Συνέχεια από Δευτέρα 12. Οκτωβρίου 2026
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 14
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
Δ.
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
Η στάση του Γέροντα απέναντι στην άσκηση της υπακοής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την εκμάθηση της πνευματικής ζωής, συνδεόταν στενά με τη στάση του απέναντι στην Ιερά Παράδοση και στον Θείο Λόγο.
Τη ζωή της Εκκλησίας την αισθανόταν ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι και την Ιερά Παράδοση ως την αδιάλειπτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία. Η Παράδοση, ως η αιώνια και αμετάβλητη παραμονή του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, είναι το βαθύτερο θεμέλιο της υπάρξεώς της. Γι’ αυτό η Παράδοση περιλαμβάνει μέσα της ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε και η ίδια η Αγία Γραφή να εμφανίζεται ως μία μόνο από τις μορφές της.
Από αυτό προκύπτει ότι:
Αν η Εκκλησία στερούνταν την Παράδοσή της, θα έπαυε να είναι αυτό που είναι, διότι η διακονία της Καινής Διαθήκης είναι διακονία Πνεύματος, «ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίας σαρκίναις» (Β΄ Κορ. γ΄ 3).
Αν πάλι υποθέσουμε ότι, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η Εκκλησία στερούνταν όλα τα βιβλία της, δηλαδή της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, των έργων των Αγίων Πατέρων και των λειτουργικών βιβλίων, τότε η Παράδοση, έστω όχι κατά λέξη και έστω σε άλλη «γλώσσα», θα αποκαθιστούσε οπωσδήποτε την Αγία Γραφή. Στην ουσία της, και αυτή η «νέα» Γραφή θα ήταν έκφραση της ίδιας «ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως» (Ἰούδα 3), εκδήλωση του ίδιου Ενός Πνεύματος, το οποίο ενεργεί αδιάκοπα μέσα στην Εκκλησία και αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο και την ουσία της.
Η Αγία Γραφή δεν είναι βαθύτερη ή σπουδαιότερη από την Ιερά Παράδοση, αλλά, όπως ειπώθηκε παραπάνω, αποτελεί μία από τις μορφές της. Είναι όμως η πολυτιμότερη από τις μορφές της, τόσο επειδή μπορεί εύκολα να διαφυλαχθεί όσο και επειδή μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί. Απομονωμένη όμως από το ρεύμα της Ιεράς Παράδοσης, η Γραφή δεν μπορεί να κατανοηθεί ορθά με καμία επιστημονική έρευνα.
Αν ο Απόστολος Παύλος είχε «νοῦν Χριστοῦ», τότε ακόμη περισσότερο έχει «νοῦν Χριστοῦ» η Αγία Εκκλησία, η οποία περιλαμβάνει μέσα της και τον ίδιο τον Παύλο. Και αν τα γραπτά του Παύλου και των άλλων Αποστόλων αποτελούν Ιερά Γράμματα, τότε και μια νέα Γραφή της Εκκλησίας, ύστερα από την απώλεια των παλαιών βιβλίων, θα ήταν εξίσου Ιερή, διότι, σύμφωνα με την επαγγελία του Κυρίου, ο Θεός —η Αγία Τριάδα— παραμένει αμετάβλητα μέσα στην Εκκλησία.
Ενεργούν λανθασμένα όσοι, αποκόπτοντας τον εαυτό τους από την Παράδοση της Εκκλησίας, πορεύονται, όπως νομίζουν, προς τις πηγές της, δηλαδή προς την Αγία Γραφή. Δεν είναι η Αγία Γραφή η πηγή της Εκκλησίας, αλλά η Ιερά Παράδοση. Κατά τις πρώτες δεκαετίες της ιστορίας της η Εκκλησία δεν είχε ακόμη τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και ζούσε μόνο με την Παράδοση, την οποία οι πιστοί καλούνται να κρατούν, όπως παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του (Β΄ Θεσ. β΄ 15).
Είναι πασίγνωστο ότι όλοι οι αιρεσιάρχες στηρίζονταν στην Αγία Γραφή· η μόνη διαφορά ήταν ότι την ερμήνευαν σύμφωνα με τη δική τους γνώμη. Για μια τέτοια αυθαίρετη διαστρέβλωση του νοήματος της Αγίας Γραφής κατά την ερμηνεία της είχε ήδη μιλήσει ο Απόστολος Πέτρος (βλ. Β΄ Πέτρ. γ΄ 16).
Μεμονωμένα μέλη της Εκκλησίας, χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα καλύτερα τέκνα και οι διδάσκαλοί της, δεν κατορθώνουν να χωρέσουν μέσα τους ολόκληρο το πλήρωμα των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό στις διδασκαλίες και στα γραπτά τους παρουσιάζονται ορισμένες ατέλειες, μερικές φορές ακόμη και παρεκκλίσεις· στο σύνολό της όμως η διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία κατέχει το πλήρωμα των δωρεών και της γνώσης, παραμένει αληθινή στους αιώνες.
Η ακράδαντη πίστη στην αλήθεια της διδασκαλίας της Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο σύνολό της και η βαθιά εμπιστοσύνη σε καθετί που αυτή παρέλαβε και επιβεβαίωσε μέσα στην πείρα της αποτελούν ακλόνητο θεμέλιο της ζωής του αγιορείτη μοναχού. Αυτό τον προφυλάσσει από τον έξω από την Παράδοση ερασιτεχνισμό και από τις άτεχνες αναζητήσεις. Μια τέτοια είσοδος, μέσω της πίστης, στη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας καθιστά τον μοναχό κληρονόμο του αμέτρητου πλούτου της και προσδίδει από την αρχή στην προσωπική του άσκηση χαρακτήρα σταθερής βεβαιότητας.
Κατά τη μελέτη της Αγίας Γραφής, των πατερικών έργων και των ανεξάντλητων σε δογματικό και προσευχητικό περιεχόμενο θησαυρών των λειτουργικών βιβλίων, ο μοναχός συναντά απέραντο πλούτο και γι’ αυτό δεν αισθάνεται την ανάγκη να γράψει και ο ίδιος γι’ αυτά, εφόσον δεν έχει να προσκομίσει κάτι ουσιαστικά νέο. Όταν όμως στη ζωή της Εκκλησίας εμφανιστεί πραγματική ανάγκη, τότε θα γραφτούν νέα βιβλία.
Κάθε νέο βιβλίο που έχει την αξίωση να περιληφθεί στη διδασκαλία της Εκκλησίας ή να την εκφράσει υποβάλλεται στην κρίση της Εκκλησίας. Αυτή εξετάζει τα πάντα αργά αλλά λεπτομερώς και τα δοκιμάζει από όλες τις πλευρές, και προπάντων από την άποψη της επίδρασης της διδασκαλίας στη ζωή.
Αυτό το κριτήριο, δηλαδή η επίδραση της διδασκαλίας στη ζωή, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία εξαιτίας του άρρηκτου δεσμού μεταξύ της δογματικής συνείδησης και της πνευματικής ζωής. Έτσι, η Εκκλησία απορρίπτει καθετί που αποδεικνύεται ότι αντιφάσκει ή δεν συμφωνεί με το πνεύμα της κατά Χριστόν αγάπης, με την οποία ζει.
Μεμονωμένα τέκνα και μέλη της, καθώς βαδίζουν προς αυτή την αγάπη, προσκόπτουν, πέφτουν, διαπράττουν εγκλήματα· η Εκκλησία όμως, στα βάθη της, γνωρίζει διά του Αγίου Πνεύματος την αλήθεια της αγάπης του Χριστού. Και εκεί όπου συναντά ακόμη και τη λέξη «αγάπη», αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο, η Εκκλησία δεν εξαπατάται από καμία φιλοσοφία, από καμία λαμπρή διδασκαλία. Η Εκκλησία ποτέ δεν πλανάται.
Πιστεύουμε ότι ο μακάριος Γέροντας Σιλουανός, αληθινός υιός της Εκκλησίας, υποδεικνύει στα γραπτά του το έσχατο και πιο αξιόπιστο κριτήριο της αλήθειας μέσα στην Εκκλησία: την κατά Χριστόν θεία αγάπη προς τους εχθρούς και την κατά Χριστόν ταπείνωση.
Έγραφε ο Γέροντας:
«Κανείς δεν μπορεί από μόνος του να γνωρίζει τι είναι η αγάπη του Θεού, αν δεν τον διδάξει το Άγιο Πνεύμα. Στην Εκκλησία μας όμως η αγάπη του Θεού είναι γνωστή εν Αγίω Πνεύματι και γι’ αυτό μιλούμε γι’ αυτήν».
«Ο Κύριος είναι αγαθός και ελεήμων· εμείς όμως, εκτός από όσα λέει η Γραφή, τίποτε δεν θα μπορούσαμε να πούμε για την αγάπη Του, αν δεν μας δίδασκε το Άγιο Πνεύμα».
«Καθένας από εμάς μπορεί να κρίνει κατά το μέτρο της χάρης του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε...».
«Οι Άγιοι μιλούν για πράγματα που πράγματι είδαν και γνωρίζουν. Δεν μιλούν για κάτι που δεν είδαν...» (βλ. Κολ. β΄ 18).
«Οι Άγιοι δεν λένε τίποτε από τον δικό τους νου».
Η θεόπνευστη Γραφή είναι ο βεβαιότερος λόγος (βλ. Β΄ Πέτρ. α΄ 19), ωφέλιμος για διδασκαλία και νουθεσία σε κάθε έργο αγαθό και θεάρεστο (βλ. Β΄ Τιμ. γ΄ 16-17), αλλά η θεογνωσία που αντλείται από αυτήν δεν μπορεί να φτάσει στην ποθητή τελειότητα, αν ο Ίδιος ο Κύριος δεν τη διδάξει διά του Αγίου Πνεύματος.
Με όλη την αληθινή του ταπείνωση και πραότητα, ο Γέροντας έλεγε με ακλόνητη πεποίθηση και εσωτερική αυθεντία ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί «με τον νου του» να συλλάβει το Θείο, το οποίο γνωρίζεται «μόνον διά Πνεύματος Αγίου». Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή, «Πνεύματι Ἁγίῳ γεγραμμένη», δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσω επιστημονικής έρευνας, με την οποία είναι προσιτές μόνο ορισμένες εξωτερικές πλευρές και λεπτομέρειες, καθόλου όμως η ουσία.
Πριν δοθεί άνωθεν στον άνθρωπο το «συνιέναι τὰς Γραφάς» και το «γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ», πριν ταπεινωθεί ο άνθρωπος μέσα στον μακρό αγώνα κατά των παθών και γνωρίσει με πείρα και αίσθηση την ανάσταση της ψυχής του και όλα όσα βρίσκονται μέσα σε αυτή τη μεγάλη και μυστηριώδη οδό, είναι απαραίτητο να κρατιέται σταθερά από την παράδοση και τη διδασκαλία της Εκκλησίας και να μην τολμά να διδάσκει από τον εαυτό του, όσο μορφωμένος κι αν είναι «κατ’ άνθρωπον». Γιατί ακόμη και οι ευφυέστερες επινοήσεις των ανθρώπων απέχουν πολύ από την αυθεντική ζωή του Πνεύματος.
Το Άγιο Πνεύμα, το Πνεύμα της Αληθείας, ζει σε κάποιο μέτρο μέσα σε κάθε άνθρωπο, και ακόμη περισσότερο μέσα στον χριστιανό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε χριστιανός μπορεί να μεγαλοποιεί τη σχετικά μικρή πείρα της χάρης και να στηρίζεται με παρρησία σε αυτήν.
Το Άγιο Πνεύμα, που πράγματι παραμένει πάντοτε μέσα στην Εκκλησία, υπομονετικά και ήρεμα αναζητεί και περιμένει κάθε ψυχή· αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος δεν Του δίνει την ελευθερία να ενεργήσει μέσα του και γι’ αυτό μένει έξω από το φως και τη γνώση των μυστηρίων της πνευματικής ζωής.
Συχνά συμβαίνει, ύστερα από κάποια πείρα της χάρης, ο άνθρωπος να μην αυξάνεται μέσα σε αυτήν, αλλά να υφίσταται την άρση της· τότε η πνευματική του ζωή συγκεντρώνεται στον εγκέφαλο ως διανοητική αντίληψη. Παραμένοντας σε αυτή την κατάσταση, όχι σπάνια θεωρεί τον εαυτό του κάτοχο πνευματικής γνώσης, χωρίς να κατανοεί ότι μια τέτοια αφηρημένη αντίληψη, αν και αποτελεί ένδειξη κάποιας εμπειρίας της χάρης, είναι μια ιδιότυπη διαστροφή του λόγου του Θεού, και η Αγία Γραφή στην ουσία παραμένει γι’ αυτόν «βιβλίον... κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά» (Ἀποκ. ε΄ 1).
Η Αγία Γραφή είναι ο λόγος για τον οποίο «ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. α΄ 21). Αλλά οι διατυπώσεις των Αγίων δεν είναι κάτι εντελώς ανεξάρτητο από το νοητικό επίπεδο και την πνευματική κατάσταση εκείνων προς τους οποίους απευθύνονταν. Όχι. Είναι ζωντανός λόγος προς συγκεκριμένους ζωντανούς ανθρώπους και γι’ αυτό αναπόφευκτα θα είναι ανεπαρκής η επιστημονική —ιστορική, αρχαιολογική, φιλολογική κ.λπ.— ερμηνεία της Γραφής.
Μέσα σε ολόκληρη την Αγία Γραφή είναι κρυμμένος ένας συγκεκριμένος σκοπός· αλλά προς αυτόν τον πάντοτε μοναδικό και αμετάβλητο σκοπό οι Άγιοι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι άλλοι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας οδηγούσαν τους ζωντανούς ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω τους, προσαρμοζόμενοι στο επίπεδο της αντίληψής τους.
Ιδιαίτερα σαφές παράδειγμα γι’ αυτό είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ασφαλώς ποτέ δεν παρεξέκλινε από τη μοναδική του θεοπτία και θεογνωσία και ο οποίος, εντούτοις, «τοῖς πᾶσι γέγονε τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσῃ» (Α΄ Κορ. θ΄ 19-22). Με άλλα λόγια, ο Παύλος μιλούσε διαφορετικά προς τον καθένα. Και αν κάποιος προσεγγίσει τις επιστολές του μόνο με επιστημονική ανάλυση, τότε η ουσία του «θεολογικού του συστήματος» αναπόφευκτα θα παραμείνει ασαφής.
Ο Γέροντας εκτιμούσε πολύ τη θεολογική επιστήμη και τους εκπροσώπους της, αλλά το θετικό έργο και τις υπηρεσίες της επιστημονικής θεολογίας τα συνέδεε αποκλειστικά με τις ιστορικές συνθήκες της ζωής της Εκκλησίας και καθόλου με τη γνήσια αιώνια ζωή του Πνεύματος.
Στον ανθρώπινο λόγο υπάρχει μια αναπόφευκτη και ανυπέρβλητη ρευστότητα. Η ιδιότητα αυτή του λόγου παρατηρείται ακόμη και στην Αγία Γραφή. Γι’ αυτό και μόνο μέσα σε περιορισμένα όρια είναι δυνατή η έκφραση της θείας αλήθειας με τον ανθρώπινο λόγο. Έτσι όμως ο Λόγος του Θεού δεν κατεβαίνει μέχρι το επίπεδο της απλής ανθρώπινης σχετικότητας. Όχι. Η σκέψη του Γέροντα είναι ότι η αληθινή κατανόηση του Λόγου του Θεού βρίσκεται στην οδό της τήρησης των εντολών του Χριστού και όχι στην οδό της επιστημονικής μελέτης. Έτσι δίδασκε ο Ίδιος ο Κύριος:
«Ἡ Ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν Ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός Με· ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα Αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ Ἐγὼ ἀπ᾿ Ἐμαυτοῦ λαλῶ» (Ἰωάν. ζ΄ 16-17).
Ο Κύριος συνόψισε ολόκληρη την Αγία Γραφή στον σύντομο λόγο: αγαπάτε τον Θεό και τον πλησίον· αλλά ο όρος «αγάπη» θα παραμένει μυστήριο σε όλους τους αιώνες για όλους τους φιλολόγους. Η λέξη αυτή είναι το όνομα του Ίδιου του Θεού και το αληθινό της νόημα δεν αποκαλύπτεται με άλλον τρόπο παρά μόνο με την ενέργεια του Ίδιου του Θεού.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ο Γέροντας, τις περισσότερες φορές, αποκαλούσε τον Θεό «Κύριο». Άλλοτε με αυτό το όνομα εννοούσε την Αγία Τριάδα, άλλοτε τον Θεό Πατέρα, άλλοτε τον Θεό Υιό και σπανίως το Άγιο Πνεύμα, του οποίου όμως το Όνομα επικαλούνταν πολύ συχνά. Και εκεί όπου θα φαινόταν φυσικό να χρησιμοποιήσει μια αντωνυμία, εκείνος επαναλάμβανε ξανά και ξανά ολόκληρο το όνομα «Άγιο Πνεύμα». Το έκανε αυτό αναμφίβολα επειδή το όνομα του Αγίου Πνεύματος, όπως και το όνομα «Κύριος» και τα άλλα ονόματα του Θεού, προκαλούσε πάντοτε μέσα στην ψυχή του ζωντανή απήχηση, αίσθημα χαράς και αγάπης.
Το φαινόμενο αυτό, δηλαδή η χαρά και η αίσθηση φωτός και αγάπης μέσα στην καρδιά κατά την επίκληση του Θεού, έγινε αιτία μεγάλων θεολογικών ερίδων σχετικά με τη φύση του Ονόματος του Θεού. Οι έριδες αυτές, που προκλήθηκαν από το βιβλίο του Καυκάσιου ερημίτη Ιλαρίωνα, «Στα όρη του Καυκάσου», επεκτάθηκαν αργότερα και στη Ρωσία και, κατά τα έτη 1912-1916, απασχόλησαν βαθιά τη ρωσική θεολογική σκέψη και την Ιεραρχία, χωρίς τελικά, όσον αφορά τη δογματική πλευρά, να οδηγήσουν σε πλήρως επιτυχή αποτελέσματα.
Οι έριδες σχετικά με το Όνομα του Θεού συνέπεσαν με εκείνη την περίοδο της πνευματικής ζωής του Γέροντα κατά την οποία βρισκόταν σε έντονο αγώνα εναντίον κάθε εκδήλωσης μέσα του του πάθους της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας, ως των κυριότερων αιτίων των μεγάλων παθημάτων του…
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
Δ.
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
Η στάση του Γέροντα απέναντι στην άσκηση της υπακοής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την εκμάθηση της πνευματικής ζωής, συνδεόταν στενά με τη στάση του απέναντι στην Ιερά Παράδοση και στον Θείο Λόγο.
Τη ζωή της Εκκλησίας την αισθανόταν ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι και την Ιερά Παράδοση ως την αδιάλειπτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία. Η Παράδοση, ως η αιώνια και αμετάβλητη παραμονή του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, είναι το βαθύτερο θεμέλιο της υπάρξεώς της. Γι’ αυτό η Παράδοση περιλαμβάνει μέσα της ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε και η ίδια η Αγία Γραφή να εμφανίζεται ως μία μόνο από τις μορφές της.
Από αυτό προκύπτει ότι:
Αν η Εκκλησία στερούνταν την Παράδοσή της, θα έπαυε να είναι αυτό που είναι, διότι η διακονία της Καινής Διαθήκης είναι διακονία Πνεύματος, «ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίας σαρκίναις» (Β΄ Κορ. γ΄ 3).
Αν πάλι υποθέσουμε ότι, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η Εκκλησία στερούνταν όλα τα βιβλία της, δηλαδή της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, των έργων των Αγίων Πατέρων και των λειτουργικών βιβλίων, τότε η Παράδοση, έστω όχι κατά λέξη και έστω σε άλλη «γλώσσα», θα αποκαθιστούσε οπωσδήποτε την Αγία Γραφή. Στην ουσία της, και αυτή η «νέα» Γραφή θα ήταν έκφραση της ίδιας «ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως» (Ἰούδα 3), εκδήλωση του ίδιου Ενός Πνεύματος, το οποίο ενεργεί αδιάκοπα μέσα στην Εκκλησία και αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο και την ουσία της.
Η Αγία Γραφή δεν είναι βαθύτερη ή σπουδαιότερη από την Ιερά Παράδοση, αλλά, όπως ειπώθηκε παραπάνω, αποτελεί μία από τις μορφές της. Είναι όμως η πολυτιμότερη από τις μορφές της, τόσο επειδή μπορεί εύκολα να διαφυλαχθεί όσο και επειδή μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί. Απομονωμένη όμως από το ρεύμα της Ιεράς Παράδοσης, η Γραφή δεν μπορεί να κατανοηθεί ορθά με καμία επιστημονική έρευνα.
Αν ο Απόστολος Παύλος είχε «νοῦν Χριστοῦ», τότε ακόμη περισσότερο έχει «νοῦν Χριστοῦ» η Αγία Εκκλησία, η οποία περιλαμβάνει μέσα της και τον ίδιο τον Παύλο. Και αν τα γραπτά του Παύλου και των άλλων Αποστόλων αποτελούν Ιερά Γράμματα, τότε και μια νέα Γραφή της Εκκλησίας, ύστερα από την απώλεια των παλαιών βιβλίων, θα ήταν εξίσου Ιερή, διότι, σύμφωνα με την επαγγελία του Κυρίου, ο Θεός —η Αγία Τριάδα— παραμένει αμετάβλητα μέσα στην Εκκλησία.
Ενεργούν λανθασμένα όσοι, αποκόπτοντας τον εαυτό τους από την Παράδοση της Εκκλησίας, πορεύονται, όπως νομίζουν, προς τις πηγές της, δηλαδή προς την Αγία Γραφή. Δεν είναι η Αγία Γραφή η πηγή της Εκκλησίας, αλλά η Ιερά Παράδοση. Κατά τις πρώτες δεκαετίες της ιστορίας της η Εκκλησία δεν είχε ακόμη τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και ζούσε μόνο με την Παράδοση, την οποία οι πιστοί καλούνται να κρατούν, όπως παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του (Β΄ Θεσ. β΄ 15).
Είναι πασίγνωστο ότι όλοι οι αιρεσιάρχες στηρίζονταν στην Αγία Γραφή· η μόνη διαφορά ήταν ότι την ερμήνευαν σύμφωνα με τη δική τους γνώμη. Για μια τέτοια αυθαίρετη διαστρέβλωση του νοήματος της Αγίας Γραφής κατά την ερμηνεία της είχε ήδη μιλήσει ο Απόστολος Πέτρος (βλ. Β΄ Πέτρ. γ΄ 16).
Μεμονωμένα μέλη της Εκκλησίας, χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα καλύτερα τέκνα και οι διδάσκαλοί της, δεν κατορθώνουν να χωρέσουν μέσα τους ολόκληρο το πλήρωμα των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό στις διδασκαλίες και στα γραπτά τους παρουσιάζονται ορισμένες ατέλειες, μερικές φορές ακόμη και παρεκκλίσεις· στο σύνολό της όμως η διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία κατέχει το πλήρωμα των δωρεών και της γνώσης, παραμένει αληθινή στους αιώνες.
Η ακράδαντη πίστη στην αλήθεια της διδασκαλίας της Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο σύνολό της και η βαθιά εμπιστοσύνη σε καθετί που αυτή παρέλαβε και επιβεβαίωσε μέσα στην πείρα της αποτελούν ακλόνητο θεμέλιο της ζωής του αγιορείτη μοναχού. Αυτό τον προφυλάσσει από τον έξω από την Παράδοση ερασιτεχνισμό και από τις άτεχνες αναζητήσεις. Μια τέτοια είσοδος, μέσω της πίστης, στη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας καθιστά τον μοναχό κληρονόμο του αμέτρητου πλούτου της και προσδίδει από την αρχή στην προσωπική του άσκηση χαρακτήρα σταθερής βεβαιότητας.
Κατά τη μελέτη της Αγίας Γραφής, των πατερικών έργων και των ανεξάντλητων σε δογματικό και προσευχητικό περιεχόμενο θησαυρών των λειτουργικών βιβλίων, ο μοναχός συναντά απέραντο πλούτο και γι’ αυτό δεν αισθάνεται την ανάγκη να γράψει και ο ίδιος γι’ αυτά, εφόσον δεν έχει να προσκομίσει κάτι ουσιαστικά νέο. Όταν όμως στη ζωή της Εκκλησίας εμφανιστεί πραγματική ανάγκη, τότε θα γραφτούν νέα βιβλία.
Κάθε νέο βιβλίο που έχει την αξίωση να περιληφθεί στη διδασκαλία της Εκκλησίας ή να την εκφράσει υποβάλλεται στην κρίση της Εκκλησίας. Αυτή εξετάζει τα πάντα αργά αλλά λεπτομερώς και τα δοκιμάζει από όλες τις πλευρές, και προπάντων από την άποψη της επίδρασης της διδασκαλίας στη ζωή.
Αυτό το κριτήριο, δηλαδή η επίδραση της διδασκαλίας στη ζωή, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία εξαιτίας του άρρηκτου δεσμού μεταξύ της δογματικής συνείδησης και της πνευματικής ζωής. Έτσι, η Εκκλησία απορρίπτει καθετί που αποδεικνύεται ότι αντιφάσκει ή δεν συμφωνεί με το πνεύμα της κατά Χριστόν αγάπης, με την οποία ζει.
Μεμονωμένα τέκνα και μέλη της, καθώς βαδίζουν προς αυτή την αγάπη, προσκόπτουν, πέφτουν, διαπράττουν εγκλήματα· η Εκκλησία όμως, στα βάθη της, γνωρίζει διά του Αγίου Πνεύματος την αλήθεια της αγάπης του Χριστού. Και εκεί όπου συναντά ακόμη και τη λέξη «αγάπη», αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο, η Εκκλησία δεν εξαπατάται από καμία φιλοσοφία, από καμία λαμπρή διδασκαλία. Η Εκκλησία ποτέ δεν πλανάται.
Πιστεύουμε ότι ο μακάριος Γέροντας Σιλουανός, αληθινός υιός της Εκκλησίας, υποδεικνύει στα γραπτά του το έσχατο και πιο αξιόπιστο κριτήριο της αλήθειας μέσα στην Εκκλησία: την κατά Χριστόν θεία αγάπη προς τους εχθρούς και την κατά Χριστόν ταπείνωση.
Έγραφε ο Γέροντας:
«Κανείς δεν μπορεί από μόνος του να γνωρίζει τι είναι η αγάπη του Θεού, αν δεν τον διδάξει το Άγιο Πνεύμα. Στην Εκκλησία μας όμως η αγάπη του Θεού είναι γνωστή εν Αγίω Πνεύματι και γι’ αυτό μιλούμε γι’ αυτήν».
«Ο Κύριος είναι αγαθός και ελεήμων· εμείς όμως, εκτός από όσα λέει η Γραφή, τίποτε δεν θα μπορούσαμε να πούμε για την αγάπη Του, αν δεν μας δίδασκε το Άγιο Πνεύμα».
«Καθένας από εμάς μπορεί να κρίνει κατά το μέτρο της χάρης του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε...».
«Οι Άγιοι μιλούν για πράγματα που πράγματι είδαν και γνωρίζουν. Δεν μιλούν για κάτι που δεν είδαν...» (βλ. Κολ. β΄ 18).
«Οι Άγιοι δεν λένε τίποτε από τον δικό τους νου».
Η θεόπνευστη Γραφή είναι ο βεβαιότερος λόγος (βλ. Β΄ Πέτρ. α΄ 19), ωφέλιμος για διδασκαλία και νουθεσία σε κάθε έργο αγαθό και θεάρεστο (βλ. Β΄ Τιμ. γ΄ 16-17), αλλά η θεογνωσία που αντλείται από αυτήν δεν μπορεί να φτάσει στην ποθητή τελειότητα, αν ο Ίδιος ο Κύριος δεν τη διδάξει διά του Αγίου Πνεύματος.
Με όλη την αληθινή του ταπείνωση και πραότητα, ο Γέροντας έλεγε με ακλόνητη πεποίθηση και εσωτερική αυθεντία ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί «με τον νου του» να συλλάβει το Θείο, το οποίο γνωρίζεται «μόνον διά Πνεύματος Αγίου». Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή, «Πνεύματι Ἁγίῳ γεγραμμένη», δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσω επιστημονικής έρευνας, με την οποία είναι προσιτές μόνο ορισμένες εξωτερικές πλευρές και λεπτομέρειες, καθόλου όμως η ουσία.
Πριν δοθεί άνωθεν στον άνθρωπο το «συνιέναι τὰς Γραφάς» και το «γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ», πριν ταπεινωθεί ο άνθρωπος μέσα στον μακρό αγώνα κατά των παθών και γνωρίσει με πείρα και αίσθηση την ανάσταση της ψυχής του και όλα όσα βρίσκονται μέσα σε αυτή τη μεγάλη και μυστηριώδη οδό, είναι απαραίτητο να κρατιέται σταθερά από την παράδοση και τη διδασκαλία της Εκκλησίας και να μην τολμά να διδάσκει από τον εαυτό του, όσο μορφωμένος κι αν είναι «κατ’ άνθρωπον». Γιατί ακόμη και οι ευφυέστερες επινοήσεις των ανθρώπων απέχουν πολύ από την αυθεντική ζωή του Πνεύματος.
Το Άγιο Πνεύμα, το Πνεύμα της Αληθείας, ζει σε κάποιο μέτρο μέσα σε κάθε άνθρωπο, και ακόμη περισσότερο μέσα στον χριστιανό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε χριστιανός μπορεί να μεγαλοποιεί τη σχετικά μικρή πείρα της χάρης και να στηρίζεται με παρρησία σε αυτήν.
Το Άγιο Πνεύμα, που πράγματι παραμένει πάντοτε μέσα στην Εκκλησία, υπομονετικά και ήρεμα αναζητεί και περιμένει κάθε ψυχή· αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος δεν Του δίνει την ελευθερία να ενεργήσει μέσα του και γι’ αυτό μένει έξω από το φως και τη γνώση των μυστηρίων της πνευματικής ζωής.
Συχνά συμβαίνει, ύστερα από κάποια πείρα της χάρης, ο άνθρωπος να μην αυξάνεται μέσα σε αυτήν, αλλά να υφίσταται την άρση της· τότε η πνευματική του ζωή συγκεντρώνεται στον εγκέφαλο ως διανοητική αντίληψη. Παραμένοντας σε αυτή την κατάσταση, όχι σπάνια θεωρεί τον εαυτό του κάτοχο πνευματικής γνώσης, χωρίς να κατανοεί ότι μια τέτοια αφηρημένη αντίληψη, αν και αποτελεί ένδειξη κάποιας εμπειρίας της χάρης, είναι μια ιδιότυπη διαστροφή του λόγου του Θεού, και η Αγία Γραφή στην ουσία παραμένει γι’ αυτόν «βιβλίον... κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά» (Ἀποκ. ε΄ 1).
Η Αγία Γραφή είναι ο λόγος για τον οποίο «ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. α΄ 21). Αλλά οι διατυπώσεις των Αγίων δεν είναι κάτι εντελώς ανεξάρτητο από το νοητικό επίπεδο και την πνευματική κατάσταση εκείνων προς τους οποίους απευθύνονταν. Όχι. Είναι ζωντανός λόγος προς συγκεκριμένους ζωντανούς ανθρώπους και γι’ αυτό αναπόφευκτα θα είναι ανεπαρκής η επιστημονική —ιστορική, αρχαιολογική, φιλολογική κ.λπ.— ερμηνεία της Γραφής.
Μέσα σε ολόκληρη την Αγία Γραφή είναι κρυμμένος ένας συγκεκριμένος σκοπός· αλλά προς αυτόν τον πάντοτε μοναδικό και αμετάβλητο σκοπό οι Άγιοι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι άλλοι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας οδηγούσαν τους ζωντανούς ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω τους, προσαρμοζόμενοι στο επίπεδο της αντίληψής τους.
Ιδιαίτερα σαφές παράδειγμα γι’ αυτό είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ασφαλώς ποτέ δεν παρεξέκλινε από τη μοναδική του θεοπτία και θεογνωσία και ο οποίος, εντούτοις, «τοῖς πᾶσι γέγονε τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσῃ» (Α΄ Κορ. θ΄ 19-22). Με άλλα λόγια, ο Παύλος μιλούσε διαφορετικά προς τον καθένα. Και αν κάποιος προσεγγίσει τις επιστολές του μόνο με επιστημονική ανάλυση, τότε η ουσία του «θεολογικού του συστήματος» αναπόφευκτα θα παραμείνει ασαφής.
Ο Γέροντας εκτιμούσε πολύ τη θεολογική επιστήμη και τους εκπροσώπους της, αλλά το θετικό έργο και τις υπηρεσίες της επιστημονικής θεολογίας τα συνέδεε αποκλειστικά με τις ιστορικές συνθήκες της ζωής της Εκκλησίας και καθόλου με τη γνήσια αιώνια ζωή του Πνεύματος.
Στον ανθρώπινο λόγο υπάρχει μια αναπόφευκτη και ανυπέρβλητη ρευστότητα. Η ιδιότητα αυτή του λόγου παρατηρείται ακόμη και στην Αγία Γραφή. Γι’ αυτό και μόνο μέσα σε περιορισμένα όρια είναι δυνατή η έκφραση της θείας αλήθειας με τον ανθρώπινο λόγο. Έτσι όμως ο Λόγος του Θεού δεν κατεβαίνει μέχρι το επίπεδο της απλής ανθρώπινης σχετικότητας. Όχι. Η σκέψη του Γέροντα είναι ότι η αληθινή κατανόηση του Λόγου του Θεού βρίσκεται στην οδό της τήρησης των εντολών του Χριστού και όχι στην οδό της επιστημονικής μελέτης. Έτσι δίδασκε ο Ίδιος ο Κύριος:
«Ἡ Ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν Ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός Με· ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα Αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ Ἐγὼ ἀπ᾿ Ἐμαυτοῦ λαλῶ» (Ἰωάν. ζ΄ 16-17).
Ο Κύριος συνόψισε ολόκληρη την Αγία Γραφή στον σύντομο λόγο: αγαπάτε τον Θεό και τον πλησίον· αλλά ο όρος «αγάπη» θα παραμένει μυστήριο σε όλους τους αιώνες για όλους τους φιλολόγους. Η λέξη αυτή είναι το όνομα του Ίδιου του Θεού και το αληθινό της νόημα δεν αποκαλύπτεται με άλλον τρόπο παρά μόνο με την ενέργεια του Ίδιου του Θεού.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ο Γέροντας, τις περισσότερες φορές, αποκαλούσε τον Θεό «Κύριο». Άλλοτε με αυτό το όνομα εννοούσε την Αγία Τριάδα, άλλοτε τον Θεό Πατέρα, άλλοτε τον Θεό Υιό και σπανίως το Άγιο Πνεύμα, του οποίου όμως το Όνομα επικαλούνταν πολύ συχνά. Και εκεί όπου θα φαινόταν φυσικό να χρησιμοποιήσει μια αντωνυμία, εκείνος επαναλάμβανε ξανά και ξανά ολόκληρο το όνομα «Άγιο Πνεύμα». Το έκανε αυτό αναμφίβολα επειδή το όνομα του Αγίου Πνεύματος, όπως και το όνομα «Κύριος» και τα άλλα ονόματα του Θεού, προκαλούσε πάντοτε μέσα στην ψυχή του ζωντανή απήχηση, αίσθημα χαράς και αγάπης.
Το φαινόμενο αυτό, δηλαδή η χαρά και η αίσθηση φωτός και αγάπης μέσα στην καρδιά κατά την επίκληση του Θεού, έγινε αιτία μεγάλων θεολογικών ερίδων σχετικά με τη φύση του Ονόματος του Θεού. Οι έριδες αυτές, που προκλήθηκαν από το βιβλίο του Καυκάσιου ερημίτη Ιλαρίωνα, «Στα όρη του Καυκάσου», επεκτάθηκαν αργότερα και στη Ρωσία και, κατά τα έτη 1912-1916, απασχόλησαν βαθιά τη ρωσική θεολογική σκέψη και την Ιεραρχία, χωρίς τελικά, όσον αφορά τη δογματική πλευρά, να οδηγήσουν σε πλήρως επιτυχή αποτελέσματα.
Οι έριδες σχετικά με το Όνομα του Θεού συνέπεσαν με εκείνη την περίοδο της πνευματικής ζωής του Γέροντα κατά την οποία βρισκόταν σε έντονο αγώνα εναντίον κάθε εκδήλωσης μέσα του του πάθους της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας, ως των κυριότερων αιτίων των μεγάλων παθημάτων του…
ΣΧΟΛΙΟ:ΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΘΟΤΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΙΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΕΧΤΗΚΕ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ. Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ, Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΔΗΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙAΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΕΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου