Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 15

Συνέχεια από Σάββατο 10. Οκτωβρίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 15

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176


IRÉNÉE HAUSHERR S.I.


Ο ησυχασμός
Μελέτη πνευματικότητας (1)
ΕΝΑΣ ΟΡΙΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ

3 Ένα ερώτημα

Ωστόσο, αυτές οι διακυμάνσεις στην έκφραση είναι μόνο επιφανειακές, όπως καθετί που αφορά τις λέξεις. Ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα τίθεται, όχι ακριβώς στους ησυχαστές, αλλά στους χριστιανούς ως τέτοιους, ιδιαίτερα σε εκείνους που οφείλουν να διδάσκουν τις οδούς της τελειότητας. Η ασκητική ζωή έχει έναν και μόνο σκοπό, τη σωτηρία της ψυχής, λέει ο άγιος Βασίλειος. Η σωτηρία της ψυχής συνίσταται στην αγάπη, σύμφωνα με μια θεμελιώδη αρχή που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ πια θεωρητικά, αφότου ο άγιος Ειρηναίος την αντέταξε νικηφόρα στην νοησιαρχία των ψευδών γνωστικών. Επομένως, η μόνη σοφία και το μόνο καθήκον είναι να γνωρίσουμε και να ασπαστούμε τον τρόπο ζωής που οδηγεί με τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην υψηλότερη αγάπη.

Τι είναι όμως η αγάπη; Αυτό το κεφαλαιώδες ερώτημα της χριστιανικής ηθικής, που επιλύεται θεωρητικά με την απάντηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού —«Θα αγαπήσεις τον Θεό με όλη σου την ψυχή, με όλη σου τη διάνοια, με όλη σου την καρδιά, με όλες σου τις δυνάμεις, και τον πλησίον όπως τον εαυτό σου»—, δεν παύει να γεννά διαρκώς νέα προβλήματα κατά την εφαρμογή του σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Πώς να εναρμονίσουμε την αγάπη προς τον Θεό με την αγάπη προς τον πλησίον; Αν το μέτρο της αγάπης προς τον Θεό είναι να Τον αγαπάμε χωρίς μέτρο, όπως λέει ο Ωριγένης, δεν πρέπει να αφιερώνουμε κάθε στιγμή της ζωής στην άμεση αναζήτηση αυτής της αγάπης; Καθετί που δεν αποτελεί άμεση προσπάθεια προς αυτή την αγάπη, δηλαδή καθετί που δεν είναι προσευχή, δεν είναι αυτομάτως καθαρή ματαιότητα και καθαρή απώλεια, όπως υποστηρίζουν χωρίς δισταγμό συγγραφείς αγαπητοί στους ησυχαστές, όπως ο Νικόλαος Στηθάτος (1), ο οποίος θα μπορούσε να επικαλεστεί σεβάσμιες αυθεντίες, όπως τον άγιο Επιφάνιο (2);

1 Δεύτερη εκατοντάδα, 77, PG 120, 937 A–B· πρβλ. Γρηγόριος ο Σιναΐτης, De quietudine et duobus modis orationis, 11, PG 150, 1324 D.
2 Πρβλ. Αποφθέγματα Πατέρων, Αλφαβητική συλλογή, Επιφάνιος, αρ. 3, PG 65, 164 B.

Τότε όμως τι απομένει για την άσκηση των έργων της αδελφικής αγάπης; Και πώς να βεβαιωθούμε ότι τα αισθήματά μας προς τον πλησίον, ακόμη και η αφοσίωσή μας σε αυτόν, αποτελούν γνήσια αγάπη, όσο δεν έχει ακόμη νεκρωθεί μέσα μας η φιλαυτία, της οποίας ο ιός μολύνει την ίδια την πηγή του συναισθηματικού μας κόσμου, σύμφωνα με την ακατάπαυστη διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή; Και για να πραγματοποιήσουμε μέσα μας την τέλεια κάθαρση, χωρίς την οποία δεν υπάρχει καθαρή αγάπη ούτε προς τον Θεό ούτε προς τον πλησίον, από πού πρέπει να αρχίσουμε; Πού πρέπει κατά προτίμηση να στρέψουμε τις προσπάθειές μας; Στην εκρίζωση της φιλαυτίας, έργο αρνητικό και ίσως απογοητευτικό; Ή στη δραστηριότητα στην υπηρεσία των άλλων, έργο θετικό που υπόκειται όμως στην πλάνη; Ή μήπως να επιδιώξουμε αμέσως την ανάπτυξη μέσα μας της εκούσιας και συνειδητής αγάπης προς τον Θεό, με την εντατική προσήλωση στην προσευχή;[ΨΕΥΤΟΠΡΟΒΛΗΜΑ ΛΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ. ΚΗΡΥΤΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ, ΚΑΘΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ]

Αυτό το πρωταρχικό πρόβλημα, δικαίως ή αδίκως, οι ησυχαστές το θεωρούσαν λυμένο, αν όχι για όλους τους χριστιανούς, τουλάχιστον για τους ίδιους. Ακριβώς η βεβαιότητά τους σε αυτό το σημείο συγκροτεί την κλήση τους ως ησυχαστών. Δεν αποτελούν την ιεραρχική Εκκλησία· καταρχήν δεν είναι ούτε επίσκοποι ούτε ιερείς ούτε κληρικοί, όπως άλλωστε δεν είναι και οι μοναχοί γενικά. Θα δεχθούν κληρικούς ανάμεσά τους μόνο με ορισμένες προφυλάξεις, τις οποίες μαρτυρεί ακόμη ο Κανόνας του αγίου Βενεδίκτου και από τις οποίες η κυριότερη είναι η παραίτηση από κάθε προνόμιο. Επομένως, δεν έχουν να αναμειχθούν σε αποστολικές διακονίες· ούτε να επιδοθούν ως κύριο έργο τους στη φιλοξενία, στη φροντίδα των ασθενών ή των φτωχών· τους αρκεί να ασκούν αυτές τις μορφές αγάπης όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία. Η εσωτερική τους αγάπη δεν τους απαγορεύει, ίσως μάλιστα τους επιβάλλει, να αποσύρονται σε τόπους όπου μια τέτοια ευκαιρία παρουσιάζεται σπάνια.

Το πρόβλημα που τίθεται στον ησυχασμό δεν είναι δογματικής, αλλά ψυχολογικής και εμπειρικής τάξης. Αφού διακριθεί καθαρά ο σκοπός, ο δικός του σκοπός, και αφού γίνει επίσης δεκτό ότι για αυτόν τον σκοπό επιβάλλεται κάποιος βαθμός μοναξιάς, έστω κατά διαστήματα, ώστε να εξασφαλιστεί η εσωτερική ησυχία χωρίς την οποία δεν υπάρχει ένωση με τον Θεό, ποιο είναι αυτό το μέτρο; Όχι το ελάχιστο που ζητείται από κάθε χριστιανό, ούτε το μέγιστο που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά το βέλτιστο, δηλαδή εκείνο που είναι πιο αποτελεσματικό για να επιτευχθεί, χωρίς πλάνη, το επιθυμητό ιδεώδες.

Για εμάς, ανθρώπους του εικοστού αιώνα, αν θέλουμε να προετοιμαστούμε ώστε να διατυπώσουμε δίκαιη κρίση για το ιστορικό φαινόμενο του ησυχασμού, πρέπει με τη σειρά μας να αρχίσουμε θέτοντας καθαρά μπροστά στα μάτια μας αυτόν τον πνευματικό στόχο, όπως μας τον παρουσιάζουν οι καλύτερα κατατοπισμένοι οπαδοί του. Αν τυχόν, αφού γνωρίσουμε τις περιγραφές τους, πιστέψουμε ή εξακολουθήσουμε να πιστεύουμε ότι το αντικείμενο των επιδιώξεών τους —που στα μάτια τους άξιζε, και με το παραπάνω, όλες τις θυσίες και όλες τις προσπάθειες— δεν αξίζει την ανθρώπινη συμπάθειά μας και τον χριστιανικό θαυμασμό μας, καλύτερα να μη διαβάσουμε τη συνέχεια αυτής της εργασίας. Ας ακούσουμε τον Κασσιανό, μέσα από τον οποίο μιλούν οι ήρωες της πρώτης γενιάς του αναχωρητισμού.[ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΚΑΘΕ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ. ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ]

Δύο παράγραφοι —η πέμπτη και η έκτη της δέκατης Συνομιλίας— θα αρκέσουν:

«Πόσο απαλλαγμένος πρέπει να είναι κανείς από κάθε φανταστική παράσταση όταν προσεύχεται. Ότι πρέπει, κατά το παράδειγμα του Ιησού Χριστού, να ανεβαίνει απομονωμένος σε ψηλό βουνό για να προσευχηθεί εκεί στον Θεό εν κρυπτώ…

Μόνον εκείνοι μπορούν να θεωρούν τη θεότητά του με μάτια ολοκάθαρα, οι οποίοι, υψωνόμενοι πάνω από όλα τα έργα και όλες τις χαμηλές και επίγειες σκέψεις, αποσύρονται και ανεβαίνουν μαζί του σε αυτό το ψηλό βουνό της μοναξιάς· εκεί ο Ιησούς Χριστός, απαλλάσσοντας τις ψυχές από την ταραχή των παθών και αποχωρίζοντάς τες από κάθε ανάμειξη με τις κακίες, τις στερεώνει σε ζωντανή πίστη και τις ανεβάζει στην υψηλότερη κορυφή των αρετών, όπου κατόπιν φανερώνει απροκάλυπτα τη δόξα και τη λαμπρότητα του προσώπου του σε όσους έχουν τα μάτια της καρδιάς αρκετά καθαρά για να τη θεωρήσουν. Όχι ότι ο Ιησούς δεν αφήνει να τον δουν και εκείνοι που παραμένουν στις πόλεις και στις κωμοπόλεις· δηλαδή εκείνοι που είναι αφοσιωμένοι στον πρακτικό βίο και στα έργα της αγάπης. Δεν τους φανερώνεται όμως μέσα σε εκείνη τη δόξα και την ακτινοβόλο μεγαλοπρέπεια, που τις δείχνει μόνο σε όσους μπορούν να ανεβούν, όπως ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Ιάκωβος και ο άγιος Ιωάννης, στο βουνό των αρετών. Έτσι εμφανίστηκε άλλοτε στον Μωυσή και μίλησε στον Ηλία στα βάθη της ερημιάς.

Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός θέλησε να μας το επιβεβαιώσει με το παράδειγμά του και να μας προσφέρει στο πρόσωπό του το πρότυπο της τέλειας καθαρότητας. Διότι, μολονότι ήταν η ανεξάντλητη πηγή κάθε αγιότητας και δεν είχε, όπως εμείς, καμία ανάγκη από απομόνωση και μοναξιά για να την αποκτήσει, αφού, όντας η ίδια η καθαρότητα, δεν μπορούσε να υποστεί την παραμικρή αλλοίωση από το πλήθος και από τον μολυσμό των ανθρώπων —αυτός που, αντίθετα, καθαρίζει και αγιάζει, όποτε θελήσει, καθετί ακάθαρτο και μολυσματικό στους ανθρώπους—, αποσύρεται ωστόσο ολομόναχος σε ένα βουνό για να προσευχηθεί εκεί. Με αυτή την απομάκρυνση ήθελε να μας διδάξει να αποχωριζόμαστε, όπως εκείνος, από την ταραχή και τη σύγχυση του κόσμου, όταν θέλουμε να προσφέρουμε στον Θεό τέλειες προσευχές και τα καθαρά αισθήματα της καρδιάς μας, ώστε, ενώ βρισκόμαστε ακόμη μέσα σε θνητή σάρκα, να μπορούμε κατά κάποιον τρόπο να εξομοιωθούμε με εκείνη την υπέρτατη μακαριότητα που έχει υποσχεθεί στους αγίους στον άλλο κόσμο και να βλέπουμε τον Θεό ως εκείνον που είναι για εμάς τα πάντα μέσα στα πάντα».¹


1 Les Conférences de Cassien, traduites en François par le Sieur de Saligny, Docteur en Théologie, δέκατη Συνομιλία, κεφ. V, Λυών 1682, σ. 405 κ.ε.

«Σε τι συνίσταται η τέλεια προσευχή και ποια πρέπει να είναι για να είναι αδιάλειπτη.

Τότε θα εκπληρωθεί τέλεια εκείνη η προσευχή που απηύθυνε ο Σωτήρας στον Πατέρα του για τους μαθητές του. “Σε παρακαλώ, Πατέρα μου”, του λέει, “η αγάπη με την οποία με αγάπησες να είναι μέσα τους· και αυτοί να είναι μέσα μας. Να είναι όλοι ένα. Όπως εσύ, Πατέρα μου, είσαι μέσα μου και εγώ μέσα σου, έτσι και αυτοί να είναι μέσα μας ένα” (Ιω. 17). Αυτή η προσευχή του Σωτήρα, που δεν μπορεί παρά να πραγματοποιηθεί, θα επαληθευτεί μέσα μας όταν εκείνη η τέλεια αγάπη, με την οποία ο Θεός μάς αγάπησε πρώτος, περάσει στα βάθη της καρδιάς μας και μας κάνει να τον αγαπούμε όπως μας αγαπά.

Αυτό θα συμβεί όταν όλα όσα αγαπούμε, όλα όσα επιθυμούμε, όλα όσα αναζητούμε, όλα όσα ευχόμαστε, όλα όσα σκεφτόμαστε, όλα όσα βλέπουμε, όλα όσα λέμε, όλα όσα ελπίζουμε δεν θα είναι παρά ο Θεός· όταν αυτή η ενότητα του Πατέρα με τον Υιό και του Υιού με τον Πατέρα απλωθεί στον νου και στην καρδιά μας· δηλαδή όταν η αγάπη που θα έχουμε γι’ αυτόν θα είναι αδιάλειπτη και αχώριστη από εμάς, όπως η δική του αγάπη για εμάς είναι ολοκάθαρη και αιώνια. Έτσι, μένοντας πάντοτε ενωμένοι μαζί του και έχοντας όλες τις ελπίδες μας, όλες τις σκέψεις μας και όλα τα λόγια μας στραμμένα αποκλειστικά προς αυτόν, ώστε να μην είναι παρά αυτός, θα φτάσουμε σε εκείνη την τόσο υψηλή κατάσταση στην οποία ο ίδιος ο Σωτήρας επιθυμεί, με την ίδια προσευχή, να στερεωθούμε, όταν λέει: “Να είναι όλοι ένα, όπως εμείς είμαστε ένα. Εγώ μέσα τους και εσύ μέσα μου, για να φτάσουν στην τελειότητα της ενότητας. Πατέρα μου, θέλω εκείνοι που μου έδωσες να είναι μαζί μου παντού όπου θα είμαι”.

Αυτός λοιπόν είναι ο σκοπός που πρέπει να θέτει ο αναχωρητής· σε αυτό πρέπει να συγκεντρώνεται όλη η προσπάθεια του νου του: να καταστεί ικανός να κατέχει μέσα σε θνητό σώμα μια εικόνα της αιώνιας ευδαιμονίας και να αρχίσει να γεύεται μέσα σε ένα πήλινο και χωμάτινο σκεύος τις απαρχές και, κατά κάποιον τρόπο, τον αρραβώνα εκείνης της δόξας και της εξ ολοκλήρου θεϊκής ζωής που ελπίζει να έχει στον ουρανό. Γι’ αυτό ο τελικός σκοπός όλης της τελείωσης είναι να απογυμνώνεται η ψυχή καθημερινά από καθετί σαρκικό και επίγειο και να υψώνεται αδιάκοπα, όλο και περισσότερο, προς τα πνευματικά, ώσπου όλα τα έργα της, όλες οι σκέψεις της και όλες οι κινήσεις της καρδιάς της να γίνουν μία και μόνη αδιάλειπτη προσευχή».¹


Αυτό που λέει ο άγιος Θωμάς² —«Η ονομασία του μοναχού προέρχεται από την ενότητα, σε αντίθεση προς τη διαίρεση» (για την οποία γίνεται λόγος στην Α΄ Κορ. 7:33)— οι Έλληνες, που έχουν την αίσθηση της γλώσσας τους, το επαναλαμβάνουν με κάθε τρόπο.

«Ο μοναχός ονομάζεται μοναχός επειδή νύχτα και μέρα συνομιλεί με τον Θεό και η φαντασία του απασχολείται μόνο με τα πράγματα του Θεού, αφού άλλωστε δεν κατέχει τίποτε πάνω στη γη».³

«Τι είναι ο μοναχός και με ποιον τρόπο πραγματώνει αυτή την ονομασία; Αυτό πρέπει να γνωρίζουμε. Το εκθέτουμε λοιπόν, όσο μας δίνει τη δύναμη ο Χριστός. Πρώτον, ονομάζεται έτσι επειδή δεν παίρνει γυναίκα και απαρνείται τον κόσμο εξωτερικά και εσωτερικά· δηλαδή εξωτερικά τα υλικά πράγματα και τις υποθέσεις του κόσμου, και εσωτερικά τις σκέψεις που σχετίζονται με αυτά, χωρίς να δέχεται καμία κοσμική μέριμνα. Δεύτερον, ονομάζεται μοναχός —μονάζων— επειδή επικαλείται τον Θεό με αδιάλειπτη προσευχή, για να του καθαρίσει τον νου από την πολλαπλότητα των λογισμών που τον περιπλέκουν, ώστε αυτός ο μονάζων νους, απομονωμένος από τα πάντα, να μπορεί να αφοσιώνεται μόνο στον αληθινό Θεό, να μη δέχεται ποτέ τις υποβολές του κακού, αλλά να διατηρεί πάντοτε την απαιτούμενη καθαρότητα και να παραμένει διαυγής στη στροφή του προς τον Θεό».⁴


1 Les Conférences de Cassien…, δέκατη Συνομιλία, κεφ. VI.
2 Summa theologiae, II–II, ερ. 88, άρθρ. 11, κυρίως απάντηση, προς το τέλος.
3 Απόφθεγμα του αγίου Μακαρίου, στον Ευεργετινό, Α΄, σ. 75, στ. 2.
4 Μακάριος, Ομιλία 56: Marriott, Macarii Anecdota, Cambridge 1918, σ. 44.

Και θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε τα παραθέματα, που ποικίλλουν στη μορφή, αλλά παραμένουν αναλλοίωτα ως προς το νόημα. «Εσείς», λέει ένας ιδρυτής στη μοναχική του κοινότητα, «εσείς, στους οποίους δεν έχει ανατεθεί ούτε το κήρυγμα του Ευαγγελίου ούτε η μέριμνα των Εκκλησιών, αλλά μόνο η φροντίδα της δικής σας ψυχής».¹ Το πλωτινικό «μόνος πρὸς μόνον»² ασφαλώς δεν αποτελεί την πηγή αυτού του ιδεώδους. Οι πρώτοι χριστιανοί μοναχοί δεν είχαν τίποτε κοινό με τις σχολές της αρχαίας σοφίας, ακόμη κι αν περιστασιακά διεκδικούσαν για τον εαυτό τους αυτόν τον τίτλο των φιλοσόφων, τον οποίο άλλοι επικαλούνταν εναντίον τους.³

Όταν όμως η πλωτινική διατύπωση έγινε γνωστή ανάμεσά τους,⁴ απέκτησε εντελώς φυσικά δικαίωμα παρουσίας, και πολλοί την επαναλαμβάνουν χωρίς πιθανότατα να γνωρίζουν την προέλευσή της. Ο Διονύσιος θα μπορέσει να γράψει ταυτόχρονα σύμφωνα με το πνεύμα του δασκάλου του Πρόκλου και των Πατέρων της ερήμου, μολονότι με ένα ύφος του οποίου τη μεγαλοστομία εκείνοι ελάχιστα θα εκτιμούσαν:⁵

«Ανάμεσα σε όλους τους μυημένους, την υψηλότερη βαθμίδα κατέχει η ευλογημένη τάξη των μοναχών, η οποία, έχοντας επιδοθεί με ανδρεία στην ολοκληρωτική κάθαρσή της και στην επιτέλεση των πράξεών της με τέλεια αγιότητα, γίνεται δεκτή, κατά τις δυνάμεις της, στη μετοχή και στη θεωρία των ιερών πραγμάτων… Γι’ αυτό οι ευσεβείς δάσκαλοί μας, αποδίδοντας σε αυτούς τους ανθρώπους ιερές ονομασίες, τους αποκάλεσαν άλλοτε θεραπευτές, εξαιτίας της ειλικρινούς λατρείας με την οποία προσκυνούν τη θεότητα, και άλλοτε μοναχούς, εξαιτίας αυτής της αδιαίρετης ζωής της ενότητας, με την οποία, επαναφέροντας τον νου τους από τη διάσπαση στα πολλά, τον κατευθύνουν ορμητικά προς τη θεία ενότητα και προς την τελειότητα της ιερής αγάπης».

Ο ψευδο-Διονύσιος θα μπορούσε να είχε αναφέρει και μια άλλη ονομασία που δόθηκε στους μοναχούς πριν από το έτος 500 και επαναλήφθηκε συχνά κατόπιν: «μονότροπος». Και αυτή υπήρχε στην κλασική γραμματεία, ήδη στον Ευριπίδη και κυρίως στον Πλούταρχο, όπου δήλωνε την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου που είχε την τάση να απομονώνεται ή να ξεχωρίζει από τους άλλους. Οι συγγραφείς μας την άντλησαν από τον Ψαλμό 67:7, σύμφωνα με τους Εβδομήκοντα: «Ο Θεός εγκαθιστά σε ένα σπίτι εκείνους που έχουν το ίδιο πνεύμα…». Ο Ευσέβιος⁶ μάς πληροφορεί ότι ο Σύμμαχος είχε αποδώσει την εβραϊκή λέξη με το «μοναχοί», ενώ άλλοι με διαφορετικό τρόπο· το νόημα όμως παραμένει πάντοτε το ίδιο και αναφέρεται στην τάξη των μοναχών, την πρώτη ανάμεσα σε εκείνους που προοδεύουν εν Χριστώ, οι οποίοι είναι μονότροποι και όχι πολύτροποι, επειδή δεν ακολουθούν άλλοτε έναν τρόπο ζωής και άλλοτε άλλον, αλλά πραγματώνουν έναν και μόνο, εκείνον που οδηγεί στην κορυφή της αρετής.


1 Τυπικόν της μονής του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού τοῦ Φοβεροῦ, αρ. 7. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Noctes Petropolitanae, Αγία Πετρούπολη 1914, σ. 16, στ. 7 κ.ε.
2 Πλωτίνος, Εννεάδες VI, 9, 11.
3 Πρβλ. G. Bardy, «Philosophies et philosophe dans le vocabulaire chrétien des premiers siècles», RAM 25, 1949, σ. 97–108.
4 Πρβλ. Peterson, «Herkunft und Bedeutung der μ. π. μ.-Formel bei Plotin», Philologus, τόμ. LXXXVIII, τεύχ. I, σ. 30–41.
5 Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας VI, 3. Μετάφραση Darboy, σ. 135 κ.ε.· μετάφραση Gandillac, σ. 307 κ.ε.
6 PG 23, 689 B.


Πάντοτε η ιδέα της μοναδικότητας, με μια διευκρίνιση που δεν περιέχεται στον όρο «μοναχός»: η μοναδικότητα της κατεύθυνσης, της διαγωγής, της σκέψης. Πρόκειται, συνολικά, για ένα λιγότερο συνηθισμένο και επομένως λιγότερο φθαρμένο συνώνυμο του «μοναχού», που δηλώνει, όπως λέει η δεύτερη επιστολή του Μακαρίου, «τη μονότροπη ορθότητα της εν Χριστώ ζωής»,¹ ή, κατά τον άγιο Νείλο, «τη μονοτροπία που χαρίζει την απάθεια».² Ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, ανακαλώντας τον Ψαλμό 67:7, που μιλά για την εγκατάσταση των μονοτρόπων σε ένα σπίτι, εφαρμόζει τη λέξη στους κελλιώτες, δηλαδή στους μοναχούς που έχουν προοδεύσει αρκετά, ώστε ο άγιος Σάββας να τους μεταφέρει από το κοινόβιο των δοκίμων σε ένα κελί της λαύρας.³ Από νωρίς, ωστόσο, η λέξη γίνεται απλώς ένα κάπως επιτηδευμένο συνώνυμο του «μοναχός»·⁴ ο Ιγνάτιος και ο Κάλλιστος Ξανθόπουλος, στον τίτλο των Εκατό κεφαλαίων τους, αποκαλούν τον εαυτό τους ελάχιστους ανάμεσα στους μονοτρόπους· και ούτω καθεξής. Στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «μονότροπος» αποκαλείται η φιλοσοφία —εννοείται η αληθινή φιλοσοφία, δηλαδή η μοναχική πνευματικότητα.⁵

1 PG 34, 416 C· πρβλ. 417 B κ.α.
2 Λόγος ασκητικός VI, PG 79, 725 D.
3 Βίος του αγίου Σάββα, Schwartz, σ. 113, στ. 3–20.
4 Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Λόγος 23, Παρίσι 1609, σ. 418 C· Θεόδοτος Καλλιπόλεως, 13ος αιώνας, Viz. Vrem. XIV (1907), σ. 10, στ. 4.
5 Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1368 B.


Καμία αμφιβολία λοιπόν ως προς τον σκοπό: ο μοναχός, από την ίδια την κλήση του, είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στην επιδίωξη της ένωσης με τον Θεό μέσω της προσευχής, η οποία προϋποθέτει την ολοκληρωτική αποδέσμευση, την τέλεια κάθαρση, την παραίτηση από καθετί που θα μπορούσε να καθυστερήσει την πνευματική του άνοδο. Το ερώτημα που τίθεται γι’ αυτόν είναι επομένως μόνο μέχρι ποιο σημείο η συναναστροφή με τους συνανθρώπους του, οι ασχολίες και οι μέριμνες της κοινής ζωής συγκαταλέγονται σε αυτά τα εμπόδια· ας το πούμε στη δική του γλώσσα: μέχρι ποιο σημείο η μοναξιά, η εξωτερική ησυχία, είναι αναγκαία ή χρήσιμη για την εσωτερική του γαλήνη, για την εσωτερική του ησυχία. Ερώτημα ψυχολογικό, επομένως· ή, για να μιλήσουμε ακριβέστερα, ερώτημα της ιστορίας της ψυχολογίας. Αυτό που πρέπει τώρα να εκθέσουμε είναι οι ιδέες που διατύπωσαν ανά τους αιώνες οι χριστιανοί ασκητές σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της «φυγής από τους ανθρώπους».

Οι διαφορετικές απαντήσεις που δόθηκαν ανά τους αιώνες σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσουν την εξέλιξη του ησυχασμού.


ΕΠΑΙΝΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

ΠΕΡΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ

Όσιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

                                                           

Στη δημιουργία του κόσμου ο Θεός είπε: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν.1, 26). Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο εκδηλώνεται στις νοητικές του ικανότητες, στην εξουσία του πάνω στη φύση, στην ισχύ του, στην δυνατότητά του να δημιουργεί. Η ομοίωση του Θεού εκφράζεται με τις ηθικές του τελειότητες, τις πνευματικές του αναζητήσεις, τη δυνατότητα να φτάσει στην αγιότητα.

Η εικόνα και η ομοίωση του Θεού, σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρωτόπλαστοι, εκφράζονταν πλήρως σε αυτούς, πριν από την πτώση. Η αμαρτία διέφθειρε και το ένα και το άλλο, αν και δεν τα στέρησε τελείως από τον άνθρωπο.


Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.

Για να επιστραφεί στον άνθρωπο η πρωτόπλαστη εγγύτητα στον Θεό, κατέβηκε στη γη και ενσαρκώθηκε ο Υιός του Θεού. Έλαβε πάνω Του όλη την ανθρώπινη φύση, έγινε σε όλα άνθρωπος, εκτός της αμαρτίας. Ήρθε για να ανακτήσει το δημιουργηθέν κατ΄ εικόνα του Θεού κάλλος μας. Ναι μεν, ο Θεός δημιούργησε κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσή Του τον άνθρωπο, που μέχρι τότε δεν υπήρχε, και ναι μεν, ο άνθρωπος δεν συμμετείχε με κανένα τρόπο στη δημιουργία του, όμως, για την ανάκτηση της πρώτης εικόνας απαιτείται η συμμετοχή και του ίδιου του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να τείνει προς την τελειότητα, έτσι ώστε με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού να την αποκτήσει. Ο Κύριος έδειξε, με τη διδασκαλία Του, το δρόμο προς την τελειότητα. Με το παράδειγμά Του το έδειξε. Αυτός είναι ο δρόμος της ηθικής τελειοποίησης, της αυταπάρνησης, της ετοιμότητας για να αποβάλει κάποιος κάθε τι το αμαρτωλό. Η αμαρτία μπήκε πολύ βαθιά στην ανθρώπινη φύση, σαν να έγινε ένα με αυτήν. Ο άνθρωπος γεννιέται με τους βλαστούς της αμαρτίας και η απελευθέρωσή του από αυτήν είναι κάτι σαν πάλη με τον εαυτό του. Γι΄ αυτό, αυτή η πάλη είναι βασανιστική. Όμως, είναι αναγκαία για να πλησιάσουμε στον Θεό. Ο Χριστός εἶπε: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μτ 16, 24). Ο Σταυρός που πρέπει να πάρει κανείς είναι ακριβώς αυτή η πάλη με τις αδυναμίες, τα κακά και την αμαρτία μας.

Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.

“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ. 
ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΘ' ΟΜΟΙΩΣΙΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΛΑΤΡΕΥΕΙ ΣΑΝ ΘΕΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΙΛΑΥΤΙΑ. ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ.

Άγιος Σιλουανός
Μέρος β

VI. Για το θέλημα του Θεού και την ελευθερία α

Πώς μπορείς να γνωρίσεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;
Ιδού το σημάδι: αν στενοχωριέσαι για κάποιο πράγμα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, ακόμη και αν σου φαίνεται ότι ζεις σύμφωνα με αυτό.
Όποιος ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού δεν ανησυχεί για τίποτε. Και αν χρειάζεται κάποιο πράγμα, παραδίδει στον Θεό και τον εαυτό του και το πράγμα αυτό· και αν δεν λάβει εκείνο που χρειάζεται, παραμένει εξίσου ήρεμος, σαν να το είχε λάβει.
Η ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε την καταιγίδα ούτε τους ληστές, τίποτε. Ό,τι και αν συμβεί, λέει: «Έτσι ευαρεστείται ο Θεός». Αν είναι άρρωστη, σκέφτεται: «Αυτό σημαίνει ότι χρειάζομαι την αρρώστια· διαφορετικά ο Θεός δεν θα μου την έδινε».
Και έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα.


* * *
Όποιος μεριμνά για τον ίδιο του τον εαυτό δεν μπορεί να παραδοθεί στο θέλημα του Θεού με τέτοιον τρόπο, ώστε η ψυχή του να έχει ειρήνη στον Θεό. Η ταπεινή ψυχή όμως είναι παραδομένη στο θέλημα του Θεού και ζει ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη. Με φόβο, μήπως προσβάλει σε κάτι τον Θεό· με αγάπη, επειδή η ψυχή γνώρισε πόσο μας αγαπά ο Κύριος.

ΟΠΩΣ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΑΠΛΩΣ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ. 

Η δόξα με δαγκώνει (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος) ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΣΕ.


Η ΔΟΞΑ μὲ δαγκώνει, κενή, μάταιη τὰ δόντια της ἔμπηξε στὴν καρδιά μου,κι ὅταν ἦρθαν τ’ ἄγρια σκυλιά, τὸ πλῆθος τὰ θηρία,μὲ βρῆκαν νὰ κείτομαι καὶ μὲ κατασπαράξαν.
Ἡ τρυφὴ κι ὁ ἔπαινος τὸν μυελὸ καὶ τὰ νεῦρα μου διέσπασαν, τῆς ψυχῆς τὴ δύναμη καὶ προθυμία.Ὅσα μοῦ ἀφαίρεσαν, ἀλίμονο, πῶς νὰ τὰ γράψω ὅλα;
Ἀντὶ γι’ αὐτὰ μοῦ ‘βαλαν νἄχω ληστὲς τὴν οἴηση καὶ τὸν ὄκνο, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ μέριμνα πῶς ν’ ἀρέσω στοὺς ἄλλους, στ’ ἀντίθετα μ’ ἔσυραν καὶ μὲ διαμέλισαν.
Ἄλλοι τὴ σωφροσύνη παινεύοντας, τὴ νηφαλιότητά μου,ἄλλοι τὰ ἔργα μου, νεκρὸ μὲ κατάφεραν, οἴηση, τὸ παράδοξο πρᾶγμα, τὴ μεγάλη ἀπορία, σὲ μένα ἔσπειραν, τὸν καταβρωμισμένο.
Γιατὶ πῶς, ἐξήγησε, πῶς δὲν εἶναι ν’ ἀπορεῖ κανείς,πῶς δὲν εἶναι ἀξιολύπητο τελείως,
τόσα πάθη ξαφνικὰ μοῦ ἐπιτέθηκαν,μὲ κατάφεραν νεκρό, ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς γυμνό,
πάλι ἔχασα τὸν ἑαυτό μου, τὸν λησμόνησα, ἀπ’ ὅσα ἔγιναν δὲν κατάλαβα τίποτα, ἀλλὰ ἔχω οἴηση, πὼς εἶμαι ὁ μεγαλύτερος ὅλων ἀπαθής, ἅγιος, σοφὸς θεολόγος, δίκαιο εἶναι κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ μὲ τιμοῦν,ἀλλὰ καὶ νὰ μ’ ἐπαινοῦν, γιατὶ ἀξίζω ἐπαίνους προσκαλῶ κάθε ἄνθρωπο καὶ νομίζω πὼς τιμὴ συγκεντρώνω, ὅσο ἔρχονται καὶ μαζεύονται, τόσο καμαρώνω κι ὅλο κοιτάζω δεξιὰ ἀριστερά, μήπως ἔγινε κάποιος καὶ λείπει, δὲν ἦρθε, δὲ μὲ θαύμασε, κι ἂν τυχὸν βρεθεῖ κανεὶς νὰ μὲ ξέχασε,ἔχω κακία, τὸν κατηγορῶ, τὸν διασύρω, νὰ τὸ μάθει κι ὁ ἴδιος, νὰ τὸν πτοήσει ὁ ψόγος καὶ νὰ ‘ρθεῖ, νὰ προσφωνήσει, νὰ δείξει ὑποταγή, ὅτι κι αὐτὸς ἀνάγκη ἔχει τὴν εὐχὴ καὶ τὴ φιλία μου. …
Μή μ’ ἀφήσεις, Χριστέ, νὰ πλανιέμαι στὸ μέσο τοῦ κόσμου,Ἐσένα μόνο ἀγαπάω χωρὶς ποτὲ νὰ Σ’ ἀγάπησα καὶ μόνη ἐλπίδα ἔχω τὶς δικές Σου ἐντολὲς νὰ φυλάω, ἂν κι ὁλόκληρος στὰ πάθη βρίσκομαι καὶ δὲν Σ’ ἔχω γνωρίσει καλά.
Γιατὶ ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, ἔχει ἀνάγκη τὴ δόξα τοῦ κόσμου;
Ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, θέλει κάτι ἄλλο ἀπὸ Σένα τὸν ἴδιο;
Θὰ προσκαλέσει αὐτὸς τοὺς πάντες ἢ μερικοὺς θὰ κολακέψει,ἢ θὰ φροντίσει νὰ γίνει φίλος καθενός;
Ὅσοι εἶναι δοῦλοι Σου πραγματικοὶ δὲν ἔκαναν τέτοια, οὔτε ἕνας.
Γι’ αὐτὸ ἔχω θλίψη καὶ λύπη, Θεέ μου,ὅτι βλέπω σ’ αὐτά δουλωμένο τὸν ἑαυτό μου,
καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ νοιώσω καλά, οὔτε νὰ ταπεινωθῶ,τὴ δική Σου δόξα τὴ μόνη ἀληθινὴ δὲν θέλω.

[Ὕμνος ΙΒ’, στ. 69-101, 117-129]
ΠΕΡΙ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ
Η Σαμαρείτιδα, όμοια με τις προηγούμενες γυναίκες, (ἡ Αιμορρούσα, ἡ Συροφοινίκισσα ἡ Συγκύπτουσα) σημαίνει τη φύση ή την ψυχή του καθενός, που χωρίς το προφητικό χάρισμα συμβίωσε, σαν με άνδρες, με όλους τους νόμους που δόθηκαν στη φύση μας, από τους οποίους οι πέντε είχαν προηγηθεί, ενώ ο έκτος, αν και ήταν παρών, αλλά όμως αυτός δεν ήταν άνδρας της φύσης ή της ψυχής, με το το να μή γεννά από αυτήν την δικαιοσύνη που σώζει στον αιώνα.
Έλαβε λοιπόν η φύση ως άνδρα τον
πρώτο, τον νόμο στον παράδεισο·
δεύτερο τον νόμο μετά τον παράδεισο·
τρίτο τον νόμο κατά τον κατακλυσμό του Νώε·
τέταρτο τον νόμο της περιτομής επί του Αβραάμ·
πέμπτο τον νόμο της προσφοράς του Ισαάκ.
Αυτούς όλους τους έλαβε η φύση και τους απέρριψε εξαιτίας της ακαρπίας της στα έργα της αρετής. Έκτο είχε τον νόμο μέσω του Μωϋσή που ήταν σαν να μην τον είχε ή επειδή δεν εκτελούσε τις πράξεις δικαιοσύνης που εκείνος όριζε ή επειδή επρόκειτο αυτή να μεταβεί σε άλλο νόμο ως άνδρα, δηλαδή το ευαγγέλιο, γιατί ο νόμος δεν είχε δοθεί στους ανθρώπους αιώνια, αλλά κατά οικονομία που παιδαγωγούσε προς το μεγαλύτερο και μυστικότερο. Μ'αυτή την έννοια νομίζω είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα «και νυν ον έχεις ουκ έστι σός». Γιατί γνώριζε ότι ο άνθρωπος θα μεταφερόταν στο Ευαγγέλιο. Γι'αυτό και γύρω στην έκτη ώρα (καταμεσήμερο), όταν κατ'έξοχή περιλάμπεται η ψυχή από παντού από τις ακτίνες της γνώσης εξαιτίας της παρουσίας σ'αυτήν του Λόγου, κι ενώ είχε φύγει η σκιά του νόμου, συνομιλούσε την ώρα αυτή μαζί της, και κοντά στο πηγάδι του Ιακώβ, στέκοντας δηλαδή κοντά στην πηγή μαζί με το Λόγο των θεωρημάτων της Γραφής. Αυτά ας λεχθούν πρός το παρόν και για το θέμα αυτό.

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – Σύντομη ερμηνεία στην προσευχή «Πάτερ ημών» σταλμένη προς κάποιον φιλόχριστο .


Κι εμείς λοιπόν —για να επαναλάβω συνοπτικά το νόημα όσων είπα— αν θέλομε να λυτρωθούμε από τον πονηρό και να μην μπούμε σε πειρασμό, ας πιστέψομε στο Θεό και ας συγχωρήσομε όσους μας έφταιξαν. «Γιατί αν δεν συγχωρήσετε, λέει, στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε τα δικά σας θα συγχωρήσει ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. 6, 15). Έτσι όχι μόνο θα πάρομε την άφεση των αμαρτιών μας, αλλά και το νόμο της αμαρτίας θα νικήσομε, και δε θα εγκαταλειφθούμε ώστε να τον δοκιμάσομε, και θα πατήσομε τον γεννήτορα αυτού του νόμου, το πονηρό φίδι, από το οποίο παρακαλούμε να σωθούμε. Στρατηγός θα είναι ο Χριστός που νίκησε τον κόσμο(Ιω. 16, 33), ο Οποίος μας οπλίζει με τους νόμους των εντολών Του και με την αποβολή των παθών συνδέει νόμιμα την ανθρώπινη φύση με τον εαυτό της μέσω της αγάπης· και κινεί ακόρεστα την όρεξή μας προς τον εαυτό Του που είναι άρτος ζωής, σοφίας, γνώσεως και δικαιοσύνης. Και με την εκπλήρωση του πατρικού θελήματος μας κάνει μετόχους της λατρείας των αγγέλων, που θα δείχνομε με τον τρόπο της ζωής μας, κατά πιστή μίμηση των αγγέλων, την επουράνια ευαρέστηση.

Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως(Β΄Πετρ. 1, 4) με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή(Πραξ. 17, 28).

Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586

Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.

Ερμηνεία

Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης

Για την κενοδοξία (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)

 

Όταν νικήσεις κάποιο από τα πιο ατιμωτικά πάθη, τη γαστριμαργία, ας πούμε, ή την πορνεία ή την οργή ή την πλεονεξία, αμέσως σου έρχεται ο λογισμός της κενοδοξίας. Αν και αυτόν τον νικήσεις, τον διαδέχεται ο λογισμός της υπερηφάνειας.
Όλα τα ατιμωτικά πάθη της ψυχής διώχνουν τον λογισμό της κενοδοξίας. Όταν όμως όλα αυτά που είπαμε νικηθούν, τον ξαναφέρνουν στην ψυχή.

Την κενοδοξία τη θανατώνει η κρυφή εργασία, ενώ την υπερηφάνεια το να αποδίδει κανείς τα κατορθώματά του στον Θεό.

Εκείνος που καλλιεργεί τις αρετές για την κενοδοξία, είναι φανερό ότι και την πνευματική γνώση για την κενοδοξία την καλλιεργεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος τίποτε δεν κάνει και τίποτε δεν λέει για την ωφέλεια των άλλων, αλλά σε όλα κυνηγά τη δόξα από αυτούς που τον βλέπουν ή τον ακούν. Το πάθος του ωστόσο φανερώνεται, όταν μερικοί από αυτούς που είπαμε κατηγορήσουν σε κάτι τα έργα ή τα λόγια του. Αυτό τον κάνει να λυπηθεί πάρα πολύ, όχι επειδή εκείνοι δεν ωφελήθηκαν –άλλωστε δεν είχε τέτοιον σκοπό–, αλλά επειδή ο ίδιος ντροπιάστηκε.
Η κενοδοξία και η φιλαργυρία γεννούν η μία την άλλη· γιατί εκείνοι που είναι κενόδοξοι φροντίζουν να πλουτίσουν, και εκείνοι που είναι πλούσιοι είναι κενόδοξοι. Αυτό βέβαια ισχύει για τους κοσμικούς· γιατί ο μοναχός γίνεται περισσότερο κενόδοξος όταν είναι ακτήμων, ενώ όταν έχει χρήματα τα κρύβει, επειδή ντρέπεται να έχει κάτι που δεν ταιριάζει στο μοναχικό σχήμα.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κενοδοξίας του μοναχού είναι να καμαρώνει για την αρετή και όσα τη συνοδεύουν· της υπερηφάνειάς του χαρακτηριστικό είναι να υπερηφανεύεται για τα κατορθώματά του, να περιφρονεί τους άλλους και να τα αποδίδει στον εαυτό του και όχι στον Θεό. Το χαρακτηριστικό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας του κοσμικού είναι να υπερηφανεύεται και να καμαρώνει για την ομορφιά, τον πλούτο, την εξουσία ή την εξυπνάδα του.
Χρειάζεται μεγάλος αγώνας για να απαλλαγεί κανείς από την κενοδοξία. Και απαλλάσσεται με την κρυφή εργασία των αρετών και με τη συνεχή προσευχή. Το σημάδι της απαλλαγής είναι να μη νιώθει πλέον μνησικακία για εκείνον που τον κακολόγησε ή τον κακολογεί.

(Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση ΚΣΤ’ (26), σελ. 194. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2006)

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Ποιο είναι το πρόβλημα που έθεσε ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης;

 


από Francesco Lamendola

Ποιο είναι το πρόβλημα που θέτει στον εαυτό του ένας στοχαστής όταν πρόκειται να επεξεργαστεί μια φιλοσοφική εξήγηση της πραγματικότητας; Αυτό το ερώτημα προϋποθέτει ότι ένας στοχαστής δεν κάνει φιλοσοφία με αυτόν τον τρόπο, απλώς από μια μορφή μάταιης περιέργειας ή ίσως υπαρξιακής πλήξης, ίσως με κύριο σκοπό να εκπλήξει τους συγχρόνους του, να θαυμαστεί και, ταυτόχρονα, να δείξει πόσο μακριά έχουν προχωρήσει άλλοι φιλόσοφοι από την αλήθεια, διεκδικώντας για τον εαυτό του την αξία ότι μπόρεσε να διορθώσει τα λάθη τους. Προϋποθέτει ότι η φιλοσοφία είναι ένα σοβαρό πράγμα, δηλαδή ότι προκύπτει από μια πραγματική ανάγκη, όσο η ανάγκη για τροφή είναι για τον οργανισμό που ενστικτωδώς αγωνίζεται να κρατηθεί ζωντανός και σε καλή υγεία.

Και αυτό έρχεται ήδη σε αντίθεση με ένα κλισέ ευρέως διαδεδομένο στο κοινό, δηλαδή ότι ο φιλόσοφος είναι ένας χαρακτήρας που μοχθεί γύρω από κάτι επουσιώδες για τους περισσότερους ανθρώπους, που μπορεί να ζήσει πολύ καλά ακόμη και χωρίς φιλοσοφία, σύμφωνα με την παλιά φόρμουλα: primum vivere, deinde philosophari. Αλλά αυτή είναι μια άσκοπη γνώμη, αν και εξαιρετικά κοινή. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία είναι μια αυθεντική ανάγκη του ανθρώπου και μια κοινωνία δεν μπορεί παρά να έχει τη δική της φιλοσοφική προοπτική: φιλοσοφική αναγκαιότητα. Πιο συγκεκριμένα, η κοινωνία θα είναι όλο και πιο υγιής και ευτυχισμένη όσο περισσότερο εμπνέεται από μια υγιή φιλοσοφία, η οποία πηγάζει από τη σωστή χρήση της φυσικής λογικής.

Αυτή ήταν η μεγάλη ανακάλυψη του Αγίου Θωμά του Ακινάτη: ότι ο άνθρωπος, ο φυσικός άνθρωπος, δηλαδή πριν από την Αποκάλυψη, μπορεί και πρέπει να αναζητήσει στον εαυτό του τον σωστό τρόπο για να χρησιμοποιήσει με τον πιο ακριβή, δίκαιο και συνεπή τρόπο, το μεγαλύτερο δώρο που έχει στη διάθεσή του: την υγιή φυσική λογική. Η θεία χάρη θα προσθέσει την τελειότητά της σ' αυτήν, χωρίς όμως να την εξαναγκάσει, χωρίς να την αλλοιώσει. Θα ήταν λοιπόν τεράστια σπατάλη αν έπρεπε να πετάξουμε όλα όσα η ανθρώπινη λογική μπόρεσε να επεξεργαστεί ανά τους αιώνες: όχι αποδεχόμενη τα πάντα, φυσικά, αλλά με το καλύτερο που έχει παράγει, επιλέγοντας προσεκτικά και χρησιμοποιώντας αυτό που είναι έγκυρο που είναι σε θέση να προσφέρει. Ο άγιος Θωμάς αναζητούσε στους αρχαίους φιλοσόφους, και ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη, όχι έτοιμες λύσεις, για να προσαρμοστούν, κατά κάποιο τρόπο, στη χριστιανική νοοτροπία και τη χριστιανική θεώρηση της πραγματικότητας, αλλά στον πιο σωστό τρόπο συλλογιστικής, δηλαδή στα όργανα της λογικής μέσω των οποίων μπορεί κανείς να προχωρήσει μόνος του.

Με άλλα λόγια, το έργο που ο άγιος Θωμάς έθεσε να φέρει εις πέρας δεν ήταν ασφαλώς, όπως μερικοί εξακολουθούν να πιστεύουν χυδαία, να «εκχριστιανίσει» τον Αριστοτέλη, αλλά να αναζητήσει στον Αριστοτέλη εκείνες τις πτυχές της philosophia perennis, εκείνες τις αιώνιες μεταφυσικές και θεολογικές αλήθειες, και πάνω απ' όλα εκείνη την υγιή και σωστή άσκηση της σκέψης, που επιτρέπουν στη φυσική λογική να τείνει μέχρι τέλους ανάλογη με αυτήν, Δηλαδή, η ενατένιση της αλήθειας. Δηλαδή, να φθάσουμε στην αλήθεια της Ύπαρξης, στον Θεό, ακολουθώντας τον πιο ταπεινό, μακρύ, ανώμαλο δρόμο της φυσικής λογικής, όχι σε ανταγωνισμό ή εναλλακτικό, αλλά σε αρμονία με τον άλλο, τον άμεσο γιατί είναι υπερφυσικός, τον οποίο ο Θεός χαρίζει στους ανθρώπους δια της χάριτος, για να τους οδηγήσει στον εαυτό Του, ως την τελική Αιτία της ύπαρξής τους και τού Είναι τους.

Σύμφωνα με τον ιστορικό της φιλοσοφίας Dagobert D. Runes (1902-82), έναν Εβραίο από τη Βουκοβίνα που έγινε πολιτογραφημένος Αμερικανός, στο γνωστό του Λεξικό της Φιλοσοφίας (πρωτότυπος τίτλος: Το Λεξικό της Φιλοσοφίας, 1942, μετάφραση Aldo Devizzi, Μιλάνο, Martello, 1963, και Mondadori, 1972, τόμος 2, σελ. 952-954):

Όσο περισσότερο προχωρούσε, και αυτό συνέβη πολύ γρήγορα μέχρι την ωριμότητα, τόσο περισσότερο η σκέψη του ασχολήθηκε άρρηκτα με την υπεράσπιση του Αριστοτέλη (ξεκινώντας γύρω στο 1260), των κειμένων και των ιδεών του, ενάντια στους Αβερροϊκούς που τότε άρχιζαν να κάνουν όνομα στη σχολή τεχνών του Πανεπιστημίου του Παρισιού. ενάντια στον παραδοσιακό αυγουστινιανισμό ενός ανθρώπου όπως ο Άγιος Bonaventure. και ακόμη και ενάντια σε αυτόν τον πιο λεπτό Αυγουστινιανισμό που θα μπορούσε να εμφυσήσει κάτι από το πνεύμα του Αυγουστίνου, να μιλήσει τη γλώσσα του Αριστοτέλη, αλλά να αναπτύξει, με αυξανόμενη πιστότητα και επομένως με πιο άμεσο κίνδυνο, χριστιανικές ιδέες μέσω των νεοπλατωνικών τεχνικών του Avicenna. Αυτή η τελευταία ομάδα περιελάμβανε στοχαστές τόσο διαφορετικούς όσο ο Albertus Magnus, ο Henry της Γάνδης, οι πολλοί μαθητές του St. Bonaventure, συμπεριλαμβανομένων, σύμφωνα με ορισμένους, του ίδιου του Duns Scotus και του Meister Eckhart του Hoccheim.

Το πρόβλημα που έθεσε ο Άγιος Θωμάς παρά τις εξαιρετικά περίπλοκες αυτές συνθήκες, είναι αριστοτελικό. Αυτό που έκανε περιορίστηκε σε τρία θεμελιώδη σημεία:α) Έδειξε τον πλατωνικό προσανατολισμό της σκέψης του Αγίου Αυγουστίνου και τους περιορισμούς που τόνισε ο Άγιος Αυγουστίνος στον πλατωνισμό του, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Άγιος Αυγουστίνος θα μπορούσε να θεωρηθεί προστάτης αυτού του εξαιρετικά περίτεχνου και εκλεπτυσμένου πλατωνισμού που ένας Ιμπν Γκαμπιρόλ είχε αναπτύξει στο «Fons Vitae» του και ο Αβικέννας στα σχόλιά του για τη μεταφυσική και την ψυχολογία του Αριστοτέλη.
β) Αφού προσδιόρισε τον Πλάτωνα ως τον στοχαστή που βρίσκεται πίσω από τον Άγιο Αυγουστίνο και αφού στην πραγματικότητα εξάλειψε τον Άγιο Αυγουστίνο από τις πλατωνικές αντιπαραθέσεις του δέκατου τρίτου αιώνα, ο Άγιος Θωμάς ενδιαφέρθηκε για τη διάγνωση της πλατωνικής έμπνευσης των διαφόρων σχολιαστών του Αριστοτέλη και για τον διαχωρισμό αυτού που, κατά την άποψή του, είναι ο αυθεντικός Αριστοτέλης από τις πλατωνικές παραμορφώσεις. Με αυτή την έννοια, η φιλοσοφική δραστηριότητα του Αγ. Ο Θωμάς τον δέκατο τρίτο αιώνα μπορεί να γίνει κατανοητός ως συστηματική κριτική και εξάλειψη του πλατωνισμού στη μεταφυσική, την ψυχολογία και τη γνωσιολογία. Ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών μεταφράστηκε σε μια θεωρία ουσιαστικών αρχών σε έναν κόσμο σταθερών και κατανοητών ατόμων. Ο πλατωνικός άνθρωπος, που δεν ήταν παρά ένα φυλακισμένο πνεύμα, έγινε ένα λογικό ζώο που κατείχε μέσα του μια εσωτερική οικονομία, παρουσιάζοντας σε ένα ορθολογικό σύστημα τη μυστηριώδη φύση του ως πραγματικότητα στα όρια δύο κόσμων, του πνεύματος και της ύλης. Η θεωρία της γνώσης του Πλάτωνα (τουλάχιστον στην εκδοχή του «Μένων», περισσότερο από εκείνη των τελευταίων διαλόγων, όπου το δόγμα της διαίρεσης κυριαρχεί περισσότερο), η οποία παρενοχλήθηκε τακτικά από τη δυσκολία να δοθεί λόγος για την ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ και την ΑΛΗΘΕΙΑ της γνώσης, μεταφράστηκε σε μια θεωρία αφαίρεσης, στην οποία η λογική εμπειρία εισέρχεται ως απαραίτητη στιγμή στην εξήγηση της προέλευσης, της ανάπτυξης και χρήσης της γνώσης, και στην οποία η κατανοητή δομή του αισθητού όντος γίνεται το μέτρο της αλήθειας της γνώσης και της γνώσης.
γ) Το αποτέλεσμα αυτής της περίτεχνης κριτικής του πλατωνισμού ονομάζεται μερικές φορές αριστοτελική-θωμιστική σύνθεση. Είναι καλύτερα, ωστόσο, να την ονομάσουμε απλώς θωμιστική σύνθεση, όχι μόνο επειδή ο άγιος Θωμάς επέκρινε τον Αριστοτέλη σε διάφορες περιπτώσεις, αλλά και επειδή η πραγματική και ιστορική σημασία του Αριστοτέλη ως φιλοσόφου του τέταρτου αιώνα π.Χ. Γ. εξακολουθεί να συζητείται πολύ. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι σχεδόν αναμφισβήτητο γιά τόν Άγιο Θωμά ότι ο Αριστοτέλης δεν ήταν ο συγγραφέας όλων των δογμάτων που του απέδωσε.

Αυτό στο οποίο φαίνεται να επέμενε περισσότερο ο άγιος Θωμάς χρησιμοποιώντας τον Αριστοτέλη ως πυλώνα της σκέψης του, ήταν η αποκατάσταση του ανθρώπου και του σύμπαντος ως σταθερών πραγματικοτήτων και γνήσιων αιτιών. Αυτή η επιμονή ονομάστηκε από πολλούς ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ του. Ενάντια στην τάση των Αυγουστινιανών του δέκατου τρίτου αιώνα να περιφρονούν την έμφυτη ικανότητα της ανθρώπινης λογικής να γνωρίζει την αλήθεια, ο Άγιος Θωμάς επέμεινε στην ικανότητα της λογικής να ενεργεί ως γνήσια και επαρκής αιτία της αληθινής γνώσης εντός των ορίων της φυσικής τάξης. Ενάντια στις περιστασιακές τάσεις της σκέψης του Αβικέννα, οι οποίες υποβίβασαν τόσο τον άνθρωπο όσο και τον περιβάλλοντα κόσμο στην κατάσταση των παθητικών φαντασμάτων της μοναδικής δραστηριότητας του Θεού (δηλαδή, της «διάνοιας»), ο άγιος Θωμάς υποστήριξε την υποδεέστερη, αλλά αυτόνομη, αιτιότητα του ανθρώπου στην παραγωγή της γνώσης και την πραγματική αιτιότητα των αισθητών πραγματικοτήτων στην παραγωγή του γίγνεσθαι. Τέλος, ο άγιος Θωμάς βασίζει την υπεράσπιση του ανθρώπου και των άλλων όντων ως αποτελεσματικών αιτίων στη δική τους τάξη, στο δόγμα της δημιουργίας και με τον ίδιο τρόπο δείχνει πώς η περιστασιακότητα του Αβικέννα βασίζεται τελικά στο πλατωνικό δόγμα της εκπόρευσης.

Στα τρία σημεία που υποδεικνύει ο συγγραφέας και με τα οποία συμφωνούμε ουσιαστικά - αν και αισθανόμαστε κάποια ανησυχία μπροστά σε αυτή την ευκολία στη συνεχή λήψη, απομάκρυνση και προσαρμογή από τη σκέψη άλλων φιλοσόφων ότι ο Άγιος Θωμάς θα είχε εργαστεί - φαίνεται απαραίτητο να προσθέσουμε ένα τέταρτο, το πιο σημαντικό από όλα: την ανακάλυψη της ύπαρξης ως πράξης, μιας πράξης ύπαρξης (actus essendi); πρώτη και αναδυόμενη πράξη, πράξη όλων των πράξεων, και όχι απλώς ως «ρευστή», ως ουσία. και επομένως του Θεού ως αυτό που υπάρχει από μόνο του και το οποίο είναι χάρη στον εαυτό του, ipsum esse επιβιώνει (κάτι που στον Αριστοτέλη παραμένει ακατανόητο, ή μάλλον αδύνατο, δεδομένης της ριζικής απομάκρυνσής του από τον αισθητό κόσμο που τον καθιστά, ακριβώς, «ρευστό», «κάποιον», δηλαδή έναν μεταξύ πολλών). Ήταν πάνω απ 'όλα ο Étienne Gilson και ο Cornelio Fabro που τόνισαν σε αυτό το σημείο, ως πράξη και όχι μόνο ως ουσία, την καρδιά της θωμιστικής σκέψης και την πιο πρωτότυπη και διαρκή συμβολή της στη φιλοσοφία γενικά. Στον άγιο Θωμά, δηλαδή, πηγαίνει η αξία, πολύ μεγάλη και άφθαρτη, ότι για να διατηρηθεί όχι μόνο η συνολική δομή του υπάρχοντος, αλλά και το γεγονός της γνώσης, της γνώσης με αληθινό τρόπο και όχι οποιασδήποτε γνώσης, είναι απαραίτητο να έχουμε ένα ον που έχει από μόνο του τους λόγους ύπαρξης, και επομένως όχι ένα ον μεταξύ άλλων, αν και πιο τέλειο και εντελώς απομακρυσμένο από τη δυναμική του γίγνεσθαι (που συνεπάγεται όχι μόνο θάνατο, αλλά και τυχαία και επομένως μη ύπαρξη). Ένα τέτοιο ον όχι μόνο υπάρχει για τον εαυτό του, όπως ο Αριστοτελικός Ακίνητος Κινητός, που προσελκύει κάθε άλλο ον χωρίς να προσελκύεται, αλλά καθιστά δυνατή κάθε μορφή γνώσης, η οποία, διαφορετικά, θα περιοριζόταν σε ένα φευγαλέο δίκτυο μεταβαλλόμενων απόψεων, χωρίς τίποτα να εγγυάται την αλήθεια του, γιατί χωρίς να είναι ως πράξη και όχι μόνο ως αρχή ή ως ουσία, Το ον που εγγυάται την ύπαρξη και τη γνώση της αλήθειας, δεν θα υπήρχε τίποτα σίγουρο, ούτε σταθερό ούτε ουσιώδες, αλλά η πραγματικότητα θα ήταν ένα χάος ατυχημάτων, ένας λαβύρινθος απόψεων.

Με άλλα λόγια, ο άγιος Θωμάς το είδε αυτό από τον πλατωνισμό, ο οποίος είναι ουσιαστικά ένας εκπορευτισμός και επομένως μια μορφή γνώσης (ή μάλλον ένας εξαιρετικός δούρειος ίππος για τη γνώση: δεδομένου ότι η αιώνια γνώση είναι σαν ένας παρασιτικός μύκητας που δεν ζει μια δική του ζωή, αλλά πρέπει να προσκολληθεί σε κάποιο προϋπάρχον φιλοσοφικό ή θρησκευτικό σύστημα για να περάσει ως αυτό που δεν είναι, δηλαδή, μια πρωτότυπη αντίληψη της πραγματικότητας) δεν μπορεί κανείς να φτάσει στο χριστιανικό όραμα με οποιονδήποτε τρόπο. Και το θεμελιώδες πρόβλημα του Αγίου Θωμά ήταν πάντα αυτό: να απελευθερώσει τον Χριστιανισμό από φιλοσοφίες ασυμβίβαστες με αυτόν και να αναγνωρίσει στην ειδωλολατρική σκέψη εκείνους τους σπόρους της αλήθειας που μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να διαψεύσουν αυτό που είναι ψευδές στην ειδωλολατρική αντίληψη της πραγματικότητας. Εν ολίγοις, ο άγιος Θωμάς ήθελε να χρησιμοποιήσει την αρχαία παράδοση για να δείξει ότι ο φυσικός λόγος, όταν λειτουργεί καλά, δηλαδή όταν προχωρά συνεκτικά και χωρίς λάθη, φτάνει πάντα στην αλήθεια, αρκεί να κατευθύνεται προς τη σωστή κατεύθυνση και να μην χάνεται σε ψευδείς συλλογισμούς. Και επομένως ούτε η ουσιοκρατία ούτε η εκπόρευση μπορούν να οδηγήσουν τη λογική στην πλήρη και σταθερή κατοχή της αλήθειας: η μία επειδή είναι μια στατική αρχή, ανίκανη να εξηγήσει την κίνηση που διαπερνά τα πάντα. Η άλλη επειδή υποθέτει, εσφαλμένα, ότι όλα τα όντα συμμετέχουν στη θεία ουσία, καταργώντας την οντολογική διαφορά.

Τώρα, η μεγάλη, συναρπαστική καινοτομία της σκέψης του Αγίου Θωμά είναι ότι αυτός, ο κατεξοχήν μεταφυσικός, ήθελε να ξεκινήσει από το πλάσμα και ανακάλυψε σε αυτό αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό που του επέτρεψε να αναρριχηθεί, βήμα προς βήμα, στη χαρούμενη ενατένιση του Όντος ως ύπαρξης: ο φυσικός λόγος, που δόθηκε από τον Θεό στο πλάσμα ακριβώς για να μπορέσει να αναστηθεί, με τη βοήθεια της χάρης, μέχρι Εκείνον.

Όπως παρατήρησε επίσης ο Dagobert D. Runes (όπ.π., σ. 454)

[Ο άγιος Θωμάς] πρέπει να μάθει να είναι φιλόσοφος, να ανακαλύψει τον φιλόσοφο μέσα στον χριστιανό, για να αντιμετωπίσει τους φιλοσόφους. Εξερευνώντας την έννοια ενός ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ, ο Άγιος Θωμάς κατασκεύαζε μια φιλοσοφία που επέτρεπε στους συγχρόνους του (τουλάχιστον όσο τον άκουγαν) να απελευθερωθούν από τον παλιό αιώνιο κόσμο των Ελλήνων και έτσι να απελευθερώσουν τη σκέψη τους από τις αντινομίες που αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να παρουσιάσει γι 'αυτούς. Στη συμφωνία πίστης και λογικής, την οποία υποστήριξε ο άγιος Θωμάς εναντίον του Αβερρωσισμού, πρέπει να δούμε το αποκορύφωμα της δραστηριότητάς του

Αυτός, λοιπόν, είναι ο τρόπος και ο λόγος για τον οποίο ο άγιος Θωμάς μπορεί να φτάσει στην αναγνώριση της διάκρισης, όχι σε αμοιβαία αντίθεση και ασυμβατότητα, αλλά στην ουσιαστική συμφωνία τους, μεταξύ του δρόμου της λογικής και εκείνου της πίστης: επειδή ο λόγος είναι απλώς ο άλλος δρόμος, ο φυσικός, αλλά πάντα επιτρέπεται και θέλεται από τον Θεό, που μας επιτρέπει να φτάσουμε στην αλήθεια, ή τουλάχιστον στο κατώφλι της αλήθειας: Γιατί η πλήρης κατοχή της είναι καρπός της Αποκάλυψης, και γι' αυτό απαιτεί αναγκαστικά η φυσική λογική να υποκλίνεται μπροστά σε αυτό που είναι ανώτερο από αυτήν και να ζητά τη βοήθειά της, με τη μορφή φωτισμού, ακριβώς όπως η θεία Διάνοια είναι απείρως ανώτερη από την ανθρώπινη. Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα, και μέχρι το τέλος, την ιστορία για το πώς ο Άγιος Θωμάς, αντιμέτωπος με μια διανοητική δυσκολία που του φαινόταν άλυτη, άφησε κάτω την πένα του, κατέβηκε στην εκκλησία για να προσευχηθεί και να ικετεύσει τον Θεό να ανοίξει το μυαλό του. Τι ζήτησε ο Άγιος Θωμάς από τον Κύριο; Όχι ότι του έδειξε τη λύση του προβλήματος, αλλά μάλλον ότι έκανε το μυαλό του, την ικανότητά του για συλλογιστική, σαφέστερη και πιο διαφανή, ξεκινώντας από την υπόθεση ότι ο φυσικός λόγος έχει από μόνος του αυτό που είναι απαραίτητο για να επιτύχει τον σκοπό του, δηλαδή τον σκοπό ανάλογο με τη φύση του, που είναι ακριβώς η αλήθεια.

Και αφού η φυσική λογική είναι διατεταγμένη στην αλήθεια, που είναι ο σκοπός της, έτσι διαθέτει τα μέσα για να την επιτύχει: αν δεν ήταν έτσι, θα δινόταν στον άνθρωπο ως κοροϊδία, δηλαδή για να τον δει να βασανίζεται ο ίδιος στη μάταιη και άχρηστη προσπάθεια να τραβήξει αυτό που είναι ανεπανόρθωτα πέρα από τις δυνατότητές του. Αλλά ποιος θα μπορούσε να στήσει ένα τέτοιο σενάριο, μια κοροϊδία, μια τέτοια ιλαροτραγωδία, αν όχι μια εξαιρετικά χλευαστική και κακοήθη δύναμη, αλλά και εξαιρετικά έξυπνη και ισχυρή; Αν υπήρχε μια τέτοια δύναμη, θα ήταν ο Διάβολος: αλλά ο Διάβολος δεν είναι εξαιρετικά ισχυρός, πόσο μάλλον εξαιρετικά πονηρός: αν ήταν, δεν θα είχε επαναστατήσει και δεν θα είχε εμπλακεί σε έναν ατελείωτο πόλεμο εναντίον Του, γνωρίζοντας ότι με κανέναν τρόπο δεν μπορεί ποτέ να τον κερδίσει. Ο ίδιος ο Θεός παραμένει: αλλά ο Θεός έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να βασανίζει τους ανθρώπους, εμπνέοντάς τους με ανάγκες και επιθυμίες που δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιήσουν.

Σε αυτό αισθανόμαστε στον άγιο Θωμά όχι μόνο έναν αξεπέραστο δάσκαλο, αλλά έναν αυθεντικό αδελφό: γιατί όπως και εμείς έθεσε το πρόβλημα της γνώσης και με κάθε ταπείνωση, αλλά και με αγάπη και εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο πλάσμα (γιατί δεν μπορεί κανείς να αγαπήσει πραγματικά αυτό που δεν εμπιστεύεται), και με ακόμη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα χαρίσματα που του έχει δώσει ο Θεός, Έχει αναλάβει το καθήκον να μας δείξει ότι η λογική δεν μας έχει δοθεί μάταια. ότι χρησιμεύει για να οδηγήσει στην αλήθεια. Ότι, επομένως, είμαστε διατεταγμένοι στην αλήθεια και ικανοί να αντλήσουμε την αλήθεια, βρίσκοντας στην ενατένισή της τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία στη γήινη διάσταση.

Ο άγιος Θωμάς είναι υπέρμαχος της λογικής αισιοδοξίας, της εμπιστοσύνης στον άνθρωπο και στη (σχετική) καλοσύνη του κόσμου: χωρίς αυτό να τον οδηγεί σε οποιαδήποτε μορφή ανθρωπισμού ή νατουραλισμού, δηλαδή χωρίς να απολυτοποιείται η αξία του ανθρώπου, ούτε η ίδια η φύση. Γι' αυτόν, η φύση είναι ένα όργανο και υπόκειται στη χάρη: είναι αυτόνομη, όχι ανεξάρτητη.

Αυτός είναι ο αληθινός και βαθύς λόγος για την αντιπάθεια, το βαθύ μίσος, που η σύγχρονη σκέψη, ακόμη και η κατ' όνομα καθολική σκέψη (σκεφτείτε τον μοντερνισμό) επιφυλάσσει για τον θωμισμό: έχει το λάθος να δείχνει, ενάντια σε κάθε σχετικισμό, υποκειμενισμό και ιστορικισμό (που είναι η μάσκα του μηδενισμού) ότι η αλήθεια μπορεί να επιτευχθεί με τη φυσική λογική που χρησιμοποιείται σωστά. Και στη συνέχεια σημειώνει ότι δεν πρόκειται για ένα μονοπάτι αντίθετο και αντιθετικό με εκείνο της πίστης, αλλά συμπληρωματικό προς αυτό, και κατευθυνόμενο προς τον ίδιο Σκοπό.


Η ΕΜΜΕΝΕΙΑ. Ο ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΣΤΟΝ ΑΚΙΝΑΤΗ.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΤΗ ΘΕΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ …

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΤΗ ΘΕΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ …

                                              
         Το κακό ούτε είχε ούτε έχει ούτε θα έχη σύμφωνα με μια δική του φύση πραγματική υπόσταση – γιατί δεν έχει και καμμιάν ουσία ή φύση ή υπόσταση ή δύναμη ή ενέργεια στα όντα – , ούτε είναι ποιότητα ούτε ποσότητα ούτε σχέση ούτε τόπος ούτε χρόνος ούτε θέση ούτε ποίηση ούτε κίνηση ούτε έξη ούτε πάθος, που να ενθεωρείται φυσικώς σε κάποιο απ’ τα όντα – κι ούτε είχε βέβαια ουδαμώς σε όλα αυτά σύμφωνα με μια φυσική κλίση πραγματικήν υπόσταση –, και δεν είναι ούτε αρχή ούτε μεσότητα ούτε τέλος, αλλά, για να το πω σαν να το περιλαμβάνω μέσα σε όρια, το κακό είναι η έλλειψη της τελειοποιούς (προς το τέλος) ενέργειας των ενυπαρχουσών στη φύση δυνάμεων, και τίποτα απολύτως άλλο.

Ή πάλι, το κακό είναι η αλόγιστη κίνηση των φυσικών δυνάμεων κατ’ εσφαλμένη κρίση προς κάτι άλλο πλην του τέλους∙ και λέω τέλος την αιτία των όντων, την οποία φυσικώς επιθυμούν όλα, έστω κι αν αφού εκάλυψε στον υπέρτατο βαθμό με την παραποίηση της εύνοιας τον φθόνο ο πονηρός, και παρέπεισε (εξαπάτησε…) με δόλο τον άνθρωπο να κινήση την έφεσή του προς κάτι άλλο απ’ τα όντα πλην της αιτίας, δημιούργησε την άγνοια της αιτίας.

 Κι αφού εγκατέλειψε λοιπόν την κίνηση τής προς το τέλος ενέργειας των κατά φύσιν δυνάμεων ο πρώτος άνθρωπος, ενόσησε την άγνοια της ίδιας του της αιτίας, νομίζοντας πως είναι εκείνο θεός με τη συμβουλή του όφεως, το οποίο είχε διατάξει ακριβώς να είναι απαγορευμένο (απώμοτον) ο της θείας εντολής λόγος. Κι αφού έγινε έτσι  παραβάτης και αγνόησε τον Θεό, αναμιγνύοντας ισχυρά προς τη σύνολη αίσθηση τη σύνολη νοερή δύναμη, προσκάλεσε τη σύνθετη και ολέθρια και ενεργούσα προς το πάθος γνώση των αισθητών, και «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς», ενεργώντας και ζητώντας και επιθυμώντας τα ίδια κατά πάντα τρόπον μ’ αυτά, κι έχοντας γίνει πια άλογος με την αλλαγή τού κατά φύσιν λόγου απ’ το παρά την φύσιν.

  ‘Οσον επιμελείτο λοιπόν κατά μόνη την αίσθηση τη γνώση των ορωμένων ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο σφιχταγκάλιαζε στον εαυτό του την άγνοια του Θεού∙και όσο συνέσφιγγε τον δεσμό αυτής της άγνοιας, τόσο περισσότερο προσηλωνόταν στην πείρα της αισθητικής απόλαυσης των υλικών πραγμάτων που γνώριζε∙ και όσο γέμιζε απ’ αυτήν την πείρα, τόσο περισσότερο διήγειρε τον έρωτα της φιλαυτίας που  γεννάται απ’ αυτήν∙ κι όσο περιποιόταν με φροντίδα τον έρωτα της φιλαυτίας, τόσο περισσότερο επινοούσε πολλούς τρόπους συστάσεως της ηδονής, που είναι και γέννημα  και τέλος της φιλαυτίας∙ κι επειδή εκ φύσεως φθείρεται μαζί με τους τρόπους που τη συνιστούν κάθε κακία, κι ανακαλύπτοντας μέσα απ’ αυτήν την πείρα ότι είναι πάντως η οδύνη διάδοχος κάθε ηδονής, κατηύθυνε μεν προς την ηδονή όλη του την ορμή, προς δε την οδύνη όλη του την αποφυγή, υπερασπίζοντας τη μεν με όλη του τη δύναμη, και πολεμώντας τη δε με όλη του την προσπάθεια, νομίζοντας, που ήταν ακριβώς αμήχανο, πως θα τις διαστείλη μ’ αυτό το τέχνασμα τη μια απ’ την άλλη και θα συνδέη μόνο με την ηδονή τη φιλαυτία, χωρίς καμμιάν εμπειρία οδύνης, αγνοώντας απ’ το πάθος, όπως φαίνεται, ότι δεν ενδέχεται να υπάρχη ποτέ ηδονή χωρίς οδύνη. Γιατί είναι αναμεμειγμένος με την ηδονή ο πόνος της οδύνης, έστω κι αν μοιάζη να διαφεύγη της προσοχής όσων την κατέχουν λόγω της κυριαρχίας του πάθους της ηδονής,επειδή διαφαίνεται απ’ τη φύση του πάντα αυτό που επικρατεί, καλύπτοντας την αίσθηση εκείνου που βρίσκεται κοντά του.

         Από εδώ εισήλθε φθοροποιός ο πολύς και αναρίθμητος όχλος των παθών στον βίο των ανθρώπων∙ από εδώ έγινε πολυστένακτη η ζωή μας, τιμώντας τις αφορμές της ίδιας της τής αναίρεσης και επινοώντας και φροντίζοντας στον εαυτό της τις προφάσεις της φθοράς λόγω της άγνοιας∙ από εδώ καταμερίσθηκε σε μύρια τμήματα η μια φύση και είμαστε εμείς που έχουμε την ίδια φύση με τον τρόπο των ερπετών και των θηρίων παραναλώματα (καταστρεφόμενοι ματαίως…) ο ένας του άλλου. Γιατί σφετεριζόμενοι την ηδονή λόγω της φιλαυτίας και προσπαθώντας να αποφύγουμε πάλι την οδύνη για τον ίδιον λόγο, επινοούμε τις αμύθητες γενέσεις των φθοροποιών παθών. Όπως, όταν φροντίζουμε μεν τη φιλαυτία με την ηδονή, γεννάμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, τη φυσίωση, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία, την τυραννία, την καύχηση, την αλαζονεία, την απεγνωσμένη εξέγερση, τη μανία, την οίηση, τη ματαιοφροσύνη, την καταφρόνηση, την ύβρη, τη φαυλότητα, τη βωμολοχία, την ασωτία, την ακολασία, τη φαντασία, τον μετεωρισμό, τη βλακεία, την προσποίηση, τον χλευασμό, την πολυλογία, την ακαιρολογία, την αισχρολογία, και όσα άλλα ανήκουν σ’ αυτό το γένος∙ κι όταν βασανίζεται μάλλον με την οδύνη ο τρόπος της φιλαυτίας, γεννάμε τον θυμό, τον φθόνο, το μίσος, την έχθρα, τη μνησικακία, την κακολογία, την καταλαλιά, τη συκοφαντία, τη λύπη, την ανελπιστία, την απόγνωση, τη διαβολή της πρόνοιας, την ακηδία, την ολιγωρία, τη δυσθυμία, την αθυμία, την ολιγοψυχία, το άκαιρο πένθος, τον θρήνο, την κατήφεια, τον οδυρμό, την ζήλεια, την ζηλοτυπία, τη δυσαρέσκεια, και όσα άλλα ανήκουν στη διάθεση που στερήθηκε τις κατά την ηδονή αφορμές. Κι απ’ την ανάμειξη που γίνεται για κάποιες άλλες αιτίες της ηδονής με την οδύνη, απ’ τη μοχθηρία δηλαδή – γιατί έτσι ονομάζουν κάποιοι τη σύνθεση απ’ τα αντίθετα μέρη της κακίας - γεννάμε την υποκρισία, την ειρωνεία, τον δόλο, την προσποίηση, την κολακεία, την ανθρωπαρέσκεια, και όλα τα άλλα επινοήματα της μικτής πανουργίας. Γιατί δεν είναι υποφερτό να τα απαριθμήσουμε τώρα και να τα πούμε όλα μαζί με τα οικεία τους σχήματα και τρόπους και αιτίες και καιρούς, αφήνοντας να ερευνηθή η εξέτασή τους ως ιδιαίτερη υπόθεση, με τη δύναμη που μας χαρίζει ο Θεός.
Το κακό είναι λοιπόν, όπως προείπα, η άγνοια της αγαθής αιτίας των όντων, η οποία, έχοντας ακρωτηριάσει τον ανθρώπινο νου, κι έχοντας διανοίξει τρανώς την αίσθηση, αποξένωσε μεν τον νου παντελώς απ’ τη θεία γνώση, τον επλήρωσε δε με την εμπαθή γνώση των αισθητών∙ την οποίαν αμελώς μεταλαμβάνοντας μόνο με την αίσθηση, με τον τρόπο των αλόγων κτηνών, ο άνθρωπος και βρίσκοντας με την πείρα πως είναι συστατική της ορατής σωματικής του φύσης η μετάληψη των αισθητών, παρεγνώρισε (διέγνωσε σφαλερά…) εύλογα, και καθώς είχε ήδη παραστρατίσει απ’ το νοητό κάλλος της θείας ωραιότητας, τη φαινόμενη κτίση  σε θεό, θεοποιώντας την λόγω της χρησιμότητάς της στη σύσταση του σώματος, και αγάπησε όπως είναι φυσικό το ίδιο του το σώμα, που ήταν οικείο κατά τη φύση προς την κτίση που είχε νομίσει πως είναι θεός, «λατρεύων» με όλη του την προσπάθεια λόγω της φροντίδας και επιμελείας του σώματος μόνο, «τη κτίσει παρά τον κτίσαντα». Γιατί δεν μπορεί να λατρεύη κανείς με διαφορετικόν τρόπο την κτίση, χωρίς να περιποιείται το σώμα, όπως ακριβώς δεν μπορεί και να λατρεύη κανείς τον Θεό, χωρίς να καθαρίζη πλήρως την ψυχή με τις αρετές∙ επιτελώντας σύμφωνα μ’ αυτό το σώμα  τη φθοροποιό λατρεία ο άνθρωπος και γενόμενος σύμφωνα μ’ αυτό φίλαυτος είχε ατελείωτα ενεργούμενη την ηδονή και την οδύνη, εσθίοντας (τρώγοντας…) πάντοτε το ξύλο της παρακοής, έχοντας έτσι αναμεμιγμένη τη γνώση του καλού και του κακού σύμφωνα με την αίσθηση και μέσω της πείρας. Κι αν πη τυχόν κανείς πως είναι ξύλο που γνωρίζει το καλό και το πονηρό η φαινόμενη κτίση δεν θα αστοχήση ως προς την αλήθεια∙ γιατί δημιουργεί με φυσικό τρόπο την ηδονή και την οδύνη η μετάληψή της.

        Ή πάλι∙ επειδή έχει και λόγους πνευματικούς των ορωμένων και που διατρέφουν τον νου η κτίση, και δύναμη πάλι φυσική, που τέρπει μεν την αίσθηση, διαστρέφει δε τον νου,  γι’ αυτό και ονομάσθηκε ξύλο που γνωρίζει το καλό και το κακό, έχοντας  μεν γνώση του καλού, όταν θεωρείται πνευματικά, γνώση δε του κακού, όταν λαμβάνεται σωματικά. Γιατί γίνεται δάσκαλος παθών σ’ αυτούς που τη μεταλαμβάνουν σωματικά , επιφέροντάς τους λήθη των θείων. Γι’ αυτό και απαγόρευσε ίσως στον άνθρωπο αναβάλλοντας για κάποιον χρόνο τη μετάληψή της ο Θεός, ώστε αφού διακρίνει προηγουμένως, όπως ήταν δικαιότατο, με τη μετοχή στη χάρι την ίδια του την αιτία και ενδυναμώσει μ’ αυτήν τη μετάληψη προς απάθεια και ατρεψία τη δοθείσα κατά χάριν αθανασία, γενόμενος ήδη με τη θέωση ως θεός, να σκεφθή αβλαβώς και κατά παραχώρησιν (επ’ αδείας) σε όλη τους την έκταση μαζί με τον Θεό τα κτίσματα του Θεού και να αναλάβη τη γνώση τους ως θεός κι όχι ως άνθρωπος, έχοντας την ίδια με τον Θεό κατά χάριν μετά σοφίας γνώση των όντων  λόγω της προς θέωσιν μεταποίησης του νου και της αίσθησης.

         Έτσι πρέπει να αντιληφθούμε λοιπόν εδώ τα περί του ξύλου σύμφωνα με την αναγωγή που μπορεί να είναι κατάλληλη σε όλους, φυλάσσοντας τον μυστικότερο και υψηλότερο λόγο για τους μυστικούς στη διάνοια και τιμώντας τον εμείς με τη σιωπή. Θυμήθηκα δε τώρα παροδικά το ξύλο της παρακοής, θέλοντας να φανερώσω πως η άγνοια του Θεού θεοποίησε την κτίση, της οποίας λατρεία σαφής είναι η κατά το σώμα φιλαυτία του γένους των ανθρώπων, που γύρω απ’ αυτήν υπάρχει όπως ακριβώς μια ανάμεικτη γνώση η πείρα της ηδονής και της οδύνης, για τις οποίες και επεισήλθε στον βίο των ανθρώπων όλος ο βούρκος των κακών συνιστάμενος με διαφορετικό και ποικίλο και, σαν να μη μπορή να τον παρουσιάση κάποιος λόγος, πολύμορφο τρόπο, καθόσον έχει ο καθένας απ’ αυτούς που μεταλαμβάνουν την ανθρώπινη φύση ζωντανή και κατά το ποσόν και κατά το ποιόν στον εαυτό του και πράττουσα τη γύρω απ’ το ορατό (φαινόμενον) του μέρος, και εννοώ το σώμα, φιλία, που τον αναγκάζει δουλοπρεπώς να επινοή λόγω της επιθυμίας της ηδονής και του φόβου της οδύνης πολλές ιδέες παθών, σύμφωνα με τη σύμπτωση των καιρών και των πραγμάτων, και όπως το επιδέχεται ο τρόπος αυτών των παθών, ώστε να μπορέση τη μεν ηδονή να τη λάβη διαπαντός προς συμβίωση, να διαμείνη δε παντελώς ανέπαφος απ’ την οδύνη, διδάσκοντάς τον να επαγγέλλεται το αμήχανο (το ακατόρθωτο…) και να μη μπορή να φτάση στο σύμφωνα με τον σκοπό του πέρας. Γιατί καθώς είναι φθαρτή και διαλυτή η σύνολη φύση των σωμάτων, με όσους τρόπους κι αν επιμελείται να τη συστήση κανείς, καθιστά μάλλον ισχυρότερη τη φθορά της, φοβούμενος και μη θέλοντας πάντοτε εκείνο για το οποίο αισθάνεται στοργή και περιποιούμενος παρά τη γνώμη του ανεπαισθήτως μέσω αυτού για το οποίο αισθάνεται στοργή εκείνο για το οποίο δεν αισθάνεται, εξαρτημένος από εκείνα που απ’ τη φύση τους δεν μπορούν να παυθούν και αλλοιώνοντας (μεταβάλλοντας πλήρως…) γι’αυτό μαζί με τα διαλυτά και τη διάθεση της ψυχής που διεξέρχεται αστάτως μαζί μ’ αυτά που ρέουν και μη κατανοώντας την ίδια του την απώλεια λόγω της παντελούς προς την αλήθεια τύφλωση της ψυχής.

       Απαλλαγή δε απ’ όλα αυτά τα κακά και σύντομη προς σωτηρίαν οδός είναι η αληθινή κατ’ επίγνωσιν αγάπη του Θεού και η καθολική απάρνηση της κατά ψυχήν στοργής και προς το σώμα και προς τον κόσμο αυτόν, κατά την οποία, αφού αποβάλλουμε της μεν ηδονής την επιθυμία, της δε οδύνης τον φόβο, ελευθερωνόμαστε απ’ την κακή φιλαυτία, έχοντας αναβιβασθή προς τη γνώση του κτίσαντος, και, έχοντας ανταλλάξει την πονηρή με την αγαθή και νοερή φιλαυτία, αποχωρισμένη απ’ τη σωματική στοργή, δεν παύουμε να λατρεύουμε τον Θεό μ’ αυτήν την καλή φιλαυτία, ζητώντας συνέχεια απ’ τον Θεό τη σύσταση της ψυχής. Γιατί αυτή είναι η αληθινή και η όντως θεάρεστη λατρεία, η ακριβής δια των αρετών επιμέλεια της ψυχής.

        Αυτός που δεν επιθυμεί λοιπόν την ηδονή και δεν φοβάται παντελώς την οδύνη έχει γίνει απαθής σ’ αυτές, φόνευσε ομοθυμαδόν μαζί με τη φιλαυτία που τις γεννάει όλα τα λόγω αυτών και εξ αυτών μαζί με την αρχηγικώτατη των κακών άγνοια πάθη, και γεννήθηκε όλος απ’ το ιστάμενο και μένον και όντας κατά τον ίδιον πάντα τρόπο φύσει καλό, διαμένοντας σε εντελώς όλα ακίνητος μαζί του και «ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν του Θεού κατοπτριζόμενος», θεώμενος απ’ την στον εαυτό του φωτοειδή λαμπρότητα τη θεία και απρόσιτη δόξα.

Αφού μας φανερώθηκε λοιπόν απ’ τον λόγο η ορθή και εύκολη οδός των σωζομένων, ας αρνηθούμε με όση δύναμη έχουμε την ηδονή της παρούσας ζωής και την οδύνη και ας διδάξουμε με πολλή παράκληση τους υφισταμένους μας (τους υφ’ ημάς) να το κάνουν αυτό, και θα έχουμε απαλλαγή και θα έχουμε απαλλάξει παντελώς από κάθε επίνοια (επινόημα…) και δαιμονιώδη κακουργία των παθών∙ και ας εγείρουμε αξίωση μόνο για τη θεία αγάπη, και κανείς δεν θα μπορέση να μας χωρίση απ’ τον Θεό, ούτε θλίψη, ούτε στεναχώρια, ούτε μεγάλη πείνα, ούτε κίνδυνος, ούτε μάχαιρα, ούτε όσα απαριθμήθηκαν απ’ τον άγιον απόστολο στο συγκεκριμένο χωρίο, αφού θα μένη η κατ’ ενέργειαν γνώση, η αγάπη ακίνητη (εδραία…) σε μας, προμηθευόμενοι αιώνια και άρρητη απ’ αυτό ευφροσύνη και σύσταση της ψυχής∙  της οποίας αφού αξιωθούμε, θα έχουμε προς μεν αυτόν τον κόσμο τη σώζουσα άγνοια, χωρίς να βλέπουμε πλέον δίχως σώφρονα λογισμό, όπως προηγουμένως,  «ανακεκαλυμμένω προσώπω» της αισθήσεως ως δόξα την επιφάνεια των αισθητών, γύρω απ’ την οποία γεννώνται προδήλως τα πάθη, αλλά «κατοπτριζόμενοι» μάλλον «ανακεκαλυμμένω προσώπω» της διανοίας, απαλλαγμένου από κάθε αισθητό κάλυμμα, την εν αρεταίς και γνώσει δόξα του Θεού, κατά την οποία (καθ’ ήν) γίνεται εκ φύσεως η κατά χάριν προς τον Θεό ένωση, που αφυπνίζει (διεγείρει) τον νου από κάθε άγνοια και πτώση. Γιατί όπως δραττόμαστε, αφού αγνοήσαμε τον Θεό, την απολαυστικώς με την αίσθηση γνωσθείσα κτίση λόγω της εφικτής με τη νόηση κατ’ ενέργειαν γνώσης του Θεού, ας αγνοήσουμε, λόγω της εξ αυτού συστάσεως και προς το είναι και προς το ευ είναι και προς το αεί είναι της ψυχής, κάθε και κάθε αίσθησης πείρα.

(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής -   Απ’ την εισαγωγή…)                                                                                                                 


Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.   
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής   

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – Σύντομη ερμηνεία στην προσευχή «Πάτερ ημών» σταλμένη προς κάποιον φιλόχριστο .


Κι εμείς λοιπόν —για να επαναλάβω συνοπτικά το νόημα όσων είπα— αν θέλομε να λυτρωθούμε από τον πονηρό και να μην μπούμε σε πειρασμό, ας πιστέψομε στο Θεό και ας συγχωρήσομε όσους μας έφταιξαν. «Γιατί αν δεν συγχωρήσετε, λέει, στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε τα δικά σας θα συγχωρήσει ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. 6, 15). Έτσι όχι μόνο θα πάρομε την άφεση των αμαρτιών μας, αλλά και το νόμο της αμαρτίας θα νικήσομε, και δε θα εγκαταλειφθούμε ώστε να τον δοκιμάσομε, και θα πατήσομε τον γεννήτορα αυτού του νόμου, το πονηρό φίδι, από το οποίο παρακαλούμε να σωθούμε. Στρατηγός θα είναι ο Χριστός που νίκησε τον κόσμο(Ιω. 16, 33), ο Οποίος μας οπλίζει με τους νόμους των εντολών Του και με την αποβολή των παθών συνδέει νόμιμα την ανθρώπινη φύση με τον εαυτό της μέσω της αγάπης· και κινεί ακόρεστα την όρεξή μας προς τον εαυτό Του που είναι άρτος ζωής, σοφίας, γνώσεως και δικαιοσύνης. Και με την εκπλήρωση του πατρικού θελήματος μας κάνει μετόχους της λατρείας των αγγέλων, που θα δείχνομε με τον τρόπο της ζωής μας, κατά πιστή μίμηση των αγγέλων, την επουράνια ευαρέστηση.

Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως(Β΄Πετρ. 1, 4) με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή(Πραξ. 17, 28).

Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586

Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.

Ερμηνεία

Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης

Τὸ μυστήριο τῆς θείας Ἐνανθρώπησης

Άγιος Μάξιμος Ομολογητής

η΄. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μιὰ φορὰ γεννήθηκε κατὰ σάρκα, γεννιέται πάντοτε ἀπὸ φιλανθρωπία πνευματικὰ σὲ ὅσους θέλουν, καὶ γίνεται βρέφος, διαπλάθοντας σ’ αὐτοὺς τὸν ἑαυτό του μὲ τὶς ἀρετές, καὶ σὲ τόσο βαθμὸ φανερώνεται, ὅσο γνωρίζει ὅτι μπορεῖ νὰ χωρέσει αὐτὸς ποὺ τὸν δέχεται, χωρὶς νὰ μικραίνει ἀπὸ φθόνο τὴ φανέρωση τοῦ μεγέθους του, ἀλλὰ σταθμίζει μὲ μέτρο τὴ δύναμη ἐκείνων ποὺ ποθοῦν νὰ τὸν δοῦν. Ἔτσι, ἂν καὶ φαίνεται πάντοτε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ στὶς ἐκδηλώσεις ἐκείνων ποὺ τὸν μετέχουν ὅμως παραμένει πάντα ἀπὸ ὑπερβολὴ τοῦ μυστηρίου ἀθέατος σὲ ὅλους. Γι’ αὐτὸ ἐξετάζοντας μὲ σοφία τὸ νόημα τοῦ μυστηρίου ὁ θεῖος Ἀπόστολος λέγει, «Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἴδιος χθὲς καὶ σήμερα καὶ στοὺς αἰῶνες» (Ἑβρ. 13, 8), γνωρίζοντας ὅτι εἶναι πάντοτε νέο τὸ μυστήριο καὶ δὲν παλιώνει ποτὲ ἐπειδὴ περιλαμβάνεται ἀπὸ τὸν νοῦ.

θ΄. Γεννιέται ὁ Χριστὸς ὁ Θεός, κι ἔγινε ἄνθρωπος μὲ πρόσληψη τῆς σάρκας, ποὺ ἔχει ψυχὴ νοερή. Αὐτὸς ἔδωσε στὰ ὄντα τὴ γένεσή τους ἀπὸ τὰ μὴ ὄντα, τὸν ὁποῖο γεννώντας ἡ Παρθένος δὲν διέλυσε κανένα ἀποδεικτικὸ σημάδι τῆς παρθενίας. Ὅπως δηλαδὴ ἐκεῖνος ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος οὔτε τὴ φύση του ἀλλοίωσε οὔτε τὴ δύναμή του ἄλλαξε, ἔτσι ἐκείνην ποὺ τὸν γέννησε καὶ μήτερα τὴν κάνει καὶ παρθένο τὴ διατηρεῖ, ἑρμηνεύοντας ταυτόχρονα τὸ θαῦμα μὲ θαῦμα καὶ συνάμα κρύβοντας τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του εἶναι πάντοτε μυστήριο κατὰ τὴν οὐσία, τόσο μόνον ἐξέρχεται ἀπὸ τὴ φυσικὴ κρυφιότητα, ὅσο γιὰ νὰ τὴν κάνει ἀκόμα πιὸ κρυφὴ μὲ τὴ φανέρωσή της. Καὶ τόσο πάλι κάνει τὴ μητέρα ποὺ τὸν γέννησε παρθένο, ὅσο ἀπεργάζεται τὴν κύηση ἄλυτο δεσμὸ τῆς παρθενίας.

ι΄. Ἐμφανίζονται νέες φύσεις καὶ ὁ Θεὸς γίνεται ἀνθρωπος· ὄχι μόνο ἡ θεία καὶ σταθερὴ καὶ ἀκίνητη κινούμενη πρὸς τὴν κινούμενη καὶ ἄστατη γιὰ νὰ τὴ σταματήσει ἀπὸ τὴν κίνησή της, οὔτε μόνο ἡ ἀνθρώπινη ποὺ δίχως σπορὰ ὑπὲρ φύση παράγει τὴν σάρκα τελειοποιούμενη ἀπὸ τὸν Λόγο, γιὰ νὰ σταματήσει τὴν κίνησή της, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀστέρας ποὺ φαίνεται τὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ ὁδηγεῖ τοὺς μάγους (Ματθ. 2, 1 ἑξ.) στὸν τόπο τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου, γιὰ νὰ δείξει μὲ τρόπο μυστικὸ ὅτι νικᾶ τὴν αἴσθηση ὁ λόγος τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν καὶ ὁδηγεῖ τὰ ἔθνη πρὸς τὸ μέγιστο φῶς τῆς ἐπίγνωσης. Γιατὶ ὁλοκάθαρα ὁ νομικὸς καὶ προφητικὸς λόγος, σὰν ἀστέρας, μὲ εὐσεβὲς νόημα ὁδηγεῖ στὴν ἐπίγνωση τοῦ Λόγου ποὺ σαρκώθηκε (Ρωμ. 8, 28) ἐκείνους ποὺ ἔχουν κληθεῖ σύμφωνα μὲ τὴν πρόθεσή τους μὲ τὴ δύναμη τῆς χάριτος.

ια΄. Ἐπειδὴ ἐγὼ ὁ ἄνθρωπος θέλοντας παρέβηκα τὴ θεία ἐντολὴ καὶ δελεάζοντάς με μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς θεότητας ἔσυρε τὴ στερεότητα τῆς φύσης μου ὁ διάβολος στὴν ἡδονή, ποὺ καυχιόταν δίνοντας μ’ αὐτὴν ὑπόσταση στὸν θάνατο, ἀπολαμβάνοντας τὴ φθορὰ τῆς φύσης, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς γίνεται τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς ν’ ἀλλάξει τίποτε ἀπὸ τὴ φύση μας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καθόσον δὲν ἦταν τῆς φύσης μας, ὥστε προβάλλοντας τὴ σάρκα νὰ δελεάσει καὶ νὰ ἐρεθίσει τὸν ἄπληστο δράκοντα, ποὺ περιμένει μ’ ἀνοιχτὸ στόμα νὰ καταπιεῖ τὴ σάρκα, κι ἔτσι νὰ γίνει γι’ αὐτὸν δηλητήριο, καταστρέφοντάς τον τελείως μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητας ποὺ κλείνει μέσα της, ἐνῷ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση φάρμακο ἀνάκλησης στὴν ἀρχική της χάρη μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητας ποὺ κλείνει μέσα της. Ὅπως δηλαδὴ αὐτὸς χύνοντας τὸ δηλητήριο τῆς κακίας μὲ τὸ ξύλο τῆς γνώσης κατέστρεψε τὴ φύση ποὺ τὸ γεύθηκε, ἔτσι κι ὁ ἴδιος θέλοντας νὰ φάει τὴ σάρκα τοῦ Κυρίου καταστράφηκε μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητας ποὺ εἶχε μέσα της.

ιβ΄. Τὸ μέγα μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρώπησης παραμένει πάντα μυστήριο, ὄχι μόνο γιατί, ὅπως ἐκδηλώνεται σύμμετρα μὲ τὴ δύναμη ἐκείνων ποὺ σώζει, ἔχει μεγαλύτερο ἐκεῖνο ποὺ δὲν βλέπεται ἀκόμη ἀπὸ αὐτὸ ποὺ φανερώθηκε, ἀλλ’ ἐπειδὴ κι αὐτὸ ποὺ φάνηκε μένει ἀκόμα τελείως κρυφό, χωρὶς νὰ μπορεῖ μὲ κανένα λογισμὸ νὰ γνωσθεῖ πῶς εἶναι. Κι ἂς μὴ φανεῖ παράδοξο αὐτὸ ποὺ λέγω. Γιατὶ ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι ὑπερούσιος καὶ πιὸ πάνω ἀπὸ κάθε ὑπερουσιότητα, ὅταν θέλησε νὰ εἰσέλθει στὴν οὐσία, ἔγινε οὐσία μὲ τρόπο ὑπερούσιο. Γι’ αὐτὸ ὡς φιλάνθρωπος, καὶ ἐνῷ ἔγινε γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων ἀληθινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν οὐσία τῶν ἀνθρώπων, ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρεῖ ἀφανέρωτο γιὰ πάντα τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔγινε ἄνθρωπος. Γιατὶ ἔγινε ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ ἄνθρωπο.

ιγ΄. Ἂς δοῦμε μὲ πίστη τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρώπησης κι ἂς δοξολογήσομε μακριὰ ἀπὸ περιέργεια Ἐκεῖνον ποὺ εὐδόκησε νὰ γίνει ἄνθρωπος γιὰ χάρη μας. Γιατί ποιός, ἔχοντας πεποίθηση στὴ δύναμη τῆς λογικῆς ἀπόδειξης, θὰ μπορέσει νὰ πεῖ πῶς γίνεται ἡ σύλληψη τοῦ Θεοῦ Λόγου, πῶς γίνεται σάρκα χωρὶς σπορά, πῶς γίνεται γέννηση χωρὶς νὰ προκληθεῖ φθορά, πῶς γίνεται μητέρα ἐκείνη ποὺ καὶ μετὰ τὴ γέννα ἔμεινε παρθένος, πῶς ὁ πέρα ἀπὸ κάθε τελειότητα προόδευε καθὼς μεγάλωνε (Λουκᾶ 2, 52), πῶς βαφτιζόταν ὁ καθαρός, πῶς ἔτρεφε τὰ πλήθη Ἐκεῖνος ποὺ πεινοῦσε, πῶς χάριζε δύναμη Ἐκεῖνος ποὺ ὑποβαλλόταν σὲ κόπους, πῶς Ἐκεῖνος ποὺ ὑπέφερε πρόσφερε θεραπεῖες, πῶς Ἐκεῖνος ποὺ πέθαινε ἔδινε ζωή; Καὶ γιὰ νὰ πῶ τελευταῖο τὸ πρῶτο, πῶς ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, καὶ τὸ πιὸ μυστηριῶδες βέβαια ἀπὸ ὅλα, πῶς στὴν ὑπόστασή του ὁ Λόγος παίρνει τὴν οὐσία τῆς σάρκας, αὐτὸς ποὺ κατὰ τὴν οὐσία ὑπάρχει ὑποστατικὰ ὅλος μέσα στὸν Πατέρα; Πῶς ὁ ἴδιος καὶ ὅλος Θεὸς εἶναι κατὰ τὴ φύση, καὶ ὅλος πάλι ἔγινε κατὰ φύση ἄνθρωπος, χωρὶς ν’ ἀρνηθεῖ καθόλου καμμιὰ φύση, οὔτε τὴ θεία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία εἶναι Θεός, οὔτε τὴ δική μας κατὰ τὴν ὁποία ἔγινε ἄνθρωπος; Αὐτὰ τὰ μυστήρια μόνο ἡ πίστη μπορεῖ νὰ τὰ χωρέσει, ποὺ εἶναι ὑπόσταση τῶν πέρα ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὸν λόγο πραγμάτων.

ιδ΄. Ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παρακοή του δίδαξε τὴ γένεση τῆς φύσης μας νὰ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡδονή, ὁ Κύριος ὅμως ἀπομακρύνοντας αὐτὴν ἀπὸ τὴ φύση μας δὲν δέχθηκε νὰ γίνει ἡ σύλληψή του μὲ σπορά. Ἡ γυναίκα μὲ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς ἔκανε φανερὸ ὅτι ἡ γέννηση τῆς φύσης μας ἀρχίζει μὲ ὀδύνη, ὁ Κύριος ὅμως ἀποτινάζοντας αὐτὴν ἀπὸ τὴ φύση, δὲν ἐπέτρεψε κατὰ τὴ γέννησή του νὰ ὑποστεῖ φθορὰ ἐκείνη ποὺ τὸν γέννησε, γιὰ νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴ φύση μᾶς τόσο τὴν ἑκούσια ἡδονή, ὅσο καὶ τὴν ἐξαιτίας τῆς χωρὶς τὴ θέλησή της ἡδονή, τῶν ὁποίων βέβαια δὲν ἦταν δημιουργός, ἔγινε ὡστόσο ὁ καταλυτής τους, καὶ νὰ διδάξει μυστικὰ μὲ τὴ γνώμη μας ν’ ἀρχίσομε ἄλλη ζωή, ποὺ ἀρχίζει τυχὸν ἀπὸ ὀδύνη καὶ πόνους, καταλήγει ὅμως σὲ θεία ἡδονὴ καὶ εὐφροσύνη δίχως τέλος. Γι’ αὐτὸ γίνεται ἄνθρωπος καὶ γεννιέται σὰν ἄνθρωπος ὁ ποιητὴς τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, καὶ θεραπεύοντας, μὲ τὰ πάθη τὰ πάθη, ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι αὐτὸς εἶναι πάθος τῶν δικῶν μας παθῶν (Ἑβρ. 11, 1), ποὺ ἀνανεώνει φιλάνθρωπα μὲ τρόπο ὑπερφυὴ μὲ τὶς δικές του στερήσεις τῆς σάρκας τὶς δικές μας πνευματικὲς δυνάμεις.

ιε΄. Αὐτὸς ποὺ μὲ τὸν θεῖο πόθο νίκησε τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ σῶμα, ἔγινε ἀπερίγραφος, ἔστω κι ἂν εἶναι περιγραμμένος μέσα στὸ σῶμα. Γιατὶ ὁ Θεὸς ποὺ ἕλκει τὸν πόθο ἐκείνου ποὺ τὸν ποθεῖ, εἶναι ἀσύγκριτα ὑψηλότερος ἀπὸ ὅλα καὶ δὲν ἐπιτρέπει τὸν ποθητή του νὰ προσηλώσει τὸν πόθο του σὲ κάτι ἀπὸ τὰ ἔπειτα ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂς ποθήσομε λοιπὸν τὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς φύσης μας κι ἂς καταστήσομε τὴν προαίρεσή μας ἀδούλωτη ἀπὸ ὅλα τὰ σωματικά. Ἂς ὑψωθοῦμε μὲ τὴν προαίρεσή μας πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθητὰ καὶ νοητὰ ὄντα κι ἂς μὴ ζημιωθοῦμε σὲ τίποτε ἀπολύτως ἐξαιτίας τῆς φυσικῆς μας περιγραφῆς στὸ νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ τὸν ἀπερίγραφο ἀπὸ τὴ φύση του.

Ἀπὸ τὴ σειρὰ ΕΠΕ, τόμος 15Δ, Πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς».

Ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ Ἰγνάτιος Σακαλής