Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Krämer - Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Krämer - Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

H A N S K R Ä M E R (5)- Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Συνέχεια από Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
       
        3.  Η εικόνα τού Πλάτωνα στον Σλέγκελ: μια εφαρμογή  
                                            τής άπειρης σκέψης.

                                                   ( συνέχεια )
Image result for plato       4)  Ο Σλέγκελ συνάγει απ’ το ανέφικτο της φιλοσοφικής γνώσης και τη θεμελιωμένη σ’ αυτό άπειρης προόδου τής ‘φιλοσοφίας’ (τού ‘φιλοσοφείν’…), ότι είναι ουσιωδώς μη συστηματική η πλατωνική φιλοσοφία. «Δεν είχε κανένα σύστημα (System), παρά μόνο μια φιλοσοφία ο Πλάτων». «Δεν μπορεί να θεωρηθή ωστόσο παντελώς ως ένα ‘έτοιμο’ και κλειστό σύστημα η φιλοσοφία (τού Πλάτωνα), αλλά περιέχουν μάλλον αναζητήσεις που μόνον ‘ξεκίνησαν’, και δεν διεκπεραιώθηκαν μέχρι την τελική ολοκλήρωση όλα του τα έργα». Είναι μόνον τότε δυνατή η διαμόρφωση ενός συστήματος, συνάγει ο Σλέγκελ, όταν «έχη ολοκληρώσει κανείς τη σκέψη του και έχει φτάσει σ’ ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα». Και είναι τότε κανείς και σε θέση, να επιλέξη μια συστηματική, ανάλογη προς ένα εγχειρίδιο μορφή παρουσίασης. Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για τίποτα απ’ αυτά στον Πλάτωνα. Γι’ αυτό και δεν μπορεί «παρά να ψάξη κανείς στη συγκεκριμένη πορεία τών Ιδεών του τη μεγάλην ενότητα στα έργα τού Πλάτωνα, και όχι σε κάποια συγκεκριμένη πρόταση και αποτέλεσμα, που να υπάρχη στο τέλος». «Συνίσταται λοιπόν σ’ αυτήν την ιδιαίτερη» και υπαινισσόμενη μόνον «πορεία η πραγματική ενότητα των πλατωνικών διαλόγων». Δεν υπάρχει άρα πίσω απ’ τους διαλόγους, αλλά μέσα σ’ αυτούς τούς ίδιους η ενότητα της φιλοσοφίας τού Πλάτωνα για τον Σλέγκελ. Που υποστηρίζει ενεργητικά (energisch) αυτήν την υποστασιοποιημένη εσωτερική μορφή τού Πλάτωνα, δίχως επιχειρηματολογική όμως συνέπεια, απέναντι στη θέση (τού Tennemann και άλλων) για συστηματικές, ‘άγραφες’ διδασκαλίες τού Πλάτωνα δίπλα στους διαλόγους του. «Το ότι είχε ο Πλάτων, εκτός από την παρουσιαζόμενη στους διαλόγους του φιλοσοφία, και μια μυστική ακόμα, ‘εσωτερική’ (esoterisch) φιλοσοφία κι ένα πραγματικό σύστημα, αυτό αντικρούεται απολύτως με την ανωτέρω παρατήρησή μας, ότι δεν μπορεί να συνδεθή καν η έννοια ενός συστήματος με την έννοια, που παραθέτει (!) ο ίδιος ο Πλάτων για τη μορφή και τη μέθοδο της φιλοσοφίας». Και καθώς «δεν είχαν κατανοήσει παρά ελάχιστα τον δάσκαλό τους» οι μαθητές τού Πλάτωνα που αναφέρονται σε μιαν ‘άγραφη’ (προφορική…) διδασκαλία, έχουμε κι εμείς «αρκετούς λόγους να θεωρήσουμε, πως διαθέτουμε την πραγματική και αληθινή φιλοσοφία τού Πλάτωνα στα κείμενά του». Υπάρχει εν πάση περιπτώσει μέσα στην ίδια  «τη φύση τού πράγματος» το ανολοκλήρωτο και το μη συστηματικό, καθώς «δεν έφτασε ποτέ σε ένα πέρας, ως ένας κατ’ εξοχήν προοδευτικός στοχαστής, ο Πλάτων». Η ορμή με την οποίαν αμύνεται εδώ ο Σλέγκελ, επισημαίνει βέβαια την εξαιρετική αδυναμία τής ιστορικής του επιχειρηματολογίας. Μια ορμή που δύσκολα βέβαια θα υφίστατο, ακόμα και μέσα απ’ τα ιστορικά και μόνον ευρήματα, αν δεν την επηρέαζαν αποφασιστικά οι συστηματικές προ-έννοιες της φιλοσοφίας τού Σλέγκελ, που τη χρονική τους εξάρτηση περιγράψαμε προηγουμένως.

    5)  Το πόσο πολύ ενδυναμώνεται απ’ τη σύγχρονή του ιδεαλιστική φιλοσοφία, όσο κι αν είναι προσεχτικές οι διατυπώσεις, η εικόνα τού Πλάτωνα στον Σλέγκελ, δεν μας το δείχνει απλώς και μόνο η εντυπωσιακή παραπομπή στη «Διδασκαλία τής Επιστήμης» τού Φίχτε, στην προαναγγελθείσα απ’ τον Σλέγκελ μετάφραση του Πλάτωνα στην “Jenaische Allgemeine Literatur-Zeitung” το 1800. Καθώς εμφανίζεται και στις σημειώσεις τών “Philosophischen Lehrjahre” («Φιλοσοφικά διδακτικά έτη»…) επανειλημμένα μαζί με τον Πλάτωνα ο Φίχτε, ή προτείνεται ως μια σύνθεση (Synthese) από τον Φίχτε και τον Σπινόζα η φιλοσοφία του, φτάνει δε και στο ‘συμπέρασμα’ ο Σλέγκελ, ότι περιλαμβάνει ήδη στην πραγματικότητα όλα τα ουσιώδη η φιλοσοφία τού Πλάτωνα. Πιστεύει προφανώς ο Σλέγκελ, ότι αναγνωρίζει το πρωτότυπο (Prototyp) της ταυτο-φιλοσοφικής θέσης (φιλοσοφία τής ταυτότητας, είμαι πάντα ο ίδιος…) στη φιλοσοφία τού Πλάτωνα, για την οποία θέση και ‘αγωνίζεται’ από κοινού με τον Σέλλινγκ, τον Χέγκελ και τον Σλαїερμάχερ. Αυτό σημαίνει όμως, ότι έχουν προ-διαμορφωθή κατ’ αρχήν για τον Σλέγκελ η υποκειμενικο-θεωρητική ‘πρόθεση’ και η μέθοδος της διδασκαλίας τής επιστήμης στον Πλάτωνα. Και δικαιολογείται εξ αυτού και η αναφερόμενη ως προμετωπίδα τού κειμένου μας ‘υφηγετική’ θέση τού Σλέγκελ το 1801, κατά την οποίαν και είναι ο γνήσιος Ιδεαλισμός η φιλοσοφία τού Πλάτωνα. Υπάρχει – αν παραβλέψουμε τη σχεδόν εντελώς αθεμελίωτη βέβαια ‘παρωδία’ (Parodie) τής Caroline Schlegel (σ.σ.: «Είναι ο μόνος γνήσιος Ιδεαλισμός η φιλοσοφία μου» - αναφερόμενο στον Friedrich Schlegel· στο “Caroline”, εκδ. Waitz und Schmidt, 1913) – και μια περαιτέρω, διεξοδική ‘εξήγηση’ μέσα απ’ το περί Ιδεαλισμού κεφάλαιο στο Παράρτημα της Περί λογικής διάλεξης στην Κολωνία (1805/06), που περιέχει και μιαν προαναφερόμενη στον Dilthey κριτική τών φιλοσοφικών συστημάτων. Όπου και «αναιρείται εντελώς, θεωρητικά, και καταργείται» η έννοια της ουσίας στον αληθινό Ιδεαλισμό, και αντικαθίσταται με κείνην τής «ελευθερίας, της δράσης και της ζωντανής κινητικότητας» του πνεύματος. Πιστεύει μάλιστα, ότι μπορεί να ‘συμφιλιώση’ ακόμα και ορισμένα προσωκρατικά φιλοσοφήματα (Philosopheme), αλλά και τον Αριστοτέλη μ’ αυτούς τούς ‘φιχτιανούς’ προσδιορισμούς ο Σλέγκελ. Μπορεί να ‘διαφωτισθή’ ωστόσο ακόμα πιο αυθεντικά (authentisch) με τη σύγχρονη παράδοση για τη ‘μεταφυσική φιλοσοφία’ στην Ιένα (1800/01) ο εννοιολογικός προσανατολισμός τής ‘υφηγετικής’ θέσης τού Σλέγκελ: κατανοεί εκεί τον ίδιο του τον ερμηνευτικό πλουραλισμό (hermeneutischer Pluralismus) και ‘απειροτισμό’ (Infinitismus) εντελώς ως Ιδεαλισμό ο Σλέγκελ. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως θεωρούσε ότι ακολουθεί και σ’αυτό τον Πλάτωνα ο Σλέγκελ, χωρίς (βέβαια…) να παρατηρή, ότι φιλοσοφούσε έτσι απλώς στην πανίσχυρη σκιά τού Καντ και του Φίχτε.
    
     Δεν θα μπορέσουμε βέβαια να αρνηθούμε συμπερασματικά, ότι ‘πέτυχαν’ και εύστοχες παρατηρήσεις ως προς τη δομή και τη λειτουργία τού λογοτεχνικού έργου τού Πλάτωνα ο Σλέγκελ, όπως και ο Σλαїερμάχερ. Το έλλειμμα της πλατωνικής του εικόνας βρίσκεται εντούτοις στο ότι εξέλαβε – όμοια και σ’ αυτό με τον Σλαїερμάχερ – ως αποκλειστικές και απόλυτες τις συναχθείσες έτσι απόψεις τού πλατωνικού έργου, και τις ταύτισε με την (ίδια την…) εσωτερική μορφή  τής πλατωνικής φιλοσοφίας. Και μειώθηκε έτσι απλοποιητικά το πολυδιάστατο και πολυστρωματικό, ιστορικό γενικό φαινόμενο του πλατωνισμού, χωρίς να δικαιολογείται ωστόσο κατά κανέναν τρόπο απ’ τα ίδια τα λογοτεχνικά ευρήματα κάτι τέτοιο. Το ότι αποτύπωσε, εσπευσμένα και αδιαφοροποίητα, στον τρόπο σκέψης και τις συστηματικές προθέσεις τού Πλάτωνα την πλατωνική μέθοδο παρουσίασης, και την κατέγραψε έτσι δογματικά ο Σλέγκελ, αυτό εξηγείται εντελώς, όπως και στην περίπτωση του Σλαїερμάχερ, απ’ την ‘αδιάβλεπτη’ (‘ασυνείδητη’…) προφανώς προβολή τών δικών του συστηματικών ενδιαφερόντων και προδιαγραφών. Στη χρονική εξάρτηση των προκαθορισμένων από τον Σλέγκελ για τη μετέπειτα πλατωνική έρευνα βασικών κατηγοριών – απειροτισμός, εξελικτισμός, βιογραφισμός (Biographismus)· άρρητο, «ειρωνική» σχετικοποίηση, μυθολογικο-αλληγορική συγκάλυψη – αντιστοιχεί ωστόσο στις περισσότερες των περιπτώσεων και μια σχέση ανεπάρκειας, ακόμα και ασυμβίβαστου προς τις ιστορικές προϋποθέσεις τής αρχαίας, και ιδιαιτέρως τής πλατωνικής φιλοσοφίας: δεν είναι βέβαια γενικώς ‘ξένες’ οι παραστάσεις τού απείρου για την αρχαιότητα, αποκλείονται όμως εκ προοιμίου (a limine) στην κλασσική φιλοσοφία τού (παλαιότερου) πλατωνισμού και αριστοτελισμού (σ.σ.: Η μονογραφία τού Rodolfo MondolfoLinfinito dellantichita classica”, 1956, αναγνωρίζει δίκαια, μόνον το ατελεύτητο του κοσμικού χρόνου στον Πλάτωνα). Θα κατατάσσονταν άρα εκεί ως ένας αυτο-αναιρούμενος σκεπτικισμός (Skeptizismus) η άπειρη σκέψη. Και πρέπει άρα να κατανοηθή  και εντελώς διαφορετικά απ’ την έννοια του σύγχρονου ‘απειροτισμού’ (Infinitismus) η δυναμική οπωσδήποτε έννοια της φιλοσοφίας τού Πλάτωνα: Όχι σαν μια προοδευτική πορεία στο ατελεύτητα ‘ανοιχτό’, αλλά ως η κάθε φορά ανανεούμενη, μάταιη ωστόσο συχνά προσπάθεια, να μην ‘ξαναπέσης’ πίσω απ’ την αποκτημένη γνώση, και να τη διατηρής σε διάρκεια (σ.σ.: … Η κατηγορία τής πνευματικής εξέλιξης, την οποίαν και προσέλαβε απ’ το παιδαγωγικό μυθιστόρημα – “Wilhelm Meister” του Γκαίτε – ο Σλέγκελ, και είχε πολύ μεγάλη σημασία ακόμα και για την αυτοσυνειδησία του, υπήρξε άγνωστη για την αρχαιότητα. Αν εξαιρέσουμε ‘παραστάσεις’ μιας υπερ-ατομικής πολιτιστικής εξέλιξης – βλ. εδώ Ludwig Edelstein, “The idea of progress in classical antiquity”, 1967 -, υπήρχε βέβαια μια βιολογική και μια ανάλογη ηθική ανάπτυξη στα πλαίσια της αριστοτελικής διδασκαλίας τού Τέλους (Telos), καμμιά όμως συγγενική ‘ιδέα’ για τη διανοητική βιογραφική – και όχι απλώς παιδαγωγική – εξέλιξη ενός ατόμου. «Είναι ριζικά μη αρχαία η σύγχρονη έννοια της εξέλιξης», με την οποίαν και «απομακρύνθηκε σε μεγάλον βαθμό ο σύγχρονος κόσμος απ’ την αρχαιότητα», γράφει ο Heinrich Drrie στην “Realenzyklopädie fűr Antike und Christentum”, 1962… ). Μπορεί δε να ολοκληρωθή διακεκηρυγμένα ‘τελειωτικά’ (finitistisch)  σ’ ένα έσχατο ‘απροϋπόθετο’ η διαλεκτική τού Πλάτωνα, η οποία και υπήρξε όντως, σύμφωνα με τις αυτοβιογραφικές μαρτυρίες αλλά και την έμμεση παράδοση, στην πράξη (de facto) και ως αρχή ολοκληρωμένη. Είναι λοιπόν προφανείς οι συνέπειες για (όποιες…) αναλογίες προς τις σύγχρονες συστηματικές σκέψεις. Και σε σύγκριση με τους συγχρόνους τού Σλέγκελ, βρίσκεται πλησιέστερα, με όλες τις διαφορές, στον Χέγκελ παρ’ ό,τι στον Καντ, τον Φίχτε ή και τον Γιακόμπι ο Πλάτων. Ενέχει δε τον κίνδυνο, να υποτιμήση αποφασιστικά το αίτημα και την ‘απόδοση’ της πλατωνικής διαλεκτικής η πλατωνική εικόνα τού Σλέγκελ, και να την μειώση σε κριτικο-αποδομητικές εν μέρει λειτουργίες σωκρατικού είδους, ή και να τη ‘διακόψη’ πρόωρα προς όφελος εικονικο-αλληγορικών μεθόδων. Οι διαδεδομένες απ’ την εποχή τού Σλέγκελ ιδέες για μιαν εκτεταμένη ειρωνία και ένα απόλυτο ‘άρρητο’ στον Πλάτωνα προήχθησαν μόνο σε βάρος τού ρόλου τής φιλοσοφικής διαλεκτικής, και δεν αντέχουν σε μια φιλολογική επανεξέταση των ίδιων των (πλατωνικών…) κειμένων.

      H ερμηνεία τού Πλάτωνα απ’ τον Σλέγκελ δεν υπήρξε στην ουσία της κανένα ιστορικό επίτευγμα, αλλά η αναχρονιστική (anachronistisch) μόνον και προβληματική προσπάθεια, να εκληφθή ως κύριος μάρτυς για την κατεύθυνση τής ίδιας μας τής εποχής ο Πλάτων. Ο νομιζόμενος δε ως πνευματικά όμοιος ερμηνευτής επιχειρηματολογούσε στην πραγματικότητα από μια διαμετρικά (diametral) αντίθετη θέση, απ’ την κορυφή δηλ. της σύγχρονης υποκειμενικότητας. Ο αφορισμός τού ίδιου του Σλέγκελ για τον ιστορικό ως έναν στραμμένον προς τα πίσω προφήτη, ταιριάζει όσον αφορά στον Πλάτωνα κατά ειρωνικόν τρόπο στον ίδιον τον Σλέγκελ, όπως ακριβώς και ο άλλος του αφορισμός (Aphorismus), ότι «Βρήκε ο καθένας ό,τι χρειαζόταν, ή επιθυμούσε, και προπάντων τον εαυτό του στους παλαιούς». Παρ’ όλην την έξοχη ιστορική του μόρφωση, υπήρξε ένα ‘πνεύμα’ υπερβολικά προπορευόμενου και υποδεικνύοντος το μέλλον μοντερνισμού ο Σλέγκελ, ξεπερνώντας όλους τούς συγχρόνους του ως προς αυτό, «ένας απ’ τους πρωτοπόρους τής νέας εποχής» (όπως τον χαρακτηρίζει ο Hardenberg), του οποίου οι ιδέες έφτασαν να ισχύουν πλήρως στον 20ον κατ’ αρχάς αιώνα. Η ερευνητικο-ιστορική επιτυχία τής ερμηνείας του τού Πλάτωνα το επιβεβαιώνει αυτό με τον τρόπο της – κάτι που δεν αποτελεί βέβαια προτέρημα για το ίδιο το ‘αντικείμενο’.


    ( συνεχίζεται )

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

H A N S K R Ä M E R (4)- Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Συνέχεια από Τετάρτη  29 Μαρτίου 2017

Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
       
        3.  Η εικόνα τού Πλάτωνα στον Σλέγκελ: μια εφαρμογή  
                                            τής άπειρης σκέψης.

Image result for plato        Περιέχεται σε πέντε συναρτώμενα, αλληλο-επιβεβαιούμενα και αλληλοσυμπληρούμενα κείμενα η ερμηνεία τού Πλάτωνα απ’ τον Σλέγκελ· τα οποία και ανήκουν, άλλα στις Παρισινές διαλέξεις για την ιστορία τής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας (1803/04), άλλα στη δάλεξη στην Κολωνία για την εξέλιξη της φιλοσοφίας σε δώδεκα βιβλία (1804/05), άλλα στη διάλεξη στην ίδια πόλη για την προπαιδεία (Propȁdeutik) και τη λογική (Logik) (1805/06), και άλλα τελικά στις σημειώσεις για τις ιδιαίτερες παραδόσεις στην κυρία von Staȅl (1806/07). Περιλαμβάνονται δε πιθανώς σ’ αυτά τα κείμενα, που συναθροίζουν τη συνεχόμενη, απ’ το έτος ήδη 1788, απασχόληση του Σλέγκελ με τον Πλάτωνα, και το ‘χαμένο’ επ’ υφηγεσία κείμενο ‘De Platone’ (‘Για τον Πλάτωνα’…) της Ιένας, καθώς και το ‘υλικό’ για την εισαγωγή στη σχεδιαζόμενη τότε μαζί με τον Σλαϊερμάχερ μετάφραση του Πλάτωνα – το ‘ταίρι’ στο επίσης μη πραγματοποιημένο τελικό κείμενο του Σλαϊερμάχερ.

    Θα αναπτύξουμε λοιπόν τώρα, και θα συσχετίσουμε με όσα ήδη είπαμε, τα βασικά χαρακτηριστικά τής πλατωνικής εικόνας στον Σλέγκελ: την εξελικτική σκέψη (τη σκέψη που εξελίσσεται…), τη μη-συστηματική (Asystematik), και το ακατάληπτο του Όλου και του Υψίστου:

      1)  Δεν χαρακτηρίζεται, ούτε ερμηνεύεται, ούτε παρουσιάζεται επαρκώς, αλλά μόνον υποδηλώνεται φιλοσοφικά το ‘Ύψιστο, Άπειρο, Θεἴκό και Ολόκληρο στην πλατωνική φιλοσοφία κατά τον Σλέγκελ. Σ’ αυτήν την αρχή (Prinzip) τού σχετικού ‘Απαρουσίαστου’ του Υψίστου βασίζεται και ολόκληρη η μορφή, συμπεριλαμβανομένων τών συμβολικών και αλληγορικών μερών, του πλατωνικού έργου. Αποτελεί  ένα γενικώς ωστόσο «άλυτο πρόβλημα», το να φτάση πλήρως, με τα στενά όρια της λογικής του, στην άπειρην αλήθεια ο άνθρωπος. Θα μπορούσε να γνωρίση μόνον αρνητικά, έμμεσα και ατελώς, λόγω τής περιορισμένης υλικής του φύσης, άρα μόνο να «διαισθανθή» και να «μαντέψη» την άπειρη και ύψιστη πραγματικότητα ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και δεν είναι μόνον «ακόμα μη πεπληρωμένη», αλλά ριζικά ‘ανεκπλήρωτη’ η φιλοσοφία ως επιστήμη: «Με την προὔπόθεση πως είναι η θετική γνώση τής άπειρης φύσης η φιλοσοφία, πρέπει να παραδεχτούμε, πως δεν μπορεί ποτέ, όπως επίσης και η φιλοσοφία ως επιστήμη, να τελειωθή· παρ’ όλο που καθορίζονται οι πρώτες βέβαιες αρχές, απ’ τις οποίες και οφείλει να ξεκινά η αναζήτηση· είναι όμως άπειρο και απροσδιόριστο αυτό που αναπτύσσεται απ’ αυτές». – Και το αναφέρει αυτό στον συνολικό διανοητικό (intellektuell) και ιδανικό κόσμο τού Πλάτωνα, ‘φωτίζοντάς’ τον έτσι μ’ έναν σκεπτικισμό, ή και αγνωστικισμό ο Σλέγκελ. Γεφυρώνοντας ήδη μ’ αυτόν τον λόγο του για τα όρια της ανθρώπινης λογικής την απόσταση προς άλλες, συγγενικές εκφράσεις του για τον Καντ, με τον οποίον και παραβάλλει πράγματι σ’ ένα άλλο σημείο ως σκεπτικό (Skeptiker) τον Πλάτωνα.

     2)  Καθώς είναι όμως ανέφικτη η άπειρη αλήθεια, θα μπορούσε μόνο «να την πλησιάση ολοένα και πιο πολύ μέσα από μιαν ακαταπόνητη προσπάθεια, ένα μονίμως προοδευτικό ΄φιλοσοφείν’, μιαν ακούραστη έρευνα και τάση για αλήθεια και βεβαιότητα, και μια μεθοδική διαμόρφωση και εκπλήρωση της σκέψης και του διαλογισμού» - λέει ο Σλέγκελ για τον Πλάτωνα. Σ’ αυτήν τη σκέψη μιας κατά προσέγγισιν προόδου και τελειότητας αντιστοιχεί στην πράξη και η εξής ψυχολογική και βιογραφική ‘πλευρά’: «Είναι η ιστορία ενός πνεύματος, η σταδιακή γέννηση, διαμόρφωση και πρόοδος των ιδεών του (Ideen)», με μιαν «ολοένα υψηλότερη ανάπτυξη και τελειοποίηση των απόψεών του η φιλοσοφία ενός ανθρώπου»   (( Το υποκείμενο φιλοσοφεί… )) . Θέλησε λοιπόν να παρουσιάση καλλιτεχνικά στους Διαλόγους του, και να μας παροτρύνη να συλλογιστούμε μαζί του, αυτήν ακριβώς την ανεξάντλητη έρευνα και αναζήτηση, και την ολοένα και μεγαλύτερη πρόοδο, αναδιαμόρφωση και ανάπτυξη ο Πλάτων. Πιστεύει όμως – και είναι εδώ το αποφασιστικό άλμα τής ‘εξήγησής’ του – πως γνωρίζει ακόμα περισσότερα ο Σλέγκελ: Φανέρωσε δηλ. έτσι απλώς «τη διαρκώς προοδεύουσα πορεία τού (ίδιου του τού) πνεύματος… και το αιώνιο γίγνεσθαι, την αιώνια ανάπτυξη και διαμόρφωση των Ιδεών του» ο Πλάτων. Συμπεραίνει λοιπόν απ’ τη λογοτεχνική, μορφολογική αρχή τού Πλάτωνα, την εσωτερική μορφή τής ίδιας της πλατωνικής σκέψης ο Σλέγκελ, όπου και «πρέπει να αναζητηθή ο χαρακτήρας τής φιλοσοφίας του, αν δεν θέλη να διακινδυνεύση να παραγνωρίση εντελώς το πνεύμα της… και να φτάση σε εντελώς λανθασμένα και σφαλερά κανείς αποτελέσματα»   (( ! )) . Και στρέφεται έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία τής πλατωνικής έρευνας, προς την ‘κατηγορία’ (Kategorie) τής εσωτερικής ανάπτυξης, που ήταν ξένη ακόμα στην προηγούμενη αλλά και τη σύγχρονη ιστορία τής φιλοσοφίας (Brucker, Tiedemann, Tennemann) ο Σλέγκελ. Η σειρά τών κειμένων, που παρέμενε ένα καθαρά περιορισμένο στο λογοτεχνικό επίπεδο πρόβλημα για τον Tennemann, ερμηνεύεται εντελώς ψυχολογικά, ως πιστή έκφραση και καθρέφτης τής εσωτερικής βιογραφίας εδώ. Εκδοχές, όπως η κατάταξη σύμφωνα με διδακτικούς (didaktisch) ή προτρεπτικούς (protreptisch) σκοπούς, ανάλογα δηλ. με την εσωτερική δομή, της σειράς τών έργων, που συναντώνται ταυτόχρονα και στον Σλαἴερμάχερ, δεν αποκλείονται με επιχειρήματα αλλά και δεν εξετάζονται απ’ τον Σλέγκελ.

     3)  Το ότι δεν υπάρχουν εδώ μόνον αναλογίες προς την ίδια τη δική του εμπειρία, το δείχνει η εγγύτερη παρατήρηση του τρόπου με τον οποίον και περιγράφει την προοδευτική μέθοδο του Πλάτωνα ο Σλέγκελ. Κάτι που μας οδηγεί στην ‘ιδέα’ περί απείρου σκέψεως που παρέλαβε απ’ τον Φίχτε.

     α)  Διεκδικεί εννοιολογικά το «δύνασθαι» (το «υψούσθαι εις δύναμιν»…), στο οποίο και αντιστοιχεί ως ‘ταίρι’ το «διαλογίζεσθαι» με την έννοια της σκέψης, ο Σλέγκελ απ’ τον Πλάτωνα.
     β)  Ασχολείτο πάντοτε με το «να διορθώνη, να συμπληρώνη και να τελειοποιή τις απόψεις του» ο Πλάτων κατά τον Σλέγκελ. Και ανάλογα ήθελαν να «τελειοποιήσουν, να εξελίξουν και να διαμορφώσουν περαιτέρω» και οι διάδοχοί του, ως πρώτοι «συμπληρωτές», τη φιλοσοφία του. Είχε επιλέξει δε αυτή τη διατύπωση ήδη στη ‘σπουδαστική’ έκθεσή του για τη δυνατότητα που εγκαινίασε ο Φίχτε, «να διορθώνεται, να συμπληρώνεται και να αποπερατώνεται η καντιανή επιτομή τής φιλοσοφίας», ο Σλέγκελ. Πρέπει να κατανοηθή και να ‘καταταγή’ και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, ως διαλεκτική (dialektisch) – μεθοδικά – κίνηση της σκέψης με τις δυνάμεις τής (θέσης και) αναίρεσης, της (εξόδου και) επανόδου στον εαυτό, και με τον προσανατολισμό προς το Όλον μια τέτοια (αυτο-) διόρθωση.

     γ)  Εφ’ όσον δεν κατορθώνεται ποτέ πλήρως η αλήθεια, δεν τελειώνει και η πρόοδος ποτέ στον Πλάτωνα: που «δεν ολοκλήρωσε, ως εντελώς ‘προοδευτικός’ στοχαστής (διανοητής…), ούτε τη φιλοσοφία του, ούτε  και την περιγραφή της». Και οφείλεται στην άπειρη τελειοποιησιμότητα και διαλογικότητα του ανθρωπίνου πνεύματος το ότι «δεν έφτασε ποτέ σε ένα τέλος με τη σκέψη του, αλλά παρέμεινε ένας “γινόμενος” πάντοτε φιλόσοφος», τελειοποιησιμότητα και διαλογικότητα που ανταποκρίνεται στο ανεξάντλητο και ανέφικτο του αντικειμένου τής φιλοσοφίας.

     δ)  Επαληθεύεται λοιπόν εξίσου στα μεμονωμένα έργα όσο και στο συνολικό έργο τού Πλάτωνα το ‘ατελείωτο’ και ‘ανοιχτό’ στο απεριόριστο: «Δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε κανέναν διάλογο και καμμιά σειρά από διαλόγους, παρά μόνο σύμφωνα με κείνο το σύμβολο των καμπύλων γραμμών, που δεν μπορούν παρά να εμφανίζονται τμηματικά (σε θραύσματα…), επειδή έχουν στο άπειρο το κέντρο τους». Συνδέεται δε μ’ αυτό, το ότι προσπαθεί να αποδείξη ως – τυχαία ή και εσκεμμένα – αποσπάσματα ή θραύσματα κάποιους πλατωνικούς διαλόγους ο Σλέγκελ, προτείνοντας και κάποιες ‘διαστρωματικές’ υποθέσεις παραπέρα, που είχαν δημιουργήσει ‘σχολή’ στην πλατωνική φιλολογία τού 19ου αιώνα, ζητώντας να τεκμηριώσουν ότι εξελίσσεται ακόμα και ως προς ένα και μοναδικό έργο ο Πλάτων. Παραπέμπουν βέβαια στις δυνατότητες μιας άπειρης σκέψης τέτοια ‘θραύσματα’ και ‘οδοδείκτες’ τής φιλοσοφίας, και τόσο  περισσότερο, όσο αποσπασματικώτερα (‘θραυσματικώτερα’…) είναι. Καθώς έπρεπε ωστόσο να ‘παλαίψη’ ακόμα με τα στοιχειώδη φιλολογικά προβλήματα της γνησιότητας (των διαλόγων…) και της (σχετικής) χρονολογίας ο Σλέγκελ, έμεινε ο ερμηνευτικός σκοπός, να παρουσιασθή και να συγκεκριμενοποιηθή φιλολογικά θεμελιωμένη η ‘διαλογιστική κίνηση’ του Πλάτωνα – μιλά για μια «βαθμιαία πορεία» και για «εξελικτικές βαθμίδες» ο Σλέγκελ - , σχεδόν εντελώς προγραμματικός. Έχει όμως στον ίδιον τον Σλέγκελ την ισχύ ενός εκ των προτέρων (apriorisch) και αναπόδεικτου αξιώματος η ίδια η ‘θέση’ (These).

      ε)  Συνδέει τώρα ακόμα στενώτερα την πλατωνική εικόνα με την άπειρη σκέψη, η έννοια της ειρωνίας στον Σλέγκελ. Αποδίδει δηλ., σε συμφωνία με τη δική του έννοια της ειρωνίας, όπως την αναπτύσσει στα «Λυκειακά και αθηναἴκά αποσπάσματα», μια διπλή λειτουργία  στη σωκρατική ειρωνία στον Πλάτωνα: μιαν ενδεικτική (endeiktisch)-μεταφυσική, που «μας οδηγεί να προσέξουμε το άπειρο μέγεθος… των υψίστων αντικειμένων τής γνώσης», και μιαν κριτική-πολεμική (polemisch), προς τη μηδαμινότητα, που ‘εξουδετερώνει’ τη δογματική υπερηφάνεια της γνώσης και απελευθερώνει, υπενθυμίζοντας τους «φραγμούς» και τα «όρια» τής «γνώσης», τη συνεχώς αναπτυσσόμενη προσπάθεια και το «πλησίασμα» στο Ύψιστο. Και παρ’ όλο που δεν μας δίνει κανένα παράδειγμα ο Σλέγκελ, είναι σαφές ότι ερμηνεύονται τα ‘σημεία αποσιώπησης’ στο έκτο βιβλίο τής «Πολιτείας» - και σε άλλους παρόμοια διαλόγους - , όχι ως αναφορές σε κάτι που δεν λέγεται εδώ, αλλά σε κάτι το ουσιαστικά ανείπωτο, και άρα «ειρωνικό» κατά την αντίληψη του Σλέγκελ. Αυτή η εξήγηση, την οποία και θεμελίωσε ο Σλέγκελ, επικροτήθηκε επανειλημμένα στο πλαίσιο του ρομαντικού παραδείγματος (Paradigma) της πλατωνικής έρευνας. Συναρτάται μ’ ένα μεγαλύτερο ωστόσο, όπως φανερώνεται τώρα, σύμπλεγμα σκέψης, για το οποίο και είναι συστατική η άπειρη ‘διαλογιστική κίνηση’ της σύγχρονης υποκειμενικότητας. Που δεν υπολογίζει και άλλες, ιστορικά εγγύτερες εναλλακτικές ‘εξηγήσεις’, οι οποίες δεν ερμηνεύουν μόνον πολεμικο-κριτικά, ‘υποτιμώντας’ την άρα, την πλατωνική διαλεκτική.

   ( συνεχίζεται )

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

H A N S K R Ä M E R (3)- Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Συνέχεια από Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
       2.  Η ριζοσπαστικοποίηση της άπειρης σκέψης στον Schlegel και τον Hardenberg 
     
Image result for platoΗ αυξανόμενη ‘δυναμοποίηση’ και ‘ενεργοποίηση’ της τάσης τής «Διδασκαλίας τής επιστήμης» στον Σλέγκελ και τον Χάρντενμπεργκ, που κατανοείται ως αυτο-διόρθωση και συνέπεια (‘συνεποποίηση’…) της κριτικιστικής προσπάθειας του Καντ και του Φίχτε, εμφανίζει τώρα ως δεσμευτικό και αναπόφευκτο το προαιρετικό στον Φίχτε άπειρο (την ‘απειρότητα’…) της θεωρητικής σκέψης. Η δε ιστορική συνάφεια και οι αναληφθείσες απ’ τους Ρομαντικούς τροποποιήσεις, συζητήθηκαν και ‘εξασφαλίσθηκαν’ αποφασιστικά απ’ τους Walter Benjamin, Ernst Behler και Stefan Summerer ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Είναι πεπεισμένοι ο Σλέγκελ κι ο Χάρντενμπεργκ, ότι χρειάζεται μιαν αυξανόμενη σε απείρως πολλές βαθμίδες σκέψης αυτοκριτική η φιλοσοφία, κι ότι πρέπει άρα να υπάρχη μια φιλοσοφία τής φιλοσοφίας ως κριτική τής φιλοσοφίας, η οποία να καθίσταται μάλιστα μια εις άπειρον κριτική τής κριτικής απ’ την πλευρά της   (( Αυτο-κριτική, αυτο-συνείδηση, αυτο-γνωσία… Που δεν είναι το ίδιο ασφαλώς, ούτε με το «γνώθι σαυτόν», ούτε με το «πρόσεχε σεαυτόν, αδελφέ»… Είναι πράγματι «δίχως τέλος» η προσπάθεια αυτή τού σύγχρονου ανθρώπου, και χωρίς σκοπό… )) . Μπορεί να παραμείνη μόνο μέσα από μιαν ακατάπαυστη αυτοκριτική λειτουργία στον ‘εαυτό’ της (αυτή η ‘ίδια’…) η λογική κατά τον Σλέγκελ   (( Η ‘βασίλισσα’ αυτού τού κόσμου… )) . Είναι άρα απείρως ‘δυναμοποιήσιμη’, και πρέπει να καθίσταται ολοένα πιο κριτική και ‘διαλογιστική’ και η φιλοσοφία, ενώ πρέπει να θεωρηθή, ως επόμενο βήμα, κριτικά και η ιστορικο-γενετική, μέσα απ’ τον Καντ, τον Φίχτε και τον Σέλλινγκ, διάσταση. Η αυτοκριτική τής φιλοσοφίας εννοείται εδώ ως κριτική πρωταρχικά τού συστήματος, ‘διαλύοντας’ δογματικές στερεοποιήσεις και ‘ρευστοποιώντας’ τες εκ νέου. Διατηρεί όμως κατά τα άλλα τις πολλές της σημασίες η έννοια της κριτικής: ‘αυτο-αναφερόμενη’, υπό την πιο στενή της σημασία, στον φιλοσοφικό κριτικισμό, στην κριτική μεμονωμένων περαιτέρω φιλοσοφιών και φιλοσοφημάτων, και στη λειτουργία τελικά τής κριτικής και σε άλλα ‘πολιτισμικά’ (Kultur…) πεδία, όπου και αποδεικνύεται, πως δεν εννοείται κατά κανέναν τρόπο μόνο ‘καταστροφικά’, αλλά και ως ένας παραγωγικός επαναπροσδιορισμός, μια συμπλήρωση και μια ερμηνεία η κριτική. Ανέδειξε ο W. Benjamin  κυρίως, στο βασικό του κείμενο για την «Έννοια της κριτικής τής τέχνης στον γερμανικό ρομαντισμό» (“Begriff der Kunstkritik in der deutschen Romantik”), το οποίο και ‘παρακολουθεί’, σε συνάφεια κατ’ αρχάς, την άπειρη σκέψη στον Φίχτε και τους Ρομαντικούς, αυτήν την υψηλήν ακριβώς έννοια παραγωγικής, και πολύ κοντά σε μια γνήσια δημιουργία κριτικής. Μας βοηθά δε να καταλάβουμε την προτεινόμενη απ’ τον Σλέγκελ αμφίδρομη μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης κριτική: Αυτό το ‘επιπλέον’ σε ορθολογική σκέψη, το οποίο και συνεισφέρει η φιλοσοφική (αισθητική) κριτική στην ποίηση (και γενικά στις τέχνες), οδηγεί στη ‘δυναμοποιημένη’ διαλογιστική (ή: στοχαστική…) ποίηση του poeta doctus (ποιητή-διδασκάλου…), την ώρα που εισέρχονται αντίστροφα η μυθολογία, η ποίηση και η τέχνη εκεί, όπου αποσύρεται όντως το Απόλυτο της φιλοσοφικής σκέψης, και δεν μας επιτρέπει να το ‘αντιληφθούμε’ παρά μόνο συμβολικά και αλληγορικά. Αξίωσε κατά τα άλλα, και όχι αδίκως, μια μεταφυσική ‘υπόσταση’ για τον ‘απειρισμό’, τον ‘ιστορισμό’ και τον ‘κριτικισμό’ του ο Σλέγκελ: ο οποίος και συσχέτισε υποκειμενικο-θεωρητικά κατ’ αρχάς, μαζί με τον Φίχτε, με την ‘ευκινησία’ και  ελευθερία τού Εγώ τη ‘μεταφυσικότητα’ – γι’ αυτό και του φαινόταν ως contradictio in adjecto (αντίθεση στη σύνθεση…) μια συστηματοποίηση της μεταφυσικής φιλοσοφίας - , για να ‘συμπεράνη’ (όμως…) κατόπιν γενικές προποθέσεις τής γνώσης και της προόδου τής γνώσης απ’ αυτό.
    
      Mπορούμε δε να το παρατηρήσουμε εμπειρικά αυτό στην αντίληψη του Σλέγκελ για την ειρωνία (Ironie), που συγκεκριμενοποιεί και διεξέρχεται λεπτομερειακά την έννοιά του τής κριτικής και της άπειρης σκέψης. Η ειρωνία είναι μια συστατική κατηγορία (Kategorie) τής γνώσης για τον Σλέγκελ, που διαθέτει μεταφυσική αναγκαιότητα, και ανθρωπολογικό, πέρα απ’ αυτό, και μεταφυσικό βεληνεκές ή βαρύτητα. Το απέδειξαν δε προοδευτικά νεώτερες έρευνες – που διορθώνουν τις παλαιότερες, και αναγόμενες μέχρι και τον Χέγκελ ‘καταγγελίες’ τού υποκειμενισμού – αυτό, διαφωτίζοντας και τη δομή και λειτουργία τής ειρωνίας. Ενώ μάς παρέχουν τα αποσπάσματα του ‘Λυκείου’ (Lyzeums-Fragmente: 28, 37, 42, 87, 108) και τα ‘αθηναϊκά’ (Athenӓums-Fragmente: 116, 238, 305), τα οποία και συμπληρώνονται απ’ τα κείμενα και τις σημειώσεις των ‘Φιλοσοφικών ετών μαθητείας’ (‘Philosophische Lehrjahre’),τον πρωταρχικό φιλοσοφικό προσανατολισμό, αλλά και τη φιλοσοφική προέλευση: συνδέεται από πλευράς ορολογίας με τη σωκρατική ειρωνία ο Σλέγκελ, ερμηνεύοντας, όχι μαιευτικά-επικοινωνιακά όπως ο Σλαϊερμάχερ, αλλά μεταφυσικά ως μετριοφροσύνη μπροστά στο ανέφικτο Απόλυτο, και ως κριτική ταυτόχρονα αποστασιοποίηση απ’ τον εαυτό και τους ‘αντιπάλους’ τού διαλόγου την «αυτο-μείωση» της – ως μιαν εκδήλωση της ελευθερίας. Το ‘μοντέλλο’ (πρότυπο…) τής «Επιστημονικής διδασκαλίας» (“Wissenschagtslehre”) τού Φίχτε ‘παρέχει’, κατά κοινήν παραδοχή, έναν αυτοπεριορισμό, μέσα από μια (μερική) αυτο-μείωση, της αρχικής αυτοδημιουργίας, με την «κυκλικότητα» (“Zyklizitӓt”) θέσης και αναίρεσης στο διαλεκτικά τριπλό βήμα θέσης – (πρόσθεσης) – αντίθεσης – σύνθεσης (ThesisProsthesisAntithesis Synthesis), με τις κατηγορίες τής άρνησης και του προσδιορισμού· αλλά (παρέχει αυτόν τον αυτοπεριορισμό…) και στην άπειρη περαιτέρω επανάληψη (Iterierung) της βασικής μορφής τού διαλογισμού, καθώς και στην ‘προσπάθεια’ να εκφρασθή «η αξεδιάλυτη αντίφαση του απροϋπόθετου και της προϋπόθεσης, της αδυναμίας και της αναγκαιότητας μιας πλήρους ‘μετάδοσης’», ώστε να καταστή δυνατή, με μιαν απαλλαγή απ’ το πεπερασμένο, τόσο η ελευθερία, όσο και η ενδεικτική (endeiktisch) (και επιδεικτικήepideiktisch στον Σλέγκελ) παραπομπή στο Απόλυτο (και Άπειρο), του οποίου και παρουσιάζεται ακριβώς ως «υποκατάστατο». Αποτελεί λοιπόν και «το χρέος κάθε φιλοσοφίας, που δεν είναι ακόμα… σύστημα», παντού όπου «δεν επιτελείται εντελώς συστηματικά η φιλοσοφία», η ειρωνία.

     Υπηρετεί λοιπόν μιαν άπειρη πρόοδο της φιλοσοφικής γνώσης – διακεκριμένης προς τις δυό πλευρές, της (υποκειμενικής) σκέψης και της (αντικειμενικής) δυναμοποίησης -, αλλά και τον περιορισμό της ταυτόχρονα με την έννοια μιας κατ’ αρχήν αγνωστικής σκέψης (agnostische Skepsis) ή μιας docta ignorantia (λανθάνουσα διδασκαλία…), για να το πούμε πιο θετικά, η ειρωνική μέθοδος. Προσπαθεί δε να ‘συνυπολογίση’ έτσι, τόσο την κριτική ‘στροφή’ τού Καντ, όσο και τις σκέψεις περί ελευθερίας όμως τής γενιάς του, καθώς και τη σύγχρονη ιστορικότητα και τον πλουραλισμό ο Σλέγκελ.

    Kαθώς πρόκειται για μια γενική κατηγορία γνώσης, μετέφερε ο Σλέγκελ και σε άλλες ‘περιοχές’, όπως την τέχνη και προπαντός την ποίηση, την έννοια της ειρωνίας, μιλώντας μάλιστα και για μια ‘ρομαντικήν’ ακόμα ‘ειρωνία’. Εδώ ανήκουν και οι ‘ιδέες’ για μιαν προοδευτική, καθολική ή μεταφυσική ποίηση, και μιαν ποίηση της ποίησης, καθώς και οι περιορισμοί τέχνης και κριτικής, η διάκριση διαφόρων ‘φάσεων’ (Phasen) της ειρωνίας (στη διαδικασία παραγωγής, στο έργο και στην αποδοχή), ή και η αναφορά μεγάλων παραδειγμάτων (αρχαία ‘παράβαση’ – Parabase - , Δάντης, Σαίξπηρ, Γκαίτε). Προσπαθώντας να εξισορροπήση, με μια διαρκή αναίρεση της αυταπάτης και με κριτικές και αποστασιοποιημένες ‘εφεδρείες’, τον ενθουσιασμό (Enthusiasmus) και τη μεγαλοφυία, οριοθετείται τόσο απ’ την αισθηματικότητα και την ‘ορμή και πίεση’ (Sturm und Drang, θύελλα και πάθος…) όσο κι απ’ τη στατικότητα (Statarisch) του κλασσικού, και γενικά τού κλασσικισμού, η ειρωνική αισθητική τού Σλέγκελ. Μπορεί να ξεπεράση ωστόσο το μέτρο και να γίνη ΄τεχνοτροπία’ (‘μανιέρα’, Μanier…), ως ορθολογική συνείδηση και σκέψη, η ειρωνία· αντιμετωπίζονται δε αναιρώντας κριτικά, με μιαν ειρωνία τής ειρωνίας, αυτές οι ‘παρεκφθορές’. Αποφασιστικό μένει βέβαια κι εδώ, ότι σχετικοποιείται («ακυρώνεται, καταργείται») συνεχώς στο αίτημά του να ισχύση, και τίθεται σε παρένθεση και εισαγωγικά τρόπον τινά, όπως και στη φιλοσοφία, το κάθε προϊόν σκέψης ή τέχνης, για να καταστή έτσι ‘διαφανές’ προς ένα ανεξάντλητο και αδύνατον να εκφρασθή ποτέ πλήρως Απόλυτο. Εμφανίζουν λοιπόν το παιχνίδι ως παιχνίδι, το φαινόμενο ως φαινόμενο, και γενικώς το πεπερασμένο ως πεπερασμένο η ειρωνία – και παρόμοια το αστείο και το χιούμορ -, κι απομακρύνουν έτσι απ’ αυτά – κι απ’ το Εγώ τού δημιουργού -, εξίσου δε και εξ αρνήσεως (ex negativο), προς κάτι το υψηλότερο παραπέρα. Παρακολουθεί δε με ιδιαίτερη, εννοείται, προσοχή τις ‘σπασμένες’ και ‘ανοιχτές’ λογοτεχνικές μορφές ο Σλέγκελ, που παραπέμπουν σε κάτι το περαιτέρω και διαφορετικό όλες απ’ τον εαυτό τους, και σε μιαν ανέφικτην εντέλει, υφιστάμενη στο άπειρο απολυτότητα: τις σημειώσεις, το δοκίμιο, τον χαρακτηρισμό (Charakteristik), το επεισόδιο (Episode), τη ραψωδία (Rhapsodie), τη σάτιρα (Satire), το γκροτέσκο (το κωμικό και παράδοξο…), το σχέδιο, το σκίτσο (Skizze), τη σπουδή και ιδιαιτέρως το αραβούργημα (Arabeske) και το απόσπασμα. Είναι όμως και τα κλασσικά ακόμα είδη, όπως το έπος (Epos) και το μυθιστόρημα (στη σύγχρονή του, διαδοχική μορφή), βασικά απεριόριστα και χωρίς πραγματικό τέλος, παροτρύνοντας μιαν αναμονή στο απέραντο και ανυπολόγιστο Άπειρο κατά την ερμηνεία τού Σλέγκελ.

     Μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα «μέσα σκέψης» (W. Benjamin), όσον αφορά στη φιλοσοφία, την τέχνη και τη θρησκεία στον Σλέγκελ. Και δεν υπάρχει καμμιά πράγματι περιοχή τού πνεύματος και της ‘κουλτούρας’ (Kultur), στον οποίον να μην μπορούσε να αποδοθή άπειρη ή – πολύ λιγότερο – ‘απλή’ δυνατότητα τελειοποίησης. Διατυπώνεται δε ήδη γενικευμένα στην πρώιμη πραγματεία «Για τη σπουδή τής ελληνικής ποίησης» (“Ṻber das Studium der griechischen Poesie”), ότι «είναι απείρως προοδευτικές όλες οι ποσότητες (Quanta)», το οποίο και επεξηγείται σε διαρκώς επαναλαμβανόμενες μάλιστα ‘προτάσεις’ για την άπειρη τελειοποιησιμότητα της τέχνης, αλλά και τη φιλοσοφική αισθητική (Aesthetik).

      Συνδέεται απ’ τον Σλέγκελ, όπως ακριβώς και στον Φίχτε, με την ‘επιθυμία’ (την επιδίωξη και την προσπάθεια…) και την άπειρη ελευθερία αυτή η τελειοποιησιμότητα. Και μπορούν να διακριθούν διάφορες περιοχές και βαθμίδες τελειοποίησης, με διαφορετικό η κάθε μια εύρος εδώ: Δεν είναι δηλ. ένας ολόκληρος μόνον καλλιτεχνικός κλάδος, όπως η ποίηση (Poesie), ή περιοχές τής ‘κουλτούρας’, όπως οι επιστήμες ή η φιλοσοφία – καθώς και το ανθρώπινο είδος αλλά και το σύμπαν πέρα απ’ αυτές – , αλλά ακόμα και το έργο – το σύνολο ή και το εν μέρει έργο – ενός συγγραφέα ή ακόμα και το ανολοκλήρωτο απόσπασμα τελειοποιήσιμο   (( Όλος ο κόσμος τείνει προς το άπειρο, το οποίο σημειωτέον το ‘μισούσαν’ – το μη εμπειρικό - , κατά μιαν παρατήρηση του Hadot, οι Έλληνες… )) . Γι’ αυτό είναι άλλωστε άπειρη (απέραντη…) και δεν εξαντλείται και ποτέ η ‘πλήρης’ σημασία κι ενός ολοκληρωμένου ακόμα έργου (προβλέποντας μ’ αυτό, πριν ακόμα κι απ’ τον Σλαϊερμάχερ, τη σύγχρονη θεωρία τής πολλαπλής ερμηνείας τών κειμένων ο Σλέγκελ). Γιατί είναι ήδη «κάθε έννοια, κάθε απόδειξη, και κάθε πρόταση» απείρως τελειοποιήσιμη. Κάτι που βασίζεται στο ότι μπορεί να εξελιχθή και το κάθε Εγώ τελικά – με τον Φίχτε – απείρως, καθώς είναι μάλιστα πάντοτε αποσπασματική, και μπορεί επίσης μόνον αποσπασματικά να ‘εκφρασθή’ και η συνείδηση. Τείνει λοιπόν να αντιληφθή μόνον ως συστήματα αποσπασμάτων (και αποσπασματικά άρα και τα ίδια) τα συστήματα (Systeme), αυτοχαρακτηριζόμενος κατά συνέπειαν και ως «αποσπασματικός συστηματικός» ο Σλέγκελ.

     Eξέλιξε λοιπόν συνολικά, παρόμοια όπως κι ο Hardenberg, προς έναν ιστορικό και ερμηνευτικό πλουραλισμό (historischen und hermeneutischen Pluralismus) και μια «φιλοσοφία τής ζωής» τις ‘αφορμές’ που πήρε απ’ τον Φίχτε, τοποθετούμενος ‘πραγματικο-φιλοσοφικά’ κατά κάποιον τρόπο ο Σλέγκελ. Και προέκυψαν έτσι άλλες αναγκαστικά, παρ’ όλη τη συνέχεια ως προς τη μέθοδο (Methode), σταθμίσεις, όπως στη διαμόρφωση π.χ. ενός συστήματος, που υποτάσσεται τώρα σαφώς (μονοσήμαντα…) στην ελευθερία.


     ( συνεχίζεται )