Συνέχεια από Σάββατο 17. Οκτωβρίου 2026
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
Κατηγορίαι
μετάφραση και σημειώσεις της Marina Bernardini
[Ομώνυμα, συνώνυμα και παρώνυμα]¹
1. Ὁμώνυμα λέγεται ὧν ὄνομα μόνον κοινόν, ὁ δὲ κατὰ τοῦνομα λόγος τῆς οὐσίας ἕτερος, οἷον ζῷον ὅ τε ἄνθρωπος καὶ τὸ γεγραμμένον· τούτων γὰρ ὄνομα μόνον κοινόν, ὁ δὲ κατὰ τοὔνομα λόγος τῆς οὐσίας ἕτερος· ἐὰν γὰρ ἀποδιδῷ τις τί ἐστιν αὐτῶν ἑκατέρῳ τὸ ζῴῳ εἶναι, ἴδιον ἐκατέρου λόγον ἀποδώσει. συνώνυμα δὲ λέγεται ὧν το τε ὄνομα κοινὸν καὶ ὁ κατὰ τοὔνομα λόγος τῆς οὐσίας ὁ αὐτός, οἷον ζῷον ὅ τε ἄνθρωπος καὶ ὁ βοῦς· τούτων γὰρ ἐκάτερον κοινῷ ὀνόματι προσαγορεύεται ζῷον, καὶ ὁ λόγος δὲ τῆς οὐσίας ὁ αὐτός· ἐὰν γὰρ ἀποδιδῷ τις τὸν ἑκατέρου λόγον τί ἐστιν αὐτῶν ἑκατέρῳ τὸ ζῴῳ εἶναι, τὸν αὐτὸν λόγον ἀποδώσει. παρώνυμα δὲ λέγεται ὅσα ἀπό τινος διαφέροντα τῇ πτώσει τὴν κατὰ τοὔνομα προσηγορίαν ἔχει, οἷον ἀπὸ τῆς γραμματικῆς ὁ γραμματικὸς καὶ ἀπὸ τῆς ἀνδρείας ὁ ἀνδρεῖος.
[Ομώνυμα, συνώνυμα και παρώνυμα]¹
1 «Ομώνυμα*» λέγονται τα όντα που έχουν κοινό² μόνο το όνομα*, ενώ ο ορισμός της ουσίας που αντιστοιχεί στο όνομα είναι διαφορετικός· έτσι, για παράδειγμα, «ζώο*» είναι τόσο ο άνθρωπος* όσο και η ζωγραφική παράσταση⁵: αυτά, πράγματι, έχουν κοινό μόνο το όνομα³, ενώ ο ορισμός της ουσίας⁴ που αντιστοιχεί στο όνομα είναι διαφορετικός. Αν, δηλαδή, θελήσει κανείς να εκθέσει τι σημαίνει για καθένα από τα δύο να είναι ζώο, θα αποδώσει στο καθένα έναν δικό του ορισμό*.
«Συνώνυμα»⁶, πάλι, λέγονται τα όντα που έχουν κοινό όνομα και ο ορισμός της ουσίας που αντιστοιχεί στο όνομα είναι ο ίδιος· έτσι, για παράδειγμα, «ζώο» είναι τόσο ο άνθρωπος όσο και το βόδι: καθένα τους, πράγματι, ονομάζεται «ζώο» με ένα κοινό όνομα, και ο ορισμός της ουσίας είναι ο ίδιος. Αν, δηλαδή, θελήσει κανείς να εκθέσει τι σημαίνει για καθένα από τα δύο να είναι ζώο, θα αποδώσει τον ίδιο ορισμό⁷.
«Παρώνυμα»⁸, τέλος, λέγονται τα όντα που παίρνουν την ονομασία τους από κάποιον όρο, από τον οποίο όμως διαφέρουν ως προς την κατάληξη⁹: ο «γραμματικός», για παράδειγμα, από τη «γραμματική» και ο «ανδρείος» από την «ανδρεία*».¹⁰
Σημειώσεις:
1 Ομώνυμα λέγονται τα όντα που έχουν το ίδιο όνομα, αλλά ο ορισμός τους είναι διαφορετικός. Συνώνυμα, πάλι, λέγονται τα όντα που έχουν το ίδιο όνομα και τον ίδιο ορισμό. Παρώνυμα, τέλος, λέγονται τα όντα που παίρνουν την ονομασία τους από κάποιον όρο, από τον οποίο όμως διαφέρουν ως προς την κατάληξη.
2 Σύμφωνα με τους αρχαίους σχολιαστές (Δέξιππος, Εἰς τὰς Κατηγορίας 1,12· Σιμπλίκιος, Εἰς τὰς Κατηγορίας 26,11–20· Βοήθιος, 164 D), ο ελληνικός όρος «κοινόν» μπορεί να χρησιμοποιείται με διαφορετικούς τρόπους. Ο Πορφύριος (Εἰς τὰς Κατηγορίας 62,17–35) απαριθμεί τέσσερις: 1) κοινό είναι κάτι ολόκληρο που μπορεί να διαιρεθεί σε μέρη, όπως το ψωμί, το κρασί ή μια περιουσία· 2) κοινό είναι κάτι που, αν και δεν μπορεί να διαιρεθεί σε μέρη, χρησιμοποιείται διαδοχικά από διαφορετικούς ανθρώπους, όπως, για παράδειγμα, ένα άλογο ή ένας δούλος· 3) κοινό είναι κάτι που, όσο χρησιμοποιείται, ανήκει σε εκείνον που το χρησιμοποιεί, αλλά μετά τη χρήση γίνεται και πάλι κοινή ιδιοκτησία, όπως, για παράδειγμα, το θέατρο· 4) κοινό, τέλος, είναι κάτι που μπορεί να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα από περισσότερους ανθρώπους, χωρίς ωστόσο να διαιρείται, όπως, για παράδειγμα, η φωνή του κήρυκα στο θέατρο. Ο Αριστοτέλης φαίνεται ότι χρησιμοποιεί εδώ την τελευταία από τις παραπάνω σημασίες, σύμφωνα με την οποία περισσότερα στοιχεία κάνουν ταυτόχρονα χρήση του ίδιου όλου, το οποίο όμως παραμένει αδιαίρετο.
3 Σύμφωνα με τον Πορφύριο (Εἰς τὰς Κατηγορίας 61,30–62,5), ο ελληνικός όρος «ὄνομα» πρέπει εδώ να νοηθεί με ευρεία έννοια. Δεδομένου ότι η ομωνυμία δεν υφίσταται αποκλειστικά σε σχέση με τα ονόματα που νοούνται, με τη στενή έννοια, ως ουσιαστικά, αλλά υπάρχει και στην περίπτωση των ρημάτων —το andrapodisthai, για παράδειγμα, σημαίνει τόσο «υποδουλώνω κάποιον» όσο και «υποδουλώνομαι από κάποιον»—, το «όνομα» θα δήλωνε εδώ οποιοδήποτε μέρος του λόγου: ουσιαστικά, ρήματα, συνδέσμους κ.λπ.
4 Η ελληνική έκφραση «ὁ λόγος τῆς οὐσίας» δηλώνει «τον λόγο που εκφράζει την ουσιώδη φύση» ή «τον λόγο που εκφράζει τη φύση του πράγματος» ή ακόμη «τον λόγο που εκφράζει την ουσία του πράγματος» (πρβλ. G. Reale, Introduzione ad Aristotele, Laterza, Ρώμη 1974, 1995⁸, σ. 148). Αυτός ο «λόγος» ταυτίζεται, σε τελική ανάλυση, με τον ορισμό. Η προσθήκη της γενικής «τῆς οὐσίας» αποτελεί αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των μελετητών: από τους αρχαίους και τους νεότερους σχολιαστές, ορισμένοι τη δέχονται (Ολυμπιόδωρος, Φιλόπονος· K. Oehler, Aristoteles, Kategorien, μετάφραση και ερμηνεία K. Oehler, Βερολίνο 1984, σ. 168· D. Pesce, Aristotele, Le categorie, Liviana, Πάδοβα 1966, σ. 21· J. L. Ackrill, Aristotle’s Categories and De Interpretatione, Clarendon Press, Οξφόρδη 1963, 1990¹⁰, σ. 3· H. G. Apostle, Aristotle’s Categories and Propositions De Interpretatione, The Peripatetic Press, Grinnell, Αϊόβα 1980), ενώ άλλοι την απαλείφουν (οι παλαιότεροι σχολιαστές, όπως ο Δέξιππος και ο Σιμπλίκιος, φαίνεται ότι δεν γνώριζαν την προσθήκη της γενικής «τῆς οὐσίας»· από τους νεότερους, J. Tricot, Aristote, Organon, I: Catégories· II: De l’Interprétation, Librairie Philosophique J. Vrin, Παρίσι 1966, τ. I, σ. 2, σημ. 1· και H. Steinthal, Geschichte der Sprachwissenschaft bei den Griechen und Römern, mit besonderer Rücksicht auf die Logik, Dümmler, Βερολίνο 1890–1891, σ. 210).
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί, για να δηλώσει τον ορισμό, τόσο την έκφραση «ὁ λόγος τῆς οὐσίας» (πρβλ. Ἀναλυτικὰ ὕστερα II 13, 97a19· Περὶ ζῴων μορίων IV 13, 695b18· Μεταφυσικά VII 11, 1037a24) όσο και, απλώς, τον όρο «λόγος» (πρβλ. Τοπικά I 15, 107a20· IV 10, 148a24), καθώς και τον όρο «ὁρισμός» (πρβλ. Τοπικά I 4, 102a4· Μεταφυσικά VII 10, 1034b20· VII 12, 1037b12). Ο όρος «οὐσία» δεν νοείται εδώ με την τεχνική σημασία της κατηγορίας της ουσίας, η οποία θα εξεταστεί παρακάτω (Κατηγορίαι 5), αλλά ως ουσιώδης φύση εν γένει. Για τη διάκριση ανάμεσα στον όρο «οὐσία» που χρησιμοποιείται με ευρεία έννοια για να δηλώσει οποιαδήποτε ουσιώδη φύση και στον ίδιο όρο που χρησιμοποιείται με στενή έννοια για να δηλώσει την ουσία, πρβλ. E. Berti, Profilo di Aristotele, Studium, Ρώμη 1979, σ. 71. Για μια διεξοδικότερη εξέταση της συζήτησης γύρω από τη φράση «ὁ λόγος τῆς οὐσίας», πρβλ. M. Zanatta, Aristotele, Le Categorie, εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις M. Zanatta, BUR, Μιλάνο 1989, 2002, σ. 388–391.
5 Έχουμε ομώνυμα ή, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τον αντίστοιχο μεσαιωνικό όρο, equivoca, όταν δύο όντα έχουν το ίδιο όνομα, αλλά ο ορισμός τους είναι διαφορετικός. Για να κατανοήσουμε το παράδειγμα, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στα ελληνικά ο όρος «ζῷον» δηλώνει τόσο το ζώο —ή το ζωντανό ον— όσο και τη ζωγραφική παράσταση. Άλλα παραδείγματα ομωνυμίας βρίσκονται στα Τοπικά I 15, 107a19–20· Περὶ ψυχῆς II 1, 412b20–21· Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι V 15, 548a10.
6 Συνώνυμα ή, σύμφωνα με τον αντίστοιχο μεσαιωνικό όρο, univoca, ορίζονται τα όντα που έχουν το ίδιο όνομα και τον ίδιο ορισμό. Η ίδια εξήγηση θα επαναληφθεί παρακάτω, στις Κατηγορίες 5, 3b7–8. Πρβλ. επίσης Τοπικά VI 6, 144a32–34 και VI 10, 148a24–25.
7 Οι δύο όροι του παραδείγματος, άνθρωπος και βόδι, είναι συνώνυμοι από την άποψη του ορισμού τους, της σημασίας τους, του γένους στο οποίο ανήκουν, δηλαδή ως ζώα. Όπως παρατηρεί ο V. Sainati, Storia dell’Organon aristotelico, τ. 1: Dai Topici al De Interpretatione, Le Monnier, Φλωρεντία 1968, σ. 173, «η συνωνυμία δύο όρων κρίνεται αποκλειστικά από την ικανότητά τους να δέχονται έναν κοινό ουσιώδη κατηγορηματικό προσδιορισμό και, επομένως, να δέχονται το “όνομα” και τον “ορισμό” αυτού του κοινού κατηγορήματος. Αυτό όμως σημαίνει ακριβώς ότι αυτή η “συνωνυμία” όρων που δεν μπορούν να κατηγορηθούν ο ένας για τον άλλον είναι, σε τελευταία ανάλυση, μια έμμεση ή διαμεσολαβημένη συνωνυμία, η οποία προϋποθέτει μια πρωταρχικότερη και ριζικότερη συνωνυμία καθενός από αυτούς τους όρους με το εἶδος, το οποίο κατηγορείται ουσιωδώς γι’ αυτούς». Η συνωνυμία είναι το κλειδί μέσω του οποίου εκφράζονται οι σχέσεις μεταξύ είδους και γένους (πρβλ. Τοπικά II 2, 109b6–7· IV 3, 123a28· IV 6, 127b5–6· VIII 4, 154a18 κ.ε.).
8 Παρότι έχουμε επίγνωση ότι διακόπτουμε μια εδραιωμένη παράδοση, επιλέξαμε, για λόγους σαφήνειας, να μεταφράσουμε στο παρόν κείμενο και στα Τοπικά τον όρο «τὰ παρώνυμα» ως «παράγωγα». Πρβλ. Αναλυτικό ευρετήριο εννοιών. Για αυτή την επιλογή, πρβλ. Εισαγωγικό δοκίμιο στις Κατηγορίες, παραπάνω, σ. 23–24, σημ. 50.
9 Ο ελληνικός όρος «πτῶσις» χρησιμοποιείται από τον Αριστοτέλη με ευρεία έννοια, για να δηλώσει κάθε είδους μεταβολή των λέξεων που επιτυγχάνεται με την τροποποίηση της κατάληξής τους, όπως στην κλίση των ονομάτων και των ρημάτων και στον σχηματισμό των επιθέτων και των επιρρημάτων (πρβλ. Τοπικά II 9, 114a37–38).
10 Σε αντίθεση με την ομωνυμία και τη συνωνυμία, οι οποίες καθιστούν ρητές οντολογικές συνδέσεις, η «παραγωγή» έχει ως επί το πλείστον θεωρηθεί μια καθαρά γλωσσική σχέση μεταξύ όρων, στην οποία ο ένας παράγεται από τον άλλον. Αυτή η θεώρηση, ωστόσο, δεν εξαντλεί όσα αναφέρονται στο αριστοτελικό κείμενο. «Και στην περίπτωση των παρωνύμων, το όνομα […] συγκρίνεται όχι με ένα νοητικό περιεχόμενο, αλλά με την ίδια την ουσία του δηλούμενου πράγματος. Πρόκειται για εκείνη τη ρεαλιστική προοπτική, χαρακτηριστική της αρχαίας φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της σκέψης του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, σύμφωνα με την οποία το επίπεδο της γλώσσας παραπέμπει στο επίπεδο της σκέψης και αυτό, με τη σειρά του, στο επίπεδο της πραγματικότητας» (Pesce, Aristotele. Le categorie…, σ. 19). «Αυτή η γλωσσική συγγένεια μεταξύ επιθέτου και ουσιαστικού κατέχει, όπως είναι γνωστό, σημαντικότατη θέση στη γένεση της πλατωνικής διδασκαλίας των Ιδεών και της μέθεξης. Μολονότι η αριστοτελική λύση είναι διαφορετική, είναι εξίσου ρεαλιστική» (Pesce, Aristotele. Le categorie…, σ. 21, σημ. 9).
Όπως εξηγεί ο H. Kahn, Questions and Categories, επιμ. H. Hiz, τ. I, Dordrecht–Βοστώνη 1978, σ. 273, τα παράγωγα συνιστούν έναν τύπο σχέσης που περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία: δύο όντα Α και Β, στα οποία αντιστοιχούν δύο ονόματα Α και Β, έτσι ώστε το ένα ον, το Β, να έχει όνομα παρόμοιο με εκείνο του Α, από το οποίο όμως διαφέρει ως προς τη μορφολογική κατάληξη. Στο γλωσσικό επίπεδο, τα παράγωγα έχουν κοινή ρίζα, αλλά διαφέρουν στην κατάληξη· στο οντολογικό επίπεδο, ο γραμματικός, δηλαδή ο άνθρωπος που γνωρίζει την επιστήμη της γραμματικής, ονομάζεται έτσι επειδή μπορεί να του αποδοθεί η γνώση της γραμματικής· με άλλα λόγια, αντλεί το όνομά του από την επιστήμη που κατέχει. Τα παράγωγα, επομένως, εκφράζουν την ενύπαρξη ορισμένου χαρακτηριστικού σε μια ουσία.
Σύμφωνα με τους N. Kretzmann – A. Kenny – J. Pinborg (επιμ.), The Cambridge History of Later Medieval Philosophy. From the Rediscovery of Aristotle to the Disintegration of Scholasticism (1100–1600), Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 1982, ιταλ. μτφρ. P. Fiorini, La logica nel Medioevo, Jaca Book, Μιλάνο 1999, σ. 41, μπορούν να νοηθούν ως «[…] παράγωγα των αντίστοιχων αφηρημένων μορφών: “λευκός” από τη “λευκότητα”, “γραμματικός” από τη “γραμματικότητα”, “δίκαιος” από τη “δικαιοσύνη” και ούτω καθεξής». Για τα παράγωγα, πρβλ. επίσης Κατηγορίαι 7, 6b11–14· 8, 10a27–10b11· 9, 11b10–11· Ἠθικὰ Εὐδήμεια III, 1228a35–36.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου