ τὴν ἔλευσιν ἐνδόξου καὶ ἱεροῦ προσώπου, περὶ τὸν χρόνον τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. (Μαυρίκ. ἱστορ. τῆς Ἰνδίας τομ. β'). «Ἴδετε, λέγει ἔνθους ὁ Πασχάλ, ἴδετε, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ κόσμου ἡ προσδοκία καὶ ἡ λατρεία τοῦ Μεσσίου ὑφίστανται ἀδιαλείπτως· ὅτι ὁ Μεσσίας προανηγγέλθη εἰς τὸν πρῶτον ἄνθρωπον ἀμέσως μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ· ὅτι ὑπῆρξαν ἔκτοτε ἄνδρες κατ᾽ ἀποκάλυψιν θεοῦ προειπόντες τὴν γέννησιν τοῦ λύτρωτοῦ καὶ Σωτῆρος τοῦ λαοῦ αὐτοῦ· ὅτι ὁ Ἀβραὰμ θεόθεν ἐμπνευσθείς προανήγγειλε τὴν ἐκ τοῦ σπέρματος αὑτοῦ γέννησιν τοῦ Μεσσίου· ὅτι ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ προφῆται προείπον μετὰ ταῦτα τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐλεύσεως αὐτοῦ..... ὅτι ἐν τέλει ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς προηγγέλθη τοῦτο εἶναι θαυμαστόν...

Ἐν τῷ μύθῳ τῆς Πανδώρας καὶ τοῦ Προμηθέως λανθάνει ἡ παράδοσις περὶ τῶν παθῶν τοῦ Μέλλοντος Λυτρωτοῦ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐν τῷ βάθει τοῦ κιβωτίου τῆς Πανδώρας, ὑπελείφθη ἡ ἐλπίς, ἡ ἄγκυρα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Διὰ τῆς γυναικός, ἔλεγεν ὁ μῦθος εἰσῆλθον τὰ κακὰ ἢ ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον, ταύτης παρασυρθείσης εἰς τὴν ἀπείθειαν ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τῆς γνώσεως. Τό μυστηριώδες τῆς Πανδώρας κιβώτιον, πλῆρες ὂν κακῶν, εὑρέθη ἔχον ἐν τῷ βάθει ἀγαθόν τι, ἀλλ᾽ ἀγαθὸν μέλλον, ἀγαθὸν ἐν ἐλπίδι, ἀντίρροπον τῶν κακῶν καὶ ἀποκαθιστῶν ἐν τῷ κόσμῳ τὴν διαταραχθεῖσαν εἰρήνην. Ενὶ λόγῳ, πᾶσα ἡ θρησκευτικὴ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος εὕρηται οὐσιωδῶς ἐν τῷ τῆς Πανδώρας κιβωτίῳ· ὑπὸ τὸν μῦθον τῆς Πανδώρας λανθάνει ἡ ἀλήθεια περὶ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ τῆς προσδοκίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους περὶ τοῦ μέλλοντος Λυτρωτοῦ.

Ἐν τέλει τῆς τραγῳδίας τοῦ Αἰσχύλου ὁ «Προμηθεύς» παρεισάγεται ὁ ‘Ερμῆς ἵνα λάβῃ παρὰ τοῦ Προμηθέως διασαφήσεις περὶ τῆς ἀπαισίας αὐτοῦ εἰς τὸν Δία χρησμῳδίας, ὁ δὲ Προμηθεὺς ἀποποιεῖται, ὁ δὲ Ἑρμῆς τότε προλέγει αὐτῷ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταδίκης αὐτοῦ οὕτως.

«Επεισ᾽ ἄφυκτος· πρῶτα μὲν γὰρ οκρίδα 

φάραγγα βροντῇ καὶ κεραυνίᾳ φλογί 

πατὴρ σπαράξει τήν δε, καὶ κρύψει δέμας 

τὸ σόν, πετραία δ᾽ ἀγκάλη σε βαστάσει

μακρὸν δὲ μῆκος ἐκτελευτήσας χρόνου, 

ἄψορρον ἥξεις εἰς φάος, Διὸς δέ τοι 

πτηνός κύων δαφοινός αἰετὸς λάβρως, 

διαρταμήσει σώματος μέγα ράκος 

ἄκλητος ἔρπων δαιταλεὺς πανήμερος 

κελαινόβρωτον δ᾽ ἧπαρ ἐκθοινήσεται. 

τοιοῦδε μόχθου τέρμα μή τι προσδόκα, 

πρὶν ἂν θεῶν τις διάδοχος τῶν σῶν πόνων 

φανῇ, θελήσῃ τ᾽ εἰς ἀναύγητον μολεῖν 

Αιδην, κνεφαῖά τ᾽ ἀμφὶ τάρταρον βάθη» (1015-1028).

Ὁ Προμηθεὺς ἠθέλησεν ἵνα γίνῃ ἴσος τῷ θεῷ καὶ καταδικάζεται ἕνεκα τούτου εἰς τρομερὰν τιμωρίαν· εἰς τὰ βάθη ὅμως τῆς ὁποίας τρέφει τὴν ἐλπίδα ἑνὸς λυτρωτοῦ. Ἡ γυνὴ Ἰὼ συμμερίζεται μετὰ τοῦ ἀνδρὸς τὴν διττὴν ταύτην τύχην καὶ ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης μέλλει, ἵνα προέλθῃ ὁ κοινὸς αὐτῶν ἐλευθερωτής, οὗ ἡ γέννησις μέλλει νὰ ἔχῃ ἀληθῶς χαρακτῆρα θαυμάσιον· ἐκ τῆς γονιμοποιηθείσης γυναικὸς, τῆς ἀκέραιον ἑαυτῆς τὴν παρθενίαν διαφυλαξάσης, διότι ἡ Ἰὼ καλεῖται παρὰ τῷ Αἰσχύλῳ παρθένος ἁγνὴ, μέλλει τῇ τοῦ θεοῦ δυνάμει νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν κόσμον τὸ παιδίον τοῦτο, οὗ τό ὄνομα θὰ φανερώσῃ τὴν θαυμασίαν αὐτοῦ καταγωγὴν, ὅπερ ἔσται υἱὸς θεοῦ καὶ υἱὸς γυναικός, καὶ ἑπομένως θεὸς καὶ ἄνθρωπος, καὶ θέλει πραΰνει τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἑαυτοῦ πατρὸς παρωργισμένου κατὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ θέλει καταβάλει τὸν ἀρχέκακον ἐχθρόν, ὅστις ἐστὶν αὐτουργὸς ὅλων τῶν παθημάτων τοῦ Προμηθέως.. Ὁ ἐχθρὸς οὗτος ἐκπεσεῖται τοῦ θρόνου αὑτοῦ, αἱ δὲ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐπενεχθεῖσαι κατ' αὐτοῦ ἀραὶ ὑπὸ τοῦ οὐρανοκράτορος θέλουσιν ἐκπληρωθῇ.

Ἐν τῷ μύθῳ τούτῳ τοῦ Προμηθέως περιέχεται ὁλόκληρος ἡ πρὸς τὸν ἄνθρωπον δοθεῖσα ἐπαγγελία τοῦ θεοῦ περὶ τοῦ λυτρωτοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄφεως, τοῦ ἀρχεκάκου διαβόλου, καὶ καταλύσῃ τὸ κράτος τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ἀλλὰ παραμεμορφωμένη καὶ ἀλληγορικῶς ἐκπεφρασμένη, οὐσιωδῶς ὅμως ἀναλλοίωτος· ὡσαύτως καὶ ἐν πάσαις ταῖς τῶν λαῶν παραδόσεσι φαίνεται παραμεμορφωμένον τὸ γεγονὸς τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποστάσεως αὐτοῦ καὶ ἡ ἐπαγγελία καὶ ἡ προσδοκία λυτρωτοῦ καὶ μεσίτου ὡς σωτῆρος αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δηλον δὲ ἐκ τούτων γίνεται καὶ τοῦτο, ὅτι μία ἀρχὴ ποιητικὴ καὶ θρησκευτική, εἷς Θεός, μία οἰκογένεια ὑπῆρξεν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἡ πρὸς Θεὸν ἁμαρτήσασα καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐλεηθεῖσα, ἡ λαβοῦσα τὰς ἐπαγγελίας καὶ περισώσασα αὐτὰς διὰ τῆς παραδόσεως εἰς ὅλας τὰς κατόπιν γενεάς, τὰς διασπαρείσας ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.


Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (Α2)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 10 Μαΐου 2023

ΜΕΡΟΣ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΡΩΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΤΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

§. 2. Ὅτι τὸ ὄνομα υἱὸς ἀνθρώπου, ἐστὶ τὸ ὄνομα, δι' οὗ εὐηγγελίσθη ἡ ἀνθρωπότης τὸν μέλλοντα Σωτήρα και Λυτρωτὴν

Ἡ ἔκφρασις Υἱὸς ἀνθρώπου, ἣν ὁ Κύριος ὡς περιφραστικόν προσδιορισμὸν τοῦ Ἰδίου Προσώπου μετεχειρίζετο ὁσάκις ἂν ὁμίλει περὶ Ἑαυτοῦ, εἶναι τὸ ὄνομα, δι᾿ οὗ εὐηγγελίσθη ἡ ἀνθρωπότης τὸν μέλλοντα Σωτῆρα καὶ Λυτρωτὴν αὐτῆς. Ἡ Παλαιὰ Γραφὴ φαίνεται συνηγοροῦσα ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης. Ἐν τῇ Γενέσει ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Θεός καταρώμενος τὸν ὄφιν τὸν αἴτιον τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου προανήγγειλεν αὐτῷ ὅτι τὸ σπέρμα τῆς γυναικός θέλει συντρίψει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, εἰπών: «ἔχθραν θήσω ἀναμέσον σοῦ καὶ ἀναμέσον τῆς γυναικός, καὶ ἀναμέσον τοῦ σπέρματός σου, καὶ ἀναμέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς• αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν1» (Γενέσ. κεφ. γ'. γ'. 15.). Τὴν κατὰ τοῦ ὄφεως ταύτην κατάραν ἐθεώρησαν πάντες οἱ ἐξ Ἀδὰμ ὡς εὐαγγέλιον πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ ἀνθρώπινον γένος λαβὼν τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην, ἐξεδέχετο τὸ σπέρμα τῆς γυναικός, τὸν Υἱὸν τῆς γυναικός, δηλονότι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἑβραϊκή λέξις Ζαρά, ἦν οἱ Ἑβδομήκοντα μετέφρασαν κυριολεκτικῶς σπέρμα, λαμβάνεται ἐν τῇ ῾Αγίᾳ Γραφῇ, οσάκις ἂν ἀπαντᾶ, ἀντὶ τοῦ Υἱός.  Ἡ Ἄννα ἡ μήτηρ τοῦ προφήτου Σαμουήλ, ζητοῦσα παρὰ τοῦ Θεοῦ υἱόν, μετεχειρίσθη τὴν λέξιν Ζαρά• ἀλλ' ὡς γυνὴ ἔχουσα σύζυγον, προσέθετο τὴν λέξιν ἀνασὶμ (Ζαρὰ ἀνασὶμ)=σπέρμα ἀνδρός, ἤτοι υἱὸν ἀνδρός.

Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ δὲν ἀνεφέρετο τὸ ἀνδρὸς ἀλλὰ ἁπλῶς υἱὸς γυναικὸς=ζαρὰ-ἰσά, ἔπεται ὅτι ἐρρήθη πρὸς δήλωσιν τοῦ ὅτι ὁ μέλλων λυτρωτής, ὁ μέλλων νὰ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄψεως ἔμελλε νὰ εἶναι υἱὸς τῆς γυναικός, ἄνευ ἀνδρὸς συλλαβούσης, ἤτοι υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἡ ἀναμέσον τοῦ σπέρματος τῆς γυναικὸς τῆς ἀπειρογάμου καὶ τοῦ σπέρματος τοῦ ὄφεως ἔχθρα ἐδήλου τὴν μεταξὺ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ὄφεως ἔχθραν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐξεδέχοντο τὸν Σωτῆρα ὅλα τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοί. Ἡ ἔλευσις Σωτῆρος καὶ Λυτρωτοῦ ἦτο κοινὴ προσδοκία πάντων τῶν ἐθνῶν. Τὰ ἔθνη ἐφαίνοντο ἀναμένοντα Σωτῆρά τινα• ἡ προσδοκία τοῦ Ἰσραὴλ ἦν τὸ περιεχόμενον τῆς λατρείας Αὐτοῦ. Διὰ τοῦ ἀναμενομένου Σωτῆρος ἐξεδέχοντο πάντα τὰ μέλλοντα νὰ χορηγηθῶσι τῇ ἀνθρωπότητι ἀγαθά. Ἐξ αὐτοῦ ἐξεδέχοντο τὴν κατάργησιν τῆς τυραννίδος τοῦ διαβόλου, τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ, καὶ τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ φιλίωσιν καὶ ἐπικοινωνίαν. Τὸν ἀναμενόμενον τοῦτον Σωτῆρα καὶ λυτρωτὴν τῆς ἀνθρωπότητος ὁ προφητάναξ Δαυίδ περιγράφει ὡς υἱὸν ἀνθρώπου (ψαλ. β'. ρθ'. 1). Επίσης καὶ ὁ προφήτης Δανιὴλ Χριστὸν ἡγούμενον ὀνομάζει τὸν μέλλοντα Λυτρωτήν, ὃν εἶδεν ἐν ἀποκαλύψει, ἐν μορφῇ υἱοῦ ἀνθρώπου, οὗ ὁρίζει καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐλεύσεως. (Δανιήλ κεφ. θ'. ὅρασις ι'. καὶ κεφ. ι'. ὅρασις ια΄. Επίσης καὶ ὁ Ἰεζεκιήλ κεφ. α'.). Ὥστε τὸ ὄνομα Υἱὸς ἀνθρώπου, ἦτο τὸ ἀκριβές χαρακτηριστικὸν ὄνομα τοῦ Σωτῆρος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεδέχοντο Αὐτὸν πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς• διὸ καὶ ὁ Σωτὴρ ἡμῶν ὁσάκις ὡμίλησε περὶ Ἑαυτοῦ πάντοτε τὸ αὐτὸ χαρακτηριστικὸν ὄνομα μετεχειρίσθη. Παρὰ τῷ Ματθαίῳ 28κις φαίνεται ὁ Κύριος ποιούμενος λόγον περὶ ἑαυτοῦ• καὶ ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις Αὑτοῦ Υἱὸν ἀνθρώπου ἐκάλει Ἑαυτόν. Ἡ αὐτὴ ἀκρίβεια παρατηρεῖται καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς Εὐαγγελισταῖς, Μάρκῳ, Λουκῇ καὶ Ἰωάννη. Τὰ ὀνόματα Ιησοῦς Χριστός, Ἐμμανουήλ, υἱὸς τοῦ Εὐλογητοῦ καὶ υἱὸς Δαβίδ, καθ᾽ ἕκαστον λαμβανόμενα, δὲν δύνανται νὰ ἐκφράσωσι τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐκφράζει τὸ χαρακτηριστικὸν ὄνομα υἱὸς ἀνθρώπου• διότι τὸ μὲν Ἰησοῦς ἐκφράζει μόνον τὴν ἔννοιαν τοῦ Σωτῆρος τῆς ἀνθρωπότητος, τὸ δὲ Μεσσίας=Χριστός, τὴν ἔννοιαν τοῦ προφητικοῦ, ἀρχιερατικοῦ καὶ βασιλικοῦ ἀξιώματος τοῦ Σωτῆρος• τὰ δὲ ὀνόματα υἱὸς Εὐλογητοῦ καὶ υἱὸς Δαβίδ, τὸ μὲν, τὴν θείαν φύσιν τοῦ Χριστοῦ, τὸ δέ, τὴν ἀνθρωπίνην ἐδήλου φύσιν καὶ καταγωγήν. Οὐδὲν λοιπὸν ἐξ αὐτῶν καθ᾽ ἕκαστον λαμβανόμενον ἠδύνατο νὰ δώσῃ πλήρη καὶ τελείαν ἔννοιαν τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν, διότι ἕκαστον ὄνομα μίαν ιδιότητα Αὐτοῦ ὑπεδήλου, ἕνα Αὐτοῦ χαρακτῆρα ἐξέφραζεν. Ἦτο ἄρα ἀνάγκη νὰ χαρακτηρίσῃ Ἑαυτὸν δι᾽ ὀνόματος περιληπτικοῦ, ἐνᾧ πάντες οἱ χαρακτῆρες Αὑτοῦ νὰ ὑποδηλῶνται• τοιοῦτον δὲ ἐθεώρησεν ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ὡς κατάλληλον χαρακτηριστικὸν τοῦ προσώπου Αὑτοῦ τὸ ὄνομα Υἱὸς ἀνθρώπου• ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος ἐκλογὴ τοῦ ὀνόματος δῆλον ὅτι δίδωσι τέλειον ὁρισμὸν τοῦ Θεανθρώπου, καὶ ἐκφράζει πάσας συλλήβδην τὰς ἰδιότητας Αὐτοῦ.

Σημειώσεις

1 Τοιαύτη διδασκαλία φέρεται καὶ ἐν ταῖς παραδόσεσι ξένων ἐθνῶν καὶ ἐν θρησκευτικοῖς μάλιστα βιβλίοις. Ἐν τῇ θρησκείᾳ τοῦ Ζωροάστρου φέρεται διδασκαλία ὁμοία πρὸς τὴν τῆς Γραφῆς• ἐν δὲ τῇ τῶν Αἰγυπτίων εἰκονίζεται ἀνὴρ συντρίβων μὲ τὸ δόρυ τὴν κεφαλὴν ὄψεως.

Τετάρτη 10 Μαΐου 2023

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ (Α1)

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΗΤΟΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΗΡΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΕΙΩΝ ΕΝ ΤΩΙ ΘΕΙΩ, ΑΥΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΩ..

ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑ 

Διευθυντοῦ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ριζαρείου Σχολῆς

«Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ιούδα, καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἂν ἔλθῃ, ᾧ ἀπόκειται. καὶ αὐτὸς προδοκία ἐθνῶν». (Γενέσ. μθ' 9-10). 

«Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, ὡς ἐμέ• αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ἂν λαλήση πρὸς ὑμᾶς• ἔσται δέ, πᾶσα ψυχή, ἥτις ἂν μὴ ἀκούσῃ τοῦ προφήτου ἐκείνου, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ». (Πράξ. ᾿Αποστόλων γ΄. 22, 23 και Δεύτερον τη΄. 15-18). 

«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ιησοῦν Χριστόν».(Ιωάν. ιζ'. 3).

ΤΟΙΣ ΕΝΤΕΥΞΟΜΕΝΟΙΣ (Προς τους αναγνώστες)

Κύριος ἡμῶν σκοπὸς ἐν τῇ συντάξει τῆς ἀνὰ χεῖρας Χριστολογίας ὑπῆρξεν ἡ κραταίωσις τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν, ὅπως ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι ἐν τῇ πίστει γένωνται καὶ ἀξίως πολιτευόμενοι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καὶ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ μὴ πτυρόμενοι ἐν μηδενὶ ὑπὸ τῶν ἀντικειμένων σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωσιν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἔδωκεν Εαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἵνα λυτρώσηται ἀπὸ πάσης ἀνομίας καὶ καθαρίσῃ Ἑαυτῷ λαὸν περιούσιον ζηλωτὴν καλῶν ἔργων.

Τοιοῦτος ὁ σκοπὸς τοῦ ἔργου. Ἐν τῇ συντάξει πάντα πότον κατεβάλομεν πρὸς τελειότερον αὐτοῦ καταρτισμὸν, καὶ ἀσφαλεστέραν τοῦ σκοποῦ ἐπιτυχίαν. Εὔχομαι ἀπὸ καρδίας ἵνα ὁ Πανάγιος ᾿Αρχηγὸς καὶ τελειωτὴς τῆς σωτηρίας ἡμῶν γένηται ἀρωγὸς τοῖς πᾶσι πρὸς πλήρωσιν τελείαν τοῦ ἐπιζητηθέντος σκοποῦ.

Εν Αθήναις τῇ 16 Σεπτεμβρίου 1900.

Ὁ πρὸς θεὸν εὐχέτης διάπυρος 

Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ 

Διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΡΩΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΤΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

§. 1. Περὶ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου• ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐστιν ἡ ὁδὸς, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.

«Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» (Ἰωάν. ιδ' 6).

Πόσον χαρμόσυνοι λόγοι ! ὁποία αὐθεντία ἐν αὐτοῖς ! Πόσον ἐξαίσια καὶ ἀξιάκουστα τὰ ρήματα ταῦτα ! ποῖα ἐπιπόθητα, τοῖς ἀνθρώποις εὐαγγέλια !

Οἱ λόγοι εἰσὶ πλήρεις ζωῆς, πλήρεις ἱκανοποιήσεως τῶν πόθων τῶν ἀνθρωπίνων καρδιῶν• ὤ πόσον τερπνὸν ἄκουσμα! ποῖον εὐφρόσυνον εὐαγγέλιον ! ὡς ὡραῖα ἀληθῶς τὰ χείλη τὰ εὐαγγελιζόμενα τὴν εἰρήνην, τὰ εὐαγγελιζόμενα τὰ ἀγαθά! Πόσον εὐφρόσυνοι οἱ λόγοι τοῦ εὐαγγελιζομένου τῇ ἀνθρωπότητι τὴν ἔλευσιν τῆς προσδοκίας τῶν ἐθνῶν! πόσον ἐκφραστικοί λόγοι ! πόσον ὑψηλοὶ καὶ θεῖοι ! «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή !» Θησαυρὸν ὁλόκληρον περικλείουσι, θησαυρὸν πλουτίζοντα τὴν ἀνθρωπότητα ἅπασαν. Ἐν αὐτοῖς περιέχεται τὸ σύνολον τῶν πόθων ἁπάσης τῆς ἀνθρωπότητος τῆς ἀπ᾿ αἰῶνος.

Το κάλλος αὐτῶν ἐστιν οὐράνιον, ἡ δὲ χαρμοσύνη ἀνέκφραστος. Τὸ ἀπήχημα αὐτῶν, ὡς οὐράνιος μελωδία κατακηλεῖ τὰ ὦτα τῶν ἐνωτιζομένων• ὡς δὲ ἀκτὶς ἡλίου διασκεδάζει τὰ σκοτεινὰ νέφη τῆς ἀγνοίας, διαφωτίζει τὴν ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένην ἀνθρωπότητα, ἐγείρει αὐτὴν καθεύδουσαν ἀπὸ τοῦ ὕπνου τῆς ἀκηδίας καὶ ποδηγετεῖ ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ ἑαυτῆς βίου• διαυγάζει τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς καὶ καθιστῇ ἰσχυροὺς ὅπως ἀτενίσωσι τὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ γνωρίσωσι τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεόν, τὴν προσδοκίαν τῶν ἐθνῶν, τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁμολογοῦντα, ὅτι αὐτός ἐστιν ἡ ὁδὸς, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.

Οἱ αἰώνιοι λοιπὸν πόθοι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἐπληρώθησαν, ἡ χάρις ἡ σωτήριος ἐπεφάνη, τὸ φῶς ἐπέλαμψε, ἡ διάνοια διαυγάσθη, τὸ σκότος ἀπηλάθη, ἡ σκιὰ παρέδραμεν, ὁ καθεύδων ἐξηγέρθη ἤδη ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ βαδίσῃ τὴν εὐθεῖαν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν σωτηρίαν• ἤδη ὁ ἀγνοῶν τὴν ἀλήθειαν δύναται νὰ γνωρίσῃ τὸ ἄρρητον κάλλος αὐτῆς καὶ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ βάρος τῆς ἀγνοίας τὸ ἐπικαθῆσαν αἰῶνας ὅλους ἐπὶ τὰ στήθη αὐτοῦ καὶ διαταράξαν τὰς ἑαυτοῦ σκέψεις. Ἡ ἄγνοια τῆς ἀληθείας ἦτο σκότος καὶ σκιὰ θανάτου• ἡ ἄγνοια ἀπεπλάνα ἀπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀληθείας τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ζόφος καὶ σκότος περιέβαλλεν αὐτήν• διὸ καὶ πρὸς φῶς μέγα παραβάλλει ὁ προφήτης τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν λέγων• «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα». (Ματθ. δ'. 16 Ἡσαίου θ'. 12) καὶ ἀληθῶς φῶς μέγα ἐπέλαμψε, διότι ὡς ἥλιος δικαιοσύνης ἐφώτισε τὴν ἀνθρωπότητα, ἥτις εἶδε τὴν προσδοκίαν τῶν ἐθνῶν, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, τὸν ἀναμενόμενον υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁδόν, τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ζωήν.

Ὁδόν, ἀλήθειαν καὶ ζωὴν ἐζήτουν οἱ ἄνθρωποι• καὶ τὸν διακαῆ τοῦτον πόθον τῆς ἀνθρωπότητος ὁ Θεὸς ἐπλήρωσεν ἀποστείλας τὸν υἱὸν Αὐτοῦ τὸν μονογενῆ, οὗ τὴν ἀποστολὴν ἐπηγγείλατο τῇ ἀνθρωπότητι ἅμα τῇ πτώσει τῶν πρωτοπλάστων• ἐζήτει τὴν ὁδὸν τῆς ἀληθείας φέρουσαν• εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν, διότι ἔγνω ὅτι ἀπεπλανήθη ἀπ' αὐτῆς• ἐζήτει τὴν ἀλήθειαν, διότι τὸ ψεῦδος κατέκλυσε τὴν γῆν ἐζήτει ζωήν, διότι ὁ ψυχικός θάνατος κατεκυρίευεν ἐν αὐτῇ.

Τὴν ἔλευσιν τοῦ ἐπηγγελμένου Σωτῆρος, Διδασκάλου καὶ Λυτρωτοῦ ἐπεπόθησεν ἡ ἀνθρωπότης. Οἱ προφῆται προκατήγγειλαν, καὶ οἱ Θεόληπτοι ἄνδρες τὴν ἔλευσιν Αὐτοῦ προέλεγον, καὶ παρεμύθουν τὴν ἀνθρωπότητα προτρέποντες αὐτήν, ἵνα ἀναμένῃ τὸν ἐρχόμενον Διδάσκαλον, ὅστις μέλλει νὰ διδάξῃ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Οἱ τοῦ Σωτῆρος λόγοι «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴν» εἰσὶν ἀναγγελία τῆς ἐλεύσεως Αὐτοῦ• ἀπάντησις πρὸς τὴν ἀναμένουσαν Αὐτὸν ἀνθρωπότητα, εἰσὶ μαρτυρία τῆς ἐκβάσεως καὶ ἐκπληρώσεως τῶν προρρήσεων καὶ τῶν προφητειῶν, ἦτο ἐμφάνισις πρὸς τοὺς ἐπιζητοῦντας τὴν παρουσίαν του, ἦτο ἡ πλήρωσις τῶν πόθων καὶ ὁ κορεσμὸς τῆς δίψης τῆς διψώσης ἀνθρωπότητος, ἦτο ἡ ἀνακούφισις τῶν βεβαρημένων ψυχῶν καὶ τὸ φῶς τῶν ἐν σκότει• ἦτο ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν τεθλιμμένων, τὸ ἀγαλλίαμα τοῦ κόσμου καὶ ἡ εὐφροσύνη τῶν ἐθνῶν• ἦτο τὸ προσφιλές άκουσμα, τὸ πρὸ αἰώνων ὑπὸ τῆς ἀνθρωπότητος ἀναμενόμενον, ἦτο ἡ φωνὴ τοῦ ἀναμενομένου λυτρωτοῦ, ἦτο ἡ φωνὴ τῆς προσδοκίας τῶν ἐθνῶν, ἡ φωνὴ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ