Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

«Θερμό επεισόδιο» σε πλήρη εξέλιξη!

                               
Αντί σημειώματος, προτιμώ να σας παρουσιάσω σήμερα την τελευταία εικόνα που έχει η κυβέρνηση για το Μεταναστευτικό με αριθμούς, διευθύνσεις και ονόματα, όπως μου την παρουσίασε κορυφαίος αξιωματούχος της. Καμιά φορά, τα νούμερα μιλούν από μόνα τους – τα λόγια είναι περιττά.
• Η τελευταία έκθεση που είχε στείλει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση στις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διατύπωνε την εκτίμηση ότι οι μετανάστες που θα φθάσουν στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας το 2019 θα ανέλθουν σε 35.000 άτομα. Αίφνης, όμως, μετά την κυβερνητική μεταβολή του Ιουλίου, η ροή άλλαξε. Το 2019 έκλεισε με 79.000 παράνομες εισόδους.
• Ο Ερντογάν έχει «εργαλειοποιήσει» πλήρως το Μεταναστευτικό. Οι ροές πραγματοποιούνται με το σύστημα «μονά – ζυγά». Τις μονές ημέρες στη Σάμο, τις ζυγές στη Λέσβο, τις μονές στη Χίο, τις ζυγές στο Φαρμακονήσι και το Αγαθονήσι. Λιγότερες είσοδοι γίνονται από τον Εβρο – οι έμποροι χρησιμοποιούν την Εγνατία για την πεζή μεταφορά τους στα αστικά κέντρα (μένουν τις νύχτες σε εγκαταλειμμένα αγροτικά σπίτια πέριξ αυτής, όπου υπάρχει ηλεκρική σύνδεση, για να φορτίζουν τα κινητά τους!).
Στην Κύπρο, ο Ερντογάν στέλνει Σομαλούς και Γκανέζους μουσουλμάνους, οι οποίοι αποτελούν πλέον το 3% του πληθυσμού (για την αποτροπή εισόδου, η Πράσινη Γραμμή έχει μετατραπεί πλέον σε σκληρό σύνορο από την κυπριακή κυβέρνηση, κάτι που οδηγεί όμως σε ντε φάκτο διχοτόμηση της Μεγαλονήσου).
• Το 75% των ροών που μας στέλνει ο Ερντογάν από την Τουρκία είναι μουσουλμάνοι Αφγανοί από το Ιράν. Τους διώχνει το Ιράν, εγκαθίστανται για ένα διάστημα στην Τουρκία, εργάζονται, συγκεντρώνουν τα χρήματα για τους εμπόρους και να τοι. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Ελληνα αξιωματούχο που μου μίλησε, για άτομα ούτε καν τριτοκοσμικά, αλλά «εξωκοσμικά», που αγνοούν τον τρόπο λειτουργίας μιας οργανωμένης δυτικής κοινωνίας ακόμη και στις βασικές της λεπτομέρειες.
• Από τους Αφγανούς του Ιράν που στέλνει ο Ερντογάν στα νησιά του Αιγαίου, το 30% είναι γυναίκες, το 20% είναι ανήλικα τέκνα, το 25% ασυνόδευτα και το 25% άνδρες. Πρόκειται για κατανομή μεταξύ τους και για ποσόστωση που οδηγεί κατευθείαν στην εγκατάστασή τους στην Ελλάδα.
• Οι ελληνικές υπηρεσίες υπολογίζουν ότι, εφόσον συνεχιστεί η ροή με αυτόν τον ρυθμό, η Ελληνική Δημοκρατία θα δέχεται σε ετήσια βάση 70.000 παράνομους μετανάστες.
Ο αριθμός αυτός θα σταθεροποιηθεί εναντίον ημών, καθώς όλες οι χώρες που βρίσκονται στα βόρεια σύνορά μας είναι σε ανοιχτή γραμμή με τον Ερντογάν και ο βαλκανικός διάδρομος είναι κλειστός.
Ο Βούλγαρος Μπορίσοφ, από εκεί που κάποτε αναφερόταν σε ημερήσια βάση στη Μέρκελ και στον Αμερικανό πρεσβευτή στη Σόφια, τώρα, σύμφωνα με τον αξιωματούχο, «τηλεφωνεί κάθε πρωί στον Πούτιν, στον Ερντογάν και στη Μέρκελ». Με αυτή τη σειρά. Με αποτέλεσμα, ροές μηδέν. Ο Αλβανός Ράμα είναι κάθε τρεις και λίγο στην Αττάλεια για διακοπές. Ροές μηδέν και προς τα εκεί.
Για τον Σέρβο Βούτσιτς δεν συζητάμε. Ακόμη συζητούν στις δυτικές πρεσβείες ότι έστρωσε πενήντα μέτρα χαλί στο αεροδρόμιο του Βελιγραδίου για να υποδεχθεί τον Τούρκο πρόεδρο. Στην ίδια κατηγορία και οι Αυστριακοί, που, λόγω Ιστορίας, θα έπρεπε να λαμβάνουν αποστάσεις από τους Τούρκους: τεμενάδες!
• Πέραν αυτών των δεδομένωνέχουμε όμως και άλλα. Στην Ελλάδα σήμερα ζουν και εργάζονται, πέραν των νέων μεταναστευτικών ροών, 60.000 παράνομοι μετανάστες. Από τις παλαιές φουρνιές.
Οι περισσότεροι απασχολούνται σε αγροτικές εργασίες στην Πελοπόννησο. Τρεις χιλιάδες εξ αυτών, όμως, πρωταγωνιστούν σε παράνομες δραστηριότητες: μπραβιλίκια, κλοπές, ναρκωτικά, εξαγορά επιχειρήσεων για ξέπλυμα χρήματος, συμβόλαια θανάτου σε συνεργασία με το ελληνικό κοινό έγκλημα, τα πάντα. Δύο εθνότητες κυριαρχούν μεταξύ των εγκληματιών: Αλγερινοί και Αλβανοί. Οι αρμόδιες Αρχές θεωρούν αυτούς τους εγκληματίες «μάστιγα». Για τον σκοπό αυτόν έχει τεθεί σε εφαρμογή σχέδιο απέλασής τους από τη χώρα.
Ο αρμόδιος υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έχει δώσει εντολή, όπως μου ανέφερε ο κορυφαίος αξιωματούχος, να εξετάζεται το θέμα χορήγησης ασύλου των εγκληματιών κατά προτεραιότητα, να απορρίπτεται και να προετοιμάζεται η απέλασή τους στις χώρες τους.
Πρώτο βήμα είναι η μετάβασή τους σε προαναχωρησιακά κέντρα και όχι στις φυλακές. Η έρευνα που έκαναν οι αρμόδιες υπηρεσίες έδειξε ότι η καταδίκη τους από τη Δικαιοσύνη είναι δώρον άδωρον. Και λόγω του νομικού μας συστήματος (η κλοπή στην ουσία δεν τιμωρείται) και λόγω της απροθυμίας των δικαστών να τους δικάσουν, καθώς και αυτοί διαπιστώνουν ότι, παρά τις ποινές, οι εγκληματίες βρίσκουν ανοιχτά «παράθυρα» και αφήνονται ελεύθεροι. Διαπιστώθηκε προσφάτως ότι Αλγερινοί που συνελήφθησαν να κατακλέβουν τον κόσμο είχαν συλληφθεί, είχαν καταδικαστεί και είχαν αφεθεί ελεύθεροι εκατό φορές! Δώρον άδωρον, λοιπόν, η ποινική καταδίκη τους, προσφορότερο μέσο η απέλασή τους.
Όλα αυτά μάς κάνουν ένα ταμείο που μπορεί άνετα να οδηγήσει σε προβολές για το μέλλον. Αντίστοιχες με αυτές που έκαναν οι Βρετανοί για το Μεταναστευτικό, όταν αποφάσισαν το Βrexit. Aν σταθεροποιηθεί η ροή σε επίπεδα «70.000 μετανάστες από την Τουρκία κάθε χρόνο», το 2030, μαζί με τους παλαιούς παρανόμους και τις έκτακτες συμμετοχές, ο αριθμός των παράνομων μεταναστών που θα έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα θα ανέρχεται κοντά στο 1.000.000.
Και, μαζί με τους νόμιμους που πολιτογραφήθηκαν τη δεκαετία του 1990, θα φτάνει τα 2.000.000. Βάλτε κάτω μετά ταύτα τα τεφτέρια, υπολογίστε πόσοι μας λείπουν από τον πληθυσμό εξαιτίας των 500.000 Ελλήνων επιστημόνων που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης, προσθέστε την υστέρηση του δημογραφικού, αναλογιστείτε με τι ρυθμούς γεννούν οι γυναίκες των μεταναστών (στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης γεννήθηκαν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς οκτώ μουσουλμάνοι και ένας χριστιανός) και έχετε όλη την εικόνα.
Η Ελλάς, το 2030, θα έχει μετεξελιχθεί σε χώρα ημιχριστιανική, ημιμουσουλμανική. Και αυτός -η δημογραφική αλλοίωση- είναι ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος. Η εθνική ασφάλεια στα νησιά του Αιγαίου, η έκρηξη της εγκληματικότητας και η απειλή στην εθνική και την πολιτιστική ταυτότητα είναι ο άμεσος κίνδυνος. Άριστα πράττει το υπουργείο Πολιτισμού και ανακατασκευάζει τα παλαιά οθωμανικά τζαμιά σε διάφορες περιοχές της χώρας (στη Δράμα το τελευταίο), για να δείξουμε ότι εμείς δεν έχουμε πρόβλημα με το παρελθόν μας.
Ωστόσο, δεδομένης της αυξημένης παρουσίας μουσουλμάνων στην Ελλάδα (έχουμε και αναγνωρισμένη μειονότητα), σύντομα θα εγερθεί το ζήτημα λειτουργίας τους ως κανονικών λατρευτικών χώρων και όχι ως μουσείων. Με επικεφαλής ιμάμη, ο οποίος ένας Θεός ξέρει από πού θα κρατά η σκούφια του. Σε νησί του Αιγαίου εστάλη, όπως έμαθα, ιμάμης που διατηρεί σχέσεις με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Και, βεβαίως, μην ξεχνάμε την Κύπρο μας και την έμμεση επίθεση που έχει εξαπολύσει ο Ερντογάν εναντίον της με μοχλό τους μετανάστες.
Καταλήγω, μετά την παρουσίαση, σε τρία βασικά συμπεράσματα.
1 Το Μεταναστευτικό μπορεί ανά πάσα στιγμή να οδηγήσει σε εθνική κρίση και εσωτερικό διχασμό.
2 Το Μεταναστευτικό απειλεί την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα.
3 Το Μεταναστευτικό είναι θερμό επεισόδιο σε εξέλιξη.
Ακριβέστερα: Πολλά μικρά επεισόδια διεξάγονται καθημερινά στην επικράτειά μας, στο τόξο Έβρος – νησιά – Κύπρος, όπου η Τουρκία στέλνει συνεχώς παράνομους μετανάστες. Οι ανέστιοι του κόσμου δεν είναι, βεβαίως, εισβολείς. Καλύτερη ζωή ψάχνουν. Αλλά η Άγκυρα ως τέτοιους τους αξιοποιεί. Η εισβολή, κατά συνέπεια, είναι ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Ας μη μας πάρει ο ύπνος, επειδή είναι αθόρυβη και άοπλη.

Το ελληνικό σύνδρομο της Στοκχόλμης


.
Ο εγχώριος μισελληνισμός, σε συνδυασμό με την ανοησία ορισμένων, καθώς επίσης με την πεποίθηση ότι είμαστε θύτες αντί θύματα, θα μας οδηγήσουν τελικά στην ολοκληρωτική μας υποδούλωση στους ξένους – εκτός εάν το συνειδητοποιήσουμε επιτέλους, αλλάζοντας ριζικά αντιλήψεις.    
Πάντοτε και νομοτελειακά όλοι υποτιμούν τον αριθμό των ηλίθιων ατόμων που κυκλοφορούν στην κοινωνία. H πιθανότητα να είναι ηλίθιο ένα συγκεκριμένο άτομο, είναι ανεξάρτητη από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό του ατόμου. Ηλίθιος χαρακτηρίζεται το άτομο που οι πράξεις του προκαλούν ζημίες σε ένα άλλο άτομο ή σε ομάδα ατόμων, χωρίς το ίδιο να αποκομίζει κέρδη, ενώ πιθανό και να βλάπτεται σημαντικά.
Οι μη ηλίθιοι άνθρωποι πάντα υποτιμούν την καταστροφική ισχύ των ηλίθιων ατόμων. Συγκεκριμένα, οι μη ηλίθιοι άνθρωποι συνεχώς παραβλέπουν πως η συναναστροφή / συγχρωτισμός με ηλίθια άτομα αποδεικνύεται απαρέγκλιτα μοιραίο λάθος, ανεξάρτητα από χρόνο, τόπο και συνθήκες. O ηλίθιος άνθρωπος είναι πιο επικίνδυνος από τον κακοποιό (C. Cipolla).

Άποψη

Όλα μπορεί να τα καταπολεμήσει ο άνθρωπος, από όλα είναι σε θέση να βγει νικητής, με μία και μοναδική εξαίρεση: την ανθρώπινη ηλιθιότητα, την οποία έχει περιγράψει με πολύ λίγες αλλά περιεκτικές φράσεις ο παραπάνω συγγραφέας. Όσο για το ελληνικό «σύνδρομο της Στοκχόλμης», με την έννοια ότι τα θύματα δικαιολογούν τους θύτες τους αγκαλιάζοντας τους όταν τους πατούν, παρά το ότι οι πράξεις τους κάθε άλλο παρά αιτιολογημένες είναι, δεν νομίζω ότι μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς – εκτός φυσικά από τους αθεράπευτα ηλιθίους.
Για παράδειγμα, έγραψα για τα συνεχή σκάνδαλα διαφθοράς που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στη Γερμανία (άρθρο) – σε μία χώρα που είχε το θράσος να ιδρύσει τη Διεθνή Διαφάνεια με έδρα το Βερολίνο και μέλη τους μεγαλύτερους διαφθορείς παγκοσμίως. Αμέσως μετά με κατηγόρησαν ότι σιωπώ για τα χάλια της Ελλάδας, επειδή δεν θέλω να θίξω τα πατριωτικά συναισθήματα κάποιων που δεν καταλαβαίνουν ότι, πατριωτισμός σημαίνει να μάχεσαι για να δώσεις τέλος σε αυτά τα προβλήματα. Πως ισχυρίστηκα ότι, στην Ελλάδα δεν υπάρχει διαφθορά ή τουλάχιστον πως η ύπαρξη διαφθοράς σε άλλα κράτη, όπως στη Γερμανία και στην Ουγκάντα,  δικαιολογεί τη δική μας!
Επίσης πως στη Γερμανία δικαιούσαι και οφείλεις να μιλήσεις για αυτά τα θέματα, επειδή υπάρχουν Δημοκρατία, διαφάνεια, Θεσμοί και ελεγκτικοί μηχανισμοί, οι οποίοι κάποτε θα ξεσκεπάσουν τα σκάνδαλα – γεγονός που προφανώς σημαίνει κατά τους κατηγόρους μου ότι, στην Ελλάδα δεν δικαιούσαι να μιλήσεις, ενώ δεν υπάρχει τίποτα από τα παραπάνω! Εν τούτοις, κανένας λαός στον πλανήτη δεν κατηγορεί δημόσια τη χώρα του για διαφθορά, φοροδιαφυγή, σκάνδαλα κοκ. τόσο πολύ, όσο οι Έλληνες – με αποτέλεσμα να διασύρεται διεθνώς η Ελλάδα, τελευταία ακόμη και από την κυβέρνηση του 2010, με άμεση συνέπεια να υπαχθεί στο ΔΝΤ και να χρεοκοπήσει.
Τα εγκώμια για τη Γερμανία του κατηγόρου μου συνεχίστηκαν με τον ισχυρισμό ότι, εάν είσαι πολιτικός και σε συλλάβουν να αφήσεις το ποδήλατο σου σε λάθος σημείο, σε στέλνουν σπίτι σου – όταν ακόμη και ο τελευταίος γνωρίζει το χρηματισμό του καγκελαρίου της ενοποίησης και τα μαύρα ταμεία του κόμματος του, έτσι όπως αποκαλύφθηκε από τα ΜΜΕ. Σημαίνει όμως αλήθεια αυτό πως δικαιολογώ τους δικούς μας πολιτικούς; Το ότι αναφέρω τη διαφθορά που αποκαλύπτεται σε άλλα κράτη έχει ως στόχο να δικαιολογήσει τη δική μας; Δεν είναι το άκρον άωτο της ανοησίας αυτού του είδους οι αυθαίρετοι ισχυρισμοί;
Περαιτέρω ο κατήγορος μου αναρωτιέται πόσα χρόνια μνημονίων θα χρειαστούν έως ότου φτιάξουμε τη χώρα μας και πάψουμε να ασχολούμαστε με τους άλλους! Θεωρεί επομένως ότι, σωστά μας έχει επιβληθεί η τιμωρία μέσω των μνημονίων, αφού διαφορετικά θα πηγαίναμε από το κακό στο χειρότερο – έχοντας άγνοια προφανώς διαφόρων μελετών, μεταξύ άλλων από Γερμανούς επιστήμονες, οι οποίες τεκμηριώνουν πως τα μνημόνια ήταν ένα εκ προμελέτης έγκλημα (ανάλυση), ενώ κατέστρεψαν κυριολεκτικά την Ελλάδα.
Τέλος με κατηγορεί πως το άρθρο που αφορούσε τα σκάνδαλα στη Γερμανία είχε σκοπό να κολακευτεί και να αποχαυνωθεί ο ελληνικός λαός, στα πλαίσια μίας καινούργιας λαϊκιστικής και ψυχοθεραπευτικής καμπάνιας που διεξάγω – ενώ ταυτόχρονα θέλω να περάσω την άποψη ότι, δεν πειράζει που υπάρχει διαφθορά στην Ελλάδα, αφού και τα άλλα κράτη έχουν τα ίδια χάλια! Από αυτό και μόνο λοιπόν καταλαβαίνει κανείς ότι, μπορεί να καταπολεμήσει τα πάντα, αλλά δυστυχώς όχι την ανθρώπινη ηλιθιότητα – την οποία όλοι έχουμε αντιμετωπίσει πάρα πολλές φορές στη ζωή μας, χωρίς ποτέ να τη νικήσουμε.
Συνεχίζοντας, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αντιπαρατεθώ με τη λογική του παραλόγου γράφοντας τα αυτονόητα: το ότι ασφαλώς η διαφθορά είναι κατακριτέα, πως οι πολιτικοί πρέπει να τιμωρούνται πολύ πιο αυστηρά από όλους τους υπολοίπους για τα λάθη τους, ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να διαχειρίζονται σωστά τα δημόσια έσοδα εάν θέλουν να υπάρχει φορολογική συνείδηση στους Πολίτες, πως η φοροδιαφυγή είναι ένα απεχθές έγκλημα εναντίον της κοινωνίας όταν βέβαια η φορολογική νομοθεσία είναι δίκαιη κοκ.
Από την άλλη πλευρά δεν μπορώ να θεωρήσω σωστή την υπερβολική φορολόγηση και τη δήμευση της ιδιωτικής περιουσίας που δρομολογείται στην Ελλάδα – με εντολές της Γερμανίας, σε συνδυασμό με το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου. Ούτε βέβαια την ληστεία των μεσαίων και κατώτερων εισοδηματικών τάξεων, επειδή οι κυβερνήσεις προτίμησαν να χρεοκοπήσουν οι Πολίτες αντί το κράτος – προφανώς για να μην τιμωρηθούν οι ίδιοι για την κακοδιαχείριση του δημοσίου και την κατασπατάληση των πόρων του. Εξανίσταμαι δε όταν ορισμένοι ισχυρίζονται ότι, ο σκοπός της πλειοψηφίας των Ελλήνων ήταν να «αρπάξουν» – ενώ υπάρχουν στη χώρα ελάχιστοι τίμιοι!
Μπορεί φυσικά να κάνω λάθος, να μην είναι καθόλου διεφθαρμένοι οι Γερμανοί και να έχουν οι Έλληνες εκ γενετής όλα τα κακά του κόσμου. Εν τούτοις αυτή είναι η άποψη μου, πιστεύοντας πως το ελληνικό σύνδρομο της Στοκχόλμης που μας έχει εμφυτευθεί, ενισχυμένο από τον εμφανή μισελληνισμό ορισμένων Ελλήνων, θα μας οδηγήσουν τελικά στην ολοκληρωτική υποδούλωση – εκτός εάν το συνειδητοποιήσουμε επιτέλους, αλλάζοντας πορεία.
Οι αποκρατικοποιήσεις
Περαιτέρω, παρά το ότι έχουμε αναφερθεί πάρα πολλές φορές στα μειονεκτήματα των ιδιωτικοποιήσεων ήδη από το 2011 (ανάλυση ΒΒ), ενώ όλοι μας εδώ δεν είμαστε λιγότερο φιλελεύθεροι από ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων, ποτέ δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία – κάτι που άλλαξε, όταν αναφέρθηκε στο ίδιο θέμα ο φιλελεύθερος διευθυντής του κέντρου ευρωπαϊκών πολιτικών μελετών κ. D. Gross, απαντώντας στις συστάσεις του διοικητή της ΕΚΤ για μερικές «εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις» πριν από την έξοδο στις αγορές, με τα εξής:
Δεν μπορώ να κρίνω τις ιδιωτικοποιήσεις. Δεν μπορώ να πω αν οι ιδιώτες θα είναι καλύτεροι managers από το Δημόσιο. Πιθανώς να είναι, όμως, εάν η ιδιωτική εταιρεία είναι μονοπώλιο, τότε απλά έχεις ένα πρόβλημα αντί για κάποιο άλλο. Από άποψη διαχείρισης, λοιπόν, δεν μπορώ να πω κάτι. Όμως από δημοσιονομικής άποψης δεν έχει νόημα, διότι όταν προχωράς σε μία ιδιωτικοποίηση χάνεις τα μερίσματα που η ιδιωτικοποιημένη εταιρεία πλήρωνε.
Έτσι, μπορεί να έχεις χαμηλότερο χρέος, αλλά την ίδια ώρα έχεις ένα λιγότερο περιουσιακό στοιχείο και χαμηλότερες αποδόσεις… Πιστεύω γενικότερα ότι, η κυβέρνηση θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική με τις ιδιωτικοποιήσεις. Δεν γνωρίζω τι θα ιδιωτικοποιηθεί και πώς θα γίνει η διαχείρισή τους, αλλά αυτό που έχει σημασία να πούμε είναι ότι, η πεποίθηση πως οι ιδιωτικοποιήσεις συμβάλλουν στη μείωση του χρέους είναι λανθασμένη. Διότι οι ιδιωτικοποιήσεις μπορεί να μειώνουν το χρέος, αλλά και τα έσοδα της κυβέρνησης και συνεπώς είναι αβέβαιο το κατά πόσο έχουν νόημα σε οικονομικό επίπεδο“.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά τα φιλελεύθερα ΜΜΕ άλλαξαν απόψεις – προφανώς επειδή οι δηλώσεις αυτές προέρχονται από έναν ξένο, ο οποίος κατά τις αντιλήψεις των περισσοτέρων Ελλήνων είναι «de facto» καλύτερος και αντικειμενικότερος. Εάν όμως δεν μάθουμε να εκτιμάμε, καθώς επίσης να πιστεύουμε τους συμπατριώτες μας, μπορεί ποτέ να έχει η πατρίδα μας μέλλον;
Κάτι ανάλογο θα μπορούσα να πω σε όλους εκείνους που διακωμωδούσαν αυτούς που αναζητούσαν εναλλακτικές δυνατότητες χρηματοδότησης της χώρας μας, από άλλα κράτη και από άλλες αγορές – ενώ όταν ανακοινώθηκε πρόσφατα η προσπάθεια της Πορτογαλίας να πουλήσει ομόλογα στην κινεζική αγορά, κανένας δεν την ειρωνεύτηκε. Γιατί αλήθεια; Που οφείλεται αυτό το σύμπλεγμα που μας κατατρέχει;
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, νομίζω πως είναι περιττό να αναφέρω ότι, αυτού του είδους οι νοοτροπίες μας οδήγησαν στη σημερινή μας κατάσταση: η θεοποίηση των ξένων, σε συνδυασμό με τη συμπλεγματική αντιμετώπιση εκείνων των Ελλήνων που έχουν τις ικανότητες να προσφέρουν στη χώρα τους, αλλά δυστυχώς εμποδίζονται από τους ίδιους τους Πολίτες της.
https://www.youtube.com/watch?time_continue=1&v=6W4H4L59sMI&feature=emb_logo

Αλέξης Ζακυνθινός29 Ιανουαρίου 2020

Γιατί η σύγχρονη Ελλάδα δεν παράγει εθνικούς ηγέτες και αντίστοιχες πολιτικές - Γιώργος Κοντογιώργης

Γιατί η σύγχρονη Ελλάδα δεν παράγει εθνικούς ηγέτες και αντίστοιχες πολιτικές, Γιώργος Κοντογώργης
Αντιμετωπίζοντας το τελευταίο διάστημα έναν ολοένα και πιο επιθετικό Ερντογάν, έχει σημασία να γνωρίζουμε ποια είναι η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής στην Ελλάδα. Όπως επίσης και ποιον ρόλο στο πλαίσιο αυτό επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους οι εγχώριοι ηγήτορες. Στην Ελλάδα η σχέση κοινωνίας και πολιτικής, δηλαδή το πολιτικό σύστημα, ήταν σταθερά αποκομμένο από την κοινωνική συλλογικότητα. Και ήταν επίσης εχθρικό προς οποιαδήποτε πολιτισμική αναφορά και ιστορικότητα της ελληνικής κοινωνίας.
Την κοινωνία η ελληνική άρχουσα τάξη την αντιμετώπιζε διαχρονικά ως άθροισμα ατόμων, ως μια σχέση με έκαστο μέλος της, όχι της συλλογικότητας. Και αυτό είναι ακριβώς το κεντρικό πρόβλημα. Όντας αποκομμένη η τάξη αυτή (η πνευματική ηγεσία, οι οικονομικοί παράγοντες που λυμαίνονται το κράτος και η πολιτική ηγεσία) από την κοινωνία οικοδομεί μια αντίληψη παρασίτου που απομυζά τον κορμό του δέντρου (το κράτος) και δι’ αυτού τη γη (την κοινωνία) για να τραφεί.
Αυτή η παρασιτική σχέση δεν μπορεί να παραγάγει εθνικές πολιτικές ούτε ηγέτες. Γι’ αυτό το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν ανέχεται στους κόλπους του ανθρώπους, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι πραγματικοί ηγέτες, που θα έθεταν ως σκοπό τους να ενδυναμώσουν τη χώρα τους, να προστατεύσουν τα συμφέροντά της και να την οδηγήσουν στο μέλλον. Εξ ου και η πολιτική τάξη δεν παράγει πολιτική κοινού συμφέροντος. Συμμαχούν με "συγκατανευσιφάγους", έχοντας μοναδική φιλοδοξία την διατήρησή τους στην εξουσία.
Δεν έχω πάψει ποτέ να ισχυρίζομαι ότι το πρόβλημα με την Τουρκία και οποιοδήποτε άλλο εξωτερικό πρόβλημα είναι βαθιά εσωτερικό. Είναι πρόβλημα σχέσης της πολιτικής τάξης, συγκεκριμένα του πολιτικού συστήματος που λέγεται "κράτος", με την κοινωνία και την εθνική συλλογικότητα. Το κράτος αυτό και οι ηγήτορές του αποτελούν ξένο σώμα προς την κοινωνική συλλογικότητα.

Από τη "φινλανδοποίηση" στην "ιμιοποίηση"

Από το 1981 έχω γράψει την εκτίμηση ότι οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία θα την οδηγούσαν να επιδιώξει τη φινλανδοποίηση της Ελλάδας. Συνδύαζα δε τις εξελίξεις με όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, όπου διαπίστωνα ότι είχε αρχίσει να οικοδομείται η λογική της λεηλασίας της χώρας και της πελατειακής αποδόμησης του κράτους.
Υποστήριζα ότι εάν τότε που διαθέταμε συγκριτικό πλεονέκτημα δεν δημιουργούσαμε τις προϋποθέσεις για να ανακόψουμε την επεκτατική φιλοδοξία της Τουρκίας θα ήταν αναπόφευκτο να οδηγηθούμε στη δίνη αλυσιδωτών υποχωρήσεων. Στην προσπάθεια να κατευνάσουμε την Τουρκία θα οδηγούμασταν σε "φινλανδοποίησή". Είχα εισαγάγει αυτόν τον όρο, ο οποίος είχε θεωρηθεί παράδοξος για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Όταν προέκυψε η κρίση των Ιμίων –ημέρες που είναι– αντικατέστησα τον όρο "φινλανδοποίηση" με τον όρο "ιμιοποίηση". Γιατί; Διότι ήταν πια προφανές ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο τον έλεγχο των ελληνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Επιδιώκει την "ιμιοποίηση", δηλαδή το "γκριζάρισμα" ενός μεγάλου αριθμού νησίδων με απώτερο σκοπό την τουρκοποίησή τους και βέβαια τον έλεγχο της Ελλάδας.
Εδώ και αρκετά χρόνια, εκτός στις τουρκικές απειλές και προκλήσεις, έχει προστεθεί και η παράνομη μετανάστευση κατά κανόνα μουσουλμάνων. Το φαινόμενο έχει προσλάβει διαστάσεις και απειλεί να μετατρέψει την Ελλάδα από χώρα σε χώρο και μέσω αυτής της μετατροπής εντέλει σε προσάρτημα της Τουρκίας, η οποία έχει αυτοανακηρυχθεί σε προστάτη των μουσουλμάνων.
Όπως είχε πει ο Οζάλ πριν τριάντα και χρόνια, δεν θα χρειαστεί η Τουρκία να κάνει πόλεμο με την Ελλάδα για να την υποτάξει. Θα την πλημμυρίσει με μουσουλμάνους. Το δράμα είναι ότι αυτό το σχέδιο υλοποιείται με τη σύμπραξη των ελληνικών αρχουσών δυνάμεων. Δεν υπάρχει κάτι που αποτελεί μυστήριο. Αρκεί να αναλογισθούμε γιατί ανετράπησαν οι συσχετισμοί υπέρ της Τουρκίας.

Ηγέτες και ανατροπή συσχετισμών

Αφού η ελληνική άρχουσα τάξη συνέβαλε τα μέγιστα στην ανατροπή των συσχετισμών, έχει ενθυλακωθεί στο σκεπτικό της ότι δεν υπάρχει άλλη λύση από το να εκχωρούμε στην Τουρκία ό,τι ζητάει για να μην μας "δαγκώσει". Κι αυτό είναι μία αλυσίδα που δεν έχει τελειωμό. Κάποτε πρέπει να πούμε ως εδώ και μη παρέκει. Αυτό όμως δεν αναμένω να το πουν οι κατεστημένες ελληνικές ηγεσίες.
Η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας προϋποθέτει μια πρωτοβουλία εκ μέρους της Ελλάδας με μέτρο την εκτίμηση αυτού που η Τουρκία δεν θέλει. Η Τουρκία δεν θέλει έναν γενικευμένο πόλεμο με την Ελλάδα. Παρότι είναι ισχυρότερη, δεν τον θέλει, διότι γνωρίζει ότι δεν μπορεί να παίξει τον περιφερειακό ρόλο που ονειρεύεται εάν εμπλακεί σε πόλεμο με την Ελλάδα. Εκτός των άλλων, η Ελλάδα είναι ο γεωπολιτικός κόμβος που τη συνδέει με τη Δύση.
Ας αναλογιστούμε τι σημαίνει για το Ισραήλ η ηγεμονία της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία αυτήν τη στιγμή αμφισβητεί τον δεσπόζοντα ρόλο των δυτικών δυνάμεων σε μια περιοχή, την οποία όποιος ελέγχει, ελέγχει τον κόσμο. Αυτό σημαίνει, λοιπόν, ότι η Τουρκία ξέρει πως δεν μπορεί να διεκδικήσει την ηγεμονία στην περιοχή, χωρίς να έχει θέσει την Ελλάδα υπό τον έλεγχό της.
Η Ελλάδα, για την ακρίβεια το Αιγαίο και η Κρήτη, όπως και η Κύπρος, είναι ένα γεωπολιτικό αγκάθι στη βούληση της Τουρκίας να καταστεί περιφερειακή δύναμη. Επομένως δεν έχει άλλη λύση από το να θέσει υπό τον γεωπολιτικό έλεγχό της την Ελλάδα και την Κύπρο. Εξ ου και όλα όσα επιθετικά πράττει εδώ και χρόνια, τα οποία την τελευταία περίοδο έχουν κλιμακωθεί ποιοτικά.
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Μισός χρόνος Μητσοτάκη


Στην Ελλάδα αρέσκονται να χρησιμοποιούν μια κυβέρνηση ως μέτρο σύγκρισης σε σχέση με την επόμενη. Όσο απαραίτητος κι αν είναι ο σχετικισμός, αυτή η μέθοδος στα πολιτικά πράγματα της χώρας απλά επιτρέπει σε κομματικούς στρατούς και συμφέροντα να περιχαρακώνονται στις θέσεις τους με γενικολογίες και αοριστίες όπως Αριστερά και Δεξιά.

Μια κυβέρνηση κρίνεται πρωτίστως από το παραγόμενο έργο της.

Κι έτσι θα κρίνουμε την κυβέρνηση Μητσοτάκη που κλείνει το πρώτο εξάμηνο της.

Παρά την αρχική της εικόνα της ετοιμότητας και της ορμής της, η κυβέρνηση έχει ξεκάθαρα υποτιμήσει καίρια και ζωτικά ζητήματα της χώρας. Η μεσσιανική υποδοχή και μεταχείρισή της από τα μήντια, μπορεί να συγκαλύπτει την  ένταση κι έκταση των προβλημάτων, αλλά σίγουρα δεν βοηθά στην επίλυση τους.

Οικονομία.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πήρε την οικονομία στα χέρια της σε μια σχετικά ευνοϊκή συγκυρία, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει δημιουργήσει το κάδρο για τα ματωμένα υπερπλεονάσματα.

Έκανε κάποιες κινήσεις που έπρεπε να γίνουν, όπως η πρόωρη αποπληρωμή του ακριβού δανείου του ΔΝΤ και η επιστροφή των κερδών των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ.

Παράλληλα, ευνοήθηκε από το κλίμα επισφάλειας της παγκόσμιας οικονομίας που έκανε τα ομόλογα μιας χώρας που βρίσκεται εκτός αγορών για μια δεκαετία να φαίνονται ελκυστικά ακόμη και με μηδενικά επιτόκια.

Όλα αυτά δημιούργησαν τον μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο που είχε ποτέ μνημονιακή κυβέρνηση.

Αλλά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να αγνοεί την οικονομική πραγματικότητα του μικρομεσαίου Έλληνα, ο οποίος για να κινηθεί έστω και λίγο οικονομικά, χρειάζεται έστω τα ψίχουλα των κοινωνικών επιδομάτων, τα οποία ο Μητσοτάκης αντί να τα ενισχύσει, τα περιέκοψε, με την εξαίρεση το επίδομα για το πρώτο παιδί που ο ίδιος δημιούργησε.

Πολύ σημαντικοί δείκτες της οικονομίας, έχουν τα μαύρα τους χάλια. Η ανεργία υποχώρησε λίγο, αλλά το 16,7% είναι απαράδεκτο. Σε σχέση με το 2018, οι εξαγωγές, ο τζίρος των επιχειρήσεων, το χονδρεμπόριο, η οικοδομή και η βιομηχανική παραγωγή, έχουν όλα τους υποχωρήσει.
Ο μόνος θετικός δείκτης είναι το κλίμα εμπιστοσύνης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η οικονομία χρειάζεται ενέσεις ρευστότητας.

Στην οικονομία, η κυβέρνηση Μητσοτάκη και πιο συγκεκριμένα στο ασφαλιστικό έκανε και την πρώτη της μεγάλη κωλοτούμπα: Ενώ δικαίως έκραζε τον διαβόητο νόμο Κατράγκαλου, κράτησε ένα από τα χειρότερα κομμάτια του: την προσωπική διαφορά. Έτσι, οι παλιοί συνταξιούχοι είδαν αυξήσεις κι επιστροφές των 2 εως τέσσερα ευρώ όταν τους έχουν κλαπεί 87 δισεκατομμύρια.

Μεταναστευτικό

Ανέτοιμη, άτολμη. Τα κλειστά κέντρα είναι πολύ λίγα και γίνονται πολύ αργά σε σχέση με τις ροές. Η μεταφορά μεταναστών στην ενδοχώρα απαγορεύει την επιστροφή τους. Τα πλωτά φράγματα δεν έχω ιδέα πως θα αλλάξουν την όποια πραγματικότητα πέρα από το να παγιδεύσουν επικοινωνιακά χάνους και αφρόψαρα. Πήρε ένα πεντάμηνο στον Μητσοτάκη για να επανασυστήσει το υπουργείο μετανάστευσης.

Εξωτερική πολιτική

Η διπλωματία φαίνεται να ξαναζωντανεύει στη χώρα σε επίπεδο πρεσβειών. Προσωπικές επιλογές όμως του Μητσοτάκη βάζουν την χώρα σε μεγάλους μελλοντικούς κινδύνους.
Ο Μητσοτάκης ήταν ο μόνος ευρωπαίος ηγέτης που δεν κράτησε τις απαραίτητες αποστάσεις από την δολοφονία του ιρανού στρατηγού Σουλεϊμανί.

Η κυβέρνηση έχει ρίξει όλο το βάρος της στον αμφιλεγόμενο αγωγό East Med.

Και σε μια ακατανόητη πράξη, στέλνουμε μια συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία μαζί με 130 άτομα υψηλού εξειδικευμένου προσωπικού, μετά από αίτημα και των ΗΠΑ. Πράξη ακατανόητη, γιατί η χώρα βρίσκεται στο πρόθυρα πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία.
Λένε πως η συστοιχία αντικαταστάθηκε και το ερώτημα μεταλλάσσεται στο «τότε γιατί δεν περίσσευε» που απαντάται με την απάντηση: «Σε μια χώρα στα πρόθυρα σύγκρουσης, καμιά αεράμυνα δεν περισσεύει». Αλλά ακόμη κι αν δεχτούμε πως η συστοιχία περίσσευε, τι θα μπορούσε να ειπωθεί για τα 130 υψηλά εξειδικευμένα άτομα; Πως αντικαθίστανται άραγε αυτοί; Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η κυβέρνηση δημιουργεί κενό στην αεράμυνα για να πάρει μερικούς πόντους στην εξωτερική διπλωματία, εις βάρος πάντα της σχέσης μας με το Ιράν.

Αξίζει να σημειωθεί πως για τα φυσίγγια του Καμμένου στην Σαουδική Αραβία είχαν σηκωθεί και οι πέτρες και ο Πέτρος ο Αργυρίου και για τους Patriot δεν έχει ανοίξει μύτη.
Σε τέτοια αποχαύνωση έχουμε φτάσει.
Σε όλα τα παραπάνω, ας προσθέσουμε και το μπουρδέλο στο ποδόσφαιρο που έχει δυστυχώς σοβαρότατες κοινωνικές προεκτάσεις κι έχουμε μια εικόνα διόλου κολακευτική.
Η κυβέρνηση δεν έχει όραμα. Οι βασικές της στοχεύσεις δεν ταυτίζονται με τα μεγάλα και ζωτικά προβλήματα της χώρας.

Μετά από μια δεκαετία απόλυτης καταστροφής, οι Έλληνες αποζητούσαν μια κάποια σταθερότητα και αυτό είναι που ερμηνεύει το εκλογικό αποτέλεσμα του 2019. Και δυστυχώς, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν θα βρουν καμιά κανονικότητα στον νέο δικομματισμό, όταν μάλιστα η χώρα βρίσκεται στα βαθειά νερά των διεθνών αναταραχών και συγκρούσεων, με την Τουρκία να καραδοκεί ανά πάσα στιγμή.

Πέτρος Αργυρίου, agriazwa.blogspot.com, 31/1/2020.

PIERRE A U B E N Q U E: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (22)

Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η «ΖΗΤΟΥΜΕΝΗ» ΕΠΙΣΤΗΜΗ
  Κεφάλαιο  ΙΙ
 ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ  Λ Ο Γ Ο Σ
4. Ο λόγος περί του όντος  (συνέχεια 3)
Ερμηνείες.
  
    Παρότι όμως ο πολεμικός χαρακτήρας  τής θεωρίας αυτής του Αριστοτέλη είναι ευδιάκριτος, οι επιπτώσεις και οι συνέπειές της δεν είναι εύκολα διακριτές. Θα πρέπει κατ’ αρχήν εδώ να παραμερίσουμε δύο ερμηνείες. Η πρώτη, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε θετική, ανήκει στον αγ. Θωμά (Ακινάτη). Εγγράφεται στην σκόπιμη πρόθεση, τής οποίας συναντήσαμε ήδη αρκετά παραδείγματα, να αποδίδεται ένα μόνιμα θετικό νόημα στα πλέον προβληματικά κείμενα του Σταγειρίτη. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, εάν το όν δεν είναι γένος, τούτο δεν οφείλεται στο ότι είναι αδιαφοροποίητο, αλλά αντίθετα στο ότι είναι αυτό στο οποίο δεν μπορούμε να προσθέσουμε καμιά διαφορά· το όν δεν αποκλείει τις διαφορές, αλλά τις περικλείει όλες, είναι η απόλυτη θετικότητα, και για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να το περιγράψουμε, αφού ο λόγος αποτελεί σύνθεση ενός υποκειμένου και ενός κατηγορήματος, ή ενός γένους και μιας διαφοράς: «Στο όν δεν μπορούμε να προσθέσουμε κάτι που θα είναι εξωτερικής φύσεως, όπως προσθέτουμε την διαφορά στο γένος, ή το συμβεβηκός στο υποκείμενο, διότι κάθε φύση είναι ουσιαστικά ένα όν, όπως ακριβώς αποδεικνύει ο Φιλόσοφος στο βιβλίο Β των Μεταφυσικών, όταν υποστηρίζει ότι το όν δεν μπορεί να είναι γένος». Μπορούμε να αντικρούσουμε αυτό το επιχείρημα επικαλούμενοι την αυθαιρεσία που ενυπάρχει στον παραλληλισμό ανάμεσα στον συνδυασμό  υποκειμένου και συμβεβηκότος και την εξειδίκευση του γένους δια της διαφοράς: ο Αριστοτέλης διακρίνει συνεχώς τον ορισμό από την κατηγόρηση και αποδίδει στην σύγχυση ανάμεσα στις δύο αυτές λογικές πράξεις την κλασσική πηγή πολλών σφαλμάτων. Η διαφορά δεν «προστίθεται» αλλά διαιρεί· δεν είναι ένας όρος, αλλά όπως πολύ σωστά διέκρινε ο Αλέξανδρος, ένα σαφές «αυτό δια του οποίου»: επομένως δεν είναι κοινός ο λόγος, για τον οποίο δεν μπορούμε να αποδώσουμε τίποτε στο όν, με τον λόγο, για τον οποίο δεν μπορούμε να το διαιρέσουμε. Ο αγ. Θωμάς συγχέει εδώ τα δύο επιχειρήματα, που ο Αριστοτέλης διακρίνει σαφώς, αναπτύσσοντάς τα σε δύο διαφορετικές περιστάσεις: το πρώτο, στο οποίο επιχειρεί να αποδείξει το άρρητο του όντος, και ιδιαιτέρως την αδυναμία του να οριστεί, και το δεύτερο, που αφορά στην αδυναμία του όντος να αποτελέσει γένος, δηλαδή να εισέλθει στον ορισμό οποιουδήποτε πράγματος. «Το όν», λέει ο Αριστοτέλης, σε ένα αξιόλογο απόσπασμα των Αναλυτικών Υστέρων, «δεν είναι ποτέ η ουσία οποιουδήποτε πράγματος, διότι δεν είναι γένος» (ΙΙ, 7, 92b 13). Εάν το πρώτο επιχείρημα αφήνει περιθώριο για μια θετική ερμηνεία (το άρρητο του όντος δεν αποδεικνύει την ματαιότητά του), δεν συμβαίνει το ίδιο και με το δεύτερο· όχι μόνον δεν μπορούμε να πούμε κάτι για το όν, αλλά επιπλέον το όν δεν μας λέει τίποτε γι’ αυτό στο οποίο το αποδίδουμε: σημείο όχι πλέον υπεραφθονίας, αλλά αντιθέτως ουσιαστικής ανέχειας. Πριν από λίγο αποδείξαμε ότι το όν δεν είναι υποκείμενο, ούτε ουσία· τώρα αποδεικνύουμε ότι δεν είναι ούτε κατηγόρημα ή ότι μπορεί να είναι ένα κατηγόρημα κενό: το όν (όπως και το έν) δεν προσθέτει τίποτε απολύτως σ’ αυτό στο οποίο το αποδίδουμε. Αυτό το νόημα ακριβώς θα πρέπει να αποδώσουμε στα κείμενα στα οποία υπάρχει ταυτότητα ανάμεσα σε εκφράσεις όπως «εἶς άνθρωπος, ὢν άνθρωπος και άνθρωπος», διότι «με την επανάληψη (έπαναδιπλούμενον)  του εἶς και του ὢν δεν εκφράζουμε κάτι το διαφορετικό». «Είναι προφανές», καταλήγει ο Αριστοτέλης, «ότι σ’ αυτή την περίπτωση η πρόσθεσις δεν αναδεικνύει τίποτε περισσότερο» (Μετ., Γ, 2,1003 26-31). Σε ένα άλλο κείμενο (Φυσ. ΙΙ, 3, 186b 32) ο Αριστοτέλης αποδεικνύει το παράλογο τής αντίστροφης υπόθεσης: εάν το κατηγόρημα Είναι δεν ήταν κενό, δηλαδή εάν η απόδοση τού Είναι «προσέθετε» κάτι στο υποκείμενο, μια τέτοια απόδοση θα ήταν αντιφατική· διότι το υποκείμενο, που θα ήταν τότε διαφορετικό από το κατηγόρημα, δεν θα ήταν το όν αλλά το μη-όν, θα είχαμε δηλαδή αποδώσει το όν στο μη-όν. «Είναι κατά συνέπεια αυτονόητο ότι το καθαρώς λεγόμενο όν (ὃπερ όν) δεν είναι ποτέ πραγματικό (ὑπάρχον) κατηγόρημα ενός άλλου πράγματος, διότι δεν υπάρχει ὂν που να αντιπροσωπεύει το εἶναι ενός άλλου πράγματος» (186b 1-2).
    Κανένα σχόλιο δεν μπορεί να υποβαθμίσει, και ακόμη λιγότερο να ανατρέψει, τον απορητικό και σε τελική ανάλυση αρνητικό χαρακτήρα αυτών των συμπερασμάτων, χωρίς να προδίδει την σκέψη τού Αριστοτέλη. Το όν δεν είναι γένος, όχι διότι είναι ανώτερο από το γένος, αλλά διότι δεν είναι ούτε κάν ένα γένος. Κάθε αντίθετος ισχυρισμός θα απέδιδε στην άρνηση μιαν αξία που δεν έχει και δεν θα μπορούσε να έχει κατά τον Αριστοτέλη: δεν έχει φθάσει ακόμη η εποχή που ο Πρόκλος, σχολιάζοντας τον Παρμενίδη, μπορεί να γράφει ότι «είναι προτιμότερο να βασιζόμαστε στις αρνήσεις», γιατί μια αρνητική πρόταση ελευθερώνει το υποκείμενο από την εξάρτηση κάθε ουσίας. Για τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει «πέραν της ουσίας»: επιπλέον, με την κριτική του στο πλατωνικό Αγαθό και το Έν, όπως και στην Ολότητα των Προσωκρατικών, κατορθώνει να αποδείξει ότι, επιδιώκοντας να υπερβούμε την ουσία, καταλήγουμε αναγκαστικά εκτός αυτής, δηλαδή στο κενό των καθολικών λόγων: πρόκειται ακριβώς για μια κριτική που αναιρεί εκ προοιμίου όλες τις ερμηνείες που, όπως του αγ. Θωμά, προβάλλουν στον Σταγειρίτη νεοπλατωνικά σχήματα. Η άρνηση στον Αριστοτέλη είναι απλή άρνηση και όχι ένα μέσον μετάβασης σε μία απρόσιτη για τον λόγο σφαίρα. Η αμηχανία του λόγου – όπως για παράδειγμα εκφράζεται στην αναγνώριση τού γεγονότος ότι το όν δεν είναι γένος – παραπέμπει στον ίδιο τον λόγο και όχι σε κάποια «θαυματουργική υπέρβαση» τού αντικειμένου.
     Μήπως θα έπρεπε λοιπόν να επιλέξουμε μιαν αρνητική ερμηνεία και να καταλήξουμε στο ότι, αφού το όν δεν είναι γένος, δεν είναι τίποτε; Θα ήταν όντως ένας εύλογος πειρασμός το να ερμηνεύσουμε τα έργα του Αριστοτέλη αποδίδοντάς τους το παράδοξο νόημα της ταύτισης του όντος με το κενό, προοπτική  στην οποία ακριβώς ο Χέγκελ επικαλείται το επιχείρημα του Αριστοτέλη. Σε αντίθεση με την προηγούμενη, νεοπλατωνικού χαρακτήρα ερμηνεία, αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αναχρονική και θα ήταν δυνατόν να ενταχθεί στην παράδοση των διαλεκτικών γυμνασμάτων, με αναφορές στο δεύτερο μέρος του Παρμενίδη και την πραγματεία του Γοργία Περί του όντος και του μη-όντος. Όμως η πρόθεση του Αριστοτέλη δεν θα μπορούσε να είναι αυτή: η ταύτιση του όντος και του μη-όντος, την οποία σε σταθερή βάση εμφανίζει σαν κλασσική περίπτωση παραλογισμού, χρησιμεύει στον Αριστοτέλη για να αποδείξει το αβάσιμο των θεωριών που καταλήγουν σε αυτό το συμπέρασμα. Κατά τον ίδιο τρόπο απέρριψε τόσο τους Ελεάτες, όσο και τον Αναξαγόρα και ακόμη και τον Πλάτωνα, ο οποίος για να καταστήσει δυνατή την κατηγόρηση, αναγκάζεται να εισάγει το μη-όν εντός του όντος. Είναι επομένως αδύνατον ο Αριστοτέλης να υιοθέτησε μια θεωρία τής οποίας τον παραλογισμό θεωρούσε αυτονόητο.
    Αφού απορρίψαμε αυτές τις δύο ερμηνείες, θα πρέπει τώρα να αποκαταστήσουμε το νόημα και την πραγματική βαρύτητα της θέσεως Το όν δεν είναι ένα γένος. Θα πρέπει πρώτα να παρατηρήσουμε ότι αφορά όχι τόσο στο όν όσο στον λόγο περί του όντος: το γένος, όπως είδαμε, είναι ο τόπος όπου η τάση του λόγου προς την καθολικότητα προσκρούσει στην αλήθεια των πραγμάτων· είναι η μέγιστη ενότητα του νοήματος. Άρα η θέση αυτή δεν αφορά στη φύση του όντος, αλλά θέτει και ολοκληρώνει αρνητικά ένα ερώτημα σε βάρος κάθε είδους έρευνας περί του όντος: σε ποιο δηλ. βαθμό νομιμοποιείται ένας λόγος (δηλαδή ένας μοναδικός λόγος) περί του όντος. Θα μπορούσαμε να πούμε επομένως ότι αυτή η θέση αποδεικνύει, στην καλύτερη περίπτωση, μια πραγματική αδυναμία του ανθρώπινου λόγου και δεν αποδεικνύει τίποτε για το ίδιο το όν. Αλλά ένα τέτοιος διαχωρισμός του υποκειμενικού ή λεκτικού επιπέδου από το αντικειμενικό επίπεδο είναι ελάχιστα αριστοτελικός. Το ερώτημα: Τί είναι το όν; οδηγεί σε αυτό το άλλο ερώτημα: Τί εννοούμε όταν αναφερόμαστε στο όν; Δηλαδή επίσης: Τί κατανοούν οι άνθρωποι όταν αναφέρονται στο όν; Η έρευνα για το όν, όπως λέει ο Αριστοτέλης σε ένα κείμενο που αναφέρουμε συχνά, σε αντίθεση με την φυσική αναζήτηση των στοιχείων, είναι μια έρευνα νοημάτων του όντος. Είναι επομένως μάταιο να διαχωρίζουμε το όν από τον λόγο που το πραγματεύεται: ένας τέτοιος διαχωρισμός είναι ενδεχομένως δυνατός όταν πρόκειται για κάποιο ιδιαίτερο όν, που μπορεί να συναντήσουμε πριν να το ονομάσουμε· άλλα το καθαυτό όν δεν συναντάται, δεν είναι αντικείμενο καμιάς ενόρασης, ούτε αισθητής ούτε νοητής, και δεν έχει άλλο στήριγμα από τον λόγο ο οποίος απευθύνεται σ’ αυτό. Στον βαθμό που το όν είναι παρόν στο επίκεντρο κάθε πρότασης, το καθαυτό όν είναι η ενότητα των δικών μας προθέσεων νοήματος. Αλλά η ενότητα αυτή στον συνηθισμένο λόγο, που είναι μόνο έμμεσα λόγος περί του όντος, απλώς προϋποτίθεται· ο οντολογικός λόγος, που είναι σαφής λόγος περί του όντος, επιδιώκει να περιγράψει αυτή την ενότητα· και αυτό που εκφράζει η θέση Το όν δεν είναι γένος είναι ακριβώς η αποτυχία αυτής της προσπάθειας.
     Έτσι φαίνεται τελικά να αποκτά το νόημά της η επιχειρηματολογία τού Αριστοτέλη. Το ότι το καθαυτό όν δεν μπορεί να συσταθεί ως γένος οφείλεται στο ότι δεν έχει μόνον ένα νόημα. Κατά συνέπεια είναι αδύνατον να συσταθεί περί του όντος ένας λόγος απόλυτα συγκροτημένος, δηλαδή επιστημονικός. Αλλά αυτό το αρνητικό συμπέρασμα έχει και ένα θετικό αντιστάθμισμα, διότι το όν δεν μας παραπέμπει στο κενό αλλά στην πολλαπλότητα των νοημάτων του. Το όν δεν είναι ένα γένος, αλλά δεν το εμποδίζει τίποτε να είναι πολλά γένη. Μόλις προσπαθήσουμε να συλλάβουμε το όν ως καθαυτό όν μέσα στην ενότητά του, αμέσως υποχωρεί, θα μπορούσαμε να πούμε, πίσω από την πολλαπλότητα των νοημάτων του: τα αναντίρρητα και ακοινώνητα γένη, μέσα από τα οποία αναγνωρίσαμε τις κατηγορίες. Αν μπούμε στον πειρασμό να καταλήξουμε στο ότι το όν δεν είναι τίποτε, ο Αριστοτέλης θα προσθέσει: «Το όν δεν είναι τίποτε εκτός ουσίας, ποιότητας και ποσότητας» (Μετ. Ι, 2, 1054a 18). Έτσι βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στην ουσιαστική ανακάλυψη, την ομωνυμίας τού όντος και την διαμόρφωσή του μέσα από την θεωρία των κατηγοριών.
Το πρότερο και το ύστερο
     Η θέση ότι Το όν δεν είναι ένα γένος μπορεί να αποδειχθεί επίσης δια μιας άλλης οδού, πολύ διαφορετικής από την πρώτη, που χρειάζεται τώρα να ερευνήσουμε. Αυτή η νέα απόδειξη, σε αντίθεση με την προηγούμενη, εμφανίζεται μόνο σε ένα απόσπασμα (Β, 3, 999a 6-16) και βασίζεται σε μια πλατωνική θεωρία, κατά την οποία δεν υπάρχει Ιδέα για τα πράγματα στα οποία εμπεριέχεται πρότερο και ύστερο, θεωρία που φωτίζεται καθαρά από την πλατωνική Ιδέα της ενότητας των πολλών (ἕν έπί πολλῶν). Διότι, τί θα αντιπροσώπευε η ενότητα στην περίπτωση μιας ιεραρχικής ακολουθίας; Αν περιελάμβανε μόνο τους κοινούς όρους, δηλαδή τους κατώτερους, θα απέκλειε την τελειότητα των ανώτερων όρων της ακολουθίας. Και αν αντίθετα περιελάμβανε αυτή την τελειότητα, δεν θα είχε εφαρμογή στους κατώτερους όρους. Μεταφερόμενη στην αριστοτελική ορολογία, αυτή η θεωρία διατυπώνεται ως εξής: δεν υπάρχει κοινό γένος για τα πράγματα που διακρίνονται σε πρότερο και ύστερο. Αυτό ισχύει για τους αριθμούς, τα σχήματα και τις ψυχές. Διότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει διαβάθμιση από το προηγούμενο στο επόμενο ή από το απλό στο σύνθετο. Επομένως δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ένα καθαυτό Σχήμα, ή ένα γένος σχημάτων, αλλά απλώς ότι υπάρχουν σχήματα: το τρίγωνο, το τετράγωνο κ.τ.λ. Παρομοίως δεν υπάρχει μια γενική Ψυχή, αλλά η τρέφουσα, θρεπτική ψυχή, η αισθαντική ψυχή και η νοητική ψυχή. Η λέξη ψυχή παραμένει κενή νοήματος, αν δεν προσδιορίσουμε για ποιο είδος ψυχής πρόκειται· διότι δεν αντιστοιχεί σε καμία κοινή ουσία που θα αντιπροσώπευε την κάθε ψυχή, με τον τρόπο που το είδος αναφέρεται στο γένος: «Εάν υπάρχει ένας μοναδικός λόγος περί της ψυχής, θα υπάρχει κατά τον ίδιο τρόπο και ένας περί του σχήματος· διότι το Σχήμα δεν είναι κάτι εκτός (παρά) του τριγώνου και των υπολοίπων σχημάτων, ούτε η Ψυχή εκτός των ψυχών που προαναφέραμε. Θα μπορούσαν ίσως τα ίδια τα σχήματα να υπαχθούν σε έναν κοινό λόγο που θα τα αφορούσε όλα· αλλά δεν θα ταίριαζε ακριβώς με κανένα από αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τις ψυχές που απαριθμήσαμε. Είναι επομένως γελοίο να αναζητούμε έναν κοινό λόγο για όλα αυτά ή εκείνα τα πράγματα, που όμως δεν θα αφορά καθαυτός σε κανένα από αυτά τα όντα (Περί ψυχής, ΙΙ, 3,414b 19).
     Μια παρόμοια απόδειξη συναντάμε στο βιβλίο Β των Μεταφυσικών. Ο Αριστοτέλης θυμίζει πρώτα ότι «στα πράγματα που διακρίνονται σε πρότερο και ύστερο δεν είναι δυνατόν αυτό που τους αποδίδεται να βρίσκεται έξω από αυτά», δηλαδή ως γένος με μια δική του ουσία. Και αφού υπενθυμίσει ότι τούτο ισχύει για τους αριθμούς και τα σχήματα, όπου «δεν υφίσταται γένος εκτός των ειδών του», παρατηρεί: «παντού όπου υπάρχει καλύτερο και χειρότερο, το καλύτερο πάντοτε προηγείται έτσι, ώστε να μην είναι δυνατόν να υπάρξει γένος ούτε σ’ αυτή την περίπτωση» (Β, 3, 999a 6,10,13). Και ο Αριστοτέλης, με την λακωνικότητα ύφους που τον διακρίνει, σταματά εδώ. Αλλά σύμφωνα με το περιεχόμενο των λεγομένων του (πρόκειται για την απόδειξη της αδυναμίας ύπαρξης ενός ανώτερου γένους ή τουλάχιστον την ματαιότητα ενός γένους που δεν διακρίνεται σε τίποτε από τα είδη του), η παρατήρηση αυτή, όπως σωστά υποστηρίζουν οι σχολιαστές, δεν μπορεί παρά να αφορά στην περίπτωση του όντος: σε όλα τα πράγματα υπάρχει καλύτερο και χειρότερο, δηλαδή πρότερο και ύστερο, και επομένως δεν μπορεί να υπάρχει γένος όλων των πραγμάτων. Όπως δεν υπάρχει ένας μοναδικός λόγος των αριθμών και των σχημάτων, δεν υπάρχει και ένας μοναδικός λόγος του όντος· εδώ ο κοινός λόγος είναι λόγος κενός, διότι το όν δεν είναι κάτι εκτός των όντων που εμφανίζονται εδώ ως όροι μιας ακολουθίας.
     Το γράμμα του επιχειρήματος καταλήγει για μιαν ακόμη φορά στην επιβεβαίωση της ομωνυμίας του όντος. Αλλά το επιχείρημα αυτό δεν είναι τόσο αρνητικό όσο το προηγούμενο, διότι εδώ η ομωνυμία δεν μας παραπέμπει πλέον σε μια παράθεση γενών ασυμβίβαστων μεταξύ τους, αλλά σε μιαν ακολουθία συμβατών όρων (εάν βασιστούμε στην αναλογία που υποδεικνύει ο Αριστοτέλης με τους αριθμούς και τα σχέδια) και ιεραρχημένων, απ’ ό,τι φαίνεται, σύμφωνα με τον βαθμό «καλοσύνης» τους, δηλαδή τελειότητας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το επιχείρημα είναι σαν ένα δίκοπο μαχαίρι, και φανταζόμαστε πώς θα μπορούσε και πώς στην πραγματικότητα όντως μπόρεσε να παραποιηθεί από τους σχολιαστές. Διότι φυσικά δεν υπάρχει ένας λόγος κοινός για μιαν ολόκληρη ακολουθία, ο οποίος θα μπορούσε να μας προσφέρει την δυνατότατα κοινού ορισμού των όρων της:  «Ο κοινός ορισμός, λέει ο Αλέξανδρος, δεν μπορεί να αφορά στο τελειότερο, διότι τότε θα αποκλείαμε απ’ αυτόν το λιγότερο τέλειο». Θα μπορούσαμε όμως να πούμε – και ο Αλέξανδρος δεν το παραλείπει – ότι «η φύση του πράγματος αποκαλύπτεται σε αυτό ακριβώς το περισσότερο τέλειο»: στην θέση του κοινού ορισμού θα μπορούσαμε να συλλάβουμε ένα είδος εκλεκτού λόγου, αναφερόμενου όχι στην μέτρια αλλά στην υψίστη ουσία και οποίος, ξεκινώντας από τον πρώτο όρο τής ακολουθίας, θα παλινδρομούσε κατά κάποιο τρόπο προς τους εξαρτώμενους απ’ αυτόν όρους. Η ερμηνεία αυτή υπήρξε ιδιαίτερα προσφιλής και κατά βάθος τόσο συμβατή με ορισμένες αρχές της αριστοτελικής φιλοσοφίας, ώστε ο Αριστοτέλης, όπως θα δούμε, να χρησιμοποιεί το ίδιο αυτό επιχείρημα για να αποδείξει μιαν ακριβώς αντίθετη άποψη απ’ αυτήν που υποστήριζε στην μελέτη, απορητικής φύσεως, του βιβλίου Β.
     Ας παραμείνουμε όμως προς το παρόν στην αρνητική αυτή θέση, ότι το όν δεν είναι ένα γένος, που αποδεικνύεται ικανοποιητικά από την πρώτη σειρά των επιχειρημάτων, και στην διαπίστωση ότι, εάν αποδεχτούμε και την αρχή κατά την οποία κάθε επιστήμη αφορά σε ένα γένος, το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει από αυτές τις δύο προτάσεις είναι ότι δεν υπάρχει επιστήμη του όντος.
«Λύση» του Αριστοτέλη
     Αλλά όπως είδαμε, ο Αριστοτέλης στην αρχή του βιβλίου Γ των Μεταφυσικών μάς βεβαιώνει για το ακριβώς αντίθετο, και θεωρείται αναμφισβήτητο ότι αυτή ακριβώς η βεβαιότητα εμπνέει και την πρόθεση που οδήγησε στη γέννηση των αποκαλουμένων μεταφυσικών κειμένων του. Ο Αριστοτέλης δεν περιορίζεται στην πιστοποίηση αυτής τής ύπαρξης επιστήμης του όντος: την αιτιολογεί με επιχειρήματα, που αντικρούουν φυσικά αυτά που είχε ο ίδιος συσσωρεύσει και που μόλις εκθέσαμε. Δεν μένει παρά να περιγράψουμε αυτή την αιτιολόγηση, όπως και να αξιολογήσουμε αυτή την αντίφαση, πριν προσπαθήσουμε να την ερμηνεύσουμε.
     Η αντίφαση γίνεται εμφανής σε ένα απόσπασμα του βιβλίου Γ, στο οποίο ο Αριστοτέλης, για να τονίσει την ύπαρξη μιας μοναδικής επιστήμης  του καθαυτό όντος, επικαλείται την αρχή κατά την οποία, «όπως για κάθε γένος δεν υπάρχει παρά μόνο μία αίσθηση, κατά τον ίδιο τρόπο δεν υπάρχει παρά μία μόνον επιστήμη». Όπως ακριβώς μια μοναδική επιστήμη, η γραμματική, μελετά όλα όσα αφορούν στις λέξεις, ομοίως «μία μοναδική κατά το γένος επιστήμη θα ερευνήσει όλα τα είδη του καθαυτό όντος, και οι υποδιαιρέσεις της θα ερευνήσουν τα διαφορετικά είδη τού όντος» (Γ, 2, 1003b 19). Στη συνέχεια, και αφού παρατηρήσει ότι «όσα είναι τα είδη του ενός είναι και τα είδη τού όντος», θα καταστήσει και το έν αντικείμενο μιας μοναδικής κατά το γένος επιστήμης: «Η μελέτη της ουσίας αυτών των διαφορετικών ειδών θα είναι αντικείμενο μιας μοναδικής κατά το γένος επιστήμης». Έχουμε ήδη αναφερθεί στην παραδοξότητα αυτών των κειμένων: πώς μπορούμε να αναφερόμαστε σε είδη του όντος και του ενός, εάν το όν και το έν δεν είναι γένη; Μια «γκάφα» που συνεχίζει να μας εκπλήσσει, όταν στη συνέχεια ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει την πάγια θεωρία του: «Αυτό που συμβαίνει είναι ότι το όν (και το έν) υπάγονται απ’ ευθείας (εὐθύς) σε γένη», κάτι που δεν μπορεί παρά να σημαίνει το εξής: το όν και το έν δεν υπάρχουν τα ίδια ως γένη, αλλά καθένα από αυτά είναι το ίδιο πολλά γένη, στα οποία μας παραπέμπει αμέσως κάθε προσπάθεια να συλλάβουμε το όν και το έν στην ολότητά τους». Και ο Αριστοτέλης αμέσως συμπεραίνει: υπάρχουν τόσες επιστήμες (και όχι αυτή τη φορά είδη μιας μοναδικής επιστήμης) όσα είναι και αυτά τα βασικά γένη.
     Όταν λοιπόν ο Αριστοτέλης αναφέρεται στα είδη του όντος, δεν πρόκειται για μιαν απλή «ανακρίβεια», όπως ισχυρίζεται ο Αλέξανδρος, μιαν απλώς λαθεμένη απόδοση που δεν επηρεάζει το γενικότερο νόημα, αλλά για μια πλήρη ανατροπή της συνήθους θεωρίας του. Η βαθύτερη αιτία αυτής της ανατροπής γίνεται αντιληπτή στις επόμενες γραμμές του κειμένου, όπου ο Αριστοτέλης εξάγει τελικά το συμπέρασμα στο οποίο αναγκαστικά οδηγεί όλη η προηγούμενη επιχειρηματολογία: όπως υπάρχει μια μαθηματική επιστήμη, της οποίας τα μέρη είναι η γεωμετρία, η αριθμητική κ.τ.λ., έτσι υπάρχει και μια φιλοσοφία εν γένει, της οποίας τα μέρη είναι η πρώτη φιλοσοφία και η δεύτερη φιλοσοφία (Γ, 2, 1004a 35). Εάν θέλουμε αυτή η γενική φιλοσοφία να μην συνίσταται στην απλή λεκτική και κενή ενοποίηση δύο ή περισσοτέρων επιστημών τών οποίων τα περιεχόμενα δεν επικοινωνούν, θα πρέπει να κατέχει αυτή η ίδια ένα μοναδικό αντικείμενο, που θα είναι για τα αντικείμενα των δευτερευουσών επιστημών ό,τι και το γένος για τα είδη. Σ’ αυτή την περίπτωση και μόνο, η πρώτη και η δεύτερη φιλοσοφία δεν θα εμφανίζονται ως membra disjecta (διασκορπισμένα μέλη), αλλά ω μέλη ενός συνόλου που θα αποτελούσε την εν γένει φιλοσοφία ή επιστήμη του καθαυτό όντος.
     Βλέπουμε ότι αυτό που κρίνεται δια μέσου αυτών των φαινομενικά τεχνικών θεωρήσεων επί του ερωτήματος, εάν το όν είναι καθαυτό ένα γένος ή διαιρείται άμεσα σε μια πλειάδα γενών, είναι τελικά η ίδια η ενότητα της φιλοσοφίας ως επιστήμης. Η εντύπωση που δίνεται είναι ότι ο Αριστοτέλης άλλοτε βεβαιώνει αυτήν την ενότητα της φιλοσοφίας και συμπεραίνει την ενότητα του όντος , και άλλοτε αντίθετα παραθέτει την μη-μονοσημία του όντος και συμπεραίνει αναγκαστικά την αναπόφευκτη διασπορά των «φιλοσοφιών». Θα ήταν άστοχο να μην παρατηρήσουμε ότι αυτές οι δύο αντιφατικές διαπιστώσεις ανήκουν σε δύο διαφορετικά επίπεδα: η μια εκφράζει μιαν ευχή, ή όπως θα δούμε ένα ιδανικό, και η άλλη βασίζεται σε συγκεκριμένες αναλύσεις, που στο επίπεδο του λόγου παραμένουν αναντίρρητες. Θα μείνουμε προς το παρόν σ’ αυτές, διότι αυτό που διακυβεύεται στην προκειμένη περίπτωση, υπό τον όρο φιλοσοφία, είναι η δυνατότητα ενός συγκροτημένου λόγου περί του όντος.
     Ο Αριστοτέλης δεν θα παραμείνει όμως σε αυτήν την τόσο έκδηλη αντίφαση. Η βεβαιότητά του περί της υπάρξεως μιας μοναδικής κατά το γένος επιστήμης περί του όντος τον ικανοποιεί τόσο λίγο, ώστε αναγκάζεται αμέσως μετά να παραθέσει μια νέα απόδειξη, απείρως λεπτότερη, αλλά ασυμβίβαστη με την προηγούμενη. Αμέσως μετά την υπενθύμιση ότι δεν υπάρχει μια μοναδική επιστήμη όπως και ένα μοναδικό γένος, δηλαδή μια περιοχή οριοθετημένη, όπως είδαμε, από έναν μονοσήμαντο όρο, διορθώνει αυτήν την πρώτη βεβαιότητα: «Οι όροι δεν υπάγονται σε διαφορετικές επιστήμες επειδή έχουν πολλές σημασίες, αλλά εξ αιτίας του γεγονότος ότι είτε απλώς δεν ονομάζονται σε σχέση προς μια μοναδική αρχή, είτε επίσης γιατί αυτές οι τεκμαιρόμενες σημασίες δεν ανάγονται σε μιαν αρχική σημασία». Όπως γνωρίζουμε, το όν υπάγεται ακριβώς σ’ αυτήν την προϋπόθεση, της οποίας και μόνον η απουσία θα εμπόδιζε την αναφορά σε μια μοναδική επιστήμη: διότι αν υπάρχει ένα πολλαχῶς λεγόμενον, είναι επίσης ένα προς ἕν λεγόμενον, και αυτές οι πολλαπλές σημασίες είναι νοήματα του όντος μόνον επειδή ανάγονται στην αρχική σημασία ουσίας. Θα πρέπει λοιπόν ακριβώς να αποδειχθεί το συμπέρασμα που αναφέρθηκε προηγουμένως: «Όπως μια μοναδική επιστήμη υπάρχει για όλα τα υγιή, το ίδιο ισχύει και στις υπόλοιπες περιπτώσεις. Διότι σε μια μοναδική επιστήμη δεν ανήκουν μόνον όσα έχουν κοινό χαρακτήρα (καθ’ ἕν λεγομένων), αλλά και πράγματα που έχουν κοινή φύση (προς μίαν φύσιν)· διότι και αυτά έχουν κατά κάποιο τρόπο κοινό χαρακτήρα (λέγεται καθ’ ἕν). Είναι προφανές λοιπόν ότι μία είναι η επιστήμη που μελετά τα καθαυτό όντα» (Γ, 2, 1003b 12).

(συνεχίζεται)