Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hegel - Η ζωή του Ιησού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hegel - Η ζωή του Ιησού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Η ζωή του Ιησού (7) Του G. W. F Hegel

Συνέχεια από Παρασκευή 19. Δεκεμβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού 7

Του G. W. F Hegel, περιλαμβάνεται στη συλλογή: Τα νεανικά θεολογικά κείμενα

Σε σχέση με τους Φαρισαίους, οι οποίοι θεωρούν τον εαυτό τους απολύτως τέλειο και, εξαιτίας αυτής της αυτοϊκανοποίησης, περιφρονούν τους υπόλοιπους ανθρώπους, ο Ιησούς διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:

Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στον ναό για να προσευχηθούν· ο ένας ήταν Φαρισαίος, ο άλλος τελώνης. Η προσευχή του Φαρισαίου είχε ως εξής: «Σε ευχαριστώ, ω Θεέ, που δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι: ληστής, άδικος, μοιχός, ή όπως αυτός εδώ ο τελώνης· νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, παρακολουθώ τακτικά τη λατρεία και αποδίδω με ευσυνειδησία το δέκατό μου για τον ναό σου».

Ο τελώνης στεκόταν μακριά από αυτόν τον “άγιο”, δεν τολμούσε να υψώσει το βλέμμα του προς τον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του και ικέτευε: «Αχ, Θεέ μου, δείξε έλεος σε μένα τον αμαρτωλό!». Σας λέγω ότι αυτός επέστρεψε στο σπίτι του με αληθινότερη γαλήνη συνείδησης από εκείνον τον Φαρισαίο.

Ένας νεαρός, ευγενικής καταγωγής, πλησίασε τον Ιησού. «Καλέ διδάσκαλε», τον ρώτησε, «τι πρέπει να κάνω για να είμαι ενάρετος, για να αξιωθώ ενώπιον του Θεού τη μακαριότητα μετά από αυτή τη ζωή;». «Γιατί με αποκαλείς καλό;» απάντησε ο Ιησούς· «κανείς δεν είναι τέλειος παρά μόνον ο Θεός. Άλλωστε γνωρίζεις τις εντολές των διδασκάλων των ηθών σας: να μη μοιχεύσεις, να μη φονεύσεις, να μη ψευδομαρτυρήσεις, να τιμάς τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».

Ο νέος είπε τότε: «Όλες αυτές τις εντολές τις έχω τηρήσει από τα νιάτα μου». «Λοιπόν», είπε ο Ιησούς, «αν αισθάνεσαι ότι μπορείς να κάνεις κάτι ακόμη περισσότερο, χρησιμοποίησε τον πλούτο σου για τη στήριξη των φτωχών και για την προαγωγή της ηθικότητας, και γίνε σε αυτό βοηθός μου».

Ο νέος άκουσε αυτά τα λόγια με λύπη, διότι ήταν πολύ πλούσιος. Ο Ιησούς το πρόσεξε και είπε στους μαθητές του: «Πόσο σφιχτά μπορεί η αγάπη για τον πλούτο να τυλίξει τον άνθρωπο! Τι μεγάλο εμπόδιο αποτελεί για την αρετή!».

Τι μεγάλο εμπόδιο μπορεί να γίνει για την αρετή! Η αρετή απαιτεί αυτοθυσία· η αγάπη προς τον πλούτο απαιτεί διαρκώς νέα απόκτηση. Η πρώτη ζητά να περιορίζεται κανείς στον εαυτό του, η δεύτερη να επεκτείνεται, να μεγαλώνει αδιάκοπα εκείνο που αποκαλεί «αυστηρά δικό του».

Οι φίλοι του Ιησού τον ρώτησαν: «Πώς όμως μπορεί κανείς να ελπίζει ότι αυτή η ροπή της ανθρώπινης φύσης δεν καθιστά αδύνατη την αρετή;». Την αντίφαση αυτών των ροπών, απάντησε ο Ιησούς, την αίρει το γεγονός ότι ο Θεός έχει χαρίσει στη μία μια ιδιαίτερη, νομοθετική εξουσία, η οποία επιβάλλει το καθήκον να υπερισχύσει της άλλης, και της έχει συγχρόνως προσδώσει και τη δύναμη να το κατορθώσει.

Ο Πέτρος, ένας από τους φίλους του, αποκρίθηκε τότε: «Ξέρεις ότι εμείς τα αφήσαμε όλα, για να αφοσιωθούμε στη δική σου αγωγή και να αφιερωθούμε αποκλειστικά στην ηθική». Για όσα έχετε θυσιάσει, είπε ο Ιησούς, η απόκτηση της συνείδησης ότι ζήσατε μόνο για το καθήκον αποτελεί πλούσια ανταμοιβή σε αυτή τη ζωή και στην αιωνιότητα.

Ο Ιησούς είχε πλέον φθάσει, μαζί με τη συνοδεία του —που αποτελούνταν μόνο από τους δώδεκα εκλεκτούς φίλους του— στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, και τους έκανε γνωστές τις ζοφερές προαισθήσεις που είχε για τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν εκεί δεκτός και θα αντιμετωπιζόταν. Προαισθήσεις που βρίσκονταν σε έντονη αντίθεση με όσα οι μαθητές του περίμεναν από την άφιξή του και την παραμονή του στην Ιερουσαλήμ.

Ακόμη και αυτοί, που απολάμβαναν την καθημερινή συναναστροφή και τη διδασκαλία του Ιησού, διατηρούσαν στα ιουδαϊκά τους μυαλά την αισιόδοξη ελπίδα ότι ο Ιησούς θα εμφανιζόταν σύντομα δημόσια ως βασιλιάς, θα αποκαθιστούσε τη λάμψη του ιουδαϊκού κράτους και την ανεξαρτησία του από τους Ρωμαίους, και ότι θα τους αντάμειβε, ως φίλους και βοηθούς του, με δύναμη και τιμές για όσα είχαν έως τότε στερηθεί.

Αυτές τις ελπίδες δεν τις είχαν ακόμη αποβάλει· δεν είχαν ακόμη ιδιοποιηθεί το πνευματικό νόημα της Βασιλείας του Θεού ως κυριαρχίας των νόμων της αρετής ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι, η μητέρα του Ιωάννη και του Ιακώβου πλησίασε τον Ιησού, έπεσε στα πόδια του και, όταν εκείνος τη ρώτησε τι επιθυμεί, του απηύθυνε —καθώς πίστευε ότι πλησίαζε η πραγμάτωση των ελπίδων τους— το εξής αίτημα: «Όταν, λοιπόν, εγκαθιδρύσεις τη βασιλεία σου, ύψωσε τους γιους μου στο αμέσως επόμενο αξίωμα μετά από σένα».

Ο Ιησούς τους απάντησε: «Δεν γνωρίζετε τι ζητάτε. Είστε έτοιμοι να ζήσετε για το καθήκον που αναλάβατε, για τη βελτίωση των ανθρώπων, και να μοιραστείτε τη μοίρα μου, όποια κι αν είναι αυτή που με περιμένει;».

Εκείνοι απάντησαν —πιθανότατα με την ελπίδα ότι η μοίρα αυτή δεν θα ήταν παρά λαμπρή—: «Ναι, είμαστε έτοιμοι».
«Λοιπόν», είπε ο Ιησούς, «εκπληρώστε το καθήκον σας και υποταχθείτε ήρεμα στη μοίρα σας· μη περιμένετε όμως να δείτε να εκπληρώνονται οι ελπίδες που εκδηλώσατε με το αίτημά σας. Μόνον η καθαρότητα της διάθεσής σας, η οποία είναι φανερή ενώπιον της Θεότητας και όχι ενώπιόν μου, μπορεί να καθορίσει την αξία που έχετε στα μάτια του Θεού».

Οι υπόλοιποι φίλοι του Ιησού εξοργίστηκαν πολύ με το αίτημα των δύο αδελφών. Τότε ο Ιησούς τους έδωσε την εξής οδηγία:
«Γνωρίζετε ότι η φιλαρχία είναι ένα πολύ δελεαστικό και πολύ διαδεδομένο πάθος ανάμεσα στους ανθρώπους· εκδηλώνεται τόσο στους μεγάλους όσο και στους περιορισμένους κύκλους της ζωής. Από τη δική σας κοινότητα ας είναι εξορισμένη. Θέστε την τιμή σας στο να είστε μεταξύ σας ευπρόσδεκτοι, να υπηρετείτε ο ένας τον άλλον· όπως και ο σκοπός της ζωής μου δεν ήταν ποτέ να εξουσιάζω τους άλλους, αλλά να υπηρετώ την ανθρωπότητα και να θυσιάζω για χάρη της την ίδια μου τη ζωή».

Σε σχέση με αυτές τις προσδοκίες των συνοδών του Ιησού —ότι η φιλία του θα τους εξασφάλιζε, από εύνοια προς αυτούς, μια λαμπρή συμμετοχή στην επικείμενη περίοδο της δύναμής του— ο Ιησούς τους δίδαξε τη διαφορά της αξίας των ανθρώπων με την ακόλουθη παραβολή:

«Ένας άρχοντας ταξίδεψε κάποτε σε μια μακρινή χώρα για να αναλάβει τη διακυβέρνησή της· πριν αναχωρήσει από εκείνη της οποίας ήδη ήταν κυβερνήτης, εμπιστεύθηκε στους δούλους του δέκα μνες, για να τις αξιοποιήσουν και να αποφέρουν κέρδος. Οι πολίτες έστειλαν πίσω του μια πρεσβεία, για να του δηλώσουν ότι δεν τον αναγνωρίζουν πλέον ως άρχοντά τους. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος, όταν επέστρεψε, διεκδίκησε τον θρόνο και ζήτησε από τους δούλους του λογαριασμό για τη χρήση των χρημάτων που τους είχε αφήσει.

Ο πρώτος είπε: “Με τη μνα που μου εμπιστεύθηκες, κέρδισα δέκα”.
“Εύγε”, απάντησε ο άρχοντας, “στάθηκες καλός διαχειριστής σε λίγα· θα σε θέσω επικεφαλής πολλών: σου αναθέτω τη διοίκηση δέκα πόλεων”.

Ο άλλος είχε κερδίσει πέντε μνες με τη δική του· και σε αυτόν ο άρχοντας ανέθεσε τη διοίκηση πέντε πόλεων.

Ένας τρίτος είπε: “Σου επιστρέφω τη μνα σου ακέραιη· τη φύλαξα προσεκτικά· φοβήθηκα να τη διακινδυνεύσω, γιατί είσαι αυστηρός κύριος: παίρνεις ό,τι δεν κατέθεσες και θερίζεις ό,τι δεν έσπειρες”.
“Η ίδια σου η δικαιολογία σε καταδικάζει”, απάντησε ο άρχοντας. “Αφού ήξερες ότι είμαι αυστηρός άνθρωπος και θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα, γιατί δεν έδωσες τα χρήματά μου στους αργυραμοιβούς, ώστε να τα πάρω πίσω με τόκο;”.

“Χάνεις, λοιπόν, το χρήμα σου· και ας δοθεί σε εκείνον που κέρδισε δέκα”.

Οι άλλοι δούλοι παραξενεύτηκαν που εκείνος που είχε ήδη δέκα μνες θα έπαιρνε και αυτήν· αλλά ο άρχοντας τους είπε:
“Σε εκείνον που χρησιμοποίησε σωστά ό,τι του εμπιστεύτηκαν, θα δοθεί ακόμη περισσότερα· ενώ όποιος έκανε κακή ή και καθόλου χρήση αυτού που του δόθηκε, καθίσταται ανάξιος ακόμη και για ό,τι είχε λάβει. Και φέρτε ενώπιόν μου εκείνους που αρνήθηκαν την υπακοή τους, για να τιμωρηθούν”».

Όπως αυτός ο άρχοντας, έτσι και ο Θεός κρίνει την αξία των ανθρώπων σύμφωνα με την πιστή χρήση των δυνάμεων που τους έχει χαρίσει και με την υπακοή τους στους ηθικούς νόμους κάτω από τους οποίους ζουν.

Και εδώ πάλι (ο Ιησούς βρισκόταν τότε στην Ιεριχώ, περίπου έξι ώρες δρόμο από την Ιερουσαλήμ) οι Φαρισαίοι έδειξαν τη δυσαρέσκειά τους για το ότι ο Ιησούς κατέλυσε στο σπίτι ενός τελώνη· το όνομά του ήταν Ζακχαίος. Για να δει τον Ιησού —στον οποίο δεν μπορούσε να πλησιάσει εξαιτίας του πλήθους και επειδή ήταν μικρόσωμος— ο Ζακχαίος ανέβηκε σε ένα δέντρο· και έμεινε έκπληκτος από την τιμή που του έγινε, όταν ο Ιησούς επέλεξε το σπίτι του για να αναπαυθεί. Καθώς μπορούσε να φανταστεί ποια εντύπωση θα είχε ο Ιησούς για τον χαρακτήρα του εξαιτίας του μέχρι τότε αξιώματός του, και ένιωθε ότι θα του παρουσιαζόταν υπό δυσμενές φως, έκανε γνωστή στον Ιησού τη μεταστροφή της μέχρι τότε νοοτροπίας του και του είπε: «Από την περιουσία που απέκτησα, δίνω τη μισή στους φτωχούς· και όποιον αδίκησα, του αποδίδω τετραπλάσια την αποζημίωση». Ο Ιησούς εξέφρασε την ευαρέσκειά του για αυτή την επιστροφή στη δικαιοσύνη και δήλωσε ότι ο σκοπός της παρουσίας του στη γη είναι να οδηγεί τους ανθρώπους σε αυτόν τον δρόμο.

Η εορτή του Πάσχα πλησίαζε ξανά, και οι περισσότεροι Ιουδαίοι είχαν ήδη συγκεντρωθεί στην Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς παρέμεινε ακόμη λίγες ημέρες στα περίχωρα της πόλης, σε μια κώμη που ονομαζόταν Εφραίμ, και ιδίως στη Βηθανία. Σε ένα δείπνο που του παρατέθηκε εκεί, παρευρέθηκε και μια γυναίκα, η Μαρία, φίλη του Ιησού· άλειψε τα πόδια του με πολύτιμο βάλσαμο και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Ένας από τους αποστόλους του Ιησού, ο Ιούδας, που διαχειριζόταν τα χρήματα της ομάδας, παρατήρησε σχετικά ότι θα ήταν προτιμότερο να πουληθεί αυτό το μύρο και τα χρήματα να δοθούν στους φτωχούς. Ο Ιούδας ήλπιζε ότι έτσι τα χρήματα θα περνούσαν στο πουγκί του και ότι, κατά τη διανομή τους στους φτωχούς, δεν θα παραμελούσε τον εαυτό του. Ο Ιησούς όμως τον επέπληξε, λέγοντας ότι δεν θα είχε πληγώσει την καρδιά της Μαρίας με την επίκρισή του, αν είχε αναγνωρίσει στην πράξη της την έκφραση της φιλίας της —παρόμοια με εκείνη με την οποία δείχνει κανείς την αγάπη του προς τους νεκρούς μέσω του ενταφιασμού. Για τη δήθεν φιλανθρωπία προς τους φτωχούς, πρόσθεσε, θα έχει πάντοτε άλλες ευκαιρίες να την επιδείξει.

Στο μεταξύ, το Μέγα Συνέδριο της Ιερουσαλήμ, το οποίο ανέμενε ότι ο Ιησούς —όπως κάθε Ιουδαίος— θα ερχόταν στη γιορτή, είχε αποφασίσει να τον συλλάβει με την ευκαιρία αυτή και να επιδιώξει την καταδίκη του σε θάνατο· είχε όμως αποφασιστεί να αναβληθεί αυτό μέχρι μετά τη γιορτή, επειδή φοβούνταν μήπως οι συμπατριώτες του που βρίσκονταν τότε εκεί, οι Γαλιλαίοι, επιχειρήσουν να τον απελευθερώσουν. Γι’ αυτό ορίστηκε από το Συνέδριο να τους ειδοποιήσουν αμέσως μόλις ο Ιησούς εμφανιστεί στον Ναό· και εκείνοι που είχαν λάβει αυτή την εντολή βρέθηκαν σε αμηχανία τις πρώτες ημέρες της εορτής, επειδή δεν έβλεπαν τον Ιησού πουθενά.

Έξι ημέρες μετά από εκείνη την απόφαση, ο Ιησούς κατευθύνθηκε ο ίδιος προς την Ιερουσαλήμ· και όταν αντίκρισε την πόλη, δάκρυα γέμισαν τα μάτια του. «Αχ», είπε, «αν καταλάβαινες κι εσύ τι θα υπηρετούσε το καλό σου! Τώρα όμως σου είναι κρυμμένο· διότι η υπερηφάνειά σας, η πείσμων προσκόλλησή σας στις προκαταλήψεις σας, η μισαλλοδοξία σας, θα εξαγριώσουν τους εχθρούς σας εναντίον σας· και αυτοί θα σας πολιορκήσουν και θα σας στενέψουν από παντού, έως ότου το κράτος σας, το πολίτευμά σας —το αντικείμενο της υπερηφάνειάς σας— καταστραφεί, και εσείς θα θαφτείτε κάτω από τα ερείπιά του, χωρίς το αίσθημα, χωρίς τη δόξα ότι πεθάνατε υπερασπιζόμενοι μια δίκαιη και μεγάλη υπόθεση».

Ο Ιησούς εισήλθε καβάλα σε ένα γαϊδουράκι, κατά το έθιμο των Ανατολιτών· πλήθος λαού που τον γνώριζε βγήκε να τον προϋπαντήσει και τον συνόδευσε, κρατώντας κλαδιά φοινίκων στα χέρια, και με επευφημίες εισήλθε στην πόλη.

Ο Ιησούς δεν έμεινε τη νύχτα στην Ιερουσαλήμ, αλλά στη Βηθανία· το πρωί όμως επέστρεψε εκεί, εμφανίστηκε δημόσια στον Ναό και δίδασκε. Οι εχθροί του επιδίωκαν, με παγιδευτικές ερωτήσεις, να τον παρασύρουν σε κάποιο σφάλμα, αφενός για να βρουν αφορμή να τον κατηγορήσουν, αφετέρου για να τον καταστήσουν μισητό στο πλήθος· γι’ αυτό και δεν ήταν ήσυχοι, ιδίως επειδή η μεγάλη προσέλευση του κόσμου κατά την είσοδό του στην πόλη είχε αυξήσει ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες τους.

Έτσι, κάποτε, ενώ καθόταν στον Ναό μπροστά σε πλήθος ακροατών, τον ρώτησαν με ποια εξουσία ασκεί αυτό το έργο και διδάσκει δημόσια. Ο Ιησούς είπε: «Αφήστε με να σας κάνω μια ερώτηση. Τα κίνητρα του Ιωάννη για τη δημόσια διδασκαλία του ήταν ζήλος για την αλήθεια και την αρετή, ή είχε ιδιοτελείς σκοπούς;». Εκείνοι που τον ρώτησαν συλλογίστηκαν: αν απαντήσουμε το πρώτο, ο Ιησούς θα μας ρωτήσει γιατί τότε δεν τον ακούσαμε· αν απαντήσουμε το δεύτερο, θα στρέψουμε τον λαό εναντίον μας. Έτσι απάντησαν ότι δεν γνωρίζουν. «Τότε», είπε ο Ιησούς, «ούτε εγώ μπορώ να σας απαντήσω στο ερώτημά σας».

«Κρίνετε όμως αυτό», συνέχισε. «Ένας άνθρωπος είχε δύο γιους. Είπε στον έναν να πάει σήμερα στο αμπέλι και να εργαστεί· εκείνος απάντησε ότι δεν θα πάει, αλλά αργότερα μετανόησε και πήγε. Την ίδια εντολή έδωσε ο πατέρας και στον δεύτερο, ο οποίος έδειξε αμέσως προθυμία και υποσχέθηκε να πάει, αλλά τελικά δεν πήγε. Ποιος από τους δύο υπάκουσε στον πατέρα;». Εκείνοι απάντησαν: «Ο πρώτος». «Έτσι ακριβώς», είπε ο Ιησούς, «συμβαίνει και ανάμεσά σας· άνθρωποι που γενικά ζούσαν μέσα στην ηθική διαφθορά άκουσαν, στην πρόσκληση του Ιωάννη, τη φωνή της αρετής και σας ξεπερνούν σε αγαθή διάθεση εσάς που έχετε πάντοτε το όνομα του Θεού στο στόμα και προσποιείστε ότι ζείτε αποκλειστικά για την υπηρεσία του».

Ο Ιησούς τους παρουσίασε και μια άλλη ιστορία: «Ένας άνθρωπος φύτεψε έναν μεγάλο αμπελώνα, τον περιέφραξε με τοίχους, τον οχύρωσε και τον παρέδωσε σε αμπελουργούς για καλλιέργεια, και έφυγε. Την εποχή του τρύγου έστειλε ανθρώπους για να εισπράξουν τον καρπό του αμπελώνα. Οι αμπελουργοί όμως τους κακομεταχειρίστηκαν με κάθε τρόπο· το ίδιο έκαναν και με τους δεύτερους που έστειλε ο κύριος του κτήματος. Ελπίζοντας ότι θα δείξουν σεβασμό προς τον γιο του, τους έστειλε τέλος εκείνον. Αλλά οι αμπελουργοί σκέφτηκαν ότι αυτός είναι ο κληρονόμος και ότι, με τον θάνατό του, θα αποκτήσουν την πλήρη κυριότητα του κτήματος· έτσι και αυτόν τον φόνευσαν. Τι θα κάνει λοιπόν ο κύριος του αμπελώνα;» ρώτησε ο Ιησούς τους παρευρισκομένους. Εκείνοι είπαν: «Θα τιμωρήσει αυστηρά τους αμπελουργούς, όπως τους αξίζει, και θα δώσει τον αμπελώνα σε άλλους, από τους οποίους θα λαμβάνει κανονικά τους καρπούς».

«Έτσι», είπε ο Ιησούς, «οι Ιουδαίοι είχαν την τύχη να αποκτήσουν νωρίτερα από πολλά άλλα έθνη πιο άξιες αντιλήψεις για τη θεότητα και για το τι απαιτεί το θέλημά της από τους ανθρώπους· όμως δεν παράγετε τους καρπούς που καθιστούν τον άνθρωπο ευάρεστο στα μάτια του Θεού. Γι’ αυτό είναι μάταιη πλάνη να νομίζετε ότι, μόνο χάρη σε αυτό το προνόμιο, είστε οι εκλεκτοί της θεότητας, και είναι έγκλημα να κακομεταχειρίζεστε ανθρώπους που το αισθάνονται και σας το λένε: ότι υπάρχει κάτι ανώτερο, το οποίο προσδίδει στον άνθρωπο την αληθινή του αξία».

Τα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου, που είχαν προκαλέσει αυτή την επίπληξη εναντίον τους, θα είχαν αμέσως απλώσει τα χέρια τους επάνω στον Ιησού, αν τολμούσαν λόγω του λαού.

Μερικοί Έλληνες Ιουδαίοι, που είχαν επίσης έρθει για τη γιορτή, επιθυμούσαν να μιλήσουν με τον Ιησού και γι’ αυτό απευθύνθηκαν σε μερικούς από τους φίλους του, ζητώντας —όπως φαίνεται— να τους εξασφαλίσουν μια ιδιωτική συνάντηση μαζί του. Ο Ιησούς έδειξε, όπως φαίνεται, μικρή διάθεση γι’ αυτό, επειδή σκεφτόταν ότι έφερναν μαζί τους τις συνηθισμένες ιουδαϊκές μεσσιανικές αντιλήψεις και ότι ήθελαν να του συστηθούν εκ των προτέρων ως στον μελλοντικό βασιλιά και άρχοντα των Ιουδαίων. Σε σχέση με αυτό, είπε τότε στους μαθητές του:

«Αυτοί οι άνθρωποι πλανώνται, αν μου αποδίδουν τη φιλοδοξία να αναδειχθώ σε έναν Μεσσία όπως εκείνον που προσδοκούν· αν πιστεύουν ότι απαιτώ να με υπηρετούν ή ότι κολακεύομαι όταν προσφέρονται να αυξήσουν τη συνοδεία μου. Αν υπακούουν στον ιερό νόμο της λογικής τους, τότε είμαστε αδελφοί, τότε ανήκουμε στην ίδια κοινότητα. Αν θεωρούν την εξουσία και τη δόξα ως τον σκοπό μου, τότε είτε παρεξηγούν την υψηλή αποστολή του ανθρώπου είτε πιστεύουν ότι την παρεξηγώ εγώ.

Όπως ένας σπόρος που τοποθετείται στη γη πρέπει πρώτα να “πεθάνει” για να αναβλύσει από μέσα του το φύτρο και να γίνει στάχυ, έτσι κι εγώ δεν επιθυμώ να ζήσω για να δω τους καρπούς εκείνου που υπήρξε ο σκοπός της εργασίας μου· και το πνεύμα μου, μέσα στο περίβλημα αυτού του σώματος, δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον προορισμό του. Για να διατηρήσω αυτή τη ζωή, θα έπρεπε να γίνω άπιστος προς εκείνο που αναγνωρίζω ως καθήκον;

Βλέπω με λύπη προς τα πού κατευθύνονται τα σχέδια των αρχόντων αυτού του λαού· θέλουν να μου αφαιρέσουν τη ζωή. Αλλά μήπως γι’ αυτό πρέπει να εύχομαι ή να παρακαλώ τον Θεό: “Πατέρα, λύτρωσέ με από αυτόν τον κίνδυνο”; Όχι. Η προσπάθειά μου να καλέσω τους ανθρώπους στον αληθινό δρόμο της λατρείας του Θεού, στην αρετή, με έφερε σε αυτή τη θέση, και είμαι έτοιμος να υποταχθώ σε κάθε συνέπεια που μπορεί να προκύψει από αυτήν.

Μήπως αυτό έρχεται και πάλι σε αντίθεση με τις προσδοκίες σας, ότι ο Μεσσίας στον οποίο ελπίζετε δεν πρέπει να πεθάνει; Είναι άραγε για εσάς η ζωή καθαυτή τόσο μεγάλο αγαθό και ο θάνατος τόσο φοβερός, ώστε να μη μπορείτε να τους συνταιριάξετε με έναν άνθρωπο που θα άξιζε τον σεβασμό σας; Κι όμως, ζητώ εγώ σεβασμό για το πρόσωπό μου; ή πίστη σε μένα; ή μήπως θέλω να σας επιβάλω ως δική μου επινόηση ένα μέτρο για να εκτιμάτε και να κρίνετε τους ανθρώπους; Όχι. Σεβασμό προς τον ίδιο σας τον εαυτό, πίστη στον ιερό νόμο της λογικής σας και προσοχή στον εσωτερικό κριτή που βρίσκεται στο στήθος σας, στη συνείδηση —ένα μέτρο που είναι και μέτρο της ίδιας της Θεότητας— αυτό ήθελα να αφυπνίσω μέσα σας».

Συνεχίζεται

ΠΩΣ ΛΕΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ; Ο ΘΕΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΕΚΕΝΩΣΕΝ ΕΑΥΤΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΑ ΔΙΔΑΞΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ.
 ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΦΑΡΜΟΣΕ ΤΗΝ ΚΕΝΩΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ. ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΤΗΚΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ, ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ 68.

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού (6) Του G. W. F Hegel

 Συνέχεια από  Σάββατο 6. Δεκεμβρίου 2025

                                                     Ο ταπεινός Hegel ή  ΕΓΕΛΟΣ Ο ΑΓΕΛΟΣ
Η ζωή του Ιησού 6


Του G. W. F Hegel, περιλαμβάνεται στη συλλογή: Τα νεανικά θεολογικά κείμενα

Διηγήθηκαν στον Ιησού ένα γεγονός που είχε συμβεί εκείνον τον καιρό. Ο Πιλάτος, ο ανθύπατος της Ιουδαίας, είχε δηλαδή —κανείς δεν γνωρίζει για ποιον λόγο— διατάξει να θανατωθούν μερικοί Γαλιλαίοι την ώρα που τελούσαν θυσίες. Γνωρίζοντας τον τρόπο σκέψης των μαθητών του, οι οποίοι και άλλη φορά, όταν είχαν συναντήσει έναν εκ γενετής τυφλό, είχαν βγάλει βιαστικά το συμπέρασμα ότι είτε ο ίδιος ο τυφλός είτε οι γονείς του θα πρέπει να ήταν μεγάλοι εγκληματίες, ο Ιησούς βρήκε αφορμή να τους υπενθυμίσει τα εξής:

«Μήπως σκέφτεστε ότι αυτοί οι Γαλιλαίοι ήταν οι χειρότεροι από τον λαό τους, επειδή τους βρήκε αυτό το πεπρωμένο; Ή εκείνοι οι οκτώ ή δέκα που πρόσφατα σκοτώθηκαν από την πτώση του πύργου στη Σιλωάμ ήταν τάχα οι πιο διεφθαρμένοι ανάμεσα στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ; Όχι· το να κρίνετε άκαρδα ανθρώπους στους οποίους συνέβη μια τέτοια συμφορά δεν είναι ο σωστός τρόπος να βλέπετε τέτοια γεγονότα. Αντίθετα, ταραγμένοι από την ασφάλεια με την οποία παραδίνεστε στην αυτάρεσκή σας ηρεμία, πρέπει να στραφείτε μέσα σας και να αναρωτηθείτε ειλικρινά αν δεν αξίζετε κι εσείς ένα τέτοιο πεπρωμένο.

Ακούστε την ακόλουθη ιστορία: Ο ιδιοκτήτης ενός αμπελώνα είχε φυτέψει μέσα σ’ αυτόν και μια συκιά· όσες φορές κι αν ερχόταν για να κόψει καρπούς, δεν έβρισκε κανέναν. Γι’ αυτό είπε στον κηπουρό: “Τρία χρόνια τώρα έρχομαι μάταια σ’ αυτό το δέντρο· κόψ’ το, για να χρησιμοποιηθεί καλύτερα ο τόπος που πιάνει.” Ο κηπουρός του απάντησε: “Άφησέ το ακόμη· θα σκαλίσω το χώμα γύρω του και θα του βάλω λίπασμα· ίσως έτσι καταφέρω να του αποσπάσω καρπούς· αν όχι, τότε θα το κόψω.” Έτσι συχνά το άξιο πεπρωμένο καθυστερεί, δίνοντας στον ένοχο χρόνο να μετανοήσει, και στον απρόσεκτο να γνωρίσει ανώτερους σκοπούς. Αν αδιάφορα αφήσει να περάσει αυτή η προθεσμία, τότε τον προφταίνει το πεπρωμένο του και τον βρίσκει η τιμωρητική ανταπόδοση.

Εν τω μεταξύ ο Ιησούς συνέχισε την πορεία του προς την Ιερουσαλήμ, προχωρώντας ολοένα και περισσότερο, και σταματούσε εδώ κι εκεί, όπου έβρισκε ευκαιρία να διδάξει στους ανθρώπους καλές διδαχές. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού του τέθηκε και το ερώτημα αν είναι λίγοι εκείνοι που φτάνουν στη σωτηρία. Ο Ιησούς απάντησε: “Ας αγωνίζεται ο καθένας για τον εαυτό του να βρει τον στενό δρόμο του καλού βίου· πολλοί προσπαθούν, αλλά τον χάνουν. Όταν ο οικοδεσπότης κλείσει κάποτε την πόρτα του σπιτιού του κι εσείς σταθείτε απ’ έξω, χτυπώντας και φωνάζοντας να σας ανοίξει, εκείνος θα σας απαντήσει: ‘Δεν σας γνωρίζω.’ Κι αν τότε του πείτε ότι κάποτε φάγατε και ήπιατε μαζί του και ήσασταν ακροατές του, θα σας επαναλάβει: ‘Ναι, φάγατε και ήπιατε μαζί μου και με ακούσατε να διδάσκω· αλλά γίνατε άνθρωποι της κακίας· δεν σας αναγνωρίζω ως φίλους μου — φύγετε από εδώ.’ Έτσι πολλοί από την ανατολή και τη δύση, από το μεσημέρι και τα μεσάνυχτα, που λάτρευαν τον Δία ή τον Βράχμα ή τον Βόδαν, θα βρουν έλεος μπροστά στον κριτή του κόσμου, ενώ από εκείνους που, υπερήφανοι για τη γνώση του Θεού, ατίμασαν αυτήν τη γνώση με τη ζωή τους και φαντάστηκαν ότι είναι οι πρώτοι, πολλοί θα απορριφθούν —»

Μερικοί Φαρισαίοι προειδοποίησαν τον Ιησού —αν από καλή ή από κάποια άλλη πρόθεση, δεν είναι γνωστό— να εγκαταλείψει την περιοχή του Ηρώδη, επειδή εκείνος επιβουλευόταν τη ζωή του. Η απάντηση του Ιησού ήταν ότι οι πράξεις του ήταν τέτοιας φύσεως ώστε δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να προκαλέσουν ανησυχία στον Ηρώδη· και επιπλέον, θα ήταν ενάντια σε κάθε κανόνα αν η Ιερουσαλήμ —ο συνήθης τόπος του θανάτου τόσων διδασκάλων, που προσπάθησαν να θεραπεύσουν τον ιουδαϊκό λαό από την πείσμονη προσκόλλησή του στις προκαταλήψεις του και από την τύφλωση με την οποία, χάριν αυτών, παραμέριζε κάθε κανόνα ηθικής και φρόνησης— δεν ήταν και ο τόπος όπου θα τον έβρισκε ένα τέτοιο πεπρωμένο.

Έφαγε πάλι σε σπίτι Φαρισαίου· εκεί παρατήρησε σε μερικούς μια επιμέλεια να διαλέγουν τις ανώτερες θέσεις, τις οποίες πίστευαν ότι όφειλαν να καταλάβουν σύμφωνα με την κοινωνική τους τάξη, και έκανε τη σκέψη ότι το να σπρώχνεται κανείς προς τις υψηλές θέσεις μπορεί συχνά να γίνει αιτία αμηχανίας· διότι αν έρθει κάποιος ακόμη πιο επιφανής, τότε θα πρέπει, με ντροπή, να δεχθεί να παραχωρήσει τη θέση του και να την ανταλλάξει με μια κατώτερη· αντίθετα, εκείνος που κάθισε χαμηλά και καλείται από τον οικοδεσπότη να προχωρήσει πιο μπροστά, αποκομίζει μεγαλύτερη τιμή. Γενικά, όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, ενώ ο ταπεινός θα υψωθεί.

Προς τον οικοδεσπότη παρατήρησε ότι, εκτός από τη φιλοξενία που συνίσταται στο να προσκαλεί κανείς συγγενείς ή φίλους ή πλούσιους γείτονες σε γεύμα —μια απόδειξη φιλίας που συνήθως ανταποδίδεται με αντίστοιχες προσκλήσεις— υπάρχει και μια άλλη, ευγενέστερη γενναιοδωρία: να τρέφει κανείς φτωχούς, αρρώστους ή άλλους δυστυχείς, που δεν μπορούν να ανταποδώσουν την ευεργεσία παρά μόνο με τις ανυπόκριτες εκδηλώσεις της ευγνωμοσύνης τους και με το αίσθημα της ανακούφισης της λύπης τους, καθώς και με τη συνείδηση που σου δίνουν τέτοιες πράξεις, ότι έριξες βάλσαμο στις πληγές του δυστυχισμένου και έπραξες καλό στην αθλιότητα.


«Μακάριος», αναφώνησε ένας από τους συνδαιτυμόνες, «όποιος ανήκει σε αυτόν τον αριθμό, όποιος είναι πολίτης της βασιλείας του Θεού!»
Ο Ιησούς διευκρίνισε αυτήν την έννοια της βασιλείας του Θεού με την εικόνα ενός άρχοντα, που θέλησε να γιορτάσει τον γάμο του γιου του με ένα μεγάλο συμπόσιο και προσκάλεσε πολλούς καλεσμένους. Την ημέρα της γιορτής έστειλε τους δούλους του στους προσκεκλημένους για να τους παρακαλέσουν να έρθουν, γιατί το γεύμα τους περίμενε. Ο ένας όμως ζήτησε να δικαιολογηθεί λέγοντας ότι δεν μπορούσε να έρθει, επειδή είχε αγοράσει χωράφια που έπρεπε να επιθεωρήσει· ο δεύτερος, επειδή είχε αγοράσει πέντε ζεύγη βοδιών και έπρεπε να τα εξετάσει· ένας τρίτος δικαιολόγησε την απουσία του με τον πρόσφατο γάμο του. Άλλοι μάλιστα μεταχειρίστηκαν τους δούλους με περιφρόνηση, έτσι ώστε από τους προσκεκλημένους να μη φανεί κανείς.

Ο άρχοντας, αγανακτισμένος γι’ αυτό, διέταξε τους δούλους του, αφού το συμπόσιο ήταν ήδη έτοιμο, να πάνε στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης και να καλέσουν τους φτωχούς, τους τυφλούς, τους χωλούς και κάθε είδους αναπήρους. Οι δούλοι το έκαναν· αλλά επειδή υπήρχε ακόμη χώρος, ο κύριος έστειλε ξανά τους δούλους να αναζητήσουν στους επαρχιακούς δρόμους και στα φράγματα και να φέρουν όποιους έβρισκαν, ώστε να γεμίσει το σπίτι.

Έτσι συμβαίνει και με τη βασιλεία του Θεού: για πολλούς, μικρότεροι σκοποί είναι σημαντικότεροι από τον ανώτερο προορισμό τους· πολλοί, τοποθετημένοι από τη φύση ή από την τύχη σε ευρύτερο κύκλο δράσης, παραμελούν ανεύθυνα την ευκαιρία να επιτελέσουν πολύ καλό· και συχνά η εντιμότητα εξορίζεται σε ταπεινές καλύβες ή αφήνεται σε περιορισμένα χαρίσματα. Η ικανότητα της αυτοθυσίας είναι κύρια ιδιότητα ενός πολίτη της βασιλείας του αγαθού· όποιος, ως γιος ή ως αδελφός, ως σύζυγος ή ως πατέρας, θεωρεί την ευδαιμονία και τη ζωή του πολυτιμότερες από την αρετή, δεν είναι κατάλληλος γι’ αυτήν: ούτε για να εργαστεί ο ίδιος προς την τελείωση, ούτε για να οδηγήσει άλλους προς αυτήν.


Ιδίως όποιος θέλει να εργαστεί για τους άλλους, ας εξετάσει πρώτα καλά τις δυνάμεις του, αν είναι σε θέση να φέρει το έργο εις πέρας· όπως ένας άνθρωπος που αρχίζει να χτίζει ένα σπίτι αλλά αναγκάζεται να το αφήσει ημιτελές, επειδή δεν υπολόγισε εκ των προτέρων το συνολικό κόστος και γίνεται περίγελως των ανθρώπων· ή όπως ένας άρχοντας που εξετάζει πρώτα τη δύναμή του πριν εμπλακεί με έναν άλλον που τον απειλεί με πόλεμο και, αν διαπιστώσει ότι δεν του είναι ισόπαλος, επιδιώκει ειρήνη· έτσι ας εξετάζει τον εαυτό του καθένας που θέλει να αφιερωθεί στη βελτίωση του ανθρώπου, αν θα είναι ικανός, σε αυτόν τον αγώνα, να απαρνηθεί όλα όσα άλλοτε του ασκούσαν γοητεία.

Και εδώ πάλι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν, όταν είδαν ότι ανάμεσα στους ακροατές του Ιησού βρίσκονταν τελώνες και άνθρωποι κακής φήμης, και ότι εκείνος δεν τους απομάκρυνε από κοντά του. Ο Ιησούς είπε σχετικά:

«Αν ένα πρόβατο από το κοπάδι ενός ποιμένα χαθεί, δεν είναι χαρά γι’ αυτόν όταν το ξαναβρεί; Ή αν μια γυναίκα χάσει ένα νόμισμα, δεν το αναζητεί με φροντίδα, και όταν το βρει, δεν είναι η χαρά της για το νόμισμα που βρέθηκε μεγαλύτερη απ’ ό,τι για εκείνα που δεν χάθηκαν; Δεν είναι άραγε κι αυτό μια χαρά για τους αγαθούς ανθρώπους, να βλέπουν έναν πλανημένο να επιστρέφει στην αρετή;

Θέλω να σας διηγηθώ μια ιστορία: Ένας άνθρωπος είχε δύο γιους. Ύστερα από την παράκληση του νεότερου να του δώσει το μερίδιό του από την κληρονομιά, ο πατέρας μοίρασε την περιουσία του ανάμεσα στους γιους. Ο νεότερος, μετά από λίγες ημέρες, μάζεψε τα πράγματά του και, για να μπορεί να τα απολαύσει ανεμπόδιστα σύμφωνα με το γούστο του, ταξίδεψε σε μια μακρινή χώρα και εκεί κατασπατάλησε όλη του την περιουσία σε έκλυτη ζωή. Ήδη είχε περιέλθει σε ένδεια, όταν αυτή επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο από έναν μεγάλο λιμό, και έτσι η ανάγκη του έφτασε στο έσχατο σημείο. Τελικά βρήκε καταφύγιο κοντά σε έναν άνθρωπο, που τον έστειλε στα χωράφια να βόσκει χοίρους, και έπρεπε να μοιράζεται μαζί τους τους βελανιδόκαρπους.

Η θλιβερή του μοίρα τού θύμισε ξανά το σπίτι του πατέρα του. “Πόσο καλύτερα”, είπε μέσα του, “ζουν οι ημερομίσθιοι του πατέρα μου, που ποτέ δεν στερούνται ψωμί, απ’ ό,τι εγώ εδώ, που με κατατρώει η πείνα! Θα επιστρέψω στον πατέρα μου και θα του ομολογήσω: Αχ, πατέρα! αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα· δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου· δέξου με μόνο ως έναν από τους ημερομίσθιούς σου.” Πραγματοποίησε αυτή τη σκέψη· ο πατέρας του τον είδε από μακριά να έρχεται, έτρεξε προς το μέρος του, έπεσε στον λαιμό του και τον φίλησε. “Αχ, τα σφάλματά μου”, είπε ο άτυχος μετανοημένος, “με καθιστούν ανάξιο, πατέρα μου, να ονομάζομαι ακόμη γιος σου.” Ο πατέρας όμως διέταξε τους δούλους του να φέρουν το καλύτερο ένδυμα και να του φορέσουν υποδήματα· και: “Σφάξτε το παχυνμένο μοσχάρι· ας χαρούμε όλοι, γιατί ο γιος μου, που για μένα ήταν νεκρός, επέστρεψε στη ζωή· ήταν χαμένος και βρέθηκε ξανά.”

Στο μεταξύ ο μεγαλύτερος γιος γύριζε από το χωράφι· καθώς πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε τη δυνατή χαρά και ρώτησε τι συνέβαινε. Όταν ένας δούλος τού το εξήγησε, αγανάκτησε και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι. Ο πατέρας βγήκε έξω και προσπάθησε να τον μεταπείσει· ο γιος όμως δεν ήθελε να ακούσει τίποτε: “Τόσα χρόνια είμαι κοντά σου, εργάζομαι για σένα, υπακούω σε όλα στο θέλημά σου, και ποτέ δεν μου πρόσφερες την ευκαιρία να χαρώ με τους φίλους μου· κι αυτός ο γιος, που σπατάλησε την περιουσία του με άσωτες γυναίκες, έρχεται, και του κάνεις γιορτές!”

“Γιε μου”, είπε ο πατέρας, “εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και δεν σου λείπει τίποτε· όλα όσα είναι δικά μου είναι και δικά σου. Έπρεπε όμως να χαρείς και να ευφρανθείς, γιατί ο αδελφός σου, που ήταν χαμένος, ξαναβρήκε τον εαυτό του· εκείνος που τον είχαμε εγκαταλείψει, ανέκαμψε ξανά.”

Με κάποια άλλη αφορμή —η οποία όμως μας είναι άγνωστη— ο Ιησούς διηγήθηκε στους φίλους του την ακόλουθη ιστορία:

Ένας πλούσιος άνθρωπος είχε έναν διαχειριστή. Αυτός κατηγορήθηκε ενώπιόν του ως σπάταλος της περιουσίας που του είχε εμπιστευθεί· ο κύριος τον κάλεσε και του είπε: «Τι ακούω για σένα; Δώσε μου λογαριασμό της διαχείρισής σου, γιατί δεν μπορείς πλέον να κρατήσεις το αξίωμά σου». Εκείνος σκέφτηκε τότε τι να κάνει· το αξίωμά του το χάνει, για χειρωνακτική εργασία δεν έχει τη δύναμη, και να ζητιανέψει ντρέπεται. Τελικά του ήρθε στο νου ένα μέσο για να βγει από τη δύσκολη θέση: να κάνει φίλους τους οφειλέτες του κυρίου του, ώστε, αν χρειαστεί να εγκαταλείψει τη θέση του, να τον δεχθούν στα σπίτια τους. Κάλεσε λοιπόν τον έναν μετά τον άλλον· στον πρώτο, που όφειλε εκατό τόνους λαδιού, έβαλε να γραφτεί νέο χρεόγραφο, στο οποίο το χρέος αναφερόταν μόνο σε πενήντα τόνους· σε άλλον μείωσε το χρέος από εκατό μόδια σιταριού σε ογδόντα· και το ίδιο έκανε και με τους υπόλοιπους.

Ο κύριος, όταν το έμαθε αργότερα, αναγκάστηκε τουλάχιστον να δώσει στον άπιστο διαχειριστή τη μαρτυρία της φρόνησης, στην οποία οι κακοί άνθρωποι συνήθως υπερέχουν των αγαθών, αφού η φρόνηση των πρώτων δεν έχει συνείδηση να θυσιάζει την εντιμότητα.

Από αυτή την ιστορία παίρνω για εσάς τη συμβουλή ότι η φρόνησή σας στη χρήση των χρημάτων που τυχόν έχετε πρέπει να συνίσταται στο να αποκτάτε με αυτά φίλους ανάμεσα στους ανθρώπους, ιδίως ανάμεσα στους δυστυχείς — όχι όμως, όπως εκείνος ο διαχειριστής, σε βάρος της δικαιοσύνης. Διότι όποιος είναι άπιστος στα μικρά, θα είναι ακόμη περισσότερο και στα μεγάλα· κι αν δεν μπορείτε να είστε τίμιοι σε χρηματικές υποθέσεις, πώς θα είστε δεκτικοί στα ανώτερα συμφέροντα της ανθρωπότητας; Αν προσκολλάστε τόσο σε κάτι που θα έπρεπε να το θεωρείτε ξένο προς εσάς, ώστε για χάρη του να λησμονείτε την αρετή, τι μεγάλο θα μπορούσε ακόμη να αναμένει κανείς από εσάς; Το να θέτει κανείς ως ύψιστο σκοπό της ζωής του είτε το ίδιον συμφέρον είτε την υπηρεσία της αρετής είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα.

Μερικοί Φαρισαίοι, που τα άκουγαν αυτά και αγαπούσαν πολύ το χρήμα, χλεύασαν το γεγονός ότι ο Ιησούς υποτιμούσε τόσο πολύ την αξία του πλούτου. Ο Ιησούς στράφηκε προς αυτούς και τους είπε: «Εσείς επιδιώκετε μόνο να δίνετε στους ανθρώπους την εντύπωση της αγιότητας, όμως ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας. Εκείνο που για τη σαρκική κρίση φαίνεται μεγάλο και αξιοσέβαστο, χάνεται μέσα στο μηδέν του μπροστά στη θεότητα».

Κάποτε υπήρχε ένας πλούσιος άνθρωπος, που ντυνόταν με πορφύρα και μετάξι και ζούσε καθημερινά μέσα στη χλιδή. Μπροστά στην πόρτα του καθόταν συχνά ένας φτωχός, ονομαζόμενος Λάζαρος, του οποίου το άρρωστο σώμα ήταν γεμάτο πληγές· κανείς δεν του έδινε ανακούφιση, παρά μόνο τα σκυλιά, που με το γλείψιμό τους απάλυναν τον πόνο του. Συχνά θα ήθελε να χορτάσει την πείνα του έστω και με τα περισσεύματα από το τραπέζι του πλούσιου.

Ο φτωχός πέθανε και πλέον κατοικούσε στα λιβάδια των μακαρίων. Λίγο αργότερα πέθανε και ο πλούσιος και ενταφιάστηκε με μεγαλοπρέπεια. Όμως η μοίρα του φτωχού δεν ήταν η δική του μοίρα· όταν ύψωσε τα μάτια του και είδε τον Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ, φώναξε δυνατά: «Αχ, πατέρα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρο, για να μου προσφέρει στην οδύνη μου έστω και μια σταγόνα ανακούφισης, όπως δροσίζεται ένας πυρετικός με μια σταγόνα νερού!» Ο Αβραάμ απάντησε: «Θυμήσου, παιδί μου, ότι εσύ απόλαυσες τα αγαθά σου σε εκείνη τη ζωή, ενώ ο Λάζαρος υπέφερε· αυτός τώρα παρηγορείται, κι εσύ υποφέρεις». «Τότε σε παρακαλώ μόνο αυτό, πατέρα», είπε ο δυστυχής, «στείλε τον στο πατρικό μου σπίτι· έχω ακόμη πέντε αδελφούς, για να τους διδάξει με το παράδειγμά μου και να τους προειδοποιήσει, ώστε να μη заслужήσουν κι αυτοί μια τέτοια μοίρα. Έχουν στη διάθεσή τους τον νόμο της λογικής τους και τις διδασκαλίες αγαθών ανθρώπων· ας τα ακούσουν». «Αυτό δεν τους αρκεί», είπε ο δυστυχισμένος· «αν όμως τους εμφανιζόταν ένας νεκρός από τον τάφο του, τότε ίσως να μετανοούσαν…»

«Στον άνθρωπο», απάντησε ο Αβραάμ, «έχει δοθεί ο νόμος της λογικής του· ούτε από τον ουρανό ούτε από τον τάφο μπορεί να του έρθει άλλη διδασκαλία, διότι μια τέτοια θα ήταν εντελώς αντίθετη προς το πνεύμα εκείνου του νόμου, ο οποίος απαιτεί μια ελεύθερη υποταγή, όχι εξαναγκασμένη από τον φόβο».

Με κάποια άλλη, επίσης άγνωστη σε εμάς, αφορμή, οι φίλοι του Ιησού του απηύθυναν την παράδοξη παράκληση να ενισχύσει το θάρρος και τη σταθερότητά τους. Ο Ιησούς τους απάντησε: «Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η σκέψη του καθήκοντός σας και του μεγάλου σκοπού του προορισμού που έχει τεθεί στον άνθρωπο· έτσι δεν θα πιστεύετε ποτέ ότι φτάσατε στο τέλος της εργασίας σας και ότι δικαιούστε πλέον να απολαύσετε. Όταν ένας δούλος επιστρέφει από το χωράφι, ο κύριός του δεν θα του πει: πήγαινε τώρα και ευφράνσου· αλλά: ετοίμασέ μου το φαγητό και υπηρέτησέ με, και ύστερα μπορείς κι εσύ να φας. Και αφού ο δούλος το κάνει αυτό, δεν θα νομίσει ότι ο κύριος του οφείλει ευχαριστία. Έτσι κι εσείς, όταν πράξατε όσα οφείλατε, μη λέτε: κάναμε κάτι παραπάνω, ο καιρός της εργασίας πέρασε και πρέπει τώρα να έρθει ο καιρός της απόλαυσης· αλλά: δεν κάναμε τίποτε άλλο παρά το καθήκον μας».

Κάποτε άλλοι Φαρισαίοι, που δεν μπορούσαν να αποβάλουν τη σαρκική τους αντίληψη για τη βασιλεία του Θεού, ρώτησαν τον Ιησού —ο οποίος συχνά χρησιμοποιούσε αυτή την έννοια— πότε θα ερχόταν η βασιλεία του Θεού. Ο Ιησούς τους απάντησε: «Η βασιλεία του Θεού δεν εμφανίζεται με πομπή ούτε με εξωτερικές χειρονομίες· δεν μπορεί κανείς να πει: δες, εδώ είναι ή εκεί είναι· διότι ιδού, η βασιλεία του Θεού πρέπει να οικοδομηθεί μέσα σας».

Στη συνέχεια στράφηκε προς τους μαθητές του: «Κι εσείς θα επιθυμήσετε συχνά να δείτε τη βασιλεία του Θεού να εγκαθίσταται επάνω στη γη· συχνά θα σας λένε: εδώ ή εκεί υπάρχει μια τέτοια ευτυχισμένη αδελφοσύνη ανθρώπων που ζουν σύμφωνα με την αρετή· μην ακολουθείτε τέτοιες απατηλές εικόνες. Μην ελπίζετε να δείτε τη βασιλεία του Θεού σε μια εξωτερική, λαμπρή ένωση ανθρώπων, είτε με τη μορφή ενός κράτους είτε μιας κοινωνίας, είτε υπό τους δημόσιους νόμους μιας εκκλησίας. Αντί για έναν τέτοιο ήρεμο και λαμπρό κατάσταση, η δίωξη θα είναι συχνά η μοίρα των αληθινών πολιτών της βασιλείας του Θεού, των ενάρετων — και μάλιστα συχνά από εκείνους που, όπως οι Ιουδαίοι, ως μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας, θεωρούν ότι κατέχουν κάτι σπουδαίο. Από δύο ανθρώπους που ομολογούν την ίδια πίστη και ανήκουν στην ίδια εκκλησία, ο ένας μπορεί να είναι ενάρετος και ο άλλος απορριπτέος. Μην προσκολλάστε λοιπόν στην εξωτερική μορφή· μην αφήνετε την πεποίθηση ότι εκπληρώσατε το καθήκον σας με την ακριβή τήρησή της να σας βυθίζει σε νωθρή αδράνεια — όπου βρίσκουν εύκολα τον λογαριασμό τους η αγάπη για τη ζωή και για τις απολαύσεις της· διότι όποιος δεν είναι ικανός να τα θυσιάσει αυτά για χάρη του καθήκοντος, καθίσταται έτσι ανάξιος και των ίδιων.

Ούτε πρέπει να σας εγκαταλείπει η σταθερότητα, όταν βλέπετε ότι οι ελπίδες σας να επιτύχετε καλό με τον αγώνα σας δεν πραγματοποιούνται για πολύ καιρό· ώστε, κουρασμένοι, να αποφασίσετε με κακή διάθεση να παρασυρθείτε από το γενικό ρεύμα της διαφθοράς. Όπως συχνά ένας διάδικος δεν βρίσκει το δίκιο του χάρη στη δικαιοσύνη του δικαστή, αλλά επειδή εκείνος θέλει απλώς να απαλλαγεί από τις επίμονες παρακλήσεις του· έτσι κι εσείς θα επιτύχετε πολύ καλό με τη σταθερότητά σας. Και τότε —όταν έχετε συλλάβει με όλη σας την ψυχή το μέγεθος του σκοπού που θέτει το καθήκον— ο αγώνας σας, όπως και αυτός ο σκοπός, θα ανήκει στην αιωνιότητα και δεν θα εξαντληθεί ποτέ, είτε δείτε σε αυτή τη ζωή καρπούς να ωριμάζουν είτε όχι».

Σε σχέση με τους Φαρισαίους, που θεωρούσαν τον εαυτό τους τόσο τέλειο και, εξαιτίας αυτής της αυτοϊκανοποίησης, περιφρονούσαν τους υπόλοιπους ανθρώπους, ο Ιησούς διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία: «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στον ναό για να προσευχηθούν· ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Η προσευχή του Φαρισαίου ήταν η εξής: “Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, ληστής, άδικος, μοιχός ή όπως αυτός εδώ ο τελώνης· νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, παρακολουθώ τακτικά τη λατρεία και αποδίδω ευσυνείδητα το δέκατο για τον ναό σου”. Ο τελώνης στεκόταν μακριά από αυτόν τον ‘άγιο’, δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του προς τον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του και ικέτευε: “Αχ, Θεέ μου, δείξε έλεος σε μένα τον αμαρτωλό!” Σας λέγω: αυτός γύρισε στο σπίτι του με αληθινότερη γαλήνη συνείδησης από εκείνον τον Φαρισαίο».

Συνεχίζεται

ΓιανναράςΗ ερμηνευτική πρόταση της εκκλησιαστικής εμπειρίας βλέπει στα Χριστούγεννα απτή (ιστορικά σαρκωμένη) την ελευθερία της ύπαρξης του Θεού από κάθε αναγκαιότητα προκαθορισμού που θα προϋπέθετε η θεία φύση ή ουσία του. Είναι Θεός, αλλά είναι και υπαρκτικά ελεύθερος από τη θεότητά του, ελεύθερος να υπάρξει «κενωτικά» και ως άνθρωπος – στην ενανθρώπισή του ψηλαφείται ο θρίαμβος της υπαρκτικής ελευθερίας του προσώπου του έναντι της φύσης του. Αντίστοιχα, η εκ νεκρών ανάσταση του Χριστού είναι η απτή ελευθερία του από τους υπαρκτικούς περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που προσέλαβε"

Η ζωή τού Ιησού τού Hegel  μάς αφηγείται τήν ελευθερία τού θεού από κάθε αναγκαιότητα προκαθορισμού. Ο Θεός υπαρκτικά ελεύθερος από τή θεότητά του αλλά καί ελεύθερος νά υπάρξει κενωτικά καί ώς άνθρωπος. Αποτέλεσμα ο μεγαλύτερος θεολόγος, στήν ομάδα τών μεγαλύτερων θεολόγων, Φλωρόφσκι, Ζηζιούλα, Ρωμανίδη καί τώρα Λουδοβίκου, απομυθοποίησε κενωτικά τό Ευαγγέλιο τών μαθητών καί τήν ψηλάφισή του συγκέντρωσε σέ ένα μικρό τόμο γραμμένο στήν απαράμιλλη γλώσα του καί τόν παρέδωσε στόν Βαρθολομαίο γιά τά δέοντα.


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΞΙΣΩΣΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ... ΔΕΝ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΘΗΚΕ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΡΟΝΤΕΣ.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού (5) Του G. W. F Hegel

Συνέχεια από Δευτέρα  24 Νοεμβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού 5

Του G. W. F Hegel, περιλαμβάνεται στη συλλογή: Τα νεανικά θεολογικά κείμενα

Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η καθαρή, για κάθε καί από κάθε περιορισμό ανίκανη (ανεπίδεκτη), Λογική, είναι η ίδια η Θεότητα. Σύμφωνα με τη Λογική, λοιπόν, έχει διαμορφωθεί το σχέδιο του κόσμου εν γένει· η Λογική είναι εκείνη που διδάσκει στον άνθρωπο τον προορισμό του, τον απόλυτο σκοπό της ζωής του· συχνά βεβαίως έχει συσκοτιστεί, όμως ποτέ δεν έχει εντελώς σβήσει· ακόμη και μέσα στο σκοτάδι πάντοτε διατηρήθηκε μια αμυδρή της ανταύγεια.

Ανάμεσα στους Ιουδαίους ήταν ο Ιωάννης εκείνος που υπενθύμισε στους ανθρώπους αυτήν την αξία τους — αξία που δεν έπρεπε να τους είναι ξένη, αλλά να την αναζητήσουν μέσα τους, στο αληθινό τους εγώ· όχι στην καταγωγή, όχι στην επιθυμία για ευτυχία, όχι στο να είναι υπηρέτες ενός άνδρα πολύ σεβαστού, αλλά στην καλλιέργεια της θείας σπίθας που τους έχει δοθεί· αυτής που τους δίνει τη μαρτυρία ότι, με έναν ανώτερο τρόπο, κατάγονται από τη Θεότητα την ίδια.

Η καλλιέργεια της Λογικής είναι η μόνη πηγή της αλήθειας και της γαλήνης· και ο Ιωάννης δεν ισχυριζόταν ότι την κατείχε αποκλειστικά ή ότι ήταν σπάνια, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να την αναπτύξουν μέσα τους.


Μετά από μακρύτερη παραμονή στην Ιερουσαλήμ από ό,τι συνήθιζε ο Ιησούς (διότι έμεινε από τη Γιορτή της Σκηνοπηγίας έως τη Γιορτή των Εγκαινίων του Ναού τον Δεκέμβριο*), επέστρεψε ο Ιησούς —και μάλιστα για τελευταία φορά— στην περιοχή που ήταν ο συνηθισμένος τόπος της ζωής του, στη Γαλιλαία. Κατά τον καιρό της παραμονής του εκεί φαίνεται πως δεν δίδασκε πια μπροστά σε μεγάλο πλήθος, όπως πριν, αλλά ασχολήθηκε κυρίως με τη μόρφωση των μαθητών του.

Στην Καπερναούμ του ζήτησαν τον ετήσιο φόρο για το συμφέρον του Ναού. «Τι νομίζεις, Πέτρε;» είπε σε αυτόν, όταν μπήκε μαζί του στο σπίτι. «Οι βασιλιάδες της γης από ποιους εισπράττουν φόρους; Από τους γιους τους ή από άλλους;» «Από άλλους», είπε ο Πέτρος. «Άρα λοιπόν οι γιοι είναι ελεύθεροι», ανταπέδωσε ο Ιησούς, «κι εμείς, που λατρεύουμε τον Θεό με τον αληθινό, πνευματικό τρόπο της λέξης, δεν θα ήμασταν υποχρεωμένοι να συμβάλουμε στη διατήρηση ενός ναού, του οποίου δεν έχουμε ανάγκη για να υπηρετήσουμε τον Θεό, αφού επιδιώκουμε να το κάνουμε αυτό με έναν καλό τρόπο ζωής. Όμως, για να μην πάρουν αφορμή για σκανδαλισμό, και για να μη δείξουμε περιφρόνηση προς εκείνο που τους είναι τόσο ιερό, πλήρωσε για μας».

Μεταξύ των μαθητών του Ιησού προέκυψε έριδα σχετικά με τον βαθμό ανωτερότητας που ανήκε στον καθένα, ιδιαίτερα στη Βασιλεία του Θεού, όταν κάποτε θα φανερωνόταν, αφού ακόμη συνέδεαν με αυτήν πολύ αισθησιακές ιδέες και δεν είχαν ακόμη απαλλαγεί εντελώς από την ιουδαϊκή αντίληψη περί μιας κοσμικής βασιλείας· ούτε είχαν σχηματίσει καθαρά την ιδέα της Βασιλείας του Θεού ως μιας βασιλείας του αγαθού, όπου κυβερνούν μόνο ο λόγος και ο νόμος.

Ο Ιησούς άκουσε με λύπη αυτή την έριδα, έπειτα κάλεσε ένα παιδί και τους είπε: «Αν δεν αλλάξετε και δεν επιστρέψετε στην αθωότητα, στην απλότητα και στην έλλειψη αξιώσεων που έχει αυτό το παιδί, δεν είστε πραγματικά πολίτες της Βασιλείας του Θεού. Όποιος νιώθει πως μπορεί να υψώνεται υπεράνω των άλλων, ακόμη και ενός τέτοιου παιδιού, και πιστεύει ότι μπορεί να το αντιμετωπίζει αδιάφορα, είναι ανάξιος. Όποιος όμως προσβάλλει την αγιότητα της αθωότητας και πληγώνει την καθαρότητά της, γι’ αυτόν θα ήταν καλύτερα να του κρεμούσαν έναν μυλόπετρα στον λαιμό και να τον καταπόντιζαν στη θάλασσα.

Στον κόσμο βέβαια ποτέ δεν θα λείψουν τά προσκόμματα απέναντι σε μια καθαρή διάθεση, αλλά αλλοίμονο στον άνθρωπο που τα προκαλεί! Προσέχετε καλά να μην περιφρονείτε κανέναν — και λιγότερο απ’ όλους την απλότητα της καρδιάς· είναι το πιο τρυφερό, το πιο ευγενικό άνθος της ανθρωπότητας — το καθαρότερο είδωλο της θεότητας· αυτή και μόνο δίνει έναν, και μάλιστα τον υψηλότερο, βαθμό αξίας. Σε αυτήν την απλότητα αξίζει να θυσιάσετε ό,τι είναι οι πιο αγαπητές σας κλίσεις, κάθε κίνηση ματαιοδοξίας ή φιλοδοξίας, ή ψεύτικης ντροπής, όλες τις σκέψεις περί συμφέροντος ή ωφέλειας· αν επιδιώκετε αυτήν, αν ξέρετε να εκτιμάτε την αξιοπρέπεια στην οποία είναι προορισμένος κάθε άνθρωπος και για την οποία είναι ικανός· και αν τελικά σκεφθείτε ότι δεν μπορούν σε όλα τα δέντρα να φυτρώνουν τα ίδια φλοιώματα, αλλά ότι όποιος, σε ό,τι αφορά τα αναγκαία της ανθρωπότητας, δεν είναι εναντίον σας, αλλά κατά τα άλλα — σε αδιάφορα πράγματα — έχει άλλες συνήθειες, άλλους τρόπους, αυτός είναι με το μέρος σας, τότε καμία ζήλια, καμία υπεροψία προς τους άλλους δεν θα σας κυριεύσει.

Κι όπου πιστεύετε πραγματικά πως κάτι έχει χαθεί, εκεί να κοπιάζετε όχι για να το περιφρονήσετε, αλλά για να το διορθώσετε, να οδηγήσετε τον άνθρωπο στον δρόμο της αρετής. Τι νομίζετε; Δεν θα διασχίσει ο ποιμένας τα βουνά, αν από τα εκατό πρόβατα ένα χαθεί, για να αναζητήσει αυτό που πλανήθηκε; Και όταν έχει την τύχη να το βρει, η χαρά του γι’ αυτό θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη για τα ενενήντα εννέα που δεν πλανήθηκαν».

Αν όμως ένας άνθρωπος αμαρτήσει εναντίον σου, προσπάθησε να το τακτοποιήσεις μεταξύ αυτού και εσένα, φέρ’ τον σε εξήγηση και συνεννοήσου μαζί του. Αν σε ακούσει, τότε είναι δικό σου σφάλμα αν δεν μπορέσεις να συμφιλιωθείς μαζί του· αν όμως δεν σε ακούσει, τότε πάρε μαζί σου έναν ή δύο ακόμη, για να αρθεί η παρανόηση· κι αν ούτε αυτό πετύχει, τότε υποβάλετε τη διαφορά σας στην κρίση περισσότερων διαιτητών. Αν και τότε δεν σας δώσει το χέρι για συμφιλίωση, κι εσύ από τη δική σου πλευρά έχεις κάνει ό,τι μπορούσες, τότε απόφυγέ τον και μην έχεις πλέον τίποτε να κάνεις μαζί του.

Προσβολές και αδικίες που οι άνθρωποι συγχωρούν ο ένας στον άλλον και αποκαθιστούν μεταξύ τους, είναι συγχωρημένες και στον ουρανό. Όταν βρίσκεστε έτσι μαζί, με το πνεύμα της αγάπης και της συμφιλίωσης, τότε βρίσκεται ανάμεσά σας το πνεύμα με το οποίο θα ήθελα να σας ζωογονώ.

Από αυτά ο Πέτρος ρώτησε τον Ιησού: «Πόσες φορές πρέπει να συγχωρώ έναν άνθρωπο που με προσβάλλει ή μου κάνει άδικο; Ως και 7 φορές;»
«Νομίζεις πως αυτό είναι πολύ;» αποκρίθηκε ο Ιησούς. «Σου λέω: έως εβδομήντα φορές επτά». Ακούστε μια ιστορία:

Ένας ηγεμόνας θέλησε να κάνει λογαριασμό με τους υπηρέτες του· σε έναν βρήκε χρέος 10.000 ταλάντων. Επειδή αυτός δεν είχε το ποσό, τον διέταξε να πουλήσει ό,τι είχε ως ιδιοκτησία του, ακόμη και τη γυναίκα και τα παιδιά του ως δούλους, και να πληρώσει. Ο υπηρέτης έπεσε στα πόδια του, ικέτευσε για υπομονή και προθεσμία, υποσχόμενος ότι θα πληρώσει τα πάντα. Ο κύριος αισθάνθηκε συμπόνια για την κατάστασή του, και του χάρισε ολόκληρο το χρέος.

Όταν αυτός ο υπηρέτης έφυγε από τον κύριό του, συνάντησε έναν συνασκηνό του, ο οποίος του χρωστούσε 100 δηνάρια (ποσό που, σε σύγκριση με το προηγούμενο, είναι σαν 1 προς πάνω από ένα εκατομμύριο). Τον άρπαξε και αξίωσε με ορμή την πληρωμή του χρέους· δεν άκουσε τις ικεσίες του άλλου για υπομονή, αλλά τον έβαλε στη φυλακή μέχρι να εξοφληθεί όλο το ποσό. Οι άλλοι υπηρέτες, που είδαν αυτό το γεγονός, λυπήθηκαν βαθύτατα με αυτή τη μεταχείριση και το ανέφεραν στον ηγεμόνα. Εκείνος κάλεσε τον σκληρό άνθρωπο και του είπε:

«Σκληρόκαρδε! Στις παρακλήσεις σου σου χάρισα το μεγάλο σου χρέος — δεν έπρεπε κι εσύ να ελεήσει τον άλλον, όπως εγώ είχα συμπόνια για σένα;» Και διέταξε να τον ρίξουν στη φυλακή, ώστε να μείνει εκεί ώσπου να πληρώσει τα πάντα.

Σ’ αυτή την εικόνα βλέπετε ότι η συμφιλιωτική διάθεση είναι γνώρισμα μιας καθαρής ψυχής, η οποία και μόνη γίνεται από τη θεία αγιότητα δεκτή ως πλήρης εκπλήρωση, παρά τις συχνές ελλείψεις της πράξης· είναι η μοναδική προϋπόθεση κάτω από την οποία μπορείτε να ελπίζετε ότι από την αιώνια Δικαιοσύνη θα λάβετε απαλλαγή από την τιμωρία που άξιζε ο προηγούμενος τρόπος ζωής σας — την προϋπόθεση να γίνετε άλλοι άνθρωποι μέσω αλλαγής φρονήματος.

Ο Ιησούς αποφάσισε ξανά να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να πάρει τον δρόμο μέσω Σαμάρειας, στέλνοντας κάποιους από την συνοδεία του μπροστά για να ετοιμάσουν τα αναγκαία σε ένα χωριό. Όμως οι Σαμαρείτες, όταν είδαν την πρόθεσή τους να ταξιδέψουν στα Ιεροσόλυμα για το Πάσχα, δεν θέλησαν να τους προσφέρουν φιλοξενία, ή ακόμη και τους αρνήθηκαν τη διέλευση. Μερικοί συνοδοιπόροι του Ιησού είχαν την ιδέα να ζητήσουν από τον ουρανό να καταστρέψει με τους κεραυνούς του εκείνο το χωριό. Ο Ιησούς στράφηκε δυσαρεστημένος προς αυτούς:

«Είναι αυτό το πνεύμα που σας ζωοποιεί; Το πνεύμα εκδίκησης; Που, αν είχε στη διάθεσή του τις δυνάμεις της φύσης, θα τις χρησιμοποιούσε για να ανταποδώσει με καταστροφή μια αφιλόξενη συμπεριφορά; Το να οικοδομήσετε τη βασιλεία του Αγαθού, όχι να καταστρέφετε, ας είναι ο σκοπός σας!» Έπειτα γύρισαν πάλι πίσω.

Στον δρόμο παρουσιάστηκε ένας νομικός που προσφέρθηκε να γίνει μόνιμος συνοδός του Ιησού. Ο Ιησούς τού είπε: «Μα συλλογίσου: οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πουλιά της στέπας έχουν φωλιές, αλλά εγώ δεν έχω μέρος να ονομάσω δικό μου, όπου να γείρω το κεφάλι μου».

Ο Ιησούς πήρε τώρα έναν άλλο, λίγο μακρύτερο δρόμο για την Ιερουσαλήμ, στέλνοντας πάντοτε δύο από τους συνοδούς του μπροστά, για να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για την άφιξή του — διότι η συνοδεία του ήταν πια πολύ πολυάριθμη. Τους έδωσε οδηγίες να μη ζητούν φιλοφρονήσεις με το ζόρι· όπου δεν ήθελαν να τους δεχθούν, να προχωρούν παραπέρα. Να κάνουν παντού κύριο μέλημά τους να παρακινούν τους ανθρώπους στο καλό· όσο κι αν υπάρχει ακόμη τόσο πολύ να γίνει σε αυτόν τον τομέα, και οι εργάτες είναι τόσο λίγοι.

Οι μαθητές του τού έφεραν την είδηση ότι εδώ κι εκεί έγιναν δεκτοί με χαρά. Τότε ο Ιησούς ξέσπασε στα λόγια:

«Ευχαριστία και έπαινος σε σένα, Πατέρα του ουρανού και της γης, που δεν είναι ιδιοκτησία της μαθητείας και των γνώσεων το να αναγνωρίζει κανείς τι είναι καθήκον για τον καθένα, αλλά κάθε αδιάφθορη καρδιά μπορεί από μόνη της να αισθανθεί τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Αχ, μακάρι οι άνθρωποι να είχαν μείνει σε αυτό, και να μην είχαν επινοήσει, πέρα από τα καθήκοντα που η λογική επιβάλλει, μια πληθώρα άλλων βαρών για να ταλαιπωρούν τη φτωχή ανθρωπότητα — τα οποία γίνονται πηγή υπερηφάνειας, και μέσα στα οποία δεν βρίσκεται καμία ανάπαυση παρά μόνο εις βάρος της αρετής!»

Κατά το ταξίδι αυτό συνάντησε ο Ιησούς έναν νομικό, ο οποίος, για να γνωρίσει και να εξετάσει τις αρχές του Ιησού, μπήκε μαζί του σε συζήτηση. «Τι πρέπει να κάνω, Διδάσκαλε, για να γίνω άξιος της ευδαιμονίας;»
«Τι σου έχει οριστεί στον Νόμο;» τον ρώτησε ο Ιησούς.
«Να αγαπήσεις», απάντησε εκείνος, «τη Θεότητα ως το πρότυπο της αγιότητας με όλη σου την ψυχή, και τον πλησίον σου σαν να ήσουν εσύ ο ίδιος».
«Καλά απάντησες», είπε ο Ιησούς. «Κράτα αυτό και είσαι άξιος της ύψιστης ευδαιμονίας». Ο νομικός θέλησε να δείξει ότι αυτή η απλή απάντηση δεν ήταν για το βαθύτερο πνεύμα του αρκετά ικανοποιητική: «Χρειάζεται ακόμη μια διευκρίνιση: ποιον πρέπει ακριβώς να κατανοούμε ως πλησίον, τον οποίο μας έχει δοθεί εντολή να αγαπούμε;»
«Θα σου δώσω αυτή τη διευκρίνιση με μια ιστορία»:

Ένας άνθρωπος ταξίδευε από την Ιερουσαλήμ προς την Ιεριχώ — ένας δρόμος που περνούσε από έρημο και ήταν επικίνδυνος — και έπεσε στα χέρια ληστών, οι οποίοι τον γδύσαν, του προξένησαν διάφορες πληγές και τον άφησαν μισοπεθαμένο. Κατά σύμπτωση, αμέσως μετά το περιστατικό πέρασε από τον ίδιο δρόμο ένας ιερέας· είδε τον πληγωμένο, αλλά συνέχισε τον δρόμο του. Το ίδιο κι ένας Λευίτης που ήρθε από εκεί· πέρασε χωρίς συμπόνια. Ένας Σαμαρείτης όμως, που ταξίδευε, τον σπλαχνίστηκε μόλις τον είδε· πλησίασε, έδεσε τις πληγές του και τις έπλυνε με λάδι και κρασί, τον έβαλε πάνω στο υποζύγιό του και τον έφερε σε μια πανδοχεία, όπου φρόντισαν γι’ αυτόν· και όταν την επομένη έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι του, άφησε στον πανδοχέα χρήματα για να καλυφθούν όσα θα χρειαζόταν ακόμη ο άρρωστος· και αν οι δαπάνες ξεπερνούσαν αυτό το ποσό, να μη λυπηθεί τίποτα — θα κάλυπτε την υπόλοιπη δαπάνη στην επιστροφή του.

«Ποιος από αυτούς τους τρεις», ρώτησε ο Ιησούς, «αποδείχθηκε πλησίον του δυστυχή; Ποιος τον θεώρησε για πλησίον του;»
Ο νομικός απάντησε: «Εκείνος που τον σπλαχνίστηκε και τον περιέθαλψε».
«Έτσι λοιπόν», είπε ο Ιησούς, «να θεωρείς κι εσύ κάθε άνθρωπο ως πλησίον σου, που έχει ανάγκη τη βοήθειά σου και τη συμπόνια σου — από όποιο έθνος, από όποια πίστη, από όποιο χρώμα κι αν είναι».

Οι Φαρισαίοι, απρόσιτοι στη διδασκαλία του Ιησού, ο οποίος τους έδειχνε την ανεπάρκεια της τυπικής, νομικιστικής συμπεριφοράς τους προς την αληθινή ηθικότητα, ζήτησαν πολλές φορές από αυτόν, ως επιβεβαίωση της διδασκαλίας του — που αφαιρούσε αξία από τη δική τους νομοθεσία — κάποιο εξαιρετικό θαυμαστό σημείο, όπως είχε, κατά τη δική τους παράδοση, ο Ιεχωβά επικυρώσει την επίσημη ανακοίνωση των εντολών. Ο Ιησούς τους αποκρίθηκε:

«Το βράδυ λέτε: “Αύριο θα έχει καλό καιρό”, επειδή ο ουρανός έχει όμορφη εσπερινή λάμψη· και το πρωί, όταν ο ουρανός έχει θολή κοκκινίλα, προλέγετε βροχή. Έτσι ξέρετε να κρίνετε την όψη του ουρανού για να προβλέψετε τον καιρό· αλλά τα σημεία του παρόντος καιρού δεν μπορείτε να τα αξιολογήσετε; Δεν παρατηρείτε ότι ανώτερες ανάγκες έχουν αφυπνιστεί στους ανθρώπους; Ότι η λογική έχει ξυπνήσει, που θα απαιτήσει λογοδοσία για τις αυθαίρετες διδασκαλίες και διατάξεις σας, για την υποτίμηση του ύψιστου σκοπού του ανθρώπου — της αρετής — κάτω από αυτές, για την πίεση με την οποία θέλετε να διατηρείτε το κύρος της πίστης σας και των εντολών σας πάνω στον λαό! Δεν θα σας δοθεί άλλο σημείο παρά μόνο δάσκαλοι, από τους οποίους ακόμη κι εσείς θα μπορούσατε να μάθετε ό,τι θα ήταν για το δικό σας και της ανθρωπότητας το καλό».

Ένας Φαρισαίος, με την ευκαιρία αυτή, προσκάλεσε τον Ιησού σε γεύμα. Εκείνος απορήσε όταν παρατήρησε ότι ο Ιησούς δεν έπλυνε τα χέρια του πριν καθίσει στο τραπέζι. Ο Ιησούς τους είπε:

«Πλένετε βέβαια το εξωτερικό του ποτηριού και της πιατέλας· αλλά είναι άραγε και το εσωτερικό καθαρό; Όποιος έχει το εξωτερικό σε τάξη, σημαίνει πως έχει και το εσωτερικό ορθό; Όπου η ψυχή είναι καθαγιασμένη, εκεί και το εξωτερικό είναι ήδη καθαρό. Δίνετε σωστά τον δεκάτο στον δυόσμο και στη ρίγανη και σε κάθε ασήμαντο βοτάνι που φυτρώνει στους κήπους σας· αλλά μέσα σ’ αυτήν την αγωνία σας για λεπτομέρειες, τις οποίες εκλαμβάνετε ως τελειότητα, δεν ξεχνάτε ότι υπάρχουν ανώτερα καθήκοντα; Δικαιοσύνη, συμπόνια και πιστότητα — των οποίων η τήρηση αποτελεί την ουσία της αρετής — και τα άλλα μπορείτε έπειτα επίσης να κάνετε. Δεν είναι οι έννοιές σας περί αξίας υπολογισμένες μόνο στο εξωτερικό; Γι’ αυτό και επιμένετε υπερβολικά σε υψηλές θέσεις στις σχολές, στην προεδρία στα συμπόσια, ή στο να σας χαιρετούν όλοι στους δρόμους. Βαρύνετε τον λαό με πλήθος ενοχλητικών εντολών, και εσείς μένετε μόνο στο εξωτερικό τους! Ισχυρίζεστε ότι είστε οι φύλακες του κλειδιού για το ιερό της αλήθειας, αλλά κλείνετε την είσοδο και για τον εαυτό σας και για τους άλλους με περιττές εντολές».

Τέτοιες επιπλήξεις, που ο Ιησούς συχνά απηύθυνε στους Φαρισαίους και τους νομικούς — στα χέρια των οποίων βρισκόταν η διοίκηση της χώρας — και τις οποίες στρεφόταν εναντίον των ιερών τους εθίμων, συνέβαλλαν όλο και περισσότερο στο να τους εξαγριώσουν και να τους οδηγήσουν στην απόφαση να κινήσουν κατηγορία εναντίον του.

Μπροστά σε ένα μεγάλο πλήθος λαού μίλησε ακόμη πιο επιτακτικά για τον κίνδυνο να μολυνθούν από το πνεύμα των Φαρισαίων. «Προσέχετε», είπε, «την ζύμη των Φαρισαίων, ο οποίος, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, δεν αλλάζει βεβαίως το εξωτερικό, αλλά δίνει σε όλο το σύνολο μια τελείως διαφορετική γεύση — εννοώ την υποκρισία! Αυτή η προσποίηση δεν θα εξαπατήσει το μάτι του Παντογνώστη· μπροστά Του είναι ανοιχτή η διάθεση της καρδιάς, όσο κι αν κανείς την κρύβει. Εκείνος, ο Παντογνώστης, δεν χρειάζεται να κρίνει τους ανθρώπους από τις πράξεις τους, από τις εξωτερικές, για τους ανθρώπους συχνά απατηλές, φανερώσεις του χαρακτήρα τους, αλλά κρίνει από τη σωτήρια καλοσύνη του εσωτερικού θελήματος.

Σας λέω, φίλοι μου, μην φοβάστε τους ανθρώπους, που μπορούν μόνο το σώμα να σκοτώσουν — η δύναμή τους δεν εκτείνεται παραπέρα· φοβηθείτε όμως να ταπεινώσετε την αξία του πνεύματός σας — και με αυτό να κηρυχθείτε από τη Λογική και από τη Θεότητα ανάξιοι της ευδαιμονίας. Από φόβο ανθρώπων να μην τολμά κανείς να εκφράσει με πράξεις ή με λόγια τις αρχές της αλήθειας και της αρετής, αυτό είναι αξιοκαταφρόνητη υποκρισία.

Για εμένα ή για άλλον δάσκαλο της αρετής να ομιλήσει κανείς κακώς, αυτό ακόμη συγχωρείται· αλλά όποιος βλασφημεί το άγιο πνεύμα της αρετής, αυτός είναι καταφρονημένος. Μη φοβάστε ότι θα βρεθείτε σε δύσκολη θέση όταν, σε δικαστήρια ή σε σχολές, σας ζητηθεί λόγος για την ελεύθερη ομολογία του αγαθού· εμψυχωμένοι από το πνεύμα της αρετής, ούτε θάρρος, ούτε λόγια θα σας λείψουν για να το υπερασπιστείτε.

Ένας από το παρόν πλήθος πλησίασε τον Ιησού και τον παρακάλεσε — με την ελπίδα ότι το κύρος του Ιησού θα είχε περισσότερη δύναμη — να πείσει τον αδελφό του να μοιραστεί μαζί του την κληρονομιά. Ο Ιησούς όμως του απάντησε: «Ποιος με όρισε δικαστή ή μεριστή ανάμεσά σας;» Και στράφηκε στους άλλους:

«Μην παραδίδεστε στη φιλαργυρία· το να γίνεται κανείς όλο και πλουσιότερος δεν εκπληρώνει τον προορισμό του ανθρώπου. Θα σας το κάνω ξεκάθαρο με ένα παράδειγμα:

Ένας πλούσιος είχε τόσο μεγάλη σοδειά, ώστε βρέθηκε σε αμηχανία τι να κάνει· έπρεπε να μεγαλώσει τις αποθήκες του για να τη φυλάξει· κι έπειτα σκεφτόταν μέσα του: “Όταν όλα αυτά τα έχεις τακτοποιήσει, μπορείς να τα κρατήσεις προσεκτικά και να έχεις άφθονα αγαθά για πολλά χρόνια· αναπαύσου λοιπόν, φάε, πιες, και καλοπέρνα.” Μα τότε άκουσε τη φωνή του θανάτου: “Άφρονα! Απόψε θα απαιτήσουν την ψυχή σου από σένα· αυτά που ετοίμασες, για ποιον θα είναι;”

Έτσι εργάζεται για χαμένο κόπο εκείνος που συσσωρεύει θησαυρούς για χαμηλό σκοπό, που δεν σκέφτεται τον πλούτο και τον προορισμό του οποίου ο σκοπός είναι αιώνιος. Η μέριμνα για τον πλούτο να μη γεμίζει την ψυχή σας· το πνεύμα σας να είναι αφιερωμένο μόνο στο καθήκον· η εργασία σας στο βασίλειο του αγαθού· έτσι θα σταθείτε ως άνδρες έτοιμοι για τη ζωή και για τον θάνατο· αλλιώς η αγάπη για τη ζωή θα οπλίσει τον θάνατο με τρόμο εναντίον σας, και ο φόβος του θανάτου θα σας κλέψει τη ζωή.

Μην το αναβάλετε· μην σκέφτεστε ότι δεν έχει σημασία να αφοσιωθεί κανείς σε υψηλότερους σκοπούς παρά στο να συσσωρεύει πλούτη ή να ζει για την ηδονή. Κάθε χρόνος που αφαιρέσατε από την υπηρεσία του καλού είναι χαμένος για τον προορισμό σας — ή σας προφταίνει ο θάνατος, και μοιάζετε με έναν επίτροπο στον οποίο ο κύριος του σπιτιού, ενώ λείπει, έχει εμπιστευθεί το νοικοκυριό· κι ο επιστάτης λέει τότε μέσα του: “Ο κύριός μου θ’ αργήσει ακόμη πολύ”, και αρχίζει να κακομεταχειρίζεται τους υπηρέτες, να λουφάζει και να μεθύει. Αλλά σε ώρα που δεν την περιμένει, θα τον εκπλήξει ο κύριος και θα του δώσει την πρέπουσα ανταμοιβή.

Και όπως ο δούλος που γνωρίζει το θέλημα του κυρίου του και δεν το εκτελεί θα τιμωρηθεί αυστηρότερα από εκείνον που, αν και άξιος τιμωρίας, δεν ήξερε το θέλημα του κυρίου του, έτσι και από τον άνθρωπο στον οποίο εμπιστεύθηκε πολλά — που είχε ταλέντα και ευκαιρίες να κάνει πολύ καλό — θα ζητηθούν πολλά.

Νομίζετε ότι σας κάλεσα σε μια ζωή ήρεμης απόλαυσης; ότι και το δικό μου μέλλον θα ήταν άμοιρο φροντίδας και ευτυχισμένο; Όχι! Διωγμός θα είναι το μέρος μου, όπως και το δικό σας! Διχόνοια και διαμάχη θα είναι το αποτέλεσμα που θα έχουν οι διδασκαλίες μου.

Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην κακία και την αρετή, ανάμεσα στην προσκόλληση σε πατροπαράδοτες γνώμες και έθιμα της πίστης — που εδραιώθηκαν κάποτε με κάποια αυθεντία στα μυαλά και τις καρδιές των ανθρώπων — και ανάμεσα στην επιστροφή στη λογική που ανακτά τα δικαιώματά της· αυτή η σύγκρουση θα χωρίσει φίλους και οικογένειες.

Τιμημένη θα είναι για το καλύτερο μέρος της ανθρωπότητας· αλλά δυστυχής θα είναι, αν εκείνοι που θα γκρεμίσουν το παλαιό — επειδή έβαζε δεσμά στην ελευθερία της λογικής και μόλυνε τις πηγές της ηθικότητας — βάλουν στη θέση του πάλι μια επιβεβλημένη πίστη, δεμένη με γράμματα, που θα αφαιρέσει ξανά από τη λογική το δικαίωμα να αντλεί από μόνη της τον νόμο, να πιστεύει ελεύθερα και να υποτάσσεται σε αυτόν.

Αχ! και ακόμη περισσότερο, αν οπλίσουν αυτή την επιβεβλημένη πίστη με το σπαθί και την εξωτερική βία, και βάλουν πατέρες εναντίον υιών, αδελφούς εναντίον αδελφών, μητέρες εναντίον θυγατέρων — και κάνουν έτσι την ανθρωπότητα προδότρια της ανθρωπότητας!

Συνεχίζεται

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΚΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΙΣΕΛΘΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΑΠΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ. ΕΠΙΣΗΣ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΤΗΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ. ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΠΟΥ ΣΩΖΕΙ, ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ ΠΡΑΓΜΑ. ΣΤΟΝ ΕΓΕΛΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Η ΕΠΑΡΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΥΠΟΝΟΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.  
ΜΙΑ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟ, ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ.
 Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΘΗΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ SOLA SCRIPTURA ΜΟΙΡΑΣΤΗΚΕ ΧΩΡΙΣ ΝΑ  ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: ΜΗΔΕΠΟΤΕ ΕΛΑΤΤΟΥΜΕΝΟΣ. 
Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. 
Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΡΟΣΚΥΝΑ, ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟ. ΟΛΗ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΤΟΝ ΠΑΠΑ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ Η ΠΛΑΝΗ.  Ο ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ, Ο ΣΑΝ ΘΕΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕΙ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού (4) Του G. W. F Hegel

Συνέχεια από: Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού 4

Του G. W. F Hegel, περιλαμβάνεται στη συλλογή: Τα νεανικά θεολογικά κείμενα

Παρά την αυστηρή αυτή νουθεσία, τον κάλεσε ένας Φαρισαίος, ονόματι Σίμων, σε γεύμα. Μια γυναίκα, που πιθανότατα όφειλε πολλά στις διδασκαλίες του Ιησού, το έμαθε αυτό και ήρθε στο δωμάτιο κρατώντας ένα αγγείο με πολύτιμα μύρα· πλησίασε τον Ιησού. Η θέα του ενάρετου άνδρα και το αίσθημα της ενοχικής της ζωής την έκαναν να χύσει δάκρυα και να πέσει στα πόδια του· μέσα στη συγκίνηση για όσα είχε συμβάλει εκείνος στη μετάνοιά της και την επιστροφή της στον δρόμο της αρετής, άρχισε να καταβρέχει τα πόδια του, να τα βρέχει με τα δάκρυά της, να τα σκουπίζει με τις μπούκλες των μαλλιών της και να τα αλείφει με πολύτιμο μύρο.

Η καλοσύνη με την οποία ο Ιησούς δέχθηκε αυτές τις εκδηλώσεις, μέσα στις οποίες βρίσκει ανακούφιση μια μετανοημένη και ευγνώμων καρδιά, η καλοσύνη του Ιησού που δεν απώθησε αυτό το αίσθημα, προσέβαλε τη λεπτότητα των Φαρισαίων· με τις εκφράσεις τους φανέρωσαν την απορία τους που ο Ιησούς φερόταν τόσο ευγενικά σε μια γυναίκα με τόσο κακή φήμη. Ο Ιησούς το αντιλήφθηκε και είπε στον Σίμων: «Έχω κάτι να σου διηγηθώ». — «Πες το», είπε ο Σίμων.

«Ένας δανειστής», διηγήθηκε ο Ιησούς, «είχε δύο χρεώστες· ο ένας του χρωστούσε πεντακόσια δηνάρια, ο άλλος πενήντα. Και επειδή δεν ήταν σε θέση να του αποπληρώσουν το χρέος, τους το χάρισε. Ποιος από τους δύο θα τον αγαπήσει περισσότερο;» — «Ασφαλώς εκείνος», είπε ο Σίμων, «στον οποίο χάρισε τα περισσότερα». — «Χωρίς αμφιβολία», απάντησε ο Ιησούς, και δείχνοντας τη γυναίκα συνέχισε: «Κοίτα εδώ· ήρθα στο σπίτι σου και δεν μου πρόσφερες νερό για να πλύνω τα πόδια μου· αυτή τα έβρεξε με τα δάκρυά της και τα σκούπισε με τις μπούκλες της κεφαλής της. Δεν μου έδωσες φίλημα· εκείνη δεν το θεώρησε ανάξιο της να φιλήσει ακόμη και τα πόδια μου. Δεν άλειψες το κεφάλι μου με λάδι· εκείνη άλειψε με πολύτιμο μύρο τα πόδια μου. — Σε μια γυναίκα, που είναι ικανή για τέτοια αγάπη, για τέτοια ευγνωμοσύνη, συγχωρούνται τα σφάλματά της, ακόμη κι αν ήταν πολλά· η ψυχρότητα απέναντι σε τόσο ευγενή αισθήματα δεν δείχνει καμιά επιστροφή στην ανεπιτήδευτη αρετή».

Και ο Ιησούς είπε ακόμη στη γυναίκα: «Θεϊκή απόλαυση να βλέπει κανείς τη νίκη της πίστης σου στον εαυτό σου, το ότι είσαι ακόμη ικανή για το καλό, και το θάρρος σου. — Πήγαινε στο καλό!»

Ο Ιησούς συνέχισε την πορεία του μέσα από πόλεις και χωριά και κήρυττε παντού· συνοδοί του ήταν οι δώδεκα απόστολοί του, καθώς και μερικές, εν μέρει πλούσιες, γυναίκες, οι οποίες συντηρούσαν την ομάδα από την περιουσία τους. Κάποτε, παρουσία ενός μεγάλου πλήθους, τους παρέθεσε την ακόλουθη παραβολή (δηλαδή ένα επινοημένο διήγημα που παρουσιάζει αισθητά μια ορισμένη διδασκαλία· διαφέρει από τους μύθους στο ότι σε εκείνους δρουν ζώα, και από τις μυθικές ιστορίες στο ότι εκεί δρουν δαίμονες ή αλληγορικά όντα· στις παραβολές ενεργούν άνθρωποι):

Ένας σπορέας βγήκε να σπείρει τον σπόρο του· ένα μέρος από αυτόν έπεσε στον δρόμο και ποδοπατήθηκε και τα πουλιά τον έφαγαν· άλλο μέρος έπεσε σε πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα· φύτρωσε γρήγορα, όμως από τη ζέστη μαράθηκε σύντομα, επειδή δεν είχε βαθιές ρίζες· άλλος σπόρος έπεσε σε αγκαθωτούς φράχτες, που φύτρωσαν και τον έπνιξαν· και ένα μέρος έπεσε σε καλή γη και έδωσε καρπούς τριάντα, εξήντα έως και εκατονταπλάσιους.

Όταν οι μαθητές του τον ρώτησαν γιατί παρουσιάζει στο λαό τις διδασκαλίες τυλιγμένες μέσα σε παραβολές, τους απάντησε: Εσείς έχετε πράγματι αίσθηση για τις υψηλές ιδέες σχετικά με τη βασιλεία του Θεού και για τη χρηστότητα που δίνει σε αυτήν το δικαίωμα του πολίτη· αλλά η εμπειρία με έχει διδάξει ότι αυτά είναι χαμένα λόγια για τους Ιουδαίους· κι όμως απαιτούν να ακούσουν κάτι από μένα, ενώ οι βαθιές τους προκαταλήψεις δεν αφήνουν τη γυμνή αλήθεια να φτάσει ως την καρδιά τους. Όποιος έχει δεκτικότητα να λάβει μέσα του κάτι καλύτερο, μπορεί να ωφεληθεί από τις διδασκαλίες μου· αλλά σε όποιον λείπει εκείνη η ανώτερη αίσθηση, και η λίγη αναγνώριση του καλού που ίσως έχει δεν του χρησιμεύει σε τίποτε. Έχουν μάτια και δεν βλέπουν, αυτιά και δεν ακούνε· γι’ αυτό και τους μίλησα μόνο με μια παραβολή, την οποία τώρα θα σας εξηγήσω.

Ο σπόρος που σπάρθηκε είναι η γνώση του ηθικού νόμου. Όποιος έχει την ευκαιρία να αποκτήσει αυτή τη γνώση, αλλά δεν την κατανοεί σταθερά, από αυτόν αφαιρεί πολύ εύκολα ένας πλανητής το λίγο καλό που ίσως είχε σπαρθεί στην καρδιά του· αυτό σημαίνει ο σπόρος που έπεσε στον δρόμο. Εκείνος που σπάρθηκε στο πετρώδες έδαφος είναι η γνώση που γίνεται δεκτή με χαρά, αλλά επειδή δεν έχει ριζώσει βαθιά, σύντομα υποχωρεί στις περιστάσεις και, όταν η ανάγκη και η δυστυχία απειλούν την τιμιότητα, καταρρέει. Ο σπόρος που έπεσε στους φράχτες είναι η κατάσταση εκείνων που έχουν μεν ακούσει να μιλούν για την αρετή, αλλά μέσα τους αυτή πνίγεται από τις μέριμνες της ζωής και από την απατηλή γοητεία του πλούτου και μένει χωρίς καρπούς. Ο σπόρος που έπεσε σε καλό έδαφος είναι η φωνή της αρετής που έγινε κατανοητή και φέρει καρπούς τριάντα, εξήντα έως και εκατονταπλάσιους.

Τους παρέθεσε ακόμη άλλες παραβολές:
Η βασιλεία του Αγαθού μπορεί να συγκριθεί με ένα χωράφι το οποίο ο ιδιοκτήτης του είχε σπείρει με καλό σπόρο. Ενώ οι άνθρωποι κοιμούνταν, ήρθε ο εχθρός του και έσπειρε ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι και έφυγε κρυφά. Όταν ο σπόρος άρχισε να ξεπετιέται και να σχηματίζει στάχυα, τότε φάνηκαν και τα ζιζάνια. Οι δούλοι ρώτησαν τον κύριο: «Δεν έσπειρες καθαρό σπόρο; Πώς λοιπόν βρέθηκαν τόσα ζιζάνια στο χωράφι;» — «Ένας εχθρός μου θα τα έσπειρε», απάντησε ο κύριος. Οι δούλοι είπαν: «Θέλεις να πάμε να τα ξεριζώσουμε;» — «Όχι», απάντησε ο συνετός κύριος, «διότι μαζί με τα ζιζάνια θα ξεριζώσετε και τα στάχυα· αφήστε τα και τα δύο να μεγαλώνουν μαζί ως τον θερισμό· τότε θα προστάξω τους θεριστές να διαχωρίσουν τα ζιζάνια και να τα απομακρύνουν και να συγκεντρώσουν το καθαρό σιτάρι».

Όταν ο Ιησούς ήταν μόνος με τους μαθητές του και τον ρώτησαν για την ερμηνεία της παραβολής, τους έδωσε την εξής:
Ο σπορέας του καλού σπόρου είναι οι καλοί άνθρωποι, οι οποίοι με τις διδασκαλίες και το παράδειγμά τους στρέφουν τους ανθρώπους προς την αρετή· τ
ο χωράφι είναι ο κόσμος· ο καλός σπόρος είναι οι καλύτεροι άνθρωποι, τα ζιζάνια οι φαύλοι· ο εχθρός που σπέρνει τα ζιζάνια είναι οι πειρασμοί και οι πλανητές· καιρός του θερισμού είναι η αιωνιότητα, η ανταποδότρια του καλού και του κακού. Στο μεταξύ όμως, η αρετή και το ελάττωμα βρίσκονται σε τόσο στενή συνάφεια το ένα με το άλλο, ώστε το δεύτερο δεν μπορεί να εκριζωθεί χωρίς βλάβη του πρώτου.

Με άλλη άποψη, παρομοίασε τη βασιλεία του Αγαθού με έναν κόκκο σινάπεως, που αν και τόσο μικρός, μεγαλώνει σε μεγάλο φυτό, ώστε τα πουλιά να μπορούν να φωλιάζουν στα κλαδιά του· ή με λίγο προζύμι που, ζυμωμένο μέσα σε τρία μέτρα αλεύρι, ζυμώνει ολόκληρη τη μάζα. Συμβαίνει με τη βασιλεία του Αγαθού ό,τι και με τον σπόρο που σπέρνεται στη γη: δεν χρειάζεται παραπέρα φροντίδα· φυτρώνει και αναπτύσσεται χωρίς να το προσέχει κανείς· διότι η γη έχει από τη φύση της μια δική της ζωτική δύναμη, με την οποία ο σπόρος φυτρώνει, ξεπετιέται σε φύτρα και δίνει πλήρη στάχυα.

Παρομοίασε επίσης τη βασιλεία του Αγαθού με έναν κρυμμένο θησαυρό σε ένα χωράφι, τον οποίο κάποιος βρίσκει, αλλά τον ξανακρύβει και έπειτα, μέσα στη χαρά του, πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο το χωράφι· ή με έναν έμπορο που αναζητεί όμορφα μαργαριτάρια και βρίσκει ένα εξαιρετικά πολύτιμο, για το οποίο πουλά τα πάντα, ώστε να γίνει ο ιδιοκτήτης του· ή με έναν ψαρά, που στο δίχτυ του έπιασε ψάρια κάθε είδους, τα οποία αργότερα, στην ακτή, διαλέγει, βάζει τα καλά στα δοχεία του και τα άσχημα τα πετά έξω. Έτσι, στην εποχή του μεγάλου θερισμού, οι καλοί και οι κακοί άνθρωποι θα διακριθούν μεταξύ τους: εκείνοι με την ανταμοιβή που θα βρουν στη γαλήνη που χαρίζει η αρετή, οι άλλοι με τη μετάνοια, την αυτοκατηγορία και την ντροπή.

Στο μεταξύ είχαν έρθει συγγενείς του Ιησού να τον επισκεφθούν· εξαιτίας του πλήθους που τον περιέβαλλε δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν. Όταν το είπαν αυτό στον Ιησού, απάντησε: «Αδέλφια και συγγενείς μου είναι όσοι ακούν τη φωνή της θεότητας και την ακολουθούν».

Με την είδηση της δολοφονίας του Ιωάννη, διέταξε να τον μεταφέρουν με πλοιάριο στη ανατολική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδας· έμεινε όμως μόνο για μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στους Γαδαρηνούς και επέστρεψε πάλι στη Γαλιλαία.

Τους δώδεκα αποστόλους του έστειλε ο Ιησούς εκείνο τον καιρό να αντιπαλέψουν, όπως κι εκείνος, τις προκαταλήψεις των Ιουδαίων, οι οποίοι, υπερήφανοι για το όνομά τους και για την καταγωγή τους —πράγματα που, στα μάτια τους, αποτελούσαν μεγάλο προνόμιο— περιφρονούσαν την αξία που δίνει στον άνθρωπο η ηθικότητα, η μόνη αληθινή αξία. «Δεν χρειάζεται να κάνετε μεγάλες προετοιμασίες για το ταξίδι σας», είπε ο Ιησούς, «ούτε να ανακοινώσετε την άφιξή σας με οποιαδήποτε επιδεικτικότητα. Εκεί όπου σας δέχονται με προθυμία, μείνετε για κάποιο διάστημα· όποιος σας υποδέχεται άκαρδα, μην επιμένετε, αλλά εγκαταλείψτε αμέσως τον τόπο και συνεχίστε την πορεία σας».

Φαίνεται πως έλειψαν μόνο για λίγο· σύντομα ξαναβρέθηκαν κοντά στον Ιησού.

Κάποτε βρέθηκε σε μια συνάθροιση Φαρισαίων και νομοδιδασκάλων που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα· αυτοί παρατήρησαν ότι οι μαθητές του κάθονταν στο τραπέζι με ακάθαρτα, δηλαδή άπλυτα, χέρια· διότι οι Ιουδαίοι, σύμφωνα με μια διάταξη που στηρίζεται στην παράδοση, δεν τρώνε τίποτε πριν πλύνουν πολύ σχολαστικά τα χέρια τους· και επιπλέον, ακόμη κι αν αυτά είχαν ήδη καθαριστεί, πριν από κάθε γεύμα όλα τα ποτήρια, τα υπόλοιπα σκεύη, καρέκλες και πάγκοι έπρεπε να ραντιστούν με νερό. Οι Φαρισαίοι ρώτησαν τον Ιησού:

«Γιατί οι μαθητές σου δεν ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις των πατέρων μας, αλλά κάθονται στο τραπέζι με ακαθαγίαστα χέρια;»

Ο Ιησούς απάντησε:
Μια φράση από τα ιερά σας βιβλία εφαρμόζεται πολύ καλά σε σας· λέει:
«Αυτός ο λαός με τιμά με τα χείλη, αλλά η καρδιά του είναι μακριά από μένα· μάταιη είναι η λατρεία τους, διότι είναι τυφλή υπακοή σε αυθαίρετα δόγματα.»
Δεν τιμάτε την εντολή του Θεού, αλλά προσκολλάστε ολοκληρωτικά σε ανθρώπινα έθιμα· π.χ. στον καθαγιασμό των ποτηριών και των καθισμάτων με νερό και σε άλλα παρόμοια πράγματα — σ’ αυτά είστε σχολαστικοί· αλλά μια θεϊκή εντολή, που εσείς καταργείτε για να παραμείνετε πιστοί στους εκκλησιαστικούς σας κανονισμούς, είναι ο νόμος:
«Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου· όποιος μιλήσει με ασέβεια στον πατέρα ή τη μητέρα του, πρέπει να πεθάνει.»

Εσείς όμως θεσπίσατε έναν άλλο νόμο:
Αν κάποιος από θυμό πει στον πατέρα ή τη μητέρα του: «Ό,τι καλό θα μπορούσα ακόμη να σου κάνω είναι αφιερωμένο στον ναό», τότε θεωρείτε ότι με αυτό δεσμεύτηκε με ευχή να μην τους προσφέρει πλέον κανένα καλό· και τού το λογίζετε ως αμαρτία, αν εξακολουθήσει να προσφέρει κάποια υπηρεσία στον πατέρα ή στη μητέρα του. Έτσι καταργείτε εκείνη τη θεϊκή εντολή με τις δικές σας διατάξεις. Με παρόμοιο τρόπο έχετε και άλλες τέτοιες διατάξεις.

Ο Ιησούς είπε τότε στο πλήθος που τον περιέβαλλε:
«Ακούστε με και κατανοήστε ό,τι σας λέω:
Τίποτε σωματικό, τίποτε απ’ όσα ο άνθρωπος λαμβάνει από έξω μέσα του, δεν μπορεί να τον μολύνει· αλλά εκείνο του οποίου ο ίδιος είναι η πηγή, αυτό που βγαίνει από το στόμα του, αυτό δείχνει αν η ψυχή του είναι καθαρή ή ακάθαρτη.»

Οι μαθητές του θέλησαν να τον κάνουν να προσέξει ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν με αυτά τα λόγια.
Αφήστε τους να σκανδαλίζονται, είπε ο Ιησούς· τέτοιες φυτείες που προέρχονται από ανθρώπους πρέπει να ξεριζωθούν· είναι τυφλοί που οδηγούν τυφλούς, και εγώ θέλω να αποσπάσω τον λαό από τέτοιους τυφλούς οδηγούς, αλλιώς θα πέσει μαζί με αυτούς στον λάκκο, στους οποίους έχει εμπιστευθεί τον εαυτό του.

Όταν το πλήθος είχε διαλυθεί και ο Ιησούς είχε επιστρέψει στο σπίτι, οι φίλοι του τον ρώτησαν να τους εξηγήσει τι είχε πει στον λαό για τα καθαρά και ακάθαρτα πράγματα.
«Τι;» είπε ο Ιησούς, «ούτε εσείς έχετε ακόμη φτάσει στο σημείο να το κατανοήσετε; Δεν καταλαβαίνετε ότι ό,τι περνά από το στόμα του ανθρώπου επεξεργάζεται στο στομάχι και στα έντερα και αποβάλλεται από τους δρόμους της αφόδευσης; Αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα —λόγια και γενικά πράξεις— προέρχεται από το εσωτερικό του ανθρώπου και αυτά μπορεί να είναι καθαρά ή ακάθαρτα, ιερά ή ασεβή.»

Από την ψυχή πηγάζουν τα κακά: κακοί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, ύβρεις, φθόνος, υπερηφάνεια, κραιπάλη, φιλαργυρία· αυτά είναι τα ελαττώματα που αποϊεροποιούν τον άνθρωπο· όχι το ότι ίσως δεν έπλυνε τα χέρια του με νερό πριν καθίσει στο τραπέζι.

Έκανε επίσης τη σύγκριση της βασιλείας του Αγαθού με έναν κρυμμένο θησαυρό σε ένα χωράφι· κάποιον που τον ανακαλύπτει, τον κρύβει πάλι, και έπειτα, από τη χαρά του, πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο το χωράφι· ή με έναν έμπορο που αναζητά ωραίες μαργαριτάρια και βρίσκει ένα εξαιρετικά πολύτιμο, για το οποίο πουλά ό,τι έχει, για να γίνει ο κάτοχός του· ή με έναν ψαρά που συνέλαβε με το δίχτυ του ψάρια κάθε λογής, και έπειτα στην ακτή τα διαλέγει, βάζει τα καλά σε αγγεία και τα κακά τα πετά. — Έτσι, στον μεγάλο καιρό του θερισμού, οι καλοί και οι κακοί άνθρωποι θα διακριθούν μεταξύ τους: οι πρώτοι μέσω της ανταμοιβής που βρίσκουν στη γαλήνη που χαρίζει η αρετή, οι δεύτεροι μέσω της μεταμέλειας, της αυτοκατηγορίας και της ντροπής.

Στο μεταξύ είχαν έρθει συγγενείς του Ιησού να τον επισκεφθούν· εξαιτίας του πλήθους που τον περιέβαλλε δεν μπορούσαν να πλησιάσουν κοντά του· όταν το ανέφεραν στον Ιησού, απάντησε: «Αδέλφια και συγγενείς μου είναι όσοι ακούνε τη φωνή της Θεότητας και την ακολουθούν».

Με την είδηση για τη δολοφονία του Ιωάννη, πέρασε με πλοιάριο στην ανατολική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδας· αλλά παρέμεινε μόνο για λίγο ανάμεσα στους Γαδαρηνούς και επέστρεψε πάλι στη Γαλιλαία.

Την εποχή αυτή ο Ιησούς έστειλε τους δώδεκα αποστόλους του, για να αντικρούσουν —όπως και εκείνος— τις προκαταλήψεις των Ιουδαίων, οι οποίοι καυχιόντουσαν για το όνομά τους και για την καταγωγή τους, την οποία θεωρούσαν μεγάλο προνόμιο, μεγαλύτερο μάλιστα από τη μόνη αξία που δίνει στον άνθρωπο η ηθικότητα. «Δεν χρειάζεται», τους είπε ο Ιησούς, «να κάνετε μεγάλες προετοιμασίες για το ταξίδι σας, ούτε να ανακοινώσετε τη συνάντησή σας με κάποιο ιδιαίτερο έξοδο. Όπου σας δώσουν προσοχή, μείνετε εκεί για λίγο· όπου όμως σας υποδεχθούν δυσάρεστα, μη τους πιέζετε, αλλά φύγετε αμέσως από εκεί και συνεχίστε την πορεία σας». — Φαίνεται πως έλειψαν μόνο για λίγο καιρό και σύντομα ξαναβρέθηκαν πάλι κοντά στον Ιησού.

(Θα συνεχίσω τώρα με το επόμενο απόσπασμα που δώσατε.)

Μια φορά βρισκόταν σε μια συνάθροιση Φαρισαίων και νομοδιδασκάλων που είχαν έρθει από την Ιερουσαλήμ· αυτοί παρατήρησαν ότι οι μαθητές του κάθονταν στο τραπέζι με ακάθαρτα —δηλαδή αλούστα— χέρια· γιατί οι Ιουδαίοι, σύμφωνα με μια παράδοση βασισμένη στο έθος, δεν τρώνε τίποτα πριν πλυθούν εξαιρετικά σχολαστικά· επίσης όλα τα ποτήρια και τα σκεύη, καρέκλες και πάγκοι έπρεπε να ραντιστούν με νερό πριν από κάθε γεύμα, παρόλο που ήδη ήταν καθαρά. Οι Φαρισαίοι ρώτησαν τον Ιησού: «Γιατί οι μαθητές σου δεν ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις των πατέρων μας, αλλά κάθονται στο τραπέζι με ακάθαρτα χέρια;»

Ο Ιησούς απάντησε: «Ένα χωρίο από τα ιερά σας βιβλία ταιριάζει καλά σε σας· λέει: “Αυτός ο λαός με τιμά με τα χείλη, η καρδιά τους όμως είναι μακριά από μένα· μάταιη είναι η λατρεία τους, διότι είναι τήρηση αυθαίρετων διατάξεων.” Εσείς δεν σέβεστε τη θεϊκή εντολή, αλλά προσκολλάστε στους ανθρώπινους τύπους· για παράδειγμα στον καθαγιασμό των ποτηριών και των καθισμάτων με νερό και άλλα παρόμοια — σ’ αυτά είστε ακριβείς. Μια θεϊκή εντολή που καταργείτε για να μείνετε πιστοί στα εκκλησιαστικά σας διατάγματα είναι η εντολή: ‘Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου· όποιος προφέρει κακόλογες κουβέντες εναντίον τους, να τιμωρείται με θάνατο.’ Αλλά εσείς θεσπίσατε έναν άλλο κανόνα: αν κάποιος πει από θυμό στον πατέρα ή τη μητέρα του “κάθε καλό που θα μπορούσα να σας κάνω είναι αφιερωμένο στον ναό”, τότε τον θεωρείτε δεσμευμένο από ευχή να μην τους κάνει πια κανένα καλό, και τον κατηγορείτε για αμαρτία αν προσφέρει ακόμη κάποια υπηρεσία στον πατέρα ή τη μητέρα του. Έτσι αφαιρείτε τη θεϊκή εντολή μέσα από τις δικές σας· και με παρόμοιο τρόπο έχετε ακόμη πολλές τέτοιες διατάξεις.»

Έπειτα ο Ιησούς είπε στο πλήθος που στεκόταν γύρω του: «Ακούστε με και καταλάβετε: τίποτα σωματικό, τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω, δεν μπορεί να τον μολύνει· αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα του, αυτό που έχει ως πηγή του τον ίδιο τον άνθρωπο, αυτό δείχνει αν η ψυχή του είναι καθαρή ή ακάθαρτη.»

Οι μαθητές θέλησαν να τον προειδοποιήσουν ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν από τα λόγια του. «Ας σκανδαλιστούν», είπε ο Ιησούς· «φυτεύματα που προέρχονται από ανθρώπους πρέπει να ξεριζωθούν· είναι τυφλοί που οδηγούν τυφλούς — και θα ήθελα να αποσπάσω το λαό από τέτοιους τυφλούς οδηγούς, αλλιώς θα πέσει μαζί τους στον λάκκο όπου τον οδηγούν.»

Όταν διαλύθηκε το πλήθος και ο Ιησούς επέστρεψε στο σπίτι, οι φίλοι του τον ρώτησαν να τους εξηγήσει όσα είχε πει σχετικά με τα καθαρά και ακάθαρτα πράγματα. «Πώς;» είπε ο Ιησούς. «Ούτε κι εσείς έχετε φτάσει ακόμη να το κατανοήσετε; Δεν αντιλαμβάνεστε ότι ό,τι μπαίνει στον άνθρωπο από το στόμα περνά στο στομάχι και στα έντερα και αποβάλλεται; Αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα —λόγια και πράξεις γενικά— προέρχεται από το εσωτερικό της ψυχής, και αυτά μπορούν να είναι καθαρά ή ακάθαρτα, ιερά ή ασεβή. Από την ψυχή ξεπηδούν οι κακές σκέψεις, οι φόνοι, οι μοιχείες, οι κλοπές, οι ψευδομαρτυρίες, οι βλασφημίες, ο φθόνος, η υπεροψία, η ακολασία, η πλεονεξία· αυτά είναι τα ελαττώματα που αποϊεροποιούν τον άνθρωπο — όχι το αν έτυχε να μην πλύνει τα χέρια του με νερό πριν καθίσει στο τραπέζι.»

Όταν ο Ιησούς κάποια άλλη φορά δίδασκε δημόσια μέσα στον ναό, οι Φαρισαίοι του αντιτάχθηκαν ρωτώντας ποια μαρτυρία μπορούσε να παρουσιάσει που να εγγυάται σε αυτόν και στους άλλους την αλήθεια των διδαχών του· εκείνοι απολάμβαναν, έλεγαν, το προνόμιο να έχουν ένα πολίτευμα και νόμους που είχαν νομιμοποιηθεί μέσω επίσημων θεϊκών αποκαλύψεων.
Ο Ιησούς τους απάντησε: «Πιστεύετε τάχα πως η Θεότητα έριξε το ανθρώπινο γένος μέσα στον κόσμο, παραδομένο στη φύση, χωρίς νόμο, χωρίς επίγνωση του σκοπού της ύπαρξής του, χωρίς τη δυνατότητα να ανακαλύψει μέσα του πώς θα μπορούσε να γίνει αρεστό στη Θεότητα; — ότι αποτελεί ζήτημα τύχης το να γνωρίζει κανείς τους ηθικούς νόμους, και ότι η γνώση αυτή έχει αποδοθεί αποκλειστικά σε εσάς, μόνο σε αυτή τη γωνιά της γης, χωρίς να ξέρει κανείς γιατί, και σε καμία άλλη από τις φυλές της γης; Αυτό σας το κάνει να το πιστεύετε η εγωιστική στενότητα της σκέψης σας. Εγώ στηρίζομαι μόνο στην ανόθευτη φωνή της καρδιάς και της συνείδησής μου· όποιος την ακούει ειλικρινά, βλέπει να ανατέλλει από αυτήν η αλήθεια. Να ακούν αυτήν τη φωνή, αυτό μόνο ζητώ από τους μαθητές μου. Αυτός ο εσωτερικός νόμος είναι νόμος ελευθερίας, στον οποίο ο άνθρωπος υποτάσσεται εκούσια, επειδή τον θεωρεί σαν νόμο που ο ίδιος έχει θέσει. Είναι αιώνιος· μέσα του βρίσκεται το αίσθημα της αθανασίας. Για το καθήκον μου να κάνω τους ανθρώπους γνωστούς με αυτόν, είμαι έτοιμος — όπως ο πιστός βοσκός για το ποίμνιό του — να δώσω τη ζωή μου· κι αν την πάρετε εσείς, δεν μου την αφαιρείτε, αλλά εγώ ο ίδιος την προσφέρω ελεύθερα. Εσείς είστε δούλοι, γιατί βρίσκεστε κάτω από τον ζυγό ενός νόμου που έχει επιβληθεί απ’ έξω, κι έτσι δεν έχει τη δύναμη να σας αποσπάσει από τη δουλεία των παθών μέσω του σεβασμού προς τον εαυτό σας».

Η εχθρική διάθεση που συνάντησε ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ, η στάση των Ιουδαίων, και ιδιαίτερα των ιερέων, οι οποίοι είχαν λάβει την απόφαση να θέσουν στο ανάθεμα και να αποκλείσουν από τη συμμετοχή στη λατρεία και στη δημόσια διδασκαλία όσους θα θεωρούσαν τον Ιησού ως τον Μεσσία (για τον οποίο εκείνος ποτέ δεν είχε ισχυριστεί κάτι τέτοιο δημόσια) — αυτή η εχθρική στάση του έδινε μια προαίσθηση των βιαιοπραγιών που ίσως (ίσως και τον θάνατο) θα είχε ακόμη να υπομείνει· και μοιράστηκε αυτές τις σκέψεις και με τους μαθητές του.
Ο Πέτρος είπε: «Ας μην το ελπίζουμε αυτό! Ο Θεός να φυλάξει!»
Ο Ιησούς απάντησε: «Πώς; Είσαι τόσο αδύναμος ώστε να μην είσαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, ή — χειρότερα ακόμη — να πιστεύεις ότι εγώ δεν είμαι προετοιμασμένος; Πόσο υλικά σκέφτεσαι ακόμη! Δεν γνωρίζεις ακόμη τη θεϊκή δύναμη που δίνει τον σεβασμό προς το καθήκον, ώστε για χάρη του να υπερνικά κανείς τις απαιτήσεις των παθών, ακόμη και την αγάπη για τη ζωή!»

Ύστερα στράφηκε στους υπόλοιπους μαθητές:
«Όποιος θέλει να ακολουθήσει την αρετή πρέπει να ξέρει να υποβάλλεται σε στερήσεις· όποιος θέλει να της μείνει αμετακίνητα πιστός πρέπει να είναι έτοιμος να προσφέρει και τη ζωή του. Όποιος αγαπά τη ζωή του υπερβολικά, εξευτελίζει την ψυχή του· όποιος την περιφρονεί για χάρη του καλύτερου εαυτού του, τον διασώζει από τον ζυγό της φύσης. Τι αξία θα είχε για τον άνθρωπο, αν αποκτούσε όλον τον κόσμο, αλλά έχανε τον εαυτό του; Ποιο τίμημα θα μπορούσε να υπάρξει που να αποζημιώσει για την απώλεια της αρετής; Κάποτε ο καταπιεσμένος θα λάμψει μέσα στη δόξα, και ο ορθός λόγος, αποκατεστημένος στα δικαιώματά του, θα απονείμει στον καθέναν τον μισθό των πράξεών του».

Μετά από μεγαλύτερη παραμονή στην Ιερουσαλήμ απ’ ό,τι συνήθως (διότι έμεινε από τη Γιορτή των Σκηνών έως τη Γιορτή των Εγκαινίων τον Δεκέμβριο), ο Ιησούς επέστρεψε — και μάλιστα για τελευταία φορά — στον τόπο που ήταν ο συνήθης χώρος της δράσης του, στη Γαλιλαία. Κατά τη διάρκεια αυτής της παραμονής του φαίνεται πως δεν δίδαξε πλέον, όπως παλαιότερα, μπροστά σε μεγάλο πλήθος, αλλά ασχολήθηκε κυρίως με τη διαμόρφωση των μαθητών του.

Στην Καπερναούμ τού ζήτησαν τον ετήσιο φόρο για τη συντήρηση του ναού.
«Τι νομίζεις, Πέτρε;» είπε σε εκείνον καθώς μπήκαν στο σπίτι. «Οι βασιλιάδες της γης εισπράττουν φόρους από ποιους — από τα παιδιά τους ή από τους άλλους;»
«Από τους άλλους», απάντησε ο Πέτρος.
«Άρα λοιπόν τα παιδιά είναι ελεύθερα», συνέχισε ο Ιησούς· «κι εμείς, που λατρεύουμε τον Θεό στο αληθινό πνεύμα της λέξης, δεν θα χρειαζόταν να συμβάλουμε στη συντήρηση ενός ναού που δεν έχουμε ανάγκη για να λατρεύουμε τον Θεό, διότι προσπαθούμε να το κάνουμε αυτό με έναν καλό τρόπο ζωής. Ωστόσο, για να μην προκαλέσουμε σκάνδαλο, και για να μη δείξουμε περιφρόνηση σε ό,τι είναι τόσο ιερό για εκείνους — πλήρωσε για μας».

Συνεχίζεται

ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ. ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΣΟΥΝ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΣ. ΠΑΡΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΤΑΘΕΡΑ ΤΟΥΣ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ.
  Ο ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΤΕΛΙΚΑ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ  ΤΟΥ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ, Η ΑΙΡΕΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΜΟΝΟ ΑΙΡΕΣΗ. ΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΣΤΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΤΟΥ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΠΟΛΛΟΥΣ. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΕΠΙΣΗΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΟΥΝ ΤΟΥΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΣΟΦΩΝ.
ΑΣ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙΡΟΣ.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού (3) Του G. W. F Hegel

Συνέχεια από: Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Η ζωή του Ιησού 3

Του G. W. F Hegel, περιλαμβάνεται στη συλλογή: Τα νεανικά θεολογικά κείμενα

Όταν προσεύχεστε, ας μη γίνεται αυτό κατά τον τρόπο των υποκριτών, που γονατίζουν στις εκκλησίες, σταυρώνουν τα χέρια στους δρόμους, ή ενοχλούν τους γείτονές τους με το τραγούδι τους, για να φανούν έτσι μπροστά στους ανθρώπους — αληθινά, η προσευχή τους είναι χωρίς καρπό.
Η δική σας προσευχή, είτε γίνεται μέσα στη φύση την ελεύθερη είτε στο δωμάτιό σας, ας είναι μια ανύψωση του πνεύματός σας πάνω από τους μικρούς σκοπούς που θέτουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους, και πάνω από τις επιθυμίες που τους σέρνουν πότε εδώ και πότε εκεί — με τη σκέψη προς τον Άγιο, που σας θυμίζει τον νόμο χαραγμένο στα στήθη σας, και σας γεμίζει σεβασμό γι’ αυτόν, αμετάβλητο απέναντι σε κάθε γοητεία των κλίσεων.

Μην βλέπετε την ουσία της προσευχής σε πολλά λόγια, με τα οποία οι δεισιδαίμονες νομίζουν ότι μπορούν να ευαρεστήσουν τον Θεό ή να ασκήσουν κάποια επιρροή πάνω του και στο σχέδιο της αιώνιας σοφίας του. Μη τους μιμείσθε.
Ο Πατέρας σας γνωρίζει τί έχετε ανάγκη προτού τον παρακαλέσετε· επομένως οι φυσικές ανάγκες και οι επιθυμίες των αισθήσεων δεν μπορούν να είναι το αντικείμενο της προσευχής σας· γιατί πώς θα μπορούσατε να γνωρίζετε αν η ικανοποίησή τους είναι σύμφωνη με τον ηθικό σκοπό του Αγίου;

Το πνεύμα της προσευχής σας ας είναι τούτο: ότι, ζωογονούμενοι από τη σκέψη της Θεότητας, λαμβάνετε ενώπιόν της την σταθερή απόφαση να αφιερώσετε όλον τον βίο σας στην αρετή. Το πνεύμα αυτό της προσευχής θα μπορούσε, αν εκφραζόταν με λόγια, να αποδοθεί κάπως έτσι:

«Πάτερ των ανθρώπων, στον οποίον είναι υποταγμένοι όλοι οι ουρανοί, εσύ ο Μοναδικά Άγιος, είθε η εικόνα σου να αιωρείται εμπρός μας, προς την οποίαν αγωνιζόμαστε να πλησιάσουμε· είθε να έλθει η βασιλεία σου, μέσα στην οποία όλα τα λογικά όντα έχουν τον νόμο μόνο ως κανόνα των πράξεών τους.
Σε αυτήν την ιδέα όλες οι επιθυμίες, ακόμη και η κραυγή της φύσης, βαθμηδόν υποτάσσονται.»


Μέσα στο αίσθημα της ατέλειάς μας απέναντι στο άγιο θέλημά σου — πώς θα μπορούσαμε να γίνουμε αυστηροί ή εκδικητικοί κριτές των αδελφών μας;
Θέλουμε μάλλον να εργαστούμε μόνο επάνω στον εαυτό μας, να βελτιώσουμε την καρδιά μας, να εξευγενίσουμε τα ελατήρια των πράξεών μας, να καθαρίσουμε ολοένα και περισσότερο τις διαθέσεις μας από το κακό, ώστε να σου μοιάσουμε, εσύ του οποίου η αγιότητα και η μακαριότητα είναι άπειρες.


Ένα σημείο της προόδου σας προς την ηθική τελειότητα έχετε — και τούτο είναι η αύξησή σας στην αγάπη προς τους αδελφούς και στην ροπή προς τη συγχώρηση.
Όχι οι θησαυροί της γης, που ούτε καν μπορείτε να ονομάσετε ολοδικά σας — ο χρυσός και το ασήμι, ή η ομορφιά, η δεξιότητα, που υπόκεινται στη φθορά, στην αλλαγή των περιστάσεων, ακόμη και στη σκουριά, στη φθορά των εντόμων ή στον κίνδυνο της κλοπής — όχι, τέτοια δεν πρέπει να γεμίζουν την ψυχή σας.
Συσσωρεύστε μέσα σας έναν αθάνατο θησαυρό, έναν πλούτο ηθικότητας· μόνο αυτός μπορεί να είναι, με την πλήρη σημασία της λέξεως, δική σας ιδιοκτησία, γιατί είναι προσκολλημένος στο ίδιο σας το Είναι — ούτε ο καταναγκασμός της φύσης, ούτε η κακή θέληση των ανθρώπων, ούτε ο ίδιος ο θάνατος δύναται να τον αφαιρέσει.


Όπως το μάτι είναι λυχνία του σώματος και, όταν είναι υγιές, το καθοδηγεί σε όλες τις λειτουργίες του, ενώ όταν είναι άρρωστο, το σώμα καθίσταται αδέξιο σε όλα — έτσι και όταν το φως της ψυχής, ο Λόγος (η Λογική), σκοτισθεί, από πού θα μπορούσε κάθε ορμή ή επιθυμία να λάβει την αληθινή της κατεύθυνση;

Όπως δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί δύο κυρίους με ίση ζέση, έτσι και η υπηρεσία του Θεού και της Λογικής είναι ασυμβίβαστη με την υπηρεσία των αισθήσεων — ο ένας αποκλείει τον άλλον, ή αλλιώς γεννάται μια άθλια και ανίσχυρη ταλάντευση ανάμεσά τους.


Γι’ αυτό σας προτρέπω, αποσπασθείτε από τις αιώνιες μέριμνες για το φαγητό, το ποτό και την ένδυση — ανάγκες που αποτελούν όλον τον κύκλο του μόχθου των περισσοτέρων ανθρώπων, οι οποίοι, κατά τη σημασία που δίνουν σ’ αυτά, φαίνονται να κάνουν απ’ αυτά τον σκοπό και τον τελικό στόχο της ύπαρξής τους.

Δεν βρίσκεται άραγε μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα μια ανάγκη υψηλότερη από την ανάγκη τροφής και ενδύσεως;
Κοιτάξτε τα πουλιά του ουρανού, που δεν σπέρνουν, δεν θερίζουν και δεν συνάγουν σε αποθήκες — ο Πατέρας της Φύσης φροντίζει για την τροφή τους.
Δεν είναι ο προορισμός σας ανώτερος από τον δικό τους; Και θα μπορούσε η φύση να σας έχει καταδικάσει να επιστρατεύετε όλες τις ευγενείς δυνάμεις της ψυχής σας μόνο για να ικανοποιείτε τις ανάγκες του στομάχου;


Ξοδεύετε τόσο κόπο για τον στολισμό και την ωραιοποίηση της μορφής που η φύση σάς έδωσε· μπορεί η φροντίδα σας, με κάθε μέσο των αισθήσεων και των αγωνιών, να προσθέσει στο ανάστημά σας έστω έναν πήχυ;
Ή κοιτάξτε τα άνθη του αγρού, που σήμερα ανθίζουν λαμπρά και αύριο γίνονται χορτάρι — μήπως ο Σολομών, μέσα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μπορούσε να συναγωνισθεί την ελεύθερη ομορφιά της φύσης;


Αποβάλτε λοιπόν κάπως την αγχώδη μέριμνα για τροφή και ένδυση·
ας είναι ο ύψιστος σκοπός των προσπαθειών σας η Βασιλεία του Θεού, και η ηθικότητα, μέσω της οποίας και μόνο καθίστασθε άξιοι να είσθε πολίτες αυτής·
τα υπόλοιπα θα σας δοθούν από μόνα τους.


Μην είστε αυστηροί στις κρίσεις σας για τους άλλους· διότι με το ίδιο μέτρο που χρησιμοποιείτε, θα μετρηθεί και σε σας, και αυτό δεν θα είναι πάντοτε προς όφελός σας.Γιατί βλέπετε τόσο πρόθυμα το μικρό αγκίστρι (το σκουπιδάκι) στο μάτι του άλλου, και το πολύ μεγαλύτερο στο δικό σας μάτι δεν το προσέχετε; Και λέτε ίσως ακόμη σ’ εκείνον: «Στάσου, φίλε μου, άφησέ με να βγάλω αυτό το σκουπιδάκι από το μάτι σου», — και ιδού, στο δικό σας μάτι βρίσκεται το πολύ μεγαλύτερο!

Υποκριτή, βγάλε πρώτα εκείνο από το δικό σου μάτι, και τότε μόνο σκέψου να θεραπεύσεις τον άλλον — εργάσου πρώτα επάνω στον εαυτό σου, προτού θελήσεις να εργασθείς επάνω σε άλλους.
Πώς μπορεί ένας τυφλός να δείξει τον δρόμο σε έναν άλλον τυφλό; — δεν θα πέσουν και οι δύο μέσα στον λάκκο; Ή μπορεί ο δάσκαλος να κάνει τον μαθητή ικανότερο από τον ίδιο τον εαυτό του;

Όταν λοιπόν θέλετε να διορθώσετε άλλους, μην απευθύνεστε απερίσκεπτα στον καθένα χωρίς διάκριση· μη ρίχνετε τα ιερά πράγματα στα σκυλιά, ούτε τα μαργαριτάρια μπροστά στους χοίρους· διότι εκείνοι θα τα καταπατήσουν με τα πόδια τους, και θα στραφούν εναντίον σας και θα σας καταρρίψουν.
Πλησιάστε τους ανθρώπους με ικεσία, και συχνά θα υποχωρήσουν· αναζητήστε μια πλευρά από όπου να μπορείτε να τους προσεγγίσετε — θα τη βρείτε· χτυπήστε απαλά, και θα σας ανοιχθεί η θύρα.

[*]
Ό,τι μπορείτε να θέλετε ώστε να ισχύει ως γενικός νόμος μεταξύ των ανθρώπων, και για εσάς τους ίδιους, σύμφωνα με μια τέτοια αρχή να πράττετε· — τούτο είναι ο θεμέλιος νόμος της ηθικότητας, το περιεχόμενο κάθε νομοθεσίας και όλων των ιερών βιβλίων όλων των εθνών.
Περάστε μέσα από αυτήν την πύλη του δικαίου στον ναό της αρετής· η πύλη αυτή είναι βεβαίως στενή, ο δρόμος προς αυτήν επικίνδυνος, και οι συνοδοιπόροι σας θα είναι λίγοι· πολύ πιο πολυζήτητος είναι ο παλάτιος της κακίας και της φθοράς, του οποίου οι πύλες είναι πλατιές και ο δρόμος του ομαλός.

Να προσέχετε ιδιαίτερα στον δρόμο σας από ψευδοδιδασκάλους, που με την ήπια όψη ενός αρνιού σας πλησιάζουν, ενώ κάτω απ’ αυτήν κρύβουν τις επιθυμίες αρπακτικών λύκων.
Έχετε ένα ασφαλές γνώρισμα για να διαπεράσετε εύκολα την προσποίηση τους — κρίνετέ τους από τα έργα τους. Μαζεύει κανείς σταφύλια από αγκάθια ή σύκα από τριβόλια; Κάθε καλό δέντρο φέρει καλούς καρπούς· και το κακό δέντρο — κακούς καρπούς. Δεν είναι βέβαια καλό δέντρο εκείνο που φέρει κακούς καρπούς, ούτε σάπιο εκείνο που φέρει καλούς· από τους καρπούς τους λοιπόν θα τους γνωρίσετε.


Από τον πλούτο μιας καλής καρδιάς αναβλύζει το καλό· από την πληρότητα μιας κακής καρδιάς αναβλύζει το κακό. Μην εξαπατάστε από λόγια ευσέβειας·
όχι καθένας που επικαλείται τον Θεό, που του προσφέρει προσευχές και θυσίες, είναι μέλος της βασιλείας του, αλλά μόνον εκείνος που πράττει το θέλημά του, το οποίο έχει φανερωθεί στον άνθρωπο μέσα στον νόμο του Λόγου (της Λογικής) του.


Πολλοί στην αιωνιότητα θα πουν ενώπιον του παγκόσμιου Κριτή:
«Κύριε, Κύριε, δεν κάναμε θαύματα; δεν διώξαμε πονηρά πνεύματα; δεν πραγματοποιήσαμε μεγάλα έργα; δεν χρησιμοποιήσαμε το όνομά σου σ’ αυτά, δεν σε δοξάσαμε, δεν σου αποδώσαμε ευχαριστία ως έργα σου;»
Τότε θα τους δοθεί η απάντηση:
Τί αξίζουν τα θαύματά σας, οι προφητείες σας ή τα μεγάλα έργα σας; γι’ αυτό τα πράξατε;
Ο Θεός δεν σας αναγνωρίζει ως δικούς του — δεν είστε πολίτες της βασιλείας του, εσείς οι θαυματουργοί, οι προφήτες, οι εκτελεστές μεγάλων έργων! Διότι πράξατε το κακό, και η ηθικότητα είναι το μόνο μέτρο της ευαρέσκειας του Θεού.

Κάθε άνθρωπο που άκουσε αυτές τις αρχές και τις έκανε δικές του, τον παρομοιάζω με σοφό άνδρα, που έχτισε το σπίτι του επάνω σε βράχο· και όταν ήλθε θύελλα, και τα ρεύματα έρρεαν, και οι άνεμοι έπνεαν, χτύπησαν και το σπίτι εκείνο, αλλά δεν έπεσε· διότι ήταν θεμελιωμένο επάνω σε βράχο. Εκείνον όμως που άκουσε αυτήν τη διδασκαλία αλλά δεν την εφάρμοσε, τον παρομοιάζω με ανόητο, που έχτισε το σπίτι του επάνω στην άμμο· και όταν ήλθε η θύελλα, χτύπησε και αυτό το σπίτι, και το γκρέμισε με μεγάλο πάταγο· διότι είχε ασθενή θεμέλια.

Αυτός ο λόγος έκανε μεγάλη εντύπωση στους ακροατές του· διότι μιλούσε με δύναμη και έμφαση, και τα θέματα ήταν τέτοια που αποτελούν το ύψιστο ενδιαφέρον της ανθρωπότητας.

Από τότε, η προσέλευση για να ακούσουν τον Ιησού γινόταν όλο και μεγαλύτερη·
αλλά και η προσοχή των Φαρισαίων και της ιουδαϊκής ιερατικής τάξης προς αυτόν αυξανόταν. Για να αποφύγει τον θόρυβο εκείνου του πλήθους και τις παγίδες αυτών, συχνά αποσυρόταν στην ερημία. Κατά τη διαμονή του στη Γαλιλαία, κάποτε πέρασε κοντά από ένα τελωνείο και είδε εκεί έναν υπάλληλο ονόματι Ματθαίο να κάθεται· τον προσκάλεσε να τον ακολουθήσει, και αργότερα τον θεώρησε άξιο της οικείας του συντροφιάς. Δείπνησε μαζί του, και η συντροφιά αποτελούνταν και από άλλους τέτοιους υπαλλήλους. Επειδή στους Ιουδαίους οι λέξεις τελώνης και αμαρτωλός ήταν σχεδόν ταυτόσημες, οι Φαρισαίοι εξέφρασαν στους φίλους του Ιησού την απορία τους γι’ αυτό.
Όταν εκείνος το άκουσε, τους είπε: Οι υγιείς δεν έχουν ανάγκη γιατρού, αλλά οι άρρωστοι. Σκεφθείτε όμως εσείς καθ’ οδόν, τί σημαίνει εκείνο που είναι γραμμένο κάπου στα ιερά σας βιβλία: «Όχι θυσία, αλλά δικαιοσύνη (εντιμότητα) μου είναι ευάρεστη.»

Μερικοί από τους μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή παρατήρησαν, αντίθετα, ότι αυτοί και οι Φαρισαίοι τηρούσαν τόσες πολλές νηστείες, ενώ οι φίλοι του Ιησού όχι·
στην ερώτησή τους γι’ αυτό, ο Ιησούς τούς απάντησε:
Ποιον λόγο θα είχαν πράγματι να είναι λυπημένοι; Θα έρθουν οι ημέρες, βέβαια, όπου και από αυτούς ο διδάσκαλός τους — όπως και από εσάς ο δικός σας — θα τους αφαιρεθεί· τότε ας νηστέψουν!


Γιατί, λοιπόν, να απαιτήσω από αυτούς τέτοια αυστηρότητα στον τρόπο ζωής τους;
Θα ήταν κάτι που δεν ταιριάζει ούτε στη μέχρι τώρα συνήθειά τους, ούτε στις αρχές μου, οι οποίες δεν αποδίδουν καμιά αξία σε μια εξωτερική αυστηρότητα,
και ακόμη λιγότερο μου επιτρέπουν να επιβάλλω σε άλλους την τήρηση ορισμένων εθίμων. Κατά την εποχή που πλησίαζε πάλι μια εορτή του Πάσχα, ο Ιησούς πήγε επίσης στην Ιερουσαλήμ. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, προκάλεσε μεγάλη δυσφορία στους Ιουδαίους, όταν μια φορά, ένα Σάββατο, έκανε σε έναν φτωχό ασθενή μια πράξη αγάπης. Είδαν σ’ αυτό μια βεβήλωση αυτής της ιερής ημέρας, και μια ύβρη — σαν να τολμούσε να θεωρήσει μη δεσμευτική μια εντολή που ο ίδιος ο Θεός είχε δώσει, σαν να ιδιοποιούνταν ένα δικαίωμα που ανήκει μόνο στον Θεό,
και να εξισώνει τη δική του αυθεντία με την αυθεντία της Θεότητας.


Ο Ιησούς τους απάντησε: Αν θεωρείτε τα εκκλησιαστικά σας καταστατικά και τα θετικά σας προστάγματα ως τον ανώτατο νόμο που έχει δοθεί στον άνθρωπο, τότε αγνοείτε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και την ικανότητα μέσα του να αντλεί από τον εαυτό του την έννοια της Θεότητας και τη γνώση του θελήματός της. Όποιος δεν τιμά μέσα του αυτήν την ικανότητα, δεν τιμά τη Θεότητα.

Αυτό που ο άνθρωπος μπορεί να ονομάσει το Εγώ του, αυτό που είναι υψωμένο πάνω από τον τάφο και τη φθορά, και που θα καθορίσει ο ίδιος τη δίκαιη ανταμοιβή του, είναι ικανό να κρίνει τον εαυτό του — φανερώνεται ως Λόγος (Vernunft), του οποίου η νομοθεσία δεν εξαρτάται από τίποτε άλλο, και στον οποίο καμιά άλλη εξουσία, ούτε στη γη ούτε στον ουρανό, δεν μπορεί να δώσει διαφορετικό μέτρο κρίσης. Αυτό που διδάσκω δεν το παρουσιάζω ως επινόημά μου, ως δική μου ιδιοκτησία· δεν απαιτώ κανείς να το δεχθεί στηριζόμενος στην αυθεντία μου· διότι δεν ζητώ τη δόξα μου. Το υποβάλλω στην κρίση της καθολικής λογικής, που μπορεί να οδηγήσει κάθε άνθρωπο να το πιστέψει ή όχι.

Αλλά πώς θα μπορούσατε εσείς να αναγνωρίσετε τη λογική ως το ανώτατο μέτρο της γνώσης και της πίστης, εφόσον ποτέ δεν ακούσατε τη φωνή της Θεότητας, ποτέ δεν προσέξατε την αντήχηση αυτής της φωνής μέσα στην καρδιά σας, ποτέ δεν δώσατε σημασία σε εκείνον που την αντηχεί;

Εφόσον εσείς πιστεύετε ότι κατέχετε αποκλειστικά τη γνώση του τι είναι το θέλημα του Θεού, και κάνετε την ιδιαίτερη διάκριση που υποτίθεται ότι σας ανήκει,
αντικείμενο της φιλοδοξίας σας; Εφόσον επικαλείστε συνεχώς τον Μωυσή, και στηρίζετε την πίστη σας στην ξένη αυθεντία ενός και μόνο ανθρώπου!


Ναι — διαβάστε απλώς προσεκτικά τα ιερά σας βιβλία, αλλά πρέπει να φέρετε μαζί σας το πνεύμα της αλήθειας και της αρετής· και τότε θα βρείτε μέσα σε αυτά μαρτυρία αυτού του πνεύματος και ταυτόχρονα την κατηγορία εναντίον του εαυτού σας, ότι η υπερηφάνειά σας, που ευχαριστιέται μέσα στον περιορισμένο της ορίζοντα, δεν σας επιτρέπει να υψώσετε το βλέμμα σας προς κάτι ανώτερο από τη νεκρή σας επιστήμη και τα μηχανικά σας έθιμα.

Και μερικές άλλες περιστάσεις έδωσαν στους Φαρισαίους αφορμή να προσάψουν στον Χριστό και στους μαθητές του βεβήλωση του Σαββάτου.
Περπατούσε μια τέτοια ημέρα με τους φίλους του μέσα από ένα χωράφι με σπαρτά· αυτοί πείνασαν και άρχισαν να μαδούν στάχυα, ή ό,τι άλλο φυτό ήταν εκεί — ίσως ανατολικούς καρπούς ή όσπρια — και έτρωγαν τους κόκκους· πράγμα που, κατά τα άλλα, θα ήταν επιτρεπτό. Οι Φαρισαίοι, που το είδαν, επισήμαναν στον Χριστό ότι οι μαθητές του κάνουν κάτι που δεν επιτρέπεται κατά το Σάββατο.

Ο Χριστός όμως τους απάντησε:


Δεν θυμάστε από την ιστορία του λαού σας, ότι ο Δαβίδ, όταν πείνασε, έφαγε τους ιερούς άρτους του ναού, και μοίρασε κιόλας από αυτούς στους συντρόφους του;
Ή ότι οι ιερείς στον ναό, ακόμη και κατά το Σάββατο, έχουν διάφορες εργασίες να επιτελέσουν; Θα έπρεπε λοιπόν ο ναός να καθαγιάζει αυτές τις πράξεις;
Σας λέγω: ο άνθρωπος είναι περισσότερο από έναν ναό.
Ο άνθρωπος — και όχι κάποιος τόπος — καθαγιάζει ή καθιστά ακάθαρτες τις πράξεις του. Το Σάββατο είναι για χάρη του ανθρώπου που έχει θεσπιστεί, όχι ο άνθρωπος για χάρη του Σαββάτου· διότι ο άνθρωπος είναι επίσης κύριος του Σαββάτου.
Αν είχατε ποτέ σκεφθεί τί σημαίνει εκείνο που είπα κάποτε σε μερικούς από το δικό σας τάγμα — ότι «ο Θεός ζητά αγάπη, όχι θυσία» — δεν θα κατηγορούσατε τόσο αυστηρά τους αθώους.


Το ίδιο συνέβη όταν οι Φαρισαίοι τον ρώτησαν μέσα σε μια συναγωγή, σ’ ένα άλλο Σάββατο,για να βρουν αφορμή να τον κατηγορήσουν·
κατά την ευκαιρία εκείνη υπήρχε εκεί ένας άνθρωπος με ξερό (παράλυτο) χέρι,
και τον ρώτησαν αν επιτρέπεται σήμερα να τον θεραπεύσει.
Ο Ιησούς απάντησε:
Ποιος από εσάς, αν ένα πρόβατό του πέσει μέσα σε λάκκο κατά το Σάββατο, δεν θα το τραβήξει έξω; Και πόση μεγαλύτερη αξία δεν έχει ένας άνθρωπος από ένα πρόβατο!
Άρα θα είναι ασφαλώς επιτρεπτό να γίνει μια καλή πράξη κατά το Σάββατο!


Από πολλά τέτοια παραδείγματα μπορούμε να δούμε την κακή θέληση των Φαρισαίων απέναντι στον Ιησού, και από τότε πράγματι συνδέθηκαν με το κόμμα του Ηρώδη για να βρουν τρόπο, αν ήταν δυνατόν, να τον εξοντώσουν. Τον συναντούμε πάλι στη Γαλιλαία, όπου κρατούσε τον εαυτό του κρυμμένο εξαιτίας εκείνων των διώξεων, και μάλιστα συνιστούσε στους ακροατές του, που συγκεντρώνονταν γύρω του, να μην γνωστοποιούν τον τόπο της διαμονής του.

Από το πλήθος των ακροατών του, ο Ιησούς ξεχώρισε δώδεκα, τους οποίους θεώρησε άξιους της ιδιαίτερης διδασκαλίας του, ώστε να τους καταστήσει ικανούς να τον βοηθήσουν στη διάδοση της διδασκαλίας του· και καθώς ο Ιησούς γνώριζε πολύ καλά ότι η ζωή και η δύναμη ενός και μόνου ανθρώπου δεν επαρκούν για να διαμορφώσουν μια ολόκληρη έθνος στην ηθικότητα, ήθελε τουλάχιστον να έχει μερικούς στους οποίους να μπορούσε να εμφυσήσει καθαρά το πνεύμα του. (Τα ονόματά τους βλ. στο κατά Μάρκον, 3:16–19.)

Κατά την περίσταση όπου ο Ιωάννης (ο Βαπτιστής) έστειλε μερικούς από τους φίλους του προς τον Ιησού, για να τον ρωτήσουν σχετικά με τον σκοπό της διδασκαλίας του, ο Ιησούς επανέφερε την κατηγορία εναντίον των Φαρισαίων, για την ψυχρότητα με την οποία είχαν δεχθεί την πρόσκληση του Ιωάννη προς μετάνοια.

Ποια περιέργεια, είπε, σας ώθησε τότε να βγείτε στην έρημο; Δεν ήταν βέβαια η επιθυμία για βελτίωση του εαυτού σας! Μήπως για να δείτε κάποιον όμοιό σας, άνθρωπο χωρίς χαρακτήρα, που αλλάζει τις αρχές του ανάλογα με το συμφέρον του — ένα καλάμι που το φυσά ο άνεμος εδώ κι εκεί; Ή μήπως έναν άνθρωπο με πολυτελή ενδύματα, γεμάτο επίδειξη; Τέτοιους δεν συναντάτε στην έρημο, αλλά μόνο στα παλάτια των βασιλιάδων! Ή μήπως νομίζατε πως θα δείτε έναν μάντη, έναν θαυματοποιό;
Ο Ιωάννης ήταν περισσότερο από αυτό! Στον απλό λαό ο Ιωάννης βρήκε ευκολότερη πρόσβαση· αλλά τις καρδιές των Φαρισαίων και των ορθόδοξων νομοδιδασκάλων δεν μπόρεσε ούτε να τις συγκλονίσει, ούτε να τις κάνει δεκτικές στο καλό.


Με τι λοιπόν να παρομοιάσω αυτή τη γενιά ανθρώπων; Μήπως με παιδιά που παίζουν στην αγορά και φωνάζουν το ένα στο άλλο: “Σας παίξαμε αυλό, και δεν χορέψατε· σας τραγουδήσαμε θλιβερά τραγούδια, και δεν κλάψατε!” Ο Ιωάννης δεν έτρωγε ψωμί, ούτε έπινε κρασί — κι εσείς λέτε: ‘Δαιμόνιο τον βασανίζει’. Εγώ τρώγω και πίνω όπως όλοι οι άνθρωποι — και εσείς λέτε: ‘Να, ο άνθρωπος είναι λαίμαργος και οινοπότης, και συναναστρέφεται με κακούς ανθρώπους!’ Όμως η Σοφία και η Αρετή θα βρουν πάντοτε θαυμαστές που θα δικαιώσουν την αξία τους.

Συνεχίζεται

ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΑ Η ΛΟΓΙΚΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΕΙ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟ, ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΛΟ ΣΚΟΠΟ. Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΣΗΜΕΡΑ ΠΛΕΟΝ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ.
ΑΥΤΗ Η ΛΟΓΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΔΟΚΙΜΑΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΕΤΥΧΕ ΟΜΩΣ. ΣΑΝ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΜΑ Ο ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΥΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΤΕΡΗΘΗΚΕ. ΑΛΛΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ. 
ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΟΥΜΕ; ΤΙ ΑΛΛΟ ΘΕΛΕΙΣ ΑΠΟ ΜΑΣ ΘΕΕ ΜΑΣ;. ΣΤΕΙΛΕ ΜΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΟΥ. ΤΟΝ ΔΥΝΑΤΟ. ΑΜΗΝ.