Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ Α΄

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

                                                                   ΛΟΓΟΣ Α΄

Περὶ τῆς νοερᾶς καὶ καρδιακῆς προσευχῆς καὶ περὶ τοῦ πῶς αὐτὴ ἡ νοερὰ καὶ καρδιακὴ προσευχὴ ἐξολοθρεύει τελείως τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς φλογίζει.

Εὐλόγησον πάτερ.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει στὸ θεῖο καὶ ἱερό Του Εὐαγγέλιο· «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. ζ΄ 38). Ὅποιος λοιπὸν θέλει νὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν καρδιά του σὰν ἀστείρευτη πηγὴ αὐτὸ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, ἂς ἀγωνιστεῖ νὰ ἀποκτήσει στὴν καρδιά του τὴν νοερὰ καὶ καρδιακὴ εὐχή, δηλαδὴ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» (πρβλ. Μτθ ιε΄ 22, Μάρκ. ι΄ 47, Ἰω. ιη΄ 38), τὴν ὁποία εὐχὴ νὰ τὴν λέγει σὲ κάθε ἀναπνοὴ μία φορά. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀποκτήσει αὐτὴν τὴν εὐχὴ πάντοτε στὴν καρδιά του, πρῶτα ἂς ἀκούσει τὴν ἑτοιμασία ποὺ πρέπει νὰ κάνει, καὶ ἔπειτα ἂς ἀκούσει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ τὴν λέγει.

Ὁ οὐράνιος βασιλεύς, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὡς καθαρὸς ποὺ εἶναι καὶ πέρα ἀπὸ κάθε καθαρότητα, δὲν εἰσέρχεται ἁπλῶς καὶ ὅπως τύχει σὲ ἀσύνετη καὶ ἀνέτοιμη καὶ βρωμισμένη καρδιά, διότι λέγει· «Εἰς ἀσυνέτου καρδίαν ὁ Θεὸς οὐκ εἰσελεύσεται· εἰ δὲ καὶ εἰσελεύσεται, ταχέως ἐξελεύσεται»· ἀλλὰ εἰσέρχεται σὲ συνετὴ καὶ προετοιμασμένη καὶ καθαρὴ καρδιά. Καὶ ὁ προφήτης Δαβὶδ λέγει γι᾿ αὐτὴν τὴν ἑτοιμασία· «Ἑτοίμη ἡ καρδία μου ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ἄσομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου» (Ψλμ. νστ΄ 8). Καὶ πρῶτα λέγει· «ἑτοίμη ἡ καρδία μου», ὕστερα λέγει· «ἄσομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου», τὸ ὁποῖο φανερώνει ὅτι πρῶτα πρέπει νὰ ἑτοιμάσει κάποιος τὴν καρδιά του, νὰ εἶναι καθαρὴ στὴν ὑποδοχὴ τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ δεχτεῖ στὴν καρδιά του τὸν Χριστό, μπορεῖ νὰ λέγει καὶ τὴν εὐχὴ καὶ νὰ μελετάει ἀκαταπαύστως μέσα στὴν καρδιά του, «χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος», καθὼς λέγει καὶ ὁ Ἀπόστολος· «Ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἐφεσ. ε΄ 19).

Ἡ προετοιμασία τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ ἑξῆς· ἡ παντοτινὴ νηστεία, ἡ ἄμετρη κακοπάθεια καὶ ταλαιπωρία τοῦ σώματος, ἡ ὑπερβολικὴ ταπείνωση.
Διότι, ἡ παντοτινὴ νηστεία καθαρίζει τό σῶμα τοῦ νηστευτοῦ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια καὶ ἀπὸ τὴν ὕλη τῆς κακῆς ἐπιθυμίας, ἐνῶ ἡ ταλαιπωρία τοῦ σώματος νεκρώνει καὶ θανατώνει τὰ παράλογα σκιρτήματα τῆς σάρκας καὶ ἡ ἄκρα ταπείνωση φέρνει τὴν εὐχὴ καὶ τοῦ γίνεται, κατὰ κάποιο τρόπο, σὰν κάποια προαναγγελία. Καὶ καθὼς ὁ αὐγερινὸς ἀστέρας μᾶς δείχνει καὶ μᾶς προαναγγέλλει καὶ μᾶς φανερώνει ὅτι σὲ λίγη ὥρα θὰ ἀνατείλει ὁ φωτεινὸς ἥλιος, ἔτσι καὶ ἡ ταπείνωση εὐαγγελίζεται στὸν προετοιμασμένο τὸ μήνυμα τῆς παρηγορίας καὶ τὸν πληροφορεῖ ὅτι τώρα θὰ ἔλθει στὴν καρδιά του ἡ εὐχή, ἡ ὁποία ὅταν ἔλθει φωτίζει τὴν ψυχή, τὴν καρδιὰ καὶ τὸν νοῦ μὲ τὶς φωτιστικὲς καὶ λαμπερὲς ἀκτῖνες ποὺ βγαίνουν νοητῶς ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀφοῦ φωτιστεῖ ὁ νοῦς, τότε ὁ ἄνθρωπος διακρίνει τὸ ὠφέλιμο τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ βλαπτικό, καὶ ὅπως ἐκεῖνος ποὺ περπατάει τὴν νύκτα μὲ αἰσθητὸ φῶς, βλέπει τὸ μονοπάτι καὶ δὲν χάνεται, ὁμοίως καὶ ἐκεῖνος ποὺ φωτίστηκε στὸν νοῦ ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ φῶς, τὸν Χριστό, διακρίνει τὴν ἀληθινὴ καὶ ἀπλανῆ ὁδὸ ποὺ τὸν σώζει καὶ τὸν φέρνει στὸν Χριστό, ἀπὸ τὴν ψευδῆ καὶ πλανεμένη ὁδὸ ποὺ τὸν κολάζει καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸν διάβολο.

Ἀφοῦ λοιπόν, προετοιμαστεῖ κανεὶς ὅπως εἴπαμε, ἢ καὶ περισσότερο, δηλαδὴ μὲ περισσότερη σκληραγωγία, καὶ ἔχει τὰ πάθη του νεκρωμένα ἀπὸ τὴν ἄσκηση, τότε ἂς μαζέψει τὸν νοῦ του ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἐξωτερικοὺς περισπασμοὺς τῶν ἔξω ὑποθέσεων καὶ κλίνοντας τὴν κεφαλὴ ἴσια κατὰ τὸ στῆθος, ἂς ἐρευνήσει νὰ βρεῖ τὸ μέρος ποὺ εἶναι στὸ κέντρο τοῦ στήθους, καὶ ἐκεῖ μέσα, ἀφοῦ στήσει ὅλη του τὴν προσοχή, σὰν κάποιος ἄγρυπνος καὶ ἐπιτήδειος φρουρὸς καὶ σκοπευτής, ἂς ἀρχίσει νὰ λέγει τὴν εὐχὴ μὲ λίγη βία καὶ λίγη συντριβή, χωρὶς νὰ τὴν προφέρει ἀπὸ τὸν λάρυγγά του καὶ δίχως νὰ κινεῖ τὴν γλῶσσα του, ἀλλὰ νὰ τὴν λέγει ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, καθὼς λέγει· «Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι Κύριε, Κύριε εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου» (Ψλμ. ρκθ΄ 1). Ἀκόμη, ὅταν λέγει τὴν εὐχὴ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἂς κρατήσει λίγο καὶ τὴν ἀναπνοή του.

Ὅμως, ὁ νοῦς του ἐκείνην τὴν ὥρα, ἂς μὴν παραμερίσει καθόλου ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ λέγεται ἡ εὐχή. Καὶ ἀφοῦ ἀρχίσει νὰ θερμαίνεται καὶ νὰ ζεσταίνεται ὁ χῶρος μέσα στὸν ὁποῖο λέγεται ἡ εὐχή, τότε ἂς ἀρχίσει νὰ τὴν λέγει δυνατότερα καθὼς λέγει· «πορεύσονται ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν» (Ψλμ. πγ΄ 87). Καὶ λοιπόν, λέγοντας πολλὲς φορὲς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν εὐχή, θὰ ἀρχίσει νὰ πονάει ἐσωτερικῶς τὸ στῆθος ἐκεῖ ποὺ λέγεται ἡ εὐχὴ μὲ τὴν τριβή, καὶ ἡ εὐχὴ θὰ ἀρχίσει νὰ βράζει μέσα στὴν καρδιά, ἐννοοῦμε μέσα στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ νὰ ἀναβλύζουν τὰ θεῖα καὶ πνευματικὰ νοήματα, σάν ἀπὸ κάποια ἀένναη πηγή.

Ἀπὸ τοῦτο λοιπὸν τὸ σημεῖο γίνεται φανερὸ ὅτι ἦλθε καὶ κατοίκησε ὁ Χριστὸς σ᾿ ἐκείνην τὴν καρδιά, ὅπως τὸ λέγει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στὸ θεῖο Του καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο· «Οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη΄ 20), δηλαδὴ ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ καρδιά, ὁ νοῦς καὶ ἡ προσοχὴ συγκεντρωμένα καὶ τὰ τρία, καὶ μελετοῦν μαζὶ καὶ μὲ εὐλάβεια τὸ ὄνομά μου, ἐκεῖ μεταξύ τους εἶμαι καὶ ἐγώ. Καὶ πάλι λέγει ὁ Σωτήρας· «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατήρ μου εἰσελευσόμεθα πρὸς αὐτὸν καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄ 23). Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, στὸ ἑξῆς λέγεται ἡ εὐχὴ μέ εὐκολία, διότι καθὼς τὸ σίδερο ὅταν πυρωθεῖ καλὰ ἀπὸ τὴν φωτιὰ δουλεύεται εὔκολα, καὶ καθὼς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ θελήσει νὰ κάψει ἕνα καμίνι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ζεστάνει μονομιᾶς, ἀλλὰ λίγο - λίγο ὥσπου νὰ πυρωθεῖ καὶ νὰ ἀνάψει τὸ καμίνι καὶ τότε μόνον, ἂν πλησιάσει τὰ ξύλα κοντὰ στὴν τρύπα τοῦ καμινιοῦ, ἀμέσως τὸ καμίνι τὰ ρουφάει μέσα του καὶ τὰ καίει, ἔτσι γίνεται καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· ἀφοῦ πυρωθεῖ ἡ καρδιά του ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε λέγει τὴν εὐχὴ μέ πολλὴ ζέση καὶ μὲ πολλὴ θερμότητα καὶ εὐκολία.

Μετὰ τὴν παύση τῆς βίαιης καὶ συντετριμμένης εὐχῆς, ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του καὶ τὸν γνωρίζει καλά, δηλαδὴ συλλογίζεται τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐνθυμήσεις ποὺ εἶχε πρὶν συντρίψει τὴν καρδιά του μὲ τὴν εὐχή, καὶ βρίσκει ὅτι ὅλα ἦταν παγίδες, τριβόλια, κεντριὰ καὶ ἐφευρέσεις τοῦ διαβόλου. Καὶ αὐτὸ τὸ καταλαβαίνει πολὺ καλὰ ἀπὸ τὸ ἑξῆς· ἀμέσως μόλις ἀρχίσει νὰ συντρίβει τὴν καρδιά του μὲ τὴν πιεστικὴ εὐχή, χάνονται καὶ σκορπίζονται ἀμέσως σὰν καπνὸς ἐκεῖνα τὰ ἀκάθαρτα καὶ ὑπερήφανα νοήματα ποὺ τὸν ἔκαναν πρῶτα νὰ δικαιώνει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ τὸν νομίζει προοδευμένο καὶ σπουδαῖο.

Τότε ἐκπληρώνεται σ᾿ αὐτὸν ὁ λόγος ποὺ λέγει· «Εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου· καὶ παρῆλθον, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν, καὶ ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ» (Ψλμ. λστ΄ 35-36). Καὶ λοιπόν, ἀφοῦ χαθεῖ καὶ φύγει τελείως ἀπὸ τὴν καρδιά του ἐκείνη ἡ ψευδὴς καὶ φανταστικὴ δικαιολογία τοῦ ἑαυτοῦ του, τότε βλέπει τὸν ἑαυτό του γυμνό, ὄχι μόνον ἀπὸ κάθε ἀρετή, ἀλλὰ καὶ ἁμαρτωλὸ καὶ ταλαίπωρο σὰν τὸν τελώνη.

Αὐτὸ φανερώνει καὶ ἡ παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν φαρισαῖο καὶ τὸν τελώνη (Λουκ. ιη΄ 11 κ.ἑξ.). Διότι ὅσο ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲν συντρίβεται μὲ τὴν εὐχή, τόσο αὐτοδικαιώνεται ὁ ἄνθρωπος καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του δίκαιο καὶ ἅγιο, καθὼς ἔκανε ὁ φαρισαῖος. Ὅταν ὅμως συντριβεῖ ἡ καρδιά του μὲ τὸν ἀναστεναγμὸ τῆς εὐχῆς, ταπεινώνεται ἡ καρδιά του καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὅμοιο μὲ τὸν τελώνη.

Ἀκόμη, ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν καρδιά του ἀπερίτμητη καὶ δικαιωμένη, ἂν εἰσέλθει στὴν ἐκκλησία δὲν τοῦ ἔρχεται καμμία κατάνυξη οὔτε καμμία ἀληθινὴ εὐλάβεια στὸν Θεὸ καὶ στὰ θεῖα, ἀλλὰ οὔτε κανένας οὐράνιος ἔρωτας· στέκεται μόνον μὲ τὸ σῶμα, σὰν ἕνα ἄκαρπο ξύλο ποὺ πρέπει νὰ κοπεῖ καὶ νὰ ριχτεῖ στὴ φωτιά, ὅπως λέγει· «Ἤδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου κεῖται. Πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Λουκ. γ΄ 9). Ἡ προσευχὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει καμμία καρδιακὴ θερμότητα, ἀλλὰ γίνεται μὲ ξερὸ μόνον λόγο καὶ ψυχρὸ νοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἡ προσευχὴ αὐτὴ γίνεται πρὸς κατάκρισή του, καθὼς ἔγινε μὲ τὸν φαρισαῖο.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἔχει τὴν καρδιά του ταπεινωμένη καὶ συντετριμμένη ἀπὸ τὴν βία τῆς εὐχῆς, μόλις εἰσέλθει στὴν ἐκκλησία, ἀμέσως τὸν ἁρπάζει καὶ τὸν περικυκλώνει μία ἀληθινὴ καὶ ζωηρὴ εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὰ θεῖα, τόσο, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καταλαβαίνει τὴν ἐνέργειά της, διότι τοῦ φαίνεται ἀπὸ τὴν χαρά του -καὶ ἔχει πεισθεῖ- ὅτι δὲν στέκεται σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐπίγεια ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι στέκεται στὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, σ᾿ ἐκείνην τὴν θεϊκὴ δόξα, ὅπου ὑμνεῖται ὁ ὑπερύμνητος καὶ δοξασμένος βασιλεὺς ἀπὸ μύριες μυριάδες ἀγγέλων. Τότε, ἀπὸ τὴν χαρά καὶ τὴν εὐλάβειά του, τρέχουν καὶ χύνονται σὰν ποτάμι ἀπὸ τὰ μάτια του θερμότατα δάκρυα, τὰ ὁποῖα τὸν καθαρίζουν ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, καθὼς λέγει· «Πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι» (Ψλμ. ν΄ 9).

Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν εὐλάβεια, τὸν περικυκλώνει καὶ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ κάποια ἄλλη Χάρη· δηλαδή, μετὰ τὰ δάκρυα ἔρχεται σ᾿ αὐτὸν κάποια ἄλλη θεϊκὴ παρηγορία, τὴν ὁποίαν δὲν κατανοεῖ βεβαίως αἰσθητῶς, ὅμως νοητῶς νοεῖται καθαρῶς καὶ τὴν θεωρεῖ μὲ τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμοὺς ὅτι κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό, σὰν δροσιὰ πάνω στὴν κεφαλή του, σὰν τὴν δροσιὰ τοῦ προφήτου Γεδεών, καὶ χύνεται σ᾿ ὅλο του τὸ σῶμα καὶ τὸ μυρώνει, δηλαδὴ τὸ ἁγιάζει. Γι᾿ αὐτό, λέγει ἡ Γραφή· «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ἐκχέων τὴν χάριν αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ, ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν ὤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ» (πρβλ. Ψλμ. ρλβ΄ 2). Τότε ἀπ᾿ αὐτὸ γίνεται ὅλο του τὸ σῶμα ἐλαφρὸ καὶ γεμᾶτο ἀπὸ κάθε πνευματικὴ στήριξη καὶ παρηγορία.

Στὴν συνέχεια λαμβάνει κάποια πληροφορία ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν Χάρη, ὅτι συμφιλιώθηκε μὲ τὸν Θεὸ καὶ λέγει μαζὶ μὲ τὸν προφήτη· «Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα» (Ψλμ. ν΄ 10)· δηλαδή, Σ᾿ εὐχαριστῶ Κύριε, ποὺ μὲ πληροφόρησες καὶ μοῦ ἔδωσες νὰ καταλάβω ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς Χάρης Σου ὅτι μοῦ συγχώρησες τελείως ὅλα μου τὰ ἁμαρτήματα καὶ παρηγορήθηκα ἐγὼ ὁ εὐτελὴς δοῦλος σου, ἐπειδὴ τόσο μὲ εἶχε ταπεινώσει ἡ ἁμαρτία μου, ὥστε ἔτρεχα πάντοτε στὸν γκρεμὸ καὶ ἔτρεμαν τὰ κόκκαλά μου ἀπὸ τὸν φόβο τῆς κόλασης.

Ἀκόμη καὶ ἄλλα περισσότερα λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔρχονται στὸ στόμα του ἐκείνην τὴν ὥρα, τὰ ὁποῖα φανερώνουν ὅτι ὁ Θεὸς δέχθηκε τὴν μετάνοιά του καὶ τὴν προσευχή του, καθὼς λέγει· «Πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψλμ. ν΄ 19).

Ὅμως, ὄχι μόνον αὐτὰ ἀπολαμβάνει ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἄλλα πολλὰ θεῖα καὶ οὐράνια νοήματα ξεπηδοῦν ἀπὸ τὴν καρδιά του. Διότι λύθηκε καὶ σκορπίστηκε τὸ σκοτεινὸ σύννεφο τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τότε στοχάζεται τὴν ἁρμονία τοῦ ἱεροῦ ρητοῦ ποὺ λέγει· «Διήνοιξε αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφὰς» (Λουκ. κδ΄ 45) καὶ· «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. ζ΄ 38). Διότι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου βράζει ἀπὸ τὰ θεῖα νοήματα καὶ μὲ παραβολὲς συνομιλεῖ, καθὼς λέγει· «Ἀνοίξω ἐν παραβολαῖς τὸ στόμα μου, φθέγξομαι προβλήματα ἀπ᾿ ἀρχῆς» (Ψλμ. οζ΄ 2). Διότι ἐκείνην τὴν ὥρα εἶναι γεμᾶτος πῦρ μέσα στὴν καρδιά του, ἐπειδὴ ἄναψε στὴν καρδιά του τὸ πῦρ ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Χριστός· «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν εἰς τὴν γῆν καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη;» (Λουκ. ιβ΄ 49). Ὁπότε αὐτὴν τὴν ὥρα, ὁ οὐράνιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὡς ἀναμμένος ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λαμβάνει μέσα του ὁριστικὴ ἀπόφαση νὰ φυλάξει χωρὶς παρέκκλιση ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέγει καὶ ὁ προφήτης καὶ βασιλέας Δαβίδ· «Ὤμοσα καὶ ἔστησα τοῦ φυλάξασθαι τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου» (Ψλμ. ριη΄ 106). Αὐτὴ ἡ ζωηρὴ καὶ διάπυρη ἐνέργεια τοῦ θείου ἔρωτος δόθηκε σ᾿ αὐτὸν κατὰ τὸ ἴδιο μέτρο μὲ τὸν ἀγῶνα ποὺ ἔκανε, ὅταν
προσευχήθηκε.

Ἂν προσευχηθεῖ κάποιος κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο μισὴ ὥρα, παραμένει καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς καρδιακῆς εὐχῆς σχεδὸν μισὴ ὥρα τὴν ἡμέρα ἢ τὸ πολὺ μία ἡμέρα· ὄχι περισσότερο. Διότι, καθὼς τὸ σίδερο, ὅταν τὸ βγάζει ἀπὸ τὴν φωτιὰ ὁ σιδερᾶς, φαίνεται καὶ αὐτὸ ὅμοιο μὲ τὴν φωτιὰ καὶ καίει ἐξίσου, ὅμως ἀρχίζει νὰ χάνει λίγο - λίγο τὴν θερμότητα καὶ ἐπανέρχεται στὴν φυσική του ψυχρότητα καὶ ὄψη, ὁμοίως καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν λέγει τὴν εὐχὴ μὲ βία καὶ συντριβή, ἀνάβει ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τῶν θείων νοημάτων· ὅμως, ἂν παύσει αὐτὴν τὴν προσευχή, παύει νὰ ρέει καὶ τὸ ζῶν ὕδωρ τῶν θείων νοημάτων.

Αὐτὸ γίνεται ἀπὸ οἰκονομία Θεοῦ γιὰ νὰ μὴν ἀμελήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν εὐχή, θεωρώντας ὅτι πλέον δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ προσευχηθεῖ σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε, καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ μὴν πέσει πάλι στὰ πρῶτα πάθη τῆς ἁμαρτίας, ἢ σὲ ἀκόμη μεγαλύτερα καὶ χειρότερα. Διότι λέγει· «Ὅταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾿ ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ οὐχ εὑρίσκει. Τότε λέγει· εἰς τὸν οἶκόν μου ἐπιστρέψω ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σχολάζοντα καὶ σεσαρωμένων καὶ κεκοσμημένον. Τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει μεθ᾿ ἑαυτοῦ ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων»(Ματθ. ιβ΄ 43-45).

Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, πρέπει νὰ προσεύχεται πάντοτε ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ προσευχή του νὰ γίνεται ἀδιαλείπτως, καθὼς μᾶς παροτρύνει τὸ Εὐαγγέλιο· «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 17), «ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Ματθ. κστ΄ 21). Νὰ προσεύχεται κανεὶς συνεχῶς, ὅμως ὄχι πάντοτε μὲ συντριβὴ καὶ βία τῆς καρδιᾶς σύμφωνα μὲ τὸν προηγούμενο τρόπο (διότι αὐτὸ εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο), ἀλλὰ νὰ προσεύχεται συνεχῶς, καὶ μὲ διαφορετικὸ τρόπο· ἀφοῦ δηλαδὴ προσευχηθεῖ μὲ βία καὶ μὲ συντριβὴ καὶ πονέσει τὸ στῆθος ἐσωτερικῶς, καὶ δὲν δέχεται πλέον ἐκεῖνο τὸ μέρος περισσότερη βία, τότε ἂς προσεύχεται κατὰ κάποιο τρόπο ἥσυχα, μέτρια καὶ ἀναπαυτικά, μέχρι νὰ γιατρευτεῖ καὶ νὰ ἀναλάβει λίγο ἐκεῖνο τὸ ἐσωτερικὸ καταπληγωμένο μέρος τοῦ στήθους.

Καὶ λοιπόν, ἀφοῦ γιατρευτεῖ καὶ ἀναλάβει, ἂς ἀρχίσει πάλι τὸν ἀγῶνα τῆς συντετριμμένης καὶ καρδιακῆς του προσευχῆς, ὅπως πρίν, μὲ βία. Ὁ νοῦς ἂς προσέχει πάντοτε καὶ ἂς φυλάττει ἀδιαλείπτως τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὶς προσβολὲς τοῦ διαβόλου. Καὶ ὅταν ὁ διάβολος ἐπιτεθεῖ, ἀμέσως ὁ νοῦς ἂς διεγείρει καὶ ἂς συντρίψει τὴν καρδιὰ μὲ τὴν εὐχή, μέχρι νὰ πονέσει ἡ καρδιά, καὶ τότε ἀμέσως θὰ χαθεῖ καὶ θὰ ἐξαφανιστεῖ ἐκείνη ἡ ἐπίθεση τοῦ σατανᾶ, ὅπως τὸ σύννεφο ἀπὸ τὸν ἄνεμο.

Εἶναι ἀδύνατο πρᾶγμα γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ διώξει καὶ νὰ ἐξαλείψει τὶς προσβολὲς τοῦ διαβόλου μὲ ἄλλο τρόπο ἀπὸ τὴν καρδιά του, παρὰ μόνον μὲ αὐτὴν τὴν καρδιακὴ καὶ συντετριμμένη προσευχή, τὴν ὁποία ἂν ἀμελήσει κινδυνεύει ἀπὸ ψυχικὸ θάνατο, ὅπως εἴπαμε. Αὐτὸ τὸ φανερώνει καὶ ἐκεῖνο ποὺ ψάλλει ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ· «Εἰ ὁ δίκαιος μόλις σώζεται, ὁ ἁμαρτωλὸς ποῦ θέλει φανεῖ;» (Α΄ Πέτρου δ΄ 18). Καθὼς ὁ ἄσπονδος καὶ ἄσπλαγχνος ἐχθρός μας διάβολος μᾶς πολεμάει μὲ ποικίλους τρόπους ἕως τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ὁμοίως καὶ ἐμεῖς ἂς τὸν πολεμήσουμε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μέχρι τὴν τελευταία μας ἀναπνοή. Μάθε, ἀναγνῶστα, καὶ μία ὀπτασία τῶν πατέρων, γιὰ τὸ πῶς αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς εὐχῆς διώχνει καὶ ἐξολοθρεύει τὰ πάθη καὶ τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὴν καρδιά μας.

Κάποιος ἀδελφός, ἐνῶ προσευχόταν στὸ κελλί του μὲ συντριβὴ καὶ μὲ βία τῆς καρδιᾶς, ἀναστενάζοντας σὲ κάθε εὐχή, ἦλθε σὲ ἔκσταση καὶ εἶδε ἀμέτρητα πλήθη δαιμόνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλοι ἦταν σὰν σκύλοι, ἄλλοι σὰν ὄναγροι, ἄλλοι σὰν γίδες, ἄλλοι σὰν ἀλεποῦδες καὶ ἄλλοι σὰν θηρία ἄλλων εἰδῶν (λέγουμε ὅτι τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων εἶναι πολλὰ καὶ διάφορα), οἱ ὁποῖοι δαίμονες κάλυπταν ἀρκετὸ χῶρο μὲ τὸν ἀριθμό τους, διότι κάθε τάγμα τους ἦταν πολυάριθμο. Ὁ ἀδελφὸς ὅταν τοὺς εἶδε καθόλου δὲν ταράχτηκε, ἀλλὰ ἔχοντας ὅλο τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα στὸν Δεσπότη Χριστό, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βράζει μέσα του καὶ τὴν καρδιά του σὰν πύρινη φλόγα, τοῦ φάνηκε ὅτι ὅρμησε ἐναντίον τῶν δαιμόνων σὰν ὠρυόμενο λιοντάρι γιὰ νὰ τοὺς πολεμήσει, ὄχι μὲ ὅπλα αἰσθητά, ἀλλὰ μὲ ὅπλα ἀόρατα καὶ ἀνίκητα, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Φθάνοντας λοιπόν, μπροστά τους, ἄρχισε νὰ λέγει τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με», ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας. Καὶ τόσο ὑπερβολικῶς βίαζε τὴν καρδιά του μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὥστε λίγο ἔλειψε νὰ σπάσει ἡ καρδιά του καὶ νὰ κοπεῖ.

Καὶ λοιπόν, ὅταν ἔλεγε μία φορὰ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», τοῦ φαινόταν ὅτι ἔπιανε ἕνα δαίμονα καὶ τὸν ἐκσφενδόνιζε πολὺ μακριά. Καὶ πάλι λέγοντας τὴν εὐχὴ ὁμοίως δυνατά, ἐκσφενδόνιζε καὶ ἄλλον. Καὶ κάνοντας ἔτσι, ἔδιωξε τοὺς περισσότερους μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ (δηλαδή, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ περισσότερα πάθη μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ). Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ τοὺς δαίμονες αὐτούς, ὡς πείσμονες καὶ φιλόνεικοι ποὺ ἦταν, δὲν κουνήθηκαν ἀπὸ τὸν τόπο τους, ἀλλὰ κοιτάζοντας τὸν ἀδελφὸ μὲ μανία καὶ μὲ ἀγριότητα ἔλεγαν· «Ἐμεῖς μὲ κανένα τρόπο δὲν φεύγουμε ἀπὸ ἐδῶ, ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι παλιά μας κατοικία», δηλαδή, μερικά πάθη, ἐπειδὴ πάλιωσαν, δύσκολα ἀποκόπτονται.

Τότε ὁ ἀδελφός, ἀκούοντας αὐτὰ τὰ λόγια στενοχωρήθηκε πολύ, καὶ ἀπὸ τὴν πολλή του λύπη, βρῆκε καὶ ἄλλο τρόπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς πολὺ ὑψηλό, πολὺ σπάνιο καὶ δύσκολο νὰ βρεθεῖ. Ἔλεγε ὅτι ἔνοιωσε σὰν νὰ ἤθελε νὰ βιάσει ὑπερβολικῶς τὴν καρδιά του μὲ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» καὶ κατὰ κάποιο τρόπο, σὰν νὰ ἤθελε νὰ γίνει ἡ καρδιά του ὅλη εὐχὴ καὶ ἕνα μὲ τὴν εὐχή· ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑπερφυσικὴ συντριβή, ἔβγαζε ἀπὸ τὸ βάθος του κάποιο βαρὺ ἀναστεναγμό, καθὼς λέγει ὁ προφήτης Δαβίδ· «Ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου» (Ψλμ. λζ΄ 9), καὶ σχεδὸν ἀπὸ τὴν ἄμετρη βία καὶ ἀπὸ τὴν ἄκρα στένωσή του κόντευε νὰ ξεψυχήσει· ὅταν τελείωνε λοιπόν, ἐκεῖνο τὸν βαρὺ καὶ βαθύτατο ἀναστεναγμό, τότε οἱ δαίμονες ποὺ ἦταν πρὶν ὑπερήφανοι καὶ ἄγριοι ἔφευγαν ἀπὸ μπροστά του σὰν νὰ τοὺς κυνηγοῦσε μία φλογίνη ρομφαία. Καὶ ὅπως μοῦ φαίνεται, αὐτὸ ἐννοεῖ καὶ ἐκεῖνο τὸ ρητὸ ποὺ λέγει· «Καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας», διότι ὅσο βαθύτερο ἀναστεναγμὸ ἔβγαζε ἀπὸ μέσα του μὲ πόνο καρδίας, τόσο ἐξολόθρευε ἐκείνους τοὺς τυρρανικοὺς δαίμονες, καὶ ὅσο τοὺς ἐξολόθρευε, τόσο καρποφοροῦσε καρπὸ ἑκατονταπλάσιο.

Λοιπόν, ἀφοῦ ὁ ἀδελφὸς καθάρισε ὅλο ἐκεῖνο τὸν τόπο ἀπὸ τοὺς δαίμονες, τότε σήκωσε τὴν κεφαλή του, καὶ νά! βλέπει μακριὰ ἀπ᾿ αὐτὸν σὲ ἀπόσταση βολῆς πέτρας, ἢ καὶ λίγο μακρύτερα, νὰ στέκονται οἱ διωγμένοι δαίμονες κοιτάζοντας ὅλοι πίσω μήπως βροῦν κατάλληλο καιρὸ γιὰ νὰ γυρίσουν πάλι. (Ἐξηγοῦμε ὅτι ὅταν ξεκοποῦν τὰ πάθη ἀπὸ τὴν καρδιὰ μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς, τότε μένει στὴν διάνοια μόνον ἡ ἐνθύμησή τους, καὶ ἂν λείψει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐχή, ζωντανεύουν πάλι καὶ ἀνανεώνονται). Ὁ δὲ ἀδελφός, θέλοντας νὰ τοὺς διώξει καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, κάθησε σὲ ἕνα σκαμνί, καὶ σκύβοντας τὴν κεφαλή του ὣς τὰ γόνατά του, προσευχόταν καθὼς προσευχόταν κάποτε ὁ θεόπτης Μωϋσῆς, ὅταν ἄκουσε τὸν Θεὸ ποὺ τοῦ ἔλεγε· «Μωϋσῆ, Μωϋσῆ, τί βοᾷς πρός με;» (Ἔξ. ιδ΄ 15). Προσευχόμενος λοιπὸν καὶ ὁ ἀδελφὸς νοερῶς κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, νά! καὶ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του, ἄλλοτε φωτιά, ἡ ὁποία ἔφθανε μέχρι τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς κατέκαιγε, ἄλλοτε ἔβγαιναν ἀναμμένα βόλια, σὰν αὐτὰ ποὺ κοινῶς ὀνομάζονται «μολύβια», τὰ ὁποῖα βγαίνοντας ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀδελφοῦ σὰν ἀπὸ τουφέκι, μὲ τόση ὁρμὴ ἐκτοξεύονταν ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ὥστε πολλοὺς ὁλοκληρωτικῶς ἐξολόθρευσαν. Καὶ ἦταν ἀληθῶς νὰ θαυμάζει κανείς. Διότι ἀναλόγως μὲ τὴν βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀδελφοῦ ἐκεῖνα τὰ ἀναμμένα «μολύβια». Ὅποτε ἔλεγε ὁ ἀδελφὸς τὴν εὐχὴ πολὺ δυνατά, ἔβγαιναν ἐκεῖνα μεγάλα, σὰν βόμβες, τὰ ὁποῖα χτυποῦσαν μὲ τὴν μία πολλοὺς δαίμονες καὶ μάλιστα τοὺς δυνατότερους· ὅταν ὅμως ἔλεγε τὴν εὐχὴ χωρὶς πολλὴ βία, ἔβγαιναν αὐτὰ μικρά, ὅμως δυνατά, καὶ χτυποῦσαν τοὺς μικρότερους δαίμονες. Αὐτὰ λοιπὸν βλέποντας ὁ ἀδελφός, ἦλθε στὸν ἑαυτό του, καὶ νά! βλέπει φανερῶς ὅτι ἔβραζε ἡ εὐχὴ μέσα στὴν καρδιά του, καθὼς βράζει καὶ κοχλάζει τὸ νερὸ στὴν φωτιά.

Ὁμοίως καὶ κάποιος ἄλλος ἀδελφός, προσευχόμενος κάποτε νοερῶς, ἦλθε σὲ παρόμοια ὀπτασία· εἶδε δαίμονες πολλοὺς σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας μὲ μορφὴ στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδειχναν κατὰ φαντασία ὅτι ὁρμοῦν ἐναντίον του μὲ πολλὴ μανία, γιὰ νὰ τὸν ἀφανίσουν ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς. Τότε τοῦ φάνηκε ὅτι φοβήθηκε ἀπὸ τὴν βίαιη καὶ τρομακτική τους ὁρμὴ καὶ ὅτι ἔτρεξε γρήγορα μέσα στὴν ἐκκλησία, ζητώντας βοήθεια ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Καὶ λοιπόν, μόλις μπῆκε στὴν ἐκκλησία, νά! βλέπει τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία στὶς εἰκόνες σὰν ζωντανοὺς καὶ κάθονταν καὶ οἱ δύο σὰν δοξασμένοι βασιλεῖς σὲ θρόνο δόξης.

Ὁ ἀδελφὸς ἀτενίζοντας τὸν Χριστό, Τὸν εἶδε ὅτι ἦταν χαριτωμένος καὶ ὡραῖος, καθὼς λέγει· «Ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων» (Ψλμ. μδ΄ 3), μαζὶ ὅμως μὲ τὴν ἀνέκφραστη ἐκείνην καὶ θαυμαστὴ ὡραιότητα, ποὺ εἶχε στὸ πρόσχαρο καὶ πανάχραντο Αὐτοῦ θεῖο πρόσωπο, ἦταν ἀκόμη ντυμένος καὶ ἀπὸ μία ἄλλη δόξα καὶ ἕνα φῶς καθαρότερο καὶ λαμπρότερο τοῦ ἥλιου, καθὼς λέγει· «Ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω, ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον» (Ψλμ. ργ΄ 2). Ὁπότε, πλέον δὲν μπόρεσε ὁ ἀδελφὸς νὰ δεῖ τὸν Χριστό, καθὼς δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ κοιτάξει δεύτερη φορὰ τὸν ἥλιο ἐπειδὴ θαμπώνονται τὰ μάτια του, ἀλλὰ μόνον Τὸν προσκύνησε καὶ ἀσπάστηκε τὸ ἄχραντο δεξιό Του χέρι μὲ φόβο καὶ μὲ χαρά, καθὼς λέγει· «Χαίρει τῇ ψυχῇ καὶ τρέμει τῇ χειρί». Πῆγε λοιπὸν ὁ ἀδελφὸς καὶ στὴν Παναγία καί, ἀφοῦ τὴν προσκύνησε, ἀσπάστηκε τὸ παρθενικὸ καὶ καθαρό της χέρι, τόλμησε ὅμως καὶ τὴν κοίταξε στὸ πανάγιό της πρόσωπο, ἀλλὰ τόσο ἔμοιαζε τὸ φῶς καὶ ἡ δόξα τῆς Παναγίας μὲ τὸ φῶς καὶ μὲ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ὁμοιάζει ἡ λάμψη τῆς ἀστραπῆς μὲ τὴν λάμψη τοῦ ἥλιου. Δηλαδὴ ἡ δόξα τῆς Παναγίας ἦταν λίγο πιὸ συγκαταβατικὴ γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἀδελφὸς νὰ ξανακοιτάξει, καθὼς ξανακοιτάζοντας κάποιος τὴν ἀστραπὴ δὲν θαμπώνονται τὰ μάτια του.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καθόταν ὡς νήπιο ἀναπαυμένος στὴν ἁγία της ἀγκάλη, σὰν σὲ θρόνο χερουβικό, καὶ ἡ Παναγία κοίταζε τὸν ἀδελφὸ μὲ βλέμμα εὐσπλαγχνικὸ καὶ γλυκύτατο. Ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς μου, τόσο γλυκὺς ἦταν καὶ ὄμορφος στὴν ὄψη καὶ χαριτωμένος σὲ ὅλα καὶ τόσο στόλιζε καὶ δόξαζε τὴν Παναγία μὲ τὴν βασιλική Του στάση στὴν ἀγκάλη της, καὶ τόσο ταίριαζε ὁ ἄσπιλος στὴν ἄσπιλο, ὁ ἄμεμπτος στὴν ἄμεμπτη, ὁ βασιλεὺς στὴ βασίλισσα, ὁ Κύριος στὴν Κυρία, ὁ δοξασμένος στὴν δοξασμένη, ὁ τίμιος στὴν τιμία, ὁ Παρθένος στὴν Παρθένο, ὁ Ἰησοῦς -λέγω- στὴν Μαρία, τόσο ταίριαζε σ᾿ αὐτὴν ὅσο ταιριάζει ἡ εὐωδία τοῦ ρόδου στὴν ὡραιότητα τοῦ ρόδου.

Ἔβλεπε δὲ ὁ Χριστὸς τὸν ἀδελφὸ μὲ πολλὴ γλυκύτητα καὶ μὲ ἀμέτρητη εὐφροσύνη. Καὶ πάλι, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ κρατάει στὸ χέρι του τὸ ρόδο καὶ τὸ μυρίζει, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν χαρεῖ μὲ τὴν ὡραιότητά του καὶ νὰ μὴν μετέχει στὴν εὐωδία, ἔτσι καὶ ὁ ἀδελφὸς βλέποντας τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία καὶ βλεπόμενος ἀπὸ Αὐτούς, ἦταν ἀδύνατο νὰ μὴν μετέχει στὴν Χάρη τους καὶ νὰ μὴν ἀπολαύσει τὴν ἐνίσχυσή τους. Ἔτσι, μὲ τὸ θάρρος ποὺ ἔλαβε ὁ ἀδελφὸς πρὸς τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸ ἤρεμο κοίταγμά της, εἶπε· «Παναγία μου! γλυκυτάτη μου Κυρία, Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ μου, πῶς νὰ γλυτώσω ἀπὸ τοὺς δαίμονες, ποὺ μὲ κυνηγοῦν;». Ἡ δὲ Κυρία Θεοτόκος, ἡ ἀναπάντεχη σωτηρία ὅσων βασίζονται σ᾿ Αὐτήν, τοῦ λέγει· «Μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ μου καὶ μὲ τὸ ὄνομα τὸ δικό μου, νίκα κατὰ κράτος καὶ ἐξολόθρευε τελείως τοὺς ἀποστάτες δαίμονες». Ὁ ἀδελφὸς κάνοντάς της σχῆμα προσκύνησης, τοῦ φάνηκε ὅτι βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ λέγοντας ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸ· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», καὶ τὸ «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία» (πρβλ. Λουκ. α΄ 28), ἔφυγαν ἀμέσως καὶ χάθηκαν οἱ ἀνίσχυροι δαίμονες ἀπὸ μπροστά του.

Ὁμοίως καὶ κάποιος ἄλλος ἀδελφός, ἐργάτης καὶ αὐτὸς τῆς ἴδιας νοερᾶς καὶ καρδιακῆς εὐχῆς, εἶδε τὴν ἑξῆς ὀπτασία· τοῦ φάνηκε ὅτι βρέθηκε κάτω στὸν τάρταρο, ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ τόπος ὅλων τῶν δαιμόνων. Ἐκεῖ λοιπὸν εἶδε ὁ ἀδελφὸς ἕνα κάστρο πολὺ ἰσχυρό· ἐσωτερικῶς ἦταν γεμᾶτο μὲ παχύτατο καὶ ψηλαφητὸ σκοτάδι, γιὰ τὸ ὁποῖο λέγει καὶ ὁ Σωτήρας· «Ἐκεῖ ἔσται τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον» (Ματθ. η΄ 12)· ἐκεῖ ἀκτίνα φωτὸς δὲν εἰσχωροῦσε, διότι ἦταν στὰ βάθη τοῦ ἅδου, ὅπου ὁ Παντοκράτορας Κύριος ἔχει καταδικάσει τοὺς δαίμονες νὰ κατοικοῦν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ προφητικὸς λόγος λέγει· «Εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς» (Ψλμ. ξβ΄ 10), οἱ δὲ πύλες τοῦ κάστρου ἦταν ἰσχυρότατες, τὶς ὁποῖες φύλατταν κάποιοι κατάμαυροι καὶ ἄσχημοι δαίμονες.

Μέσα στὸ κάστρο ὑπῆρχαν δαίμονες ἀναρίθμητοι, ὅλοι φτερωτοί, καὶ ἄλλοι ἔβγαιναν ἔξω πετώντας σὰν πουλιά, ἄλλοι ἔμπαιναν μέσα, ὅπως οἱ μέλισσες στὴν κυψέλη. Ὁ δὲ ἀδελφὸς στεκόταν δίπλα ἀπὸ τὸν δρόμο, ἦταν ὅμως σκυμμένος καὶ τὸ μέτωπό του ἀκουμποῦσε στὰ γόνατά του, τὸ δὲ κορμί του εἶχε γίνει σὰν γεφύρι καὶ τὸ στῆθος του εἶχε βαθουλώσει σὰν θόλος.

Ὄντας λοιπὸν ὁ ἀδελφὸς ἔτσι, ἔλεγε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, μὲ πόνο καὶ μὲ βία. Καὶ λέγοντας ἔτσι τὴν εὐχή, ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του σὲ κάθε καρδιακὴ εὐχὴ μία ἀναμμένη φλόγα, ἡ ὁποία πρόφθανε κάθε δαίμονα καὶ τοῦ κατέκαιγε τὰ φτερὰ καὶ τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια καὶ τὶς τρίχες. Ἔτσι, ἔμενε ὁ καμμένος δαίμονας ἀκίνητος στὸν τόπο του σὰν κούτσουρο ἢ σὰν καψαλισμένος ψύλλος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κουνηθεῖ. Λέγοντας καὶ ἄλλη εὐχὴ ὁ ἀδελφός, κατέκαιγε καὶ ἄλλον δαίμονα, ὅποιον πρόφθανε ἡ φλόγα τῆς εὐχῆς, διότι οἱ δαίμονες ἔμπαιναν καὶ ἔβγαιναν μὲ πολλὴ ταραχὴ καὶ ταχύτητα, σὰν ἀέρας.

Προσευχόμενος λοιπὸν ἔτσι ὁ ἀδελφὸς γιὰ ἀρκετὴ ὥρα, ἔκαψε ἀρκετοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μπροστὰ στὶς πύλες τοῦ ἅδη ἕνας μεγάλος σωρός. Οἱ δαίμονες ποὺ ἦταν μέσα στὸν ἅδη, ἄκουσαν τὸν ἀφανισμό τους καὶ τὴν ρομφαία τῆς νοερᾶς προσευχῆς ποὺ τοὺς ἔκαιγε, ὅμως ἀπὸ ποιὸ μέρος τοὺς ἐρχόταν δὲν ἤξεραν, διότι τοὺς ζάλιζε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ζαλίζει τὶς μέλισσες ὁ καπνός. Τότε ἔστειλαν μήνυμα στὸν ἐπιστάτη τους διάβολο, τὸν λεγόμενο σατανᾶ, ὁ ὁποῖος μαθαίνοντας τὴν συμφορά τους ταράχτηκε πολύ, ἀλλὰ φοβόταν νὰ βγεῖ ἀπὸ τὶς πύλες του γιὰ νὰ μὴν πάθει καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιο. Ἔσκυψε μόνον λίγο τὴν μολυσμένη καὶ βρώμικη κεφαλή του καὶ τὸ ἔβγαλε ἔξω γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ ποῦ τοὺς ἐρχόταν τὸ χτύπημα τῆς ρομφαίας καὶ σκύβοντας ἔτσι, ἔφθασε ἀμέσως στὸ μολυσμένο του πρόσωπο ἡ φλόγα τῆς καρδιακῆς εὐχῆς καὶ τὸ ἔκαψε. Ἀμέσως αὐτὸς τραβήχτηκε μέσα στὸ κάστρο, κλείνοντας καὶ τὶς πύλες. Ὁ δὲ ἀδελφός, ὅταν ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ συλλογίστηκε τὰ γενόμενα, χάρηκε γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν δαιμόνων δοξάζοντας καὶ εὐχαριστώντας τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ ἔδωσε τέτοια χάρη καὶ δύναμη σ᾿ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀγαποῦν μὲ ὅλη τους τὴν ψυχὴ καὶ τὸν ἐπικαλοῦνται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τους. Σ᾿ αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ ἡ ἐξουσία εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ἐκ χειρογράφου τῆς Ἱ.Μ.Ξενοφῶντος

Ἁγίου Ὄρους

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΠΡΟΟΙΜΙΟ

 ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ



ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Οὐρανόφρονε φίλε τοῦ κόπου τῆς ἀνάγνωσης τοῦ παρόντος βιβλίου!

Θὰ πρέπει νὰ εἰποῦμε, πρῶτα, τὰ λόγια ἐκεῖνα τοῦ θρηνητικώτατου Ἱερεμία· «Τὴν κοιλίαν μου ἀλγῶ, καὶ τὰ αἰσθητήρια τῆς καρδίας μου· μαιμάσσει ἡ ψυχή μου, σπαράσσεται ἡ καρδία μου» (Ἱερεμ. δ΄ 19), καὶ τὰ δάκρυα τρέχουν ἀπὸ τὰ μάτια μας σὰν δύο βρύσεις ἀπὸ πηγή, στοχαζόμενοι τὴν κατάσταση τῶν ἀδελφῶν μας Μοναχῶν. Διότι, ὄχι μόνον δὲν ποθοῦν νὰ ἀσχολοῦνται ὅσο πρέπει μὲ τὴν θεωρία τῆς μοναδικῆς ἀσκήσεως, καθὼς ὅλοι οἱ ἀρχαῖοι καὶ νεώτεροι πνευματέμφοροι Πατέρες διδάσκουν, ἀλλὰ καὶ διότι τὴν ἀποστρέφονται, ὅταν ἀκοῦν γιὰ τὴν νήψη καὶ τὴν καρδιακὴ εὐχή, σύμφωνα μὲ τὸν ματαιόφρονα ἐκεῖνον Βαρλαάμ, τὸ θηρίο τῶν λατίνων, καὶ τὸν Ἀκίνδυνο καὶ τὸν Γρηγορᾶ καὶ τὸν Πρόχορο Κυδώνη, τοὺς μανιακοὺς ἀντιπάλους τῆς ἱερῆς αὐτῆς ἐργασίας, κατὰ τῶν ὁποίων ἡρωικῶς ἀγωνίστηκε ὁ γενναῖος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Φιλόθεος ὁ Πατριάρχης καὶ ἄλλοι.

Ἡ αἰτία ποὺ ἀντιπαθοῦν οἱ τωρινοὶ Μοναχοὶ νὰ ἀκοῦν γιὰ τὴν νήψη καὶ τὴν καρδιακὴ εὐχὴ εἶναι ὅτι ὁ μεγάλος μας ἀντίπαλος διάβολος, σ᾿ αὐτὸν τὸν ἔσχατο αἰῶνα περισσότερο ἀπὸ τοὺς προηγούμενους, ἀγωνίζεται ὄχι μόνον νὰ ἐξαφανίσει τελείως τὴν μνήμη τῆς ἐπίμονης καὶ σωτηριώδους ἐπιστήμης, ἀλλὰ σχεδὸν καὶ τὶς εὐχὲς καὶ τοὺς ὕμνους ποὺ ἐκτενῶς τελοῦνται στὶς ἐκκλησίες ἀπὸ κοινοῦ.

Ὅμως, ἐπειδὴ μέχρι τὴν συντέλεια τῶν αἰώνων δὲν θὰ ἐκλείψουν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ νὰ παροτρύνουν ὅλους πρὸς μίμηση καὶ κατόρθωση τῆς ἀρετῆς, ἔμπρακτης καὶ θεωρητικῆς (καὶ ὄχι μόνον αὐτοὶ ἀλλὰ καὶ οἱ προφῆτες τῆς νέας χάριτος), συγγράφηκε τὸ παρὸν πόνημα ὡς ἕνα ψυχωφελέστατο ὑπόμνημα καὶ θεραπευτικὸ τῆς ἐνάρετης καὶ εὐσεβοῦς πολιτείας, τοῦ ὁποίου ἡ μελέτη μπορεῖ νὰ διώξει ἀπὸ κάθε ψυχὴ τὸν νυσταγμὸ ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὰ παράλογα καὶ ἀνυπότακτα πάθη καὶ κάθε φοβία καὶ δειλία· ἀκόμη μπορεῖ νὰ προξενήσει θεϊκὸ πόθο, προκοπὴ καὶ ἀγῶνα τελειότητος τῆς ἐν Χριστῷ ἐνηλικίωσης καὶ ἐπίτευξη τῆς οὐράνιας Βασιλείας ποὺ βρίσκεται μέσα μας, σύμφωνα μὲ τὸν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Σωτῆρος· «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ΄ 21).


Λοιπόν, ἂς μὴν παρατηρήσει κανεὶς τὴν σύνθεση καὶ τὴν γλῶσσα τοῦ παρόντος συγγράμματος - ἡ φράση τυγχάνει ἄτεχνη, διότι ἡ ὠφέλεια δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴν τέχνη τῆς σύνθεσης, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ νοήματα τῆς ἀλήθειας.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς θεσπέσιους Πατέρες συνέγραψαν πολλὰ νηπτικὰ ἔργα σὲ λόγους καὶ κεφάλαια, ὁ καθένας πρὸς χρήση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τους. Καὶ ἐπειδὴ τότε ἡ ἀρετὴ βασίλευε παντοῦ καὶ οἱ ἐργάτες της γέμιζαν τὶς πόλεις καὶ τὶς ἐρημιές, καὶ ὡς θεοδίδακτοι ποὺ ἦταν διδάσκονταν ἄμεσα, ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι ἔγραφαν πρὸς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἐμπειρία, ξαναθυμίζοντας καὶ προετοιμάζοντας τοὺς ἐνάρετους γιὰ ἄσκηση καὶ ἐπανάληψη τῆς ἀρετῆς. Τώρα ὅμως ποὺ ἐπικράτησε ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀρετὴ περιφρονήθηκε καὶ λείπουν οἱ ἀπλανεῖς καθοδηγητὲς καὶ διδάσκαλοι, ἐνῶ παντοῦ ὅλοι συμπεριφέρονται μὲ ἔλλειψη ἐγκράτειας καὶ μὲ ἄγνοια καὶ ραθυμία, ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ράθυμους θεωροῦνται σὰν ὄνειρα, γιὰ νὰ μὴν πῶ σὰν παραλήρημα, τὰ ὑπερβολικὰ παλαίσματα καὶ οἱ θεϊκοὶ ἀγῶνες τῶν ὀλυμπιονικῶν ἐκείνων ἁγίων ἀγωνιστῶν.

Στὸ παρὸν πόνημα μὲ ἄμεσο τρόπο, μὲ ἔμπρακτο ἀγῶνα, ἁπλοϊκῶς ἀλλὰ μὲ ζωντάνια, καταγράφεται ἡ νηπτική, προσεκτική, θεωρητικὴ καὶ καρδιακὴ εὐχή, ποὺ πιστοποιεῖται ἀπὸ τὴν πλημμύρα τῶν δακρύων ποὺ ἀναβλύζει. Σ᾿ αὐτήν, καμμία πλάνη σατανικὴ δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ, ὅπως ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ μεγάλος ἀσκητὴς καὶ ἱεράρχης τῆς Νινευῆ Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος λέγοντας· «Καὶ ἐὰν ἀκόμη κρεμάσεις τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὰ βλέφαρα τῶν ματιῶν σου, μέχρι νὰ φθάσεις στὰ δάκρυα, μὴν νομίσεις ὅτι κατόρθωσες κάτι στὴν πορεία τῆς ἀσκητικῆς σου πολιτείας. Στὸν τρόπο ζωῆς τῶν κοσμικῶν βρίσκεσαι, ἐργαζόμενος μὲ τὸν ἔξω ἄνθρωπο. Ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος ἀκόμη εἶναι ἄκαρπος. Στὸν δακρύοντα, γίνονται τὰ μάτια του σὰν πηγὴ ὕδατος σὲ διάστημα δύο χρόνων, ὅμως ὄχι μὲ διαλείμματα ἀλλὰ μὲ συνεχῆ ροὴ τῶν δακρύων ἡμέρα καὶ νύκτα. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ εἰσέρχεται ἡ εἰρήνη τῶν λογισμῶν». Ἔτσι, ὁ συγγραφέας ἀποδεικνύεται πρακτικὸς ἐφαρμοστὴς τῶν συγγραμμάτων του, γενόμενος διδάσκαλος ἀπὸ τὴν πεῖρα τῶν μαθημάτων· ἄλλωστε ἔλαβε πεῖρα ὅσων γνώρισε καὶ ἔγραψε, ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη.

Ὅτι εἶναι ἀνάγκη μεγάλου ἀγῶνος γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἀένναης εὐχῆς, ἀκόμη καὶ κάποιος ἀρχαῖος ὅσιος λέγει· «Ἀγὼν καὶ μόχθος πρὸς ἀπόκτησιν πάσης ἀρετῆς κατὰ καιροὺς (γιὰ κάποιον καιρό) μόνον γίνεται, πρὸς δὲ τὴν εὐχήν, μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀνάγκη ἀγωνίζεσθαι (εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀγωνιζόμαστε)». Ὁ πονηρὸς πάλι κατοικεῖ στὴν καρδιὰ πάντοτε καὶ σπείρει ἀπὸ ἐκεῖ κάθε ἁμαρτία συνεχῶς· καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔτσι λέγουν· «Ὅτι ἡ πλάνη καὶ ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ ἐν τῇ καρδίᾳ περιπολεύουσιν ἀείποτε (περιτριγυρίζουν πάντοτε)», τὸ ὁποῖο ὁ σατανᾶς δὲν θέλει ποτὲ νὰ τὸ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μὴν ζητήσει εὐχὴ ἀκατάπαυστη καὶ τὸν ἐκδιώξει.

Ἡ Χάρις ποὺ λάβαμε κατὰ τὸ Βάπτισμα, κρύβεται στὰ ἐνδότερα τοῦ νοῦ καὶ μὲ ἀγῶνα νήψεως καὶ εὐχῆς ἀποκαλύπτεται στὸν ἀγωνιζόμενο (βλ. Γ΄ κεφ. Γρηγορίου Παλαμᾶ «Περὶ προσοχῆς καὶ καθαρότητος καρδίας»). Λέγει καὶ ὁ θεϊκὸς Ἐφραὶμ γιὰ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς· «Πόνον πόνει ἐμπόνως, ἵνα διαδράσῃς (διαφύγεις) τῶν ματαίων πόνων τοὺς πόνους». Διότι ἐὰν δὲν ἀτονίσει ἡ μέση καὶ τὸ στῆθος ἀπὸ ἐξάντληση τῆς νηστείας καὶ τοῦ κόπου καὶ δὲν συλληφθεῖ πόνος τοκετοῦ -ὅπως ὅταν ἡ γυναίκα γεννάει - δὲν πρόκειται νὰ γεννήσει κάποιος πνεῦμα σωτηρίας στὴν γῆ τῆς καρδιᾶς (βλ. ΙΕ΄ κεφ. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου). Καὶ ὁ Πέτρος ὁ Δαμασκηνός· «Δὸς αἷμα ἵνα λάβῃς πνεῦμα· ὅτι αἵματα ἔδωκαν οἱ Ἅγιοι καὶ ἔλαβον τὸ τῆς χάριτος πνεῦμα».

Ὅσοι λοιπὸν μὲ θεϊκὸ ἔρωτα τὸν ἀγαθὸ ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ σηκώσατε στοὺς ὤμους καὶ προτιμήσατε νὰ ἡσυχάζετε, ζῶντες ἀγγελικὸ βίο κατὰ τὸ σῶμα, ἀναγνῶστε καὶ ἐγκολπωθεῖτε τὸ ἱερὸ αὐτὸ βιβλίο· εἶναι ἐκπαίδευση κάθε μαθήματος ἀσκητικῆς. Αὐτὸ διδάσκει καὶ ἑρμηνεύει σαφῶς τὴν ἐπίγνωση ὅλων τῶν πειρασμῶν τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὴν ἀκριβῆ διάκριση τῶν ποικίλων παθῶν, τὴν νοερὰ προσευχὴ καὶ ψυχικὴ ἀνάβαση καὶ κάθε θεωρητικὴ καὶ πρακτικὴ ἀρετή. Καὶ ἀφοῦ κάνετε τὰ γραφόμενα ἔργο, καὶ λάβετε ἐδῶ στὴν γῆ τὸν ἀρραβῶνα τῆς μέλλουσας ζωῆς αἰσθητῶς μὲ τὴν ἐνοίκηση τῆς Χάριτος τοῦ Παρακλήτου στὴν καρδιά, εἴθε νὰ ἀξιωθεῖτε μὲ βεβαιότητα τὴν Οὐράνια ἐκείνη καὶ ἀνέκφραστη Βασιλεία τοῦ Βασιλέως τῶν ὅλων Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, γενόμενοι μὲ τὴν Χάρη Του κληρονόμοι καὶ χορευτές, ψάλλοντας Αὐτὸν ἀκαταπαύστως σὺν Πατρὶ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀμήν.


ἐκ χειρογράφου τῆς Ἱ.Μ.Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΧΕΙ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΟΤΙ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ, ΤΗΝ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΩΣΤΕ ΝΑ ΔΙΑΦΥΛΑΧΘΕΙ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ, ΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ Θ΄

 Συνέχεια από: Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

ΛΟΓΟΣ Θ΄ 

Περὶ τῆς τελείας ἀτονίας τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄκρα βία τῆς καρδιακῆς προσευχῆς καὶ τῆς παντοτινῆς νηστείας, καὶ ὅτι ἡ ἀτονία αὐτὴ προξενεῖ στὴν ψυχὴ καὶ στὴν καρδιὰ τὴν γλυκύτητα καὶ τὴν παρηγορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Εὐλόγησον πάτερ. 

Ἀτονεῖ ἡ καρδιά μου, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί μου, ἐξασθενοῦν τὰ νεφρά μου, ἀτονεῖ τὸ χέρι μου καὶ ὅλη ἡ ἁρμονία τοῦ ταπεινοῦ καὶ οἰκτροῦ μου σώματος καὶ δὲν μπορῶ ὁ ἐλάχιστος νὰ γράψω λεπτομερῶς τὸ μεγάλο ὄφελος καὶ τὴν μεγάλη δύναμη καὶ τὴν ἄρρητη χάρη, τὴν ὁποία προξενεῖ στὴν ψυχὴ ἡ ἄκρα ἀτονία τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν ἄκρα βία τῆς καρδιακῆς καὶ βίαιης προσευχῆς. Ἀλλά, σ᾿ αὐτὴν τὴν ἄκρα ἀτονία τῆς ἐσωτερικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς κατάστασης τοῦ σώματος ὅποιος θέλει νὰ φθάσει, ἢ νὰ πῶ καλύτερα, ὅποιος θέλει νὰ φθάσει στὰ μέτρα καὶ στὴν κατάσταση τῶν ἁγίων Πατέρων, γιὰ νὰ γευθεῖ κάπως ἡ ψυχή του καὶ ἡ καρδιά του τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ στὸν ἑαυτό του, ἀναλόγως μὲ τὸ μέτρο τῆς ἀτονίας του, εἶναι ἀναγκαῖο δύο πράγματα νὰ ἀκολουθήσει, νηστεία καὶ καρδιακὴ προσευχή. Διότι αὐτὰ τὰ δύο ἀφοροῦν τὴν ψυχὴ καὶ γίνονται γι᾿ αὐτὴν σὰν δύο μελιστάλακτα θεῖα φυτά, τὰ ὁποῖα σταλάζουν στὴν ψυχὴ συνεχῶς καὶ θαυμασίως κάθε θεϊκὴ γλυκύτητα. Λέγω, κάθε θεϊκὴ γλυκύτητα, διότι ὅποιος ἔχει αὐτὲς τὶς δύο ἐργασίες, γεύεται ἡ ψυχή του καὶ ἡ καρδιά του μυστικῶς κάθε πνευματικὴ παρηγορία. Δηλαδή, ὅσος οὐράνιος καὶ ἀκατανόητος πλοῦτος καὶ ὅση πνευματικὴ καὶ ἄρρητη χαρὰ βρίσκονται κρυμμένα μέσα στὶς ἅγιες καὶ θεόπνευστες Γραφές, αὐτός -λέγω- ὅλα αὐτὰ τὰ αἰσθάνεται στὸν ἑαυτό του, ὄχι σὰν σὲ ὄνειρο, ὄχι σὰν σὲ καθρέπτη, ὅπως τὰ φαντάζονται μόνον μὲ τὴν διάνοια ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν αὐτὲς τὶς δύο ἐργασίες, ἀλλὰ τὰ αἰσθάνεται πραγματικῶς τόσο στὴν ψυχή, ὅσο καὶ στὴν καρδιά. Τὰ αἰσθάνεται μάλιστα κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο· 

Ὅταν κάποιος νηστευτὴς βιάσει τὴν καρδιά του στὴν νοερὰ προσευχὴ τόσο πολὺ ὥστε νὰ αἰσθάνεται στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ του τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, τότε αὐτὸς κυριεύεται ἀπὸ κάποια ἄκρα ἀτονία, τόσο τῆς ἐσωτερικῆς κατάστασης ὅλου τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅσο καὶ τὴς ἐξωτερικῆς ὅλου τοῦ σώματός του. Αὐτὴ ἡ ἄκρα ἀτονία κόβει καὶ ἀπονευρώνει ὁλοκληρωτικῶς κάθε φανερὴ καὶ νοητὴ σαρκικὴ ἡδονὴ ποὺ βρίσκεται κρυμμένη μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ γεύεται ὁ ἄνθρωπος τὴν οὐράνια καὶ πνευματικὴ ἡδονὴ μέσα του καὶ γι᾿ αὐτὸ λέγει· «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ΄ 21). Αὐτὴ ἡ οὐράνια καὶ πνευματικὴ ἡδονή, τὴν ὁποία γεύεται μέσα του ὁ ἄνθρωπος, ἀναγνωρίζεται καλύτερα μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο· 

Λέγοντας κανεὶς μὲ τὴν καρδιά του τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἀποκτάει μέσα του μία ἀληθινὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ θεῖα Του λόγια. Συγχρόνως δὲ καὶ μαζὶ μὲ ἐκείνην τὴν καθαρὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη εὐλάβεια, σημαδεύεται μέσα του ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι μία παρηγορία καὶ εὐφροσύνη τόσο τῆς ψυχῆς, ὅσο καὶ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Διότι, ὅποτε πλησιάσει στὴν καθαρὴ καρδιὰ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρηγορεῖται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ γλυκαίνεται καὶ ἡ καρδιὰ μὲ τρόπο ἀκατανόητο καὶ μυστικό, ὅπως γλυκαίνεται καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου ὅταν προσεύχεται νοερῶς μὲ τὴν καρδιά του γιὰ πολλὲς ὧρες, μὲ ἄκρα προσοχὴ στὴν εὐχή. 

Πάλι λέγουμε ὅτι ἐκείνη ἡ γλυκύτητα τῆς καρδιᾶς, τὴν ὁποία αἰσθάνεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι μυστικότατη καὶ πνευματική, ὅμως ὁμοιάζει μὲ ἐκείνην τὴν αἰσθητὴ γλυκύτητα, τὴν ὁποία νοιώθει μέσα στὸ στόμα του ὁ ἄνθρωπος ὅταν τρώγει μέλι ἢ ζάχαρη. Ἡ δὲ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν γλυκύτητα τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο· 

Ὅταν πλησιάσει στὴν ψυχὴ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε φαίνεται σ᾿ αὐτὴν ὅλη ἡ Ἁγία Γραφὴ σὰν κάποιο σκιερό, ζαχαροσταλακτόφυλλο δέντρο, τοῦ ὁποίου οἱ ρίζες ἀρδεύονται καὶ ποτίζονται ἀπὸ τὴν ἄπειρη γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τὰ κλαδιὰ στάζουν τὴν ἀκατανόητή τους 49 γλυκύτητα σ᾿ αὐτὴν τὴν ψυχή, ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη. Ἡ καρδιὰ αἰσθάνεται καὶ αὐτὴ τὴν γλυκύτητα τῆς Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο· 

Ὅταν κάποιος καταλάβει στὸν ἑαυτό του ὅτι κατοικεῖ στὴν καρδιά του ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε καταλαβαίνει στὸ κέντρο τοῦ ἑαυτοῦ του, στὰ ἔγκατά του κάποια θεϊκὴ χαρὰ καὶ κάποια πνευματικὴ παρηγορία. Ὅταν παρηγορεῖται ἡ καρδιά, τότε θερμαίνεται αὐτὴ μὲ ἄϋλη καὶ οὐράνια θερμότητα ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὁ Χριστὸς λέγει· «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν εἰς τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη» (Λουκ. ιβ΄ 49). 

Ἀφοῦ λοιπὸν θερμανθεῖ ἡ καρδιά σου μὲ ἐκείνην τὴν οὐράνια θέρμη, ἀνάβει σ᾿ αὐτὴν ἡ μεγάλη πυρκαγιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κυριεύει ὁ πόθος καὶ ὁ ἔρωτάς Του. Καὶ τότε, μόνον νὰ θυμηθεῖ ἡ καρδιὰ τὸν Κύριό της Ἰησοῦ ἢ τοὺς οἰκείους καὶ φίλους τοῦ Χριστοῦ, τότε, μαλακώνει καὶ λειώνει ἀπὸ τὰ δάκρυα γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους. Καὶ ὅπως, ὅταν ἀναβλύζει ἀπὸ κάποια πηγὴ νερό, δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ τὸ ἐμποδίσει τελείως νὰ μὴν ἀναβλύζει, διότι ἂν τὸ κλείσει ἐδῶ, ἐκεῖνο ἀναβλύζει ἐκεῖ, καὶ ἂν τὸ κλείσει ἐκεῖ, αὐτὸ ἀναβλύζει ἀλλοῦ, ἔτσι γίνεται καὶ στὴν καρδιά. Ὅταν γλυκαθεῖ ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ, κλαίει μέσα της αὐτομάτως, θαυμάζοντας τὴν γλυκύτητα τῆς Χάρης. 

Ἂν ὅμως αὐτὴν τὴν ὥρα ποὺ κλαίει ἡ καρδιά, κόψει κάποιος ἄλλος τὰ δάκρυά της, κάνοντας ἔργα καὶ πράγματα τοῦ ἄρχοντος τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ διαβόλου, τότε, τὴν ὥρα ποὺ ἐνεργεῖ τὰ ἔργα του ὁ ἄρχοντας τῆς κακίας, κόβονται τὰ δάκρυα τῆς καρδιᾶς προσωρινῶς ἀπὸ τὸ κακούργημα τοῦ μισοκάλου. Ὅμως, ἀφοῦ πάλι ἡ καρδιὰ ἔχει ἐγρήγορση καὶ προσέχει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τὸν ἐπισκέπτεται πάλι, κλαίει ὅπως καὶ πρῶτα. Κλαίει ἡ καρδιά, διότι ὅταν κλαίει γιὰ τὸν πλάστη της, μαζὶ μὲ τὰ κλάματα αἰσθάνεται μέσα της τὴν πνευματικὴ γλυκύτητα τῆς Χάρης. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ πένθους, τὸ ὁποῖο εἴχαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι στὴν ζωή τους ὡς ἀρραβῶνα τῆς ἀναμενόμενης ἐκείνης ἄρρητης εὐφροσύνης τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. 

Ἀπὸ τότε λοιπὸν καὶ στὸ ἑξῆς, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ χωρίσει τελείως τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴν θεϊκή της θεωρία καὶ τὴν πνευματική της μελέτη, ὄχι μόνον ἄνθρωπος ἢ δαίμονας, ἀλλὰ τολμῶ νὰ πῶ ὅτι οὔτε αὐτοὶ οἱ ἄγγελοι δὲν μποροῦν νὰ τὴν ξεκόψουν ἀπὸ τὴν οὐράνια καὶ νοερή της μελέτη τὴν ὁποία ἔχει κρυφὰ στὴν γλυκύτητα τῆς πνευματικῆς χαρᾶς. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ μακάριος Παῦλος· «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» (Ρωμ. η΄ 35). Δὲν μπορεῖ κανένα πρᾶγμα νὰ χωρίσει τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴν πνευματική της μελέτη, ποὺ ἔχει στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, διότι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεύθηκε μυστικῶς τὴν χαρὰ τῆς θείας Χάρης, ἀπὸ τότε κατάλαβε τὴν πρώτη της πλάνη καὶ ἀπώλεια ποὺ εἶχε μέσα της προτοῦ νὰ βρεῖ καὶ προτοῦ νὰ δοκιμάσει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν ἕνας ἄνθρωπος πτωχός, δυστυχισμένος, ταλαιπωρημένος, καταπτοημένος καὶ ἀπελπισμένος, γινόταν φίλος τοῦ βασιλέως ἀπὸ κάποιαν περίσταση, καὶ ντυνόταν λαμπρὰ καὶ πολυτελῆ ἐνδύματα ζώντας μὲ τὸν βασιλέα στὸ παλάτι, μὲ ζωὴ μεγαλοπρεπῆ καὶ ἀναπαυτική, σὲ ἐρωτῶ· καταδέχεται πιὰ αὐτὸς νὰ ἀφήσει ἐκείνην τὴν βασιλικὴ ζωὴ καὶ νὰ γυρίσει «ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα» τῆς πρώην δυστυχισμένης του ζωῆς; Καὶ ἂν αὐτὸ γίνεται ἔτσι στὸν σαρκικὸ καὶ ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο, πόσο μᾶλλον δὲν θὰ γίνει στὸν πνευματικὸ καὶ ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο; 

Διότι, ἡ καρδιὰ ποὺ γεύεται κάθε ἡμέρα καὶ κάθε ὥρα τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ξέρει σὲ ποιοὺς δρόμους μὲ ἀγκάθια καὶ τριβόλια καὶ σὲ ποιὰ καρφιὰ περπατοῦσε πρῶτα, καὶ πλέον τώρα δὲν προσέχει σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ τῆς προβάλλει ὁ δόλιος δαίμονας σὰν ἀνάπαυση. Ἐπειδὴ ἐκεῖ, στὴν ὁδὸ τοῦ ἐχθροῦ, γνωρίζει ἀκριβέστατα ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς, πίκρα καρδιακὴ καὶ ἔλεγχος συνειδήσεως. Ἐνῶ ἐδῶ, στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει παρηγορία, χαρὰ καὶ γλυκύτητα τῆς ψυχῆς μαζὶ καὶ τῆς καρδιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, παρακαλοῦσε καὶ ὁ προφήτης Δαβὶδ καὶ ἔλεγε στὸν Θεό· «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ Πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς  ἐγκάτοις μου» (Ψλμ. ν΄ 12). 

Ὁ προφήτης Δαβὶδ ἐπειδὴ γνώριζε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅτι, ἂν καθαριστεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τότε θὰ δεῖ νοερῶς τὸν Θεό, καθὼς λέγει καὶ ὁ Χριστός «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8), γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε· «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεός». Καὶ πάλι ὡς προφήτης ποὺ ἦταν, γνώριζε ὅτι ἂν κατοικήσει μέσα στὴν καρδιά του τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο θὰ αἰσθανθεῖ στὴν καρδιά του μία ἄρρητη χαρὰ καὶ θὰ θερμανθεῖ τὸ ἐσωτερικό του μὲ μία ἀκατανόητη πνευματικὴ καὶ θεϊκὴ θέρμη, συγκερασμένη μὲ πολλὴ πνευματικὴ καὶ θεϊκὴ γλυκύτητα. Γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε· «Καὶ Πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου». 

Εὐχή. 

Ἀλλ᾿ ὦ Χριστέ μου γλυκύτατε, ἐγκαίνισε (ἐγκατάστησε), παρακαλῶ, στὰ κατάβαθά μου τὸ Πνεῦμα Σου τὸ ἀγαθὸ καὶ παρηγορητικό, γιὰ νὰ γλυκαθεῖ ἀνεκφράστως καὶ ἡ πικραμένη μου καρδιὰ καὶ νὰ φωτιστεῖ νοητῶς τόσο ἡ καρδιά μου ὅσο καὶ τὸ πρόσωπό μου ἀπὸ τὴν παρηγορία τοῦ Πνεύματός Σου. «Καρδίας γὰρ εὐφραινομένης θάλλει πρόσωπον» (Παρ. ιε΄ 13). 

Ναί! γλυκύτατε Θεέ μου! Ἡ ἀγαλλίαση καὶ ὁ γλυκασμὸς τῆς ψυχῆς μου, γλύκανε, δέομαι, θεοπρεπῶς τὴν καρδιά μου γιὰ νὰ γλυκαθεῖ συγχρόνως καὶ ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τὴν χάρη τῆς παρηγορίας Σου. Διότι, Κύριε τῆς δόξης, γι᾿ αὐτὸ λέγεσαι Παράκλητος, διότι παρηγορεῖς τοὺς φίλους Σου, καθὼς τὸ ὑποσχέθηκες καὶ μόνος Σου, ἐσὺ ὁ ἀψευδὴς Θεός μου καὶ Κύριος. Διότι, Κύριε, Ἐσὺ εἶπες στοὺς ἁγίους Σου Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους· «Συμφέρει εἰς ἐσᾶς, ἵνα ὑπάγω ἐγὼ πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα σας, πρὸς τὸν Θεόν μου καὶ Θεόν σας, διότι ὅταν ὑπάγω ἐγώ, θέλω παρακαλέσει τὸν Πατέρα μου νὰ σᾶς στείλει ἄλλον Παράκλητο, ὡσὰν ἐμένα» (πρβλ. Ἰω. ιδ΄ 16, ιστ΄ 7, κ΄ 17). Αὐτὸν τὸν Παράκλητο, Κύριε, παρακαλῶ, παρακάλεσε τὸν Πατέρα Σου καὶ Πατέρα μου, τὸν Θεό Σου καὶ Θεό μου, νὰ Τὸν στείλει καὶ σ᾿ ἐμένα τὸν μηδαμινὸ καὶ ἐλάχιστο ὅλων καὶ νὰ μὲ στηρίξει μὲ Αὐτὸν στὴν ἀγάπη τὴν δική Σου, τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου καὶ Θεοῦ μου, καθὼς τὸ λέγει πάλι ὁ προφητάνακτας· «Καὶ Πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με» (Ψλμ. ν΄ 14). Διότι, Κύριε τῆς εὐθυμίας τῆς καρδιᾶς μου καὶ Σωτήρα κάθε ψυχῆς ποὺ ἐλπίζει μὲ θάρρος σὲ Σένα, ὅταν πλησιάσει αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ Πνεύματός Σου τοῦ Ἁγίου στὴν καρδιά μου καὶ ψηλαφήσει τὴν ψυχή μου, μοῦ δίνει ἀμέσως νὰ γευθῶ καὶ νὰ αἰσθανθῶ κάτι λίγο ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἀνέκφραστα καὶ αἰώνια ἀγαθά, ποὺ ἔχεις ἑτοιμασμένα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ Σὲ ἀγαποῦν πρὶν ἀκόμη δημιουργήσεις τὸν κόσμο, τῶν ὁποίων τὴν αἴσθηση, Ἰησοῦ μου, ὅταν τὴν λάβει ἡ καρδιά μου, ἐγκεντρίζεται ἀμέσως στὴν ἀγάπη τὴν δική Σου καὶ φλέγεται ἀμέσως ἡ ψυχή μου ἀπὸ κάποιον ἄσβεστο καὶ οὐράνιο ἔρωτα, Σοῦ τοῦ Χριστοῦ μου. Γι᾿ αὐτό, Κύριε, ὅταν μὲ ἀξιώσεις μὲ τὴν Χάρη σου τὴν Ἁγία, τότε θὰ Σοῦ προσφέρω ὕμνο καρδιακό, σὰν τὴν θυσία μόσχου· «Τότε», λέγει καὶ ἡ Γραφή, «ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους» (Ψλμ. 21β). Διότι Σοὶ πρέπει πᾶσα δόξα καὶ αἴνεσις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή 

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ H΄

 Συνέχεια από: Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

ΛΟΓΟΣ Η΄ 

Περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν εἶναι νηστικός, γλυκαίνει μερικὲς φορὲς τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν εὐχή, σὰν νὰ τρώγει ζάχαρη ἢ γλυκύτατο μέλι, καθὼς λέγει καὶ ὁ προφητάνακτας· «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψλμ. ριη΄ 103). 

Εὐλόγησον πάτερ. 

Τρία πράγματα φρόντιζε, ταπεινὲ Μοναχέ, νὰ ἀποκτήσεις πάντοτε· νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, ἂν θέλεις νὰ γευθεῖς κάποτε αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, ἡ ὁποία θὰ σοῦ γλυκαίνει ἄρρητα τὴν γλῶσσα σου. Διότι ἂν δὲν μεταχειρίζεσαι μὲ κάθε ἔφεσή σου καὶ θέληση, νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, μὴν ἐλπίζεις ποτὲ νὰ αἰσθανθεῖς αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Αὐτή, εἶναι μία μεγάλη παρηγορία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ σὲ κάνει περισσότερο θερμὸ καὶ περισσότερο ζηλωτὴ στὴν πνευματική σου ἐργασία. 

Αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ θεϊκὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας εἶναι σπάνιοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀπολαμβάνουν, μάλιστα καὶ αὐτοὶ δὲν τὴν αἰσθάνονται πάντοτε, ἀλλὰ μερικὲς φορές, ὅταν ἐπιτρέψει ὁ Κύριος γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει. Ὅταν ὅμως τὴν αἰσθάνονται στὴν γλῶσσα τους, τότε γνωρίζουν μόνοι τους τί καλὸ πρᾶγμα εἶναι νὰ νηστεύει κάποιος πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεται πάντοτε καὶ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως στὸν Χριστὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά του, διότι δίχως αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ στὸ στόμα αὐτὴν τὴν γλυκύτητα. 

Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα εἶναι ἄρρητη, διότι εἶναι πνευματική, καὶ κάθε τὶ τὸ πνευματικὸ εἶναι ἀνέκφραστο καὶ μυστικό, ὅμως γιὰ νὰ τὴν καταλάβει λίγο κάποιος, πῶς ἐνεργεῖ στὴν γλῶσσα, λέγουμε τὰ ἑξῆς· 

Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα, ἀπὸ τὴν ὁποία γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα ἀνεκφράστως, ὁμοιάζει μὲ τὴν γλυκύτητα τῆς ζάχαρης, ὅμως εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτήν, διότι ἂν βάλεις στὸ στόμα σου ζάχαρη, γλυκαίνει τὸ στόμα σου γιὰ λίγο, καὶ ἀφοῦ διαλυθεῖ ἡ ζάχαρη καὶ τὴν καταπιεῖς, δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ τὴν γλυκύτητά της, ἐκτὸς μόνον ἂν βάλεις καὶ ἄλλη στὸ στόμα σου. Ὅμως, στὴν νοητὴ καὶ πνευματικὴ ζάχαρη, τὴν ὁποία βάζει ἀοράτως ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου στὸ στόμα σου καὶ μὲ τὴν ὁποία ἀλείφει θαυμάσια τὴν γλῶσσα σου, δὲν γίνεται ἔτσι, διότι δὲν διαρκεῖ λίγο καιρό, οὔτε χρειάζεται, ἀφοῦ χαθεῖ ἡ γλυκύτητα ἀπὸ τὸ στόμα σου, νὰ βάλεις κάτι ἄλλο γλυκὺ γιὰ νὰ γλυκαθεῖ, διότι ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀξιωθεῖς μέσῳ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς καθαρῆς νηστείας. 

Ὅταν λοιπὸν γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα σου, αἰσθάνεσαι τὴν γλυκύτητά της μπροστά, σὰν νὰ τοποθετήθηκε ἐκεῖ κάποιος κόκκος ζάχαρης μικρός, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ λειώνει μέσα στὸ στόμα σου. Τότε, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖς πολὺ καλύτερα αὐτὴν τὴν πνευματικὴ θεϊκὴ γλυκύτητα, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, διότι ἔτσι νοιώθεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἄρρητη γλυκύτητα ἀναβλύζει ἀδιάκοπα ἀπὸ τὴν μπροστινὴ ἄκρη τῆς γλώσσας σου, ὅπως ἀναβλύζει τὸ νερὸ ἀπὸ κάποια φλέβα. Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ τὴν αἰσθάνεσαι νὰ τρέχει ἔτσι, ἀμέσως ἐξαφανίζεται ἐὰν τυχὸν ὁμιλήσεις μὲ κάποιον. Ἀλλά, ἂν ἐσὺ κλείσεις τὸ στόμα σου καὶ προσέξεις πάλι, παραδόξως πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι γλυκαίνει ἡ γλῶσσα σου. 

Εἶναι ἕνα φυτό, τοῦ ὁποίου τὸ ἄνθος ἔχει φυσικὸ μέλι. Αὐτὸ τὸ ἄνθος, ὅταν τὸ τραβᾶς ἀπὸ τὸν μίσχο, φαίνεται σὰν σωληναράκι ποὺ ἂν τὸ βάλεις στὸ στόμα σου καὶ τὸ ρουφήξεις, καταλαβαίνεις τὴν γλυκύτητά του σὰν μέλι. Παρόμοια λοιπὸν μὲ αὐτὴν εἶναι καὶ ἡ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου, ποὺ γλυκαίνει ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἡ γλυκύτητα ἐκείνου τοῦ ἄνθους, ἀφοῦ τὴν ρουφήξεις μία φορά, χάνεται, ἐνῶ ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ δὲν χάνεται, ὅσο ἀπέχεις ἀπὸ φαγητὸ ἢ ποτό· διότι, ἂν γευθεῖς κάτι, τότε δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ μὲ τὴν ἴδια ζωηρότητα ἐκείνην τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἡμέρα ἐκείνην. 

Μερικὲς φορές, καὶ μάλιστα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετὰ τὴν γεύση τῆς αἰσθητῆς τροφῆς, τελείως χάνεται ἐκείνην τὴν ἡμέρα. Ἀντιθέτως, ἡ γλυκύτητα αὐτή, μερικὲς φορές, ὅταν κρατᾶς γιὰ πολὺ τὸ στόμα σου κλειστό, ἀναβλύζει θαυμασίως καὶ συνεχῶς μέσα στὸ στόμα σου καὶ τὴν αἰσθάνεσαι ἔτσι σὲ κάθε σου ἀναπνοή. Ἄλλοτε, τὴν αἰσθάνεσαι καὶ μέσα στὰ χείλη σου διότι γλυκαίνουν καὶ αὐτὰ ἀπὸ μέσα σὰν νὰ τὰ πασπάλισες ἐσωτερικῶς μὲ ζάχαρη ἄχνη, ἢ σὰν νὰ τὰ ἄλειψες μέσα μὲ μέλι. 

Φυλάξου λοιπόν, ταπεινέ, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν γλυκύτητα, νὰ μὴν γευθεῖς χωρὶς μεγάλη ἀνάγκη τίποτε, γιὰ νὰ μὴν λυπηθεῖς ἔπειτα δίχως ὄφελος. Ἂς πεινάει ἡ κοιλιά σου· μὴν τῆς δίνεις τίποτε, διότι ὅταν αὐτὴ πεινάει, τότε τὸ στόμα σου χορταίνει ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ. Ἅμα δώσεις στὴν κοιλιά σου αἰσθητὴ τροφή, στερεῖται ἡ γλῶσσα σου τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Ὅταν ἔτσι γλυκαίνεσαι ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεϊκὴ γλυκύτητα, τότε τὸ σάλιο σου μὴν τὸ φτύνεις ὅπου τύχει, ἀλλὰ κατάπιε το γιὰ νὰ μὴν τὴν στερηθεῖς γιὰ λίγο. Προπάντων ὅπως εἴπαμε, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, ἂν δὲν ὑπάρχει κάποια μεγάλη ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσεις, γιὰ νὰ μὴν μετανοιώσεις ὕστερα. 

Ἐὰν κάποτε, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα, ἔχεις ἀνάγκη νὰ διαβάσεις κάτι ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, διάβασέ το μὲ εὐλάβεια. Ὅταν τὸ διαβάζεις, πρόσεχε ταυτοχρόνως καὶ στὴν πνευματικὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου νὰ δεῖς, παραμένει ἢ ὄχι, ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου ἢ ἐξαφανίζεται ἀπ᾿ αὐτήν; Καὶ ἂν παραμένει, πρόσεχε μαζὶ καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα καὶ στὴν ἀνάγνωση, διότι ἔτσι θὰ αἰσθανθεῖς καὶ ἄλλη πνευματικὴ γλυκύτητα, ὄχι στὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ στὴν διάνοιά σου, διότι καὶ αὐτὴ θὰ γλυκαθεῖ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ διπλασιαστεῖ σ᾿ ἐσένα ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ τριπλασιαστεῖ. Διότι ἀμέσως θὰ δεῖς καὶ στὰ μάτια σου τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, διότι θὰ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια σου τὰ καθαρὰ καὶ λαμπρὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ γλυκύτατα στὴν ψυχή σου. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ τριπλασιαστεῖ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ δεῖς στὸν ἑαυτό σου καὶ ἄλλη τέταρτη παρηγορία τοῦ Θεοῦ· θὰ δεῖς νοερῶς τὸν ἐσωτερικό σου ἄνθρωπο ὅτι μυρώθηκε ἀοράτως ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ θεῖο ἔλαιο τῆς ἀγαλλιάσεως, καὶ ἔτσι ἔγινες ὅλος γαλήνιος, ὅλος λαμπρός, ὅλος ἀγαλλίαση. Λέγουμε, ὅτι δὲν ἔμεινε στὴν ψυχή σου καμμία αἴσθηση ἀπαράκλητη ἀπὸ τὴν παρηγορία καὶ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Ἀλλὰ αὐτὰ θὰ συμβοῦν σὲ σένα, ἂν παραμένει, ὅπως εἰπώθηκε, ἡ ἄρρητη καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου. Ἂν πάλι δὲν παραμένει αὐτὴ ἡ ὑψηλὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου, ὅταν διαβάζεις, μὴν ἀπελπίζεσαι καὶ θελήσεις νὰ γευθεῖς κάτι ἢ νὰ πολυλογεῖς ἢ νὰ ὑπερηφανεύεσαι, ἀλλὰ φυλάξου ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια, διότι ἔτσι θὰ δεῖς σὲ λίγο νὰ γλυκαίνεται θαυμασίως ἡ γλῶσσα σου. 

-Αὐτὴ ἡ θεία γλυκύτητα πηγάζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου, ἢ προέρχεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα καὶ ἔτσι αὐτὴ γλυκαίνεται; 

-Αὐτό, ταπεινέ, δὲν μπορεῖς ἀκριβῶς νὰ τὸ καταλάβεις, διότι φαίνεται πῶς ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου πηγάζει, ὅμως ἀληθῶς, δὲν πηγάζει ἀπὸ αὐτὴν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα σου καὶ περνάει ἀνεκφράστως ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ ἔτσι γλυκαίνεται. Αὐτὸ ὅμως ἀγαπητέ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ τὸ πολυεξετάσεις, διότι ἂν τὸ πολυεξετάσεις, δὲν θὰ βρεῖς τίποτε περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἴπαμε. 

Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα μερικὲς φορὲς ἀναβλύζει μέσα σου καὶ σοῦ γλυκαίνει τὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ σοῦ τὴ γλυκαίνει ἔτσι, αἰσθάνεσαι ὅτι λιγοστεύει καὶ σοῦ φαίνεται ὅτι τελείως θὰ ἐκλείψει ἀπὸ σένα. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ φαίνεται ἔτσι, νά! καὶ πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι σὲ γλυκαίνει παραδόξως. 

Χαρὰ καὶ λαμπρότητα λοιπὸν ἂς εἶναι σὲ σένα, ταπεινὲ Μοναχέ, ὅταν ἀξιωθεῖς ὅλα αὐτὰ ποὺ ἄκουσες. Καὶ τότε δὲν χρειάζεσαι νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις ἡδύποτα καὶ ἄλλα γλυκίσματα γιὰ νὰ γλυκαθεῖ τὸ στόμα σου, διότι τὸ γλυκαίνει ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἡδύποτα καὶ γλυκίσματα ποὺ τρώγει καὶ πίνει κανείς, δὲν μένει παντοτινὰ ἡ γλυκύτητα στὸ στόμα του, ἀλλὰ μόνον ὅσο μένουν αὐτὰ στὸ στόμα του· ὅμως στὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, μένει ἡ γλυκύτητα πραγματικῶς στὸ στόμα του, ὅσο νηστεύει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς. 

Οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖνον τὸν καιρό, ὅταν τοὺς ἔτρεφε ὁ Θεὸς μὲ τὸ μάννα, ὅσο νήστευαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, εἶχαν τὸ οὐράνιο μάννα ποὺ τοὺς γλύκαινε ἀνεκφράστως, ἀφοῦ ὅμως ἔφαγαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως τὸ ἔχασαν. Ἅμα λοιπὸν καὶ ἐσύ, ταπεινέ, ποὺ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἀξιώθηκες νὰ γευθεῖς αἰσθητῶς κατὰ κάποιον τρόπο αὐτὴν τὴν λεπτὴ καὶ αἰσθητὴ γλυκύτητα καὶ νὰ ἔχεις στὸ στόμα σου τὴν τροφὴ τῶν ἀγγέλων- τὸ οὐράνιο μάννα, ἅμα -λέγω- γευθεῖς ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως ἐξαφανίζεται αὐτὴ ἡ μυστικὴ γλυκύτητα. Καλύτερα λοιπὸν γιὰ ἐσένα νὰ νηστεύεις πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεσαι καὶ νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, παρὰ νὰ χορταίνεις τὴν κοιλιά σου ἀπὸ ὑλικὲς τροφὲς καὶ νὰ στερεῖσαι αὐτὸ τὸ οὐράνιο καὶ γλυκύτατο μάννα. 

Παρατήρησα κάποτε κάποιον ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος προσκομίζοντας στὴν ἁγία Προσκομιδή, ξαφνικὰ γέμισε δάκρυα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ σταματήσει, ἀλλὰ συνέχεια, μέχρι ποὺ τελείωσε τὴν Προσκομιδή, κατανυσσόταν καὶ ἔκλαιγε. Ὅταν ἤθελε νὰ πεῖ τὸ «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός» καὶ τὰ λοιπὰ ἢ κάποιαν ἐκφώνηση, βίαζε τὸν ἑαυτό του καὶ ἔκοβε λίγο τὴν κατάνυξη ἀπὸ τὴν καρδιά του, προφέροντας τὰ λόγια μὲ φωνὴ χονδρότερη γιὰ νὰ μὴν φανεῖ ὅτι κατανύσσεται. Κατανυσσόταν παρομοίως καὶ ὅταν ἔλεγε τὶς εὐχές. Ὅταν ὅμως διάβασε τὸ θεῖο Εὐαγγέλιο, ξαφνικὰ τόση κατάνυξη τοῦ ἦλθε, ὥστε πνίγηκαν τὰ μάτια του ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τότε πιά, ἔκλαιγε φανερά, μὴ μπορώντας νὰ συγκρατηθεῖ. Ἔτσι, αὐτὴν τὴν ὥρα δὲν ἔμεινε στὴν Λειτουργία κανεὶς ποὺ νὰ μὴν κατανυχθεῖ, ἐκτὸς μόνον ἂν κάποιος ἦταν τόσο ἀναίσθητος καὶ σκληρόκαρδος στὴν ψυχή, σὰν ἐμένα. Ἀλλά, ἀκόμη καὶ σὲ ὅλη τὴν θεία Λειτουργία, κατανυσσόταν πότε πολὺ καὶ πότε λίγο μὲ ἄμετρη ἀγαλλίαση τῆς ψυχῆς του. Καὶ ὅταν κοινώνησε τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, κατέβρεξε τὸν ἅγιο Δίσκο καὶ τὰ καλύμματα καὶ τὸ ἀντιμήνσιο μὲ τὰ δάκρυα. 

Ὕστερα, ἀφοῦ τελείωσε τὴν Θεία Λειτουργία, τὸν ρώτησα νὰ μοῦ πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια, γιατί κατανυσσόταν τόσο πολὺ καὶ γιατί ἔχυνε τέτοια δάκρυα καὶ μάλιστα μπροστὰ σὲ τόσο κόσμο, ἐνῶ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ βγάλω οὔτε κἂν στὰ κρυφὰ ἕνα δάκρυ γιὰ τὴν ἐλεεινή μου ψυχή. Καὶ αὐτὸς ὡς φίλος τῆς ἀλήθειας καὶ ὡς ἀγαθὸς καὶ ἄκακος, μοῦ εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια· 

Ἐγώ, ἀδελφέ, ὅταν στὸν ὄρθρο διαβαζόταν ἡ κοινὴ ἀκολουθία, μελετοῦσα νοερῶς καὶ ἀδιαλείπτως στὴν καρδιά μου τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἀκολουθία στὴν μέση, ἄρχισα νὰ αἰσθάνομαι στὴν γλῶσσα μου, λίγο - λίγο, κάποια γλυκύτητα. Συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν γλυκύτητα καταλάβαινα μέσα μου κάποια πνευματικὴ παρηγορία. 

Ἀλλά, ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ ἔλεγα περισσότερο τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», τόσο περίσσευε στὴν γλῶσσα μου καὶ ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη γλυκύτητα, μεγάλωνε δὲ καὶ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ μέσα μου, καὶ τότε ἀμέσως ἄρχισε νὰ κατανύσσεται λίγο ἡ καρδιά μου. Ἀφοῦ «πῆρα καιρὸ» νὰ λειτουργήσω, ἐπεκτάθηκε μέσα στὸ στόμα μου ἡ γλυκύτητα καὶ πληροφορήθηκα μέσα μου ζωηρότερη τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ κατανυσσόμουν εὐκολότερα καὶ περισσότερο. Ὅταν προσκόμιζα στὴν Προσκομιδὴ τὰ θεῖα δῶρα, κατάλαβα στὸ στόμα μου πολλὴ γλυκύτητα. Συγχρόνως, κατάλαβα στὴν καρδιά μου πολλὴ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, δὲν μποροῦσα νὰ σταματήσω τὰ δάκρυα. Ὅταν διάβαζα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, παρομοίως κατάλαβα στὸ στόμα μου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα νὰ ὑπερισχύει καὶ συγχρόνως γλύκανε ὑπερβολικῶς καὶ ἡ διάνοιά μου μὲ τὰ λόγια τοῦ θείου καὶ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐπειδὴ ἐννοοῦσε ὁ νοῦς μου σαφῶς τὴν δύναμη, τὸ νόημα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ καθενὸς λόγου του. Ἔτσι τότε καὶ ἐγὼ μὴ μπορώντας νὰ κρύψω μέσα μου καὶ νὰ σταματήσω τὴν κατάνυξη ἔκλαιγα πιὰ σὰν μικρὸ παιδί, διότι πλημμύρισε καὶ χύθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου ἡ κατάνυξη. Γι᾿ αὐτό, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥρα μέχρι νὰ τελειώσει ἡ Λειτουργία, συνέχεια κατανυσσόμουν πότε πολύ, πότε λίγο, ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ γλυκύτητα ποὺ αἰσθανόταν ἡ γλῶσσα μου καὶ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα μὲ τὴν ὁποία γλυκαινόταν ἡ διάνοιά μου στὴν κατανόηση τῶν ἱερῶν λόγων». Ἀκούγοντας αὐτὰ ἐγὼ ὁ σκληρόκαρδος, κατηγόρησα τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου, ἐπειδὴ ποτέ μου δὲν εἶδα στὴν γλῶσσα μου τέτοια γλυκύτητα οὔτε στὴν ψυχή μου τέτοια παρηγορία. 

Εὐχή. 

Ἀλλά, Κύριε, Κύριε, ὁ γλυκασμὸς καὶ ἡ ἡδύτητα ὅλων τῶν δούλων Σου ποὺ μνημονεύουν στὴν καρδιὰ μὲ εὐλάβεια τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιο καὶ θεϊκό, χάρισε, παρακαλῶ, καὶ σ᾿ ἐμένα νὰ ἀγαπῶ τὸ Ὄνομά σου μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ νὰ τὸ μνημονεύω μὲ πολλὴ εὐλάβεια, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε, ὅταν ἐπιτρέψει ἡ Χάρη Σου, καὶ ἡ δική μου γλῶσσα αὐτὴν τὴν θεϊκὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα. Διότι τότε, Κύριέ μου, εἶμαι πληροφορημένος ὅτι συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, θὰ λάμψει καὶ τὸ ἅγιο φῶς τῆς θεογνωσίας Σου μέσα στὴν καρδιά μου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ φωτισθοῦν τὰ μάτια τῆς διάνοιάς μου στὴν ἀληθινὴ καὶ τέλεια κατανόηση τῶν θεϊκῶν Σου λόγων. Ὅταν γίνει αὐτὸ σ᾿ ἐμένα, Κύριε, ἀπὸ Σέ, τὸν δημιουργὸ καὶ Θεό μου, ἀμέσως θὰ φανοῦν τὰ λόγια Σου γλυκὰ στὸν λάρυγγά μου καὶ γλυκύτερα ἀπὸ μέλι στὸ στόμα μου. Ναί, ὁ γλυκύς μου Ἰησοῦς, δέομαι καὶ παρακαλῶ τὴν βασιλεία Σου, ράντισε καὶ ἐμένα τὸν πολὺ πικραμένο μία σταλαγματιὰ θεϊκῆς γλυκύτητος ἀπὸ τὴν μεγάλη καὶ ἀκατανόητη ἄβυσσο τῆς δικῆς Σου θεϊκῆς καὶ πνευματικῆς γλυκύτητος. Διότι ἐπόθησε ἡ ψυχή μου αὐτὴν τὴν πνευματική Σου θεία καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα περισσότερο ἀπὸ χρυσάφι καὶ τοπάζιο καὶ περισσότερο ἀπὸ πολύτιμο λίθο, καὶ γλυκαίνομαι ὁ δοῦλος Σου πνευματικῶς ὅταν τὴν σκέπτομαι, περισσότερο ἀπὸ μέλι καὶ κηρήθρα. Διότι Ἐσύ, Κύριέ μου, Κύριε, γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, εἶσαι ὁ ἀνέκφραστος γλυκασμὸς ἡμῶν ὅλων τῶν Χριστιανῶν καὶ σοὶ τὴν δόξα ἀναπέμπομεν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ Ζ΄

 Συνέχεια από: Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

ΛΟΓΟΣ Ζ΄ 

Περὶ τοῦ πότε ἐπισκέπτεται ἡ Θεία Χάρις ἐκεῖνον ποὺ προσεύχεται στὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν καρδιά του καὶ ποιὰ εἶναι τὰ πνευματικὰ σημεῖα αὐτῆς τῆς θείας ἐπισκέψεως. 

Εὐλόγησον πάτερ. 

Ὅταν λοιπόν, ἀγαπητέ, προσεύχεσαι νοερῶς ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ σου γιὰ πολλὴ ὥρα, γνώριζε ὅτι κάποια θεία ἐπίσκεψη σοῦ γίνεται μὲ σκοπὸ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ψυχῆς σου, τὴν παρηγορία τῆς καρδιᾶς σου καὶ γιὰ θεϊκὸ στήριγμα ὅλων σου τῶν ψυχικῶν καὶ σωματικῶν αἰσθήσεων. Καὶ ἄλλοτε μὲν σὲ ἐπισκέπτεται ἡ Χάρη τῆς Ἁγίας Τριάδος· καὶ αὐτὸ τὸ καταλαβαίνεις διότι στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη΄ 19), χαίρεται ἡ ψυχή σου, γλυκαίνεται ἡ διάνοιά σου, ἀναβλύζει σὰν ἀπὸ κάποια πηγὴ ἀπὸ τὴν καρδιά σου ἡ κατάνυξη καὶ χύνουν τὰ μάτια σου θερμότατα δάκρυα, ὁπότε αὐτὸ λέγεται ἐπίσκεψη τῆς Ἁγίας Τριάδος. 

Ἄλλοτε πάλι, σὲ ἐπισκέπτεται ἱλαρῶς ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός· αὐτὸ τὸ καταλαβαίνεις διότι στὸ ὄνομά Του κατανύσσεσαι περισσότερο καὶ γλυκαίνεται τὸ πνεῦμα σου παρὰ στὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε λέγεται ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς. Ἄλλοτε πάλι σὲ ἐπισκέπτεται ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός· αὐτὸ τὸ καταλαβαίνεις διότι στὸ γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σου καὶ σὲ ὅλα τὰ θεϊκὰ μυστήριά Του κατανύσσεσαι περισσότερο, παρὰ στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε λέγεται ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἄλλοτε πάλι, σὲ ἐπισκέπτεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ πετάει γύρω σου σὰν καθαρὸ περιστέρι. Αὐτὸ τὸ καταλαβαίνεις διότι στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατανύσσεσαι καὶ γλυκαίνεσαι περισσότερο, παρὰ στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ. Τότε λέγεται ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Ὅμως, πρόσεξε· ὄχι ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα δὲν εἶναι ὁμοούσια, «ἄπαγε τῆς βλασφημίας», ἀλλὰ δὲν κατανύσσεσαι τὸ ἴδιο, διότι δὲν ἀντικρύζεις μὲ τὰ νοερά σου μάτια ἐξίσου, μὲ ἴση θερμότητα καρδιᾶς, τὴν μία Φύση, τὴν μία Οὐσία, τὴν μία Δύναμη τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὔτε ἐπικαλεῖσαι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς σου μὲ ἴση εὐλάβεια τὰ τρία ὀνόματα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν κατανύσσεσαι, οὔτε γλυκαίνεσαι ἐξίσου. 

Πρέπει λοιπόν, ὅταν προσφέρεις στὴν Ἁγία Τριάδα τὴν δέησή σου καὶ τὴν προσκύνησή σου, νὰ τὴν προσφέρεις μὲ τὴν ἴδια ἄκρα τιμὴ καὶ στὰ τρία ὀνόματα. Νὰ τὴν προσφέρεις μὲ τὴν ἴδια ἄκρα εὐλάβεια καὶ μὲ τὴν ἴδια ἄκρα θερμότητα καρδιᾶς, διότι ἔτσι κατανύσσεσαι καὶ γλυκαίνεσαι ἐξίσου. 

Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι μιᾶς Φύσεως καὶ μιᾶς Οὐσίας, διότι φῶς εἶναι ὁ Πατήρ, φῶς καὶ ὁ Υἱός, φῶς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Δηλαδὴ ἡ Θεότητα εἶναι μία καὶ τὰ Πρόσωπα εἶναι τρία. Ὅταν λοιπὸν ἐσὺ ἀντικρύζεις νοερῶς μὲ ἄκρα εὐλάβεια τὸν Πατέρα, τότε φωτίζεσαι ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ γι᾿ αὐτὸ τότε κατανύσσεσαι στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς. Ὅταν ἀντικρύζεις νοερῶς μὲ αὐτὴν τὴν ἴδια εὐλάβεια καὶ τὸν Υἱό, τότε φωτίζεσαι ἀπὸ τὸν Υἱό, καὶ γι᾿ αὐτὸ τότε κατανύσσεσαι στὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι, ἂν θέλεις νὰ κατανύσσεσαι ἐξίσου καὶ στὰ τρία Ὀνόματα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρέπει ὅπως εἴπαμε πρίν, νὰ εὐλαβεῖσαι ἐξίσου μὲ τὴν ἴδια εὐλάβεια τὴν Ἁγία Τριάδα, νὰ τὴν τιμᾶς ἐξίσου μὲ ἴδια τιμή, νὰ τὴν σέβεσαι ἐξίσου μὲ ἴδιο σεβασμό. 

Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, κραυγάζει μεγαλοφώνως ἡ Ἐκκλησία ἱκετεύοντας τὴν μία Θεότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ λέγει· «Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ δοξάζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά Σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (ἐκφώνηση Θ. Λειτουργίας). 

Ἄλλοτε πάλι, ὅταν προσεύχεσαι νοερῶς ἀπὸ τὴν καρδιά σου γιὰ πολλὴ ὥρα, σὲ ἐπισκέπτεται ἱλαρῶς ἡ Κυρία Θεοτόκος. Αὐτὸ τὸ καταλαβαίνεις διότι κατανύσσεσαι στὰ θεϊκὰ ὀνόματα τῆς Παναγίας, στὰ θεϊκὰ καὶ ἅγιά Της λόγια καὶ στὰ θεῖα Της θαύματα. Ἔτσι τότε λέγεται ἐπίσκεψη τῆς Παναγίας.  

Ἄλλοτε πάλι, ὅταν προσεύχεσαι νοερῶς ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ σου στὸν Ἅγιο, τοῦ ὁποίου τὸν βίο διαβάζεις καὶ σκέπτεσαι τὴν χάρη του, χύνεις θερμότατα δάκρυα διότι σὲ ἐπισκέπτεται ἡ χάρη του, ὡς συναγωνιστὴ μὲ ἐκεῖνον καὶ ὡς φίλο τοῦ Κυρίου. Τότε, ὅταν προσεύχεσαι νοερῶς ἀπὸ τὸ βάθους τοῦ ἑαυτοῦ σου, σὲ ἐπισκέπτονται ἀοράτως καὶ μὲ ἱλαρότητα ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἐπικαλεῖσαι τὰ ὀνόματα μὲ θερμότητα καρδιᾶς καὶ γι᾿ αὐτὸ γλυκαίνεται ἡ ψυχή σου καὶ κατανύγεται ἡ καρδιά σου ἀπὸ τὴν χάρη τους. 

Μερικὲς φορές πάλι, ὅταν προσεύχεσαι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, σοῦ συμβαίνει ἄνωθεν, ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη, κάποια μυστικὴ ἐπίσκεψη, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖς νὰ καταλάβεις ἀπὸ ποιὸν Ἅγιο ἦταν. Καὶ ὅτι ἔγινε στὴν ψυχή σου ἐκείνην τὴν ἡμέρα κάποια θεϊκὴ ἐπίσκεψη τὸ γνωρίζεις καὶ τὸ καταλαβαίνει μόνον ἡ ψυχή σου ἀπὸ κάποια πνευματικὰ καὶ νοερὰ σημεῖα ποὺ ἔγιναν καὶ γίνονται στὴν ψυχή σου, τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ νὰ ἐξιστορήσει καμμία γλῶσσα, ὅμως ἂν ἦταν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ ἢ τῆς Παναγίας ἢ κάποιου ἄλλου Ἁγίου δὲν μπορεῖς νὰ τὸ καταλάβεις. Ἐὰν ὅμως στοχαστεῖς αὐτὴν τὴν θεία ἐπίσκεψη μὲ κατανυγμένη καρδιά, μὲ καθαρότατο καὶ ἀθόλωτο νοῦ, μὲ νηφάλια διάνοια καὶ ἐὰν δεηθεῖς μυστικῶς, θερμῶς καὶ ταπεινῶς σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ ἔκανε τὴν ἐπίσκεψη, τότε σοῦ ἀποκαλύπτεται καὶ φανερώνεται μὲ κάποια φανερὰ σημεῖα ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἐπισκέφθηκε μυστικῶς. 

Ἡ ἀποκάλυψη τῆς μυστικῆς θεϊκῆς ἐπίσκεψης γίνεται ὡς ἑξῆς· παρακαλώντας ἐσὺ τὸν ἄγνωστο εὐεργέτη σου, ἀρχίζεις πρῶτα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ Τὸν παρακαλεῖς καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖς. Ἔτσι, ἂν ἡ ἐπίσκεψη εἶναι Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, φαίνεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γλυκὺ μέσα στὴν διάνοιά σου, σὰν μία σταλαγματιὰ μελιοῦ ἡ ὁποία στάζει ἀρρήτως, δηλαδὴ νοητῶς, στὴν καρδιὰ μὲ τὴν ἴδια γλυκύτητα. Ἡ καρδιὰ στάζει μυστικῶς στὴν ψυχὴ κάποια δάκρυα οὐράνια, δάκρυα πνευματικά, δάκρυα μελίρρυτα, δάκρυα γλυκά. Ὁμοίως στάζουν καὶ τὰ μάτια στὸ πρόσωπο δάκρυα ὅμοια μὲ τὰ μελιρρυτοκαρδιοστάλακτα καὶ μὲ τὰ γλυκοψυχοστάλακτα καὶ μὲ τὰ γλυκοδιανοιοστάλακτα δάκρυα. Ἔτσι, ἀκτινοβολεῖ τὸ πρόσωπο ἐκείνην τὴν ὥρα ἀπὸ τὴν νοητὴ ἀκτῖνα τῆς πνευματικῆς χαρᾶς. «Καρδίας γὰρ εὐφραινομένης, θάλλει πρόσωπο» (Παρ. ιε΄ 13). Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σημεῖα γνωρίζεις ὅτι ἡ ἐπίσκεψη ἦταν τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἂν ὅμως δὲν ἔγινε κάτι τέτοιο στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπίσκεψη εἶναι κάποιου ἄλλου Ἁγίου. 

Καὶ λοιπόν, παρακαλεῖς πάλι μυστικῶς μὲ τὴν διάνοιά σου καὶ θερμῶς ἀπὸ τὴν καρδιά σου ὅλους τοὺς Ἁγίους, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Παναγία, καὶ ἑξῆς περνάει ἡ διάνοιά σου ἀπ᾿ ὅλα τὰ τάγματα τῶν Ἁγίων. Παρακαλώντας καὶ μελετώντας τὰ τάγματα τῶν Ἁγίων, ὅταν ἔλθει ἡ διάνοιά σου στὸ τάγμα ἐκείνου τοῦ Ἁγίου ποὺ σὲ ἐπισκέφθηκε, ἀμέσως ἔρχεται λίγη πνευματικὴ παρηγορία καὶ κάποια φανερὰ σημεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πληροφορεῖσαι ὅτι ἐκεῖ κοντὰ εἶναι ὁ ἀναζητούμενος φίλος σου, ποὺ σὲ ἐπισκέφθηκε. 

Καὶ λοιπόν, δέεσαι πάλι στὸν κάθε Ἅγιο, τὸν ὁποῖον γνωρίζεις ἀπὸ τὸν βίο του καὶ ἀπὸ τὰ θαύματά του, καὶ ὅταν πεῖς μόνον τὸ ὄνομα ἐκείνου τοῦ Ἁγίου ποὺ σὲ ἐπισκέφθηκε, γίνεται αὐτὸς φανερὸς ἀπὸ τὴν ζωηρότερη ἐνέργεια καὶ ἀπὸ τὰ σημαντικότερα σημεῖα τῆς αὐτόματης καὶ πλούσιας κατάνυξης καὶ πνευματικῆς θερμότητος. Διότι ἐκείνην τὴν ἡμέρα, ἀμέσως μόλις ἀκούσεις τὸ ὄνομα ἢ τὰ θαύματα τοῦ ἐπισκέπτου σου Ἁγίου ἢ μόνον περάσει ἀπὸ τὴν διάνοιά σου ἡ ἐνθύμησή του, κατανύσσεσαι, ἄλλοτε μέσα στὴν καρδιά σου, ἄλλοτε στὰ μάτια σου καὶ ἄλλοτε σοῦ ἔρχεται πνευματικὸς ζῆλος νὰ μιμηθεῖς τὸν Ἅγιο στὶς πράξεις καὶ στὶς ἀρετές. Ἀφοῦ ὅμως περάσει ἐκείνη ἡ ἡμέρα, ἐκλείπει ἀπὸ ἐσένα καὶ ἐκείνη ἡ ἐνέργεια τῆς αὐτόματης κατάνυξης καὶ τῆς πνευματικῆς θερμότητος, καὶ αὐτὸ γίνεται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο. 

Ἔχει κάποιος ἕναν εἰλικρινῆ φίλο, ὁ ὁποῖος τὸν εἰδοποιεῖ νὰ πάει σ᾿ αὐτὸν γιὰ νὰ ἀπολαύσει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο πνευματικῶς. Πηγαίνει λοιπὸν πρὸς αὐτὸν γιὰ νὰ συνευφρανθοῦν. Πηγαίνοντας ὅμως, περνάει ἀπὸ τὴν ἀγορά, ὅπου εἶναι πολὺς κόσμος. Ἐκεῖ βλέπει καὶ ἄλλους φίλους του, τοὺς ὁποίους χαιρετᾶ μὲ χαρούμενο πρόσωπο, ὅμως δὲν χαίρεται τόσο οὔτε ἐμποδίζεται ἀπὸ αὐτούς, ἀλλὰ τρέχει νὰ βρεῖ ἐκεῖνον τὸν φίλο του ποὺ τὸν προσκάλεσε. Καὶ λοιπόν, ὅταν φθάσει στὸν φίλο του, ἀκούει τὴν φωνή του καὶ ἀμέσως χαίρεται ἡ καρδιά του. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἀσπαστεῖ, διπλασιάζει τὴν καρδιακὴ χαρά, τόσο ὥστε ἀπὸ τὴν χαρά του δακρύζει βλέποντάς τον καὶ ἀπολαμβάνει τὴν συνομιλία καὶ συναναστροφή. Καὶ ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νὰ ἀποχωριστοῦν, λυπᾶται γιὰ τὸν χωρισμό, ὅμως ἀναπαύεται ὁ λογισμός του ἐπειδὴ ἀπόλαυσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἔπειτα πάλι, μετά παρέλευση καιροῦ, ἢ καὶ πιὸ γρήγορα, τὸν προσκαλεῖ καὶ ἄλλος φίλος του, στὴν πρόσκληση τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ἀπόλαυση συμβαίνει τὸ ἴδιο. 

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο γίνεται καὶ στὰ πνευματικά. Ὅταν σὲ προσκαλεῖ κάποιος Ἅγιος στὴν πνευματική του χαρά, ἐκείνην τὴν ἡμέρα γίνεται ἡ ἐπίσκεψη καὶ ἡ πνευματικὴ παρηγορία ἐκείνου τοῦ Ἁγίου. Ὅταν περάσει ἐκείνη ἡ ἡμέρα, φεύγει ἀπὸ ἐσένα καὶ ἡ πνευματικὴ παρηγορία. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ παρηγορία τότε συμβαίνει στὸν ἄνθρωπο, ὅταν στενοχωρεῖται ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ στενοχωρεῖται ἀπὸ τοὺς ἀόρατους ἐχθρούς, ἐνῶ τὸ σῶμα στενοχωρεῖται ἀπὸ τὴν ἄσκηση ἢ ἀπὸ τοὺς τυρρανικοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὴν ἐπίσκεψη ὅποιου Ἁγίου ἐπικαλεσθεῖ, λόγῳ τῆς οἰκειότητος ποὺ νοιώθει μὲ τὸν Ἅγιο, μέσῳ τῆς κοινωνίας τῶν παθημάτων καὶ τῶν πειρασμῶν ποὺ ὑποφέρει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Μάλιστα ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου τὸν ἐπισκέπτεται μὲ ἱλαρὸ βλέμμα, γιὰ νὰ μὴν ἀτονίσει στὸν ἀγῶνα του. 

Ἄλλοτε πάλι τὸν ἐπισκέπτεται ἡ Θεία Χάρη στὴν ἀνάγκη του, δίχως αὐτὸς νὰ τὴν ἐπικαλεσθεῖ. Διότι ξέρει ἡ Θεία Πρόνοια πότε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Καὶ ἄλλοτε πάλι ἐπικαλεῖται ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, ὅμως χωρὶς ἀποτέλεσμα. Αὐτὸ τὸ κάνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, διότι Αὐτὸς γνωρίζει τὸ συμφέρον μας πολὺ καλύτερα ἀπὸ ἐμᾶς. 

Ἐσὺ ὅμως, ταπεινέ, ὅταν ἐπικαλεσθεῖς τὸν Θεὸ καὶ δὲν σοῦ γίνεται καμμία ἐπίσκεψη, μὴν λυπᾶσαι, ἀλλὰ κατάκρινε καὶ κατηγόρησε τὸν ἑαυτό σου, προσθέτοντας καὶ τὸ ὅτι δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ ἀξιωθεῖς θεϊκὴ ἐπίσκεψη. Καὶ τότε ἡ θεϊκὴ ἐπίσκεψη δὲν εἶναι μακριὰ ἀπὸ σένα, ἂν καὶ δὲν τὸ αἰσθάνεσαι. Ἐξαιρετικῶς ὅμως ἡ θεία ἐπίσκεψη γίνεται ἐκείνην τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι Δεσποτικὴ ἑορτὴ ἢ Θεομητορικὴ ἢ ἡμέρα καὶ μνήμη τοῦ ἑορταζόμενου Ἁγίου· καὶ γίνεται ἡ ἐπίσκεψη σὲ ἄλλον μυστικῶς, σὲ ἄλλον φανερῶς, στὸν καθένα κατὰ τὴν ἀγάπη καὶ κατὰ τὸν ζῆλο ποὺ δείχνει στὰ θεῖα. 

Διότι, ὅταν ἐσύ, ἄνθρωπε, ἀγαπᾶς καὶ εὐλαβεῖσαι ἕναν Ἅγιο περισσότερο, τότε αὐτὸς ὁ Ἅγιος πάντοτε σὲ θυμᾶται καὶ σὲ ἐπισκέπτεται ἀοράτως, δίχως ἐσὺ νὰ καταλάβεις τὴν ἐπίσκεψη ποὺ σοῦ κάνει. Ὅμως, σὲ ἐπισκέπτεται περισσότερο καὶ φανερώτερα τότε, ὅταν εἶναι ἡ μνήμη του καὶ δείχνεις ἐσὺ θερμότερο ζῆλο σ᾿ αὐτήν. Ὁμοίως καὶ ὅταν ἔχεις πολλὴ πίστη καὶ θερμὴ εὐλάβεια στὴν Κυρία Θεοτόκο, πάντοτε αὐτὴ ἔχει τὴν ἔννοια καὶ τὴν φροντίδα σου, ὅμως κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς θλίψης σου σὲ ἐπισκέπτεται φανερῶς καὶ μάλιστα σὲ ἐπισκέπτεται ἀκόμη πιὸ φανερῶς τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι ἡ μνήμη της. Ὁμοίως καὶ ὅταν ἐσὺ ἔχεις στὴν καρδιά σου τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Σὲ φυλάττει ὁ Θεὸς πάντοτε μὲ τὸ στράτευμα τῶν θείων Του ἀγγέλων, καθὼς λέγει· «Παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ρύσεται αὐτούς» (Ψλμ. λγ΄ 8). Ὅμως, τὴν ἡμέρα τῆς θλίψης σου σὲ ἐπισκέπτεται φανερῶς μὲ τὴν Χάρη Του, μάλιστα σὲ ἐπισκέπτεται περισσότερο καὶ φανερώτερα στὶς ἁγίες Του καὶ σεβάσμιες ἑορτές, τόσο ἀπὸ τὴν ἄπειρή Του ἀγαθότητα, ὅσο καὶ διότι Τὸν δοξολογεῖς καὶ σὺ συνεχῶς. Τότε μὲ τὴν ἐπίσκεψή Του προσκαλεῖ ἀοράτως τὴν ψυχή σου στὴν μυστική Του τράπεζα, στὴν μυστική Του ἀνάπαυση καὶ στὴν πνευματική Του εὐφροσύνη. 

Καὶ λοιπόν, ἐκείνην τὴν ἁγία καὶ θεία ἡμέρα, ὅταν σοῦ γίνεται ἡ ἐπίσκεψη, ἡ ψυχή σου χαίρεται χορεύοντας μυστικῶς καὶ εὐφραίνεται νοητῶς μαζὶ μὲ τὰ νοερὰ πνεύματα, ἀπολαμβάνοντας κάποιο μέρος ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπολαμβάνουν τὰ νοερὰ πνεύματα στὶς νοητὲς καὶ ἀχειροποίητες θεϊκὲς κατοικίες τῆς ἄνω Ἰερουσαλήμ, ἐνῶ τὸ σῶμα σου χορεύει καὶ αὐτὸ πνευματικῶς στὴν κάτω Ἰερουσαλὴμ μαζὶ μὲ τοὺς ὀρθοδόξους ἀδελφούς σου, καθὼς λέγει· «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψλμ. ριζ΄ 24). Στὸν Θεό μας ἀνήκει δόξα, κράτος, ὕμνος καὶ μεγαλοπρέπεια εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

Πηγή

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2023

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ ΣΤ΄

 Συνέχεια από: Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

                                             ΛΟΓΟΣ ΣΤ΄

Περὶ τοῦ ὅτι σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ προσεύχεται νοερῶς ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του μέχρι πόνου, ὁ πόνος προξενεῖ τὴν αἴσθηση καὶ τὴν γεύση τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς γλυκύτητος τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο συγχρόνως μὲ τὴν συνεχῆ κατάνυξη ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὰ ρητὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ κάθε πνευματικὸ λόγο.

Εὐλόγησον πάτερ.


Μελέτα ἀδιαλείπτως, ταπεινὲ Μοναχέ, τὴν ἱερὴ μελέτη τῆς νοερᾶς προσευχῆς ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς σου, μέχρι νὰ γίνει ἡ καρδιά σου ὅλως διόλου εὐχή, ὅπως γίνεται τὸ σίδερο ὅμοιο μὲ τὴν φωτιὰν ὅταν πυρακτώνεται. Ἐπίσης, ἐπίμενε σ᾿ αὐτὴν τὴν καρδιακὴ εὐχή, μέχρι νὰ γίνει πληγὴ μέσα σου, ἐκεῖ ποὺ μελετᾶται αὐτὴ ἡ εὐχή. Διότι αὐτὴ ἡ πληγὴ ποὺ λαμβάνεις θεληματικὰ ἀπὸ τὴν βίαιή σου εὐχή -μάρτυς μου ὁ Θεός- θὰ σοῦ γίνει μία πνευματικὴ πηγὴ τῆς θεϊκῆς κατάνυξης, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἀναβλύζει πάντοτε ἡ κατάνυξη, χωρὶς καμμία βία. Ὅταν ὅμως μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ φθάσεις σ᾿ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ κατάσταση, τότε γεύεσαι μυστικῶς τὴν ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου σου. «Γεύσασθε» λέγει ὁ προφήτης, «καὶ ἴδετε, ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψλμ. λγ΄ 9), δηλαδὴ ἀφοῦ γεύεσαι μυστικῶς τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου, πληροφορεῖσαι καὶ καταλαβαίνεις φανερῶς ὅτι ὁ Κύριος σου Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ μελετᾶς εἶναι ὑπερβολικῶς γλυκύτατος καὶ πέρα ἀπὸ κάθε γλυκύτητα.

Σκέψου λοιπὸν τώρα, ταπεινέ· ἂν ἀπὸ αὐτὴν τὴν λίγη Χάρη, ποὺ γεύθηκες μυστικῶς, κατάλαβες καὶ βεβαιώθηκες, ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τόσο γλυκὺς στὴν ψυχή σου, στὴν καρδιά σου, στὴν διάνοιά σου καὶ σ᾿ ὅλο τὸ ἐσωτερικό σου, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ διηγηθεῖς, ἄραγε, ὅταν βγεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ πάει πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ Θεό της καὶ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γήινο μάτι δὲν τὰ εἶδε, αὐτὶ σαρκικὸ δὲν τὰ ἄκουσε καὶ καρδιὰ ρυπαρὴ δὲν τὰ σκέφθηκε (πρβλ. Α΄ Κορ. β΄ 9), τότε -λέγω- ὅταν θὰ ἀπολαύσει ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ στὸν ἄνθρωπο νὰ τὰ ἐκφράσει (ὅταν βλέπει πρόσωπο πρὸς πρόσωπο τὸν δημιουργὸ της Κύριο, τὸν ἀνέκφραστο καὶ ἀκατανόητο), τότε σὰν τί λογῆς χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ἔχει ἐκείνη ἡ ψυχή; Πράγματι, σοῦ λέγω, ἀγαπητέ, ὅτι ἂν κάποιος τὸ στοχαστεῖ μὲ μεγάλη σύνεση καὶ ἀκρίβεια, γίνεται ἄφωνος σὰν τὸ ψάρι καὶ δὲν ἔχει τί νὰ ὁμιλήσει.

Καὶ λοιπόν, τρισμακάριε ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ, ὅσο βρίσκεσαι πνευματικῶς σ᾿ αὐτὴν τὴν μυστικὴ γεύση τῆς ἀγαθότητος τοῦ Κυρίου, καὶ ὅσο ποτίζεται ὁ νοῦς σου τὸ νοητὸ γάλα τῆς πνευματικῆς θεωρίας, καὶ ὅσο γλυκαίνεται ἡ ἀσχολία σου μὲ τὸν Κύριό σου [«ἡδυνθείη Αὐτῷ ἡ διαλογή μου, ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ», ἔλεγε ὁ προφήτης (Ψλμ. ργ΄ 34)], καὶ ὅσο ἀπολαμβάνει ἡ καρδιά σου τὸ θεϊκὸ καὶ ἀνερμήνευτο ἔλεος τῆς ἀγαλλιάσεως ἀπὸ τὴν παρηγορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσο -λέγω- ἔρχονται καὶ συμβαίνουν ὅλα αὐτὰ σ᾿ ἐσένα καὶ ἄλλα περισσότερα ἀπ᾿ αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ γραφίδα ὀξυγράφου γραμματέως νὰ τὰ ἐξιστορήσει καὶ νὰ τὰ ἀναπαραστήσει, τότε ὁ νοῦς δὲν προσέχει στὴν εὐχή, ὅπως ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη σ᾿ ἕνα στενὸ φίλο τοῦ βασιλέως νὰ βαστάζει τὰ ὅπλα του ὅταν μπαίνοντας στὸ παλάτι καὶ συναναστρεφόμενος φιλικῶς μὲ τὸν φίλο του βασιλέα, ἀπολαμβάνει τὸ βασιλικὸ τραπέζι μὲ εἰρήνη. Διότι τότε προσέχει ἡ ψυχή σου σ᾿ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ τράπεζα, τὴν ὁποία ἔβαλε μπροστά της ἡ Θεία Χάρη ποὺ τὴν ἐπισκέπτεται καὶ τὴν δεξιώνεται μὲ μεγάλη εὐμένεια, τότε συλλογίζεται ἡ ψυχὴ μόνον καὶ μόνον τὸν Θεὸ καὶ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναπαύεται στὴν πνευματικὴ γλυκύτητα, ποὺ ἀνεκφράστως ἀπολαμβάνει τὴν στιγμὴ ἐκείνη. Διότι τότε ἐσύ, φίλε τοῦ Θεοῦ, ποὺ τρέφεσαι πνευματικῶς ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔφθασες σ᾿ αὐτὸν τὸν ὑψηλότατο βαθμὸ τῆς νοερᾶς καὶ πνευματικῆς θεωρίας, συλλογιζόμενος τὸ νοητὸ μέλι καὶ κηρίο ποὺ γεύεται ὁ νοῦς σου, ὅταν θεωρεῖς τὸν ζῶντα δημιουργό σου Κύριο, κατανύσσεσαι μὲ δάκρυα σὰν ποτάμι, καὶ ἀναπαύεσαι πνευματικῶς.

Συλλογιζόμενος τότε καὶ μελετώντας μὲ τὸν ἑαυτό σου, πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχή σου τὴν ἄϋλη καὶ θεϊκὴ ἐνέργεια καὶ πῶς παρηγορεῖται ἡ καρδιά σου ἀπὸ αὐτήν, κατανύσσεσαι καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε τὴν εὐτυχία, ποὺ ἔχει ἡ καρδιά σου ἐσωτερικῶς ἀπὸ τὴν πνευματικὴ χαρά, ποὺ ἄφθονα χύθηκε σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, χύνεις ἄφθονα δάκρυα καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε τὴν αἰσθητὴ εὐτυχία, τὴν ὁποία ἔχεις ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ χαρὰ τῆς θείας Χάρης, ποὺ πλούσια πλημμύρισε στὴν καρδιά σου, κατανύσσεσαι γλυκά καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε τὴν χρηστότητα τοῦ Κυρίου σου καὶ τὴν ἀγαθότητα, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριος καὶ Θεός σου εἶναι ἄκρως ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριος καὶ Θεός σου εἶναι Παντοκράτωρ καὶ Παντοδύναμος, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι. Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Κυρίου σου εἶναι βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων καὶ ἡ ἐξουσία Του ἐκτείνεται σὲ κάθε γενεὰ (Ψλμ. ρμδ΄ 13), κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου σου στοὺς δούλους Του εἶναι ἅγιο καὶ γλυκύτατο, ἐνῶ στοὺς δαίμονες εἶναι ἄγριο καὶ πικρότατο, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριός σου εἶναι «μέγας καὶ αἰνετὸς σφόδρα ἐν πόλει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Ψλμ. ρμδ΄ 3), σ᾿ ἐμᾶς, δηλαδή, ποὺ γνωρίζουμε τὴν δύναμή του τὴν θεϊκή, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι τὸν Κύριό σου ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι, δοξολογοῦν οἱ ἀρχάγγελοι, καὶ Τὸν ὑμνοῦν ὅλες οἱ οὐράνιες θεϊκὲς δυνάμεις, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριός σου ἐπιβαίνει πάνω στὰ Χερουβὶμ καὶ ὅτι πετάει «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» (Ψλμ. ιζ΄ 11) καὶ ὅτι ἐπιβαίνει πάνω στὰ σύννεφα, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ἐπιβλέπει ὁ Κύριος τὴν γῆ καὶ τὴν κάνει νὰ τρέμει (πρβλ. Ψλμ. ργ΄ 32), θαυμάζεις τὴν δύναμή Του καὶ ἀναπαύεσαι κατανυσσόμενος.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Κυρίου σου ὑψώθηκε πάνω ἀπὸ τὸν οὐρανό (πρβλ. Ψλμ. ξζ΄ 35), κατανύσσεσαι καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριός σου κάθεται στὸν ἅγιο θρόνο Του (πρβλ. Ψλμ. μστ΄ 9), καὶ ὅτι ὁ θρόνος Του ὑπάρχει στὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ θρόνος τοῦ Κυρίου σου βρίσκεται στὸν οὐρανὸ καὶ ἡ δόξα Του βρίσκεται πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι (Ψλμ. ρβ΄ 19).

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι τὰ πάντα ἔγιναν μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου σου καὶ ὅτι ὁ Κύριός σου ἔδωσε ἐντολὴ καὶ δημιουργήθηκαν (Ψλμ. ρμη΄ 5), κατανύσσεσαι καὶ ἀναπαύεσαι.

Ἀλλά, καὶ συντομεύοντας νὰ πῶ, ὅταν φθάσει ἡ ψυχή σου νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Θεό, μέσῳ τῆς συντετριμμένης ἀπὸ τὴν εὐχὴ καρδιᾶς, τότε ἡ κατάνυξη σὲ πλημμυρίζει ἀπὸ μόνη της ἀδιαλείπτως καὶ τότε ὁ Θεὸς δοξάζεται πάντοτε σὲ σένα, γιὰ ὅλα τὰ θαυμάσια καὶ ὅλες Του τὶς κρίσεις.

Διότι ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἀφήνω λόγῳ συντομίας, τὰ μελετάει ἡ ψυχή σου, εὐχαριστιέται ὁ νοῦς σου, χορεύει ἡ καρδιά σου καὶ χαίρεται τὸ σῶμα σου, ὅπως ἀκριβῶς μελετοῦν, εὐχαριστιοῦνται, χαίρονται καὶ χορεύουν οἱ πιστοὶ δοῦλοι τοῦ βασιλέως γιὰ τὸν πολὺ πλοῦτο, γιὰ τὴν βασιλικὴ μεγαλειότητα καὶ γιὰ τὰ λαμπρὰ τρόπαια τοῦ βασιλέως.

Λοιπόν, συμφώνως μὲ τὴν γλυκύτητα ποὺ γλυκαίνεσαι μὲ τὰ θαυμάσια τοῦ Χριστοῦ σου, ἀναλόγως ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ ἡ κατάνυξη, διότι αὐτὴ ἡ γλυκύτητα προηγεῖται ἀπὸ τὴν κατάνυξη, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα προηγεῖται ἡ ἐπιφοίτηση τῆς θείας Χάρης. Ἀπὸ τὴν ἐπιφοίτηση τῆς θείας Χάρης προηγεῖται ἡ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς. Καὶ ἔτσι, ὅταν κατανύσσεσαι, ἀξιώνεσαι τῆς ἀληθινῆς θεωρίας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν ἁρπαγὴ τοῦ νοῦ στὰ νοητὰ καὶ τὰ ἀκατανόητα, καθὼς λέγει ὁ θεϊκὸς πατέρας μας Ἰσαὰκ ὁ Σύρος. Στὸν Θεό μας πρέπει δόξα καὶ ἐξουσία εἰς τοὺς αἰῶνας. 

Ἀμήν.

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ Ε΄

 Συνέχεια από: Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

 ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 

 
Λόγος Πέμπτος

Περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἀκραία καὶ ἐκτεταμένη βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς γεννᾶ μὲν δριμὺ πόνο στὸν ἄνθρωπο, ὅμως ἀπὸ τὸν πόνο γεννιοῦνται τὰ ἀσταμάτητα δάκρυα καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ προέρχεται ἡ θυμηδία καὶ ἡ παρηγορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ψυχή. Ἀκόμη, πῶς κάποιος φτύνει αἷμα, ἕως ὅτου ἐξορίσει ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸν σατανᾶ μὲ ὅλα τὰ στρατεύματά του. 


Ευλόγησον πάτερ

Μοναχέ, ἐσὺ ποὺ «ἐμπορεύεσαι» τὸ ἀτίμητο καὶ οὐράνιο «ἐμπόρευμα», τὴν σωτηρία, μὲ τὰ θεϊκὰ καὶ φωτεινά σου δάκρυα! Ὅταν στερεῖσαι αὐτὰ τὰ σωτήρια καὶ ἅγια δάκρυα καὶ εἶναι ἡ διάνοιά σου τυφλωμένη καὶ κατασυννεφιασμένη ἀπὸ μία παχύτατη ὁμίχλη τῆς ἀναισθησίας, ἡ ὁποία περιχύνεται πάνω στὴν ψυχή σου καὶ κρατάει τὸν νοῦ σου στὸ σκοτάδι καὶ στὴν σκιὰ τοῦ θανάτου δεμένο, ὅταν -λέγω- πάσχεις ἀπ᾿ αὐτά, τότε μὴν ψάχνεις ἄλλη θεραπεία γιὰ τὴν ψυχή σου, οὔτε ἄλλο μέσο μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖς νὰ ἀποβάλεις ἀπὸ τὴν διάνοιά σου τὴν παχύτατη αὐτὴν ὁμίχλη τῆς ἀναισθησίας καὶ νὰ ἐλευθερώσεις τὸν σκλαβωμένο σου νοῦ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ψυχικῆς σου τύφλωσης, ἀλλὰ ψάξε, ὅσο μπορεῖς, νὰ βρεῖς τὰ δάκρυα ποὺ στερεῖσαι. Διότι μόνον τῶν δακρύων εἶναι ἔργο νὰ λαμπρύνουν τὴν διάνοιά σου, νὰ φωτίσουν τὴν ψυχή σου, νὰ διεγείρουν τὴν καρδιά σου καὶ νὰ τὴν θερμάνουν στὴν θεϊκὴ ἐργασία καὶ νὰ ὑποτάξουν τὸ σῶμα σου στὰ θελήματα τῆς ψυχῆς σου. 
Αὐτὰ τὰ δάκρυα προέρχονται καὶ γεννιοῦνται ἀπὸ πολλὲς καὶ διάφορες ἀρετές, ὅμως κατὰ θαυμαστὸ τρόπο προέρχονται καὶ ἀναβλύζουν ταυτοχρόνως καὶ συνεχῶς ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆςΔιότι ἡ καρδιακὴ εὐχὴ ὅταν λέγεται μὲ βία, δὲν ἀργεῖ νὰ τὰ γεννήσει στὸ σῶμα καὶ νὰ τὰ δώσει στὴν ψυχὴ γιὰ νὰ πλυθεῖ μὲ αὐτὰ καὶ νὰ λευκανθεῖ περισσότερο ἀπὸ τὸ χιόνι. «Πλυνείς με, λέγει, καί υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι»(Ψλμ. ν΄ 9).
Ἀλλά, ἴσως μοῦ ἀποκρίνεσαι καὶ μοῦ λέγεις· «Ἐγὼ πολλὲς φορὲς βίασα τὴν καρδιά μου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ δὲν εἶδα καθόλου δάκρυ». Ναί! σὲ πιστεύω ὅτι βίασες τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή, ἀλλὰ πόσο τὴν βίασες δὲν μοῦ λέγεις. Διότι βία ἀπὸ βία διαφέρει, καθὼς διαφέρει ἀρετὴ ἀπὸ ἀρετή, τέχνη ἀπὸ τέχνη, ζῶο ἀπὸ ζῶο, καὶ ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο. 

Ὅταν βιάζεις τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή, ἂν δὲν σοῦ ἔρχεται τὸ δάκρυ γνώριζε ὅτι δὲν ἔφθασες στὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου καὶ ἕως τὴν πληγὴ τῆς καρδιᾶς σου, ὥστε νὰ σὲ πονάει ἐκεῖ ποὺ λέγεται ἡ εὐχὴ μὲ δριμύτατο πόνο, σὰν νὰ κατέκοψε ἐκεῖνο τὸ μέρος του στήθους σου μαχαίρι κοφτερό. καί διά τούτο δέν είδες τό δάκρυον. Διότι ὅση διαφορὰ ὑπάρχει ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ προσεύχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του μέχρι ἕναν ἄλλο ποὺ δὲν προσεύχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, τόση διαφορὰ ὑπάρχει καὶ μεταξὺ ἐκείνου ποὺ προσεύχεται μὲ πόνο τῆς καρδιᾶς καὶ λέγει τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ πόνου, μέχρι ἐκεῖνον ποὺ προσεύχεται μὲν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, ὅμως δίχως πόνο, δίχως πληγή, καὶ δίχως τὸ ἐσωτερικὸ μαχαίρι τοῦ στήθους (ὅποιος διαβάζει, ἂς καταλάβει αὐτὸ ποὺ διαβάζει, καὶ ὅποιος μπορεῖ νὰ χωρέσει, ἂς χωρέσει, διότι δὲν χωροῦν ὅλοι αὐτὰ τὰ λόγια· μάρτυράς μου εἶναι τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ ποὺ βλέπει τὰ κρυφὰ καὶ ἐξετάζει τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου). Διότι πόνος τῆς καρδιᾶς ὑπάρχει ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ μεγάλη βία τῆς εὐχῆς, ἡ ὁποία κόβει σὰν μαχαίρι ἐσωτερικῶς τὸ στῆθος τοῦ ἀγωνιστοῦ σὲ κομμάτια. 
Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν ποὺ γεννάει ἀμέσως τὴν κατάνυξη. Καὶ ἄλλοτε χύνονται τὰ δάκρυα σὰν βρύση καὶ βρέχεται ὄχι μόνον τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὰ ροῦχα του καὶ τὸ ἔδαφος τῆς γῆς, ἄλλοτε πάλι βρέχονται ἀπὸ τὰ δάκρυα μόνον τὰ μάτια καὶ ἄλλοτε, καθὼς δροσίζεται ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς τὴν ἂνοιξη ἀπὸ τὴν δροσιὰ τοῦ οὐρανοῦ τὴν νύκτα, ἔτσι δροσίζεται ἡ διάνοια καὶ ἡ καρδιὰ ἐσωτερικῶς. Ἀλλὰ πάλι, ἀφοῦ παύσουν τὰ δάκρυα, ἂν παραμένει ἀκόμη ὁ πόνος μέσα σου δυνατὸς καὶ ἡ πληγή σου ἀνοικτή, δίχως νὰ καταπραΰνεται ἡ ἔνταση τοῦ πόνου καὶ δίχως νὰ ὑγιαίνει ἡ πληγὴ καὶ δίχως νὰ ἀναλάβει ἡ καρδιά σου ἀμέσως, πάλι μπορεῖς νὰ ξαναφέρεις τὰ δάκρυά σου, ὅταν θέλεις. Διότι ἡ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναβλύζουν καὶ χύνονται εἶναι ἀνοικτὴ καὶ δὲν ἔκλεισε. Ἀναβλύζει ἀκόμη καὶ δὲν στέρεψε. 
Ἄλλοτε πάλι τὰ ἀνανεώνεις μὲ τὴν ἴδια κοπιαστικὴ εὐχή, διότι λέγοντας πάλι τὴν εὐχὴ μὲ βία καὶ μὲ πόνο καὶ μὲ προσοχή, γνωρίζεις καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος ὅτι μαζὶ μὲ τὴν εὐχὴ βγαίνουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τὸν ἴδιο τόπο ποὺ βγαίνει καὶ ἡ εὐχή. Διότι ἀμέσως ὅταν βιάζεις τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή, κατανύσσεται ἐσωτερικῶς ἡ καρδιά σου καὶ τὰ μάτια σου. 
Ἄλλοτε πάλι, ὅταν εἶναι νέος ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς σου, ἀνανεώνεις τὴν κατάνυξη μὲ τὴν θεωρία τοῦ νοῦ σου. Διότι, ἐπειδὴ ὁ νοῦς σου εἶναι ἀκόμη καθαρότατος, λαμπρότατος καὶ ὑψηλότατος, ἐκτείνεται στὰ οὐράνια κάλλη, στὰ ἄφθαρτα δημιουργήματα, στὰ νοητά τάγματα, στὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ, στὴν προσκύνηση τοῦ κτίστου σου, στὸν θαυμασμὸ τῶν δημιουργημάτων Του, στὴν ἔκπληξη τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ στὸ ἀκατανόητο τῆς Θεότητός Του. 
Μελετώντας αὐτὰ μὲ ζωηρότητα ὁ καθαρότατος καὶ ἀθόλωτος νοῦς, γλυκαίνεται ἀνεκφράστως. Ἔτσι, ἀνανεώνει τὴν κατάνυξη στὴν καρδιά σου καὶ χύνουν τὰ μάτια σου δάκρυα περισσότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα, καὶ πέφτοντας, ἐσὺ ποὺ ἐργάζεσαι τὴν σωτηρία σου διὰ μέσου τῶν δακρύων, δὲν σηκώνεσαι ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι νὰ χορτάσεις κλαίγοντας καὶ ἕως ὅτου σὲ σηκώσει ἀοράτως ὁ ἅγιος ἄγγελος τῆς πνευματικῆς στήριξης καὶ εὐφροσύνης. 
Μετὰ τὰ δάκρυα, φεύγει ἡ ἀναισθησία τῆς ψυχῆς σου, ἐξορίζεται ἡ ἀπελπισία τῆς σωτηρίας σου, διώχνεται ἡ ἀνευλάβεια, χάνεται ἡ ἀμέλεια, διαλύεται ἡ ὀλιγοπιστία τῆς καρδιᾶς σου καὶ ἡ διάνοιά σου φαίνεται τόσο καθαρή, ὅσο φαίνεται καθαρὸς ὁ οὐρανὸς μετὰ τὴν βροχή. 
Αὐτὰ τὰ δάκρυα σοῦ τὰ χάρισε ὁ Θεὸς γιὰ μικρὴ παρηγοριά, γιὰ ἀρραβῶνα τῆς οὐρανίου Βασιλείας, ἐπειδὴ καὶ ἐσὺ Τοῦ θυσίασες ὄχι θυσία ὁλοκαυτωμάτων, ποὺ δὲν τὴν θέλει, καθὼς λέγει «ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις» (Ψλμ. ν΄ 18), λλὰ Τοῦ θυσίασες θυσία τῆς καρδιᾶς σου, θυσία τοῦ ἑαυτοῦ σου, θυσία τοῦ πνεύματός σου, «θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον» (Ψλμ ν΄ 19).Ὁ δυνατὸς πόνος ποὺ σὲ κυριεύει μέσα σου καὶ τὸ αἷμα ποὺ φτύνεις ἀπὸ τὴν βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς, λογίζονται μπροστὰ στὸν Θεὸ σὰν εὐπρόσδεκτη θυσία. 
Ἀλλὰ γιατί αἰσθάνεσαι τὸν πόνο στὸ κέντρο τοῦ στήθους καὶ ὄχι πουθενὰ ἀλλοῦ; Καὶ γιατί κατέκοψε ἐκεῖ ἡ εὐχὴ σὰν κοφτερὸ μαχαίρι σὲ κομμάτια τὸ στῆθος σου ἐσωτερικῶς; Καὶ γιατί φτύνεις αἷμα, ἄλλοτε κατάμαυρο καὶ ψυχρό, ἄλλοτε κόκκινο καὶ ζεστόΑὐτὸ σοῦ συμβαίνει, ἀγαπητέ, διότι σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ στήθους σου πάλαιψε καὶ πολέμησε δυνατὰ ἡ χαριτωμένη εὐχὴ μὲ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ὑπηρέτες του γιὰ τὴν λύτρωση καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Διότι σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη τὸ δίκοπο μαχαίρι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ βρῆκε τὸν σατανᾶ μὲ τὰ στρατεύματά του νὰ ἀναπαύεται, τὸν κατέκοψε κομμάτια καὶ αὐτὸν καὶ τὰ στρατεύματά του, καὶ ὄχι μόνον τὸν κατέκοψε ἀλλὰ καὶ τὸν κατέκαψε, διότι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὄχι μόνον δίκοπο μαχαίρι κατὰ τοῦ διαβόλου, δηλαδὴ κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ εἶναι καὶ φωτιὰ ποὺ κατατρώγει. 
Ἐκεῖ πρῶτα βασίλευε ὁ σατανᾶς μὲ ἑπτὰ ἄρχοντες, διότι ἑπτὰ εἶναι τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ὅταν μπῆκε ἐκεῖ τὸ νοητὸ σπαθὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καὶ προχώρησε ἕως ἐκεῖ ἡ βία τῆς καρδιακῆς σου εὐχῆς, ἀμέσως φοβήθηκε ὁ δόλιος καὶ δειλὸς ἐκεῖνος τύραννος βασιλέας. Φοβήθηκε ὁ διάβολος νὰ μὴν τὸν κατασφάξει καὶ νὰ μὴν τὸν κατακάψει τὸ φοβερὸ καὶ ἀνυπόφορο ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸν καὶ τὰ στρατεύματά του· μπῆκε στὰ ἐσώτερα μέρη τοῦ στήθους καὶ τράβηξε μπροστά του κάποιο παραπέτασμα (κάποιον μπερτέν), γιὰ νὰ μὴν φανεῖ πὼς εἶναι ἐκεῖ κρυμμένος. 
Αὐτὸ τὸ παραπέτασμα (o μπερτές) πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο κρύβεται ὁ διάβολος βρίσκεται στὰ ἐσωτερικὰ μέρη τοῦ στήθους. Ἐξηγοῦμε ὅτι αὐτὸ τὸ παραπέτασμα εἶναι κάτι νοητὸ καὶ αἰσθητὸ καθὼς καὶ τὸ ξύλο τῆς γνώσης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔφαγε ὁ Ἀδάμ, κατανοεῖται σὰν κάτι νοητὸ καὶ κάτι αἰσθητό.  Καὶ καθὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι αἰσθητὸς καὶ νοητός, καὶ ὁ Παράδεισος ὁμοίως καθὼς κατανοεῖται σὰν κάτι αἰσθητὸ καὶ νοητό, ἔτσι καὶ αὐτὸ τὸ παραπέτασμα εἶναι κάτι νοητὸ καὶ κάτι αἰσθητό. Καὶ τὸ παραπέτασμα αὐτὸ εἶναι κάτι νοητό, διότι αὐτὸ εἶναι ὅλη ἡ δύναμη τοῦ σατανᾶ. Σοῦ κυριεύει τὶς ἐργασίες τῆς ψυχῆς ἀνεπαίσθητα. Εἶναι δὲ καὶ κάτι αἰσθητό, διότι ὅταν τὸ πετύχεις μὲ τὴν ἐσωτερικὴ καρδιακὴ εὐχὴ καὶ προσοχή, αἰσθάνεσαι καὶ σὺ μόνος σου ὅτι βρῆκες τὸν τόπο τοῦ διαβόλου, τὴν φωλιὰ τοῦ σατανᾶ, τὴν κατοικία τοῦ βεελζεβούλ, τὸν θρόνο τοῦ ἑωσφόρου καὶ τὴν πόλη τῶν δαιμόνων. Αὐτὸ δὲν θέλει ὁ διάβολος νὰ τὸ ἐννοήσει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μὴν ἀναζητήσει τὴν εὐχὴ καὶ διωχτεῖ ὁ σατανᾶς ἀπὸ ἐκεῖ, καθὼς λέγει ὁ Σιναΐτης Γρηγόριος καὶ ἄλλοι νηπτικοὶ Πατέρες. Καὶ ἂν δὲν εἶναι κάτι αἰσθητὸ ἐκεῖνο τὸ παραπέτασμα (μπερτές), ἐκεῖνο τὸ χώρισμα (σελτζιτές) τοῦ σατανᾶ [σελτζιτές καί μπερντές = αδιαπέραστες όφθαλμικώς κουρτίνες. Οί λέξεις είναι τουρκικές], πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ τὸ αἰσθανθεῖς ὅτι τὸ πέτυχε ἡ ἐσωτερική σου εὐχή; Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ πεῖ κάποιος ἁπλούστερα ὡς ἑξῆς.
Ὅταν ἐσύ, ἂνθρωπε, ἐρευνᾶς τὰ βάθη τοῦ ἑαυτοῦ σου μὲ τὴν δύναμη, τὴν σοφία καὶ τὴν κρίση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τότε βρίσκεις τόσο τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅσο καὶ τὸν ἐξωτερικό, ὅτι εἶναι ὅλος ζυμωμένος μὲ τὰ πάθη καὶ ὅτι κλίνει πάντοτε πρὸς τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἐμποδίζεις μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τὸν συγκρατεῖς μὲ τὴν ἐνθύμηση τῆς φρικτῆς κόλασης. Ὅσο πλησιάζεις τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, τόσο βλέπεις τὸν ἑαυτό σου ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὸν Θεό, (είναι χαρακτηριστικόν τής αγιότητος των Πατέρων μας, ότι όσον έπλησίαζαν ως καθαροί τον καθαρώτατον Κύριον, τόσον αισθάνονταν την μικρότητα της ανθρωπίνης φύσεως. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η σχετική κατήχησις του Αββά Δωροθέου. Αυτή είναι «το συντετριμμένον πνεύμα» και η θεία ταπείνωσις), καὶ ὅσο καθαρίζεται ἡ καρδιά σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ φωτίζεται ἡ διάνοιά σου ἀπὸ τὰ ἀένναα δάκρυα, τόσο σοῦ φαίνεται ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἄσωτος.
Ἀλλὰ γιατί, πρὶν καθαριστεῖ ἡ καρδιά σου καὶ φωτιστεῖ ἡ διάνοιά σου, δὲν ἔβλεπες ἔτσι τὸν ἑαυτό σου; Καὶ πρῶτα μὲν δὲν ἔβλεπες ἔτσι τὸν ἑαυτό σου, διότι δὲν ἤξερες τί πρᾶγμα εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ ὁ Παράδεισος, τώρα ὅμως ποὺ τὰ ἀντίκρυσε κάπως ἡ καρδιά σου, ἀναλόγως μὲ τὴν καθαρότητά της, καὶ τὰ εἶδε ἡ διάνοιά σου, ἀναλόγως μὲ τὴν φώτισή της, βλέπεις τὸν ἑαυτό σου τόσο ἄχρηστο καὶ ἄσωτο, καὶ βεβαιώνεσαι πόσο μεγάλη καθαρότητα ἔχουν οἱ ἄγγελοι καὶ πόσο ἀκατανόητη καὶ ἄρρητη ὡραιότητα καὶ καθαρότητα ἔχει ὁ Κύριος. 
Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἔλεγε καὶ ὁ εὐλογημένος ἐκεῖνος πατήρ, ὁ οὐράνιος μᾶλλον παρὰ ἐπίγειος, ὁ ἄσαρκος μᾶλλον παρὰ μὲ σῶμα, ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής· «Ἤδη δὲ καὶ ἐν τοῖς ἔργοις διεπραξάμην πορνείαν, μοιχείαν, ὑπερηφανίαν, ἀλαζονίαν, λοιδορίαν, βλασφημίαν, ἀργολογίαν, βρασμὸν γέλωτος, μέθην, γαστριμαργίαν, ἀδηφαγίαν, μῖσος, φθόνον, φιλαργυρίαν, φιλοχρηματίαν, πλεονεξίαν, φιλαυτίαν, φιλοδοξίαν, ἁρπαγήν, ἀδικίαν, αἰσχροκέρδειαν, ζηλοτυπίαν, καταλαλιάν, παρανομίαν, πᾶσαν μου αἴσθησιν καὶ πᾶν μέλος ἐμίανα, ἔφθειρα, ἠχρείωσα, ἐργαστήριον γενόμενος καθόλου (=τελείως) τοῦ διαβόλου». Διότι ποιὸς εἶναι ποὺ δὲν μετέχει σὲ ὅλα αὐτά λίγο ἢ πολύ; Βέβαια ὅλοι μας μετέχουμε, ἐπειδὴ σῶμα φοροῦμε καὶ τὸν κόσμο οἰκοῦμε καὶ ἀπὸ τὸν διάβολο πλανώμαστε. 
Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, λέγουμε ὅτι ἐκεῖνο τὸ παραπέτασμα (ο μπερτές) εἶναι τὸ δοχεῖο τῆς πονηρίας τοῦ διαβόλου, ἐκεῖνο εἶναι τὸ θησαυροφυλάκιό του· διότι ἐκεῖ ὁ σατανᾶς ἔχει μαζεμένα ὅλα τὰ σπέρματα τῆς πονηρίας. Ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ πορνεία, ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ ἀσωτεία, ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει καὶ ἀναβλύζει ἡ ἀρρενομανία, ἀπὸ ἐκεῖ ἀναβλύζει ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία, ἡ αἰσχροκέρδεια, ἡ ἁρπαγή, ἡ ἀδικία, ἀπὸ ἐκεῖ προέρχεται ἡ φιληδονία, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ οἴηση, ἡ ἀνθρωπαρέσκεια, ἀπὸ ἐκεῖ κατάγεται τὸ μῖσος, ἡ ἔχθρα, ὁ φθόνος, ἡ κατάκριση, ἀπὸ ἐκεῖ ἀναβλύζει ἡ κατάχρηση, ἡ καύχηση, ἡ κακὴ ἐπιθυμία, ἡ βλασφημία, καὶ γιὰ νὰ ποῦμε μὲ συντομία, ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζουν ὅλες οἱ κακίες, σὰν ἀπὸ κάποια βρωμερὴ καὶ δύσοσμη πηγὴ. Αὐτὸ φανερώνει καὶ ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Κύριος στὸ ἱερό του Εὐαγγέλιο· «Ἐκ τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου ἐξέρχονται πορνεῖαι, φόνοι, βλασφημίαι, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Ματθ. ιε΄ 19), δηλαδή, ὅταν κάποιος δὲν φροντίζει νὰ καθαρίσει ἐσωτερικῶς τὴν καρδιά του, τὸν ἔσω ἄνθρωπο, τότε γίνεται ἡ καρδιά του κατοικία καὶ δοχεῖο τοῦ σατανᾶ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναβλύζουν καὶ βγαίνουν ὅλα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα μολύνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ κολάζουν τὴν ψυχή του.
Εἶδες λοιπὸν ἀγαπητέ, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ βγαίνουν ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ ἔγινε φωλιὰ καὶ κατοικία τοῦ σατανᾶ; Ἐκεῖ ἔχει ὁ σατανᾶς θησαυρισμένα ὅλα τὰ πονηρὰ σπέρματα τῆς πονηρίας του καὶ ὅλες τὶς φθοροποιὲς ἐφευρέσεις τῆς πανουργίας καὶ κακίας του, πάνω στὰ ὁποῖα ἀναπαύεται αὐτός, σὰν σὲ κάποιο μαλακὸ στρῶμα. Ἀλλ᾿ ὅμως, ἀφοῦ φθάσει ἡ εὐχὴ ἕως ἐκεῖ, τὴν κατοικία τοῦ σατανᾶ, καὶ τὴν ταράξει δυνατά, ταράζεται ἀμέσως καὶ συγχύζεται ὁ σατανᾶς μὲ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του, ὅπως ταράζονται οἱ σφῆκες ὅταν πειράξεις τὴν φωλιά τους. 
Ἀλλὰ ἐσύ, Μοναχέ, ποὺ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔφθασες καὶ προόδευσες στὴν εὐχὴ τῆς καρδιᾶς σου, σὲ παρακαλῶ, γιὰ τὴν ἀγάπη τῆς ψυχῆς σου, βάλε ὅλη σου τὴν δύναμη στὴν εὐχὴ τῆς καρδιᾶς σου, γιὰ νὰ ξεσχίσεις αὐτὸ τὸ παραπέτασμα τοῦ σατανᾶ. Διότι αὐτὸ τὸ παραπέτασμα εἶναι τὸ χειρόγραφο τοῦ διαβόλου, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφο τῆς ἁμαρτίας, αὐτὸ εἶναι ἡ ἔγγραφη ὁμολογία τοῦ ἑωσφόρου, στὴν ὁποία ἔχει ὁ διάβολος γραμμένες ὅλες τὶς ἁμαρτίες. 
Ἂν ὅμως ξεσχίσεις αὐτὸ τὸ νοητὸ καὶ αἰσθητὸ παραπέτασμα τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ σου μὲ τὴν βία τῆς καρδιακῆς σου εὐχῆς, ἐξαλείφεις ἀμέσως ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ εἶναι γραμμένες σ᾿ αὐτὸ καὶ ματαιώνεις ὅλους τοὺς κόπους τοῦ διαβόλου ποὺ ἔκανε μέχρι νὰ καταγράψει ἐκεῖ ὅλες τὶς κακίες σου. Τὸ ξεσχίζεις μὲ τὴν βίαιη εὐχή, ὅπως εἰπώθηκε. 
Ὅταν φθάσει ἐκεῖ ἡ βίαιη εὐχή, καταλαβαίνεις ἀμέσως ὅτι ἐκεῖ κάθεται ὁ νοητὸς λύκος, ποὺ παραμονεύει ἐκεῖ νὰ ἁρπάξει καὶ νὰ ξεσχίσει τὸν νοητὸ ἀμνὸ τοῦ Κυρίου, τὴν ψυχή σου, στὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου, καὶ νὰ καταφάγει ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἔργα σου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἐκείνην τὴν ὥρα, ποὺ αἰσθάνεται ἡ καρδιά σου, ὅτι ἐκεῖ φωλιάζει «ὁ ἀρχαῖος ὄφις» (πρβλ. Ἀποκ. ιβ΄ 9) γιὰ νὰ δηλητηριάσει τὴν ψυχή σου, ἔρχεται ἀοράτως καὶ θαυμασίως κάποια προθυμία γιὰ νὰ καταξεσχίσεις αὐτὸ τὸ παραπέτασμα τοῦ διαβόλου μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς καρδιακῆς εὐχῆς. Διότι, ἀφοῦ καταλάβεις τὶς ἐνέργειες τοῦ σατανᾶ, τότε μὲ θεϊκὸ ζῆλο κινεῖσαι καὶ ἀποφασίζεις μὲ τὸν ἑαυτό σου καὶ λέγεις· «Ἢ ἐγὼ νὰ πεθάνω αὐτὴν τὴν στιγμή, ἀπὸ τὴν ἄκρα βία τῆς εὐχῆς, ἢ ὁ διάβολος μὲ τὶς πονηρίες του νὰ ἐξοριστεῖ καὶ νὰ διωχτεῖ ἀπὸ τὴν καρδιά μου». Ἔτσι, βιάζεις καὶ ὑπερβιάζεις καὶ καταστρέφεις καὶ διαλύεις τὸ παραπέτασμα τοῦ διαβόλου.
Καὶ λοιπόν, ἀφοῦ φθάσει στὰ ἐσωτερικὰ μέρη ἡ ἀήττητη καὶ δυνατὴ εὐχή, ἐξορίζει ἀπὸ ἐκεῖ τὸν διάβολο καὶ τοὺς δαίμονές του, καὶ τέλος πάντων, κατακαίει θαυμασίως ὅλον ἐκεῖνον τὸν τόπο καὶ τὰ σπέρματα καὶ τὶς αἰτίες τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἔρχεται μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ ὑμνογράφος· «Κατάφλεξον πυρὶ ἀΰλῳ τὰς ἁμαρτίας μου καὶ ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοὶ τρυφῆς καταξίωσον». 

ΣΧΟΛΙΟ: Αυτό είναι τό θεμέλιο τής ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΑΣ. Μέ τά σύγχρονα δεδομένα καί χωρίς πνευματική καθοδήγηση, ο σημερινός χριστιανός ορίζεται από αυτό τό τείχος πού τόν χωρίζει από τόν Θεό. Ή τόν προστατεύει από τόν θεό. Ολες οι σύγχρονες αξίες πηγάζουν από αυτό τό παρασκήνιο, τό παραπέτασμα. Αυτοσυνειδησία, αυθυπέρβαση, πρόσωπο. Είναι τά χαρακτηριστικά τού ''Γιού Σατανά''. Η αυτοδικαίωση καί ο Φαρισαϊσμός εδώ βρίσκουν πατρίδα. Σήμερα μάλιστα η επίδειξη αυτοδικαιώσεως θεωρείται παλληκαριά. Η μόνη μας ευχή νά αποδειχθή, έστω κάποια στιγμή, ότι έχουμε δίκαιο.
ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΝΔΡΑ, ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ.
Διότι ο θεός μάς  έδωσε τήν εντολή του: ''Οὕς ὁ Θεός συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω'', καί συζεύξει άνδρα μέ άνδρα καί γυναίκα μέ γυναίκα.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, φτύνει κανεὶς αἷμα ἀπὸ ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ ἐβίασε τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν εὐχὴ μέχρι θανάτου, ὥσπου νὰ νικήσει καὶ νὰ ἐξορίσει ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸν διάβολο. Διότι, πές μου, ποῦ διεξάγεται πιὸ ἀνδρεῖος ἀγώνας καὶ ποῦ ὑπάρχει τόλμη πιὸ θαυμαστή; 

Βεβαίως, ὅλα αὐτὰ γίνονται ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ θρόνος τῶν ἐχθρῶν, τὸ καύχημα τῶν τυράννων. Ἐκεῖ, καθισμένος σὰν σὲ θρόνο ὑψωμένο ὁ σατανᾶς καυχιόταν γιὰ τὴν περίπλοκη μέθοδο τῆς πονηρίας του· ἀλλὰ φθάνοντας ἐκεῖ ἡ χαριτωμένη καὶ δυνατὴ εὐχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου, κατέστρεψε τὸν θρόνο τοῦ σατανᾶ καὶ ταπείνωσε τὴν καύχησή του. 
Πές μου λοιπὸν τώρα, νικητὴ στρατιώτη τοῦ ἐπουρανίου καὶ ἀθανάτου Βασιλέως, ὅταν καταλαβαίνεις μέσα σου ὅτι ἔφθασε ἡ εὐχὴ στὰ ἐσωτερικά σου μέρη, καὶ ὅταν καταλαβαίνεις ὅτι προχώρησες στὴν εὐχὴ μέχρι τὰ μέτρα τῆς τελειότητος, τότε ποιὰ ἐλάφρωση σαρκικοῦ πολέμου αἰσθάνεσαι στὴν ψυχή σου; Διότι τότε τὸ ἄγριο καὶ ἀνήμερο θηρίο τῆς πορνείας δὲν τὸ βλέπεις καθόλου νὰ σὲ ἐνοχλεῖ τόσο στὸν λογισμό, ὅσο καὶ στὴν σάρκα, οὔτε ξέρεις ὅτι ὑπάρχει τέτοιο πάθος στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου ποὺ κατοικεῖ μέσα σου σὲ σκεπάζει ἀπὸ αὐτὸ καὶ σὲ φυλάττει ὥστε νὰ μὴν μολύνει ὁ φθονερὸς ἐχθρὸς τὸ καθαρότατο δοχεῖο τοῦ ἑαυτοῦ σου μὲ τὴν μολυσμένη ἐπιθυμία του. 

Ἔτσι, βλέπεις τότε τὸ σῶμα σου, σὰν σῶμα νεκρωμένο ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας καὶ ἀνανεωμένο καὶ ἀναστημένο ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐσωτερικὴ βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς πολλὲς φορὲς σοῦ φέρνει κάποια μεγάλη ἀτονία καὶ μεγάλη ἀδυναμία παντοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία κινδυνεύεις νὰ πέσεις στὴν γῆ σὰν παράλυτος. 

Ἔτσι, πάλι λέγουμε ὅτι, ὅταν φθάσεις σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέτρα τῆς τελειότατης εὐχῆς, τότε ὁ θυμὸς τελείως ἐκλείπει ἀπὸ σένα, καὶ ἀντὶ τοῦ θυμοῦ κυριαρχεῖ μέσα σου ἡ γλυκύτατη εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ. Τότε τὸ μῖσος καὶ ἡ ἔχθρα κατὰ τοῦ πλησίον σου δὲν ἔχει τόπο στὴν καρδιά σου, διότι κυριαρχεῖ σ᾿ αὐτὴν ἡ συμπάθεια καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφό σου. Ἔτσι, τότε προτιμᾶς νὰ θλίβεσαι ἐσὺ παρὰ ὁ ἀδελφός σου. 

Τότε δὲν ξέρεις τί πρᾶγμα εἶναι ἡ κατάκριση, διότι ἄνοιξε ὁ Θεὸς μέσα σου τὰ νοητὰ μάτια τῆς καρδιᾶς σου, μὲ τὰ ὁποῖα βλέπεις μόνον τὴν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς σου -δηλαδὴ τὰ φυσικά σου ἐλαττώματα- καὶ τὰ χρέη ποὺ σοῦ ὑπολείπονται πρὸς τὸν Θεὸ. Αὐτὸ τὸ χάρισμα σὲ σκεπάζει ἀπὸ τὴν κατάκριση ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν σου. Διότι τὸ δικό σου ξυλάκι ποὺ εἶναι στὸ μάτι σου, σοῦ φαίνεται μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ δοκάρι τοῦ ἀδελφοῦ σου. Ὁμοίως καὶ τὸ κουνούπι τὸ δικό σου, σοῦ φαίνεται μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καμήλα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Διότι τὸ δοκάρι καὶ ἡ καμήλα τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ δὲν φαίνεται καθόλου στὸ πονηρὸ μάτι τῆς ψυχῆς σου (διότι τὸ μάτι τῆς πονηρίας εἶναι τυφλωμένο), ἢ ἂν φαίνεται, τὸ θεωρεῖς σὰν τίποτε (πρβλ. Ματθ. ζ΄ 3, Λουκ. στ΄ 41). 

Καὶ πάλι λέγουμε ὅτι, ὅταν φθάσεις σ᾿ ἐκεῖνον τὸν βαθμὸ τῆς τελειότατης εὐχῆς, τότε ἡ ὑπερηφάνεια δὲν ἔχει τόπο οὔτε μία ὥρα μέσα σου, ἀλλὰ ἀμέσως διαλύεται ἀπὸ τὴν εὐχή, ὅπως ἡ πάχνη ἀπὸ τὴν θερμότητα τοῦ ἥλιου. Διότι τότε ἐνοικεῖ μέσα σου ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος τυπώνει καὶ χαράζει καὶ σφραγίζει στὴν καρδιά σου, σὰν ἀποτύπωμα, τὴν δική του σφραγίδα πραότητος καὶ ταπείνωσης. Διότι δὲν μπορεῖς νὰ ὑπερηφανευτεῖς τότε πού, βλέποντας καὶ γνωρίζοντας τὴν δική σου ἀσθένεια, σοῦ φαίνεται ὅτι ἂν ἤξεραν οἱ ἄνθρωποι τὰ φυσικά σου ἐλαττώματα καὶ τὴν ἀναξιότητά σου, ἀμέσως θὰ σὲ ἐξευτέλιζαν καὶ θὰ σὲ λιθοβολοῦσαν γιὰ νὰ χαθεῖς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος, γιὰ νὰ μὴν μολύνεις καὶ βλάψεις μὲ τὴν κακία σου καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους. 
Αὐτὸ τὸ χάρισμα τὸ εἶχαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Γι᾿ αὐτό, ἄλλος ὀνόμαζε καὶ λογάριαζε τὸν ἑαυτό του γιὰ πόρνο καὶ ἄσωτο, δίχως νὰ εἶναι τέτοιος, ἄλλος πάλι βάρβαρο καὶ σκύλο, καὶ ἄλλος πάλι εἶχε τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν διακήρυσσε πρῶτο καὶ κορυφαῖο ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν πάνω στὴν γῆ. Μάλιστα πῶς μπορεῖς νὰ ὑπερηφανευτεῖς τότε, ποὺ ἄλλο δὲν ἐπιθυμεῖς σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, παρὰ μόνον νὰ βρεῖς κάποια σχισμὴ πέτρας ἢ κάποιο χάσμα τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖ κλίνοντας τὸ κεφάλι νὰ κλαῖς, μέχρι νὰ τελειώσει ἡ ζωή σου κλαίγοντας; 

Τότε ἡ βλασφημία δὲν ἔχει καθόλου θέση μέσα σου, οὔτε γύρω σου, διότι οἱ δαίμονες τῆς βλασφημίας, οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν τὸν Θεὸ μέσῳ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐξορισμένοι ἀπὸ ἐσένα καὶ ἀπὸ τὰ σύνορά σου. Ἀντὶ τούτων σὲ περικυκλώνουν θεϊκοὶ ἄγγελοι ποὺ δοξολογοῦν τὴν ἐξουσία καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μὲ τοὺς ὁποίους συνδοξολογεῖς καὶ ἐσὺ τὴν ἀγαθότητα τοῦ κτίστου σου Ἰησοῦ. 

Τότε ἡ ἀργολογία τόσο ἐξορίζεται ἀπὸ ἐσένα, ὥστε δὲν σοῦ ἀρέσει νὰ ὁμιλεῖς οὔτε τὰ ἀναγκαῖα λόγια, ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸν Χριστό, μὲ τὸν Ὁποῖο συνομιλεῖς μὲ γλυκύτητα, μυστικῶς, στόμα μὲ στόμα. Τότε ὁ θόρυβος τοῦ γέλιου σοῦ φαίνεται σὰν κάτι ἀσεβέστατο καὶ ἐντελῶς ξένο καὶ ἀνάρμοστο στὴν ψυχή σου, διότι ἡ ψυχή σου τρυγάει μυστικῶς τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν σεμνότητα τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου. Τότε τὴν ἐπιθυμία τῆς γαστριμαργίας καὶ τοῦ κρασιοῦ τόσο τὴν σιχαίνεσαι καὶ τὴν ἀποφεύγεις, ὥστε δὲν σοῦ ἀρέσει νὰ χορταίνεις οὔτε τὸ ἁπλὸ νερό, οὔτε τὸ ψωμί σου, ἀλλὰ τόσο μόνον τρώγεις καὶ πίνεις ἀπὸ αὐτά, ὅσο γιὰ νὰ ζήσεις καὶ νὰ εἶσαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ σου μὲ καθαρότητα καὶ μὲ νηφαλιότητα, σὰν ἄσαρκος μᾶλλον, παρὰ μὲ σῶμα. 

Μέτρο καὶ ποσότητα αὐτῆς τῆς ἁπλῆς τροφῆς σου, σοῦ ὁρίζει αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ εὐχή, διότι αὐτή, ὄχι μόνον σὲ ἐμποδίζει ἀοράτως καὶ ἀνελπίστως ἀπὸ τὸν χορτασμὸ τῆς ἁπλῆς τροφῆς σου (ἐπειδὴ ἐκδιώχτηκε ἀπὸ ἐσένα ὁ δαίμονας τῆς πολυφαγίας καὶ ἀχορτασίας), ἀλλὰ οὔτε τὸ στομάχι σου δὲν δέχεται τίποτε περισσότερο, ἐπειδὴ χόρτασε ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. 
Αὐτὸ τὸ μέτρο καὶ αὐτὴν τὴν τάξη τῆς τροφῆς σου, σοῦ τὴν διδάσκει ἡ εὐχὴ ὡς ἑξῆς· ὅταν κάθεσαι στὸ εὐτελὲς καὶ πτωχικό σου τραπέζι γιὰ νὰ τρώγεις τὸ καθημερινὸ ψωμί σου γιὰ στήριγμα τῆς ἀδυνατισμένης καὶ ἐξασθενημένης σου καρδιᾶς [«Καὶ ἄρτος», λέγει, «καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει» (Ψλμ. ργ΄ 15), καὶ πάλι λέγει· «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον» (Ματθ. στ΄ 11)], τότε τρώγοντας μὲ πολλὴ εὐλάβεια, σὲ περικυκλώνει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀοράτως, ὅμως αἰσθάνεσαι ὄντως τὴν ἐνέργειά της, διότι τρώγοντας τὸ ψωμί σου ἢ ἄλλο τυχὸν ἁπλό σου μαγείρευμα, γλυκαίνεται μέσα τὸ στόμα σου ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, σὰν νὰ ἔχεις ζάχαρη, καθὼς εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες. 

Ἄλλοτε πάλι τὸ ψωμὶ ἢ τὸ εὐτελὲς μαγείρευμά σου, σοῦ φαίνονται, ἢ καλύτερα, σοῦ γίνονται στὸ στόμα σου σὰν τὸ μάννα τὸ ὁποῖο ἔτρωγαν οἱ Ἑβραῖοι παλιὰ στὴν ἔρημο. Κάποτε δηλαδή, σοῦ φαίνεται ὅτι τρώγεις γάλα, κάποτε ὅτι τρώγεις ζωμὸ ἀπὸ κρέας, κάποτε ὅτι τρώγεις μέλι, κάποτε ὅτι τρώγεις νόστιμο ψάρι, μολονότι τὸ φαγητό σου εἶναι αὐτὸ καθαυτὸ ὄσπρια νερόβραστα, χωρὶς κανένα καρύκευμα ἢ χόρτα ἀλάδωτα. Ἔτσι, τρώγοντας καὶ γευόμενος τέτοιο θαυμαστὸ φαγητό, γλυκαίνει καὶ ἡ διάνοιά σου μελετώντας μέσα της τὴν ἄρρητη γλυκύτητα, τὴν ὁποία ἀπολαμβάνουν οἱ Ἅγιοι στὸν οὐρανό, τρώγοντας οὐράνιο ἄρτο καὶ πίνοντας τὸ ἀκατανόητο νέκταρ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου· δηλαδή, θεωρώντας οἱ Ἅγιοι τὸ ἀπορούμενο, τὸ ἀνέκφραστο καὶ τὸ ἀκατανόητο τῆς πέρα ἀπὸ κάθε νοῦ καὶ διάνοια δόξας τοῦ Κυρίου, χορταίνουν θαυμασίως ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀγαθά. 
Γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε καὶ ὁ προφήτης· «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου» (Ψλμ. ιστ΄ 15). Συγχρόνως μὲ ἐκείνην τὴν γλυκύτητα τῆς γλώσσας καὶ τῆς διάνοιάς σου, πηδάει μέσα σου καὶ ἡ εὐχὴ ἀπὸ μόνη της καὶ ἔτσι σὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τὸν χορτασμὸ τῆς κοιλιᾶς, σὰν νὰ σοῦ λέγει μὲ φωνή· «φθάνει, ἔφαγες!», διότι ὁ ἄνθρωπος σὰν λογικὸ ὂν ποὺ εἶναι, δὲν ζεῖ μόνον μὲ ψωμί, ἀλλὰ ζεῖ καὶ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καθὼς λέγει· «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Ματθ. δ΄ 4, Λουκ. δ΄ 4). 

Ἔτσι καὶ ἐσύ, ἀφοῦ πληροφορηθεῖς μέσα σου τὸ σκίρτημα τῆς εὐχῆς, χαίρεσαι πολύ, διότι θυμᾶσαι αὐτὸ τὸ θεῖο δῶρο καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ πρὸς ἐσένα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἄρρητη χαρά σου, χύνεις τόσα δάκρυα, ὥστε ὄχι μόνον βρέχεται τὸ πρόσωπό σου ἀπ᾿ αὐτά, ἀλλὰ στάζουν καὶ στὸ φαγητό σου. 

Ὁμοίως καὶ ὅταν πίνεις τὸ ἁπλὸ νερό σου, σοῦ ἔρχεται ἡ ἴδια ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι πίνοντας τὸ νερό, ἀνοίγει ξαφνικὰ ἡ στέρνα τῶν συνεχῶν δακρύων τῶν ματιῶν σου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σημεῖο γνωρίζεις μόνος σου ὅτι σοῦ φθάνει ἡ τόση ποσότητα γιὰ νὰ ζεῖς· γιατί νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις περισσότερο; Αὐτὸ σοῦ φαίνεται ἀπώλεια τῆς ψυχῆς σου, γι᾿ αὐτὸ σταματᾶς ἀμέσως νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις καὶ σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ τραπέζι μὲ διπλὴ χαρά. Μία, διότι ἔφαγες ἀρκετὸ φαγητὸ καὶ στηρίχτηκε ἡ ἄτονη καὶ ἐξαντλημένη σου καρδιά, δεύτερη, διότι σὲ θυμήθηκε ὁ Κύριος καὶ σοῦ εὐχαρίστησε τὴν καρδιὰ καὶ τὴν διάνοια μὲ τὸ ἄδολο καὶ ἀνόθευτο κρασὶ τῆς κατάνυξης καὶ τῆς θεϊκῆς εὐφροσύνης. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἔφθασε ὁ λόγος σ᾿ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ χαρά, βγῆκα λίγο ἀπὸ τὴν σειρὰ τοῦ λόγου μου, στὸν ὁποῖο μιλοῦσα γιὰ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, διότι καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι καρπὸς τῆς ἴδιας εὐχῆς. Ἡ ἴδια εὐχὴ εἶναι ποὺ γεννάει καὶ τὴν παρηγορία τῆς ψυχῆς καὶ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς. 

Λοιπὸν λέγαμε ὅτι, ὅταν λέγεις τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς σου τότε πονάει μέσα σου ἡ καρδιά σου καὶ ὁ πόνος της βγάζει τὸν βαρὺ ἀναστεναγμό. Διότι ποιὸς ἀναστενάζει χωρὶς πόνο; καὶ ποιὸς πονάει καὶ δὲν σκυθρωπάζει τὸ πρόσωπό του; Ὁ πόνος ποὺ σοῦ λέγω, εἶναι διπλός, διότι ὄχι μόνον πονᾶς μέσα σου αἰσθητῶς, ἐκεῖ ποὺ ἔγινε ἡ βίαιη εὐχή, ἀλλὰ ἀκόμη πονάει νοητῶς καὶ ἡ ψυχή σου, ὅταν στενοχωρεῖς τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχή.  

Ὁ αἰσθητὸς πόνος λοιπὸν τῆς καρδιᾶς σου βγάζει τὸν ἀναστεναγμό, ἐνῶ ὁ νοητὸς πόνος τῆς ψυχῆς σου γεννάει τὴν σκληρότητα τοῦ προσώπου σου· ἡ σκληρότητα πάλι καὶ ἡ σκυθρωπότητα τῆς ὄψης σου κρατάει καὶ συντηρεῖ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου, διότι ὅταν θυμᾶσαι τὶς ἁμαρτίες σου καὶ γνωρίζεις ἀκριβῶς τὴν ἀσθένεια τῆς φύσης σου, στενοχωρεῖς συνεχῶς τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν σὲ κυριεύσει μέσα σου ὁ ψυχοσωτήριος πόνος τῆς καρδιᾶς σου. 

Αὐτὸς ὁ πόνος αὐξάνει ἀναλόγως μὲ τὴν βία τῆς καρδιακῆς σου εὐχῆς. Διότι ὅταν βιάζεις κάπως τὴν καρδιά σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ μάλιστα γιὰ πολὺ καιρό, τότε καταλαβαίνεις μέσα σου μεγάλο πόνο ποὺ παραμένει, καὶ τότε αἰσθάνεσαι μὲ κάποια ζωηρότητα ὅτι ὑπάρχει ὁ θάνατος γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Διότι ὁ πόνος ἄλλο δὲν σημαίνει παρὰ μήνυμα θανάτου. Αἰσθάνεσαι τὸν θάνατο ἀπὸ αὐτὸν τὸν πόνο, μὰ πῶς τὸν αἰσθάνεσαι; Τὸν αἰσθάνεσαι ὄχι σὰν νὰ ἀργοπορεῖ καὶ σὰν κάτι ἀμφίβολο, ἀλλὰ τὸν αἰσθάνεσαι κοντινὸ καὶ ἀποφασιστικό. Ἐπειδὴ ὁ πόνος ποὺ σὲ κυριεύει μέσα σου εἶναι κοντὰ στὴν ἀναπνοή σου. Διότι σὲ κάθε ἀναπνοή σου ὅταν ἀναπνέεις τὸν ἀέρα δοκιμάζεις μέσα σου κάποια μεγάλη δριμύτητα τοῦ πόνου. Διότι ἡ βίαιη εὐχὴ τῆς καρδιᾶς σου, τόσο ἔκοψε τὰ ἐσωτερικὰ μέρη τοῦ στήθους, ὥστε ἔγινε ἐκεῖ δριμύτατη καὶ νοητὴ πληγή. Ἔτσι, περνώντας ἀπὸ ἐκεῖ ὁ ἀναπνεόμενος ἀέρας, ὅταν ἀγγίξει τὴν πληγὴ τῆς καρδιᾶς σου ἢ τοῦ στήθους σου, αἰσθάνεσαι πόνο δριμύτατο. Κάποτε μάλιστα, ὅταν αὐξηθεῖ καὶ μεγαλώσει ὁ πόνος σου, αἰσθάνεσαι μέσα σου κατὰ τὸ διάστημα μιᾶς ἀναπνοῆς σου δύο καὶ τρεῖς φορὲς τὸν πόνο μέσα σου. 

Τότε τί ἄλλο ἐλπίζεις ἀπὸ τὸν θάνατο; τί ἄλλο περιμένεις ἀπὸ τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο; τί ἄλλο ἀναμένεις ἀπὸ τὸν τάφο σου; Ἀληθῶς σοῦ λέγω, ὅταν ἔχεις τέτοιο πόνο, ὁ θάνατός σου εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια σου. Ἔχοντας λοιπὸν τὸν θάνατο μπροστὰ στὰ μάτια σου, ἔχεις ταυτόχρονα μπροστὰ στὰ μάτια σου καὶ τὸν Θεό σου, τὸν πλάστη καὶ δημιουργό σου. Γι᾿ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ προφήτης· «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν ἵνα μὴ σαλευθῶ» (Ψλμ. ιε΄ 8). Αὐτὴ ἡ προσδοκία τοῦ θανάτου μπροστὰ στὰ μάτια σου δὲν εἶναι σὰν τὴν ἄλλη προσδοκία τοῦ ἁπλοῦ θανάτου, διότι ἡ προσδοκία αὐτοῦ τοῦ θανάτου ποὺ γίνεται μὲ τὸν πόνο τῆς εὐχῆς, εἶναι ἀναμιγμένη μὲ θεϊκὴ καὶ ἄρρητη γλυκύτητα. Γι᾿ αὐτὸ λέγει· «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ» (Ψλμ. ριε΄ 6). Ὅμως, γιὰ τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ λέγει· «Θάνατος ἁμαρτωλοῦ πονηρός» (Ψλμ. λγ΄ 22). Ἡ γλυκύτητα τῆς προσδοκίας τοῦ θανάτου τῶν δικαίων εἶναι τέτοια καὶ τὴν αἰσθάνεσαι κατὰ τὸν ἀκόλουθο τρόπο. 

Βιάζοντας τὴν καρδιά σου στὴν εὐχή, σοῦ ἔρχεται ὁ πόνος. Ὁ πόνος σοῦ φέρνει στὴν μνήμη τοὺς πόνους καὶ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν λοιπὸν συμπάσχεις μὲ τὸν Χριστό, τότε ἐλπίζεις νὰ συνδοξαστεῖς μὲ Αὐτόν. Ἀλλά, ἀπὸ ποῦ γνωρίζεις ὅτι ὁ πόνος σου σὲ συνδέει μὲ τοὺς πόνους τοῦ Χριστοῦ; Καὶ ἀπὸ ποῦ αἰσθάνεσαι ὅτι ἂν πεθάνεις μὲ αὐτὸν τὸν πόνο, πρόκειται νὰ δοξαστεῖς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό; Γίνεται φανερὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ. Πρὶν νὰ πονέσει ἡ καρδιά σου ἀπὸ τὸν πόνο τῆς εὐχῆς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, δὲν αἰσθάνεσαι καθόλου τὴν Χάρη καὶ τὴν γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ἔχεις κάποια ἀληθινὴ πληροφορία τῆς σωτηρίας σου, ἀλλὰ μόνον ὀνομάζεσαι Χριστιανός, δίχως νὰ γευθεῖς καὶ δίχως νὰ αἰσθάνεσαι, κατὰ κάποιον τρόπο, τὴν ἀγαθοσύνη καὶ γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἀγαθὸ καὶ τόσο ἀξίζει, ὅσο δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ τόσο εἶναι γλυκὺ καὶ παρηγορητικό, σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ γεύθηκε τὴν χρηστότητά του, ὅσο δὲν τὸν γλυκαίνει, οὔτε τὸν παρηγορεῖ ἡ συνολικὴ γλυκύτητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὅμως, τί ἀξίζει καὶ πόσο εἶναι γλυκὺ αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸ γνωρίζουν μόνον ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μέσα τους τὸν πόνο τῆς εὐχῆς, διότι αὐτοὶ γεύθηκαν στὴν πράξη τὴν χάρη καὶ γλυκύτητα αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σύνθετος ἀπὸ σῶμα καὶ ἀπὸ ψυχή. Τὸ σῶμα τρέφεται καὶ αὐξάνει μὲ τὸν γήινο ἄρτο. Ἡ ψυχὴ τρέφεται καὶ δυναμώνει μὲ τὸν Ἄρτο τῆς Ζωῆς. (Ἰω. στ΄ 35) Καὶ γήινος ἄρτος εἶναι τὸ ψωμί, Ἄρτος τῆς Ζωῆς εἶναι ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ λέγει· «Ἄρτος ζωῆς αἰωνιζούσης γενέσθω μοι τὸ Σῶμά σου τὸ Ἅγιον, εὔσπλαγχνε Κύριε»! 
Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ τρώγει τὸν ἄρτο τῆς γῆς δίχως τὸν πόνο τῆς καρδιακῆς εὐχῆς καὶ δίχως τοὺς πικροὺς καὶ βαθεῖς ἀναστεναγμούς, αὐτὸς δὲν αἰσθάνεται τὴν χρηστότητα καὶ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Διότι τρώγοντας τὸν ἄρτο τῆς γῆς δίχως πόνο καὶ ὑπερβολικῶς, παχύνεται ἡ καρδιά του καὶ δὲν αἰσθάνεται τί ἐστι Θεός. Δηλαδή, γίνεται ἀναίσθητος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ πονάει ἡ καρδιά του, πονάει ἡ ψυχή του, πονάει τὸ στῆθος του ἀπὸ τὴν βία τῆς εὐχῆς, ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, ἀπὸ τοὺς ἀόρατους καὶ ὁρατοὺς πειρασμοὺς τοὺς ὁποίους δοκιμάζει καὶ ὑπομένει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνος -λέγω- ὅταν ἀκούει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἢ ὅταν τὸ μελετάει μὲ πόνο ἐσωτερικὸ ἢ ὅταν τὸ ἐπικαλεῖται μὲ ζωντανὴ πίστη καὶ θερμὴ εὐλάβεια, αὐτὸς -λέγω- αἰσθάνεται τὴν δύναμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἐνεργεῖ σ᾿ αὐτὸν τὴν θεϊκή του ἐνέργεια. Αὐτὸ τὸ θεϊκὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φαίνεται στὴν διάνοιά του γλυκὺ σὰν τὸ μέλι, σὰν τὴν ζάχαρη. Ὁμοίως γλυκύτατο φαίνεται καὶ στὸν λάρυγγά του καὶ στὸ στόμα του. Γι᾿ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ προφήτης· «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψλμ. ριη΄ 103). Φαίνεται ἀκόμη στὶς αἰσθήσεις του ζωηρό. Ἀγάλλονται καὶ εὐφραίνονται τὰ αὐτιά του, ὅταν τὸ ἀκοῦν. Χαίρονται τὰ μάτια του, ὅταν τὸ θεωροῦν κάπου γραμμένο· μᾶλλον δέ, χαίρονται τὰ μάτια της ψυχῆς. Αὐτὸ τὸ θεϊκὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, σὰν βασιλικὸ ὄνομα τὸ γράφουν ἀοράτως οἱ θεῖοι ἄγγελοι σὲ διάφορα μέρη γιὰ τὴν συντήρηση καὶ τὴν ἐνίσχυση τοῦ κόσμου. 

Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἔχει μέσα του γραμμένο αὐτὸ τὸ θεϊκὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς, ὅταν τὸ ἀκούει, τόσο τὸ εὐλαβεῖται, ὥστε τὸν διαπερνᾶ μέχρι τὴν ψυχή. Κοντὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν θεϊκὴ εὐλάβεια τοῦ ἔρχεται καὶ κάποια γλυκειὰ χαρὰ στὴν διάνοιά του, διότι τὸ ἀκούει σὰν ὄνομα κάποιου οἰκείου, ἀγαπημένου φίλου του. Γι᾿ αὐτό, σταλάζουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του ἀπὸ τὴν χαρά. Πηδάει μέσα του ἡ καρδιά του χαίροντας καὶ σκιρτώντας ἀπὸ τὴν εὐχή. Χαίρεται ἡ ψυχή του τὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου της. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν τί ἄλλο σημαίνουν καὶ τί ἄλλο χαρακτηρίζουν ἐὰν ὄχι τὴν οἰκειότητα τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία ἔχει μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸ ὅτι ἐνεργεῖ ἔτσι αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σ᾿ αὐτὸν ποὺ πονάει ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν βία τῆς εὐχῆς; 

Ἀλλά, ἐπειδὴ αὐτὸς ἐξοικειώθηκε μὲ τὸν Χριστό, δὲν φοβᾶται πιὰ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, οὔτε τὸν τρομάζει, διότι πληροφορήθηκε καὶ βεβαιώθηκε ποῦ πρόκειται νὰ πάει, ὅταν βγεῖ ἡ ψυχή του ἀπὸ τὸ σῶμα. Διότι ἀπὸ τὸ στόμα του, ἀπὸ τὴν διάνοιά του, ἀπὸ τὴν καρδιά του, ἀπὸ τὴν ψυχή του, δὲν λείπει καθόλου τὸ «Χριστός μου! Χριστός μου!» 

Τό «Χριστός μου! Χριστός μου!» λέγεται περισσότερο ἀπὸ τὶς ἀναπνοὲς ποὺ ἀναπνέει. Ὅπου βλέπει καὶ σὲ ὅ,τι βλέπει, τὸ «Χριστός μου» προβλέπεται καὶ προηγεῖται. Ὅ,τι ἀκούει, τὸ «Χριστός μου» ἀκούγεται γρηγορότερα. Ὅπου περπατάει καὶ ὅπου πηγαίνει, τὸ «Χριστός μου» προηγεῖται καὶ προπορεύεται. Ὅταν κοιμᾶται, τὸ «Χριστός μου» συγκοιμᾶται. Ὅταν τρώγει, τὸ «Χριστός μου» συντρώγεται. Ὅταν κάνει ἐργόχειρο, τὸ «Χριστός μου» προηγεῖται. 

Θέλοντας ἐγὼ νὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ «Χριστός μου!» εἶναι ἔμφυτο σ᾿ αὐτόν, μὲ λίγα λόγια λέγω ὅτι καθὼς εἶναι ἀδύνατο στὶς αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου νὰ αἰσθάνονται κάτι δίχως τὴν διάνοια, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο στὴν διάνοια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου νὰ μὴν εἶναι ἑνωμένο τὸ «Χριστός μου!». Ὥστε, ἂν δὲν κατοικεῖ στὴν καρδιά του ὁ Χριστός, πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο γεμᾶτος ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ γεμᾶτος γλυκύτητα; Αὐτὸ τὸ γέμισμα καὶ ἡ γλυκύτητα τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι γέννημα τῆς καρδιακῆς εὐχῆς, ἡ ὁποία λέγεται ἐσωτερικῶς καὶ μὲ πόνο. 

Ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς, ὅσο εἶναι δριμὺς τόσο εἶναι γλυκύς. «Δριμὺς ὁ χειμών», ἔλεγαν οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, «ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος». Δριμὺς εἶναι αὐτὸς ὁ πόνος στὸ σῶμα, ἀλλὰ εἶναι Παράδεισος τῆς ψυχῆς, διότι, ὅταν πονάει ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὸν πόνο τῆς εὐχῆς, τότε χαίρεται ἡ ψυχὴ καὶ ἀναπαύεται. Ὅταν παύει αὐτὸς ὁ πόνος, ἀναπαύεται τὸ σῶμα, λυπᾶται ὅμως ἡ ψυχή, διότι πάρθηκε ἀπὸ αὐτὴν ἡ μυστικὴ τράπεζα τῆς θεϊκῆς εὐφροσύνης καὶ τῆς ἄρρητης ἀπόλαυσης. Ὅταν πάλι ἔρχεται ὁ πόνος, δὲν ἀναπαύεται τὸ σῶμα, ἀλλὰ μὲ τὴν βία τῆς εὐχῆς ἀρχίζει νὰ φαίνεται ἡ χαρὰ μέσα στὴν καρδιά. Ἀμέσως ἀναπηδάει καὶ χαίρεται ἡ ψυχή, πρὶν ἀκόμη νὰ ἔλθει, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς πνευματικῆς ἀπόλαυσης. Καὶ ἀφοῦ ἔλθει, βγάζει ἀφώνως ἀπὸ τὴν χαρά της δυνατὴ φωνή, μαζὶ μὲ κάποια γλυκύτητα καρδιᾶς καὶ διάνοιας. Τότε λέγει στὸν Χριστὸ Ἰησοῦ μὲ δάκρυα· «Παράλαβέ με, Κύριε, στὴν Βασιλεία σου! Παράλαβέ με Ἰησοῦ μου, ἐκεῖ ποὺ εἶσαι Ἐσύ, ἡ ἀγάπη μου καὶ τὸ φῶς μου τὸ γλυκύτατο! Ναί, γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, παράλαβέ με τώρα, Κύριέ μου, παράλαβέ με, διότι ἀπὸ τὴν ὥρα, ποὺ γεύθηκα μερικῶς καὶ ἀνεκφράστως τὴν ἄρρητη ἀπόλαυση καὶ χρηστότητα, Ἐσένα τὸν Χριστό μου καὶ Θεό μου, δὲν ὑποφέρω πιὰ τὸν χωρισμό Σου! Δὲν ὑποφέρω τὴν ἀπουσία Σου. Καίγομαι ἀπὸ τὴν ἄσβεστη φλόγα τῆς γλυκύτατής Σου ἀγάπης! Ὅταν Σὲ θυμᾶμαι, καίγομαι ἀπὸ τὴν δίψα Σου! Ὅταν Σὲ μελετῶ, λειώνω ἀπὸ τὴν στέρησή Σου καὶ ἀτονῶ ἀπὸ τὸν χωρισμό Σου!». 

Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια λέγει ἡ ψυχὴ στὸν Χριστό της, ἐνῶ κατακαίγεται ἀπὸ τὴν ἄκρα ἀγάπη ποὺ ἔχει σ᾿ Αὐτόν. Ἔτσι, ἀφοῦ κλάψει ἀρκετὰ μαζὶ μὲ τὸ σῶμα, πληροφορεῖται ὅτι τὴν ἄκουσε ὁ Χριστός της καὶ τὴν ἔγραψε στὸ βιβλίο τῆς αἰωνίου ζωῆς, ὅπου εἶναι γραμμένοι ὅλοι οἱ δίκαιοι, γιὰ τὸ ὁποῖο λέγει ἡ Γραφή· «Καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον Σου πάντες γραφήσονται» (Ψλμ. ρλη΄ 16).  

Ὅμως, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, «οἷς κρίμασιν οἶδεν Αὐτὸς μόνος», τὴν ἀφήνει ἀκόμη στὸν κόσμο, μᾶλλον γιὰ τὸ συμφέρον της, γιὰ νὰ διπλασιάσει καὶ νὰ τριπλασιάσει καὶ νὰ πολλαπλασιάσει τὸν καρπό της. Καὶ καταπαύει λίγο τὸν πόνο της μὲ τὴν παρηγορία Του, ὄχι ὅμως ὅτι λιγοστεύει ὁ Κύριος τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς, διότι ὁ Κύριος θέλει νὰ πονοῦμε πάντοτε γιὰ τὴν ἀγάπη Του, ἡ ὁποία ὑπάρχει γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, ἀλλὰ λιγοστεύει τὸν πόνο μὲ τὴν αὔξηση τῶν περισσότερων καὶ θερμότερων δακρύων. 
Αὐτὸς λοιπὸν ὁ πόνος εἶναι μεγάλο δῶρο ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀγωνιστὲς καὶ σ᾿ ὅσους Τὸν ἀγαποῦν. Δίχως αὐτὸν τὸν πόνο δὲν βλέπει κανεὶς τὸν Θεό, οὔτε σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο νοερῶς - δηλαδὴ σὲ ἔκσταση, ὅραμα καὶ σὲ θεωρία- οὔτε γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο παίρνει τὴν πληροφορία ὅτι θὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Θεό. 

Αὐτὸς ὁ πόνος θέλει πολὺ χρόνο καὶ ἀποκτᾶται μὲ πολλοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ πολλὴ βία τῆς καρδιακῆς εὐχῆς. Ἂν κάποιος δὲν βιάζει τὴν καρδιά του μὲ τὴν εὐχή, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸν βρεῖ. Ἀποκτᾶται λοιπὸν μὲ πολλοὺς ἀγῶνες, ἂν ὅμως τὸν παραμελήσει λίγο ὁ ἄνθρωπος, τόσο γρήγορα φεύγει, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀπορεῖ πῶς χάθηκε τόσο γρήγορα ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν παραμικρὴ ἀμέλειά του, αὐτὸ τὸ ὕψιστο ποὺ κυνηγοῦσε. Ὅποιος ὅμως τὸν βρῆκε μία φορά, ἂν ὕστερα τὸν χάσει, τὸν βρίσκει πάλι εὔκολα, διότι ξέρει ποιὰ ὁδὸ νὰ βαδίσει γιὰ νὰ τὸν ξαναβρεῖ. Ἀλλὰ καλύτερα, γιατί δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἀπομακρυνθεῖ γιὰ πολὺ καιρό; Διότι ἂν τὸν στερηθεῖ γιὰ πολὺ καιρό, πέφτει στὶς ἡδονὲς ἡ καρδιά του καὶ ἀφήνει τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου. 
Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι μὲν γέννημα τῆς συντετριμμένης καρδίας, εἶναι ὅμως γεννήτορας τῶν ἀένναων καὶ φωτεινῶν δακρύων. Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι τροφὴ τῆς ψυχῆς, τροφὴ τῆς διάνοιας καὶ παρηγορία τοῦ νοῦ. Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι χαρὰ τῶν ἀγγέλων καὶ λύπη τῶν δαιμόνων. 

Ὅποιος κρατάει αὐτὸν τὸν πόνο μέσα του πάντοτε, ξενιτεύεται ἡ ψυχή του σὲ λίγο καιρὸ ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν, καὶ πηγαίνει στὸν ἄλλο κόσμο, στὸν ὁποῖο ἔχει τὸ μερίδιό του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους. Αὐτὸς ὁ πόνος ἐξολοθρεύει τὰ πάθη, διώχνει τοὺς δαίμονες, εἰρηνεύει τὸν νοῦ, γλυκαίνει τὴν ψυχή, παρηγορεῖ τὴν διάνοια καὶ θερμαίνει τὴν καρδιὰ γιὰ τὰ οὐράνια. Αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕνας οὐράνιος δάσκαλος, ὁ ὁποῖος τοῦ διδάσκει θεϊκὰ μυστήρια καὶ τοῦ παραδίδει τὰ οὐράνια νοήματα. 
Εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο νὰ ἔχει μέσα του αὐτὸν τὸν πόνο καὶ νὰ μὴν ἔχει οὐράνιο λογισμό. Ὅταν ὁ πόνος ἐμφανίζεται μέσα του, ἀμέσως ὑψώνεται ὁ νοῦς του στὰ οὐράνια, ἀφήνοντας τὰ γήινα σὰν σκουπίδια. Ὑψώνεται δὲ ὁ νοῦς στὰ οὐράνια, διότι τὸν καθάρισε τὸ δάκρυ καὶ τὸν λάμπρυνε ἡ καθαρὴ εὐχή ποὺ ἔγινε μυστικῶς στὴν καρδιά. Ἀφοῦ ὑψωθεῖ ὁ νοῦς του στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, στὰ ἐπουράνια τῶν ἐπουρανίων, ζητάει ἐκεῖ νὰ βρεῖ καὶ νὰ δεῖ Ἐκεῖνον, τοῦ Ὁποίου τὴν ἄρρητη γλυκύτητα γεύθηκε μερικῶς ἡ ψυχή του καὶ ἡ καρδιά του μέσα της. 

Περπατώντας στὰ ἄϋλα καὶ οὐράνια ἀΰλως, σὰν ἄϋλος καὶ ὅμοιος μὲ τὰ ἄϋλα, βρίσκει Ἐκεῖνον, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁποίου κοπίασε ἡ καρδιά του καὶ πόνεσε τὸ στῆθος του. Βρίσκοντας λοιπὸν τὸν ποθούμενον καὶ βλέποντας Ἐκεῖνον, τὸν Ὁποῖο εἶδε ὁ Ἡσαΐας ὁ προφήτης «ἐπὶ θρόνου δόξης καθήμενον» (πρβλ. Ἡσ. στ΄ 1), πέφτει ἀμέσως μπροστά Του καὶ Τὸν προσκυνάει μὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ ταπείνωση. Καὶ ὄχι μόνον μέχρι σ᾿ αὐτὴν τὴν τιμὴ τὸν ἀξιώνει αὐτὸς ὁ πόνος, ἀλλὰ ἀκόμη τὸν κάνει νὰ πέφτει πάλι καὶ στὴν ἀγκάλη Αὐτοῦ τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ καὶ Παντοκράτορος Κυρίου, ὅπως πέφτει τὸ νήπιο στὴν ἀγκάλη τῆς μητέρας του, καὶ γλυκοφιλώντας τὸν γλυκύτατο καὶ πέρα ἀπὸ κάθε γλυκύτητα Δεσπότη καὶ Χριστό του, χύνουν συγχρόνως καὶ τὰ μάτια τοῦ σώματος τὰ δάκρυα σὰν ποτάμι. Καὶ εὔχεται παρακαλώντας τὸν Χριστό του νὰ μὴν χωριστεῖ καθόλου ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ δέεται καὶ παρακαλεῖ νὰ εἶναι καὶ νὰ βρίσκεται πάντοτε μὲ τὸν Χριστό του καὶ μὲ τὴν Χάρη τῆς Θεότητός του. Διότι Τοῦ λέγει ἐκείνην τὴν ὥρα ἐκεῖνο ποὺ Τοῦ εἶπε ὁ Πέτρος, ὅταν μεταμορφώθηκε καὶ εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι τὴν δόξα Του· «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» (Ματθ. ιζ΄ 4, Μάρκ. θ΄ 5, Λουκ. θ΄ 33). 

Μακάρι ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς Χριστὸς νὰ χαρίσει καὶ σ᾿ ἐμᾶς αὐτὸν τὸν ψυχοσώστη πόνο τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει, ἐδῶ νὰ Τὸν βλέπουμε νοερῶς πάντοτε, ἐνῶ ἐκεῖ στὸν μέλλοντα αἰῶνα, ἀφοῦ διαλυθοῦν οἱ διόπτρες τῆς ψυχῆς, νὰ Τὸν βλέπουμε πρόσωπο πρὸς πρόσωπο καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν! ΅

Εἰς τὸν ἀγώνα αὐτὸν τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ ὑπάρξουν τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ συνεργήσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου: «θὰ λυώση ὡς κηρὸς ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Καὶ ὅπως ὁ σίδηρος, ὅταν ἐμβαίνη εἰς τὴν φωτιά, ξεκολλάει καὶ πέφτει ἡ σκουριά, ὅπου ἔχει ἐπάνω, ἔτσι γίνεται καὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἔρχεται κατ’ ὀλίγον ἡ χάρις καὶ μόλις πλησίαση εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀναλύει ὡς κηρός. Καὶ δὲν γνωρίζει εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του, ἐνῶ ὅλος εἶναι πολυόμματος νοῦς καὶ διαυγέστατος.

Ὅμως εἰς αὐτὴν τὴν ὑπερφυὴ ἐνέργειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ξεχωρίση τὸν ἑαυτόν του, διότι ἐνοῦται μὲ τὸν Θεόν. Καὶ τότε πίπτει ἡ σκουριά. Ἀφαιρεῖται ἡ σφραγίδα. Ἀποθνήσκει ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Ἀφαιρεῖται τὸ μητρικὸν αἷμα. Ἀνακαινοῦται τὸ φύραμα.