Στο πλαίσιο της θεολογικής ανανέωσης της ανατολικής Ορθοδοξίας κατά τον εικοστό αιώνα, πολλά πράγματα που είναι παραδεδομένα, πρέπει να τα πούμε με καινούργιους τρόπους σήμερα.

John D. Zizioulas
Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στον τόμο Trinitarian Theology Today: Essays on Divine Being and Act, σσ. 44-60.
Ελαφρώς επιμελημένο για λόγους σαφήνειας.
Εισαγωγή
Η Καππαδοκία, η οποία βρίσκεται στην καρδιά της Μικράς Ασίας, αναδείχθηκε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. σε σημαντικό κέντρο της χριστιανικής θεολογίας. Ήδη κατά την εποχή του Αποστόλου Παύλου υπήρχε στην Καππαδοκία μια μικρή χριστιανική κοινότητα, όπου ο χριστιανισμός εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα, ώστε κατά τον 2ο αιώνα ανέδειξε πολλούς μάρτυρες και ομολογητές και απέστειλε επτά επισκόπους στη Σύνοδο της Νικαίας το 325 μ.Χ. Κυρίως όμως κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα έγινε η Καππαδοκία γνωστή για τη θεολογική της σκέψη. Αυτό οφειλόταν σε τέσσερις κορυφαίες προσωπικότητες, των οποίων η θεολογική και φιλοσοφική πρωτοτυπία σφράγισε ολόκληρη την ιστορία της χριστιανικής σκέψης: στον Μέγα Βασίλειο, επίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας (περ. 330-379)· στον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, γνωστό ως Θεολόγο (περ. 330-389/390), αρχικά και για σύντομο διάστημα επίσκοπο Σασίμων της Καππαδοκίας και αργότερα, επίσης για σύντομο διάστημα, Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως· στον Άγιο Γρηγόριο, τον νεότερο αδελφό του Βασιλείου, επίσκοπο Νύσσης (περ. 335-394;)· και, τέλος, στον φίλο τους Άγιο Αμφιλόχιο (340/345-;), επίσκοπο Ικονίου. Οι τρεις πρώτοι άφησαν πίσω τους σημαντικό αριθμό συγγραμμάτων —δογματικές πραγματείες, ερμηνευτικά έργα, ασκητικά κείμενα, λόγους, ομιλίες και επιστολές— τα οποία μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε τη σκέψη τους, ενώ από το έργο του Αγίου Αμφιλοχίου σώζεται μόνο περιορισμένος αριθμός ομιλιών και επιστολών, ορισμένες από τις οποίες διασώζονται αποσπασματικά.
Μολονότι η θεολογική συμβολή αυτών των Καππαδοκών Πατέρων αναγνωρίζεται και ομολογείται καθολικά, η σημασία της δεν περιορίζεται σε καμία περίπτωση στη θεολογία. Συνεπάγεται έναν ριζικό αναπροσανατολισμό του κλασικού ελληνικού ανθρωπισμού, μια αντίληψη περί ανθρώπου και μια θεώρηση της ύπαρξης, τις οποίες η αρχαία σκέψη, παρά τα πολλά φιλοσοφικά της επιτεύγματα, αποδείχθηκε ανίκανη να διαμορφώσει. Την αφορμή για αυτό πρόσφεραν οι θεολογικές διαμάχες της εποχής· οι συνέπειες όμως της συμβολής των Καππαδοκών Πατέρων υπερβαίνουν τη θεολογία με τη στενή δογματική έννοια και επηρεάζουν ολόκληρο τον πολιτισμό της ύστερης αρχαιότητας σε τέτοιον βαθμό, ώστε ολόκληρη η βυζαντινή και ευρωπαϊκή σκέψη θα παρέμενε ακατανόητη χωρίς τη γνώση αυτής της συμβολής.[ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΙ]
Πώς παρουσιάζεται η διδασκαλία περί Θεού, όταν εξετάζεται υπό το φως της καππαδοκικής θεολογίας; Ποια προβλήματα σχετικά με τη διδασκαλία περί Τριάδος και τη φιλοσοφική της συνοχή κατέστη δυνατό να υπερνικηθούν με τη βοήθεια αυτής της θεολογίας; Ποιες συνέπειες έχει η θεολογία αυτή για την κατανόηση του ανθρώπου και της ύπαρξης στο σύνολό της; Ερωτήματα αυτού του είδους αποτελούν τις βασικές μέριμνες της παρούσας μελέτης. Είναι, ωστόσο, αυτονόητο ότι τόσο ευρεία και σύνθετα ερωτήματα δεν μπορούν να εξεταστούν εξαντλητικά μέσα σε τόσο περιορισμένο χώρο. Θα διατυπωθούν μόνο ορισμένες υποδείξεις και θα υπογραμμιστούν κάποιες κεντρικές ιδέες. Η συμβολή των Καππαδοκών εξακολουθεί να αναμένει μια συνολική και εξαντλητική πραγμάτευση από τη θεολογική —και τη φιλοσοφική— έρευνα, παρά τον σημαντικό αριθμό μελετών που έχουν αφιερωθεί στους επιμέρους εκπροσώπους της.
Για να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε ορθά τη συμβολή των Καππαδοκών στη διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος, πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε το ιστορικό πλαίσιο. Εναντίον τίνος αντιδρούσαν οι Καππαδόκες; Γιατί υιοθέτησαν τη συγκεκριμένη θέση και με ποιον τρόπο προσπάθησαν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των συγχρόνων τους; Αφού επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, μπορούμε να εξετάσουμε τη διαχρονική σημασία της θεολογίας αυτών των Πατέρων για τις μεταγενέστερες εποχές.
I. Το ιστορικό πλαίσιο
Εάν προσπαθήσουμε να διακρίνουμε τις ιδιαίτερες ευαισθησίες —θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε ακόμη και εμμονές— των Καππαδοκών Πατέρων έναντι των συγχρόνων τους, μπορούμε να τις εντοπίσουμε στους ακόλουθους τομείς:
Α. Σαβελλιανισμός
Ο Σαβελλιανισμός αντιπροσώπευε μια ερμηνεία της διδασκαλίας περί Αγίας Τριάδος, σύμφωνα με την οποία ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα δεν ήταν πλήρη πρόσωπα με οντολογική έννοια, αλλά ρόλοι τους οποίους αναλάμβανε ο ένας Θεός. Ο Σαβέλλιος φαίνεται ότι χρησιμοποιούσε τον όρο πρόσωπο στον ενικό, υπονοώντας ότι στον Θεό υπάρχει ένα πρόσωπο. Πρβλ. G. L. Prestige, God in Patristic Thought, London: SPCK, 1936, σσ. 113 κ.ε. και 160 κ.ε. Αυτή η τροπική ερμηνεία καθιστούσε αδύνατο να κατανοηθεί πώς ο Υιός, είτε αιωνίως είτε κατά την Ενανθρώπηση, είχε σχέση αμοιβαίου διαλόγου με τον Πατέρα, προσευχόταν προς Αυτόν κ.λπ., όπως απαιτούν από εμάς να πιστεύουμε οι διηγήσεις των Ευαγγελίων. Θα καθιστούσε επίσης αδύνατο για τον χριστιανό να συνάψει έναν πλήρως προσωπικό διάλογο και μια προσωπική σχέση με καθένα από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Επιπλέον, θα φαινόταν ότι ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποκρινόταν μέσα στη θεία Οικονομία, προσποιούμενος, τρόπον τινά, ότι είναι αυτό που φαινόταν να είναι, χωρίς να αποκαλύπτει ή να μας προσφέρει τον αληθινό εαυτό Του, το ίδιο Του το είναι.
Για αυτούς και για άλλους λόγους, η διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος έπρεπε να ερμηνευθεί με τρόπο που να αποκλείει κάθε σαβελλιανή ή κρυπτοσαβελλιανή κατανόηση. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν να τονιστούν η πληρότητα και η οντολογική ακεραιότητα καθενός από τα πρόσωπα της Τριάδος. Η μέριμνα των Καππαδοκών για το ζήτημα αυτό ήταν τόσο έντονη, ώστε έφθασαν μέχρι του σημείου να απορρίψουν τη χρήση του όρου πρόσωπον για την περιγραφή της Τριάδος —βλ. Βασίλειος, Ἐπιστολή 236, 6—, ενός όρου που είχε εισαχθεί στη θεολογική ορολογία από την εποχή του Τερτυλλιανού στη Δύση και είχε πιθανότατα περάσει στην Ανατολή μέσω του Ιππολύτου. Αυτό συνέβη κυρίως επειδή, όταν ο όρος χρησιμοποιούνταν στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο, ήταν φορτισμένος με συνδηλώσεις θεατρικής υπόκρισης ή ανάληψης κάποιου ρόλου μέσα στην κοινωνία. Στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τη διδασκαλία από τέτοιες συνδηλώσεις, οι Καππαδόκες ήταν ορισμένες φορές διατεθειμένοι να κάνουν λόγο ακόμη και για τρία όντα, αναφερόμενοι στην Αγία Τριάδα. Για τον ίδιο λόγο, προτιμούσαν να χρησιμοποιούν εικόνες της Τριάδος οι οποίες υποδήλωναν την οντολογική πληρότητα καθενός προσώπου, όπως τρεις ήλιοι, τρεις λαμπάδες κ.λπ. Εισήγαγαν έτσι μια θεμελιώδη μεταβολή στην ορολογία της Νικαίας, η οποία έτεινε να χρησιμοποιεί εικόνες που υποδείκνυαν μία πηγή εκτεινόμενη σε τρία —«φῶς ἐκ φωτός» κ.λπ.
Με αυτόν τον τρόπο, οι Καππαδόκες έγιναν γνωστοί ως θεολόγοι που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την τριαδικότητα παρά για την ενότητα του Θεού. Πρβλ. τη γνωστή θέση των θεολογικών εγχειριδίων, σύμφωνα με την οποία η Δύση ξεκίνησε από την ενότητα του Θεού και κατόπιν προχώρησε προς την Τριάδα, ενώ η Ανατολή ακολούθησε την αντίστροφη πορεία. Αυτή η έμφαση στην ακεραιότητα και την πληρότητα των προσώπων ήταν γεμάτη σημαντικές φιλοσοφικές συνέπειες, όπως θα δούμε παρακάτω.
Από αυτή τη μέριμνα για την οντολογική ακεραιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδος προέκυψε εκείνο που θα ήθελα να αποκαλέσω ιστορική επανάσταση στην ιστορία της φιλοσοφίας —βλ. το έργο μου Being as Communion, London: Darton, Longman & Todd, 1985, σ. 36 κ.ε.—, δηλαδή η ταύτιση της έννοιας του προσώπου με την έννοια της ὑποστάσεως. Θα μας οδηγούσε πολύ μακριά η εξέταση της ιστορίας αυτών των όρων στο σημείο αυτό. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι μόλις μία γενιά πριν από τους Καππαδόκες ο όρος ὑπόστασις ταυτιζόταν πλήρως με τον όρο οὐσία. Βλ. Αθανάσιος, Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους Αἰγύπτου καὶ Λιβύης (PG 26, 1036B). Πράγματι, ο λατινικός όρος substantia θα μεταφραζόταν κατά λέξη στα ελληνικά ως ὑπόστασις. Ο Άγιος Αθανάσιος καθιστά σαφές ότι η ὑπόστασις δεν διέφερε από την οὐσία, καθώς και οι δύο όροι δήλωναν το είναι ή την ύπαρξη.[ΤΕΛΙΚΑ ΤΟΝ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΤΟΝ ΟΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ;]
Οι Καππαδόκες το άλλαξαν αυτό, διαχωρίζοντας την ὑπόσταση από την οὐσία και συνδέοντάς την με το πρόσωπον. Αυτό έγινε για να απαλλαγεί η έκφραση τρία πρόσωπα από τις σαβελλιανές ερμηνείες και να καταστεί έτσι αποδεκτή από τους Καππαδόκες. Θα έχουμε αργότερα την ευκαιρία να επισημάνουμε ότι αυτό συνιστά ιστορική επανάσταση στη φιλοσοφία, όταν θα εξετάσουμε τη φιλοσοφική σημασία της συμβολής των Καππαδοκών.[Η ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΠΩΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ;]
Οι Καππαδόκες φαίνεται, λοιπόν, ότι κατόρθωσαν να αναδείξουν και να υπερασπιστούν την πληρότητα και την ακεραιότητα καθενός προσώπου· τι συνέβαινε όμως με την ενότητα ή τη μοναδικότητα του Θεού; Δεν κινδύνευαν άραγε να εισαγάγουν τον τριθεϊσμό;
Για να αποφύγουν αυτόν τον κίνδυνο, οι Καππαδόκες πρότειναν η οὐσία ή η φύσις στον Θεό να νοείται ως γενική κατηγορία, την οποία αποδίδουμε σε περισσότερα από ένα πρόσωπα. Με τη βοήθεια της αριστοτελικής φιλοσοφίας, το εξήγησαν παραπέμποντας στη μία ανθρώπινη φύση ή ουσία, η οποία είναι γενική και αποδίδεται σε όλους τους ανθρώπους, και στους πολλούς συγκεκριμένους ανθρώπους —για παράδειγμα, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και τον Βασίλειο—, οι οποίοι πρέπει να ονομάζονται υποστάσεις στον πληθυντικό και όχι φύσεις ή ουσίες. Βλ., για παράδειγμα, Βασίλειος, Ἐπιστολή 236, 6· 38, 5 κ.α.
Με αυτόν τον τρόπο απομάκρυναν κάθε φαινομενική έλλειψη λογικής από τη θέση τους, αφού είναι πράγματι λογικώς δυνατό να γίνεται λόγος για μία ουσία και τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα, όπως δείχνει το παραπάνω παράδειγμα. Η θεολογική δυσκολία, ωστόσο, παρέμενε, διότι στο προηγούμενο παράδειγμα της μίας ανθρώπινης φύσεως και των τριών ή περισσότερων ανθρώπων έχουμε να κάνουμε με τρεις ανθρώπους, ενώ στην περίπτωση της Αγίας Τριάδος δεν εννοούμε τρεις Θεούς αλλά έναν.
Για να αντιμετωπίσουν αυτή τη θεολογική δυσκολία, οι Καππαδόκες Πατέρες έθεσαν το ερώτημα σε τι οφείλεται η δυσκολία συμφιλίωσης του ενός και των πολλών μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Το ερώτημα αυτό είχε ύψιστη ανθρωπολογική σημασία, όπως θα δούμε αργότερα. Ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα ένας και πολλοί συνδέεται με τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
α) Στην ανθρώπινη ύπαρξη, η φύση προηγείται του προσώπου. Όταν γεννιέται ο Ιωάννης, ο Γεώργιος ή ο Βασίλειος, η μία ανθρώπινη φύση προϋπάρχει αυτών· επομένως, αυτοί αντιπροσωπεύουν και ενσαρκώνουν μόνο μέρος της ανθρώπινης φύσεως. Μέσω της ανθρώπινης αναπαραγωγής η ανθρωπότητα διαιρείται και κανένα ανθρώπινο πρόσωπο δεν μπορεί να θεωρηθεί φορέας του συνόλου της ανθρώπινης φύσεως. Γι’ αυτό ο θάνατος ενός προσώπου δεν επιφέρει αυτομάτως τον θάνατο των υπολοίπων ούτε, αντιστρόφως, η ζωή ενός τέτοιου προσώπου συνεπάγεται τη ζωή των υπολοίπων.
β) Εξαιτίας αυτού, κάθε ανθρώπινο πρόσωπο μπορεί να νοηθεί ως άτομο, δηλαδή ως οντότητα οντολογικά ανεξάρτητη από τους άλλους ανθρώπους. Η ενότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν είναι οντολογικά ταυτόσημη με τη διαφορετικότητα ή την πολλαπλότητά τους. Το ένα και τα πολλά δεν συμπίπτουν. Αυτή ακριβώς η υπαρξιακή δυσκολία οδηγεί στη λογική δυσκολία να λέμε συγχρόνως ένα και πολλά.
Εάν τώρα αντιπαραβάλουμε αυτό με την ύπαρξη του Θεού, βλέπουμε αμέσως ότι αυτή η υπαρξιακή και, κατά συνέπεια, λογική δυσκολία δεν ισχύει για τον Θεό. Εφόσον ο Θεός, εξ ορισμού, δεν είχε αρχή και ο χώρος και ο χρόνος δεν υπεισέρχονται στην ύπαρξή Του, τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν μετέχουν σε μια θεία φύση που προϋπάρχει ή προηγείται λογικώς αυτών, αλλά συμπίπτουν με αυτήν. Η πολλαπλότητα στον Θεό δεν συνεπάγεται διαίρεση της φύσεώς Του, όπως συμβαίνει στον άνθρωπο. Βλ., για παράδειγμα, Γρηγόριος Νύσσης, Πρὸς Ἀβλάβιον, ὅτι οὐκ εἰσὶ τρεῖς θεοί (PG 45, 125).
Είναι, επομένως, αδύνατο να ειπωθεί ότι στον Θεό η φύση προηγείται του προσώπου, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους. Εξίσου και για τους ίδιους λόγους είναι αδύνατο να ειπωθεί ότι στον Θεό οποιοδήποτε από τα τρία πρόσωπα υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει χωριστά από τα άλλα πρόσωπα. Τα τρία συνιστούν μια τόσο αδιάρρηκτη ενότητα, ώστε στην περίπτωσή τους ο ατομικισμός είναι απολύτως αδιανόητος.
Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι, συνεπώς, ένας Θεός, επειδή είναι ενωμένα μέσα σε μια τόσο αδιάρρηκτη κοινωνία, ώστε κανένα από αυτά δεν μπορεί να νοηθεί χωριστά από τα υπόλοιπα. Το μυστήριο του ενός Θεού σε τρία πρόσωπα υποδεικνύει έναν τρόπο υπάρξεως ο οποίος αποκλείει τον ατομικισμό και τον χωρισμό —ή την αυτάρκεια και την αυτοΰπαρξη— ως κριτήρια της πολλαπλότητας. Το ένα όχι μόνο δεν προηγείται —λογικώς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο— των πολλών, αλλά, αντιθέτως, απαιτεί εξαρχής τα πολλά για να υπάρξει.[ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ. ΤΙΜΙΑ ΚΑΘΟΤΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕ ΟΣΑ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕ ΣΑΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ.]
Αυτή, λοιπόν, φαίνεται να είναι η μεγάλη καινοτομία στη φιλοσοφική σκέψη την οποία επέφερε η καππαδοκική τριαδολογία και η οποία συνεπάγεται έναν αποφασιστικά νέο τρόπο κατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως θα δούμε παρακάτω.
Β. Ευνομιανισμός
Ο Ευνομιανισμός σηματοδότησε ένα πρόβλημα άγνωστο στον Αθανάσιο και στη Νίκαια, καθώς εισήγαγε ένα πολύ πιο εκλεπτυσμένο φιλοσοφικό επιχείρημα από εκείνο του αρχικού Αρειανισμού. Ο Ευνόμιος, ο οποίος καταγόταν από την Καππαδοκία, χειροτονήθηκε από τους Αρειανούς επίσκοπος Κυζίκου και υπήρξε ο πιο ριζοσπαστικός και ίσως ο πιο εκλεπτυσμένος από τους ακραίους Αρειανούς που ήταν γνωστοί ως Ανόμοιοι. Προκειμένου να αποδείξουν, μέσω της αριστοτελικής διαλεκτικής, ότι ο Υιός είναι εντελώς ανόμοιος προς τον Πατέρα, οι Ευνομιανοί τοποθέτησαν την ουσία του Θεού στο ότι είναι αγέννητος (ἀγέννητος) και συμπέραναν ότι, εφόσον ο Υιός είναι γεννητός —η ίδια η Σύνοδος της Νικαίας τον αποκαλούσε έτσι—, βρίσκεται έξω από το είναι ή την ουσία του Θεού.[Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΜΑΛΛΟΝ ΠΕΡΙΣΣΕΨΕ ΕΦΟΣΟΝ Η ΝΙΚΑΙΑ ΕΧΕΙ ΤΗ ΒΑΣΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ]
Η ανασκευή ενός τέτοιου επιχειρήματος απαιτεί να κάνουμε σαφή διάκριση μεταξύ ουσίας και προσώπου στον Θεό. Ως πρόσωπο, ο Πατήρ έπρεπε να διακρίνεται από τη θεία ουσία· επομένως, θα ήταν εσφαλμένο να συναχθεί ότι ο Υιός δεν είναι Θεός ή ὁμοούσιος προς τον Πατέρα. Όταν ο Θεός αποκαλείται Πατήρ ή αγέννητος, αυτό δεν λέγεται αναφορικά με την ουσία Του, αλλά με την προσωπική Του υπόσταση.
Πράγματι, για την ουσία του Θεού δεν μπορεί να ειπωθεί απολύτως τίποτε: καμία ιδιότητα ή ποιότητα δεν μπορεί να της αποδοθεί, εκτός από το ότι είναι μία, αδιαίρετη, απολύτως απλή και ασύνθετη· περιγραφές οι οποίες υποδηλώνουν την πλήρη αδυναμία γνώσεως της θείας ουσίας και όχι τη γνώση της. Εάν υπάρχουν ιδιότητες (ἰδιώματα) για τις οποίες μπορούμε να μιλήσουμε στον Θεό, αυτές αναφέρονται στην προσωπική Του υπόσταση: η αγεννησία ή η πατρότητα στον Πατέρα, η γέννηση ή η υιότητα στον Υιό και η ἐκπόρευσις στο Πνεύμα.[ΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΚΠΟΡΕΥΕΙ; ΕΑΝ ΓΕΝΝΑ Η ΥΠΟΣΤΑΣΗ Ο ΥΙΟΣ; ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΣ ΚΥΤΤΑΖΟΝΤΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΣ ΑΓΑΠΗ ΑΙΩΝΙΩΣ; ΑΥΤΟ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΜΑΘΕΙ Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΡΙΜΑ.]
Αυτές οι προσωπικές ή υποστατικές ιδιότητες είναι ακοινώνητες —και η αγεννησία αποτελεί ακριβώς μία από αυτές—, ενώ η ουσία είναι κοινή στα τρία πρόσωπα. Ένα πρόσωπο ορίζεται, επομένως, μέσω ιδιοτήτων που είναι απολύτως μοναδικές και, από αυτή την άποψη, διαφέρει θεμελιωδώς από τη φύση ή την ουσία. Η αντίδραση κατά του Ευνομιανισμού οδήγησε, συνεπώς, αφενός σε μια σαφή και θεμελιώδη διάκριση μεταξύ προσώπου και φύσεως, επιτρέποντας έτσι στην έννοια του προσώπου να αναδειχθεί σαφέστερα ως ιδιαίτερη κατηγορία της οντολογίας, και αφετέρου υπογράμμισε την ιδέα ότι το πρόσωπο μπορεί να γνωσθεί και να ταυτοποιηθεί μέσω της απόλυτης μοναδικότητας και αναντικατάστατότητάς του· κάτι που δεν έπαψε να έχει υπαρξιακή σημασία στη φιλοσοφία.[ΝΑΙ! Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΧΟΛΗ , ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ]
Αυτή, όμως, η ακοινωνησία των υποστατικών ιδιωμάτων δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος πρέπει να νοούνται ως αυτόνομα άτομα. Πρέπει να προσέξουμε να μη θεωρήσουμε αυτή την ακοινωνησία ως τον κατεξοχήν ορισμό του προσώπου, όπως φαίνεται να κάνει ο Richard of St. Victor· διότι, μολονότι τα υποστατικά ιδιώματα δεν μεταδίδονται, η έννοια του προσώπου είναι αδιανόητη έξω από τη σχέση. Οι Καππαδόκες αποκαλούσαν τα πρόσωπα με ονόματα που δήλωναν σχέση. Για παράδειγμα, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Λόγος 29 (PG 36, 96): «Ο Πατήρ δεν είναι όνομα ούτε ουσίας ούτε ενεργείας, αλλά σχέσεως». Κανένα από τα τρία πρόσωπα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αναφορά στα άλλα δύο, τόσο λογικώς όσο και οντολογικώς.
Το πρόβλημα είναι πώς μπορεί να συμφιλιωθεί η ακοινωνησία με τη σχέση· και αυτό, όμως, αποτελεί εκ νέου ζήτημα απελευθέρωσης της θείας υπάρξεως από την υποδούλωση του προσώπου στην ουσία, μια υποδούλωση που ισχύει μόνο για την κτιστή ύπαρξη. Επειδή είναι άκτιστα, τα τρία πρόσωπα δεν βρίσκονται αντιμέτωπα με μια δεδομένη ουσία, αλλά υπάρχουν ελεύθερα. Το είναι είναι συγχρόνως σχεσιακό και υποστατικό.
Αυτό, όμως, μας οδηγεί στην εξέταση των φιλοσοφικών συνεπειών της καππαδοκικής θεολογίας.
II. Οι φιλοσοφικές συνέπειες
ΠΟΙΟ ΑΝΟΗΤΟΣ ΠΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου