Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί κακοδοξίας του προσώπου». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί κακοδοξίας του προσώπου». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 16

Συνέχεια από Δευτέρα 20. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 16
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ

........Αυτά για την ψευδή άσκηση. Και ιδού τι ισχύει για την αληθινή: συνίσταται στο «να πραγματοποιείται η περιτομή της εμπαθούς διαθέσεως της ψυχής. Η περιτομή αυτή κάνει την ελεύθερη προαίρεση να συνεργεί στην εναρμόνιση της φύσεως, διορθώνοντας τον νόμο των παθών, ο οποίος έχει επίκτητη προέλευση. Η περιτομή, κατά τη μυστική —ή αλληγορική— έννοια, είναι η πλήρης αφαίρεση της εμπαθούς προσκολλήσεως του νου σε ό,τι προέρχεται από αυτή την παρείσακτη προσθήκη. Το Σάββατο είναι η τέλεια αδράνεια των παθών, η καθολική παύση της κινήσεως που κατευθύνει τον νου προς τα δημιουργήματα, η τέλεια μετάβασή του προς τον Θεό» (79).

Ας το πούμε ακόμη μία φορά με τους όρους του αγίου Μαξίμου:
«Είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να επιτύχει τη σωτηρία του· για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Πρέπει, επομένως, πρώτα να εμπιστευθεί κανείς τον Θεό και κατόπιν να ασκεί την αδελφική αγάπη, τη μετάνοια και τη ριζική νέκρωση των παθών (80). Με αυτό δηλώνεται αρκετά καθαρά ότι η άσκηση δεν είναι παρά ένας αναγκαίος όρος, conditio sine qua non, διότι «χωρίς την άσκηση και χωρίς αυστηρή εγκράτεια είναι αδύνατον για εκείνον που ομολογεί την ευσέβεια να υποτάξει τα πάθη της σάρκας» (81)..................

Σοβαρό ερώτημα. Πρέπει να ανέλθουμε στη φυσική θεωρία, διότι αυτή αποτελεί αναγκαίο στάδιο της πορείας προς τον Θεό: «Δεν είναι δυνατόν ο νους να περάσει στα νοητά, παρά τη συγγένειά του με αυτά, χωρίς τη θεωρία των ενδιαμέσων, που είναι τα αισθητά» (¹). Η μετάβαση αυτή όμως είναι γεμάτη κινδύνους. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να υποστούμε τη μοίρα του Άβελ, ο οποίος δεν θα είχε φονευθεί από τον Κάιν, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί του στους αγρούς, δηλαδή στον ωκεανό της φυσικής θεωρίας, προτού αποκτήσει την απάθεια» (2)· ή την περιπέτεια της Δείνας, της θυγατέρας του Ιακώβ, η οποία δεν θα είχε ατιμαστεί, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί με τις θυγατέρες της χώρας, δηλαδή μαζί με τα φαντάσματα των αισθήσεων» (3).

«Είναι, επομένως, συνετό να μην καταπιάνεται κανείς με τη φυσική θεωρία προτού αποκτήσει την τέλεια κατάσταση, από φόβο μήπως, αναζητώντας τους πνευματικούς λόγους, συλλέξει εν αγνοία του πάθη. Διότι στους ατελείς οι φαινόμενες μορφές των αισθητών πραγμάτων ασκούν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στην αίσθηση απ’ όση ασκούν στην ψυχή οι λόγοι που κρύβονται κάτω από αυτές τις μορφές» (4).

Έχουμε ήδη δει ότι είναι εύκολο να πλανηθεί κανείς ως προς αυτό· πρέπει όμως να επιμείνουμε. Η απελευθέρωση από τα πάθη δεν πραγματοποιείται μονομιάς. Περιλαμβάνει βαθμίδες, τις οποίες δεν πρέπει να συγχέουμε, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε πλάνη. Ο Μάξιμος τις διακρίνει με σαφήνεια:

«Οι τέσσερις μυριάδες —στο Νεεμίας 7, 66— σημαίνουν τις τέσσερις γενικές μορφές απάθειας. Η πρώτη απάθεια είναι η πλήρης αποχή από το κακό κατά την πράξη· αυτή προϋποτίθεται στους αρχαρίους. Η δεύτερη είναι η πλήρης απόρριψη από τον νου κάθε συγκατάθεσης στους κακούς λογισμούς· αυτή πραγματοποιείται σε όσους ασκούνται στην αρετή με σύνεση. Η τρίτη είναι η πλήρης ακινησία της ψυχής, την οποία καμία επιθυμία δεν ωθεί πλέον προς τα πάθη· αυτή απαντά σε όσους, μέσω των μορφών, θεωρούν νοερώς τους λόγους των ορατών πραγμάτων. Η τέταρτη απάθεια είναι η πλήρης κάθαρση ακόμη και από την απλή φαντασία των παθών· αυτή πραγματοποιείται σε όσους, μέσω της γνώσεως και της θεωρίας, κατέστησαν το ηγεμονικό τους καθαρό και διαυγή καθρέφτη του Θεού» (5).

Η τέταρτη δεν μας ενδιαφέρει προς το παρόν· βρίσκεται πέρα από τη φυσική θεωρία.


1 ΑΠΛΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ


Οι τρεις πρώτες απαιτούν σοβαρή εξέταση της συνειδήσεως, όχι μέσα σε μια απομόνωση που λησμονεί τη ζωή, αλλά ενώπιον των πραγμάτων και των ανθρώπων. Ο Θαλάσσιος συνοψίζει με τη συνηθισμένη του σαφήνεια τη διδασκαλία του φίλου του πάνω σε αυτό το σημείο: «Ο νους παραμένει κατά διαστήματα ατάραχος, και αυτό είναι μερική απάθεια· δεν αποδεικνύει όμως τίποτε, εξαιτίας της απουσίας των αντικειμένων» (6). Όχι επειδή ο χονδροειδής πειρασμός είναι δυσκολότερο να νικηθεί. Αντιθέτως, ο αόρατος πόλεμος, που διεξάγεται εναντίον των παραστάσεων και μόνο, είναι πολύ σκληρότερος (7)· αλλά επειδή αυτός ο εντελώς εσωτερικός πόλεμος έχει στιγμές απατηλής αναπαύσεως. Κατά την απουσία των αντικειμένων, δύο αιτίες προκαλούν τους εμπαθείς λογισμούς: πρώτον, η σωματική κράση (krâsis), όταν, εξαιτίας άτακτης διατροφής ή της ενέργειας των δαιμόνων ή ακόμη κάποιας ασθένειας, προκαλείται μια σωματική αλλοίωση, η οποία διεγείρει μέσα στον νου εμπαθείς επιθυμίες ή λογισμούς εναντίον της Πρόνοιας (8). Δεύτερον, η μνήμη, όταν επαναφέρει την ανάμνηση αντικειμένων που μας είχαν επηρεάσει και αναζωπυρώνει τους εμπαθείς λογισμούς, όπως ακριβώς κάνουν και τα ίδια τα αντικείμενα (9).

Επομένως, σε έναν άνθρωπο υγιή, ο οποίος δεν διαπράττει υπερβολές, απομένουν μόνον οι δαίμονες και η μνήμη για να προκαλέσουν τον πόλεμο κατά την απουσία των πραγμάτων. Η μνήμη όμως δεν βρίσκεται πάντοτε σε ενέργεια, και οι δαίμονες ενίοτε αποσύρονται με δόλο. Τότε ανακύπτει ο κίνδυνος της πλάνης. Δεν έχουμε άραγε απλούς λογισμούς, καθαρούς από κάθε εμπαθές στοιχείο; Αναμφίβολα, αλλά μόνο προσωρινά. Σύντομα όμως οι δαίμονες επανέρχονται στην επίθεση, κυρίως με τον πειρασμό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Η μνήμη ενεργοποιείται εκ νέου· παρουσιάζει αρχικά έναν απλό λογισμό· αυτός, όταν παρατείνεται, θέτει και πάλι σε κίνηση το πάθος και ωθεί προς τη συγκατάθεση (10).

Ένα από τα εκτενέστερα κεφάλαια του Περὶ ἀγάπης (11) διδάσκει ορθώς πώς πρέπει να αναλύονται οι σύνθετοι λογισμοί, ώστε να διακρίνεται μέσα τους το απλό από το εμπαθές στοιχείο. Πρώτα όμως πρέπει κανείς να υποβληθεί στον κόπο αυτής της εξετάσεως· και πόσο εύκολα πιστεύουμε ότι βλέπουμε καθαρά μέσα μας, όταν η φιλαυτία βρίσκει εκεί το συμφέρον της! Έπειτα, αυτοί οι κανόνες διακρίσεως ισχύουν περισσότερο στο αφηρημένο επίπεδο των εννοιών παρά στη συγκεκριμένη ψυχολογική πραγματικότητα. Υπάρχουν πάθη κρυμμένα μέσα στην ψυχή (12). «Πολλές πράξεις, καλές καθαυτές, μπορούν να παύσουν να είναι καλές εξαιτίας του κινήτρου τους» (13). Διότι «σε όλες τις πράξεις μας, όπως έχω πει πολλές φορές, εκείνο που εξετάζει ο Θεός είναι η πρόθεση» (14).

«Υπάρχουν στον κόσμο πολλοί πτωχοί τῷ πνεύματι, όχι όμως όπως θα έπρεπε· πολλοί πενθούντες… πολλοί πραείς… πολλοί πεινώντες και διψώντες… πολλοί ελεήμονες, ειρηνοποιοί και διωκόμενοι… Μακάριοι όμως είναι μόνον εκείνοι που πράττουν ή υποφέρουν όλα αυτά για τον Χριστό και σύμφωνα με τον Χριστό» (20).

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να βλέπουμε καθαρά μέσα μας;

2 ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΗΜΕΙΟ: Η ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑ


Η ενδοσκόπηση κινδυνεύει να μας εξαπατήσει, αν αφορά αποκλειστικά τη στάση μας απέναντι στα αντικείμενα και στις εικόνες τους μέσα μας. Η εξέταση της συνειδήσεως ως προς καθένα από τα κεφαλαιώδη αμαρτήματα δεν θα μας δώσει ποτέ τη βεβαιότητα της απελευθερώσεώς μας, διότι τα πάθη διαφεύγουν από το βλέμμα μας και επειδή η ίδια η νίκη μας εναντίον ορισμένων από αυτά μάς κάνει πολύ συχνά να υποκύπτουμε σε άλλα.

Είναι η στιγμή να θυμηθούμε την κοινή τους μητέρα, τη φιλαυτία: «Όποιος απαλλαγεί από αυτήν θα αποβάλει εύκολα, με τη βοήθεια του Θεού, και τις άλλες κακίες» (16). Αν, λοιπόν, αντί για πολλαπλές και απατηλές ψυχολογικές αναλύσεις, προχωρούσαμε με συνθετικό τρόπο; Το αντίθετο της φιλαυτίας είναι η αγάπη. Ένα πράγμα, λοιπόν, είναι βέβαιο: «Με κανέναν από τους τρόπους που αναφέρθηκαν δεν θα κατορθώσουν οι δαίμονες να διεγείρουν οποιοδήποτε πάθος, όσο είναι παρούσες μέσα στην ψυχή η αγάπη και η εγκράτεια, ούτε κατά την εγρήγορση ούτε κατά τον ύπνο» (17).

Για να γνωρίσουμε αν η φιλαυτία έχει εξαλειφθεί από την καρδιά μας, ας εξετάσουμε αν έχουμε την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον, τη φιλοθεΐα και τη φιλαδελφία. Και πρώτα τη δεύτερη, η οποία αποδεικνύει την πρώτη. Αν όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους μαθητές του Χριστού από το ότι έχουν αγάπη μεταξύ τους (18), δεν θα μπορέσουμε άραγε και εμείς να κρίνουμε τον εαυτό μας με βάση αυτό το ουσιώδες και επαρκές σημείο; Ο «νόμος της φιλαυτίας» καταργείται με την τήρηση της μεγάλης εντολής του Χριστού: «να ενώνουμε τόσο στενά τον πλησίον με τον εαυτό μας, ώστε να μην τον θεωρούμε πλέον ως άλλον» (19).[AYΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ. ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ; ΨΕΜΑ;]

Βεβαίως, υπάρχουν απομιμήσεις της αγάπης και, επομένως, ακόμη και εδώ παραμένει δυνατή η πλάνη (20). Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε εκείνον που δεν προσέχει τα μεγάλα χαρακτηριστικά —την καθολικότητα, την ισότητα και τη διάρκεια— τα οποία διακρίνουν την αγάπη από όλες τις άλλες μορφές αγάπης.

α) Καθολικότητα


Η μεγάλη αποκάλυψη είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. Ο Μάξιμος παραθέτει το χωρίο του αγίου Ιωάννη (21) σχεδόν στην αρχή των Κεφαλαίων περὶ ἀγάπης (22) και στην τελευταία γραμμή του τελευταίου κεφαλαίου (23), καθώς και αλλού (24). Η τελείωσή μας, λοιπόν, δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην ομοίωση ή στη μετοχή στον Θεό· στη μίμηση του Θεανθρώπου. «Μέσω του Νόμου και των Προφητών, ο Θεός, μέσα στην αγαθότητά Του, θέσπισε παλαιότερα με πολλούς τρόπους για τους ανθρώπους τον νόμο της αμοιβαίας αγάπης· και στα έσχατα των χρόνων τον ολοκλήρωσε, από φιλανθρωπία, με το να γίνει ο ίδιος άνθρωπος» (26).

Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους· ο Χριστός πέθανε για όλους. Η αγάπη μας, ως μετοχή στην αγάπη του Θεού, θα είναι επομένως καθολική ή δεν θα είναι αγάπη. Διότι, όπως η φιλαυτία είναι διαιρετική, έτσι η αγάπη είναι ουσιωδώς ενοποιητική. Ο Μάξιμος επαναλαμβάνει τόσο συχνά αυτή την ιδέα, ώστε πρέπει να παραιτηθούμε από την παράθεση κειμένων. Άλλωστε, κανένας χριστιανός συγγραφέας δεν την αντέκρουσε ποτέ.

Αυτή η υποχρέωση της καθολικότητας θεμελιώνει το καθήκον να περιλαμβάνουμε στην εύνοιά μας ακόμη και εκείνους τους οποίους θα είχαμε τη μεγαλύτερη τάση να αποκλείσουμε: τους εχθρούς ή απλώς τα πρόσωπα που δεν μας είναι συμπαθή. «Όποιος αγαπά τον Θεό δεν μπορεί παρά να αγαπά κάθε άνθρωπο όπως τον εαυτό του, όσο κι αν σκανδαλίζεται από τα πάθη εκείνων που δεν έχουν ακόμη καθαρθεί» (20). Και όποιος διακρίνει μέσα στην καρδιά του ίχνος έχθρας εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου, για οποιοδήποτε σφάλμα, είναι εντελώς ξένος προς την αγάπη του Θεού. Διότι η αγάπη προς τον Θεό δεν συμβιβάζεται απολύτως με καμία έχθρα προς άνθρωπο (27).

Ακολουθεί μια σειρά σύντομων κηρυγμάτων επάνω σε ιερές ρήσεις:


«Η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (28). Επομένως, το να φθονεί κανείς τον αδελφό του, να λυπάται για την καλή του φήμη, να πλήττει με πνευματώδη σχόλια την ευνοϊκή γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν ή να του στήνει παγίδα από κακία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη και περιπίπτει στην αιώνια κρίση;

«Πλήρωμα του Νόμου είναι η αγάπη» (29). Επομένως, το να μνησικακεί κανείς εναντίον του αδελφού του, να επιζητεί να τον συλλάβει σε κάποιο σφάλμα, να του εύχεται κακό και να χαίρεται για την πτώση του, δεν σημαίνει προφανώς ότι διαπράττει ανομία και καθίσταται άξιος αιώνιας τιμωρίας;

«Εκείνος που κακολογεί τον αδελφό του και τον κρίνει, κακολογεί και κρίνει τον Νόμο» (30). Ο Νόμος όμως του Χριστού είναι η αγάπη. Δεν είναι, επομένως, αναπόφευκτο ο κακολόγος να αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη του Χριστού και να προετοιμάζει για τον εαυτό του την αιώνια τιμωρία;» (31).

Και υπάρχουν πολλά άλλα θέματα εξετάσεως σχετικά με τις διαθέσεις μας απέναντι στον πλησίον.

Ιδού σημεία που διαπιστώνονται εύκολα. Η οξυδέρκεια του Μαξίμου, ωστόσο, διαβλέπει μια διέξοδο και μια δυνατότητα πλάνης. Λέμε πρόθυμα, για να καθησυχάσουμε τον εαυτό μας: «Δεν του κρατώ κακία». Η αγάπη όμως δεν μπορεί να αρκεστεί σε αυτή τη στάση ουδετερότητας:
«Το να μη διατηρεί κανείς ούτε φθόνο ούτε οργή ούτε μνησικακία εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε δεν σημαίνει ακόμη ότι έχει αγάπη προς αυτόν. Μπορεί κανείς, χωρίς να έχει καθόλου αγάπη, να αποφεύγει να ανταποδίδει κακό αντί κακού, επειδή αυτό επιβάλλει ο νόμος· και όμως να μην κατορθώνει καθόλου να ανταποδίδει καλό αντί κακού, παρά μόνο με μεγάλη προσπάθεια. Διότι την τάση να ευεργετεί εκείνους που τον μισούν την κατέχει μόνο η τέλεια πνευματική αγάπη».

«Το να μην αγαπάς κάποιον δεν σημαίνει ότι τον μισείς· όπως και το να μην τον μισείς δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς. Μπορείς να βρίσκεσαι απέναντί του σε μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε να τον αγαπάς ούτε να τον μισείς» (32).

«Μη λες: “Δεν μισώ τον αδελφό μου”, αν η μνήμη σου απωθεί την ανάμνησή του» (33).

Επομένως, «εξέτασε τη συνείδησή σου με τη μεγαλύτερη προσοχή: μήπως ήταν δικό σου το σφάλμα, εξαιτίας του οποίου ο αδελφός σου αρνήθηκε να συμφιλιωθεί; Μην προσπαθήσεις να την καθησυχάσεις με σοφίσματα· γνωρίζει το κρυφό σου βάθος, θα σε κατηγορήσει κατά την ώρα του θανάτου και, κατά την ώρα της προσευχής, θα γίνει για εσένα λίθος προσκόμματος» (34).

Ο Χριστός δεν είπε μόνο: «Μη μισείτε ο ένας τον άλλον»· ούτε μόνο: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον»· αλλά: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον όπως εγώ σας αγάπησα». Διότι «όποιος αγαπά τον Χριστό δεν θα παραλείψει να Τον μιμηθεί σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Έτσι, ο Χριστός δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους· απέναντι στην αχαριστία και στη βλασφημία έδειξε μακροθυμία· όταν μαστιγώθηκε και θανατώθηκε, παρέμεινε υπομονετικός, χωρίς ποτέ να επιρρίψει το κακό σε κανέναν. Αυτές είναι οι τρεις πράξεις της αγάπης προς τον πλησίον, χωρίς τις οποίες εκείνος που ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Χριστό ή ότι κατέχει τη Βασιλεία Του πλανάται» (38).


Για να αποφύγουμε κάθε πλάνη και για να γνωρίζουμε αν τα πάθη έχουν νικηθεί και η φιλαυτία έχει αντικατασταθεί από την αγάπη, πρέπει, επομένως, να εξετάζουμε αν δεν αποκλείουμε κανέναν από την εύνοιά μας και όχι απλώς αν δεν τρέφουμε κακία εναντίον κανενός.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής όμως προχωρεί ακόμη περισσότερο και απαιτεί:

β) Ισότητα


Σημειώσεις:

(1) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 58, PG 90, 596 D κ.ε.
(2) Στο ίδιο, ερώτ. 49, στ. 457 C
(3) Στο ίδιο                               (4) Στο ίδιο, στ. 460 A

(5) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 55, PG 90, 544 C. Πρβλ. Θεολογικὰ κεφάλαια I, 36–43
(6) Κεφάλαια III, 31, PG 91, 1452 A. Πρβλ. Περὶ ἀγάπης III, 78· IV, 52–54
(7) Περὶ ἀγάπης I, 91· II, 72
(8) Αυτή μου φαίνεται ότι είναι η σημασία: κατά λέξη, «εμπαθείς λογισμοί ή λογισμοί εναντίον της Πρόνοιας»· δηλαδή αφυπνίζεται η ροπή προς την ηδονή ή η ανυπομονησία απέναντι στην οδύνη. Η Φιλοκαλία, για να καταστήσει το κείμενο ευκολότερα κατανοητό, αντικατέστησε το κατὰ προνοίας με το «κατὰ πορνείας», «εναντίον της πορνείας»· είναι σαφέστερο, αλλά με τίμημα μια παρανόηση

(9) Περὶ ἀγάπης II, 74                (10) I, 84
(11) II, 84                                    (12) II, 31
(13) II, 35                                    (14) III, 48
(15) III, 47
(16) II, 8                                     (17) II, 85
(18) Ιω. 13, 35
(19) Ἐπιστολή 27, PG 91, 620 B
(20) Βλ. ανωτέρω, σ. 113
(21) Α΄ Ιω. 4, 8 και 16
(22) I, 38                                     (23) IV, 100
(24) Παραδείγματος χάριν, Ἐπιστολή 27, PG 91, 617 C
(25) Ἐπιστολή 44, PG 90, 641 D κ.ε.
(26) Περὶ ἀγάπης I, 13
(27) I, 15                                   (28) Ρωμ. 13, 10
(29) Στο ίδιο                               (30) Ιακ. 4, 11
(31) Περὶ ἀγάπης I, 55–57
(32) II, 49 και 50
(33) IV, 29                                  (34) IV, 33
(35) IV, 55


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
 

Το πρόσωπο και η θεολογία του αγίου Δημήτριου Στανιλοάε ως αφορμή θαυμασμού απο τον Jürgen Moltmann


Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Γεωργόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Ο Jürgen Moltmann (1926 – 2024) συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μορφές της προτεσταντικής θεολογίας του εικοστού αιώνα, ασκώντας καθοριστική επίδραση στη θεολογική σκέψη τόσο εντός όσο και εκτός του γερμανικού προτεσταντισμού. Με το πρωτοποριακό του έργο, και ιδιαίτερα με τη διαμόρφωση της «Θεολογίας της Ελπίδας», ανέδειξε νέους τρόπους κατανόησης της χριστιανικής πίστης σε διάλογο με τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής.

Η θεολογία του χαρακτηρίζεται από τη δημιουργική σύνθεση βιβλικής ερμηνείας, εσχατολογικού οράματος και κοινωνικής ευθύνης, στοιχεία που του προσέδωσαν διεθνές κύρος και ευρεία αναγνώριση. Για τον λόγο αυτό, ο Moltmann θεωρείται μία από τις πλέον εμβληματικές και επιδραστικές θεολογικές προσωπικότητες του σύγχρονου προτεσταντικού κόσμου.[H. Zahrnt,Die Sache mit Gott: Die protestantische Theologie im 20. Jahrhundert,(9η.εκδ), 1990.J.Rohls, Protestantische Theologie der Neuzeit. Band II: Das 20. Jahrhundert, 1997] .

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο κορυφαίος αυτός εκπρόσωπος της προτεσταντικής θεολογίας εκφράζεται με εξαιρετικά θετικό τρόπο για μία από τις σημαντικότερες μορφές της ορθόδοξης θεολογίας του εικοστού αιώνα, τον άγιο Δημήτριο Στανιλοάε (1903- 1993). Οι απόψεις του Moltmann καταγράφονται με σαφήνεια στον πρόλογο που συνέγραψε για τη γερμανική μετάφραση της Ορθόδοξης Δογματικής του μεγάλου Ρουμάνου θεολόγου και σύγχρονου εκκλησιαστικού πατέρα. [DumitruStaniloae, OrthodoxeDogmatik, 1985, σσ. 9- 13].

Στον εν λόγω πρόλογο, η εξόχως θετική αποτίμηση του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε από τον JürgenMoltmann αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα γόνιμης συνάντησης μεταξύ της ορθόδοξης και της δυτικής θεολογικής παράδοσης. Ο Moltmann δεν περιορίζεται σε μια τυπική εισαγωγή, αλλά διατυπώνει μια βαθιά και πολυεπίπεδη εκτίμηση για τον άγιο Δημήτριο Στανιλοάε, αναδεικνύοντας τόσο το προσωπικό όσο και το θεολογικό του κύρος.

Από την αρχή του προλόγου, ο Moltmann παρουσιάζει τον π. Στανιλοάε ως εξέχουσα μορφή της ορθόδοξης θεολογίας, τονίζοντας ότι η συγγραφή του αποτελεί για τον ίδιο ευκαιρία να εκφράσει τον σεβασμό και τη φιλία του προς έναν θεολόγο που θεωρεί σημαντικό όχι μόνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και για ολόκληρη τη χριστιανική Οικουμένη. Η προσωπική αυτή διάσταση δεν λειτουργεί απλώς ως συναισθηματικό πλαίσιο, αλλά ως μαρτυρία της αυθεντικότητας της θεολογικής του κρίσης.

Στο επίκεντρο της αξιολόγησης του Moltmann βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο Στανιλοάε συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον δημιουργικών και επιδραστικών ορθόδοξων θεολόγων της εποχής του. Η συμβολή του δεν περιορίζεται στη Ρουμανία, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, καθώς και στον ευρύτερο οικουμενικό διάλογο. Ο Moltmann τον χαρακτηρίζει ως «παν-ορθόδοξο» θεολόγο και, ταυτόχρονα, ως «οικουμενικό» θεολόγο, ικανό να συνομιλεί δημιουργικά με τη δυτική θεολογία χωρίς να απωλέσει την ορθόδοξη ταυτότητά του.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Moltmann στην ενότητα θεολογίας και πνευματικότητας που διακρίνει το πρόσωπο του Στανιλοάε. Τον περιγράφει ως σοφό άνθρωπο, πνευματικό πατέρα και θεολόγο που βιώνει όσα διδάσκει. Η ενότητα αυτή του θυμίζει μεγάλες μορφές της δυτικής θεολογίας, όπως τον KarlBarth και τον KarlRahner, γεγονός που καταδεικνύει τη θέση υψηλής εκτίμησης που επιφυλάσσει στον  ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, π. Στανιλοάε.

Στο επίπεδο της θεολογικής σκέψης, ο Moltmann αναδεικνύει δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του έργου του π.Στανιλοάε: τη θεολογία της αγάπης και την ελπίδα του κόσμου. Η θεολογία του π. Στανιλοάε χαρακτηρίζεται από μια δυναμική ελπίδα για την τελική μεταμόρφωση του κόσμου, ελπίδα που θεμελιώνεται στην ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και συνδέεται άμεσα με τη θεολογική παράδοση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Ο Moltmann θεωρεί ότι η προοπτική αυτή εδράζεται στη Χριστολογία και, ως εκ τούτου, αποτελεί μια θεμιτή και δημιουργική θεολογική πρόταση.

Εξίσου σημαντική θεωρεί την τριαδολογική σκέψη του Στανιλοάε, την οποία χαρακτηρίζει εξαιρετικά επίκαιρη και γόνιμη για τον σύγχρονο θεολογικό διάλογο. Η δυναμική και βιωματική παρουσίαση του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού από τον Στανιλοάε προσφέρει νέα θεολογικά ερεθίσματα και ανοίγει νέους δρόμους για περαιτέρω θεολογική διερεύνηση σε διαχριστιανικό επίπεδο.

Τέλος, ο Moltmann αναγνωρίζει τον Στανιλοάε ως πνευματικό αναμορφωτή της ορθόδοξης ζωής στη Ρουμανία, ιδίως μέσω της αναγέννησης του μοναχισμού και της έκδοσης της Φιλοκαλίας. Η συμβολή αυτή καταδεικνύει ότι ο Στανιλοάε δεν υπήρξε μόνο ένας διακεκριμένος ακαδημαϊκός θεολόγος, αλλά και ένας πνευματικός ηγέτης με βαθιά επίδραση στην εκκλησιαστική ζωή.

Συνολικά, η εικόνα του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε, όπως αναδεικνύεται μέσα από το βλέμμα του JürgenMoltmann, είναι εξαιρετικά θετική και πολυδιάστατη. Ο Moltmann τον παρουσιάζει ως κορυφαίο θεολόγο, δημιουργικό στοχαστή, γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, πνευματικό άνθρωπο, θεολόγο της αγάπης και της ελπίδας, καθώς και ως προσωπικότητα ικανή να εμπλουτίσει ουσιαστικά τον σύγχρονο οικουμενικό διάλογο.

Η αποτίμηση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική εκτίμηση, αλλά συνιστά θεολογική μαρτυρία ενός από τους σημαντικότερους προτεστάντες θεολόγους του εικοστού αιώνα για το μέγεθος και τη διαχρονική σημασία του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε στη σύγχρονη χριστιανική θεολογία.


TA ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ. Ο ΚΥΡΙΩΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΠΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ "ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ" ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ, ΔΗΛ. ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΝΣΑΡΚΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΣΟΥ. ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ ΜΑΣ ΦΤΑΝΟΥΝ Ο ΦΙΛΙΠ ΣΕΡΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΓΟΥΕΑΡ. ΠΕΡΕΝΝΙΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΡΡΙΕΡΑΣ. Ο ΜΟΛΤΜΑΝΝ, Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ. ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΤΑΠΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Β) ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΣΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ - ΣTIΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ - 31

 Συνέχεια από Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

B) ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΣΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Γιά να αποδείξει την θέση του λοιπόν ο Lonergan προσπαθεί να βρεί καί μιά κατάλληλη θεωρία τής συνειδήσεως. Έτσι ξεθάβει μιά ανάλυση η οποία υπάρχει ήδη στον σχολαστικισμό : διακρίνει ανάμεσα στήν συνείδηση «in actu signato», μιά συνείδηση ταυτότητος, και στην συνείδηση «in actu exercito», μιά συνείδηση πράξεως. Η πρώτη είναι εκείνη η εσωτερική εμπειρία με την οποία το υποκείμενο γνωρίζει τον εαυτό του και τίς πράξεις του σαν ένα δικό του αντικείμενο. Η δεύτερη είναι εκείνη η εσωτερική εμπειρία με την οποία το υποκείμενο, γνωρίζοντας ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, βρίσκεται σε σχέση καί συνύπαρξη έχοντας συνείδηση τού εαυτού του, τών πράξεών του και επί πλέον τού αντικειμένου πού γνωρίζει. Ο Lonergan ενδιαφέρεται περισσότερο γιά την πρώτη μορφή αυτοσυνειδήσεως. 

Πρόκειται για την παρουσία τού υποκειμένου στο υποκείμενο, όπως το όρισε ο Αυγουστίνος, και με την οποία, μορφή, συμφώνησε και ο Ακινάτης. Διότι εμείς όχι μόνον γνωρίζουμε κάτι γνωρίζοντας ότι το γνωρίζουμε, αλλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας με μια τέτοια αμεσότητα που μας κάνει το αντικείμενο αυτής της ίδιας της δικής μας γνώσεως «seipsum per seipsum intelligit» (S.Th.I, 9.14, a.2).
Έτσι μπορούμε να πούμε πως η συνείδηση είναι μια δραστηριότης η οποία συστήνει το αντικείμενο, δεν το γνωρίζει μόνον. [Καντ]. Σε όλους όσους σκανδαλίζονται από ένα τέτοιο συμπέρασμα, ο Lonergan δηλώνει πως δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τονίζει αυτό το ίδιο το αριστοτελικό-θωμιστικό δόγμα της ενεργεία ταυτότητος (;;;) του υποκειμένου και του αντικειμένου.[Είναι θωμιστικό μόνον].

Το «ΕΓΩ» λοιπόν αναπαριστά την σχεδιασμένη ενότητα με την οποία δείχνουμε και την ενέργεια με την οποία αντιλαμβανόμαστε κάτι (secundum actum significandi) και το περιεχόμενο των ενεργειών της συνειδήσεως (secundum id quod significatur), και αυτή την ίδια την συνείδηση ή την εμπειρία του εαυτού του που διαθέτει το άτομο και των πράξεων του (secundum fontes significandi). Πρέπει επίσης να διακρίνουμε το οντολογικό «ΕΓΩ» από το ψυχολογικό: καθώς το πρώτο ανήκει σε κάθε υποκείμενο με πραγματική ύπαρξη, το δεύτερο στο υποκείμενο που δεν υπάρχει μόνον, αλλά ενεργεί και ψυχολογικά καθώς έχει συνείδηση του εαυτού του ή γίνεται διανοητικώς αντιληπτό ή επιβεβαιώνεται στην υπαρξιακή του πραγματικότητα.

Έτσι λοιπόν εάν η συνείδηση γενικώς δέν είναι τίποτε άλλο από την τελειότητα τής γνώσεως, και ο θεός γνωρίζει, πρέπει να συμπεράνουμε, λέει ο Lonergan, ότι ο θεός έχει και δεν μπορεί να μην έχει συνείδηση και μάλιστα στον πιο υψηλό δυνατό βαθμό τελειότητος. Μάλιστα δε σύμφωνα με την διαλεκτική παράδοση της αναλογίας (κατάφαση – άρνηση – υπεροχή) πρέπει να προσθέσουμε πως στον θεό δεν υπάρχει πραγματική διάκριση ανάμεσα σε συνειδητό υποκείμενο, ενέργεια με την οποία είναι συνειδητό και αντικείμενο αυτής της ίδιας ενέργειας. 

Εάν λοιπόν μαθαίνουμε από την αποκάλυψη πως ο μοναδικός θεός είναι τρία τέλεια πρόσωπα, από αυτό συμπεραίνουμε πως αυτά τα τρία πρόσωπα είναι συνειδητά όχι μόνον λόγω της θεότητός των, αλλά και λόγω, του ότι μεταξύ τους διακρίνονται, όχι μόνον λόγω της ουσίας των αλλά και λόγω της εννοίας των.

Κινούμενος πάντοτε στο εσωτερικό μιας νεοσχολαστικής προοπτικής αλλά διανοίγοντάς την με λογική συνέπεια βάσει της μοντέρνας αρχής της αυτοσυνειδήσεως, ο Lonergan κατορθώνει να δείξει πως δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην αρχαία οντολογία και την νέα ψυχολογία του προσώπου. Δηλώνει πως τα θεία πρόσωπα, λαμβανόμενα ξεκινώντας από τις μόνιμες προόδους οι οποίες σαν σχέσεις ενυπάρχουν στην μοναδική κοινή θεία Ουσία, διαθέτουν γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς μια μοναδική κοινή συνείδηση και μαζί τρεις διακεκριμένες προσωπικές συνειδήσεις. Με άλλα λόγια το τριαδικό δόγμα μας υποχρεώνει να πούμε: ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, μέσω μιας και μοναδικής πραγματικής συνειδήσεως, είναι τρία υποκείμενα, καθένα από τα οποία έχει και συνείδηση του εαυτού του και των άλλων, τόσο της ουσιώδους ενεργείας (με την οποία είμαι ένας και μοναδικός θεός) όσο και της εννοιολογικής ενεργείας (το λέγειν και το ομιλείν στην πρόοδο του Λόγου, το εκπέμπω και εμπνέω στην πρόοδο του Πνεύματος).

Επειδή στον θεό δεν υπάρχει πραγματική διάκριση ανάμεσα στο υποκείμενο και στην ενέργεια, τοιουτοτρόπως δεν υπάρχει διάκριση πραγματική ανάμεσα στο συνειδητό πρόσωπο και στην ενέργεια λόγω της οποίας το πρόσωπο είναι συνειδητό. Για τον Lonergan το πρόσωπο στον θεό είναι μαζί κέντρο συνειδήσεως, ον που βρίσκεται σε σχέση και περιχώρηση Γνώσεως και Αγάπης. Πιο καθαρά, από την οπτική γωνία της μοναδικής ουσίας πρέπει να ομολογήσουμε στον θεό μια μοναδική πράξη συνειδήσεως λόγω της οποίας ο θεός έχει συνείδηση της γνώσεώς του και της αγάπης του, μια μοναδική και ίδια ουσιώδη πράξη σ’ αυτά τα ίδια τα τρία θεία πρόσωπα. Κάθε πρόσωπο λοιπόν έχει συνείδηση ότι είναι θεός, ο μοναδικός αληθινός θεός, και αυτό σε συνειδητή κοινωνία με τα άλλα πρόσωπα!

Όμως πάλι από την οπτική γωνία της Τριάδος των προσώπων πρέπει να δηλώσουμε επίσης πως κάθε πρόσωπο είναι ένα ΕΓΩ με συνείδηση του εαυτού του, το οποίο πραγματοποιείται με μια ξεχωριστή πράξη προσωπικής αυτογνωσίας, ίδιο με την ενυπάρχουσα δική του σχέση η οποία συστήνει τον εαυτό του σαν πρόσωπο. Αυτή η συνείδηση κάθε προσώπου είναι τόσο συνείδηση του εαυτού όσο και συνείδηση του άλλου. Η εσωτερική διάκριση στο θείο των «ΕΓΩ» είναι ο λόγος της ενότητος των προσώπων: μια ενότης η οποία πραγματοποιείται όχι μόνον με την κατοχή της μιας Φύσεως ή ουσίας, αλλά και με την αμοιβαιότητα της συνειδήσεως η οποία επιτυγχάνει στα τρία θεία «ΕΓΩ» μια περιχωρητική κοινωνία προσώπων.

Ακόμη, από την οπτική γωνία των «εννοιολογικών πράξεων», δηλαδή από την οπτική γωνία των προόδων στο εσωτερικό του θείου, της generation intelligibilis η οποία καταλήγει στον Λόγο, και της θεληματικής εκπορεύσεως, της spiratio voluntatis, η οποία καταλήγει στο Άγιο Πνεύμα, διαθέτουν όλα την αυτή συνείδηση. Αυτό σημαίνει πως ο Πατήρ συνειδητά  [με την θέλησή του] γνωρίζει, αγαπά και προτιμά τον Λόγο, ο Υιός συνειδητά γνωρίζει, αγαπά και είναι ξεχωριστός για τον πατέρα, ο Πατήρ και ο Υιός συνειδητά γνωρίζουν, αγαπούν και εκπορεύουν το Άγιο Πνεύμα... Αυτά όλα σημαίνουν πως στον θεό κανένας δεν μιλά παρά μόνον ο πατήρ και η μοναδική λέξη που λέγεται είναι ο Λόγος στον οποίο ο πατήρ λέει τα πάντα. Κανείς δεν εμπνέει αγάπη παρά μόνον ο πατήρ και ο Υιός, ενώ η μοναδική εκπορευόμενη αγάπη είναι το Άγιο πνεύμα.

Προσπαθώντας να πετύχει όλες τις δυνατές συνέπειες της θέσεώς του ο Lonergan καταλήγει πως κάθε ένα από τα θεία πρόσωπα βεβαιώνεται σαν ΕΓΩ, και σε καθένα από αυτά τα ΕΓΩ μπορούμε να απευθυνθούμε σαν σε ένα ΕΣΥ στην προσευχή και στην Λατρεία! 

Σχόλιο: [Όπως βλέπουμε τα περι προσώπου και συνειδήσεως και αυτοσυνειδησίας ανήκουν στην ανθρωπολογία. Στη συνέχεια θα δούμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Δημητρίου Πάλλα «Ορθοδοξία και παράδοση», Εκδόσεις Παν/μίου Κρήτης και θα εκθέσουμε μία απορία του Πλωτίνου περί συνειδήσεως με τη σύγχρονη λύση της.
«Προχωρούσα στην ανδρική ηλικία κυκλωμένος από αμφιβολίες. Και άρχισα να πασχίζω ν’ ανοίξω ένα δρό­μο ανάμεσα στο πνευματικό μου χάος. Άρχισα ν’ αναζητώ στόχους.
Ως πρώτο στόχο μου την αποκατάσταση μιας προ­σωπικής επικοινωνίας με το Θεό· την προσπάθεια από παραδοσιακός χριστιανός, πού ήμουν, να γίνω συνειδητός. Και πλησίασα περισσότερο το θρησκευτικό περιοδικό που από χρόνια είχε σε τιμή ο Πατέρας μου. Τώρα το είχα σε τιμή κι’ εγώ, συνειδητά. Προσευχόμουν και προσπαθούσα την ως τώρα τυπική προσευχή μου να την εξυψώσω σε ουσιαστική, να ζήσω μέσα μου το συναίσθημα της κατάνυξης. Πλησίαζα τώρα στη Θεία Μετάληψη με το νόημα ότι πρόκειται για ένα γεγονός υπερβατικό. Αλλά δεν ζούσα την υπέρβαση, ο “Θεός” δεν μου απαντούσε. Μέσα μου δεν δια­μορφωνόταν μια συναίσθηση ενοχής και πτώσης· δεν με συνέθλιβε η συναίσθηση της αμαρτίας, ο πόθος για λύτρωση δεν με συνάρπαζε. Από τα τελευταία όπλα στην άμυνα για την πίστη μου είχε απομείνει η εξομολόγηση. Να υποβληθώ σε αυτοπειθαρχία, να δέσω τον εαυτό μου σαν τον Οδυσσέα στο κατάρτι - εγώ στο κατάρτι της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ήταν μεγάλη ημέρα για μένα η ημέρα πού θα γινόμουν δεκτός από έναν από τούς Πατέρες, για να με εξομολογήσει. Πήγαινα στο Μυστήριο της Εξομολόγησης για πρώτη φορά· και είχα μια προσδοκία, ωσάν του Μωυσή στο Σινά, για να πάρει από το Θεό τις πλάκες του Νόμου. Η δική μου προσδοκία ήταν βέβαια όχι για να πάρω το Νόμο, αυτός ήταν δοσμένος· άλλα για να αποκτήσω φτερούγες και να μπορέσω να υψωθώ, να βυθιστώ στον Ουρανό, σαν τους κορυδαλλούς που συντρόφευαν τους ρεμβασμούς μου της παιδικής ηλικίας. Κι’ έφυγα από τον εξομολογητή μου με τα πούπουλά μου καψαλισμένα. Εγώ περίμενα περισσότερα ή εκείνος δεν έπιασε τον παλμό μου; Δεν ξαναπήγα σε εξομολόγηση και σιγά-σιγά απαλλάχτηκα από τη βούληση να είμαι χριστιανός» (Σελ. 70-71).
Ο Πλωτίνος είχε αναρωτηθεί το εξής: Εάν είμαι σοφός και εάν αποκτήσω στη συνέχεια τη συνείδηση ότι είμαι σοφός, τί θα αλλαξει;
Φυσικά δέν θα αλλάξει τίποτα και εδώ πρόκειται για την παλαιά συνείδηση η οποία έρχεται μετά την πράξη.
Σήμερα όμως οι μοντέρνοι σκέφτηκαν το εξής: Μήπως μπορούμε να αποκτήσουμε συνείδηση ότι είμαστε σοφοί, Χριστιανοί, χωρίς να έχουμε γίνει πρίν σοφοί ή Χριστιανοί;
Αυτό το κατόρθωμα επετεύχθη με την φιλοσοφία του προσώπου, η οποία έχει κατακτήσει και την Ελλάδα και τήν γέμισε μέ κενολόγους σοφούς και άπιστους Χριστιανούς.
Διότι το πρόσωπο απαιτεί να διαθέτει τα πάντα σαν δώρο χωρίς κόπο και χωρίς προσπάθεια.
Με μέθοδο και σύστημα.
Αυτό το κατόρθωμα εκφράζεται συνήθως με την αυτοαναφορά, με το ΕΓΩ.
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ.]

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Xρήστος Βακαλόπουλος: για την ιδιοπροσωπία της καθαρτήριας ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης δυτικής ενοχής…!

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, βυθίστηκε στη δυτική κουλτούρα, τη ροκ και τη νεωτερικότητα της Ευρώπης για να γυρίσει κι αυτός – όπως ο Σεφέρης – «διψασμένος από τη Δύση» και να συναντήσει την οντολογία του γενέθλιου πανάρχαιου… μετανεωτερικού πολιτισμού μας. Για να «σπουδάσει» τον Παπαδιαμάντη, για τον οποίον έλεγε : «Ο Παπαδιαμάντης είναι για μένα ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, ο καλύτερος εκφραστής του ελληνικού κόσμου. Μ’ έμαθε πώς να ζω στον τόπο μου».

Στο παρακάτω κείμενο, μιλά για την διαφορά της ταπεινής, λυτρωτικής, ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης, διαλυτικής, εξουσιαστικής και τοξικής δυτικής ενοχής! Το περιγράφει μέσα στη ζωή, τις σχέσεις και τον έρωτα, όχι αποστασιοποιημένα και διανοουμενίστικα. Σε ένα δωμάτιο ελληνικού νησιού, στην αμφιλύκη του πελάγους και στην εφιαλτική υπαρξιακή αγωνία της γενιάς του (της γενιάς μας) να γίνει επιτακτικά «μοντέρνα», ξιπάζοντας και διαλύοντας έναν βαθύ πολιτισμό κοινότητας, σεβασμού και ουσιαστικών σχέσεων.
Άλλωστε, η ετυμολογία της ελληνικής «ντροπής» είναι ουσιώδης και αποκαλυπτική. Βρίσκεται απέναντι από την εξουσιαστική ενοχή της δυτικής νοησιαρχίας, του φόβου και του ατομικισμού, που ενώνει τις παρέες της κραιπάλης και του μηδενισμού, τα οποία είναι η μόνη διέξοδος, όταν ο ανέστιος νομάς του σύγχρονου κόσμου, δεν μπορεί να βαστάξει την απώλεια της πρωταρχικής αγαπητικής κοινότητας και της δημοκρατίας, ως σεβασμού του Άλλου, ως εαυτόν.

Η ντροπή, από τον εν+τροπή, είναι το ταπεινό γύρισμα του ελληνικού υποκειμένου, εντός του, στον εαυτό και ταυτόχρονα προς τους άλλους, προς την κοινότητα, την αρχαία εκκλησία του δήμου, αν το προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα. Εμπεριέχει, τόσο τον υπαρξιακό αναστοχασμό, όσο και την αξία ότι … «δεν είμαι γαϊδούρι», να σκέπτομαι μόνο την πάρτη μου. Δεν περιγράφει – όπως πολλοί θα μας προσάψουν – μιαν αλλοτρίωση «να κάνω ότι θέλουν οι άλλοι» χάνοντας τον εαυτό μου, αλλά εμπεριέχει την πανάρχαια αιδώ. Η οποία στον Όμηρο, είναι και η μετριοφροσύνη, η αυτοεκτίμηση, αλλά και η προτροπή του Αίαντα να μην εγκαταλείπουν οι Αργείοι φοβισμένοι την «κοινότητα» αφήνοντας τους Τρώες να απειλούν με κάψιμο τα πλοία τους.
«Αἴας δ’ ἑτέρωθεν ἐκέκλετο οἷς ἑτάροισιν.
αἰδώς Ἀργεῖοι νῦν ἄρκιον ἤ ἀπολέσθαι»
[«Ντροπή Αργείοι! Το μόνο βέβαιο που τώρα μας περιμένει είναι να χαθούμε»]

Στον Σοφοκλή, η αιδώ, είναι η φροντίδα για τους άλλους, η έγνοια, ο σεβασμός, η ευλάβεια, το σέβας. Ενώ το αἰδέομαι, στην ελληνική πατερική ορθόδοξη παράδοση, εμπεριέχει και την έννοια του σεβασμού, όταν σέβομαι τη δυστυχία του άλλου, όταν φροντίζω και νοιάζομαι για κάποιον, όταν δείχνω ενδιαφέρον και συμπάθεια για τον άλλον.


Η ελληνική ιδιοτυπία της «ντροπής», εμπεριέχει ξεκάθαρα τον σεβασμό στον εαυτό μου και προς τον άλλον. Έχει βλαστήσει στο έδαφος της οντολογίας του Προσώπου, που συναντάμε τόσο στον προσωποκεντρικό αρχαιοελληνικό κόσμο όσο και στον ωφέλιμο κολλεκτιβισμό της Ορθόδοξης κοσμολογίας. Σε αντίθεση με την ενοχή, που την προστάζει η πατερναλιστική ρωμαιοκαθολική φιλοσοφία ενός δυτικού πνεύματος, που θέλει τον άνθρωπο άτομο (α+τέμνω ), δηλαδή κάποιον που δεν τέμνεται, που δεν μοιράζεται με τους άλλους. Αυτός που ντρέπεται αποφεύγει να δείξει το πρόσωπό του, το οποίο αντανακλά την καθαρότητα της ψυχής και των σχέσεών του με τους άλλους. Το συνάντησα, στη συνοικία και τα καφενεία που μεγάλωσα, όταν «δεν είχαμε πρόσωπο, να βγούμε στη γειτονιά», συνειδητοποιώντας μια συμπεριφορά που μας απομάκρυνε από τους άλλους. Όταν … «παίρναμε τα πράματα προσωπικά» γιατί θέλαμε να έχουμε τσίπα. . Τότε… «εν-τρεπόμασταν», στρίβαμε το πρόσωπό μας, ρίχναμε τα μούτρα μας κάτω, τα καλύπταμε με τα χέρια. Θέλαμε για λίγο να είμαστε …απρόσωποι, για να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να γυρίσουμε αποκαθαρμένοι, με «καθαρό πρόσωπο» και «ψηλά το κεφάλι» στην συνοικιακή εκκλησία του δήμου μας.

                                                      Δημήτρης Ναπ.Γ

Ας απολαύσουμε το κείμενο του Βακαλόπουλου:

«ΡΕΑ, ΤΡΙΑΝΤΑΔΥΟ ΧΡΟΝΩΝ, μεθυσμένη τα χαράματα σ’αυτό το παράξενο μέρος όπου στενεύει ένα αόρατο ελληνικό νησί, παρέα με ανθρώπους άλλων εποχών. Μπήκε στο δωμάτιό της τα χαράματα στη Μοντάνα και δεν της είπε τίποτα γιατί ήταν Έλληνας. Αν της έλεγε κάτι, θα το χάλαγε, της είπε τα πάντα χωρίς να της μιλήσει και το κράτησε ακέραιο.

Οι Έλληνες είχαν μάθει να ντρέπονται, ίσως ήταν το μόνο πράγμα που είχαν μάθει τόσο καλά, όλοι οι άλλοι έδειχναν να το έχουν ξεπεράσει, κι εκείνοι συνέχιζαν να ντρέπονται, ήταν οι μόνοι σ’αυτή την απελευθερωμένη ήπειρο που συνέχιζαν να ντρέπονται.

Μέχρι τον Ιούλιο του 1971 οι Έλληνες είχαν κάτι εντελώς δικό τους, ήξεραν να ντρέπονται ενώ όλοι οι άλλοι ήξεραν να έχουν ενοχές, είχαν μάθει πολύ καλά να αισθάνονται ένοχοι και μετά να απελευθερώνονται κάνοντας θόρυβο, τραγουδώντας τη ρήξη, φλερτάροντας με τη βία, εξαπολύοντας κύματα οργής.

Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα στη Μοντάνα, θα είχε πει ψέμματα, δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί τα χαράματα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις με χαμηλωμένα τα μάτια για λίγα λεπτά κι ύστερα να φύγεις αθόρυβα. Πρέπει να πεις τα πάντα χωρίς να μιλήσεις κι ύστερα να εξαφανιστείς, αφήνεις μια σφραγίδα στη μνήμη κι ύστερα χάνεσαι, αυτό σημαίνει να είσαι Έλληνας μέχρι τον Ιούλιο του 1971.

Έξω χαράζει, οι γονείς σου σε έχουν στείλει εδώ για να συμφιλιωθείς με το ευρωπαϊκό ξεθάρρεμα, σε έχουν διατάξει σιωπηρά να γίνεις ένα με τον απελευθερωμένο κόσμο κι εσύ συνεχίζεις να αισθάνεσαι κάπως αμήχανα, σε κυριεύει μια ανεξήγητη ευαισθησία για τα πάντα, δεν είσαι καθόλου ένοχη και δεν μπορείς να έρθεις σε ρήξη, δεν είσαι ένοχη και συνεχίζεις να ντρέπεσαι.

Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα, θα είχε καταστρέψει τα πάντα κι εκείνη θα τον είχε ξεχάσει στη στιγμή, ενώ τώρα στέκει με χαμηλωμένα τα μάτια κάθε φορά που αντικρίζει το χάραμα, κάθε φορά που παρασύρεται από ανθρώπους άλλων εποχών και ξενυχτάει μέχρι τέλους, κάθε φορά που διαλύεται μεθυσμένη στο πρώτο φως της μέρας».

Xρήστος Βακαλόπουλος: για την ιδιοπροσωπία της καθαρτήριας ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης δυτικής ενοχής…!

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ, ΤΟΥ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥ. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ.

 Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΟΣΜΑ ΤΟΝ ΑΙΤΩΛΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΣΕ. ΔΕΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ.

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Η λατρεία του Ανθρώπου είναι το αληθινό «πρόβλημα της σημερινής εποχής» από τον Ιλαρίωνα

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 9, έτος LII – του δεκαπενθήμερου περιοδικού ΝΑΙ ΝΑΙ ΟΧΙ ΟΧΙ



Με τη θεολογία της Β' Βατικανού ( Dignitatis humanae personae ) η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου εξυψώνεται ως απόλυτη και απαραβίαστη αρχή, στα δικαιώματα της οποίας υποτάσσονται η αλήθεια και η καλοσύνη.

Αυτή η αντίληψη εγκαινιάζει την ανθρωποκεντρική θρησκεία του ανθρώπου, τη λατρεία της ψευδούς ελευθερίας και όχι της αλήθειας (1 ); και μας κάνει να ξεχνάμε τη χριστιανική αυστηρότητα και την ουράνια ευδαιμονία (2 ). 

Το καθολικό δόγμα ήτανπάντα αυτό της υποταγής του Κράτους στην Εκκλησία, όπως του σώματος στην ψυχή. Γνώριζε τυχαίες αποχρώσεις: άμεση εξουσία in spiritualibus και έμμεση in temporalibus ratione peccati ή άμεση εξουσία επίσης in temporalibus , αλλά δεν ασκείται και δεν δίνεται στον εγκόσμιο Πρίγκιπα από τον Ρωμαίο Ποντίφικα. Ποτέ από το 313 δεν δίδαξε κανένας Πάπας, εκκλησιαστικός Πατέρας, Διδάσκαλος της Εκκλησίας, θεολόγος ή κανονιστής εγκεκριμένος από την Εκκλησία τον διαχωρισμό μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, ο οποίος πάντα καταδικαζόταν. Η Dignitatis humanae , εφεξής DH , διδάσκει ποιμαντικά ότι ο άνθρωπος έχει «το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία […], ιδιωτικά και δημόσια, είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με άλλους. […]. Είναι απαραίτητο όλοι οι πολίτες και όλες οι θρησκευτικές κοινότητες να αναγνωρίζονται ως έχοντες το δικαίωμα στην ελευθερία σε θρησκευτικά ζητήματα. […]. Η θρησκευτική ελευθερία πρέπει να αναγνωρίζεται ως δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους και όλες τις κοινότητες και πρέπει να επικυρώνεται στο νομικό σύστημα » (DH, αρ. 2, 3, 6 και 13). Στην αντίρρηση ότι ο DH προσπάθησε να επικαλεστεί το αλάθητο δηλώνοντας ότι «το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία βασίζεται πραγματικά στην ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου, όπως είναι γνωστό τόσο μέσω του αποκαλυπτόμενου λόγου του Θεού όσο και μέσω της λογικής» (σημ. 2), η απάντηση είναι ότι το διάταγμα του DH δεν είχε σκοπό να ορίσει τη θρησκευτική ελευθερία που βασίζεται στην αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου ως αποκαλυπτόμενη αλήθεια, ούτε σκόπευε να επιβάλει την πίστη σε αυτήν ως προϋπόθεση για τη σωτηρία. Αντίθετα, απλώς διακήρυξε ποιμαντικά ένα «δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία στο εξωτερικό και δημόσιο φόρουμ» - το οποίο, επιπλέον, δεν υπάρχει σύμφωνα με τη θεία/αποστολική Παράδοση, η οποία μιλάει μόνο για ένα εσωτερικό και ιδιωτικό φόρουμ - «το οποίο βασίζεται σε μια προσωπική αξιοπρέπεια». Αυτή είναι μια φιλοσοφικά ανακριβής έκφραση, αφού δεν είναι το υποκείμενο που είναι άξιο ή πολύτιμο, αλλά μάλλον η φύση στην οποία υπάρχει το υποκείμενο που του προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπρέπεια. Επομένως, ο DH θα έπρεπε να μιλήσει για την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης φύσης και όχι του ατόμου. Η Διδασκαλία του Θεού διφορείται μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού φόρουμ, μεταξύ φύσης και προσώπου, και ως ποιμαντική και δογματική διδασκαλία έχει απαρνηθεί το λεξιλόγιο της σχολαστικής και ιδιαίτερα της Θωμιστικής φιλοσοφίας και θεολογίας και έχει χρησιμοποιήσει ανακριβείς και «ποιητικές» εκφράσεις αντί για θεολογικές/φιλοσοφικές.

Ο PIUS IX στο Quanta cura (8 Δεκεμβρίου 1864) όρισε ότι η θρησκευτική ελευθερία στο εξωτερικό πεδίο «είναι αντίθετη με το δόγμα της Αγίας Γραφής, της Εκκλησίας και των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας» και ότι «το Κράτος έχει το καθήκον να καταστέλλει τους παραβάτες της Καθολικής θρησκείας με συγκεκριμένες κυρώσεις».

Στη δημόσια ζωή, η θρησκεία του ανθρώπου δεν περιλαμβάνει ιεραρχία και υποστηρίζει τον ισότιμο χαρακτήρα που είναι χαρακτηριστικό της μαρξιστικής ιδεολογίας, ο οποίος είναι αντίθετος με τη φυσική και αποκαλυπτόμενη διδασκαλία, η οποία βεβαιώνει την ύπαρξη μιας κοινωνικής τάξης που απαιτείται από την ίδια τη φύση.

Στη θρησκευτική ζωή, η ίδια αρχή υποστηρίζει έναν οικουμενισμό που, προς όφελος του ανθρώπου, φέρνει όλες τις θρησκείες σε συμφωνία (3 ); υποστηρίζει μια Εκκλησία που μετασχηματίζεται σε ίδρυμα κοινωνικής πρόνοιας. Από αυτό προέρχεται η υπερβολική μέριμνα για την κοινωνική πρόοδο, σαν η Εκκλησία να ήταν απλώς ένας πιο εκτεταμένος οργανισμός κοινωνικής πρόνοιας. Από αυτό, και με τον ίδιο τρόπο, προέρχεται η εκκοσμίκευση του κλήρου, του οποίου η αγαμία θεωρείται κάτι το παράλογο, όπως ακριβώς ο τρόπος ζωής και το ράσο του ιερέα θεωρούνται παράξενα, στενά συνδεδεμένα με τον χαρακτήρα του ως ατόμου αφιερωμένου, αποκλειστικά, στην υπηρεσία του βωμού.

Στη λειτουργία, ο ιερέας υποβιβάζεται σε έναν απλό εκπρόσωπο του λαού ή «πρόεδρο της συνέλευσης» (4 ). Προφανώς, η ηθική χαλαρότητα και η λειτουργική διάλυση δεν μπορούν να συνυπάρχουν με την αμετάβλητη φύση του δόγματος.

Σχετικισμός και Μοντερνισμός των «Νέων Θεολόγων»


Οι μετασυνοδικοί «νέοι θεολόγοι» συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Δεν δίνουν προσοχή στην πραγματικότητα, της οποίας ο τρόπος έκφρασης μπορεί να ποικίλλει, αρκεί να την αναπαριστά όπως είναι. Αντίθετα, επιθυμούν να ικανοποιήσουν τη σύγχρονη νοοτροπία. Για αυτούς, η ενημέρωση της Εκκλησίας συνίσταται στην προσαρμογή του δόγματος της σε αυτήν την υποκειμενιστική, σχετικιστική και εμμενεντιστική νοοτροπία.

Τώρα, αφού ο σύγχρονος άνθρωπος έχει διαμορφώσει τη σκέψη του σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον που είναι εξ ολοκλήρου προσανατολισμένο στις εμφανίσεις, στον υποκειμενισμό και τα φαινόμενα και, επιπλέον, αντίθετο στη μεταφυσική, η Εκκλησία - λένε οι «νέοι θεολόγοι» - για να μην «βυθιστεί» πρέπει να εναρμονίσει το δόγμα της με αυτόν τον τρόπο σκέψης, όπου το δόγμα εξελίσσεται ετερογενώς από τη μία έννοια στην άλλη (δηλαδή, αλλάζει ουσιαστικά σε νόημα, περνώντας από τη μία αλήθεια σε μια εντελώς διαφορετική), σύμφωνα με τις πολιτισμικές ανάγκες της εποχής στην οποία διατυπώνεται.


Αμετάβλητο και ομοιογενής ανάπτυξη της αποκαλυφθείσας αλήθειας.


Η αποκαλυφθείσα αλήθεια μεταδίδεται στον κόσμο σε μια ανθρώπινη γλώσσα. Αυτή η γλώσσα, όσο ανεπαρκής κι αν είναι, δεν είναι απλός συμβολισμός (5 ) ή αναπαράσταση· πρέπει να εκφράζει, αντικειμενικά, ποιο είναι το μυστήριο του Θεού, ακόμη και αν δεν το εκδηλώνει στον ανεξάντλητο πλούτο του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι δογματικοί τύποι δεν μπορούν να εξελιχθούν εγγενώς ή ουσιαστικά αλλάζοντας εντελώς το νόημά τους.

Η πίστη, άπαξ και μεταδοθεί, λέει ο Άγιος Ιούδας Θαδδαίος, μεταδίδεται «μία για πάντα» (6 ). Είναι αμετάβλητη και αμετάτρεπτη. Δεν υφίσταται προσθήκες, αφαιρέσεις ή εγγενείς και ετερογενείς αλλοιώσεις. Μπορεί να φωτιστεί και μπορεί να μεταμορφωθεί μόνο ομοιογενώς και εξωτερικά, σαν ένα ζωντανό ον, που αναπτύσσεται και τελειοποιείται, διατηρώντας παράλληλα την ίδια φύση, η οποία διασφαλίζει ότι το άτομο είναι πάντα το ίδιο.


Σημασία των «δογματικών τύπων»


Επομένως, είναι ύψιστης σημασίας να διατηρηθούν οι τύποι που, θεσπίστηκαν στην Εκκλησία με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, της Παράδοσης και των δογματικών Συνόδων, για να εκφράσουν με ακρίβεια την αποκαλυπτόμενη έννοια. Αυτή η δογματική γλώσσα μπορεί να υποστεί μόνο τυχαίες αλλοιώσεις « eodem sensu eademque sententiam », αλλά δεν μπορεί να τροποποιηθεί από πάνω προς τα κάτω ή ουσιαστικά και εγγενώς με ετερογενή τρόπο.

Τώρα, αυτό που βλέπουμε, υπό το σύμβολο του «aggiornamento», μετά τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο, είναι η περιφρόνηση τόσο για την Ηθική (7 ) ως καί γιά τίς παραδοσιακές δογματικές φόρμουλες (8 ).

Ας πάρουμε μερικά παραδείγματα: η Σύνοδος του Τρίντεντ, ενάντια στον προτεσταντικό «συμβολισμό» που υιοθετεί ο μοντερνισμός, καθαγίασε τον όρο «μετουσίωση» για να υποδείξει την πλήρη μετατροπή της ουσίας του ψωμιού και της ουσίας του κρασιού σε Σώμα και Αίμα του Ιησού Χριστού. Αυτή η λέξη μας δίνει την ιδέα για το τι συμβαίνει, αντικειμενικά και πραγματικά, στην Αγία Τράπεζα, τη στιγμή της καθαγίασης στη Θεία Λειτουργία, και μας διαβεβαιώνει για την πραγματική, φυσική και ουσιαστική παρουσία του Ιησού Χριστού στο Αγιώτατο Μυστήριο, ακόμη και μετά το τέλος της τέλεσης της Αγίας Θυσίας.

Τώρα, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ως αριστοτελικός όρος, που δεν συμφωνεί με τα τρέχοντα φιλοσοφικά ρεύματα, η λέξη «μετουσίωση» όχι μόνο δεν αναφέρεται στο Institutio generalis του Missal που αναμορφώθηκε το 1969 από τον Παύλο ΣΤ΄, αλλά και στη δεύτερη έκδοση του 1970 (9 ), αλλά απορρίπτεται από θεολόγους της νέας θεολογίας. Αυτοί, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο Schillebeeckx, την αντικαθιστούν με μια άλλη - ««trans/significazione››,(μετασημασιοδότηση) «trans/finalizzazione››
», «μετά/τελειοποίηση» - αμφισβητώντας το μυστήριο της Ευχαριστίας και την πραγματική παρουσία.

Στην πράξη, τα σημάδια λατρείας και σεβασμού για το Άγιο Μυστήριο εξαλείφονται, όπως η κοινωνία στα γόνατα, στη γλώσσα, με ένα πιάτο, με το πέπλο, ο καθαρισμός των δακτύλων του λειτουργού και του εδάφους όπου θα πέσει κατά λάθος ένα καθαγιασμένο πλήθος, η ευλογία με το Άγιο Μυστήριο, η επίσκεψη στη Σκηνή του Μαρτυρίου, κ.λπ.

Δογματική Ανατροπή

Εάν η λέξη αλλάξει και δεν χρησιμοποιηθεί συνώνυμο, η έννοια ή η ιδέα και το δόγμα τροποποιούνται φυσικά επίσης. Σε αυτήν την περίπτωση, περιλαμβάνονται οι νέοι όροι των «ενημερωμένων» θεολόγων, η συνέπεια των οποίων είναι η ταλάντωση της ίδιας της Πίστης. Εδώ η νέα ορολογία , στην πραγματικότητα, εισάγει μια νέα ποιμαντική και ετερόδοξη διδασκαλία . Δεν βρισκόμαστε πλέον στον αυθεντικό Χριστιανισμό, αλλά σε ρήξη με τη θεία/αποστολική Παράδοση (10 ).

Επιπλέον, οι καινοτομίες δεν συνίστανται μόνο σε αλλαγή λόγων. Πηγαίνουν παραπέρα. Στην πραγματικότητα, υποκινούν μια ολοκληρωτική ανατροπή στην Εκκλησία.


Δεδομένου ότι η σύγχρονη φιλοσοφία υπερεκτιμά τον άνθρωπο, τον οποίο καθιστά κριτή των πάντων, η νέα ποιμαντική διδασκαλία θεσπίζει τη θρησκεία του ανθρώπου. Εξαλείφει οτιδήποτε θα μπορούσε να σημαίνει επιβολή στην ελευθερία ή καταστολή του ανθρώπινου αυθορμητισμού. Έτσι, αγνοεί την αρχική πτώση και μετριάζει την έννοια της αμαρτίας. Δεν κατανοεί την έννοια της ευαγγελικής αποκήρυξης και υποστηρίζει μια φυσική θρησκεία που βασίζεται σε ψυχολογικά και κοινωνιολογικά δεδομένα.

Η θεραπεία για ένα τέτοιο κακό: η πίστη στη θεία/αποστολική Παράδοση

. Ο Άγιος Παύλος συνοψίζει τον κανόνα του εκκλησιαστικού Ματζιστερίου γράφοντας: « Ακόμα κι αν εμείς, ή άγγελος από τον ουρανό, ερχόμασταν και σας κηρύτταμε ένα ευαγγέλιο διαφορετικό από αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα » (11 ). Στην πραγματικότητα, δεν είμαστε εμείς οι κριτές του λόγου του Θεού: είναι ο λόγος που μας κρίνει και που αναδεικνύει τον κομφορμισμό μας, κατά τον τρόπο του κόσμου.

Σημασία της θείας/αποστολικής Παράδοσης

Η αξία της Παράδοσης είναι τέτοια που ακόμη και οι εγκύκλιοι και άλλα έγγραφα του συνηθισμένου παγκόσμιου Ματζιστερίου ή του Υπέρτατου Ποντιφίκιου είναι αλάθητα μόνο εάν θέλουν να ορίσουν μια αλήθεια ως θεϊκά αποκαλυφθείσα και να μας υποχρεώσουν να την πιστέψουμε, καθώς και στις διδασκαλίες που επιβεβαιώνονται από την Παράδοση, δηλαδή από μια συνεχή διδασκαλία του δόγματος , που εφαρμόζεται από διαφορετικούς Πάπες και για μεγάλο χρονικό διάστημα (« quod semper, ubique et ab omnibus creditum est »). Συνεπώς, η πράξη του συνηθισμένου παγκόσμιου ποιμαντικού Ματζιστερίου ή ενός Πάπα που έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία που εγγυάται η ματζιστρική Παράδοση διαφορετικών Πάπες και για σημαντικό χρονικό διάστημα, δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή (12 ).

Ο Κανόνας για την Κρίση των Ετερόδοξων Καινοτομιών

Το κριτήριο για την αξιολόγηση των καινοτομιών που προέκυψαν κατά τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο και την περίοδο μετά τη σύνοδο είναι το εξής: Είναι σύμφωνες με την Παράδοση; Είναι καρπός ενός κακού νόμου; Δεν συμμορφώνονται, αλλά αντιτίθενται στην Παράδοση ή την υποβαθμίζουν; Τότε δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές.

Η παράδοση, φυσικά, δεν είναι ακινησία. Είναι ανάπτυξη, αλλά στην ίδια γραμμή, στην ίδια κατεύθυνση, με την ίδια έννοια, η ανάπτυξη των ζωντανών όντων, που παραμένουν πάντα τα ίδια, ενώ αναπτύσσονται (13 ).
Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει παραδοσιακές μορφές και έθιμα που η Εκκλησία έχει αφήσει σε αχρηστία και δεν έχει ενσωματώσει στην παρουσίαση του δόγματός της ή στην πειθαρχία της. Η τάση προς αυτή την κατεύθυνση ορίστηκε από τον Πίο ΙΒ΄ ως «τρελή αρχαιολογία» (14 ).
Έχοντας πει αυτό, ας λάβουμε ως κανόνα την ακόλουθη αρχή: όταν είναι προφανές ότι μια καινοτομία αποκλίνει από την παραδοσιακή διδασκαλία, είναι βέβαιο ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή.

Οι Διάφοροι Τρόποι Διαφθοράς της Θείας/Αποστολικής Παράδοσης


Κάποιος μπορεί να συνεργαστεί με διάφορους τρόπους στην καταστροφή της Παράδοσης. Μεταξύ αυτών, υπάρχει επίσης μια κλίμακα που κυμαίνεται από την ανοιχτή αντίθεση έως την σχεδόν ανεπαίσθητη απόκλιση , και η τελευταία είναι η πιο επικίνδυνη επειδή είναι πιο δύσκολο να αναγνωριστεί.
Έχουμε ένα παράδειγμα σαφούς αντίθεσης στις διάφορες θέσεις που υιοθετούν οι θεολόγοι, ακόμη και οι εκκλησιαστικές αρχές (οι Γερμανικές, Βελγικές, Γαλλικές και Ολλανδικές Επισκοπικές Συνδιασκέψεις), ρητής απόρριψης της απόφασης της εγκυκλίου Humanae vitae .
Στην πραγματικότητα, το δικαστικό έγγραφο του Παύλου ΣΤ΄, το οποίο κήρυξε τη χρήση αντισυλληπτικών παράνομη, αποτελεί μέρος μιας αδιάλειπτης παράδοσης του εκκλησιαστικού Μαγιστερίου μέχρι τις Casti connubii του Πίου ΙΑ΄ το 1931, η οποία θεωρείται από τους θεολόγους ότι έχει διαπράξει αλάθητο. Η μη αποδοχή της, η διδασκαλία του αντιθέτου από αυτό που ορίζει ή η σύσταση πρακτικών που καταδικάζονται από αυτήν, αποτελεί τυπικό παράδειγμα άρνησης μιας παραδοσιακής και μάλιστα αλάθητης διδασκαλίας και, επομένως, της Πίστης.
Η πλάνη είναι πιο ανεπαίσθητη όταν η Παράδοση δέχεται επίθεση μέσω δογματικών διευκρινίσεων οι οποίες ( χωρίς να αρνούνται de jure τους παραδοσιακούς όρους), είναι στην πραγματικότητα ασύμβατες με τα αποκαλυπτόμενα δεδομένα. Για παράδειγμα, η συνέχιση της ομολογίας της Πίστης στο μυστήριο της Αγίας Τριάδας, αλλά η συστηματική αντικατάσταση του όρου «ομοούσιος» με έναν άλλο που δεν έχει την ίδια σημασία, όπως η έκφραση «της ίδιας φύσης» (15 ).
Υπάρχουν επίσης αποκλίσεις προς την αίρεση σε συμπεράσματα που ενισχύουν το περιεχόμενο των προϋποθέσεων. Έτσι, το να βεβαιώνουμε ότι ο Πάπας, δυνάμει της «επισκοπικής συλλογικότητας», δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς να έχει ακούσει το επισκοπικό κολέγιο, το οποίο είναι μια «σταθερή και μόνιμη τάξη», σημαίνει να πέφτουμε έμμεσα και έμμεσα στον συνοδισμό, ο οποίος ανατρέπει τη φύση της Εκκλησίας του Χριστού (βλ. Lumen gentium ).
Πιο διακριτικά είναι τα νέα έθιμα, ειδικά στον λειτουργικό τομέα, τα οποία αντικαθιστούν τα παλιά (για παράδειγμα: κοινωνία στο χέρι, ο Κανόνας της Λειτουργίας που απαγγέλλεται υποχρεωτικά δυνατά, κ.λπ.), τα οποία υπονοούν άλλες θρησκευτικές έννοιες. Προφανώς, η προσωπική ευθύνη όσων υφίστανται τη μεταρρύθμιση και όσων την προώθησαν, με αυτούς τους διαφορετικούς τρόπους αμφισβήτησης της Παράδοσης, δεν είναι η ίδια. Ωστόσο, υπό τις παρούσες συνθήκες, όλες αυτές οι αλλαγές αποτελούν κίνδυνο για την Πίστη.
Συνεπώς, απαιτείται προσεκτική επαγρύπνηση από την πλευρά μας, για να μην αφομοιώσουμε ασυνείδητα το δηλητήριο του Λουθηρανισμού. Αν υπάρχουν άνθρωποι καλή τη πίστει που, λόγω άγνοιας ή αφέλειας, στις καινοτομίες που αποδέχονται, έχουν μόνο την πρόθεση να επιτύχουν μια νέα λειτουργική έκφραση της αληθινής Εκκλησίας, υπάρχει επίσης, και πάνω απ' όλα, η πανουργία του διαβόλου που χρησιμοποιεί αυτές τις ίδιες προθέσεις για να απομακρύνει τους πιστούς από την καθολική ορθοδοξία.


ΣΗΜΕΙΩΜΑ


1 - A. OTTAVIANI, Καθήκοντα του Καθολικού Κράτους απέναντι στη θρησκεία, Ρώμη, Lateranense, 1953.
2 - Το Διάταγμα περί ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ( Dignitatis humanae , 7 Δεκεμβρίου 1965) έρχεται σε αντίθεση με τη θεία/αποστολική Παράδοση και το διαρκές Μαγιστέριο της Εκκλησίας που συνοψίζεται στο Εκκλησιαστικό Δημόσιο Δίκαιο.
Βλέπε ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΙΟΥ (+ 390) Άρθρο XVII · ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (+ 407) Άρθρο XV υπέρ IIam Cor .· ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ (+ 397) Sermo contra Auxentium · ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ (+ 430) De civitate Dei (V, IX, t. XLI, col. 151ff.)· ΑΓΙΟΣ ΓΕΛΑΣΙΑΝΟΣ I (+ 496) Epist. ad Imperat. Anastasium I · ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝ Ο ΜΕΓΑΣ (+ 461) Epist. CLVI , 3· ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (+ 604) Regesta , αρ. 1819· S. ISIDORO OF SEVILLE (+ 636) Sent., III , 51; S. NICHOLAS I, Epistul . Proposueramus quidam (865); S. GREGORY VII (+ 1085) Dictatus Papae (1075), I επιστολή προς Hermann Επίσκοπο Metz (25 Αυγούστου 1076), II επιστολή προς Hermann (15 Μαρτίου 1081). URBAN II (+ 1099) Επιστ. στο Alphonsum VI regem ; ST. BERNARD OF CHIARAVALLE (+ 1173) Επιστολή προς τον Πάπα Ευγένιο Γ' στα δύο ξίφη . INNOCENT III (+ 1216) Sicut universitatis conditor (1198), Venerabilem fratrem (1202), Novit ille (1204); ΑΘΑΝΟΣ IV (+ 1254) Aeger cui levia (1245); ST. THOMAS AQUINES (+ 1274) Σε IVum Sent. , διαστ. XXXVII, διαφήμιση 4; Αυτό. quodlib ., XII, a. 19; S. Th., II-II , q. 40, α. 6, διαφήμιση 3; Quodlib. XII , q. XII, α. 19, διαφήμιση 2; BONIFACE VIII (+ 1303) στο Bull Unam sanctam (1302). CAJETANUS (+ 1534) De comparata auctoritate Papae et Concilii , πραγματεία. II, παρ. II, κεφ. XIII; S. ROBERTO BELLARMINO (+ 1621) Decontroversiis ; F. SUAREZ (+ 1617), Defensio Fidei catholicae ;.GREGORIO XVI, Mirari vos (1832); PIUS IX, Quanta cura e Syllabus (1864); LEO XIII, Immortale Dei (1885), Libertas (1888); S. PIUS X, Vehementer (1906); PIUS
3 - Πρβλ. «Ολλανδική Κατήχηση», 1967 και «Κατήχηση της Βελγικής Επισκοπής», 1984.
4 -Βλέπε Ασίζη Ι, Οκτώβριος 1986 με τον Ιωάννη Παύλο Β΄ και Ασίζη Γ΄, Οκτώβριος 2011 με τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄.
5 - Βλ. Institutio generalis Novus Ordo Missae § 7, 1970.
6 - Βλ. P. PARENTE, λήμμα Symbolism , in “Dizionario di theologia dommatica”, Rome, Studium, IV ed., 1957; υπόλοιπο. Proceno, Effedieffe, 2015.
7 - Ιούδας , Γ΄.
8 - Για την αντίκρουση της Ηθικής της κατάστασης βλ. C. FABRO, Η περιπέτεια της προοδευτικής θεολογίας, Μιλάνο, Ρουσκόνι, 1974 .
9 - Βλ. A. VIDIGAL XAVIER DA SILVEIRA, La Nouvelle Messe de Paul VI. Τι είναι μια σκέψη; Chiré, DPF, 1978; tr. το. στο Inter πολλαπλασιάζει το Una Vox .
10 - Πρβλ. B. GHERADINI, Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος του Βατικανού. Μια ομιλία που πρέπει να δοθεί , Frigento, 2009· ID., Tradidi quod et accepi. Παράδοση, Ζωή και Νεότητα της Εκκλησίας , Frigento, 2010· ID., Quaecumque dixero vobis. Ο Λόγος του Θεού και η Παράδοση σε σύγκριση με την Ιστορία και τη Θεολογία , Τορίνο, Λιντάου, 2011· ID., Δεύτερη Βατικανή Σύνοδος. Η Αποτυχημένη Ομιλία , Τορίνο, Λιντάου, 2011.
11 - Γαλ . Α΄, 8.
12 - Βλ. G. MATTIUSSI, The immutability of dogma , στο “La Scuola Cattolica”, Μάρτιος 1903; M. CANO, De locis theologis lib XII, Venice, 1799; JB FRANZELIN, De divina Traditione et Scriptura , Ρώμη, 1870; L. BILLOT, De immutabilitate Traditionis , Ρώμη, 1904; SG VAN NOORT, Tractatus de fontibus Revelationis necnon de fide divina , 3rd ed., Bussum, 1920; S. CIPRIANI, The sources of Revelation , Φλωρεντία, 1953; A. MICHEL, λήμμα « Παράδοση », στο DThC, XV, συντ., 1252-1350; G. FILOGRASSI, Divine/Apostolic Tradition and the Ecclesiastical Magisterium , στο “La Civiltà Cattolica”, 1951, III, σσ. 137-501; G. PROULX, Tradition and Protestantism , Παρίσι, 1924; ST. THOMAS AQUINAS, S. Th., III , q. 64, α. 2, διαφήμιση 2; B. GHERARDINI, Divinitas 1, 2, 3/ 2010, Vatican City, S. CARTECHINI, From Opinion to Dogma , Rome, Civiltà Cattolica, 1953, J. SALAVERRI, De Ecclesia Christi , Madrid, BAC, 1958, 1958, n.
13 - Βλ. F. MARIN SOLA, L'évolution homogène du dogme catholique , Fribourg, 1924; R. GARRIGOU-LAGRANGE, Le sens commun. La philosophie de l'etre et les formulas dogmatiques , Παρίσι, 3η έκδ., 1922.
14 - PIUS XII, Encyclical Mediator Dei , 20 Νοεμβρίου 1947.
15 - Η Γαλλική Επισκοπική Διάσκεψη μετέφρασε το «ομοούσιο» του Συμβόλου της μεταρρυθμισμένης Λειτουργίας του 1970 ως «της ίδιας φύσης». Τώρα, εγώ που γράφω και εσείς που διαβάζετε έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, αλλά δεν είμαστε ομοούσιοι.


Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΒΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.(ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ)