Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί κακοδοξίας του προσώπου». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί κακοδοξίας του προσώπου». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Η ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ

H «ΣΥΝΤΗΡHΤΙΚΗ» ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗΣ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ»:

Το τριαδικό σύμβολο

Στις Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (ΧII)

Ακολουθώντας τις διδασκαλίες τού Αυγουστίνου και τού Βοήθιου ο Μεσαίων αναγκάστηκε στο τέλος να το πληρώσει ακριβά! Εάν ο ορισμός τού Βοήθιου απορρόφησε την νόηση τού προσώπου στην κατηγορία τής ουσίας, η κληρονομιά του Αυγουστίνου καθόρισε το τριαδολογικό «μοντέλο» τής θεολογίας τής Δύσεως, το οποίο κινείται από την ενότητα τής ουσίας για να συλλάβει την τριάδα τών προσώπων. Ο Μονοθεϊσμός ανήκει στα κεφάλαια τής πίστεως. Και όμως παρόλα αυτά, παρόλη την ενίσχυση τής πίστεως υπήρξαν απώλειες.

Το προνόμιο πού παραχωρήθηκε στην ουσία πάνω στα πρόσωπα, επισκίασε την εσωτερική τάξη τής θεότητος με τον χαρακτήρα τού Πατρός σαν πηγή τής Τριαδικής ζωής και τον δυναμισμό τής Ιστορίας της Σωτηρίας με το γεγονός τού Πάσχα και την Ανάσταση τού Κυρίου. Είναι αμέτρητες στ' αλήθεια οι συνέπειες τής «ουσιοκρατίας» που κατέκλυσε τον στοχασμό τής Δύσεως μέχρι των ημερών μας! Βεβαίως δεν είναι ο Αυγουστίνος ο μόνος υπεύθυνος, καθώς γνωρίζουμε πλέον καλά ότι τον αποφασιστικότερο ρόλο έπαιξε η προσκόλληση της Μεσαιωνικής Επιστημολογίας στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.

Ο Λούθηρος λοιπόν εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας και με την βοήθεια τής θεολογίας τού Occam επιτίθεται με βία στην σχολαστική θεολογία η οποία επικρατούσε ακόμη στις μέρες του. Έφτασε δε μέχρι του σημείου να αμφισβητήσει, ως υποχόνδρια, ακόμη και την διάκριση φύσεως και προσώπου στην Αγία Τριάδα.

Στον Λούθηρο φαίνεται εντελώς περιττή η διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη εις εαυτήν, στο είναι εις εαυτόν, (esse ad se) τής φύσεως και τού είναι εις άλλο (esse ad alium), τών προσώπων στον θεό.

Για τον Λούθηρο η Τριάδα είναι ένα απλό δεδομένο τής αποκαλύψεως. Σ' αυτή,το πνεύμα μας δεν επιτρέπεται να ξεχωρίζει ορισμένα στοιχεία, να τα συνθέτει και να ερμηνεύει τα μεν με τα δε. Έτσι στις σύνθετες έννοιες τής σχολαστικής, ο Λούθηρος αντιπαραθέτει το απλό και καθαρό ευαγγέλιο.

Για τον Λούθηρο δεν είμαστε ικανοί να κατανοήσουμε «πως» διακρίνεται στον θεό η ουσία από τα πρόσωπα. [Εκτός και μας το γνωρίσει ο ίδιος ο θεός όπως συμβαίνει στην παράδοση της Ορθοδοξίας]. Αυτός ο ίδιος δεν το γνωρίζει, το πιστεύει.

Στην sola scriptura για τον Λούθηρο αντιστοιχεί η sola fides.

Η θεολογία γι' αυτόν είναι μια εμπειρική γνώση και σοφία και δεν είναι δογματική. Η θεολογία έχει σαν μοναδικό της αντικείμενο τον αμαρτωλό άνθρωπο και τον θεό που τον Κρίνει και τον Σώζει!

Ο θεός του Λούθηρου είναι «σχετικός». Είναι ο θεός ο οποίος λατρεύεται, προς τον οποίο στρέφουμε το πρόσωπο, προς τον οποίο προσφέρουμε δώρα, ο οποίος δοξάζεται σαν ο μόνος δημιουργός κάθε αγαθού, είτε σωματικού είτε πνευματικού. Εάν απομακρυνθούμε απ' αυτόν τον θεό, τον οποίο τοποθετούμε (in praedicamento relationis) σε μια διδασκαλία σχέσεων και αρχίσουμε τον στοχασμό γύρω από έναν θεό ο οποίος θα εκφράζεται αναγκαίως με μια ουσιώδη ή ποιοτική διδασκαλία, θα συντριβούμε από την Δύναμή του. Γιατί ο θεός είναι φωτιά που καίει. Ο μοναδικός τρόπος για να γνωρίσουμε αποτελεσματικά τον θεό, κατά τον Λούθηρο, είναι αυτός που ξεκινά από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή συγκεκριμένα από την ανθρωπότητα τού Χριστού και μάλιστα ενός Χριστού Εσταυρωμένου «in Christo crusifixo est vera theologia et cognitio Dei». Μόνο στον εσταυρωμένο Χριστό υπάρχει αληθινή θεολογία και Γνώση Θεού. Μόνο εδώ ο θεός φανερώνεται κρυπτόμενος και κρύπτεται φανερωνόμενος: Στον Φωτεινό Γνόφο τού Σταυρού βρίσκουμε το έλεος και την πίστη!

Το κλειδί λοιπόν όλου του έργου τού Λούθηρου είναι μια theologia crusis, μια θεολογία του Σταυρού και όχι μια theologia gloriae ή οντολογία όπως την ονομάζουν σήμερα, μια θεολογία της δόξης. Παραμένει έως τέλους πιστός στην καθολική πίστη της αρχαίας εκκλησίας, των συμβόλων της και των αρχαίων συνόδων, αρνούμενος με πείσμα τον σχολαστικισμό.

Η Επανάσταση του Λούθηρου μετακινεί βίαια την προοπτική του θεού και της θεολογίας από το εις εαυτόν, στο για μας, κάτι που είχε με την σειρά του τραγικές συνέπειες για τις Εκκλησίες που γεννήθηκαν από την επανάσταση αυτή! Ο Μaritain περιγράφει το γεγονός ως εξής: «Έτσι λοιπόν στο πρόσωπο τού Λούθηρου και στην Θεολογία του, παρακολουθούμε -ακριβώς στο επίπεδο τής πνευματικότητος και τής θρησκευτικής ζωής- την εμφάνιση του ΕΓΩ»!

Ο προτεσταντισμός αντιπροσωπεύει την ανταρσία τής ατομικής συνειδήσεως ενάντια στις παρεμβάσεις τής αυθεντίας στα θέματα πίστεως. Αυτή η ανταρσία όμως κατήργησε στην πραγματικότητα τα όρια ανάμεσα στην Ορθοδοξία και την Ετεροδοξία.

Η χιονοστιβάδα που προκλήθηκε από τον προτεσταντισμό δεν είναι δυνατόν πλέον να σταματήσει. Γι’ αυτό και η μεταρρύθμιση συνέχισε καταργώντας την παράδοση και στην συνέχεια την Εκκλησία την ίδια, κρατώντας μόνο τον Θεό, την Βίβλο και την Συνείδηση!

Δεν κατόρθωσε όμως να παραμείνει ούτε και σ’ αυτά για πολύ. Πολύ γρήγορα καταργήθηκε και ο Χριστιανικός Τριαδικός Θεός και η Θεία έμπνευση της Βίβλου. Το μόνο που έμεινε μετά την καταστροφή είναι η συνείδηση και η ελευθερία της. Ο αιώνας των φώτων και η μετάλλαξη τής ουσίας σε υποκειμενικότητα βρέθηκαν γρήγορα ante portas (προ των πυλών) της Ιστορίας!

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΗΘΙΟ ΣΤΗΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

 

from the Consolation

(Ghent, 1485)
Στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος του 451, αφιερωμένης στην αντιμετώπιση του Νεστοριανισμού και του Μονοφυσιτισμού, ομολογείται η ένωσις εν Χριστώ των δύο ουσιών ή φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης. Δεν γίνεται όμως λόγος για «υποστατική ένωση». Ο όρος υπόσταση χρησιμοποιείται μόνον εφόσον εξηγεί και ξεκαθαρίζει τον όρον πρόσωπον. Δεν γίνεται όμως λόγος ούτε για το γεγονός πως η υπόσταση της ενώσεως εν Χριστώ είναι η προϋπάρχουσα του Λόγου. Ποια είναι όμως η σημασία του συνοδικού πιστεύω και των ελληνικών όρων ουσία, υπόστασις, πρόσωπον και των Λατινικών natura (φύσις), subsistenzia (υπόστασις), persona (πρόσωπον); Και πώς μπορούμε να φέρουμε σε συμφωνία τη χρήση αυτών των όρων στη χριστολογία με την προηγούμενη χρήση τους στην Αγία Τριάδα;

Όλες οι έριδες ανάμεσα σε καθολικούς, νεστοριανούς, μονοφυσίτες και ταυτοχρόνως η ένταση ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση συμπλέκονται και τροφοδοτούνται γύρω από αυτά τα ερωτήματα. Μέσα σε αυτόν τον ορίζοντα των συγκρούσεων εμφανίζεται λοιπόν στην Δύση ο Βοήθιος, ο οποίος δίνει για πρώτη φορά έναν «ορισμό» του προσώπου. Αυτός ο «ορισμός» περνώντας μέσα από απορρίψεις, από αποδοχές, από διορθώσεις και εκλεπτύνσεις διασχίζει τους αιώνες του Μεσαίωνος μέχρι τις απαρχές του μοντέρνου κόσμου. Ο σπόρος του Βοήθιου πάντως έφερε καρπούς.

Επειδή λοιπόν σε όλη τη διαμάχη με τις πιο πάνω αιρέσεις, οι οποίες είναι αντίθετες μεταξύ τους, προβληματίζουν οι όροι πρόσωπον και φύσις – δηλώνει ευθύς εξαρχής ο Βοήθιος – το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι ο ορισμός αυτών των όρων και η διάκρισή τους σύμφωνα με αυτές τις ίδιες τις διαφορές τους. Έτσι, για να καθορίσουμε τι σημαίνει ακριβώς persona, συνεχίζει ο Βοήθιος, πρέπει να γίνει κατανοητό πρώτα απ' όλα, τι σημαίνει Φύσις.

Δεν μπορεί να υπάρξει μια persona που να μην είναι ήδη μία φύσις, πράγμα που σημαίνει πως η persona (το πρόσωπο) δεν μπορεί να οριστεί χωρίς την Φύση.

Η Φύσις είναι πιο περιεκτική του προσώπου. Και γι' αυτόν τον λόγο ο Βοήθιος προχωρεί από την Φύση προς το πρόσωπο, με αφαίρεση και συγκέντρωση, με μια καθοδική επέκταση και μια ανοδική κατανόηση, όπως ορίζουν ακριβώς οι λογικοί κανόνες του Πορφύριου.

Γι' αυτό τον λόγο ο Βοήθιος θέτει την ερώτηση «ποια φύσις είναι ένα πρόσωπο»; Και όχι «πώς και γιατί ένα πρόσωπο είναι μία φύσις». Προχωρά λοιπόν ελέγχοντας τέσσερις ορισμούς της φύσεως, τους τρεις του Αριστοτέλη και τον δεύτερο του Πλάτωνος και Πρόκλου.

Προχωρώντας λοιπόν από το καθολικό προς το συγκεκριμένο και από τη φύση για να ανακαλύψει το πρόσωπο, γράφει:
«Επειδή το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την φύση, και επειδή μερικές φύσεις είναι ουσίες, άλλες συμβεβηκότα (ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως υπάρχει ένα πρόσωπο του άσπρου ή του μεγάλου;) συμπεραίνεται πως το πρόσωπο πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στις ουσίες. Επειδή όμως και πάλι μερικές ουσίες είναι σωματικές (υλικές) και μερικές ασώματες (άυλες), από δε τις σωματικές άλλες είναι ζωντανές άλλες δεν είναι, από τις ζωντανές μερικές είναι αισθητές, άλλες καθόλου, από τις αισθητές μερικές είναι λογικές, άλλες παράλογες, από τις λογικές τώρα, μία απ' αυτές είναι αΐδια και απαθής από τη φύση της, δηλαδή είναι ο Θεός, η άλλη είναι μεταβλητή και παθητή λόγω της κτιστότητός της, εφόσον και όσον δεν μεταμορφώνεται και αυτή από την απαθή και αΐδια ουσία στην σταθερότητα της απάθειας (Contra Eut. II, 12, 18).

Επειδή όμως τώρα ακριβώς, ομολογούμε το πρόσωπο του θεού, των αγγέλων και των ανθρώπων πρέπει να αποκλείσουμε από τον ορισμό που αναζητούμε, τα άψυχα σώματα (κανείς δεν μπορεί να πει πως μια πέτρα είναι πρόσωπο), τα ζωντανά χωρίς αίσθηση (ούτε ένα δέντρο μπορεί να είναι πρόσωπο), όπως επίσης και τις άλογες ουσίες (ούτε ένα άλογο μπορεί να είναι πρόσωπο), συμπεραίνεται ότι αφού η Φύσις είναι ιδιότης κάθε ουσίας, το πρόσωπο είναι κατηγόρημα μόνο μερικών από τις ουσίες και συγκεκριμένα, των λογικών ουσιών. Και πάλι όμως, επειδή από τις ουσίες μερικές είναι καθολικές και μερικές συγκεκριμένες, το πρόσωπο δεν μπορεί ποτέ του να είναι κατηγόρημα των καθόλου, αλλά μόνον των ατομικών και μοναδικών».

Καταλήγει τοιουτοτρόπως πως εάν το πρόσωπο βρίσκεται μόνον ανάμεσα στις ουσίες και από αυτές μόνον στις λογικές και εάν κάθε φύσις είναι μία ουσία και δεν απαντάται στα καθόλου, αλλά στα άτομα, έρχεται με συνέπεια ο ορισμός του προσώπου: «Sostanza individuale di natura razionale». ΑΤΟΜΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΛΟΓΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ! (Contra Eut. IIΙ, 1-6).

Ο λόγος αυτός του Βοήθιου έπαιξε μεγάλο ρόλο στην Δυτική σκέψη και γι' αυτό τον παρουσιάσαμε ολόκληρο. Παρουσιάζει όμως και πολλά κενά τα οποία μπορούμε να δούμε αμέσως παρακάτω! Κατ' αρχάς ο θεός τοποθετείται στο τέλος της αλληλουχίας Φύσις – ουσία – σωματική – αισθητή – λογική – άυλη, ως εκ φύσεως. Μπορούμε όμως να ορίσουμε τον θεό σαν «σωματική ουσία»; Ο Βοήθιος θέλει να αγκαλιάσει σε έναν και μοναδικό ορισμό γη και ουρανό μαζί: τον θεό, τους αγγέλους, τον άνθρωπο (Contra Eut. II, 37). Θέλει να αντιμετωπίσει τα Χριστολογικά προβλήματα χωρίς να αφήσει απ' έξω τα Τριαδολογικά. Αλλά ταυτόχρονα, στο βάθος, το μέτρο όλων των ορισμών του είναι ο άνθρωπος. Το αποτέλεσμα που επιτυγχάνει, ισχύει για τον άνθρωπο, πολύ λιγότερο για τον Χριστό, και καθόλου για τον Θεό. Μπορεί να ορισθεί ο θεός σαν «ατομική ουσία λογικής φύσεως»;! Πώς μπορεί να εξατομικευθεί ο Θεός; Η «αρχή της εξατομικεύσεως» εξαρτάται από τα συμβεβηκότα (όπως το ήθελε ο Πορφύριος;) ή από την ουσία (όπως δίδασκε ο Αριστοτέλης;). Εάν στον θεό δεν υπάρχουν συμβεβηκότα πώς θα μπορέσει να εξατομικευθεί ο Θεός; Και αν ο Θεός είναι Μονάς και Τριάς, πώς θα μπορέσει να εξατομικευθεί σαν Μονάς και Τριάς; Πώς θα πούμε τον Θεό λογικό, δεν είναι υπέρλογος;

Ο Βοήθιος δεν σταματά όμως μόνον στον ορισμό του προσώπου! Προσθέτει πως ο άνθρωπος διαθέτει: Μια ουσίωση (subsistentia) καθότι δεν συνάπτεται σε κανένα υποκείμενο, μια υπόσταση (substantia) καθώς λειτουργεί σαν υποκείμενο για άλλα πράγματα τα οποία δεν είναι ουσιωμένα, τέλος ένα πρόσωπο (persona) διότι είναι λογικό άτομο.

Χρησιμοποιεί οπωσδήποτε τον Αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου «ζώο λογικό και θνητό» αλλά τον μεταμορφώνει ολοκληρωτικά. Όχι μόνον σταθεροποιεί τον δεσμό ατόμου και ουσίας αλλά δυναμώνει και την ουσιότητα μέσω του αυθύπαρκτού της, του αυθυποστάτου της και όλα αυτά λόγω της βασικής του κατανοήσεως του Είναι και της γλώσσας σαν εκφράσεις του ΕΙΝΑΙ.

Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ: ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ


Ο Θωμάς Ακινάτης εκλεπτύνει τον ορισμό του Βοήθιου, από το ένα μέρος την «λογική ουσία» στην προοπτική της subsistentia δηλαδή του είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν, και από το άλλο της «λογικής φύσεως» στην πιο πλατιά προοπτική της νοήσεως.

Όμως το είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν δεν το 'χει ο άνθρωπος από μόνος του. Το είναι του ανθρώπου είναι περισσότερο το ex-sistere. O άνθρωπος σαν πρόσωπο δεν «είναι» το ΕΙΝΑΙ, αλλά «έχει» το Είναι, το esse subsistens, διότι τα λαμβάνει από τον Κύριο ο οποίος αυτός ο ίδιος είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν.


Μια άλλη ιδιοφυής κίνηση του Ακινάτη ήταν ο συνδυασμός του Βοήθιου με τον Αυγουστίνο. Δίνει έτσι την δυνατότητα στον όρο πρόσωπο, μεταφερόμενος στον θεό να διαγράφει l' esse-ad-alium (είναι προς άλλον) και τοιουτοτρόπως ταυτίζει στην Τριάδα το πρόσωπο με την σχέση. Διατηρείται όμως παρόλα αυτά, λέει ο Ακινάτης, η δυνατότης του προσώπου να διαγράφει και το είναι εις εαυτόν (esse-ad-se) και όχι μόνον το είναι-προς-άλλον (esse-ad-alium), επειδή στον θεό αυτός ο όρος σημαίνει σχέση, όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης αλλά με τον τρόπο της ουσίας. Δηλαδή το πρόσωπο είναι και σχέση και ουσία. Στον θεό λοιπόν υπάρχουν τρία πρόσωπα αλλά μπορούμε να πούμε επίσης πως είναι ένα προσωπικό ΕΙΝΑΙ.

Επιστρέφοντας στον άνθρωπο τώρα, ο μαθητής του Βοήθιου Ακινάτης, δηλώνει πως η συγκεκριμένη μοναδικότης, καθότι πρόσωπο, δεν διαλύεται στο γένος και στο είδος αλλά είναι αυθύπαρκτη: είναι εις εαυτόν και προς εαυτόν. Αυτό το αυθύπαρκτο ή υπαρκτική κίνηση, υπαρκτική πράξη (actus essendi) έρχεται στον άνθρωπο από την ουσιώδη του μορφή, την ψυχή, δημιουργημένη Δημιουργικά απευθείας από τον θεό. Είναι η ψυχή η οποία τυλίγει όλο τον άνθρωπο σαν πρόσωπο και τον συνέχει στην σωματικότητά του!

Ο άνθρωπος σαν άτομο υπόκειται στα άστρα, αλλά σαν πρόσωπο μπορεί να τα κυριεύσει. Λόγω ακριβώς του αυθύπαρκτου του προσώπου ο άνθρωπος μπορεί να ξεδιπλώσει την λογική του, αποτελούμενη από νόηση και θέληση. Η αυτοσυνειδησία και η αποφασιστικότης του ανθρώπου, οι μεγαλύτεροι τίτλοι της αξιοπρέπειάς του, ριζώνουν σ' αυτή τη βάση: το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν, είναι αυθύπαρκτο, υπάρχει δηλαδή εις εαυτόν και προς εαυτόν. Λόγω δε του γεγονότος πως είναι αδύνατον να χαθεί, να εκποιηθεί, να μηδενιστεί το «υπαρκτό», το existere, γίνεται εφικτό στον άνθρωπο να πραγματοποιηθεί στην δι-υποκειμενικότητα και στην κοινωνία!


Αυτό το existere του προσώπου είναι η καινοτομία του Ακινάτη σε σχέση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, για τους οποίους το θέμα αυτό ήταν αδύνατον καν να τεθεί λόγω της απολυτότητος που το χαρακτηρίζει, δηλαδή λόγω της παραδοξότητος της χριστιανικής έννοιας της υπάρξεως, η οποία στηρίζεται στην πίστη της Δημιουργίας εκ του Μηδενός. Η σύγχρονη έννοια της υπάρξεως όπως εξελίχθηκε και απο-χριστιανίστηκε από τον Ακινάτη μέχρι τον Σαρτρ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια οντολογία χριστιανο-θωμιστική χωρίς το δόγμα της Δημιουργίας.[ΜΟΝΟ ΠΟΥ Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ]

Οπωσδήποτε υπήρξαν αντιρρήσεις και από μέρους των Λατίνων θεολόγων. Όλοι τους ομολογούσαν πως το πρόσωπο των Καππαδοκών πατέρων «individuum naturae communis», άτομο κοινής φύσεως, είναι πιο ακριβές και πιο μεγαλόπνοο, αλλά παρόλα αυτά η χριστιανο-φιλοσοφική κατασκευή των Βοήθιου, Ακινάτη, παρέμεινε κυρίαρχη, διότι ο Ακινάτης είχε την εξυπνάδα να δηλώσει πως ένας ορισμός του προσώπου μπορεί να είναι καθολικώς έγκυρος λόγω αναλογίας!

Έτσι λοιπόν η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, κάθε μοναδικού ανθρώπου, που υπάρχει και διαθέτει νόηση και ελευθερία, εκφράζεται πλέον τέλεια στον ορισμό του σαν ΠΡΟΣΩΠΟ.


(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Σταυρώνοντας τη θάλασσα (2)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Στέλιος Ράμφος, Η Ελλάδα των Ονείρων. Σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό, Αρμός, Αθήνα 2020, 560 σελ.

Posterazzi

Το μαρτύριο της Αγίας Περπέτουας και της Αγίας Φελιτσιτάτης στο Ρωμαϊκό Κολοσσαίο, ξυλογραφία από το βιβλίο του John Foxe, Book Of Martyrs, New York, 1832. Στα όνειρα της αγίας Περπέτουας, Ρωμαίας ανήκουσας στην τάξη των ευγενών η οποία μαρτύρησε το 203 μ.Χ., ο Ράμφος διακρίνει τον σχηματισμό της χριστιανικής ταυτότητας που θα αντικαταστήσει την ελληνορωμαϊκή. Η πρώτη αποδεικνύεται καταλληλότερη να καταλαγιάσει τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες μιας ατομικότητας που χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και την αναζήτηση πνευματικότητας σ’ έναν υλιστικό κόσμο έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Υποδειγματική ενσάρκωση αυτής της νέας ταυτότητας είναι ο μάρτυρας και, ακολούθως, ο άγιος.[Ο ΑΓΙΟΣ ΔΈΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ, ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ. Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΚΟΥΣΙΑ, ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ]


Ι. Όνειρα της Περπέτουας, της Ισμήνης και του Ισμηνία: Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο και η χριστιανορθόδοξη ταυτότητα


Το πρώτο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων εστιάζει στην ύστερη αρχαιότητα μέχρι την πρώτη περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλαδή από τον 2ο αιώνα μ.Χ. μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. Ο Ράμφος αναλύει τόσο χριστιανικά όσο και ελληνικά κείμενα, όπου στα πρώτα ανήκουν το ημερολόγιο της Περπέτουας, όνειρα του Γρηγορίου Νύσσης, του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, του Ευάγριου Ποντικού, η Χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα, τα Ανέκδοτα του Προκοπίου και ο βίος της αγίας Θέκλας, ενώ στα δεύτερα, τα Αιθιοπικά, που περιλαμβάνουν τα επινοημένα όνειρα του Ηλιόδωρου. Στα όνειρα της αγίας Περπέτουας, Ρωμαίας ανήκουσας στην τάξη των ευγενών η οποία μαρτύρησε το 203 μ.Χ., ο Ράμφος διακρίνει τον σχηματισμό της χριστιανικής ταυτότητας που θα αντικαταστήσει την ελληνορωμαϊκή. Η πρώτη αποδεικνύεται καταλληλότερη να καταλαγιάσει τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες μιας ατομικότητας που χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και την αναζήτηση πνευματικότητας σ’ έναν υλιστικό κόσμο έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Υποδειγματική ενσάρκωση αυτής της νέας ταυτότητας είναι ο μάρτυρας και, ακολούθως, ο άγιος, με αμφότερους να υπερβαίνουν την αβέβαιη κοινωνική πραγματικότητα, στρεφόμενοι προς τον εαυτό και συγχρόνως στον Θεό. Χάρη στην πίστη που οδηγεί στο μαρτύριο και στην αυτοθυσία, η χριστιανική ταυτότητα διεκδικεί την υπεροχή της έναντι της ελληνορωμαϊκής, δημιουργώντας ταυτόχρονα μια διαφορετική στάση προς τον χρόνο, καθώς προκρίνει το αιώνιο έναντι του παρόντος. «Μ’ άλλα λόγια το επικείμενο μαρτύριο της Περπέτουας και κάθε πιστού συνέδεε ριζικά τον χριστιανισμό της αρχικής περιόδου με ένα ιδανικό του Εγώ, το οποίο έκανε την ελπίδα του μέλλοντος ισχυρότερη από την αίσθηση του παρόντος, αναβάπτιζε για την χριστιανική συνείδηση το παρόν στο αιώνιο, συνέβαλλε δε, προϊόντος του χρόνου, το αιώνιο να στραφεί εναντίον του παρόντος, η πίστη να ατροφήσει ως άμεσο βίωμα και να λάβει μορφή πεποιθήσεως, με υπέρογκες συνέπειες για την πνευματική ζωή και την ιστορία της ανθρωπότητας» (σ. 44)[ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΕΓΩ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΦΙΧΤΕ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΤΟΝ ΖΗΜΙΩΝΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΡΕΥΝΗΤΗ]

Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο, η οποία καθορίζει τη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα, δεν κλονίζεται ούτε από τον έρωτα, ο οποίος «έχει έναν μη φυσικό δικό του χρόνο, διαφορετικό από του εικοσιτετραώρου ή των πολλαπλασίων του. Ο ερωτευμένος παίρνει τα είδωλα της ψυχής του για αληθινά και κανένα νερό δεν σβήνει την φωτιά τους. Ο έρωτας τον κάνει άλλο άνθρωπο: Διψάει για το απόλυτο και αιώνιο στον χρόνο όπου ο ίδιος βρίσκεται, ενώ τούτος ο χρόνος ακριβώς γίνεται το δοκιμαστήριο του έρωτα. Αυτό είναι που τον κάνει τυραννικό. Διεκδικεί το όλον, το απόλυτο× δεν ενδιαφέρεται για το επιμέρους και το σχετικό. Νύχτα και μέρα και χρόνος με τις ανάγκες του γι’ αυτόν τον βασιλέα Έρωτα δεν υπάρχει: Ή όλα ή τίποτα!» (σ. 358).[Η ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ ΗΤΑΝ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ. ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΩΝ 100 ΜΕΤΡΩΝ ΜΕΤ'ΕΜΠΟΔΙΩΝ. ΟΤΙ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙ .....] Στο δεύτερο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, το οποίο επικεντρώνεται στην περίοδο ακμής του Βυζαντίου μέχρι την άλωσή του, ο Ράμφος, έχοντας εξετάσει όνειρα του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος, του Ρωμανού Β΄, του Άγιου Ανδρέα του Σαλού και επιτάφια όνειρα του Μιχαήλ Ψελλού διαυγάζει τον έρωτα σε μια εποχή συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας, στρέφοντας την προσοχή του στο μυθιστόρημα Το κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράμα του Ευσταθίου Μακρεμβολίτου. Γραμμένο το 1180, μετά την άνθηση του βυζαντινού ανθρωπισμού και δυο δεκαετίες πριν από την άλωση της Πόλης, περιγράφει τον έρωτα της Υσμίνης και του Υσμινία, που καρποφορεί αφού δοκιμαστεί σε περιπέτειες. Ο Ράμφος θεωρεί ότι ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας λόγω της συρρίκνωσής της, ένα αίσθημα μειονεξίας προς τη Δύση και μια διαφαινόμενη ατομικότητα αποτελούν παράγοντες που συνεισέφεραν στην επανεμφάνιση λογοτεχνικών ειδών όπως το μυθιστόρημα ή η σάτιρα. Καθώς οι Κομνηνοί επιχειρούν μια διστακτική προσέγγιση με τη Δύση, η ελληνική γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα ενδυναμώνει την ελληνική διάσταση της χριστιανορθόδοξης ταυτότητας, αντισταθμίζοντας την αγωνία, τη σύγχυση και τη μελαγχολία των Βυζαντινών. Παρά την πρόσκαιρη άνθιση του μυθιστορήματος, το ορθόδοξο στοιχείο θα επικρατήσει τελικά. Έτσι, «όσο έφευγαν τα χρόνια τόσο το αιώνιο υπνώτιζε τις συνειδήσεις, τόσο πιο επίμονη η ανάγκη καταφυγής στο παραμύθι και στο παρελθόν, ως ανασφαλής αντίδραση στην ιστορική μεταβολή. "Παραμύθι" ονομάζω μια παρηγορητική σκηνοθεσία η οποία ενεργοποιεί την νοσταλγία για να πολεμήσει την κατάθλιψη που προκαλεί ο εγκλεισμός των ανθρώπων σε διατεταγμένα αισθήματα, η ηττημένη επιθυμία τους για διέξοδο σε προσωπικότερά τους συναισθήματα. Αυτή την ήττα συγκαλύπτει η νοσταλγία» (σ. 348).

Το κατά Ράμφον «παραμύθι» δεν αποδυναμώνεται από τη ζωογόνο ισχύ του έρωτα, ενός προσφιλούς θέματος του βυζαντινού μυθιστορήματος. Συγκριτικά με τα ιπποτικά μυθιστορήματα της Δύσης, ο βυζαντινός πρωταγωνιστής δεν διακινδυνεύει τη ζωή του, ωριμάζοντας τοιουτοτρόπως ύστερα από μια σειρά εσωτερικών διεργασιών. Για τον Ράμφο, το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του βυζαντινού μυθιστορήματος είναι σχηματικοί και, κυρίως, στατικοί, αντανακλά τη στασιμότητα, αλλά επίσης τη δημιουργική στειρότητα της βυζαντινής κοινωνίας λόγω της επικράτησης μιας χριστιανορθόδοξης ταυτότητας που ανέδειξε τον ανθρωπότυπο του άγιου ως παραδειγματικό, προκρίνοντας τον θείο έρωτα έναντι του κοσμικού. «Όταν θέλεις μόνο αγίους κυνηγάς μια τελειότητα αμετάστατη και όταν θέλεις να κατανικήσεις το ερωτικό παλεύεις εναντίον της πραγματικότητος. Αυτή ακριβώς η αδιαφορία για την ανθρώπινη ωρίμανση αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους ανεξέλικτους χαρακτήρες των βυζαντινών μυθιστορημάτων, εν αντιθέσει προς το εσπέριο ενδιαφέρον για την υποκειμενικότητα, που πάει -το είδαμε- με νίκη επάνω στον θάνατο και η αποδοχή του ερωτικού πάθους το οποίο κοιτάζει μπροστά, ενώ η νοσταλγία έχει την επιθυμία της πίσω» (σ. 349).

Υπ' αυτό το πρίσμα, ο Ράμφος συζητά τα πέντε όνειρα του Κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράματος ως έκφραση μιας διαφορετικής, δυτικότερης εξατομίκευσης. Οι πρωταγωνιστές αγωνίζονται ενάντια στην τύχη με ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να παραδίδονται ούτε στην ανάγκη του παρόντος ούτε στην αναπόληση του παρελθόντος. Ο Ράμφος εικάζει ότι αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τη φαντασία που χαρακτηρίζει το έργο, η οποία είναι στιγματισμένη στη χριστιανορθόδοξη παράδοση, κατέστησαν το έργο δημοφιλές στη Δύση τον 18ο αιώνα. Ωστόσο αυτή η εναλλακτική προς τη χριστιανορθόδοξη ατομικότητα δεν άνθισε έτσι· «στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν έγινε κανένα αξιοσημείωτο βήμα πέρα της "φυσικής" πνευματικότητας που έφερε μαζί της η κλασική κληρονομιά και που η θρησκεία ενδιαφερόταν να "εξανθρωπίσει" με κατ’ εξοχήν μέσο το μυστηριακό τελετουργικό, διότι αντιστάθμισμα στην ακινησία της προσευχής ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ο κύκλος της λατρείας. Αυτός δίνει πάντοτε κύρος συμβόλου στον μύθο, αυτός αφαιρεί από την ζωή του πολιτισμού της αγιότητας την ψυχολογία και την εσωτερικότητα, για να τις αντικαταστήσει με αποπετρωμένα στερεότυπα, ασάλευτες τελειότητες που ματαιώνουν κάθε έγνοια για κίνηση προς το αλλιώς» (σ. 349).[ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΑΝΕΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ]

ΙΙ. Αναμένοντας τον μαρμαρωμένο βασιλιά: Από τη χριστιανορθόδοξη στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα

Ο στατικός χρόνος του Βυζαντίου εκρήγνυται με την πτώση της αυτοκρατορίας και την άλωση της Πόλης, η οποία προκαλεί τεκτονικές αναταράξεις στην ψυχική ζωή των Ελλήνων.[ΕΙΧΑΝ ΗΔΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ] Στο τρίτο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, ο Ράμφος αναλύει τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σπέρμα της εθνικής ταυτότητας. Πιστεύει ότι μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση του θρύλου, ο οποίος λειτούργησε αρχικά παρηγορητικά, εν συνεχεία ελπιδοφόρα και, ακολούθως, εμπνέοντας τη Μεγάλη Ιδέα, με επίγνωση των ιστορικών συνεπειών του, επιτρέπει μια ουσιαστικότερη κατανόηση του αγώνα της ανεξαρτησίας και όσων ακολούθησαν. «Να εκκινήσουμε από το βαρύ ερώτημα εάν κερδίσαμε κάτι, και τι, από την εθνική μας παλιγγενεσία× αν διδαχθήκαμε από τα επιτεύγματα και τα παθήματά μας και αν αυτό υποκρύπτεται στην ενδοχώρα των παραδόσεών μας. Εάν δηλαδή καταλάβαμε πως ο αγώνας για την ανεξαρτησία δεν ήταν οπωσδήποτε και για την ελευθερία. Η παρεξήγησή της ελευθερίας έφερε δεινά× η εμβάθυνσή της θα γονιμοποιήσει την ανεξαρτησία» (σ. 392).

Ο Ράμφος διαβάζει τον θρύλο ως μεσσιανική προσδοκία παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Το νεοελληνικό υποκείμενο παραμένει δέσμιο στη βυζαντινή χρονικότητα καρτερώντας το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την εθνική λύτρωση και αναγέννηση. Έτσι το μέλλον βιώνεται αποκλειστικά ως νοσταλγία ενός ενδόξου παρελθόντος που θα επανέλθει. Η ριζική αλλαγή δεν εξαρτάται από το ίδιο, διότι «την συνδέει με το πρόσωπο ενός βασιλέως "χριστού" του Θεού, εγγυητή της εθνικής ακεραιότητας και της κοινωνικής αρμονίας» (σ. 394). Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αποφεύγει, όπως οι πρωταγωνιστές των βυζαντινών μυθιστορημάτων, με υπερφυσικό τρόπο τον θάνατο. Κατόπιν παρεμβάσεως του αγγέλου που θα λειτουργήσει ως από μηχανής θεός σταματώντας το χρόνο, θα μαρμαρώσει, προκειμένου να επανέλθει. Έκτοτε, στο νεοελληνικό κοινωνικό φαντασιακό το παρελθόν ανάγεται σε κυρίαρχο χρόνο, εγκλωβίζοντας εντός του την ιστορία και αποξηραίνοντας νοηματικά το μέλλον με κρίσιμες συνέπειες. «Το εθνικό μας πρόβλημα ανάγεται επιγραμματικά σε μια παραλυτική σχέση με το παρόν και την διαχείρισή του, σχέση με οδυνηρές ψυχοπαθολογικές και πολιτισμικές προεκτάσεις» (σ. 521).

Στο ατομικό επίπεδο, «το εγώ που διεκδικεί αχρονικά τον εαυτό του στο παρόν παραμένει ατροφικό και ασφυκτιά ανενέργητο» (σ. 416), αδυνατώντας ν’ αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του και της ιστορίας. Στο συλλογικό επίπεδο, αυτό έχει συνέπεια «η νεοελληνική κοινωνία ως σύνολο και στην πλειονότητά τους τα άτομα που την αποτελούν να μην σκέπτονται –άρα να μην εσωτερικεύουν– καταστάσεις και γεγονότα, επιβαρύνοντας ήδη προβληματικές νοοτροπίες και συμπεριφορές όπως η αδιαφορία, η κοντή μνήμη, η διανοητική αναρχία με εκκωφαντική απουσία προβλέψεως, οργανώσεως και προγραμματισμού. Η δύναμη της συνήθειας εξουδετερώνει την πνευματική ενέργεια» (σ. 409). Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου ως αναλλοίωτο απείκασμα αιωνιότητας διαμορφώνει πυρηνικά την ελληνορθόδοξη ταυτότητα, έτσι ώστε το άτομο «να διεκδικεί ελευθερίες κυρίως εξωτερικών αναγνωρίσεων και ανέσεων και πολύ λίγο ελευθερία εσωτερική, όπως την περιέγραψε ο Σολωμός, χωρίς η τελευταία τούτη ν’ αποκλείεται απολύτως. Εξ ου και αποφεύγουμε τις παραγωγικές ενέργειες αλληθωρίζοντας μόνιμα προς την καθιστική βολή. Η δημιουργική στάση θέλει τους ανθρώπους αυτοδύναμους και τολμηρούς· στην υπαλληλία διοχετεύουμε παραλλαγές ενστίκτων παθητικότητας που ευκαιρίας δοθείσης εκδηλώνονται τυραννικά» (σ. 399).

Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν είναι ένας τραγικός, αλλά, όπως ορθά δείχνει ο Ράμφος, ένας μεσσιανικός ήρωας, που υπόσχεται λύτρωση. Αν ο τραγικός ήρωας εμπνέει στους πολίτες τη φρόνηση κατευθύνοντάς τους προς την αρετή, τότε ο μεσσιανικός οδηγεί τους πιστούς στην προσευχή καθοδηγώντας τους προς την αγιότητα. «Ίσως έτσι να εξηγείται ο πτωχαλαζονικός μας εγωισμός, η αλλεργία στην πειθαρχημένη προσπάθεια, αμεριμνησία για τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών μας. Πίσω από την φυσική ταυτότητα και τον πάτριο ατομισμό τρέχουν συναισθήματα που ενδιαφέρει να γνωρίζουμε για την πληρέστερη εικόνα της ψυχικής ζωής του λαού μας. Η παραδοσιακή τούτη φυσικότητα θέλει "δικό μας άλλο" τον οικείο και όχι τρίτους, αντιμετωπίζει δε εκτός των δεσμών αίματος, τόπου είτε ειδικού συμφέροντος ως "ξένο" και "ανοίκειο", με συμπαρομαρτούντα την αδιαφορία γι’ αυτόν έως εχθρότητα και οπωσδήποτε την δυσπιστία, ψυχολογική προϋπόθεση κάθε διαιρέσεως» (σ. 399). Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν εμπνέει την αναστοχαστικότητα, αλλά την ενατένιση· έτσι, στο νεοελληνικό φαντασιακό προκρίνεται το αιώνιο έναντι του νέου, δηλαδή της ριζικής δημιουργίας, υποθηκεύοντας τη δημιουργία ιστορικής συνείδησης. «Αντί αυτής επεβίωσε κυριαρχικά μαζί με τον μαρμαρωμένο βασιλιά το βυζαντινό παρελθόν, ορθώνοντας εμπόδια στο πνεύμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τον οποίο δεξιώθηκε αμφιθυμικά στα παραδοσιακά κοινωνικά πλαίσια χωρίς ειλικρινή διάθεση να προχωρήσει σε δημιουργική σύνθεση. Βυζαντινό παρελθόν και νεοελληνικό παρόν και μέλλον συνυπάρχουν ανταγωνιστικά στις ψυχές και τους θεσμούς μέχρι σήμερα» (σ. 413). Ο μύθος του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σημαντικό συστατικό της ελληνορθόδοξης ταυτότητας από τη μια ενέτεινε τη σύγχυση ανεξαρτησίας και ελευθερίας αποδυναμώνοντας τη δημιουργία μιας ισχυρής ατομικότητας, ενώ από την άλλη «ετοιμάζει τον δρόμο για πιο εσωτερικευμένη έκφραση της ανάγκης ελευθερίας» (σ. 417). Δίχως αυτή, δεν είναι εφικτός ένας κοινωνικός βίος με αίσθημα καθήκοντος και ευθύνης, καθώς αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή ατομικότητα η οποία δεν ενδίδει στην εγωιστική συμπεριφορά. «Ποια ήταν η επίδραση του Μαρμαρωμένου βασιλιά στο συλλογικό εγώ των Ελλήνων που ζούσαν με τον θρύλο του; Θα την χαρακτήριζα διττή και αντιφατική. Τόνωνε μεν την ψυχική τους διάθεση να αντιπαραχθούν στην υλική δύναμη του σουλτάνου, αλλά στην θέση της εξουσίας του τοποθετούσε τις φθαρμένες εικόνες και ιεραρχίες από το παρελθόν. Ο Μαρμαρωμένος βασιλιάς λειτουργούσε προστατευτικά ως πατρική αυθεντία απέναντι στο παιδικό Εγώ τους τόσο στην περίοδο της τουρκοκρατίας όσο και κατοπινά. Εν τέλει, συνδυάσθηκε με την ελπίδα σωτηρίας διά παλινορθώσεως του παρελθόντος, όχι με δίψα για αλλαγή και προκοπή» (σ. 414-415).

Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική θεώρηση του χρόνου δεν εκφράζεται μόνο στο μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Από αυτήν πηγάζει επίσης η αμφιθυμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς την Ελληνική Επανάσταση. Για τον Ράμφο, η Εκκλησία, στη βάση της μεσσιανικής θεώρησης του χρόνου, προάγει έναν κοινωνικά επιβλαβή δογματισμό ενισχύοντας «την ψυχοπαθολογία ενός διχασμού μεταξύ πραγματικότητος και μυστικοπροφητικών φαντασιώσεων» (σ. 444). Σε αυτόν οφείλεται στις μέρες μας τόσο η κυριαρχία του θυμικού και του ανορθόλογου όσο επίσης της ιδεολογίας στη δημόσια σφαίρα, με αποτέλεσμα τη διάβρωσή της και τη διάλυση, κατά καιρούς, της εθνικής ομόνοιας. «Χωρίς την Εκκλησία βεβαίως και δεν θα υπήρχαμε σήμερα. Όμως αφού επιβιώσαμε από την τουρκοκρατία και οικοδομήσαμε την ανεξάρτητη κρατική μας οντότητα, έπρεπε να προχωρήσουμε στον κοινωνικό μας απογαλακτισμό. Είναι η μεγάλη εθνική μας εκκρεμότης. Αντί να αρπάζεται αγχωδώς η μητέρα Εκκλησία από το παιδί της, πρέπει να επιδιώκει την ωρίμανση και την ανεξαρτησία του, ενώ το παιδί, με την σειρά του, οφείλει ν’ ανοίξει φτερά» (σ. 444). Συνοψίζοντας, προτού περάσουμε στα δυο τελευταία βήματα της μελέτης του Ράμφου: Η ερμηνευτική των ονείρων από την ύστερη ελληνική αρχαιότητα μέχρι την πτώση της Πόλης αποκάλυψε ότι η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου αποτελεί τον πυρήνα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Στο επίπεδο του ατόμου αυτή δεν δύναται να εξασφαλίσει τη συγκρότηση μιας ισχυρής ατομικότητας ικανής για δημιουργική πράξη και ανάληψη της ευθύνης, διότι βιώνει το παρόν μέσω του παρελθόντος υπό την κυριαρχία του θυμικού. Στο κοινωνικό επίπεδο διαμορφώνεται μια εξασθενημένη ιστορική συνείδηση, συγχέεται η ανεξαρτησία με την ελευθερία, κυριαρχεί η οικογένεια έναντι του κράτους δικαίου και διαμορφώνεται μια ατροφική δημόσια σφαίρα όπου επικρατεί η φαντασίωση μαζί με το συναίσθημα.

Αλλά με ποιον τρόπο λειτούργησε η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου στην Ελληνική Επανάσταση καθορίζοντας τελικά τη φύση του νεοελληνικού κράτους και την ελληνορθόδοξη ταυτότητα;

Συνεχίζεται

Σταυρώνοντας τη θάλασσα

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ ...

Η Περπέτουα, έχει ερμηνεύσει μόνη της τις οπτασίες της. είδε στον δράκοντα του πρώτου οράματος τον διάβολο που ήθελε να την απομακρύνει από το μαρτύριο, και στον ποιμένα που της πρόσφερε την γλυκιά τροφή, τον Χριστό.

ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΝ ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΦΙΧΤΕ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ.

Όσο πενιχρές κι αν είναι οι πηγές για αυτή την πρώιμη περίοδο, αρκούν για να δείξουν ότι στις Λαϊκές Σταυροφορίες βρισκόταν σε πλήρη δράση ένας έντονος εσχατολογικός αναβρασμός. Οι pauperes (οι φτωχοί) ασφαλώς έβλεπαν τους εαυτούς τους ως πρωταγωνιστές της θαυμαστής συντελείας προς την οποία κατευθύνονταν όλα τα πράγματα από την αρχή του χρόνου. Παντού έβλεπαν τα «σημεία» που επρόκειτο να σηματοδοτήσουν την έναρξη των Εσχάτων Ημερών και άκουγαν ότι «η Έσχατη Σάλπιγγα ανήγγειλε την έλευση του δίκαιου Κριτή»43.

Πάνω απ’ όλα φαίνεται ότι τους γοήτευε η προφητεία για τον μεγάλο Αυτοκράτορα, ο οποίος κατά τις Έσχατες Ημέρες επρόκειτο να πορευθεί προς την Ιερουσαλήμ· και φαίνεται ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πείσουν τους εαυτούς τους ότι πράγματι οδηγούνταν από εκείνον τον μυστηριώδη μονάρχη.

Αρχικά, στις ελληνικές προφητείες που κυκλοφορούσαν στην Ανατολή, ο Έσχατος Αυτοκράτορας ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας που κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως, τον 8ο αιώνα, ο Ψευδο-Μεθόδιος μεταφράστηκε στα λατινικά στο Παρίσι, χρειάστηκαν νέες ερμηνείες. Ήταν αναμενόμενο ότι, καθώς ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών έπαιρνε τη θέση του στις εσχατολογικές φαντασίες της Δύσεως, θα έπαυε να είναι Βυζαντινός. Από την οπτική της δυτικής Ευρώπης, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν μια πολύ μακρινή και αμυδρή μορφή.

Από την άλλη πλευρά, η Δύση μπορούσε να πείσει τον εαυτό της ότι με την απόκτηση του αυτοκρατορικού τίτλου από τον Καρλομάγνο είχε γίνει μάρτυρας μιας αναστάσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το κενό που είχε αφήσει η καθαίρεση του τελευταίου αυτοκράτορα στη Δύση, αφού είχε μείνει ακάλυπτο περισσότερο από τρεις αιώνες, φάνηκε να έχει καλυφθεί με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο, όταν στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 800, ο Κάρολος, βασιλιάς των Φράγκων και βασιλιάς των Λομβαρδών, στέφθηκε Αυτοκράτορας των Ρωμαίων.

Από τότε ήταν δυνατόν ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών να φαντάζεται ως δυτικός μονάρχης, και έτσι παρέμεινε, παρόλο που ο Καρλομάγνος δεν άφησε πίσω του ενιαία εδαφική αυτοκρατορία. Τόσο στο τμήμα των κτήσεων του Καρλομάγνου που εξελίχθηκε σε Γαλλία όσο και σε εκείνο που εξελίχθηκε σε Γερμανία, οι άνθρωποι συνέχισαν να ονειρεύονται έναν μεγάλο αυτοκράτορα που θα εμφανιζόταν ανάμεσά τους και στο πρόσωπο του οποίου θα εκπληρώνονταν οι Σιβυλλικές προφητείες.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ Ο ΡΑΜΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ. ΤΟ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ ΕΓΩ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΕΤΑΛΛΑΧΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΕ ΕΓΩ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

ΟΜΗΡΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ(επανάληψη)

 ΤΟΥ Μ. MARTIN



Τελευταία οι εκδόσεις Ορθοδόξου Κυψέλης κυκλοφόρησαν το βιβλίο “Αποκαλυπτικό υπόμνημα” γραμμένο από τον Μοτοβίλωφ, μαθητού του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Εκεί διαβάζουμε τα λόγια του Αγίου Σεραφείμ πως «οι πιστοί άνθρωποι των εσχάτων καιρών θα πάσχουν δυστυχώς οι περισσότεροι από ψυχικές ασθένειες δαιμονικής προέλευσης, που θα είναι ανακατεμένες με θεϊκές πνευματικές παρακλήσεις στην ζωή τους. Κανείς από τους άλλους ανθρώπους δεν θα μπορεί να ξεδιακρίνει τι είναι εκ Θεού και τι όχι».

Θα παρουσιάσουμε στην συνέχεια μερικά αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου του Μ. MARTIN, καθολικού ιερέως, ο οποίος υπηρέτησε χρόνια στις ΗΠΑ και συγκέντρωσε ορισμένες από τις εμπειρίες του στο προαναφερθέν βιβλίο. Εντυπωσιάζουν οι καταγγελίες του και μας είναι σχεδόν άγνωστες παρότι έχουν ήδη παρουσιαστεί στην Ελληνική πραγματικότητα. Εάν συνδυαστούν όμως με τον Λόγο του Αγίου Σεραφείμ μας φωτίζουν αυτούς τους μυστηριώδεις έσχατους χρόνους!

Το βιβλίο “Όμηροι του Διαβόλου” κυκλοφόρησε στα 1976: «Στα 1976 η δαιμονική κατοχή ήταν περισσότερο μια διασκέδαση μέσω των ταινιών του Χόλλυγουντ. Λίγα όμως χρόνια αργότερα, στα 1990, όλα είχαν αλλάξει και οι περισσότεροι γονείς αγωνιούσαν για τα παιδιά τους. Στην πραγματικότητα δε μόνον λίγες οικογένειες δεν είχαν επηρεαστεί πλέον άμεσα από τον Σατανισμό.

Από την στιγμή που ανεγνωρίσθη η εκκλησία του Σατανά, οι οπαδοί της δρουν ανενόχλητοι στα σχολεία και προσηλυτίζουν ελεύθερα. Έχουν ήδη δημιουργηθεί σατανιστικά κέντρα όπου πραγματοποιούνται Μυήσεις και τελετές. Στις 50 πολιτείες της Ενώσεως υπολογίζεται πως λειτουργούν ήδη περίπου 8.000 τέτοια κέντρα, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι κιόλας υψηλά εξειδικευμένα. Γνωρίζουμε ήδη με βεβαιότητα πως οι ανθρωποθυσίες είναι μέρος αυτών των τελετών καθώς και ότι προτιμούνται τα αγόρια, σαν αντίγραφα του μικρού Ιησού. Πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή στο αυξανόμενο κύμα σεξουαλικών κακοποιήσεων μικρών παιδιών που μαστίζει ήδη τις ΗΠΑ και την οικουμένη. Σήμερα οι δαιμονισμένοι είναι πλέον ο φυσιολογικός τύπος ανθρώπου».

Οι σημερινοί έφηβοι, όπως παλιά ζητούσαν τον έρωτα για να αποκτήσει νόημα η ζωή τους, ζητούν την κατάληψη από ένα πνεύμα. Το Χόλλυγουντ έχει ήδη ανταποκριθεί στην ζήτηση και γυρίζει “Ιστορίες αγάπης” ανάμεσα σε κοριτσάκια και βρυκόλακες! Η μεγαλομανία του Χάρρυ Πότερ ανήκει στο αγνό παρελθόν μπρος στις σατανικές διαστροφές που επιβάλλει ιδίως στους νέους η κατάληψη και η Ομηρία από τους δαίμονες!

«Κανείς μας πλέον δεν ζει μακρυά από ένα σατανιστικό κέντρο όπου ανθρωποθυσίες και μαρτύρια μικρών αγοριών είναι πλέον συνηθισμένα συμβάντα. Οι σατανιστικές τελετές και οι συνέπειές τους, η ολοκληρωτική κατάληψη από δαίμονες είναι πλέον μέρος του Αμερικάνικου τρόπου ζωής. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνουμε από την απελευθέρωσή μας από τον Θεό και από την πλήρη αποτυχία των Δυτικών Εκκλησιών.

Σήμερα οι διανοούμενοι αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των Καθολικών ιερέων δεν πιστεύουν πλέον στην αληθινή ύπαρξη του Σατανά.

Από την άλλη δε πλευρά, από την πλευρά του εωσφόρου, η πεποίθηση πως δεν υπάρχει καθόλου είναι το μεγαλύτερό του πλεονέκτημα.

Οι σημερινοί δαιμονισμένοι δεν χτυπιούνται πλέον όπως οι αρχαίοι που γνωρίζαμε ή ακούσαμε να γίνεται λόγος. Είναι ήσυχοι άνθρωποι, μορφωμένοι, με στυλ και προσωπικότητα, ανεξάρτητοι, μπορούν να μιλήσουν για θρησκευτικά θέματα με ευγλωττία, μπορούν ακόμη και να κοινωνήσουν. Μόνον από πολύ κοντά μπορεί κάποιος να υποπτευθεί πως κυριαρχούνται από το σκότος [Βεβαίως δε η ευχαριστιακή εσχατολογία της νέας παγκόσμιας εκκλησίας υπό τον πάπα, δεν επιτρέπει καμία διάκριση].

Πρέπει να τονιστεί αρκετά πως ο δαιμονισμός δεν υφίσταται χωρίς την συνεργασία του ανθρώπου, μέσω της παραδόσεως στους δαίμονες των κυριοτέρων ανθρωπίνων λειτουργιών: της νόησης και της θέλησης. Ο δαιμονισμός σήμερα μπορούμε να πούμε είναι μια αργή διαδικασία. Μια διαδικασία η οποία αλλοιώνει δύο από τις βασικές δυνάμεις της ψυχής, την νόηση, μέσω της οποίας ένας άνθρωπος δέχεται και εσωτερικεύει την γνώση και την θέληση, με την οποία ένα άτομο επιλέγει να δράσει και να πράξει με αυτή τη γνώση (τον τρόπο ζωής).

Η μεγάλη μας εμπειρία μας έδειξε πως υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες οι οποίοι προδιαθέτουν ένα άτομο να συνεργαστεί με το μυαλό και την θέληση ώστε να καταληφθεί από έναν δαίμονα. Βεβαίως δεν είναι απολύτως απαραίτητο όποιος έρχεται σε επαφή με τους εν λόγω παράγοντες να πέφτει και θύμα δαιμονισμού! Όμως για όσες περιπτώσεις δαιμονισμού απέκτησα γνώση, ένας ή δύο από τους εν λόγω παράγοντες ήταν πάντοτε υπεύθυνος.

Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες είναι εξωτερικοί από το άτομο όπως π.χ. τα Οuija επίπεδα συνειδήσεως και οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Άλλοι είναι ένα είδος νοοτροπίας ή αυτογνωσίας, που εσωτερικεύονται από τον άνθρωπο, όπως ο υπερβατικός διαλογισμός και η Μέθοδος του εννεαγράμμου, που είναι τα πιο αποτελεσματικά σ’ αυτή την κατηγορία.

Μέσα στα πλαίσια της κατάληψης, όλοι αυτοί οι παράγοντες δημιουργούν μέσα στον άνθρωπο, στην νόησή του και στην θέλησή του, ένα είδος aspiring vacuum (κενοδοξίας). Κενού διότι δημιουργεί μια απουσία καθορισμένων και παραδεδομένων (παραδεκτών) εννοιών για την νόηση, προσφέροντας απαράδεκτες έννοιες για την ανθρώπινη φύση, οι οποίες βεβαίως γίνονται τυφλά παραδεκτές! Aspiring, φιλοδοξίες, διότι δημιουργούνται αντίστοιχοι ακαθόριστοι και απαράδεκτοι σκοποί για την θέληση.

Τo Οuija προέρχεται από την Γαλλική λέξη Οui και την Γερμανική Ja και σημαίνει “Ναι, Ναι”. Η νόηση πρέπει να δεχθεί αδιακρίτως όλες τις έννοιες που προτάσσονται και εφόσον διατεθεί θετικά και η θέληση προς τις έννοιες αυτές και αρχίσει να τις κάνει πράξη, τότε το προκαθορισμένο σύστημα είναι έτοιμο.[Χολλυγουντιανή εισαγωγή στο σύστημα αποτελεί η ταινια "Yes Μan" με τον Jim Carrey].

Η μέθοδος του εννεαγράμματος είναι στις μέρες μας η πιο κοινή και επιτυχημένη. Ενισχυμένη από την συμμετοχή διανοουμένων και κληρικών είναι σήμερα η πιο θανάσιμη απειλή για τις ψυχές. Μάλιστα έχει διαβρώσει και το ανώτατο όργανο κατηχητών της Βορείου Αμερικής, όργανο το οποίο δίνει τις απαραίτητες διδασκαλίες και κατευθύνσεις σε επισκοπές και ενορίες για την αύξηση και ωρίμανση της πίστεως των παιδιών.

Συνεπής στο όνομά της η Μέθοδος σημαίνει εννέα σημεία, το εννεάγραμμα είναι μια μαντάλα εννέα σημείων που σχηματίζει ένα κύκλο. Υποτίθεται πως αναπαριστά τον λωτό, όπως έχει περιγραφεί και από τον Γιούνγκ επίσης, και έχει σαν σκοπό να ξαναενώσει τον κερματισμένο εαυτό.

Το εννεάγραμμα έφτασε στη Δύση από έναν Ασιάτη ονόματι Γεώργιο Γκουρτζίεφ, Αρμενικής καταγωγής. Έχει εξαπλωθεί μέσω των ΗΠΑ και στην Νότιο Αμερική. Υπάρχουν, σύμφωνα με τη διδασκαλία αυτή, εννέα τύποι ανθρώπινης προσωπικότητος, κάθε μια από τις οποίες αναπαρίσταται από ένα σημείο του εννεαγράμματος. Κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ανήκει σε έναν και μόνο έναν τύπο προσωπικότητος. Αλλά παρ’ όλα αυτά κάθε τύπος είναι ικανός για άπειρη αυτοεξέλιξη! Αυτή η πλάνη, της δυνατότητος του ανθρώπου για αυτοεξέλιξη, είναι πολύ κοντά στην αρχαία αίρεση του πελαγιανισμού, η οποία ακριβώς διδάσκει αυτή την δυνατότητα του ανθρώπου χωρίς τη συνέργεια της Θ. Χάριτος [Είναι ακριβώς η σύγχρονη διδασκαλία περί προσώπου].

Η διαφορά της συγχρόνου πλάνης είναι ότι εξαρτά την ανθρώπινη αυτοεξέλιξη από τις εσωτερικές δυνάμεις του εννεαγράμματος καθιστώντας τοιουτοτρόπως κάθε οπαδό έναν τέλειο aspiring vacuum (κενόδοξο), υποψήφιο θύμα καταλήψεως».

Αυτά τα λίγα τρομερά και τρομακτικά από τον Μ. MARTIN.


Ας δούμε όμως τι λέει και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για την κενοδοξία! «Η κενοδοξία είναι ως προς μεν τη μορφή, μεταβολή της φυσικής τάξεως και διαστροφή των καλών ηθών και παρατήρησις παντός αξιομέμπτου πράγματος. Ως προς δε την ποιότητα, σκορπισμός των καμάτων, απώλεια των ιδρώτων, δόλιος κλέφτης του θησαυρού, απόγονος της απιστίας, πρόδρομος της υπερηφάνειας, ναυάγιο μέσα στο λιμάνι, μυρμήγκι στο αλώνι. Τόση δε μόνο διαφορά έχουν μεταξύ τους η κενοδοξία με την υπερηφάνεια, όση έχει εκ φύσεως το παιδί από τον άνδρα. Το πρώτο δηλαδή είναι η αρχή και το δεύτερο το τέλος».

Δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτά τα λίγα ολόκληρη η νεωτερική ορθόδοξη θεολογία; Σκορπισμός των καμάτων, δηλαδή ολοκλήρου της παραδόσεώς μας. Απώλεια των ιδρώτων. Δεν βλέπουμε ήδη να πνίγεται στο λιμάνι ο τελευταίος Έλληνας ορθόδοξος θεολόγος;

«Το πνεύμα της κενοδοξίας χαίρεται, όταν βλέπει να πληθύνεται η αρετή. Χαίρεται γιατί θα διασκορπίσει».
Μηδένα προ του τέλους μακάριζε!

Με τον ίδιο τρόπο δεν σκορπίζεται όλος ο κόπος και όλος ο πλούτος που συσσώρευσαν οι ΗΠΑ μέσω του δαιμονισμού των παιδιών της;


Σάββατο 30 Μαΐου 2009

Εκδόσεις Αμέθυστος

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου για τον Στέλιο Ράμφο

                               

Του Σταύρου Γιαγκάζογλου
Θυμάμαι τον Στέλιο Ράμφο, όταν γράφοντας τη διατριβή μου διάβαζα το μόλις εκδοθέν έργο του «Ιλαρόν φως του κόσμου» (1991). Επρόκειτο για τριάντα μαθήματα που παρουσίασε στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν ένα χρόνο νωρίτερα με τίτλο «Αλήθεια: Από την θεωρία του Πλάτωνα στην Θεοπτία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά». Ήταν η γόνιμη περίοδος συνάντησης του με την Ορθόδοξη Παράδοση και το ρεύμα των διανοουμένων της στη δεκαετία του 1980. Είχα ήδη ακούσει για τον Στέλιο Ράμφο από συζητήσεις για το βιβλίο του «Η Πολιτεία του Νέου Θεολόγου» στο περιοδικό «Σύναξη» το 1983. Τότε αναζήτησα τις πρώτες πλατωνικές μελέτες και σπουδές του όπως, «Τόπος υπερουράνιος», «Το δαχτυλίδη του Γύγη», «Μελέτη θανάτου», αλλά και το βιβλίο του «Η παλινωδία του Παπαδιαμάντη». Μαζί με τον Ιωάννη Ζηζιούλα και τον Χρήστο Γιανναρά το έργο του Στέλιου Ράμφου έγινε μέρος του μικρού κανόνα των συγγραφέων που μελετούσα.

Τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη το 1995 στον μικρό «Δόμο» στη Γούναρη, όταν ήρθε για να μιλήσει με αισιοδοξία και ενθουσιασμό για το νέο περιοδικό «Ερουρέμ» μετέπειτα «Ίνδικτος» με κεντρικό θέμα το πρόβλημα και την ανάγκη «εξατομίκευσης» του Νεοέλληνα. Την ίδια περίοδο επικέντρωσε στο πρόβλημα της ελληνικής ταυτότητας σαρώνοντας κατά κάποιο τρόπο τα ερμηνευτικά κλειδιά της βυζαντινής και πατερικής ανθρωπολογίας. Ένα τέτοιο ερμηνευτικό κλειδί εντόπισε στη σημασία του «ενυποστάτου» στον Λεόντιο Βυζάντιο. Το 1996 ήρθε και πάλι στη Θεσσαλονίκη στο μεγάλο συνέδριο που έγινε για το πρόσωπο. Ήταν πάντα προσιτός αλλά και προσηλωμένος στη δική του ερμηνευτική γραμμή σκέψης. Λίγα χρόνια αργότερα το 2001 ανέλαβα την ευθύνη του περιοδικού «Ίνδικτος» που εκείνος είχε ξεκινήσει το 1995 ως «Ερουρέμ».

Μετά από ένα ταξίδι και πολύμηνη παραμονή στην Αμερική, ο Στέλιος Ράμφος πλησιάζει με γόνιμο και αισιόδοξο τρόπο τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό και κυρίως την ψηφιακή τεχνολογία. Νομίζω ότι ήταν μια γόνιμη και αναμενομένη στροφή. Ακολούθησε η πλέον δημιουργική και συνθετική περίοδος του Στέλιου Ράμφου με τα μεγάλα και πρωτοποριακά έργα του και με τις γόνιμες και κριτικές παρεμβάσεις στην προσπάθειά μας να εισέλθουμε ως χώρα στον κόσμο των μεγάλων τεχνολογικών αλλαγών και ανακατατάξεων του 21ου αιώνα.

Ο Στέλιος Ράμφος υπήρξε ένας σημαντικά επιδραστικός και ρηξικέλευθος διανοούμενος που δεν κλείστηκε στην ιδεολογική αυταρέσκεια του ελληνοκεντρικού αντιδυτικισμού, αλλά άνοιξε νέους δρόμους διαλόγου και συνθέσεων στην πολιτική ως φιλοσοφία και ως καθημερινή πράξη. Για δε τη νεοελληνική θεολογία υπήρξε ο πλέον γόνιμος καταλύτης που με την κριτική του σκέψη και κυρίως με τις πλατωνικές και αριστοτελικές του μελέτες και σπουδές επανασύνδεσε δημιουργικά και πρωτότυπα τον σύγχρονο θεολογικό στοχασμό με την πατερική σκέψη αλλά και με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Κρατώ τη σοφία, τη χαρά και την ευρύτητα με την οποία συζητούσε μαζί μας, όταν επισκεπτόμασταν το φιλόξενο σπίτι του στην Πεντέλη, από όπου και η φωτογραφία.

ΠΗΓΗ: 
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΤΗΣ SOLA SCRIPTURA ΠΟΥ ΕΝΤΥΣΕ ΤΗΝ ΓΥΜΝΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΟΥ 68, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΕΛΥΣΑΝ ΣΑΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ Woke ΚΟΥΛΤΟΎΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΝΑ ΑΝΙΧΝΕΥΣΟΥΝ ΤΟΝ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ ΠΟΥ ΕΣΤΡΩΝΕ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΣΤΟΝ ΝΕΟ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟ, ΠΑΡΟΤΙ Ο ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ ΕΙΧΕ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΤΡΩΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΟΣΩΝ ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 16

Συνέχεια από Δευτέρα 20. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 16
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ

........Αυτά για την ψευδή άσκηση. Και ιδού τι ισχύει για την αληθινή: συνίσταται στο «να πραγματοποιείται η περιτομή της εμπαθούς διαθέσεως της ψυχής. Η περιτομή αυτή κάνει την ελεύθερη προαίρεση να συνεργεί στην εναρμόνιση της φύσεως, διορθώνοντας τον νόμο των παθών, ο οποίος έχει επίκτητη προέλευση. Η περιτομή, κατά τη μυστική —ή αλληγορική— έννοια, είναι η πλήρης αφαίρεση της εμπαθούς προσκολλήσεως του νου σε ό,τι προέρχεται από αυτή την παρείσακτη προσθήκη. Το Σάββατο είναι η τέλεια αδράνεια των παθών, η καθολική παύση της κινήσεως που κατευθύνει τον νου προς τα δημιουργήματα, η τέλεια μετάβασή του προς τον Θεό» (79).

Ας το πούμε ακόμη μία φορά με τους όρους του αγίου Μαξίμου:
«Είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να επιτύχει τη σωτηρία του· για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Πρέπει, επομένως, πρώτα να εμπιστευθεί κανείς τον Θεό και κατόπιν να ασκεί την αδελφική αγάπη, τη μετάνοια και τη ριζική νέκρωση των παθών (80). Με αυτό δηλώνεται αρκετά καθαρά ότι η άσκηση δεν είναι παρά ένας αναγκαίος όρος, conditio sine qua non, διότι «χωρίς την άσκηση και χωρίς αυστηρή εγκράτεια είναι αδύνατον για εκείνον που ομολογεί την ευσέβεια να υποτάξει τα πάθη της σάρκας» (81)..................

Σοβαρό ερώτημα. Πρέπει να ανέλθουμε στη φυσική θεωρία, διότι αυτή αποτελεί αναγκαίο στάδιο της πορείας προς τον Θεό: «Δεν είναι δυνατόν ο νους να περάσει στα νοητά, παρά τη συγγένειά του με αυτά, χωρίς τη θεωρία των ενδιαμέσων, που είναι τα αισθητά» (¹). Η μετάβαση αυτή όμως είναι γεμάτη κινδύνους. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να υποστούμε τη μοίρα του Άβελ, ο οποίος δεν θα είχε φονευθεί από τον Κάιν, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί του στους αγρούς, δηλαδή στον ωκεανό της φυσικής θεωρίας, προτού αποκτήσει την απάθεια» (2)· ή την περιπέτεια της Δείνας, της θυγατέρας του Ιακώβ, η οποία δεν θα είχε ατιμαστεί, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί με τις θυγατέρες της χώρας, δηλαδή μαζί με τα φαντάσματα των αισθήσεων» (3).

«Είναι, επομένως, συνετό να μην καταπιάνεται κανείς με τη φυσική θεωρία προτού αποκτήσει την τέλεια κατάσταση, από φόβο μήπως, αναζητώντας τους πνευματικούς λόγους, συλλέξει εν αγνοία του πάθη. Διότι στους ατελείς οι φαινόμενες μορφές των αισθητών πραγμάτων ασκούν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στην αίσθηση απ’ όση ασκούν στην ψυχή οι λόγοι που κρύβονται κάτω από αυτές τις μορφές» (4).

Έχουμε ήδη δει ότι είναι εύκολο να πλανηθεί κανείς ως προς αυτό· πρέπει όμως να επιμείνουμε. Η απελευθέρωση από τα πάθη δεν πραγματοποιείται μονομιάς. Περιλαμβάνει βαθμίδες, τις οποίες δεν πρέπει να συγχέουμε, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε πλάνη. Ο Μάξιμος τις διακρίνει με σαφήνεια:

«Οι τέσσερις μυριάδες —στο Νεεμίας 7, 66— σημαίνουν τις τέσσερις γενικές μορφές απάθειας. Η πρώτη απάθεια είναι η πλήρης αποχή από το κακό κατά την πράξη· αυτή προϋποτίθεται στους αρχαρίους. Η δεύτερη είναι η πλήρης απόρριψη από τον νου κάθε συγκατάθεσης στους κακούς λογισμούς· αυτή πραγματοποιείται σε όσους ασκούνται στην αρετή με σύνεση. Η τρίτη είναι η πλήρης ακινησία της ψυχής, την οποία καμία επιθυμία δεν ωθεί πλέον προς τα πάθη· αυτή απαντά σε όσους, μέσω των μορφών, θεωρούν νοερώς τους λόγους των ορατών πραγμάτων. Η τέταρτη απάθεια είναι η πλήρης κάθαρση ακόμη και από την απλή φαντασία των παθών· αυτή πραγματοποιείται σε όσους, μέσω της γνώσεως και της θεωρίας, κατέστησαν το ηγεμονικό τους καθαρό και διαυγή καθρέφτη του Θεού» (5).

Η τέταρτη δεν μας ενδιαφέρει προς το παρόν· βρίσκεται πέρα από τη φυσική θεωρία.


1 ΑΠΛΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ


Οι τρεις πρώτες απαιτούν σοβαρή εξέταση της συνειδήσεως, όχι μέσα σε μια απομόνωση που λησμονεί τη ζωή, αλλά ενώπιον των πραγμάτων και των ανθρώπων. Ο Θαλάσσιος συνοψίζει με τη συνηθισμένη του σαφήνεια τη διδασκαλία του φίλου του πάνω σε αυτό το σημείο: «Ο νους παραμένει κατά διαστήματα ατάραχος, και αυτό είναι μερική απάθεια· δεν αποδεικνύει όμως τίποτε, εξαιτίας της απουσίας των αντικειμένων» (6). Όχι επειδή ο χονδροειδής πειρασμός είναι δυσκολότερο να νικηθεί. Αντιθέτως, ο αόρατος πόλεμος, που διεξάγεται εναντίον των παραστάσεων και μόνο, είναι πολύ σκληρότερος (7)· αλλά επειδή αυτός ο εντελώς εσωτερικός πόλεμος έχει στιγμές απατηλής αναπαύσεως. Κατά την απουσία των αντικειμένων, δύο αιτίες προκαλούν τους εμπαθείς λογισμούς: πρώτον, η σωματική κράση (krâsis), όταν, εξαιτίας άτακτης διατροφής ή της ενέργειας των δαιμόνων ή ακόμη κάποιας ασθένειας, προκαλείται μια σωματική αλλοίωση, η οποία διεγείρει μέσα στον νου εμπαθείς επιθυμίες ή λογισμούς εναντίον της Πρόνοιας (8). Δεύτερον, η μνήμη, όταν επαναφέρει την ανάμνηση αντικειμένων που μας είχαν επηρεάσει και αναζωπυρώνει τους εμπαθείς λογισμούς, όπως ακριβώς κάνουν και τα ίδια τα αντικείμενα (9).

Επομένως, σε έναν άνθρωπο υγιή, ο οποίος δεν διαπράττει υπερβολές, απομένουν μόνον οι δαίμονες και η μνήμη για να προκαλέσουν τον πόλεμο κατά την απουσία των πραγμάτων. Η μνήμη όμως δεν βρίσκεται πάντοτε σε ενέργεια, και οι δαίμονες ενίοτε αποσύρονται με δόλο. Τότε ανακύπτει ο κίνδυνος της πλάνης. Δεν έχουμε άραγε απλούς λογισμούς, καθαρούς από κάθε εμπαθές στοιχείο; Αναμφίβολα, αλλά μόνο προσωρινά. Σύντομα όμως οι δαίμονες επανέρχονται στην επίθεση, κυρίως με τον πειρασμό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Η μνήμη ενεργοποιείται εκ νέου· παρουσιάζει αρχικά έναν απλό λογισμό· αυτός, όταν παρατείνεται, θέτει και πάλι σε κίνηση το πάθος και ωθεί προς τη συγκατάθεση (10).

Ένα από τα εκτενέστερα κεφάλαια του Περὶ ἀγάπης (11) διδάσκει ορθώς πώς πρέπει να αναλύονται οι σύνθετοι λογισμοί, ώστε να διακρίνεται μέσα τους το απλό από το εμπαθές στοιχείο. Πρώτα όμως πρέπει κανείς να υποβληθεί στον κόπο αυτής της εξετάσεως· και πόσο εύκολα πιστεύουμε ότι βλέπουμε καθαρά μέσα μας, όταν η φιλαυτία βρίσκει εκεί το συμφέρον της! Έπειτα, αυτοί οι κανόνες διακρίσεως ισχύουν περισσότερο στο αφηρημένο επίπεδο των εννοιών παρά στη συγκεκριμένη ψυχολογική πραγματικότητα. Υπάρχουν πάθη κρυμμένα μέσα στην ψυχή (12). «Πολλές πράξεις, καλές καθαυτές, μπορούν να παύσουν να είναι καλές εξαιτίας του κινήτρου τους» (13). Διότι «σε όλες τις πράξεις μας, όπως έχω πει πολλές φορές, εκείνο που εξετάζει ο Θεός είναι η πρόθεση» (14).

«Υπάρχουν στον κόσμο πολλοί πτωχοί τῷ πνεύματι, όχι όμως όπως θα έπρεπε· πολλοί πενθούντες… πολλοί πραείς… πολλοί πεινώντες και διψώντες… πολλοί ελεήμονες, ειρηνοποιοί και διωκόμενοι… Μακάριοι όμως είναι μόνον εκείνοι που πράττουν ή υποφέρουν όλα αυτά για τον Χριστό και σύμφωνα με τον Χριστό» (20).

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να βλέπουμε καθαρά μέσα μας;

2 ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΗΜΕΙΟ: Η ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑ


Η ενδοσκόπηση κινδυνεύει να μας εξαπατήσει, αν αφορά αποκλειστικά τη στάση μας απέναντι στα αντικείμενα και στις εικόνες τους μέσα μας. Η εξέταση της συνειδήσεως ως προς καθένα από τα κεφαλαιώδη αμαρτήματα δεν θα μας δώσει ποτέ τη βεβαιότητα της απελευθερώσεώς μας, διότι τα πάθη διαφεύγουν από το βλέμμα μας και επειδή η ίδια η νίκη μας εναντίον ορισμένων από αυτά μάς κάνει πολύ συχνά να υποκύπτουμε σε άλλα.

Είναι η στιγμή να θυμηθούμε την κοινή τους μητέρα, τη φιλαυτία: «Όποιος απαλλαγεί από αυτήν θα αποβάλει εύκολα, με τη βοήθεια του Θεού, και τις άλλες κακίες» (16). Αν, λοιπόν, αντί για πολλαπλές και απατηλές ψυχολογικές αναλύσεις, προχωρούσαμε με συνθετικό τρόπο; Το αντίθετο της φιλαυτίας είναι η αγάπη. Ένα πράγμα, λοιπόν, είναι βέβαιο: «Με κανέναν από τους τρόπους που αναφέρθηκαν δεν θα κατορθώσουν οι δαίμονες να διεγείρουν οποιοδήποτε πάθος, όσο είναι παρούσες μέσα στην ψυχή η αγάπη και η εγκράτεια, ούτε κατά την εγρήγορση ούτε κατά τον ύπνο» (17).

Για να γνωρίσουμε αν η φιλαυτία έχει εξαλειφθεί από την καρδιά μας, ας εξετάσουμε αν έχουμε την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον, τη φιλοθεΐα και τη φιλαδελφία. Και πρώτα τη δεύτερη, η οποία αποδεικνύει την πρώτη. Αν όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους μαθητές του Χριστού από το ότι έχουν αγάπη μεταξύ τους (18), δεν θα μπορέσουμε άραγε και εμείς να κρίνουμε τον εαυτό μας με βάση αυτό το ουσιώδες και επαρκές σημείο; Ο «νόμος της φιλαυτίας» καταργείται με την τήρηση της μεγάλης εντολής του Χριστού: «να ενώνουμε τόσο στενά τον πλησίον με τον εαυτό μας, ώστε να μην τον θεωρούμε πλέον ως άλλον» (19).[AYΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ. ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ; ΨΕΜΑ;]

Βεβαίως, υπάρχουν απομιμήσεις της αγάπης και, επομένως, ακόμη και εδώ παραμένει δυνατή η πλάνη (20). Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε εκείνον που δεν προσέχει τα μεγάλα χαρακτηριστικά —την καθολικότητα, την ισότητα και τη διάρκεια— τα οποία διακρίνουν την αγάπη από όλες τις άλλες μορφές αγάπης.

α) Καθολικότητα


Η μεγάλη αποκάλυψη είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. Ο Μάξιμος παραθέτει το χωρίο του αγίου Ιωάννη (21) σχεδόν στην αρχή των Κεφαλαίων περὶ ἀγάπης (22) και στην τελευταία γραμμή του τελευταίου κεφαλαίου (23), καθώς και αλλού (24). Η τελείωσή μας, λοιπόν, δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην ομοίωση ή στη μετοχή στον Θεό· στη μίμηση του Θεανθρώπου. «Μέσω του Νόμου και των Προφητών, ο Θεός, μέσα στην αγαθότητά Του, θέσπισε παλαιότερα με πολλούς τρόπους για τους ανθρώπους τον νόμο της αμοιβαίας αγάπης· και στα έσχατα των χρόνων τον ολοκλήρωσε, από φιλανθρωπία, με το να γίνει ο ίδιος άνθρωπος» (26).

Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους· ο Χριστός πέθανε για όλους. Η αγάπη μας, ως μετοχή στην αγάπη του Θεού, θα είναι επομένως καθολική ή δεν θα είναι αγάπη. Διότι, όπως η φιλαυτία είναι διαιρετική, έτσι η αγάπη είναι ουσιωδώς ενοποιητική. Ο Μάξιμος επαναλαμβάνει τόσο συχνά αυτή την ιδέα, ώστε πρέπει να παραιτηθούμε από την παράθεση κειμένων. Άλλωστε, κανένας χριστιανός συγγραφέας δεν την αντέκρουσε ποτέ.

Αυτή η υποχρέωση της καθολικότητας θεμελιώνει το καθήκον να περιλαμβάνουμε στην εύνοιά μας ακόμη και εκείνους τους οποίους θα είχαμε τη μεγαλύτερη τάση να αποκλείσουμε: τους εχθρούς ή απλώς τα πρόσωπα που δεν μας είναι συμπαθή. «Όποιος αγαπά τον Θεό δεν μπορεί παρά να αγαπά κάθε άνθρωπο όπως τον εαυτό του, όσο κι αν σκανδαλίζεται από τα πάθη εκείνων που δεν έχουν ακόμη καθαρθεί» (20). Και όποιος διακρίνει μέσα στην καρδιά του ίχνος έχθρας εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου, για οποιοδήποτε σφάλμα, είναι εντελώς ξένος προς την αγάπη του Θεού. Διότι η αγάπη προς τον Θεό δεν συμβιβάζεται απολύτως με καμία έχθρα προς άνθρωπο (27).

Ακολουθεί μια σειρά σύντομων κηρυγμάτων επάνω σε ιερές ρήσεις:


«Η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (28). Επομένως, το να φθονεί κανείς τον αδελφό του, να λυπάται για την καλή του φήμη, να πλήττει με πνευματώδη σχόλια την ευνοϊκή γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν ή να του στήνει παγίδα από κακία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη και περιπίπτει στην αιώνια κρίση;

«Πλήρωμα του Νόμου είναι η αγάπη» (29). Επομένως, το να μνησικακεί κανείς εναντίον του αδελφού του, να επιζητεί να τον συλλάβει σε κάποιο σφάλμα, να του εύχεται κακό και να χαίρεται για την πτώση του, δεν σημαίνει προφανώς ότι διαπράττει ανομία και καθίσταται άξιος αιώνιας τιμωρίας;

«Εκείνος που κακολογεί τον αδελφό του και τον κρίνει, κακολογεί και κρίνει τον Νόμο» (30). Ο Νόμος όμως του Χριστού είναι η αγάπη. Δεν είναι, επομένως, αναπόφευκτο ο κακολόγος να αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη του Χριστού και να προετοιμάζει για τον εαυτό του την αιώνια τιμωρία;» (31).

Και υπάρχουν πολλά άλλα θέματα εξετάσεως σχετικά με τις διαθέσεις μας απέναντι στον πλησίον.

Ιδού σημεία που διαπιστώνονται εύκολα. Η οξυδέρκεια του Μαξίμου, ωστόσο, διαβλέπει μια διέξοδο και μια δυνατότητα πλάνης. Λέμε πρόθυμα, για να καθησυχάσουμε τον εαυτό μας: «Δεν του κρατώ κακία». Η αγάπη όμως δεν μπορεί να αρκεστεί σε αυτή τη στάση ουδετερότητας:
«Το να μη διατηρεί κανείς ούτε φθόνο ούτε οργή ούτε μνησικακία εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε δεν σημαίνει ακόμη ότι έχει αγάπη προς αυτόν. Μπορεί κανείς, χωρίς να έχει καθόλου αγάπη, να αποφεύγει να ανταποδίδει κακό αντί κακού, επειδή αυτό επιβάλλει ο νόμος· και όμως να μην κατορθώνει καθόλου να ανταποδίδει καλό αντί κακού, παρά μόνο με μεγάλη προσπάθεια. Διότι την τάση να ευεργετεί εκείνους που τον μισούν την κατέχει μόνο η τέλεια πνευματική αγάπη».

«Το να μην αγαπάς κάποιον δεν σημαίνει ότι τον μισείς· όπως και το να μην τον μισείς δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς. Μπορείς να βρίσκεσαι απέναντί του σε μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε να τον αγαπάς ούτε να τον μισείς» (32).

«Μη λες: “Δεν μισώ τον αδελφό μου”, αν η μνήμη σου απωθεί την ανάμνησή του» (33).

Επομένως, «εξέτασε τη συνείδησή σου με τη μεγαλύτερη προσοχή: μήπως ήταν δικό σου το σφάλμα, εξαιτίας του οποίου ο αδελφός σου αρνήθηκε να συμφιλιωθεί; Μην προσπαθήσεις να την καθησυχάσεις με σοφίσματα· γνωρίζει το κρυφό σου βάθος, θα σε κατηγορήσει κατά την ώρα του θανάτου και, κατά την ώρα της προσευχής, θα γίνει για εσένα λίθος προσκόμματος» (34).

Ο Χριστός δεν είπε μόνο: «Μη μισείτε ο ένας τον άλλον»· ούτε μόνο: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον»· αλλά: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον όπως εγώ σας αγάπησα». Διότι «όποιος αγαπά τον Χριστό δεν θα παραλείψει να Τον μιμηθεί σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Έτσι, ο Χριστός δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους· απέναντι στην αχαριστία και στη βλασφημία έδειξε μακροθυμία· όταν μαστιγώθηκε και θανατώθηκε, παρέμεινε υπομονετικός, χωρίς ποτέ να επιρρίψει το κακό σε κανέναν. Αυτές είναι οι τρεις πράξεις της αγάπης προς τον πλησίον, χωρίς τις οποίες εκείνος που ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Χριστό ή ότι κατέχει τη Βασιλεία Του πλανάται» (38).


Για να αποφύγουμε κάθε πλάνη και για να γνωρίζουμε αν τα πάθη έχουν νικηθεί και η φιλαυτία έχει αντικατασταθεί από την αγάπη, πρέπει, επομένως, να εξετάζουμε αν δεν αποκλείουμε κανέναν από την εύνοιά μας και όχι απλώς αν δεν τρέφουμε κακία εναντίον κανενός.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής όμως προχωρεί ακόμη περισσότερο και απαιτεί:

β) Ισότητα


Σημειώσεις:

(1) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 58, PG 90, 596 D κ.ε.
(2) Στο ίδιο, ερώτ. 49, στ. 457 C
(3) Στο ίδιο                               (4) Στο ίδιο, στ. 460 A

(5) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 55, PG 90, 544 C. Πρβλ. Θεολογικὰ κεφάλαια I, 36–43
(6) Κεφάλαια III, 31, PG 91, 1452 A. Πρβλ. Περὶ ἀγάπης III, 78· IV, 52–54
(7) Περὶ ἀγάπης I, 91· II, 72
(8) Αυτή μου φαίνεται ότι είναι η σημασία: κατά λέξη, «εμπαθείς λογισμοί ή λογισμοί εναντίον της Πρόνοιας»· δηλαδή αφυπνίζεται η ροπή προς την ηδονή ή η ανυπομονησία απέναντι στην οδύνη. Η Φιλοκαλία, για να καταστήσει το κείμενο ευκολότερα κατανοητό, αντικατέστησε το κατὰ προνοίας με το «κατὰ πορνείας», «εναντίον της πορνείας»· είναι σαφέστερο, αλλά με τίμημα μια παρανόηση

(9) Περὶ ἀγάπης II, 74                (10) I, 84
(11) II, 84                                    (12) II, 31
(13) II, 35                                    (14) III, 48
(15) III, 47
(16) II, 8                                     (17) II, 85
(18) Ιω. 13, 35
(19) Ἐπιστολή 27, PG 91, 620 B
(20) Βλ. ανωτέρω, σ. 113
(21) Α΄ Ιω. 4, 8 και 16
(22) I, 38                                     (23) IV, 100
(24) Παραδείγματος χάριν, Ἐπιστολή 27, PG 91, 617 C
(25) Ἐπιστολή 44, PG 90, 641 D κ.ε.
(26) Περὶ ἀγάπης I, 13
(27) I, 15                                   (28) Ρωμ. 13, 10
(29) Στο ίδιο                               (30) Ιακ. 4, 11
(31) Περὶ ἀγάπης I, 55–57
(32) II, 49 και 50
(33) IV, 29                                  (34) IV, 33
(35) IV, 55


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
 

Το πρόσωπο και η θεολογία του αγίου Δημήτριου Στανιλοάε ως αφορμή θαυμασμού απο τον Jürgen Moltmann


Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Γεωργόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Ο Jürgen Moltmann (1926 – 2024) συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μορφές της προτεσταντικής θεολογίας του εικοστού αιώνα, ασκώντας καθοριστική επίδραση στη θεολογική σκέψη τόσο εντός όσο και εκτός του γερμανικού προτεσταντισμού. Με το πρωτοποριακό του έργο, και ιδιαίτερα με τη διαμόρφωση της «Θεολογίας της Ελπίδας», ανέδειξε νέους τρόπους κατανόησης της χριστιανικής πίστης σε διάλογο με τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής.

Η θεολογία του χαρακτηρίζεται από τη δημιουργική σύνθεση βιβλικής ερμηνείας, εσχατολογικού οράματος και κοινωνικής ευθύνης, στοιχεία που του προσέδωσαν διεθνές κύρος και ευρεία αναγνώριση. Για τον λόγο αυτό, ο Moltmann θεωρείται μία από τις πλέον εμβληματικές και επιδραστικές θεολογικές προσωπικότητες του σύγχρονου προτεσταντικού κόσμου.[H. Zahrnt,Die Sache mit Gott: Die protestantische Theologie im 20. Jahrhundert,(9η.εκδ), 1990.J.Rohls, Protestantische Theologie der Neuzeit. Band II: Das 20. Jahrhundert, 1997] .

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο κορυφαίος αυτός εκπρόσωπος της προτεσταντικής θεολογίας εκφράζεται με εξαιρετικά θετικό τρόπο για μία από τις σημαντικότερες μορφές της ορθόδοξης θεολογίας του εικοστού αιώνα, τον άγιο Δημήτριο Στανιλοάε (1903- 1993). Οι απόψεις του Moltmann καταγράφονται με σαφήνεια στον πρόλογο που συνέγραψε για τη γερμανική μετάφραση της Ορθόδοξης Δογματικής του μεγάλου Ρουμάνου θεολόγου και σύγχρονου εκκλησιαστικού πατέρα. [DumitruStaniloae, OrthodoxeDogmatik, 1985, σσ. 9- 13].

Στον εν λόγω πρόλογο, η εξόχως θετική αποτίμηση του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε από τον JürgenMoltmann αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα γόνιμης συνάντησης μεταξύ της ορθόδοξης και της δυτικής θεολογικής παράδοσης. Ο Moltmann δεν περιορίζεται σε μια τυπική εισαγωγή, αλλά διατυπώνει μια βαθιά και πολυεπίπεδη εκτίμηση για τον άγιο Δημήτριο Στανιλοάε, αναδεικνύοντας τόσο το προσωπικό όσο και το θεολογικό του κύρος.

Από την αρχή του προλόγου, ο Moltmann παρουσιάζει τον π. Στανιλοάε ως εξέχουσα μορφή της ορθόδοξης θεολογίας, τονίζοντας ότι η συγγραφή του αποτελεί για τον ίδιο ευκαιρία να εκφράσει τον σεβασμό και τη φιλία του προς έναν θεολόγο που θεωρεί σημαντικό όχι μόνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και για ολόκληρη τη χριστιανική Οικουμένη. Η προσωπική αυτή διάσταση δεν λειτουργεί απλώς ως συναισθηματικό πλαίσιο, αλλά ως μαρτυρία της αυθεντικότητας της θεολογικής του κρίσης.

Στο επίκεντρο της αξιολόγησης του Moltmann βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο Στανιλοάε συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον δημιουργικών και επιδραστικών ορθόδοξων θεολόγων της εποχής του. Η συμβολή του δεν περιορίζεται στη Ρουμανία, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, καθώς και στον ευρύτερο οικουμενικό διάλογο. Ο Moltmann τον χαρακτηρίζει ως «παν-ορθόδοξο» θεολόγο και, ταυτόχρονα, ως «οικουμενικό» θεολόγο, ικανό να συνομιλεί δημιουργικά με τη δυτική θεολογία χωρίς να απωλέσει την ορθόδοξη ταυτότητά του.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Moltmann στην ενότητα θεολογίας και πνευματικότητας που διακρίνει το πρόσωπο του Στανιλοάε. Τον περιγράφει ως σοφό άνθρωπο, πνευματικό πατέρα και θεολόγο που βιώνει όσα διδάσκει. Η ενότητα αυτή του θυμίζει μεγάλες μορφές της δυτικής θεολογίας, όπως τον KarlBarth και τον KarlRahner, γεγονός που καταδεικνύει τη θέση υψηλής εκτίμησης που επιφυλάσσει στον  ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, π. Στανιλοάε.

Στο επίπεδο της θεολογικής σκέψης, ο Moltmann αναδεικνύει δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του έργου του π.Στανιλοάε: τη θεολογία της αγάπης και την ελπίδα του κόσμου. Η θεολογία του π. Στανιλοάε χαρακτηρίζεται από μια δυναμική ελπίδα για την τελική μεταμόρφωση του κόσμου, ελπίδα που θεμελιώνεται στην ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και συνδέεται άμεσα με τη θεολογική παράδοση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Ο Moltmann θεωρεί ότι η προοπτική αυτή εδράζεται στη Χριστολογία και, ως εκ τούτου, αποτελεί μια θεμιτή και δημιουργική θεολογική πρόταση.

Εξίσου σημαντική θεωρεί την τριαδολογική σκέψη του Στανιλοάε, την οποία χαρακτηρίζει εξαιρετικά επίκαιρη και γόνιμη για τον σύγχρονο θεολογικό διάλογο. Η δυναμική και βιωματική παρουσίαση του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού από τον Στανιλοάε προσφέρει νέα θεολογικά ερεθίσματα και ανοίγει νέους δρόμους για περαιτέρω θεολογική διερεύνηση σε διαχριστιανικό επίπεδο.

Τέλος, ο Moltmann αναγνωρίζει τον Στανιλοάε ως πνευματικό αναμορφωτή της ορθόδοξης ζωής στη Ρουμανία, ιδίως μέσω της αναγέννησης του μοναχισμού και της έκδοσης της Φιλοκαλίας. Η συμβολή αυτή καταδεικνύει ότι ο Στανιλοάε δεν υπήρξε μόνο ένας διακεκριμένος ακαδημαϊκός θεολόγος, αλλά και ένας πνευματικός ηγέτης με βαθιά επίδραση στην εκκλησιαστική ζωή.

Συνολικά, η εικόνα του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε, όπως αναδεικνύεται μέσα από το βλέμμα του JürgenMoltmann, είναι εξαιρετικά θετική και πολυδιάστατη. Ο Moltmann τον παρουσιάζει ως κορυφαίο θεολόγο, δημιουργικό στοχαστή, γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, πνευματικό άνθρωπο, θεολόγο της αγάπης και της ελπίδας, καθώς και ως προσωπικότητα ικανή να εμπλουτίσει ουσιαστικά τον σύγχρονο οικουμενικό διάλογο.

Η αποτίμηση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική εκτίμηση, αλλά συνιστά θεολογική μαρτυρία ενός από τους σημαντικότερους προτεστάντες θεολόγους του εικοστού αιώνα για το μέγεθος και τη διαχρονική σημασία του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε στη σύγχρονη χριστιανική θεολογία.


TA ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ. Ο ΚΥΡΙΩΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΠΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ "ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ" ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ, ΔΗΛ. ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΝΣΑΡΚΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΣΟΥ. ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ ΜΑΣ ΦΤΑΝΟΥΝ Ο ΦΙΛΙΠ ΣΕΡΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΓΟΥΕΑΡ. ΠΕΡΕΝΝΙΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΡΡΙΕΡΑΣ. Ο ΜΟΛΤΜΑΝΝ, Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ. ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΤΑΠΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ.