Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Ο Swedenborg στην Κριτική του καθαρού λόγου 1


Ο Swedenborg στην Κριτική του καθαρού λόγου 1

MONIQUE DAVID-MÉNARD (Παρίσι)


Η Monique David-Ménard (γεν. 1947) είναι Γαλλίδα φιλόσοφος και ψυχαναλύτρια, με διδακτορικές σπουδές στη φιλοσοφία και στην κλινική ψυχοπαθολογία–ψυχανάλυση. Συνδέθηκε με το Πανεπιστήμιο Paris-Diderot, όπου διηύθυνε το Centre d’études du vivant από το 2005 έως το 2011. Bibliothèque nationale de France

Το έργο της κινείται στη συνάντηση φιλοσοφίας και ψυχανάλυσης, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Kant, Freud, Lacan και Deleuze. Εξετάζει πώς ο λόγος σχετίζεται με το σώμα, την επιθυμία, τη φαντασία και τις εμπειρίες που δυσκολεύεται να εντάξει στα σχήματά του. Centre Pompidou

Για το θέμα που διαβάζουμε, βασικό βιβλίο της είναι το La folie dans la raison pure. Kant lecteur de Swedenborg —«Η τρέλα στον καθαρό λόγο. Ο Kant ως αναγνώστης του Swedenborg»—, που κυκλοφόρησε το 1990 στις εκδόσεις Vrin.

Έκδοση:
Friedemann Stengel (Hg.), Kant und Swedenborg. Zugänge zu einem umstrittenen Verhältnis. Tübingen: Max Niemeyer, 2008, S. 123–132. Reihe: Hallesche Beiträge zur Europäischen Aufklärung, Band 38.


Στην ακαδημαϊκή έρευνα για τον Kant επικρατούσε μέχρι σήμερα κατά κανόνα η άποψη ότι η κριτική και υπερβατολογική φιλοσοφία ανάγεται στην αναμέτρηση του Kant με τον Leibniz και τον Hume. Ο ίδιος ο Kant έγραφε το 1783 στα Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική που θα μπορεί να εμφανιστεί ως επιστήμη: «Ομολογώ απερίφραστα: η υπόμνηση του David Hume ήταν ακριβώς εκείνο που πριν από πολλά χρόνια διέκοψε για πρώτη φορά τον δογματικό μου ύπνο και έδωσε στις έρευνές μου στο πεδίο της θεωρησιακής φιλοσοφίας μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση».¹ Όταν, παρ’ όλα αυτά, αποδίδεται κάποιος ρόλος στη γένεση του φιλοσοφικού του συστήματος στα Όνειρα ενός οραματιστή πνευμάτων του 1766, το βιβλίο του Kant για τον οραματιστή πνευμάτων Swedenborg, αυτό συμβαίνει συνήθως στο πεδίο της πρακτικής φιλοσοφίας. Για παράδειγμα, εξετάζεται η δομή των ενορμήσεων που συνάδει με την κατηγορική προσταγή, αλλά δεν αναφέρεται η εξάρτηση του καθαρού λόγου από το ενδιαφέρον του Kant για τη φαντασιοπληξία στο θεωρητικό του έργο. Ή η συγγένεια μεταξύ μεταφυσικής και φαντασιοπληξίας διατυπώνεται μόνο γενικά. Έτσι, οι Hartmut και Gernot Böhme παρατηρούν: «Η οραματική ικανότητα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την εμπειρική βάση της μεταφυσικής, όπως και η μεταφυσική, από την πλευρά της, δείχνει ότι η οραματική ικανότητα είναι δυνατή».² Και συγχρόνως υποστηρίζουν, με βάση την ανάγνωσή τους των Ονείρων, ότι ο Kant ήθελε «να μην έχει πλέον καμία σχέση με δαίμονες, όνειρα, πνεύματα».³ Η κριτική φιλοσοφία θεωρείται, επομένως, υποχώρηση σε ασφαλές έδαφος. Αυτές οι παρατηρήσεις, ωστόσο, αφήνουν αδιευκρίνιστο γιατί ο Kant, κατά τα έτη 1763 και 1764 —δηλαδή προτού ενδιαφερθεί για τα συγγράμματα του Swedenborg—, ασχολήθηκε με δύο διαφορετικά πεδία έρευνας: αφενός με το παραλήρημα και αφετέρου με τη λογική της άρνησης. Το 1763 δημοσιεύτηκε η Απόπειρα εισαγωγής της έννοιας των αρνητικών μεγεθών στη φιλοσοφία, και το 1764 το Δοκίμιο για τις ασθένειες της κεφαλής και οι Παρατηρήσεις για το αίσθημα του ωραίου και του υψηλού. Η Απόπειρα εισαγωγής της έννοιας των αρνητικών μεγεθών στη φιλοσοφία θέτει δύο διαφορετικές αρνήσεις: η αντίφαση είναι η καταστροφή ενός περιεχομένου της σκέψης. Είναι όμως απλώς τυπική και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αντίθετα, η λεγόμενη «πραγματική σύγκρουση», η «πραγματική εναντίωση» ή πραγματική αντίθεση είναι ένας αλγεβρικός προσδιορισμός που συγκροτεί κάτι πραγματικό. Καθετί που μπορεί να προσδιοριστεί ως πραγματικό πρέπει να συγκροτείται μέσω της πραγματικής σύγκρουσης. Και αν κάποια ιδέα αποκλείει μια τέτοια άρνηση —για παράδειγμα, η ιδέα του Θεού, η οποία δεν μπορεί να περιέχει κανέναν περιορισμό—, τότε είναι επίσης αδύνατον να προσδιορίζει ως έννοια κάτι πραγματικό. Φαινομενικά, αυτή η προβληματική της άρνησης δεν έχει καμία σχέση με τους στοχασμούς για τη φαντασιοπληξία και το παραλήρημα.⁴ Στο Δοκίμιο για τις ασθένειες της κεφαλής συναντάται μια ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών που θολώνουν και συγχέουν τη διάνοια, την κρίση ή τις αισθήσεις. Οι αισθήσεις σχετίζονται επίσης με το συναίσθημα, επομένως με τη φαντασία, για την οποία μιλά ο Kant στο τρίτο κείμενο. Το κοινό σημείο ανάμεσα στο κείμενο για τις ασθένειες της κεφαλής και στο κείμενο για το ωραίο και το υψηλό είναι εύκολο να κατανοηθεί: το ηθικό νόημα του υψηλού δεν απέχει πολύ από τον φανατισμό, και ο φανατισμός, με τη σειρά του, σχετίζεται με μία από τις ασθένειες της κεφαλής. Επομένως, τα δύο κείμενα που δημοσιεύτηκαν το 1764 συγγενεύουν μεταξύ τους. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι ο φανατισμός στα ανθρωπολογικά και ηθικά κείμενα του Kant βρίσκεται πολύ κοντά στη φαντασιοπληξία. Και θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η φαντασιοπληξία είναι η θεωρητική ανάπτυξη της φανατικής ενσυναίσθησης. Τι σχέση έχει όμως αυτό με την άρνηση; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνεται μόλις το 1766, στα Όνειρα ενός οραματιστή πνευμάτων, ερμηνευμένα μέσω των ονείρων της μεταφυσικής: όπως το αρνητικό μέγεθος αποφεύγει τον φορμαλισμό της λογικής αντίφασης προσδιορίζοντας κάτι πραγματικό, έτσι και «εκείνος που ονειρεύεται ξύπνιος» αποφεύγει την απεριόριστη επέκταση της φαντασίας του διακρίνοντας «κάτι» από τα πλάσματά της. «Γι’ αυτό, οι ίδιες εικόνες μπορούν βέβαια να τον απασχολούν πολύ όταν είναι ξύπνιος, αλλά όχι να τον εξαπατούν, όσο σαφείς και αν είναι. Διότι, μολονότι τότε έχει επίσης στον εγκέφαλό του μια παράσταση του εαυτού του και του σώματός του, με την οποία συσχετίζει τις φανταστικές εικόνες του, εντούτοις το πραγματικό αίσθημα του σώματός του μέσω των εξωτερικών αισθήσεων δημιουργεί απέναντι σε εκείνες τις χίμαιρες μια αντίθεση ή διαφοροποίηση, ώστε να θεωρεί εκείνες ως επινοημένες από τον ίδιο, ενώ αυτό ως αισθητηριακά δεδομένο».⁵ Δεν γίνεται άραγε η πραγματική αντίθεση όργανο για να διαφύγουμε από το ατέρμονο και σοφιστικό παιχνίδι της ανίσχυρης αντίφασης, όπως ακριβώς και το όνειρο εν εγρηγόρσει, στο οποίο ένα «κάτι» επιτρέπει την αντίθεση προς την εξάπλωση της φαντασιόπληκτης φαντασίας;

Σε αυτή τη συνάφεια, το αντικείμενο παρουσιάζεται για πρώτη φορά ως εκείνο που καθιστά δυνατή την απεριόριστη εξάπλωση της παράφρονης φαντασίας ή των παραληρηματικών συλλογισμών του λόγου. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο στη σύνδεση ανάμεσα στην περιγραφή των ασθενειών της κεφαλής και στη νέα έννοια της άρνησης: «κάτι» προσδιορίζεται ως κάτι πραγματικό όταν περιορίζει την ατέρμονη εξάπλωση της φαντασίας ή της τυπικής λογικής. Με αυτή την έννοια του αντικειμένου μπορούμε να προσεγγίσουμε την Κριτική του καθαρού λόγου. Είναι η σχέση του Kant με τον Swedenborg απλώς μια νεανική περιπέτεια που δεν παίζει σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση της κριτικής και υπερβατολογικής φιλοσοφίας ή μήπως αυτή η αναμέτρηση με έναν θεόσοφο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα, καθοριστικό όχι μόνο για τα πρακτικά και ανθρωπολογικά κείμενα του Kant, αλλά και για την ανακάλυψη ενός νέου τρόπου του φιλοσοφείν; Σε ποιον βαθμό μπορεί κανείς να κατανοήσει την πρώτη Κριτική ως εννοιολογική αποδέσμευση από τη σκέψη του Swedenborg; Το όνομα του Swedenborg δεν απαντά σε αυτό το βιβλίο. Παρ’ όλα αυτά, η αναμέτρηση με τα θέματά του δεν απουσιάζει. Η διαρκής πάλη με τον Swedenborg πρόκειται εδώ να παρουσιαστεί ως μία από τις σημαντικότερες πηγές της διάκρισης μεταξύ Αναλυτικής και Διαλεκτικής, της νέας θεωρίας της άρνησης και της τροπικότητας, καθώς και της συνολικής σύλληψης του αντικειμένου της γνώσης.

Η πάλη με έναν άλλο στοχαστή είναι ίσως αναγκαία για να μπορέσει κανείς να επινοήσει έναν νέο τρόπο φιλοσοφίας. Μια τέτοια πάλη δεν είναι απλή εξάρτηση, αλλά μάλλον μια γειτνίαση που οδηγεί σε μια νέα εννοιολογική προβληματική. Η σκέψη του Swedenborg και η φαντασιόπληκτη εμπειρία του έγιναν για τον Kant ένας κίνδυνος, του οποίου τη θεωρητική δυνατότητα ήθελε να κατανοήσει. Σε αυτή τη διαδικασία κατανόησης μεταμορφώθηκε η ίδια η ιδέα του για τη φιλοσοφία.

1 Η νέα θεωρία της τροπικότητας

Ο πυρήνας της αναμέτρησης στην πρώτη Κριτική έγκειται στη νέα έννοια της τροπικότητας: οι αρχές του τρόπου σκέψης του Swedenborg περιγράφονται με ακρίβεια υπό την επικεφαλίδα του πρώτου και του δεύτερου «Αιτήματος της εμπειρικής σκέψης εν γένει»: δυνατότητα και πραγματικότητα.⁶ Πρώτον: «Ό,τι συμφωνεί με τους τυπικούς όρους της εμπειρίας —ως προς την εποπτεία και τις έννοιες— είναι δυνατό». Και δεύτερον: «Ό,τι συνδέεται με τους υλικούς όρους της εμπειρίας —με το αίσθημα— είναι πραγματικό».

Αυτοί οι δύο νέοι προσδιορισμοί είναι αναγκαίοι για να αποδοθεί ένα καθεστώς σε έναν στοχαστή όπως ο Swedenborg. Ο Swedenborg δεν ονομάζεται πλέον «Schwedenberg», όπως στα Όνειρα ενός οραματιστή πνευμάτων,⁷ αλλά συγκαταλέγεται τώρα στους «ορισμένους».⁸ Η προσέγγιση του Kant παρουσιάζεται το 1781 στην πρώτη Κριτική με την ίδια ακρίβεια όπως το 1766 στα Όνειρα. Βρίσκεται ανάμεσα στις δύο εκ νέου προσδιορισμένες τροπικότητες της δυνατότητας και της πραγματικότητας: «Μια υπόσταση που θα ήταν σταθερά παρούσα στον χώρο, χωρίς ωστόσο να τον πληροί —όπως εκείνο το ενδιάμεσο μεταξύ ύλης και σκεπτόμενων όντων, το οποίο ορισμένοι θέλησαν να εισαγάγουν—, ή μια ιδιαίτερη θεμελιώδης δύναμη του ψυχισμού μας να εποπτεύει εκ των προτέρων το μέλλον —και όχι απλώς να το συνάγει—, ή, τέλος, μια ικανότητά του να βρίσκεται σε κοινωνία σκέψεων με άλλους ανθρώπους —όσο μακριά και αν βρίσκονται—: αυτές είναι έννοιες των οποίων η δυνατότητα είναι εντελώς αθεμελίωτη, επειδή δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εμπειρία και στους γνωστούς νόμους της και, χωρίς αυτούς, αποτελεί μια αυθαίρετη σύνδεση σκέψεων, η οποία, μολονότι δεν περιέχει αντίφαση, δεν μπορεί εντούτοις να αξιώνει αντικειμενική πραγματικότητα, επομένως ούτε τη δυνατότητα ενός τέτοιου αντικειμένου όπως αυτό που θέλει κανείς εδώ να σκεφτεί».⁹[Η ΑΡΝΗΣΗ ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ;] Ο Swedenborg αναγκάζει τον Kant να συλλάβει εκ νέου τις έννοιες της δυνατότητας και της πραγματικότητας. Πρώτον, ο Swedenborg δεν ασχολείται με τους τυπικούς όρους της εμπειρίας, οι οποίοι και μόνο μπορούν να προσδώσουν στις έννοιες αντικειμενική εγκυρότητα. Παραμελεί, επομένως, την ενδιάμεση βαθμίδα της εμπειρίας, η οποία είναι ακόμη κενή, αλλά αποτελεί παρ’ όλα αυτά αναπόφευκτο όρο μιας εμπειρίας που πληρούται με περιεχόμενο. Δεύτερον, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Kant, τα αισθήματα, δηλαδή οι ύλες ή τα περιεχόμενα των εμπειριών του, αδυνατούν να διαταχθούν σύμφωνα με τις υπερβατολογικές αρχές. Εδώ δεν πρόκειται για την κενότητα της εμπειρίας, διότι ο Swedenborg έχει πράγματι αισθήματα και σκέψεις, αλλά το περιεχόμενό τους δεν μπορεί να διαταχθεί μέσω των αρχών της καθαρής διάνοιας. Γι’ αυτό η εμπειρία του ως προς την ύλη της είναι κενή ή μη πραγματική. Επομένως, ήδη εδώ συναντώνται δύο από τους τέσσερις προσδιορισμούς της κενότητας από τον «Πίνακα του Μηδενός»: ens rationis και ens imaginarium.¹⁰

Ο «κίνδυνος Swedenborg», όμως, επιτρέπει στον φιλόσοφο να ανακαλύψει και κάτι άλλο. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Swedenborg περιγράφει τα υποτιθέμενα αισθήματά του χωρίς a priori κανόνες καθιστά ακατανόητο το ότι οι μορφές του χρόνου και του χώρου επιτελούν μια διπλή λειτουργία. Μία και η αυτή σύνθεση απαιτείται όταν ο χρόνος και ο χώρος νοούνται μαζί με τις εμπειρικές αντιλήψεις και τα αισθήματα, δηλαδή για την πραγματικότητα, και όταν αναπτύσσονται στα μαθηματικά των αριθμών και του χώρου ως διαχωρίσιμες μορφές, δηλαδή για τη δυνατότητα. Ο Swedenborg συνδέει τα αισθήματά του με τρόπο που καθιστά αδύνατη την εμπειρική ή μαθηματική εξήγηση αυτής της ομοιογένειας της σύνθεσης.

Αντίστροφα, οι ισχυρισμοί του Swedenborg αποτέλεσαν για τον Kant την ευκαιρία να κατανοήσει καλύτερα τον ρόλο του χρόνου και του χώρου σε αυτές τις δύο περιπτώσεις. Ως συστατικά των εμπειρικών φαινομένων, ο χώρος και ο χρόνος δεν εμφανίζονται ως τέτοιοι. Παρ’ όλα αυτά, διαθέτουν την ίδια τυπική αναγκαιότητα και ακολουθούν τους ίδιους κανόνες όταν, όπως στα μαθηματικά, είναι αναγνωρίσιμοι και αδιάκριτοι από την ύλη των εμπειριών. Μόνο η πλάνη, ή ακριβέστερα το παραλήρημα, του Swedenborg επιτρέπει να αποσαφηνιστεί το καθεστώς αυτής της ιδιότητας του χώρου και του χρόνου, δηλαδή το ότι δεν μπορούν να εμφανίζονται ως τέτοιοι. Απέναντι σε αυτή την παρατήρηση θα μπορούσε αναμφίβολα να διατυπωθεί η ένσταση ότι πίσω από τη νέα καντιανή θεωρία της τροπικότητας πρέπει να διακρίνουμε μια αναμέτρηση όχι μόνο με τον Swedenborg αλλά και με τον Leibniz. Πράγματι, από τα Όνειρα ενός οραματιστή πνευμάτων, ερμηνευμένα μέσω των ονείρων της μεταφυσικής (1766) και έπειτα, ο Leibniz και ο Swedenborg συνδέονται πολύ συχνά μεταξύ τους στα κείμενα του Kant. Για παράδειγμα, στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης της Κριτικής του καθαρού λόγου, ο Kant μιλά για τη «δογματικά φαντασιόπληκτη φιλομάθεια» των μεταφυσικών.¹¹ Αυτή η έκφραση ισχύει τόσο για τον Leibniz όσο και για τον Swedenborg, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν τα ονόματά τους. Και όταν ο Kant, σε μια σημείωση για την Αμφιβολία των εννοιών του αναστοχασμού, η οποία συνοδεύει τον λεγόμενο «Πίνακα του Μηδενός», ερμηνεύει το μηδέν με υπερβατολογική έννοια, στοχεύει επίσης τον Leibniz και τον Swedenborg: «Μηδέν, δηλαδή μια έννοια χωρίς αντικείμενο, όπως τα νοούμενα, τα οποία δεν μπορούν να συγκαταλέγονται στα δυνατά, μολονότι δεν πρέπει γι’ αυτό και να χαρακτηρίζονται αδύνατα (ens rationis), ή όπως, για παράδειγμα, ορισμένες νέες θεμελιώδεις δυνάμεις που επινοεί κανείς, οι οποίες νοούνται βέβαια χωρίς αντίφαση, αλλά και χωρίς παράδειγμα από την εμπειρία, και επομένως δεν πρέπει να συγκαταλέγονται στα δυνατά».¹² Από όσα προηγήθηκαν έχει γίνει σαφές ότι ο Kant, όταν διακρίνει την πραγματικότητα από τη δυνατότητα, αναμετριέται μόνο με τον Swedenborg. Κατά την κρίση του Kant, ο Leibniz δεν συγχέει αυτούς τους δύο προσδιορισμούς, αλλά μάλλον ανάγει τη δυνατότητα στην έννοια. Μόνο ο Swedenborg συνδέει τα αισθήματα και τις αντιλήψεις του με μη πραγματικό τρόπο, δηλαδή «με κακή διάταξη». Επομένως, στόχος της πρώτης Κριτικής είναι να διακρίνει απολύτως καθαρά τον Leibniz από τον Swedenborg, ενώ το 1766 αυτή η διάκριση ήταν ακόμη αδιανόητη. Όταν ο Kant ήρθε, γεμάτος ανησυχία, σε επαφή με τις αφηγήσεις για τα θαύματα του Swedenborg, οι οποίες τον παρακίνησαν να αγοράσει το παράξενο βιβλίο Arcana coelestia, εξακολουθούσε να πιστεύει εκείνο που διατύπωσε στην επιστολή του προς τον Mendelssohn στις 8 Απριλίου 1766: ότι δηλαδή ο Leibniz και ο Swedenborg, από φιλοσοφική άποψη, είναι αδιαχώριστοι.¹³ Οι αναπτύξεις της πρώτης Κριτικής είχαν στόχο να πραγματοποιήσουν φιλοσοφικά αυτόν τον διαχωρισμό.

2 Η συγκρότηση της πρώτης Κριτικής:
Διαλεκτική σύγκρουση έναντι πραγματικής σύγκρουσης (1781)
ως κληρονομιά της αντίθεσης μεταξύ φαντασιοπληξίας και ονείρου εν εγρηγόρσει (1766)


"ΚΑΙ ΜΗ ΕΙΣΕΝΕΓΚΗΣ ΗΜΑΣ ΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΝ ΑΛΛΑ ΡΥΣΑΙ ΗΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ.'

Σημειώσεις:


1 AA IV, σ. 260.

2 Böhme, Hartmut / Böhme, Gernot, Das Andere der Vernunft. Zur Entwicklung von Rationalitätsstrukturen am Beispiel Kants. Frankfurt/M. 1985, σ. 258.

3 Στο ίδιο, σ. 261.

4 Στον πρόλογο της Απόπειρας εισαγωγής της έννοιας των αρνητικών μεγεθών στη φιλοσοφία συναντάται η σύγκριση της αντίφασης και της μεταφυσικής με το παραλήρημα και την απατηλή επίφαση. Εκ πρώτης όψεως, ωστόσο, φαίνεται να πρόκειται απλώς για ένα ρητορικό τέχνασμα, το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει εδώ, στην αρχή του βιβλίου: «[…] επειδή εδώ η λόγια ανοησία δεν μπορεί τόσο εύκολα όσο αλλού να δημιουργήσει την απατηλή επίφαση εμβρίθειας. […] Διότι, όσον αφορά τις μεταφυσικές διάνοιες που διαθέτουν τέλεια επίγνωση, θα έπρεπε κανείς να είναι πολύ άπειρος για να φαντάζεται ότι θα μπορούσε ακόμη να προστεθεί κάτι στη σοφία τους ή να αφαιρεθεί κάτι από το παραλήρημά τους». AA II, σ. 70.

5 AA II, σ. 343.

6 KrV A 218/B 265 κ.ε.

7 «Στη Στοκχόλμη ζει κάποιος κύριος Schwedenberg, χωρίς αξίωμα ή απασχόληση, από την αρκετά σημαντική περιουσία του». Träume eines Geistersehers erläutert durch Träume der Metaphysik. AA II, σ. 354.

8 KrV A 222/B 270.

9 A 221 κ.ε./B 270.

10 KrV A 290/B 347.

11 KrV A XIII.

12 KrV A 289 κ.ε./B 347.

13 AA X, σ. 69–73 = «Lettre à Moïse Mendelssohn du 8 avril 1766», στο Œuvres philosophiques. Paris 1980, τόμ. I, σ. 599.

Δεν υπάρχουν σχόλια: