Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ-7

 Συνέχεια από:Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Στις Πηγές τής Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις τού διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό τού Kant. Ο φιλόσοφος τού Könisberg είχε συναίσθηση τού γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές τού διαφωτισμού στο πεδίο τής θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά τού Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν τού θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση τής καρδιάς, να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος τής κριτικής τής καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση τής «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής τής πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια τού θεού, κατά την κρίση τού Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό τής πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων τού κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων τής νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε τής κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη τού Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα τής αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια τής καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα τού κακού, στις αμφιβολίες τού κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση τού αγαθού κ.τ.λ.
Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.

Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου τού βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τούς εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα τής Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα τής Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα τής θρησκείας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος τής πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει τήν τριάδα στο φως τής «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική τής κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μάς οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση τού οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (τής δημιουργίας τού κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός τού ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση τού θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα τού θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».
Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες τής αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα τής Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τα πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός τής Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα τής ανθρωπότητος».
Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος τού μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση τού επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο τής ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μάς ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!
Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος τού Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα τού εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια τής νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.
Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη τών όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια τού θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο τής θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός τής σύγχρονης σκέψης μάς δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση τής αποτυχίας τών συλλογισμών τού κυρίου Kant.

Αμέθυστος

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ-7

 Συνέχεια από:Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Στις Πηγές τής Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις τού διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό τού Kant. Ο φιλόσοφος τού Könisberg είχε συναίσθηση τού γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές τού διαφωτισμού στο πεδίο τής θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά τού Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν τού θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση τής καρδιάς, να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος τής κριτικής τής καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση τής «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής τής πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια τού θεού, κατά την κρίση τού Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό τής πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων τού κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων τής νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε τής κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη τού Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα τής αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια τής καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα τού κακού, στις αμφιβολίες τού κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση τού αγαθού κ.τ.λ.
Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.
Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου τού βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τούς εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα τής Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα τής Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα τής θρησκείας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος τής πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει τήν τριάδα στο φως τής «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική τής κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μάς οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση τού οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (τής δημιουργίας τού κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός τού ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση τού θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα τού θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».

Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες τής αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα τής Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τα πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός τής Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα τής ανθρωπότητος».

Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος τού μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση τού επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο τής ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μάς ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!

Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος τού Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα τού εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια τής νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.

Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη τών όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια τού θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο τής θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός τής σύγχρονης σκέψης μάς δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση τής αποτυχίας τών συλλογισμών τού κυρίου Kant.


Αμέθυστος

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025

Αν η Τεχνητή Νοημοσύνη μετατραπεί

Marcello Veneziani

Αν η Τεχνητή Νοημοσύνη μετατραπεί

Πηγή: Μαρτσέλο Βενετσιάνι

Το «Θεός, Εγώ και η Τεχνητή Νοημοσύνη» του Cristiano Ceresani είναι ένας συναρπαστικός και σεραφικός διάλογος μεταξύ ανθρώπων και τεχνητής νοημοσύνης απέναντι στο θεϊκό μυστήριο. Είναι ένας διάλογος στον οποίο η μηχανή προσπαθεί να προλάβει, ας πούμε, τη διαφορά, χωρίς να εκφράζει τις δικές της πρωτότυπες και δημιουργικές ιδέες, πόσο μάλλον να αμφισβητεί την ανθρώπινη νοημοσύνη. Αντίθετα, απλώς αναπαράγει ιδέες, επιβεβαιώνοντάς τες με την εγκυκλοπαιδική της γνώση, σε αρμονία με τον ανθρώπινο συνομιλητή, του οποίου το μυαλό διευρύνει.
Δεν θα εμβαθύνω στον ίδιο τον διάλογο, τον οποίο σας αφήνω να διαβάσετε χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Αντίθετα, θα επικεντρωθώ στα σημαντικά προηγούμενα, δηλαδή, στη μοναδική στιγμή που ζούμε, αντιμέτωποι με την ταχεία και αδιάκοπη επέκταση της Τεχνητής Νοημοσύνης και των εφαρμογών της.
Για να θυμηθώ την τριγωνική έννοια αυτού του βιβλίου, θα πω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη παρουσιάζεται στην εποχή μας τόσο ως αντικατάσταση του ανθρώπινου, έχοντας επεκτείνει τις δυνατότητές του, όσο και ως αντικατάσταση του θείου,  τού οποίου καθίσταται το τεχνολογικό του υποκατάστατο. Η Τεχνητή Νοημοσύνη τείνει να νοείται στην εποχή μας ως ένα είδος Υπέρτατης Νοημοσύνης, αόρατη, αλάθητη, παντογνώστρια, πανταχού παρούσα, σχεδόν παντοδύναμη, που βρίσκεται στους ουρανούς του σύννεφου αλλά και «εδώ» και παντού: επομένως έχει όλα τα χαρακτηριστικά που συνήθως αποδίδουμε στο θείο.
Σε μια Κοινωνία χωρίς κληρονόμους, όπως την ορίζω σε ένα πρόσφατο βιβλίο μου, ή σε μια κοινωνία που σβήνει τους δασκάλους, την ιστορική μνήμη και την κληρονομιά της παράδοσης, η Τεχνητή Νοημοσύνη γίνεται ο παγκόσμιος κληρονόμος κάθε γνώσης. Μια τεράστια αποθήκη δεδομένων στην οποία μπορεί να συγκεντρωθεί όλη η γνώση της ανθρωπότητας· με την ικανότητα να συνδυάζει τη γνώση και να παράγει νέα αποτελέσματα. [ΤΩΡΑ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΦΑΕ ΠΙΕ ΕΥΦΡΑΙΝΟΥ, ΕΙΠΕ Ο ΥΠΕΡ ΠΛΟΥΣΙΟΣ] Στην πραγματικότητα, τα Μεγάλα Δεδομένα δεν αντικαθιστούν τον Παγκόσμιο Πολιτισμό επειδή δεν είναι γνώση αλλά παγκόσμια πληροφορία, η ροή και η συναρμολόγηση δεδομένων· είναι λυοφιλιωμένη γνώση, η αποθήκευση βιβλιοθηκών και αρχείων, που μεταφέρεται στο μεγάλο άυλο σύννεφο, il cloud. Οι εφαρμογές και, πάνω απ' όλα, οι πρακτικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης είναι εκπληκτικές. Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό είναι η επιτάχυνση με την οποία συμβαίνουν οι αλλαγές, χωρίς να αφήνουν χρόνο να τις αφομοιώσουμε, να κατανοήσουμε το εύρος και τα αποτελέσματά τους. Αυτό είναι που ο φιλόσοφος Γκούντερ Άντερς ονόμασε «το χάσμα του Προμηθέα», που σημαίνει ότι η τεχνολογία προοδεύει ενώ ο πολιτισμός, η σκέψη και η νοημοσύνη δεν συμβαδίζουν. Έτσι, δημιουργείται ένα χάσμα μεταξύ της ανάπτυξης της τεχνολογίας και της παρακμής του πολιτισμού.
Δεν πρόκειται για το να σταματήσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη, έγραψα στο Necessary Love, αλλά για το να τη ρυθμίσουμε, να εξοπλίσουμε τους εαυτούς μας με αντίβαρα για να την εξισορροπήσουμε, να διακρίνουμε το εύρος και τα όρια της χρήσης της, ώστε να μην γίνει κατάχρηση· να παραμείνει εντός του πεδίου των μέσων και να μην υπονομεύει ή να ματαιώνει τους σκοπούς, το νόημα και το πεπρωμένο της ζωής. Η κρίσιμη νοημοσύνη είναι το πραγματικό φίλτρο για τη διάκριση των ωφέλιμων από τις κακόβουλες επιρροές. Ακριβώς όπως διακρίνουμε μεταξύ της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας και της ατομικής βόμβας. Η τεχνολογία, εκτός από ένα τεράστιο και ωφέλιμο εργαλείο για χιλιάδες πράγματα, τα οποία ευλογούμε καθημερινά, είναι επίσης ένα μέσο καταστροφής και αποξένωσης.
Η απεριόριστη χρήση της τεχνολογίας, η άνευ όρων ανάπτυξη των εργαλείων της, γίνεται ένα θανατηφόρο όπλο· πρέπει να έχουμε το θάρρος να διαπραγματευτούμε τον αφοπλισμό της και να περιορίσουμε τις εφαρμογές της. Διακεκριμένοι μάγοι τεχνητής νοημοσύνης, μετανοημένοι χειριστές, επιχειρηματίες, ερευνητές και ειδικοί στον τομέα το λένε επίσης αυτό. Ακόμα και παγκόσμιες και εμβληματικές προσωπικότητες όπως ο Elon Musk, ο Bill Gates, ο Jack Ma της Alibaba και ο επιστήμονας Stephen Hawking, πριν από τον θάνατό του, καταγγέλλουν τον κίνδυνο. Ή οι νονοί της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι οποίοι τώρα καταγγέλλουν τις επεμβατικές χρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, συγκρίνοντάς την με τον εθισμό στα ναρκωτικά. Οι ίδιοι οι ιδρυτές της Τεχνητής Νοημοσύνης εδώ και καιρό εκδίδουν ένθερμες καταγγελίες και επιδίδονται σε ασκήσεις τύψεων συνειδήσεως και μεταμέλειας. Για παράδειγμα, ο βραβευμένος με Νόμπελ Φυσικής του 2024, Τζέφρι Χίντον, ένας από τους πατέρες της Τεχνητής Νοημοσύνης, φοβάται ότι η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης θα προκαλέσει την εξαφάνιση της ανθρωπότητας μέσα σε τριάντα χρόνια.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αντικαθιστά την ανθρώπινη νοημοσύνη και πρέπει να περιοριστεί, όπως ακριβώς περιορίζονται τα χημικά ή τα θανατηφόρα όπλα. Εν τω μεταξύ, είμαστε ολοένα και πιο ανυπεράσπιστοι απέναντι στην παραμορφωμένη ή κακόβουλη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης από ιδιώτες χάκερ, μεμονωμένους επιχειρηματίες, δημόσιους φορείς, μυστικές υπηρεσίες, κράτη-αδίστακτους και δικτάτορες. Το γεγονός ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα εξαλείψει χιλιάδες θέσεις εργασίας είναι ήδη μια σοβαρή κοινωνική συνέπεια, αλλά μπορεί να αντισταθμιστεί με μακρόπνοες στρατηγικές αναδιάταξης και επανεκπαίδευσης. Πιο ανεπανόρθωτη είναι η ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει στην ασφάλεια, την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την υγεία και, πάνω απ' όλα, στην ανθρώπινη νοημοσύνη, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά της.
Ποια είναι λοιπόν η θεμελιώδης διάκριση που πρέπει να γίνει; Η εύρεση της ισορροπίας μεταξύ θέλησης, δύναμης και γνώσης, η θέσπιση ορίων, η υποταγή της θέλησης για δύναμη στο κοινό καλό. Και πάνω απ' όλα, η διάκριση μεταξύ της πραγματικής βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και της αντικατάστασης της ανθρωπότητας. Για να γίνει αυτό, απαιτείται συνεχής διάλογος μεταξύ επιστημόνων, τεχνικών, πολιτικών, πολιτικών, διευθυντών, στοχαστών και σοφών που εκπροσωπούν τις πιο σημαντικές θρησκευτικές παραδόσεις. Ένα είδος διασταύρωσης, δύσκολο να επιτευχθεί και να ρυθμιστεί, αλλά εγκαταλείποντάς την εξαρχής, έχουμε ήδη χάσει το στοίχημα και παραδινόμαστε αβοήθητοι σε μια τυφλή και απόλυτη κυριαρχία. Έχω επαναλάβει εδώ και καιρό ότι δεν με απασχολεί η πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η υποχώρηση της φυσικής ανθρώπινης νοημοσύνης που θα έπρεπε να την καθοδηγεί.
Πίσω από το πρόβλημα και την απειλή της αντικατάστασης της ανθρωπότητας βρίσκεται το θεολογικό ζήτημα: η αντικατάσταση του θείου. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι αυτός ο άγνωστος θεός της μεταφυσικής, η απόλυτη εκπροσώπησή της σε έναν κόσμο που έχει σβήσει την υπερβατικότητα και ταυτίζει τον Θεό με την Τεχνολογία, σε ένα ταξίδι από το ανθρώπινο στο υπεράνθρωπο.
Αν δεν καθοδηγηθεί και δεν κυβερνηθεί από την ανθρώπινη γνώση και δύναμη, η Τεχνητή Νοημοσύνη πρώτα θα καταστήσει το ανθρώπινο ξεπερασμένο και στη συνέχεια θα το αντικαταστήσει. και αφού αντικαταστήσει το ανθρώπινο, θα αντικαταστήσει το θείο, διαλύοντας το μυστήριο, το νόημα και το πεπρωμένο της ύπαρξης. Το τέλος του ανθρώπινου θα συμπέσει τότε με το τέλος του θείου. Η τεχνολογία θα γίνει θεολογία. Σε εκείνο το σημείο, τολμούμε να σκεφτούμε, κάτι απροσδόκητο θα συμβεί, που θα αναδυθεί από τα ανεξιχνίαστα βάθη του μυστηρίου, οδηγώντας σε μια ανώτερη τάξη που πηγάζει από μια Υπερφυσική Νοημοσύνη.
Ο διάλογος του Ceresani μεταξύ ανθρώπου και μηχανής είναι κάθε άλλο παρά αντιπαραθετικός. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά εγκάρδιος και συνεργατικός, ίσως με υπερβολικά φιλικόςκαι συνεργάσιμος. Η Τεχνητή Νοημοσύνη φαίνεται να είναι ο τεχνολογικός καθρέφτης που αντανακλά το ανθρώπινο εγώ και τις διαδικασίες σκέψης του. Θίγει μια σειρά από θρησκευτικά, θεολογικά και εκκλησιαστικά ερωτήματα σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη, τον μετανθρωπισμό, νοούμενο ως μια ακέφαλη, άθεη θεολογία, και τη σχέση της με τις νέες επιστήμες, τα μεγάλα θέματα της ανθρωπότητας και της πίστης, και τις ιδεολογικές καταρρεύσεις της εποχής μας. Τέλος, τονίζει την ανάγκη για μια προφητική και εσχατολογική θεολογία,[ΑΣ ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ] ανακαλύπτοντας ξανά την κεντρικότητα της πίστης και του ανθρώπινου προσώπου. Στο τέλος του ταξιδιού, έχεις την εντύπωση ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει οριστικά μεταστραφεί σε ανθρωπιά και πίστη. Ένα ουράνιο αίσιο τέλος, το οποίο, ανάμεσα σε τόσες τρομερές προφητείες και ζοφερά αποκαλυπτικά σενάρια, ίσως παρηγορεί, ζωντανεύει και ενσταλάζει εμπιστοσύνη. Αρκεί να μην ξεχνάμε την πραγματικότητα και την πιο ανησυχητική σκοτεινή πλευρά της απεριόριστης τεχνολογίας. Fiat Lux.


ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ. 
Η ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ.

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ-7

 Συνέχεια από:Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Στις Πηγές τής Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις τού διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό τού Kant. Ο φιλόσοφος τού Könisberg είχε συναίσθηση τού γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές τού διαφωτισμού στο πεδίο τής θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά τού Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν τού θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση τής καρδιάς, να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος τής κριτικής τής καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση τής «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής τής πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια τού θεού, κατά την κρίση τού Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό τής πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων τού κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων τής νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε τής κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη τού Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα τής αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια τής καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα τού κακού, στις αμφιβολίες τού κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση τού αγαθού κ.τ.λ.

Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.

Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου τού βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τούς εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα τής Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα τής Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα τής θρησκείας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος τής πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει τήν τριάδα στο φως τής «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική τής κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μάς οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση τού οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (τής δημιουργίας τού κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός τού ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση τού θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα τού θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».

Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες τής αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα τής Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τα πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός τής Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα τής ανθρωπότητος».

Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος τού μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση τού επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο τής ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μάς ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!

Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος τού Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα τού εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια τής νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.

Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη τών όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια τού θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο τής θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός τής σύγχρονης σκέψης μάς δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση τής αποτυχίας τών συλλογισμών τού κυρίου Kant.


Αμέθυστος

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ

 Στις Πηγές τής Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις τού διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό τού Kant. Ο φιλόσοφος τού Könisberg είχε συναίσθηση τού γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές τού διαφωτισμού στο πεδίο τής θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά τού Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν τού θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση τής καρδιάς, να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος τής κριτικής τής καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση τής «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής τής πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια τού θεού, κατά την κρίση τού Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό τής πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων τού κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων τής νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε τής κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη τού Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα τής αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια τής καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα τού κακού, στις αμφιβολίες τού κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση τού αγαθού κ.τ.λ.

Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.

Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου τού βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τούς εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα τής Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα τής Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα τής θρησκείας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος τής πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει τήν τριάδα στο φως τής «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική τής κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μάς οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση τού οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (τής δημιουργίας τού κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός τού ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση τού θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα τού θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».

Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες τής αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα τής Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τό πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός τής Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα τής ανθρωπότητος».

Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος τού μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση τού επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο τής ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μάς ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!

Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος τού Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα τού εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια τής νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.

Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη τών όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια τού θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο τής θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός τής σύγχρονης σκέψης μάς δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση τής αποτυχίας τών συλλογισμών τού κυρίου Kant.

Αμέθυστος

Όταν αφομοιώνετε κάτι διανοητικά το βάζετε σε ένα κιβώτιο. Μια έννοια είναι ένα κιβώτιο. Όταν ο Saint-Exupery βάζει με ανυπομονησία το πρόβατο μέσα στο κιβώτιο, τότε αποδέχεται την ιδέα, μόνο ως ιδέα. Υπάρχει αλλά μόνο μέσα στο κιβώτιο των σκέψεων του. Ο μικρός πρίγκηπας βρίσκει την ζωγραφιά το ίδιο καλή όσο και ένα πραγματικό πρόβατο. Όλα όμως μένουν στον κόσμο της σκέψης.
..... Μέσα στην ιδανική, θεϊκή απομόνωσή του θέλει την συντροφιά της μαζικής ψυχής.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ

Στις Πηγές τής Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις τού διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό τού Kant. Ο φιλόσοφος τού Könisberg είχε συναίσθηση τού γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές τού διαφωτισμού στο πεδίο τής θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά τού Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν τού θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση τής καρδιάς, να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος τής κριτικής τής καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση τής «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής τής πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια τού θεού, κατά την κρίση τού Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό τής πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων τού κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων τής νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε τής κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη τού Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα τής αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια τής καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα τού κακού, στις αμφιβολίες τού κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση τού αγαθού κ.τ.λ.

Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.

Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου τού βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τούς εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα τής Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα τής Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα τής θρησκείας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος τής πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει τήν τριάδα στο φως τής «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική τής κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μάς οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση τού οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (τής δημιουργίας τού κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός τού ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση τού θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα τού θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».

Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες τής αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα τής Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τό πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός τής Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα τής ανθρωπότητος».

Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος τού μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση τού επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο τής ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μάς ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!

Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος τού Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα τού εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια τής νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.

Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη τών όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια τού θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο τής θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός τής σύγχρονης σκέψης μάς δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση τής αποτυχίας τών συλλογισμών τού κυρίου Kant.

Αμέθυστος

Όταν αφομοιώνετε κάτι διανοητικά το βάζετε σε ένα κιβώτιο. Μια έννοια είναι ένα κιβώτιο. Όταν ο Saint-Exupery βάζει με ανυπομονησία το πρόβατο μέσα στο κιβώτιο, τότε αποδέχεται την ιδέα, μόνο ως ιδέα. Υπάρχει αλλά μόνο μέσα στο κιβώτιο των σκέψεων του. Ο μικρός πρίγκηπας βρίσκει την ζωγραφιά το ίδιο καλή όσο και ένα πραγματικό πρόβατο. Όλα όμως μένουν στον κόσμο της σκέψης.
..... Μέσα στην ιδανική, θεϊκή απομόνωσή του θέλει την συντροφιά της μαζικής ψυχής.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Ο Κάντ και η Aθεΐα

Δημήτρης Γ. Ιωάννου
 


Ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της νεωτερικότητας Ιμάνουελ Καντ ασχολήθηκε πολύ με ηθικά ζητήματα. Ο στοχαστής αυτός διαφοροποιήθηκε πολύ από τους προγενέστερους ηθικούς φιλοσόφους, ακόμη και από την χριστιανική θρησκεία. «Θεωρεί ότι το αφετηριακό και πρωταρχικό θέμα της ηθικής δεν είναι η αναζήτηση της ευτυχίας αλλά η ηθικότητα, η αρετή και το καθήκον… Από το ζήτημα τούτο, που το θεωρεί ως το λογικά πρώτο και πρωταρχικό θέμα της ηθικής, διακρίνει το διαφορετικό ζήτημα σχετικά με το ύψιστο αγαθό και τον τελικό σκοπό των πράξεων και του βίου». (Κ. Ανδρουλιδάκης, Καντιανή Ηθική, εκδ. Σμίλη, 2018, σ.18).

Ο Καντ λοιπόν δεν ρωτά «τι είναι το αγαθό», αλλά τι είναι η «ηθικότητα». Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια πολύ κακή αρχή. Σχηματίζουμε πρώτα την έννοια του αγαθού, και κατόπιν της ηθικότητας, στηριζόμενοι στην απάντηση που δώσαμε στο ερώτημα «τι είναι το αγαθό». Ήδη στην «Κριτική του καθαρού Λόγου» ο Καντ είχε θεωρήσει ότι το υποκείμενο δεν έρχεται σε επαφή με το «πράγμα καθεαυτό», αλλά το «πράγμα ως φαινόμενο». Δεν είμαστε δηλαδή άμεσοι δέκτες της πραγματικότητας, γιατί βλέπουμε τον κόσμο υπό το πρίσμα των εποπτειών του χώρου και του χρόνου, οι οποίες είναι ανθρώπινες αρχές της οικοδόμησης του θεωρείν τον κόσμο. Αλλά γιατί θα πρέπει να σκεφτούμε έτσι; Ο χώρος και ο χρόνος υπάρχουν πραγματικά, και ο άνθρωπος μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση σε αυτές τις πραγματικότητες. Είμαστε ενδοκοσμικά όντα, έχουμε σώμα και κινούμαστε μέσα στο χώρο, ενώ ψυχικά βιώνουμε την ροή του χρόνου. Γιατί πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα πράγματα καθεαυτά βρίσκονται εκτός χώρου και χρόνου; Παρομοίως και με το πράγμα καθεαυτό, μπορεί ένα κόκκινο αντικείμενο να αλλάζει χρώμα στο σκοτάδι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πραγματικά κόκκινο, αλλά εμφανίζεται σε μας ως τέτοιο. Υπό κανονικές συνθήκες το πράγμα είναι κόκκινο.

Όμοια με τα όσα είπε προηγουμένως περί εμπειρίας και αίσθησης, λέγει και για την ηθική. Δεν έχουμε πρόσβαση πραγματική στο τι είναι το αγαθό, δεν φέρουμε εντός μας συνείδηση, που, αν δεν είναι απαμβλυμένη, μας δίνει μια εικόνα του αγαθού. Δεν έχουμε άμεση πρόσβαση σε αυτό. Ο Χριστιανισμός κηρύττει ότι η ουσία του ηθικού είναι η αγάπη, και η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό το κήρυγμα. Βέβαια, η συνείδηση χρειάζεται καλλιέργεια, αλλά κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ότι αυτό είναι το αγαθό, έστω και αν υπάρχουν αντίπαλες θεωρίες. Ο Καντ λοιπόν θεωρεί ότι δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στο αγαθό, και γι’ αυτό λέγει ότι πρέπει να σταματήσουμε την προσπάθεια να το ανακαλύψουμε, και αντί γι’ αυτό πρέπει να προσπαθούμε να ορίσουμε τι είναι το «ηθικό». Και προσπαθεί στο εξής να ορίσει την ηθικότητα, την οποία ανακαλύπτει στην έννοια του «καθήκοντος». Και πάλι αναποδογυρίζονται τα πράγματα. Πρώτα πρέπει να ορίσουμε το αγαθό, και μετά μπορούμε βάσει αυτού να ορίσουμε και το ηθικό. Ο Καντ όμως ήταν θερμός οπαδός του Διαφωτισμού, πίστευε ότι πρέπει να καταργηθούν οι αυθεντίες και να σκέπτεται κανείς για λογαριασμό του.

Ο Θεός , στην προσέγγιση αυτή, εμφανίζεται μια «αυθεντία», η οποία και μας λέγει «αγαθό είναι η αγάπη». Αλλά αυτό είναι μια λάθος προσέγγιση στον χριστιανισμό. Δεν ήρθαμε μόνοι μας στον κόσμο, αλλά η ζωή μάς δόθηκε ως δώρο. Και δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η λογική μας έχει απεριόριστες δυνάμεις, αλλά ότι υποτάσσεται και αυτή σε Αυτόν που μας δημιούργησε. Εκτός από την λογική, είμαστε εξοπλισμένοι και με την δυνατότητα να αγαπάμε, να νιώθουμε συμπάθεια, να νιώθουμε επίσης ότι μας έφερε στην ύπαρξη ένα ανώτερο Ον, το οποίο και είναι το κατ’ εξοχήν Αγαθό, συμφώνα με την χριστιανική αποκάλυψη. Ο όρος «αυθεντία» για τον Θεό είναι λανθασμένος. Δίνει μια εικόνα για τον Θεό ως ενός αυταρχικού και βλοσυρού όντος, που απαιτεί από μας να το υπακούσουμε δίχως να γνωρίζουμε το γιατί. Όπως είπαμε δεν είμαστε δημιουργημένοι από μόνοι μας, αλλά κάποιος μας δημιούργησε. Πήραμε από τον Θεό την ζωή ως δώρο. Και ο Θεός που μας δημιούργησε δεν είναι εκείνο το απόμακρο ον του Καντ, που το ζητά ως αίτημα ο πρακτικός λόγος, για να διασφαλιστεί ότι θα τιμωρηθούν όσοι δεν πράττουν το καθήκον τους και θα αμειμφθούν όσοι το τήρησαν. Πλαστήκαμε κατ’ εικόνα του Θεού. Είμαστε διυποκειμενικά πλάσματα, αναζητούμε την μεταξύ ημών κοινωνία, και έχουμε την δυνατότητα να αναζητούμε το αγαθό, το δίκαιο , το όμορφο κ.λπ. Ο άνθρωπος έχει ακόμη μέσα του έμφυτη την τάση να αναζητεί την ευτυχία του, και αυτό δεν είναι ένα κατώτερο χαρακτηριστικό του , όπως διατείνεται ο Καντ. Μπορούμε να ανακαλύπτουμε βαθμιαία ότι ευτυχία είναι ο κόσμος της αγάπης και της συμπόνιας, της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας. Όλα αυτά θέλουν βέβαια καλλιέργεια, και ο Θεός ενανθρώπησε για να γνωρίσει ο άνθρωπος το θείο είναι, κατά την εικόνα του οποίου πλάστηκε, και έτσι γνώρισε ο άνθρωπος ότι αγαθό είναι η αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον, καθώς επίσης και η ταπείνωση και η μετριοφροσύνη. Όσοι δέχθηκαν το χριστιανικό άγγελμα, ήταν ευτυχισμένοι ακόμη και όταν τους έριχναν στα άγρια θηρία οι αυτοκράτορες για να τους κατασπαράξουν, όταν τους υπέβαλαν σε κάθε λογής βασανιστήριο. Και αυτό γιατί είχαν αποδεχτεί το χριστιανικό άγγελμα, είχαν ανταποκριθεί σε όσα ορίζει το ευαγγέλιο και ήταν γεμάτοι από αγάπη και ταπείνωση. Ο Θεός ήταν γι’ αυτούς Πατέρας και οι ίδιοι υιοί. Όπως δέχτηκαν το δώρο της ύπαρξης από αυτόν, έτσι δέχτηκαν και το καινούργιο δώρο, να γνωρίσουν την κατά Θεόν ζωή και να ζήσουν σύμφωνα με ότι είπε ο Χριστός.

Ο Καντ δεν δέχτηκε όλα αυτά, γιατί στην πραγματικότητα έρχονται σε αντίθεση με την ανθρώπινη «αυτονομία», το χρέος που έχουμε να σκεπτόμαστε για λογαριασμό μας. Ο νέος Θεός του ήταν ο Λόγος, τον οποίο η δυτική σκέψη είχε υπερβατικοποιήσει. Στην πραγματικότητα, η έννοια του Λόγου, με την νεωτερική σημασία της, γεννήθηκε από τον σχολαστικισμό, τον Θωμά Ακινάτη, ο οποίος και σκέφθηκε ότι αντικείμενο της ανθρώπινης λογικής μπορεί να γίνει και ο ίδιος ο Θεός. Γι’ αυτό λοιπόν έδωσε λογικά επιχειρήματα για να αποδείξει ότι ο Θεός υπάρχει, και γενικά μίλησε για μια ενιαία σφαίρα του υπαρκτού, Θεό και κόσμο μαζί, την οποία μπορεί να διατρέξει ο Λόγος. Κατόπιν, με τον Ντεκάρτ είχαμε μια εξύψωση του Λόγου σε κυρίαρχη ανθρώπινη δύναμη, ενώ με τον Καντ φτάσαμε στην θεοποίησή του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καντ ζητούσε να γίνονται και γιορτές του λόγου.

Ο Καντ έθεσε το περίφημο εκείνο ερώτημα, που εναντιωνόταν στην παραδοσιακή φιλοσοφία, «τι μπορώ να γνωρίσω»; Το ερώτημα όμως αυτό είναι στην πραγματικότητα άτοπο. Δεν έχουμε πλήρη ορισμό της ανθρώπινης ύπαρξης ώστε να ξέρουμε ποιες δυνάμεις έχει αυτή και τι μπορεί να γνωρίσει, και ούτε αυτό που πρότεινε ως απάντηση είχε ουσιαστική σημασία. Δεν γνωρίζω μόνο με την διάνοια, αλλά υπάρχουν και άλλα είδη γνώσης. Όταν γνωρίζουμε έναν άλλο άνθρωπο, δεν ισοδυναμεί αυτό με ότι αντλήσαμε γι’ αυτόν κάποιες πληροφορίες, γιατί μόνο η άμεση κοινωνία μπορεί να μας κάνει γνωστό αληθινά κάποιον άλλο άνθρωπο. Όταν γνωρίζουμε έναν άλλο άνθρωπο, τότε δεν δρα μόνο η διάνοια, αλλά κινητοποιείται ολόκληρος ο ανθρωπινός ψυχοδυναμισμός, προκειμένου να γνωρίσουμε αληθινά αυτόν τον άλλον άνθρωπο. Η αγάπη δεν είναι ένα κατώτερο συναίσθημα , όπως νόμιζε ο Καντ, αλλά έχει στην πραγματικότητα «νοερή» αξία. Με την αγάπη, όπως λέγει κάπου ο Άγιος Γρηγόριος Νυσσης, θεωρούμε αληθινά, εναγκαλιζόμαστε και γνωρίζουμε δηλαδή, τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο. Η αγάπη έχει ύψιστη γνωστική αξία.

Έχοντας αρνηθεί όλα αυτά, ο Καντ έφτασε στο σημείο να ορίσει «τι μπορώ να γνωρίζω;». Πρόκειται για να ένα ανόητο ερώτημα, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, όπως είπαμε, το σύνολο του ανθρώπινου ψυχοδυναμισμού, ούτε μπορούμε να στηριζόμαστε μόνο στην ανθρώπινη διάνοια. Ο Καντ απάντησε ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο όχι όπως αυτός πραγματικά είναι, αλλά ως «φαινόμενο», εντός του χώρου και του χρόνου που δεν έχουν αντικειμενική υπόσταση, και με την βοήθεια κάποιων κατηγοριών, στα οποία υπάγουμε την εξωτερική πραγματικότητα. Και για τους λόγους που είπαμε, θεώρησε ότι είναι αδύνατον να γνωρίσουμε τον Θεό και τις λοιπές θρησκευτικές πραγματικότητες και αξίες. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε, όπως πίστεψε, να κάνει τον άνθρωπο «αυτόνομο», ικανό δηλαδή να αξιοποιεί μόνο τις ατομικές γνωστικές του δυνάμεις για να ανακαλύψει την πραγματικότητα και να απαντήσει και στα λοιπά μεταφυσικά ερωτήματα.

Εκτός από τον κόσμο της θεωρητικής γνώσης, της εμπειρίας και της αίσθησης, για τον οποίο πίστεψε ότι έδωσε τις ορθές απαντήσεις, του έμεινε ο κόσμος της ηθικής, ο κόσμος της πράξης. Ακολούθησε την πεπατημένη: θεώρησε ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να δεχτεί από καμία αυθεντία (δηλ. τον Θεό) τον ηθικό νόμο, αλλά να τον οικοδομήσει από μόνος του. Είχε όμως ήδη αφήσει έξω τον Θεό από την πραγματικότητα, ώστε δεν μπορούσε να πει ότι ο αληθινός ηθικός νόμος είναι η αγάπη, η αλληλεγγύη και η καλοσύνη. Έψαξε να βρει ποια αφηρημένη αρχή θα τεθεί ως βάση της ηθικής του θεωρίας, και ανακάλυψε ότι αυτή ήταν το «καθήκον». Ηθικό είναι να πράττεις ό,τι ορίζει το καθήκον, και το καθήκον προστάζει. Φθάνει λοιπόν στην περίφημη κατηγορηματική προσταγή, λέγοντας ότι «πράξε μόνο με τέτοιο αξίωμα, ώστε μέσω αυτού, να μπορείς συγχρόνως να θέλεις αυτό να μπορεί να γίνει ένας παγκόσμιος νόμος». Για παράδειγμα , δεν πρέπει να λες ψέματα, γιατί, αν αρχίσουν όλοι να ψεύδονται, δεν θα μπορούσε να σταθεί η ανθρώπινη κοινωνία. Δεν πρέπει ακόμη να αθετείς τις υποσχέσεις σου, γιατί αν όλοι αθετούν τις υποσχέσεις τους, τότε και πάλι θα γίνει προβληματική η ανθρώπινη κοινωνία. Ο Καντ φθάνει μάλιστα να ισχυριστεί ότι δεν πρέπει ποτέ να λέμε ψέματα, ακόμη και αν κάποιος δολοφόνος ψάχνει κάποιον να σκοτώσει που έχει κρυφθεί στο σπίτι μας. Αν μας ρωτήσει μήπως ξέρουμε πού είναι το θύμα του, θα πρέπει να του πούμε την αλήθεια. Θα πρέπει να νιώθουμε ευσέβεια και ευλάβεια απέναντι στο καθήκον μας.

Ωστόσο, τα πιο σημαντικά πράγματα δεν γίνονται από καθήκον. Μια μητέρα φροντίζει τα παιδιά της από αγάπη, και όχι από καθήκον και κάποιος άλλος ελεεί έναν συνάνθρωπό του από αγάπη. Η έννοια του καθήκοντος είναι κατώτερη από αυτήν της αγάπης, γιατί προκύπτει στην περίπτωση που υπάρχει έλλειψη αγάπης. Λέμε «είναι καθήκον σου να βοηθάς τον άλλον», αλλά αυτό στον χριστιανισμό δεν στηρίζεται παρά στο γεγονός ότι δεν έχουμε αγάπη αρκετή για τον συνάνθρωπο, οπότε προκύπτει η έννοια του «καθήκοντος». Και ούτε μπορεί να πει κανείς ότι «πρέπει να αγαπάμε τον Θεό από καθήκον», αλλά επειδή αυτό υπαγορεύει το βαθύτερο είναι μας, η καρδιά μας. Περαιτέρω, η αρχή του Καντ περί του καθήκοντος δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να προοδεύσει πραγματικά από ηθική άποψη, δηλαδή να φτάσει στο σημείο, που λέγει ο χριστιανισμός, να αγαπά τον άλλον σαν τον εαυτό του, να θυσιάζεται γι’ αυτόν, να είναι ταπεινός και να θεωρεί τον εαυτό του ως τον χειρότερο όλων κλπ.

Η καντιανή ηθική είναι μια κοσμική ηθική, που έχει εξορίσει το Θεό από τον κόσμο του ανθρώπου. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι πρέπει να πιστεύει κανείς στον Θεό, γιατί αυτό είναι αίτημα του πρακτικού λόγου, εφόσον ο άνθρωπος ζητά να αμειφτεί ο ενάρετος για τις πράξεις του και να τιμωρηθεί ο κακός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να πιστεύει κανείς στον Θεό, για τον οποίο Θεό ισχυρίζεται ότι δεν επεμβαίνει στα ανθρώπινα πράγματα και δεν αναπτύσσει αληθινή σχέση με τον άνθρωπο. Τα θαύματα του Χριστού και οι παραβολές Του θα πρέπει να διαβάζονται σαν παραδείγματα με ηθική σημασία, να εξυψώνουν δηλαδή το καθήκον και να βοηθούν τους ανθρώπους να εμπεδώσουν την έννοια του νόμου, που το καθήκον και η κατηγορηματική προσταγή προσδιορίζουν.

Ο Καντ έδωσε ένα πλήρες σύστημα κοσμικής ηθικής και επηρέασε γενικά την νεωτερική σκέψη. Το επόμενο βήμα είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα, η απαξίωση δηλαδή από την φιλοσοφία, λ.χ. με την Αποδόμηση, του λόγου, η κατηγορία της νεωτερικής σκέψης για «λογοκεντρισμό» κλπ. Ο Καντ ζητούσε μια εύτακτη κοινωνία δίχως Θεό, έναν εγκόσμιο παράδεισο δίχως Θεό, και η μοντέρνα σκέψη κατεδάφισε αυτό το όραμα. Παρά τον θαυμασμό πολλών για το Καντ, δεν μπορώ να βρω σε τι πραγματικά βοήθησε να προοδεύσει η ανθρώπινη ηθικότητα.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (19)

Προλεγόμενα σε μία φιλοσοφική Χριστολογία.

Του Xavier Tilliette.
                                       IDEA CHRISTI

            2. Καντ.
              
  Το ιστορικό απόλυτο ή ο Θεός που έγινε άνθρωπος είναι η πιό ισχυρή διατύπωση, αλλά δέν είναι η μοναδική, τής Idea Christi. Αλλ' όμως η φιλοσοφία αισθάνεται μία απέχθεια σχεδόν αξεπέραστη να υποστατικοποιήσει το ιδανικό-την ιδέα-σε ενα πρόσωπο: είναι το σκάνδαλο, το Wahn, ο τετραγωνισμός τού κύκλου, το απίστευτο, η θυσία της νοήσεως. Και όμως καθαυτή η ιδέα έχει την σημασία της, δέχεται μία ερμηνεία η οποία δέν είναι μία πρόκληση στην νόηση, μία εγκατάλειψη στο παράλογο. Ο Γιάσπερς την ξαναχρησιμοποιεί σαν έναν κρυπτογραφικό κώδικα, πολύ διαθλαστικό, της υπερβατικότητος στην μοναδικότητα τής σχέσεως του με την ύπαρξη. Αλλά πιό πολύ απο όλους ο Κάντ, στην φιλοσοφία τής θρησκείας, εμβάθυνε την Idea Christi, την οριοθέτησε απο την ιστορία και την έθεσε σε σχέση με την Χριστιανική ηθική.
                Το αμόλυντο ιδανικό τής καθαρής νοήσεως είχε προστατευθεί με κάθε δυνατή σαφήνεια στην κριτική τού καθαρού λόγου, στην παράγραφο "περί του ιδανικού γενικώς":
                " ....Ο σοφός (των στωϊκών) είναι ένα ιδανικό, δηλαδή ένας άνθρωπος ο οποίος ζεί απλώς στην σκέψη, και είναι παρ'όλα αυτά και πλήρως ταιριαγμένος στην ιδέα της σοφίας. Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η ιδέα προσφέρει τον κανόνα, έτσι και το ιδανικό χρησιμεύει σ ' αυτή την περίπτωση σαν αρχέτυπο για τον ολοκληρωμένο προσδιορισμό του ζεύγους. Και εμείς δέν διαθέτουμε κανένα άλλο μέτρο τών πράξεών μας, παρά μόνον την συμπεριφορά αυτού του θεϊκού ανθρώπου μέσα μας, αναφορικά με τον οποίο εμείς συγκρινόμαστε και κρινόμαστε, και μέσω του οποίου γινόμαστε καλύτεροι, παρότι δέν μπορούμε ποτέ να τον φτάσουμε . Αυτά τα ιδανικά προσφέρουν περισσότερο ένα απαραίτητο κριτήριο στην νόηση, η οποία απαιτεί την έννοια για να αξιολογήσει και να μετρήσει βάσει αυτού, τον βαθμό και τα λάθη αυτού που είναι ατελές. Αλλά  η βούληση να πραγματοποιήσουμε το ιδανικό σ'ένα παράδειγμα, δηλαδή στο φαινόμενο-παρουσιάζοντας για παράδειγμα τον σοφό σ'ένα μυθιστόρημα-είναι μία αδύνατη προσπάθεια (Β 597-598).
                Ο Κάντ αναφέρεται στον στωϊκό σοφό, ένα μοντέλλο αρετής και αταραξίας, αλλά σκέπτεται τον Χριστό, τον "θεικό άνθρωπο". Όλο το κείμενο για την θρησκεία χωρίζεται ανάμεσα στην ανησυχία να διατηρηθεί άθικτη στην σφαίρα της η Idea Christi ή το ιδανικό, ο ιδεαλισμός, και στην φροντίδα να αναγνωρίσει πλήρως τον θεμελιωτή του Χριστιανισμού και τίς Χριστολογικές του συνέπειες. Εκτός αυτού, " Η θρησκεία μέσα στα όρια του καθαρού λόγου" είναι ένα περίεργο και απροσδόκητο έργο. Δέν έχει την δομή μιάς μεθοδικής κριτικής τής θετικής θρησκείας, στις διάφορες διαδρομές της, συγκρινόμενη με τον αδαμάντινο κανόνα της καθαρής ηθικής. Εκτυλίσσεται ταυτοχρόνως σε διαφορετικά επίπεδα: μία φιλοσοφία τής ιστορίας στηριγμένη στην στρατηγική των δύο μπαντιέρων, μία θεοδικεία, μία έκθεση της ηθικότητος σαν πυρήνος κάθε θρησκείας, μία κριτική, αυστηρή πολύ συχνά, τής θρησκευτικής θετικότητος, μία ερμηνευτική και μία επανάκτηση των θρησκευτικών περιεχομένων σαν βοηθημάτων τής ηθικότητος. Και ο Χριστιανισμός βεβαίως πιεσμένος στο κρεββάτι του προκρούστη, μίας ηθικής τού δέοντος δηλαδή και της εσωτερικότητος,  παρ'όλα αυτά δέν κρίνεται απορριπτέος απο την σύλληψη τής ιστορίας και την δογματική του. Η έκπληξη αυτού του γραπτού είναι πώς έχει διατηρήσει στο μεγαλύτερο μέρος της "το βρώμικο νερό", κάτι για το οποίο η πρόσφατη ερμηνεία του Κάντ είναι απολύτως πεπεισμένη.
                Η Χριστολογική επιχειρηματολογία στην οποία περιοριζόμαστε πορεύεται κατά μήκος δύο ξεχωριστών γραμμών οι οποίες δέν συναντώνται πολύ συχνά και πολύ εύκολα. Απο το ένα μέρος η Idea Christi, η οποία έχει την βάση της αποκλειστικά στην νόηση. Ο Κάντ το υπογραμμίζει συχνά : ιδέα προσωποποιημένη της Αγαθής Αρχής, ιδανικό του τέλειου ανθρώπου επανερμηνεία τού θρησκευτικού στοχασμού. Ο Λόγος κατήλθε απο τον ουρανό, ντύθηκε την ανθρωπότητα και χαμήλωσε μέχρι αυτής-η κένωση-μέχρι του σημείου να υποφέρει και να πεθάνει, δείχνοντας μ'αυτόν τον τρόπο ότι η πραγματοποίηση του Αγαθού απαιτεί όλες τις προσπάθειες και τις θυσίες. Μία ανάγνωση συμβολική λοιπόν, νοητική, η οποία αποχωρίζεται απο την ιστορική αναφορά. Απο το άλλο μέρος ο "Δάσκαλος τού Ευαγγελίου", ο σοφός ιδρυτής του Χριστιανισμού, ο ήρωας μίας ηθοπλαστικής ιστορίας : ο Ιησούς δέν ονομάζεται ποτέ σαν τέτοιος γιατί δέν του ταιριάζει το εγκώμιο. Εμφανίστηκε σε μία στιγμή τής ιστορίας και είναι ακριβώς το ιστορικό δεδομένο που πρέπει να υποδουλωθεί, όχι στην κρίση της ιστορίας, αλλά στο καθολικό κριτήριο της ηθικής. Και στις δύο περιπτώσεις βρίσκεται επί το έργον μία υπερβατική ανάπτυξη, αλλά δέν έχει τον ίδιο στόχο και την ίδια σημασία και στις δύο περιπτώσεις. Η Χριστολογία την οποία ονομάζει "αρχετυπική" ο Eugene Teselle, χρησιμοποιεί την γλώσσα τής αποκαλύψεως σαν φανταστικό σχόλιο, σαν αναλογία τής ηθικής, σαν λαμπρή και χαμένη παραβολή Αστρική.
                Απο τις ίδιες τις προϋποθέσεις τού βιβλίου, οι οποίες καθορίζουν ένα ιστορικό πλαίσιο, γίνεται φανερό ότι η Idea Christi δέν διαθέτει μία τέτοια καθολική φιγούρα και έναν ηθικό προορισμό. Αυτή όμως είναι μία ταμπέλα θρυμματισμένη! Η άλλη όψη η οποία αφορά την Χριτιανική Αποκάλυψη ώς πρός την σύστασή της και την ιστορία της αναπτύσσεται επίσης κάτω απο τον κανόνα του υπερβατικού, δηλαδή των συνθηκών τής δυνατότητος της εμπειρίας. Ο Χριστός και η Χριστολογία ελέγχονται διά της υποθέσεως. Η επιχειρηματολογία είναι πολύ πυκνή-και πιό λεπτή απο του Σανταγιάνα-και απαγωγική, παρά την αντιπάθεια του Κάντ, γι'αυτού του είδους τήν απόδειξη. Το γεγονός τής υποθέσεως ότι ένας τέτοιος θεϊκός άνθρωπος-το άκτιστο που γίνεται κτιστό-υπήρξε σε μία στιγμή του χρόνου, σε έναν συγκεκριμένο τόπο, και πραγματοποίησε μια ηθική επανάσταση στο ανθρώπινο γένος, πρέπει να δοκιμαστεί στην αυθεντικότητά του απο την σύγκρισή του με το ιδανικό το οποίο εξαρτάται μόνον απο τον καθαρό λόγο, την νόηση. Σαν αποτέλεσμα , στην διάρκεια αυτής της αποδείξεως, ο εμπειρικός Χριστός, ο οποίος εμπλέκεται εμφανώς στην διαπραγμάτευση καί υπονοείται, εκείνο που ανεδείχθη σαν κυρίως θέμα ήταν η Χριστολογία. Είναι φανερό ότι τον Χριστό μπορούμε να τον εξορίσουμε στα σοβαρά, αποδίδοντας του υπερφυσικές ιδιότητες, χωρίς αυτό να έχει σοβαρές συνέπειες στο Μοντέλο. Κρατώντας μόνον την ιστορική παρουσία, η οποία θα πρέπει να υπολογισθεί σαν μία προσθήκη τής υπερβατικής επαληθεύσεως. Αλλά ο πανηγυρικός τού Ευαγγελικού Δασκάλου, του μοντέλου τής ηθικής ανθρωπότητος, είναι τόσο ενθουσιώδης που θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε να πιστέψουμε σχεδόν ότι το Αρχέτυπο είχε ταυτισθεί μ'αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο, κάτι όμως που είναι αντιφατικό. Δέν έχει σημασία. Ο Χριστός του Ευαγγελίου είναι αξεπέραστος, όπως και το ιδανικό είναι άφθαστο. Έχουμε σχεδόν την εντύπωση ότι η ιστορική Χριστολογία καταλήγει στην υπερβατική Χριστολογία και οι ερμηνευτές οι οποίοι εκλογικεύουν την Χριστολογία του Κάντ, όπως ο Teselle και ιδιαιτέρως ο Horst Renz, δέν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την διδασκαλία της καθαρής ηθικής θρησκείας  και τον ιστορικά αξεπέραστο χαρακτήρα της φιγούρας του Ιησού.
                Παραμένει όμως κάτι διφορούμενο. Οι δύο γραμμές τείνουν να πλησιάσουν, αλλά δέν φτάνουν να συμπέσουν, όπως αξίωναν, την ομολογία της πίστεως (το κήρυγμα) και την στοχαστική Θεολογία. Ο Κάντ προσπάθησε να αντιμετωπίσει την δυσκολία και απαιτεί να έχει λύσει μία αντινομία η οποία δέν είναι τέτοια, και έτσι ικανοποιείται με μία μεταφορά της καθαρής ηθικής πίστεως στην καθαρή θρησκεία, η οποία τραβιέται έξω απο τις απαιτήσεις των δογμάτων και της ιστορίας!
                "Η ζωντανή πίστη στο μοντέλο της ανθρωπότητος τό οποίο ευχαριστεί και επιβεβαιώνει ο Θεός (η πίστη στον Υιό τού Θεού) αναφέρεται καθαυτή, σε μία ηθική ιδέα τής νοήσεως, καθότι αυτή η ιδέα μας χρησιμεύει όχι μόνον σαν κατευθυντήριος, αλλά και σαν κίνητρο και συνεπώς είναι αδιάφορο εάν εγώ ξεκινώ απο αυτή την πίστη, σαν νοησιαρχική πίστη ή απο την αρχή της καλής συμπεριφοράς. Αντιθέτως η πίστη σ'αυτό το ίδιο μοντέλο στον φαινομενικό κοσμο (η πίστη στον Άνθρωπο-Θεό) καθώς είναι πίστη εμπειρική (ιστορική), δέν ταυτίζεται με την αρχή τής καλής συμπεριφοράς...και θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό να ξεκινούσαμε απο αυτή την πίστη...θα εμφανιζόταν τότε μία αντίθεση ανάμεσα στις δύο θέσεις που εκφράσαμε. Όμως, στην φαινομενική φανέρωση του Ανθρώπου-Θεού, εκείνο το οποίο αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο τής εξαγιάζουσας πίστεως, δέν είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε απο αυτόν με τα αισθητήριά μας, ή αυτό που είναι δυνατόν να γίνει γνωστό με την εμπειρία, αλλά το ιδανικό μοντέλο το οποίο βρίσκεται στην νόησή μας και το οποίο εμείς καταθέτουμε πίσω απο αυτόν τον Άνθρωπο-Θεό (διότι, όσα μπορούμε να μάθουμε απο το παράδειγμα του, αυτά συμπίπτουν, συμμορφώνονται με αυτό το μοντέλο) και αυτή η πίστη είναι ταυτόσημη με την αρχή μίας συμπεριφοράς αποδεκτής απο τον Θεό".
                Δέν έχουμε λοιπόν εδώ δύο διαφορετικές μεταξύ τους αρχές, οι οποίες θα μπορούσαν να μας καθοδηγήσουν απο αντίθετους δρόμους, εφόσον ξεκινούσαμε απο τον έναν ή απο τον άλλον. Αλλά μόνον μία και μοναδική πρακτική ιδέα, η ίδια απο την οποία ξεκινούμε στήν μία περίπτωση, καθότι αυτή αντιπροσωπεύει το ιδανικό μοντέλλο όπως υπάρχει στον Θεό και προοδεύει απορρέει, απο τον Θεό, και στην άλλη καθότι αυτή το αναπαριστά σαν να υπάρχει μέσα μας. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, μία καί μοναδική πρακτική ιδέα, καθότι αυτή (η ιδέα) το αντιπροσωπεύει σαν τον κανόνα της συμπεριφοράς μας".
                Αλλά εάν η ιστορική πίστη τίθεται σαν συνθήκη τής μακαριότητος, τότε πράγματι, υπάρχει "σύγκρουση αξιωμάτων", η οποία δέν διορθώνεται απο την νόηση. Η υπερβατική Χριστολογία τού Κάντ, βρίσκεται φυλακισμένη ανάμεσα στις αλυσσίδες μίας ηθικής θρησκείας η οποία αναπαρίσταται ή σχηματοποιείται διαφορετικά, αλλά μοναδικής και μόνης. Δέν υπάρχει εκκρεμότης τής ηθικής αναφορικά με την ιστορική πίστη. Η ηθική διατηρεί το πρωτείο της. Υπάρχει αντιθέτως εκτεμότης τού ιστορικού στοιχείου καθότι είναι καθοριστικός παράγων της πίστεως. Παρ'όλα αυτά ο Κάντ δείχνει επίσης να μήν υποτιμά την θετική Αποκάλυψη και να κρατά την ισορροπία σε κάποιο επίπεδο, αρκεί να ξανατεθεί σε αμφισβήτηση το πρωτείο της εσωτερικότητος:
                "Παρ'όλα αυτά η αγαθή αρχή δέν κατήλθε βεβαίως απο τον ουρανό στην ανθρωπότητα, σε μία συγκεκριμένη εποχή, αλλά απο καταγωγής τού ανθρώπινου γένους, με αόρατο τρόπο...και είχε επιλέξει νόμιμα την πρώτη της κατοικία. Όταν λοιπόν εμφανίστηκε σ'έναν πραγματικό άνθρωπο σαν μοντέλλο όλων των άλλων, αυτός περιέρχεται στην κατοχή της".
                Η αξιοπρέπεια, ασύγκριτη στα σίγουρα, του Χριστού μετριέται απο την απόσταση, απο το αρχέτυπο στο παράδειγμα, απο το "υπερβατικό πρωτότυπο" στο μοντέλο. Ο Κάντ μαρτυρά ότι η ζωή του και ο θάνατός του (η ιστορική πίστη σταματά μπροστά στην Ανάσταση και την  Ανάληψη) υπήρξαν συμμορφωμένα με το άκτιστο τής ανθρωπότητος που είναι αρεστή στον Θεό και έχει σχέση με ένα πρόσωπο "ίσως υπεργήϊνης τάξεως" [εξωγήινος;] Αλλά ο Κάντ ξανακλείνει την μισάνοιχτη πόρτα του Είναι του Χριστού. Ο,τιδήποτε ανήκει στην Εκκλησιαστική πίστη είναι επανερμηνευμένο σύμφωνα με την εγγραφή τής νοησιαρχικής πίστης και της ηθικής προόδου, με πολλές επιρροές απο τον Λέσσινγκ. Παρ'όλα αυτά όμως δέν απορρίπτεται εντελώς και οι περιορισμοί που τέθηκαν στην ιστορική πίστη μπορούν να αποδοθούν στο πρόγραμμα μίας πίστης ηθικής καθότι είναι καθαρά τέτοια.
                Μερικά σπάνια σημεία δείχνουν επίσης και μία προοπτική λιγότερο περιοριστική : η αγία ιστορία τής ανθρωπότητητος, η οποία καταλήγει στον Θεό "τα πάντα εν πάσι" της "καθαρής θρησκευτικής πίστης" πρέπει να ελευθερωθεί ενεργητικά απο το απαραίτητο ακόμη μίγμα,... η ανάγκη να σκεφθούμε την φύση τού Θεού τουλάχιστον κάτω απο την ηθική αναφορά,... η ομολογία ενός αυθεντικού ιερού μυστηρίου, χωρίς πρόσβαση, του οποίου όμως η γνώση είναι χρήσιμη και αναπόφευκτη,... το μυστήριο της ιστορίας και του σχεδίου του Θεού. Δυστυχώς ο ρόλος του Χριστού σ'αυτές τις οριακές περιοχές τής ηθικότητος δέν είναι καθορισμένος, αντιθέτως δέ είναι ελαχιστοποιημένος.

Συνεχίζεται

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ; ΜΟΝΟ Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΣΩΖΕΙ; ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ; ΔΕΝ ΝΙΚΑΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ; 

Αμέθυστος.