Η ζωή του Ιησού 4
Του G. W. F Hegel, περιλαμβάνεται στη συλλογή: Τα νεανικά θεολογικά κείμενα
Παρά την αυστηρή αυτή νουθεσία, τον κάλεσε ένας Φαρισαίος, ονόματι Σίμων, σε γεύμα. Μια γυναίκα, που πιθανότατα όφειλε πολλά στις διδασκαλίες του Ιησού, το έμαθε αυτό και ήρθε στο δωμάτιο κρατώντας ένα αγγείο με πολύτιμα μύρα· πλησίασε τον Ιησού. Η θέα του ενάρετου άνδρα και το αίσθημα της ενοχικής της ζωής την έκαναν να χύσει δάκρυα και να πέσει στα πόδια του· μέσα στη συγκίνηση για όσα είχε συμβάλει εκείνος στη μετάνοιά της και την επιστροφή της στον δρόμο της αρετής, άρχισε να καταβρέχει τα πόδια του, να τα βρέχει με τα δάκρυά της, να τα σκουπίζει με τις μπούκλες των μαλλιών της και να τα αλείφει με πολύτιμο μύρο.
Η καλοσύνη με την οποία ο Ιησούς δέχθηκε αυτές τις εκδηλώσεις, μέσα στις οποίες βρίσκει ανακούφιση μια μετανοημένη και ευγνώμων καρδιά, η καλοσύνη του Ιησού που δεν απώθησε αυτό το αίσθημα, προσέβαλε τη λεπτότητα των Φαρισαίων· με τις εκφράσεις τους φανέρωσαν την απορία τους που ο Ιησούς φερόταν τόσο ευγενικά σε μια γυναίκα με τόσο κακή φήμη. Ο Ιησούς το αντιλήφθηκε και είπε στον Σίμων: «Έχω κάτι να σου διηγηθώ». — «Πες το», είπε ο Σίμων.
«Ένας δανειστής», διηγήθηκε ο Ιησούς, «είχε δύο χρεώστες· ο ένας του χρωστούσε πεντακόσια δηνάρια, ο άλλος πενήντα. Και επειδή δεν ήταν σε θέση να του αποπληρώσουν το χρέος, τους το χάρισε. Ποιος από τους δύο θα τον αγαπήσει περισσότερο;» — «Ασφαλώς εκείνος», είπε ο Σίμων, «στον οποίο χάρισε τα περισσότερα». — «Χωρίς αμφιβολία», απάντησε ο Ιησούς, και δείχνοντας τη γυναίκα συνέχισε: «Κοίτα εδώ· ήρθα στο σπίτι σου και δεν μου πρόσφερες νερό για να πλύνω τα πόδια μου· αυτή τα έβρεξε με τα δάκρυά της και τα σκούπισε με τις μπούκλες της κεφαλής της. Δεν μου έδωσες φίλημα· εκείνη δεν το θεώρησε ανάξιο της να φιλήσει ακόμη και τα πόδια μου. Δεν άλειψες το κεφάλι μου με λάδι· εκείνη άλειψε με πολύτιμο μύρο τα πόδια μου. — Σε μια γυναίκα, που είναι ικανή για τέτοια αγάπη, για τέτοια ευγνωμοσύνη, συγχωρούνται τα σφάλματά της, ακόμη κι αν ήταν πολλά· η ψυχρότητα απέναντι σε τόσο ευγενή αισθήματα δεν δείχνει καμιά επιστροφή στην ανεπιτήδευτη αρετή».
Και ο Ιησούς είπε ακόμη στη γυναίκα: «Θεϊκή απόλαυση να βλέπει κανείς τη νίκη της πίστης σου στον εαυτό σου, το ότι είσαι ακόμη ικανή για το καλό, και το θάρρος σου. — Πήγαινε στο καλό!»
Ο Ιησούς συνέχισε την πορεία του μέσα από πόλεις και χωριά και κήρυττε παντού· συνοδοί του ήταν οι δώδεκα απόστολοί του, καθώς και μερικές, εν μέρει πλούσιες, γυναίκες, οι οποίες συντηρούσαν την ομάδα από την περιουσία τους. Κάποτε, παρουσία ενός μεγάλου πλήθους, τους παρέθεσε την ακόλουθη παραβολή (δηλαδή ένα επινοημένο διήγημα που παρουσιάζει αισθητά μια ορισμένη διδασκαλία· διαφέρει από τους μύθους στο ότι σε εκείνους δρουν ζώα, και από τις μυθικές ιστορίες στο ότι εκεί δρουν δαίμονες ή αλληγορικά όντα· στις παραβολές ενεργούν άνθρωποι):
Ένας σπορέας βγήκε να σπείρει τον σπόρο του· ένα μέρος από αυτόν έπεσε στον δρόμο και ποδοπατήθηκε και τα πουλιά τον έφαγαν· άλλο μέρος έπεσε σε πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα· φύτρωσε γρήγορα, όμως από τη ζέστη μαράθηκε σύντομα, επειδή δεν είχε βαθιές ρίζες· άλλος σπόρος έπεσε σε αγκαθωτούς φράχτες, που φύτρωσαν και τον έπνιξαν· και ένα μέρος έπεσε σε καλή γη και έδωσε καρπούς τριάντα, εξήντα έως και εκατονταπλάσιους.
Όταν οι μαθητές του τον ρώτησαν γιατί παρουσιάζει στο λαό τις διδασκαλίες τυλιγμένες μέσα σε παραβολές, τους απάντησε: Εσείς έχετε πράγματι αίσθηση για τις υψηλές ιδέες σχετικά με τη βασιλεία του Θεού και για τη χρηστότητα που δίνει σε αυτήν το δικαίωμα του πολίτη· αλλά η εμπειρία με έχει διδάξει ότι αυτά είναι χαμένα λόγια για τους Ιουδαίους· κι όμως απαιτούν να ακούσουν κάτι από μένα, ενώ οι βαθιές τους προκαταλήψεις δεν αφήνουν τη γυμνή αλήθεια να φτάσει ως την καρδιά τους. Όποιος έχει δεκτικότητα να λάβει μέσα του κάτι καλύτερο, μπορεί να ωφεληθεί από τις διδασκαλίες μου· αλλά σε όποιον λείπει εκείνη η ανώτερη αίσθηση, και η λίγη αναγνώριση του καλού που ίσως έχει δεν του χρησιμεύει σε τίποτε. Έχουν μάτια και δεν βλέπουν, αυτιά και δεν ακούνε· γι’ αυτό και τους μίλησα μόνο με μια παραβολή, την οποία τώρα θα σας εξηγήσω.
Ο σπόρος που σπάρθηκε είναι η γνώση του ηθικού νόμου. Όποιος έχει την ευκαιρία να αποκτήσει αυτή τη γνώση, αλλά δεν την κατανοεί σταθερά, από αυτόν αφαιρεί πολύ εύκολα ένας πλανητής το λίγο καλό που ίσως είχε σπαρθεί στην καρδιά του· αυτό σημαίνει ο σπόρος που έπεσε στον δρόμο. Εκείνος που σπάρθηκε στο πετρώδες έδαφος είναι η γνώση που γίνεται δεκτή με χαρά, αλλά επειδή δεν έχει ριζώσει βαθιά, σύντομα υποχωρεί στις περιστάσεις και, όταν η ανάγκη και η δυστυχία απειλούν την τιμιότητα, καταρρέει. Ο σπόρος που έπεσε στους φράχτες είναι η κατάσταση εκείνων που έχουν μεν ακούσει να μιλούν για την αρετή, αλλά μέσα τους αυτή πνίγεται από τις μέριμνες της ζωής και από την απατηλή γοητεία του πλούτου και μένει χωρίς καρπούς. Ο σπόρος που έπεσε σε καλό έδαφος είναι η φωνή της αρετής που έγινε κατανοητή και φέρει καρπούς τριάντα, εξήντα έως και εκατονταπλάσιους.
Τους παρέθεσε ακόμη άλλες παραβολές:
Η βασιλεία του Αγαθού μπορεί να συγκριθεί με ένα χωράφι το οποίο ο ιδιοκτήτης του είχε σπείρει με καλό σπόρο. Ενώ οι άνθρωποι κοιμούνταν, ήρθε ο εχθρός του και έσπειρε ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι και έφυγε κρυφά. Όταν ο σπόρος άρχισε να ξεπετιέται και να σχηματίζει στάχυα, τότε φάνηκαν και τα ζιζάνια. Οι δούλοι ρώτησαν τον κύριο: «Δεν έσπειρες καθαρό σπόρο; Πώς λοιπόν βρέθηκαν τόσα ζιζάνια στο χωράφι;» — «Ένας εχθρός μου θα τα έσπειρε», απάντησε ο κύριος. Οι δούλοι είπαν: «Θέλεις να πάμε να τα ξεριζώσουμε;» — «Όχι», απάντησε ο συνετός κύριος, «διότι μαζί με τα ζιζάνια θα ξεριζώσετε και τα στάχυα· αφήστε τα και τα δύο να μεγαλώνουν μαζί ως τον θερισμό· τότε θα προστάξω τους θεριστές να διαχωρίσουν τα ζιζάνια και να τα απομακρύνουν και να συγκεντρώσουν το καθαρό σιτάρι».
Όταν ο Ιησούς ήταν μόνος με τους μαθητές του και τον ρώτησαν για την ερμηνεία της παραβολής, τους έδωσε την εξής:
Ο σπορέας του καλού σπόρου είναι οι καλοί άνθρωποι, οι οποίοι με τις διδασκαλίες και το παράδειγμά τους στρέφουν τους ανθρώπους προς την αρετή· το χωράφι είναι ο κόσμος· ο καλός σπόρος είναι οι καλύτεροι άνθρωποι, τα ζιζάνια οι φαύλοι· ο εχθρός που σπέρνει τα ζιζάνια είναι οι πειρασμοί και οι πλανητές· καιρός του θερισμού είναι η αιωνιότητα, η ανταποδότρια του καλού και του κακού. Στο μεταξύ όμως, η αρετή και το ελάττωμα βρίσκονται σε τόσο στενή συνάφεια το ένα με το άλλο, ώστε το δεύτερο δεν μπορεί να εκριζωθεί χωρίς βλάβη του πρώτου.
Με άλλη άποψη, παρομοίασε τη βασιλεία του Αγαθού με έναν κόκκο σινάπεως, που αν και τόσο μικρός, μεγαλώνει σε μεγάλο φυτό, ώστε τα πουλιά να μπορούν να φωλιάζουν στα κλαδιά του· ή με λίγο προζύμι που, ζυμωμένο μέσα σε τρία μέτρα αλεύρι, ζυμώνει ολόκληρη τη μάζα. Συμβαίνει με τη βασιλεία του Αγαθού ό,τι και με τον σπόρο που σπέρνεται στη γη: δεν χρειάζεται παραπέρα φροντίδα· φυτρώνει και αναπτύσσεται χωρίς να το προσέχει κανείς· διότι η γη έχει από τη φύση της μια δική της ζωτική δύναμη, με την οποία ο σπόρος φυτρώνει, ξεπετιέται σε φύτρα και δίνει πλήρη στάχυα.
Παρομοίασε επίσης τη βασιλεία του Αγαθού με έναν κρυμμένο θησαυρό σε ένα χωράφι, τον οποίο κάποιος βρίσκει, αλλά τον ξανακρύβει και έπειτα, μέσα στη χαρά του, πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο το χωράφι· ή με έναν έμπορο που αναζητεί όμορφα μαργαριτάρια και βρίσκει ένα εξαιρετικά πολύτιμο, για το οποίο πουλά τα πάντα, ώστε να γίνει ο ιδιοκτήτης του· ή με έναν ψαρά, που στο δίχτυ του έπιασε ψάρια κάθε είδους, τα οποία αργότερα, στην ακτή, διαλέγει, βάζει τα καλά στα δοχεία του και τα άσχημα τα πετά έξω. Έτσι, στην εποχή του μεγάλου θερισμού, οι καλοί και οι κακοί άνθρωποι θα διακριθούν μεταξύ τους: εκείνοι με την ανταμοιβή που θα βρουν στη γαλήνη που χαρίζει η αρετή, οι άλλοι με τη μετάνοια, την αυτοκατηγορία και την ντροπή.
Στο μεταξύ είχαν έρθει συγγενείς του Ιησού να τον επισκεφθούν· εξαιτίας του πλήθους που τον περιέβαλλε δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν. Όταν το είπαν αυτό στον Ιησού, απάντησε: «Αδέλφια και συγγενείς μου είναι όσοι ακούν τη φωνή της θεότητας και την ακολουθούν».
Με την είδηση της δολοφονίας του Ιωάννη, διέταξε να τον μεταφέρουν με πλοιάριο στη ανατολική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδας· έμεινε όμως μόνο για μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στους Γαδαρηνούς και επέστρεψε πάλι στη Γαλιλαία.
Τους δώδεκα αποστόλους του έστειλε ο Ιησούς εκείνο τον καιρό να αντιπαλέψουν, όπως κι εκείνος, τις προκαταλήψεις των Ιουδαίων, οι οποίοι, υπερήφανοι για το όνομά τους και για την καταγωγή τους —πράγματα που, στα μάτια τους, αποτελούσαν μεγάλο προνόμιο— περιφρονούσαν την αξία που δίνει στον άνθρωπο η ηθικότητα, η μόνη αληθινή αξία. «Δεν χρειάζεται να κάνετε μεγάλες προετοιμασίες για το ταξίδι σας», είπε ο Ιησούς, «ούτε να ανακοινώσετε την άφιξή σας με οποιαδήποτε επιδεικτικότητα. Εκεί όπου σας δέχονται με προθυμία, μείνετε για κάποιο διάστημα· όποιος σας υποδέχεται άκαρδα, μην επιμένετε, αλλά εγκαταλείψτε αμέσως τον τόπο και συνεχίστε την πορεία σας».
Φαίνεται πως έλειψαν μόνο για λίγο· σύντομα ξαναβρέθηκαν κοντά στον Ιησού.
Κάποτε βρέθηκε σε μια συνάθροιση Φαρισαίων και νομοδιδασκάλων που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα· αυτοί παρατήρησαν ότι οι μαθητές του κάθονταν στο τραπέζι με ακάθαρτα, δηλαδή άπλυτα, χέρια· διότι οι Ιουδαίοι, σύμφωνα με μια διάταξη που στηρίζεται στην παράδοση, δεν τρώνε τίποτε πριν πλύνουν πολύ σχολαστικά τα χέρια τους· και επιπλέον, ακόμη κι αν αυτά είχαν ήδη καθαριστεί, πριν από κάθε γεύμα όλα τα ποτήρια, τα υπόλοιπα σκεύη, καρέκλες και πάγκοι έπρεπε να ραντιστούν με νερό. Οι Φαρισαίοι ρώτησαν τον Ιησού:
«Γιατί οι μαθητές σου δεν ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις των πατέρων μας, αλλά κάθονται στο τραπέζι με ακαθαγίαστα χέρια;»
Ο Ιησούς απάντησε:
Μια φράση από τα ιερά σας βιβλία εφαρμόζεται πολύ καλά σε σας· λέει:
«Αυτός ο λαός με τιμά με τα χείλη, αλλά η καρδιά του είναι μακριά από μένα· μάταιη είναι η λατρεία τους, διότι είναι τυφλή υπακοή σε αυθαίρετα δόγματα.»
Δεν τιμάτε την εντολή του Θεού, αλλά προσκολλάστε ολοκληρωτικά σε ανθρώπινα έθιμα· π.χ. στον καθαγιασμό των ποτηριών και των καθισμάτων με νερό και σε άλλα παρόμοια πράγματα — σ’ αυτά είστε σχολαστικοί· αλλά μια θεϊκή εντολή, που εσείς καταργείτε για να παραμείνετε πιστοί στους εκκλησιαστικούς σας κανονισμούς, είναι ο νόμος:
«Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου· όποιος μιλήσει με ασέβεια στον πατέρα ή τη μητέρα του, πρέπει να πεθάνει.»
Εσείς όμως θεσπίσατε έναν άλλο νόμο:
Αν κάποιος από θυμό πει στον πατέρα ή τη μητέρα του: «Ό,τι καλό θα μπορούσα ακόμη να σου κάνω είναι αφιερωμένο στον ναό», τότε θεωρείτε ότι με αυτό δεσμεύτηκε με ευχή να μην τους προσφέρει πλέον κανένα καλό· και τού το λογίζετε ως αμαρτία, αν εξακολουθήσει να προσφέρει κάποια υπηρεσία στον πατέρα ή στη μητέρα του. Έτσι καταργείτε εκείνη τη θεϊκή εντολή με τις δικές σας διατάξεις. Με παρόμοιο τρόπο έχετε και άλλες τέτοιες διατάξεις.
Ο Ιησούς είπε τότε στο πλήθος που τον περιέβαλλε:
«Ακούστε με και κατανοήστε ό,τι σας λέω:
Τίποτε σωματικό, τίποτε απ’ όσα ο άνθρωπος λαμβάνει από έξω μέσα του, δεν μπορεί να τον μολύνει· αλλά εκείνο του οποίου ο ίδιος είναι η πηγή, αυτό που βγαίνει από το στόμα του, αυτό δείχνει αν η ψυχή του είναι καθαρή ή ακάθαρτη.»
Οι μαθητές του θέλησαν να τον κάνουν να προσέξει ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν με αυτά τα λόγια.
Αφήστε τους να σκανδαλίζονται, είπε ο Ιησούς· τέτοιες φυτείες που προέρχονται από ανθρώπους πρέπει να ξεριζωθούν· είναι τυφλοί που οδηγούν τυφλούς, και εγώ θέλω να αποσπάσω τον λαό από τέτοιους τυφλούς οδηγούς, αλλιώς θα πέσει μαζί με αυτούς στον λάκκο, στους οποίους έχει εμπιστευθεί τον εαυτό του.
Όταν το πλήθος είχε διαλυθεί και ο Ιησούς είχε επιστρέψει στο σπίτι, οι φίλοι του τον ρώτησαν να τους εξηγήσει τι είχε πει στον λαό για τα καθαρά και ακάθαρτα πράγματα.
«Τι;» είπε ο Ιησούς, «ούτε εσείς έχετε ακόμη φτάσει στο σημείο να το κατανοήσετε; Δεν καταλαβαίνετε ότι ό,τι περνά από το στόμα του ανθρώπου επεξεργάζεται στο στομάχι και στα έντερα και αποβάλλεται από τους δρόμους της αφόδευσης; Αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα —λόγια και γενικά πράξεις— προέρχεται από το εσωτερικό του ανθρώπου και αυτά μπορεί να είναι καθαρά ή ακάθαρτα, ιερά ή ασεβή.»
Από την ψυχή πηγάζουν τα κακά: κακοί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, ύβρεις, φθόνος, υπερηφάνεια, κραιπάλη, φιλαργυρία· αυτά είναι τα ελαττώματα που αποϊεροποιούν τον άνθρωπο· όχι το ότι ίσως δεν έπλυνε τα χέρια του με νερό πριν καθίσει στο τραπέζι.
Έκανε επίσης τη σύγκριση της βασιλείας του Αγαθού με έναν κρυμμένο θησαυρό σε ένα χωράφι· κάποιον που τον ανακαλύπτει, τον κρύβει πάλι, και έπειτα, από τη χαρά του, πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο το χωράφι· ή με έναν έμπορο που αναζητά ωραίες μαργαριτάρια και βρίσκει ένα εξαιρετικά πολύτιμο, για το οποίο πουλά ό,τι έχει, για να γίνει ο κάτοχός του· ή με έναν ψαρά που συνέλαβε με το δίχτυ του ψάρια κάθε λογής, και έπειτα στην ακτή τα διαλέγει, βάζει τα καλά σε αγγεία και τα κακά τα πετά. — Έτσι, στον μεγάλο καιρό του θερισμού, οι καλοί και οι κακοί άνθρωποι θα διακριθούν μεταξύ τους: οι πρώτοι μέσω της ανταμοιβής που βρίσκουν στη γαλήνη που χαρίζει η αρετή, οι δεύτεροι μέσω της μεταμέλειας, της αυτοκατηγορίας και της ντροπής.
Στο μεταξύ είχαν έρθει συγγενείς του Ιησού να τον επισκεφθούν· εξαιτίας του πλήθους που τον περιέβαλλε δεν μπορούσαν να πλησιάσουν κοντά του· όταν το ανέφεραν στον Ιησού, απάντησε: «Αδέλφια και συγγενείς μου είναι όσοι ακούνε τη φωνή της Θεότητας και την ακολουθούν».
Με την είδηση για τη δολοφονία του Ιωάννη, πέρασε με πλοιάριο στην ανατολική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδας· αλλά παρέμεινε μόνο για λίγο ανάμεσα στους Γαδαρηνούς και επέστρεψε πάλι στη Γαλιλαία.
Την εποχή αυτή ο Ιησούς έστειλε τους δώδεκα αποστόλους του, για να αντικρούσουν —όπως και εκείνος— τις προκαταλήψεις των Ιουδαίων, οι οποίοι καυχιόντουσαν για το όνομά τους και για την καταγωγή τους, την οποία θεωρούσαν μεγάλο προνόμιο, μεγαλύτερο μάλιστα από τη μόνη αξία που δίνει στον άνθρωπο η ηθικότητα. «Δεν χρειάζεται», τους είπε ο Ιησούς, «να κάνετε μεγάλες προετοιμασίες για το ταξίδι σας, ούτε να ανακοινώσετε τη συνάντησή σας με κάποιο ιδιαίτερο έξοδο. Όπου σας δώσουν προσοχή, μείνετε εκεί για λίγο· όπου όμως σας υποδεχθούν δυσάρεστα, μη τους πιέζετε, αλλά φύγετε αμέσως από εκεί και συνεχίστε την πορεία σας». — Φαίνεται πως έλειψαν μόνο για λίγο καιρό και σύντομα ξαναβρέθηκαν πάλι κοντά στον Ιησού.
(Θα συνεχίσω τώρα με το επόμενο απόσπασμα που δώσατε.)
Μια φορά βρισκόταν σε μια συνάθροιση Φαρισαίων και νομοδιδασκάλων που είχαν έρθει από την Ιερουσαλήμ· αυτοί παρατήρησαν ότι οι μαθητές του κάθονταν στο τραπέζι με ακάθαρτα —δηλαδή αλούστα— χέρια· γιατί οι Ιουδαίοι, σύμφωνα με μια παράδοση βασισμένη στο έθος, δεν τρώνε τίποτα πριν πλυθούν εξαιρετικά σχολαστικά· επίσης όλα τα ποτήρια και τα σκεύη, καρέκλες και πάγκοι έπρεπε να ραντιστούν με νερό πριν από κάθε γεύμα, παρόλο που ήδη ήταν καθαρά. Οι Φαρισαίοι ρώτησαν τον Ιησού: «Γιατί οι μαθητές σου δεν ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις των πατέρων μας, αλλά κάθονται στο τραπέζι με ακάθαρτα χέρια;»
Ο Ιησούς απάντησε: «Ένα χωρίο από τα ιερά σας βιβλία ταιριάζει καλά σε σας· λέει: “Αυτός ο λαός με τιμά με τα χείλη, η καρδιά τους όμως είναι μακριά από μένα· μάταιη είναι η λατρεία τους, διότι είναι τήρηση αυθαίρετων διατάξεων.” Εσείς δεν σέβεστε τη θεϊκή εντολή, αλλά προσκολλάστε στους ανθρώπινους τύπους· για παράδειγμα στον καθαγιασμό των ποτηριών και των καθισμάτων με νερό και άλλα παρόμοια — σ’ αυτά είστε ακριβείς. Μια θεϊκή εντολή που καταργείτε για να μείνετε πιστοί στα εκκλησιαστικά σας διατάγματα είναι η εντολή: ‘Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου· όποιος προφέρει κακόλογες κουβέντες εναντίον τους, να τιμωρείται με θάνατο.’ Αλλά εσείς θεσπίσατε έναν άλλο κανόνα: αν κάποιος πει από θυμό στον πατέρα ή τη μητέρα του “κάθε καλό που θα μπορούσα να σας κάνω είναι αφιερωμένο στον ναό”, τότε τον θεωρείτε δεσμευμένο από ευχή να μην τους κάνει πια κανένα καλό, και τον κατηγορείτε για αμαρτία αν προσφέρει ακόμη κάποια υπηρεσία στον πατέρα ή τη μητέρα του. Έτσι αφαιρείτε τη θεϊκή εντολή μέσα από τις δικές σας· και με παρόμοιο τρόπο έχετε ακόμη πολλές τέτοιες διατάξεις.»
Έπειτα ο Ιησούς είπε στο πλήθος που στεκόταν γύρω του: «Ακούστε με και καταλάβετε: τίποτα σωματικό, τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω, δεν μπορεί να τον μολύνει· αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα του, αυτό που έχει ως πηγή του τον ίδιο τον άνθρωπο, αυτό δείχνει αν η ψυχή του είναι καθαρή ή ακάθαρτη.»
Οι μαθητές θέλησαν να τον προειδοποιήσουν ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν από τα λόγια του. «Ας σκανδαλιστούν», είπε ο Ιησούς· «φυτεύματα που προέρχονται από ανθρώπους πρέπει να ξεριζωθούν· είναι τυφλοί που οδηγούν τυφλούς — και θα ήθελα να αποσπάσω το λαό από τέτοιους τυφλούς οδηγούς, αλλιώς θα πέσει μαζί τους στον λάκκο όπου τον οδηγούν.»
Όταν διαλύθηκε το πλήθος και ο Ιησούς επέστρεψε στο σπίτι, οι φίλοι του τον ρώτησαν να τους εξηγήσει όσα είχε πει σχετικά με τα καθαρά και ακάθαρτα πράγματα. «Πώς;» είπε ο Ιησούς. «Ούτε κι εσείς έχετε φτάσει ακόμη να το κατανοήσετε; Δεν αντιλαμβάνεστε ότι ό,τι μπαίνει στον άνθρωπο από το στόμα περνά στο στομάχι και στα έντερα και αποβάλλεται; Αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα —λόγια και πράξεις γενικά— προέρχεται από το εσωτερικό της ψυχής, και αυτά μπορούν να είναι καθαρά ή ακάθαρτα, ιερά ή ασεβή. Από την ψυχή ξεπηδούν οι κακές σκέψεις, οι φόνοι, οι μοιχείες, οι κλοπές, οι ψευδομαρτυρίες, οι βλασφημίες, ο φθόνος, η υπεροψία, η ακολασία, η πλεονεξία· αυτά είναι τα ελαττώματα που αποϊεροποιούν τον άνθρωπο — όχι το αν έτυχε να μην πλύνει τα χέρια του με νερό πριν καθίσει στο τραπέζι.»
Όταν ο Ιησούς κάποια άλλη φορά δίδασκε δημόσια μέσα στον ναό, οι Φαρισαίοι του αντιτάχθηκαν ρωτώντας ποια μαρτυρία μπορούσε να παρουσιάσει που να εγγυάται σε αυτόν και στους άλλους την αλήθεια των διδαχών του· εκείνοι απολάμβαναν, έλεγαν, το προνόμιο να έχουν ένα πολίτευμα και νόμους που είχαν νομιμοποιηθεί μέσω επίσημων θεϊκών αποκαλύψεων.
Ο Ιησούς τους απάντησε: «Πιστεύετε τάχα πως η Θεότητα έριξε το ανθρώπινο γένος μέσα στον κόσμο, παραδομένο στη φύση, χωρίς νόμο, χωρίς επίγνωση του σκοπού της ύπαρξής του, χωρίς τη δυνατότητα να ανακαλύψει μέσα του πώς θα μπορούσε να γίνει αρεστό στη Θεότητα; — ότι αποτελεί ζήτημα τύχης το να γνωρίζει κανείς τους ηθικούς νόμους, και ότι η γνώση αυτή έχει αποδοθεί αποκλειστικά σε εσάς, μόνο σε αυτή τη γωνιά της γης, χωρίς να ξέρει κανείς γιατί, και σε καμία άλλη από τις φυλές της γης; Αυτό σας το κάνει να το πιστεύετε η εγωιστική στενότητα της σκέψης σας. Εγώ στηρίζομαι μόνο στην ανόθευτη φωνή της καρδιάς και της συνείδησής μου· όποιος την ακούει ειλικρινά, βλέπει να ανατέλλει από αυτήν η αλήθεια. Να ακούν αυτήν τη φωνή, αυτό μόνο ζητώ από τους μαθητές μου. Αυτός ο εσωτερικός νόμος είναι νόμος ελευθερίας, στον οποίο ο άνθρωπος υποτάσσεται εκούσια, επειδή τον θεωρεί σαν νόμο που ο ίδιος έχει θέσει. Είναι αιώνιος· μέσα του βρίσκεται το αίσθημα της αθανασίας. Για το καθήκον μου να κάνω τους ανθρώπους γνωστούς με αυτόν, είμαι έτοιμος — όπως ο πιστός βοσκός για το ποίμνιό του — να δώσω τη ζωή μου· κι αν την πάρετε εσείς, δεν μου την αφαιρείτε, αλλά εγώ ο ίδιος την προσφέρω ελεύθερα. Εσείς είστε δούλοι, γιατί βρίσκεστε κάτω από τον ζυγό ενός νόμου που έχει επιβληθεί απ’ έξω, κι έτσι δεν έχει τη δύναμη να σας αποσπάσει από τη δουλεία των παθών μέσω του σεβασμού προς τον εαυτό σας».
Η εχθρική διάθεση που συνάντησε ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ, η στάση των Ιουδαίων, και ιδιαίτερα των ιερέων, οι οποίοι είχαν λάβει την απόφαση να θέσουν στο ανάθεμα και να αποκλείσουν από τη συμμετοχή στη λατρεία και στη δημόσια διδασκαλία όσους θα θεωρούσαν τον Ιησού ως τον Μεσσία (για τον οποίο εκείνος ποτέ δεν είχε ισχυριστεί κάτι τέτοιο δημόσια) — αυτή η εχθρική στάση του έδινε μια προαίσθηση των βιαιοπραγιών που ίσως (ίσως και τον θάνατο) θα είχε ακόμη να υπομείνει· και μοιράστηκε αυτές τις σκέψεις και με τους μαθητές του.
Ο Πέτρος είπε: «Ας μην το ελπίζουμε αυτό! Ο Θεός να φυλάξει!»
Ο Ιησούς απάντησε: «Πώς; Είσαι τόσο αδύναμος ώστε να μην είσαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, ή — χειρότερα ακόμη — να πιστεύεις ότι εγώ δεν είμαι προετοιμασμένος; Πόσο υλικά σκέφτεσαι ακόμη! Δεν γνωρίζεις ακόμη τη θεϊκή δύναμη που δίνει τον σεβασμό προς το καθήκον, ώστε για χάρη του να υπερνικά κανείς τις απαιτήσεις των παθών, ακόμη και την αγάπη για τη ζωή!»
Ύστερα στράφηκε στους υπόλοιπους μαθητές:
«Όποιος θέλει να ακολουθήσει την αρετή πρέπει να ξέρει να υποβάλλεται σε στερήσεις· όποιος θέλει να της μείνει αμετακίνητα πιστός πρέπει να είναι έτοιμος να προσφέρει και τη ζωή του. Όποιος αγαπά τη ζωή του υπερβολικά, εξευτελίζει την ψυχή του· όποιος την περιφρονεί για χάρη του καλύτερου εαυτού του, τον διασώζει από τον ζυγό της φύσης. Τι αξία θα είχε για τον άνθρωπο, αν αποκτούσε όλον τον κόσμο, αλλά έχανε τον εαυτό του; Ποιο τίμημα θα μπορούσε να υπάρξει που να αποζημιώσει για την απώλεια της αρετής; Κάποτε ο καταπιεσμένος θα λάμψει μέσα στη δόξα, και ο ορθός λόγος, αποκατεστημένος στα δικαιώματά του, θα απονείμει στον καθέναν τον μισθό των πράξεών του».
Μετά από μεγαλύτερη παραμονή στην Ιερουσαλήμ απ’ ό,τι συνήθως (διότι έμεινε από τη Γιορτή των Σκηνών έως τη Γιορτή των Εγκαινίων τον Δεκέμβριο), ο Ιησούς επέστρεψε — και μάλιστα για τελευταία φορά — στον τόπο που ήταν ο συνήθης χώρος της δράσης του, στη Γαλιλαία. Κατά τη διάρκεια αυτής της παραμονής του φαίνεται πως δεν δίδαξε πλέον, όπως παλαιότερα, μπροστά σε μεγάλο πλήθος, αλλά ασχολήθηκε κυρίως με τη διαμόρφωση των μαθητών του.
Στην Καπερναούμ τού ζήτησαν τον ετήσιο φόρο για τη συντήρηση του ναού.
«Τι νομίζεις, Πέτρε;» είπε σε εκείνον καθώς μπήκαν στο σπίτι. «Οι βασιλιάδες της γης εισπράττουν φόρους από ποιους — από τα παιδιά τους ή από τους άλλους;»
«Από τους άλλους», απάντησε ο Πέτρος.
«Άρα λοιπόν τα παιδιά είναι ελεύθερα», συνέχισε ο Ιησούς· «κι εμείς, που λατρεύουμε τον Θεό στο αληθινό πνεύμα της λέξης, δεν θα χρειαζόταν να συμβάλουμε στη συντήρηση ενός ναού που δεν έχουμε ανάγκη για να λατρεύουμε τον Θεό, διότι προσπαθούμε να το κάνουμε αυτό με έναν καλό τρόπο ζωής. Ωστόσο, για να μην προκαλέσουμε σκάνδαλο, και για να μη δείξουμε περιφρόνηση σε ό,τι είναι τόσο ιερό για εκείνους — πλήρωσε για μας».
Συνεχίζεται
Του G. W. F Hegel, περιλαμβάνεται στη συλλογή: Τα νεανικά θεολογικά κείμενα
Παρά την αυστηρή αυτή νουθεσία, τον κάλεσε ένας Φαρισαίος, ονόματι Σίμων, σε γεύμα. Μια γυναίκα, που πιθανότατα όφειλε πολλά στις διδασκαλίες του Ιησού, το έμαθε αυτό και ήρθε στο δωμάτιο κρατώντας ένα αγγείο με πολύτιμα μύρα· πλησίασε τον Ιησού. Η θέα του ενάρετου άνδρα και το αίσθημα της ενοχικής της ζωής την έκαναν να χύσει δάκρυα και να πέσει στα πόδια του· μέσα στη συγκίνηση για όσα είχε συμβάλει εκείνος στη μετάνοιά της και την επιστροφή της στον δρόμο της αρετής, άρχισε να καταβρέχει τα πόδια του, να τα βρέχει με τα δάκρυά της, να τα σκουπίζει με τις μπούκλες των μαλλιών της και να τα αλείφει με πολύτιμο μύρο.
Η καλοσύνη με την οποία ο Ιησούς δέχθηκε αυτές τις εκδηλώσεις, μέσα στις οποίες βρίσκει ανακούφιση μια μετανοημένη και ευγνώμων καρδιά, η καλοσύνη του Ιησού που δεν απώθησε αυτό το αίσθημα, προσέβαλε τη λεπτότητα των Φαρισαίων· με τις εκφράσεις τους φανέρωσαν την απορία τους που ο Ιησούς φερόταν τόσο ευγενικά σε μια γυναίκα με τόσο κακή φήμη. Ο Ιησούς το αντιλήφθηκε και είπε στον Σίμων: «Έχω κάτι να σου διηγηθώ». — «Πες το», είπε ο Σίμων.
«Ένας δανειστής», διηγήθηκε ο Ιησούς, «είχε δύο χρεώστες· ο ένας του χρωστούσε πεντακόσια δηνάρια, ο άλλος πενήντα. Και επειδή δεν ήταν σε θέση να του αποπληρώσουν το χρέος, τους το χάρισε. Ποιος από τους δύο θα τον αγαπήσει περισσότερο;» — «Ασφαλώς εκείνος», είπε ο Σίμων, «στον οποίο χάρισε τα περισσότερα». — «Χωρίς αμφιβολία», απάντησε ο Ιησούς, και δείχνοντας τη γυναίκα συνέχισε: «Κοίτα εδώ· ήρθα στο σπίτι σου και δεν μου πρόσφερες νερό για να πλύνω τα πόδια μου· αυτή τα έβρεξε με τα δάκρυά της και τα σκούπισε με τις μπούκλες της κεφαλής της. Δεν μου έδωσες φίλημα· εκείνη δεν το θεώρησε ανάξιο της να φιλήσει ακόμη και τα πόδια μου. Δεν άλειψες το κεφάλι μου με λάδι· εκείνη άλειψε με πολύτιμο μύρο τα πόδια μου. — Σε μια γυναίκα, που είναι ικανή για τέτοια αγάπη, για τέτοια ευγνωμοσύνη, συγχωρούνται τα σφάλματά της, ακόμη κι αν ήταν πολλά· η ψυχρότητα απέναντι σε τόσο ευγενή αισθήματα δεν δείχνει καμιά επιστροφή στην ανεπιτήδευτη αρετή».
Και ο Ιησούς είπε ακόμη στη γυναίκα: «Θεϊκή απόλαυση να βλέπει κανείς τη νίκη της πίστης σου στον εαυτό σου, το ότι είσαι ακόμη ικανή για το καλό, και το θάρρος σου. — Πήγαινε στο καλό!»
Ο Ιησούς συνέχισε την πορεία του μέσα από πόλεις και χωριά και κήρυττε παντού· συνοδοί του ήταν οι δώδεκα απόστολοί του, καθώς και μερικές, εν μέρει πλούσιες, γυναίκες, οι οποίες συντηρούσαν την ομάδα από την περιουσία τους. Κάποτε, παρουσία ενός μεγάλου πλήθους, τους παρέθεσε την ακόλουθη παραβολή (δηλαδή ένα επινοημένο διήγημα που παρουσιάζει αισθητά μια ορισμένη διδασκαλία· διαφέρει από τους μύθους στο ότι σε εκείνους δρουν ζώα, και από τις μυθικές ιστορίες στο ότι εκεί δρουν δαίμονες ή αλληγορικά όντα· στις παραβολές ενεργούν άνθρωποι):
Ένας σπορέας βγήκε να σπείρει τον σπόρο του· ένα μέρος από αυτόν έπεσε στον δρόμο και ποδοπατήθηκε και τα πουλιά τον έφαγαν· άλλο μέρος έπεσε σε πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα· φύτρωσε γρήγορα, όμως από τη ζέστη μαράθηκε σύντομα, επειδή δεν είχε βαθιές ρίζες· άλλος σπόρος έπεσε σε αγκαθωτούς φράχτες, που φύτρωσαν και τον έπνιξαν· και ένα μέρος έπεσε σε καλή γη και έδωσε καρπούς τριάντα, εξήντα έως και εκατονταπλάσιους.
Όταν οι μαθητές του τον ρώτησαν γιατί παρουσιάζει στο λαό τις διδασκαλίες τυλιγμένες μέσα σε παραβολές, τους απάντησε: Εσείς έχετε πράγματι αίσθηση για τις υψηλές ιδέες σχετικά με τη βασιλεία του Θεού και για τη χρηστότητα που δίνει σε αυτήν το δικαίωμα του πολίτη· αλλά η εμπειρία με έχει διδάξει ότι αυτά είναι χαμένα λόγια για τους Ιουδαίους· κι όμως απαιτούν να ακούσουν κάτι από μένα, ενώ οι βαθιές τους προκαταλήψεις δεν αφήνουν τη γυμνή αλήθεια να φτάσει ως την καρδιά τους. Όποιος έχει δεκτικότητα να λάβει μέσα του κάτι καλύτερο, μπορεί να ωφεληθεί από τις διδασκαλίες μου· αλλά σε όποιον λείπει εκείνη η ανώτερη αίσθηση, και η λίγη αναγνώριση του καλού που ίσως έχει δεν του χρησιμεύει σε τίποτε. Έχουν μάτια και δεν βλέπουν, αυτιά και δεν ακούνε· γι’ αυτό και τους μίλησα μόνο με μια παραβολή, την οποία τώρα θα σας εξηγήσω.
Ο σπόρος που σπάρθηκε είναι η γνώση του ηθικού νόμου. Όποιος έχει την ευκαιρία να αποκτήσει αυτή τη γνώση, αλλά δεν την κατανοεί σταθερά, από αυτόν αφαιρεί πολύ εύκολα ένας πλανητής το λίγο καλό που ίσως είχε σπαρθεί στην καρδιά του· αυτό σημαίνει ο σπόρος που έπεσε στον δρόμο. Εκείνος που σπάρθηκε στο πετρώδες έδαφος είναι η γνώση που γίνεται δεκτή με χαρά, αλλά επειδή δεν έχει ριζώσει βαθιά, σύντομα υποχωρεί στις περιστάσεις και, όταν η ανάγκη και η δυστυχία απειλούν την τιμιότητα, καταρρέει. Ο σπόρος που έπεσε στους φράχτες είναι η κατάσταση εκείνων που έχουν μεν ακούσει να μιλούν για την αρετή, αλλά μέσα τους αυτή πνίγεται από τις μέριμνες της ζωής και από την απατηλή γοητεία του πλούτου και μένει χωρίς καρπούς. Ο σπόρος που έπεσε σε καλό έδαφος είναι η φωνή της αρετής που έγινε κατανοητή και φέρει καρπούς τριάντα, εξήντα έως και εκατονταπλάσιους.
Τους παρέθεσε ακόμη άλλες παραβολές:
Η βασιλεία του Αγαθού μπορεί να συγκριθεί με ένα χωράφι το οποίο ο ιδιοκτήτης του είχε σπείρει με καλό σπόρο. Ενώ οι άνθρωποι κοιμούνταν, ήρθε ο εχθρός του και έσπειρε ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι και έφυγε κρυφά. Όταν ο σπόρος άρχισε να ξεπετιέται και να σχηματίζει στάχυα, τότε φάνηκαν και τα ζιζάνια. Οι δούλοι ρώτησαν τον κύριο: «Δεν έσπειρες καθαρό σπόρο; Πώς λοιπόν βρέθηκαν τόσα ζιζάνια στο χωράφι;» — «Ένας εχθρός μου θα τα έσπειρε», απάντησε ο κύριος. Οι δούλοι είπαν: «Θέλεις να πάμε να τα ξεριζώσουμε;» — «Όχι», απάντησε ο συνετός κύριος, «διότι μαζί με τα ζιζάνια θα ξεριζώσετε και τα στάχυα· αφήστε τα και τα δύο να μεγαλώνουν μαζί ως τον θερισμό· τότε θα προστάξω τους θεριστές να διαχωρίσουν τα ζιζάνια και να τα απομακρύνουν και να συγκεντρώσουν το καθαρό σιτάρι».
Όταν ο Ιησούς ήταν μόνος με τους μαθητές του και τον ρώτησαν για την ερμηνεία της παραβολής, τους έδωσε την εξής:
Ο σπορέας του καλού σπόρου είναι οι καλοί άνθρωποι, οι οποίοι με τις διδασκαλίες και το παράδειγμά τους στρέφουν τους ανθρώπους προς την αρετή· το χωράφι είναι ο κόσμος· ο καλός σπόρος είναι οι καλύτεροι άνθρωποι, τα ζιζάνια οι φαύλοι· ο εχθρός που σπέρνει τα ζιζάνια είναι οι πειρασμοί και οι πλανητές· καιρός του θερισμού είναι η αιωνιότητα, η ανταποδότρια του καλού και του κακού. Στο μεταξύ όμως, η αρετή και το ελάττωμα βρίσκονται σε τόσο στενή συνάφεια το ένα με το άλλο, ώστε το δεύτερο δεν μπορεί να εκριζωθεί χωρίς βλάβη του πρώτου.
Με άλλη άποψη, παρομοίασε τη βασιλεία του Αγαθού με έναν κόκκο σινάπεως, που αν και τόσο μικρός, μεγαλώνει σε μεγάλο φυτό, ώστε τα πουλιά να μπορούν να φωλιάζουν στα κλαδιά του· ή με λίγο προζύμι που, ζυμωμένο μέσα σε τρία μέτρα αλεύρι, ζυμώνει ολόκληρη τη μάζα. Συμβαίνει με τη βασιλεία του Αγαθού ό,τι και με τον σπόρο που σπέρνεται στη γη: δεν χρειάζεται παραπέρα φροντίδα· φυτρώνει και αναπτύσσεται χωρίς να το προσέχει κανείς· διότι η γη έχει από τη φύση της μια δική της ζωτική δύναμη, με την οποία ο σπόρος φυτρώνει, ξεπετιέται σε φύτρα και δίνει πλήρη στάχυα.
Παρομοίασε επίσης τη βασιλεία του Αγαθού με έναν κρυμμένο θησαυρό σε ένα χωράφι, τον οποίο κάποιος βρίσκει, αλλά τον ξανακρύβει και έπειτα, μέσα στη χαρά του, πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο το χωράφι· ή με έναν έμπορο που αναζητεί όμορφα μαργαριτάρια και βρίσκει ένα εξαιρετικά πολύτιμο, για το οποίο πουλά τα πάντα, ώστε να γίνει ο ιδιοκτήτης του· ή με έναν ψαρά, που στο δίχτυ του έπιασε ψάρια κάθε είδους, τα οποία αργότερα, στην ακτή, διαλέγει, βάζει τα καλά στα δοχεία του και τα άσχημα τα πετά έξω. Έτσι, στην εποχή του μεγάλου θερισμού, οι καλοί και οι κακοί άνθρωποι θα διακριθούν μεταξύ τους: εκείνοι με την ανταμοιβή που θα βρουν στη γαλήνη που χαρίζει η αρετή, οι άλλοι με τη μετάνοια, την αυτοκατηγορία και την ντροπή.
Στο μεταξύ είχαν έρθει συγγενείς του Ιησού να τον επισκεφθούν· εξαιτίας του πλήθους που τον περιέβαλλε δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν. Όταν το είπαν αυτό στον Ιησού, απάντησε: «Αδέλφια και συγγενείς μου είναι όσοι ακούν τη φωνή της θεότητας και την ακολουθούν».
Με την είδηση της δολοφονίας του Ιωάννη, διέταξε να τον μεταφέρουν με πλοιάριο στη ανατολική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδας· έμεινε όμως μόνο για μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στους Γαδαρηνούς και επέστρεψε πάλι στη Γαλιλαία.
Τους δώδεκα αποστόλους του έστειλε ο Ιησούς εκείνο τον καιρό να αντιπαλέψουν, όπως κι εκείνος, τις προκαταλήψεις των Ιουδαίων, οι οποίοι, υπερήφανοι για το όνομά τους και για την καταγωγή τους —πράγματα που, στα μάτια τους, αποτελούσαν μεγάλο προνόμιο— περιφρονούσαν την αξία που δίνει στον άνθρωπο η ηθικότητα, η μόνη αληθινή αξία. «Δεν χρειάζεται να κάνετε μεγάλες προετοιμασίες για το ταξίδι σας», είπε ο Ιησούς, «ούτε να ανακοινώσετε την άφιξή σας με οποιαδήποτε επιδεικτικότητα. Εκεί όπου σας δέχονται με προθυμία, μείνετε για κάποιο διάστημα· όποιος σας υποδέχεται άκαρδα, μην επιμένετε, αλλά εγκαταλείψτε αμέσως τον τόπο και συνεχίστε την πορεία σας».
Φαίνεται πως έλειψαν μόνο για λίγο· σύντομα ξαναβρέθηκαν κοντά στον Ιησού.
Κάποτε βρέθηκε σε μια συνάθροιση Φαρισαίων και νομοδιδασκάλων που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα· αυτοί παρατήρησαν ότι οι μαθητές του κάθονταν στο τραπέζι με ακάθαρτα, δηλαδή άπλυτα, χέρια· διότι οι Ιουδαίοι, σύμφωνα με μια διάταξη που στηρίζεται στην παράδοση, δεν τρώνε τίποτε πριν πλύνουν πολύ σχολαστικά τα χέρια τους· και επιπλέον, ακόμη κι αν αυτά είχαν ήδη καθαριστεί, πριν από κάθε γεύμα όλα τα ποτήρια, τα υπόλοιπα σκεύη, καρέκλες και πάγκοι έπρεπε να ραντιστούν με νερό. Οι Φαρισαίοι ρώτησαν τον Ιησού:
«Γιατί οι μαθητές σου δεν ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις των πατέρων μας, αλλά κάθονται στο τραπέζι με ακαθαγίαστα χέρια;»
Ο Ιησούς απάντησε:
Μια φράση από τα ιερά σας βιβλία εφαρμόζεται πολύ καλά σε σας· λέει:
«Αυτός ο λαός με τιμά με τα χείλη, αλλά η καρδιά του είναι μακριά από μένα· μάταιη είναι η λατρεία τους, διότι είναι τυφλή υπακοή σε αυθαίρετα δόγματα.»
Δεν τιμάτε την εντολή του Θεού, αλλά προσκολλάστε ολοκληρωτικά σε ανθρώπινα έθιμα· π.χ. στον καθαγιασμό των ποτηριών και των καθισμάτων με νερό και σε άλλα παρόμοια πράγματα — σ’ αυτά είστε σχολαστικοί· αλλά μια θεϊκή εντολή, που εσείς καταργείτε για να παραμείνετε πιστοί στους εκκλησιαστικούς σας κανονισμούς, είναι ο νόμος:
«Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου· όποιος μιλήσει με ασέβεια στον πατέρα ή τη μητέρα του, πρέπει να πεθάνει.»
Εσείς όμως θεσπίσατε έναν άλλο νόμο:
Αν κάποιος από θυμό πει στον πατέρα ή τη μητέρα του: «Ό,τι καλό θα μπορούσα ακόμη να σου κάνω είναι αφιερωμένο στον ναό», τότε θεωρείτε ότι με αυτό δεσμεύτηκε με ευχή να μην τους προσφέρει πλέον κανένα καλό· και τού το λογίζετε ως αμαρτία, αν εξακολουθήσει να προσφέρει κάποια υπηρεσία στον πατέρα ή στη μητέρα του. Έτσι καταργείτε εκείνη τη θεϊκή εντολή με τις δικές σας διατάξεις. Με παρόμοιο τρόπο έχετε και άλλες τέτοιες διατάξεις.
Ο Ιησούς είπε τότε στο πλήθος που τον περιέβαλλε:
«Ακούστε με και κατανοήστε ό,τι σας λέω:
Τίποτε σωματικό, τίποτε απ’ όσα ο άνθρωπος λαμβάνει από έξω μέσα του, δεν μπορεί να τον μολύνει· αλλά εκείνο του οποίου ο ίδιος είναι η πηγή, αυτό που βγαίνει από το στόμα του, αυτό δείχνει αν η ψυχή του είναι καθαρή ή ακάθαρτη.»
Οι μαθητές του θέλησαν να τον κάνουν να προσέξει ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν με αυτά τα λόγια.
Αφήστε τους να σκανδαλίζονται, είπε ο Ιησούς· τέτοιες φυτείες που προέρχονται από ανθρώπους πρέπει να ξεριζωθούν· είναι τυφλοί που οδηγούν τυφλούς, και εγώ θέλω να αποσπάσω τον λαό από τέτοιους τυφλούς οδηγούς, αλλιώς θα πέσει μαζί με αυτούς στον λάκκο, στους οποίους έχει εμπιστευθεί τον εαυτό του.
Όταν το πλήθος είχε διαλυθεί και ο Ιησούς είχε επιστρέψει στο σπίτι, οι φίλοι του τον ρώτησαν να τους εξηγήσει τι είχε πει στον λαό για τα καθαρά και ακάθαρτα πράγματα.
«Τι;» είπε ο Ιησούς, «ούτε εσείς έχετε ακόμη φτάσει στο σημείο να το κατανοήσετε; Δεν καταλαβαίνετε ότι ό,τι περνά από το στόμα του ανθρώπου επεξεργάζεται στο στομάχι και στα έντερα και αποβάλλεται από τους δρόμους της αφόδευσης; Αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα —λόγια και γενικά πράξεις— προέρχεται από το εσωτερικό του ανθρώπου και αυτά μπορεί να είναι καθαρά ή ακάθαρτα, ιερά ή ασεβή.»
Από την ψυχή πηγάζουν τα κακά: κακοί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, ύβρεις, φθόνος, υπερηφάνεια, κραιπάλη, φιλαργυρία· αυτά είναι τα ελαττώματα που αποϊεροποιούν τον άνθρωπο· όχι το ότι ίσως δεν έπλυνε τα χέρια του με νερό πριν καθίσει στο τραπέζι.
Έκανε επίσης τη σύγκριση της βασιλείας του Αγαθού με έναν κρυμμένο θησαυρό σε ένα χωράφι· κάποιον που τον ανακαλύπτει, τον κρύβει πάλι, και έπειτα, από τη χαρά του, πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο το χωράφι· ή με έναν έμπορο που αναζητά ωραίες μαργαριτάρια και βρίσκει ένα εξαιρετικά πολύτιμο, για το οποίο πουλά ό,τι έχει, για να γίνει ο κάτοχός του· ή με έναν ψαρά που συνέλαβε με το δίχτυ του ψάρια κάθε λογής, και έπειτα στην ακτή τα διαλέγει, βάζει τα καλά σε αγγεία και τα κακά τα πετά. — Έτσι, στον μεγάλο καιρό του θερισμού, οι καλοί και οι κακοί άνθρωποι θα διακριθούν μεταξύ τους: οι πρώτοι μέσω της ανταμοιβής που βρίσκουν στη γαλήνη που χαρίζει η αρετή, οι δεύτεροι μέσω της μεταμέλειας, της αυτοκατηγορίας και της ντροπής.
Στο μεταξύ είχαν έρθει συγγενείς του Ιησού να τον επισκεφθούν· εξαιτίας του πλήθους που τον περιέβαλλε δεν μπορούσαν να πλησιάσουν κοντά του· όταν το ανέφεραν στον Ιησού, απάντησε: «Αδέλφια και συγγενείς μου είναι όσοι ακούνε τη φωνή της Θεότητας και την ακολουθούν».
Με την είδηση για τη δολοφονία του Ιωάννη, πέρασε με πλοιάριο στην ανατολική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδας· αλλά παρέμεινε μόνο για λίγο ανάμεσα στους Γαδαρηνούς και επέστρεψε πάλι στη Γαλιλαία.
Την εποχή αυτή ο Ιησούς έστειλε τους δώδεκα αποστόλους του, για να αντικρούσουν —όπως και εκείνος— τις προκαταλήψεις των Ιουδαίων, οι οποίοι καυχιόντουσαν για το όνομά τους και για την καταγωγή τους, την οποία θεωρούσαν μεγάλο προνόμιο, μεγαλύτερο μάλιστα από τη μόνη αξία που δίνει στον άνθρωπο η ηθικότητα. «Δεν χρειάζεται», τους είπε ο Ιησούς, «να κάνετε μεγάλες προετοιμασίες για το ταξίδι σας, ούτε να ανακοινώσετε τη συνάντησή σας με κάποιο ιδιαίτερο έξοδο. Όπου σας δώσουν προσοχή, μείνετε εκεί για λίγο· όπου όμως σας υποδεχθούν δυσάρεστα, μη τους πιέζετε, αλλά φύγετε αμέσως από εκεί και συνεχίστε την πορεία σας». — Φαίνεται πως έλειψαν μόνο για λίγο καιρό και σύντομα ξαναβρέθηκαν πάλι κοντά στον Ιησού.
(Θα συνεχίσω τώρα με το επόμενο απόσπασμα που δώσατε.)
Μια φορά βρισκόταν σε μια συνάθροιση Φαρισαίων και νομοδιδασκάλων που είχαν έρθει από την Ιερουσαλήμ· αυτοί παρατήρησαν ότι οι μαθητές του κάθονταν στο τραπέζι με ακάθαρτα —δηλαδή αλούστα— χέρια· γιατί οι Ιουδαίοι, σύμφωνα με μια παράδοση βασισμένη στο έθος, δεν τρώνε τίποτα πριν πλυθούν εξαιρετικά σχολαστικά· επίσης όλα τα ποτήρια και τα σκεύη, καρέκλες και πάγκοι έπρεπε να ραντιστούν με νερό πριν από κάθε γεύμα, παρόλο που ήδη ήταν καθαρά. Οι Φαρισαίοι ρώτησαν τον Ιησού: «Γιατί οι μαθητές σου δεν ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις των πατέρων μας, αλλά κάθονται στο τραπέζι με ακάθαρτα χέρια;»
Ο Ιησούς απάντησε: «Ένα χωρίο από τα ιερά σας βιβλία ταιριάζει καλά σε σας· λέει: “Αυτός ο λαός με τιμά με τα χείλη, η καρδιά τους όμως είναι μακριά από μένα· μάταιη είναι η λατρεία τους, διότι είναι τήρηση αυθαίρετων διατάξεων.” Εσείς δεν σέβεστε τη θεϊκή εντολή, αλλά προσκολλάστε στους ανθρώπινους τύπους· για παράδειγμα στον καθαγιασμό των ποτηριών και των καθισμάτων με νερό και άλλα παρόμοια — σ’ αυτά είστε ακριβείς. Μια θεϊκή εντολή που καταργείτε για να μείνετε πιστοί στα εκκλησιαστικά σας διατάγματα είναι η εντολή: ‘Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου· όποιος προφέρει κακόλογες κουβέντες εναντίον τους, να τιμωρείται με θάνατο.’ Αλλά εσείς θεσπίσατε έναν άλλο κανόνα: αν κάποιος πει από θυμό στον πατέρα ή τη μητέρα του “κάθε καλό που θα μπορούσα να σας κάνω είναι αφιερωμένο στον ναό”, τότε τον θεωρείτε δεσμευμένο από ευχή να μην τους κάνει πια κανένα καλό, και τον κατηγορείτε για αμαρτία αν προσφέρει ακόμη κάποια υπηρεσία στον πατέρα ή τη μητέρα του. Έτσι αφαιρείτε τη θεϊκή εντολή μέσα από τις δικές σας· και με παρόμοιο τρόπο έχετε ακόμη πολλές τέτοιες διατάξεις.»
Έπειτα ο Ιησούς είπε στο πλήθος που στεκόταν γύρω του: «Ακούστε με και καταλάβετε: τίποτα σωματικό, τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω, δεν μπορεί να τον μολύνει· αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα του, αυτό που έχει ως πηγή του τον ίδιο τον άνθρωπο, αυτό δείχνει αν η ψυχή του είναι καθαρή ή ακάθαρτη.»
Οι μαθητές θέλησαν να τον προειδοποιήσουν ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν από τα λόγια του. «Ας σκανδαλιστούν», είπε ο Ιησούς· «φυτεύματα που προέρχονται από ανθρώπους πρέπει να ξεριζωθούν· είναι τυφλοί που οδηγούν τυφλούς — και θα ήθελα να αποσπάσω το λαό από τέτοιους τυφλούς οδηγούς, αλλιώς θα πέσει μαζί τους στον λάκκο όπου τον οδηγούν.»
Όταν διαλύθηκε το πλήθος και ο Ιησούς επέστρεψε στο σπίτι, οι φίλοι του τον ρώτησαν να τους εξηγήσει όσα είχε πει σχετικά με τα καθαρά και ακάθαρτα πράγματα. «Πώς;» είπε ο Ιησούς. «Ούτε κι εσείς έχετε φτάσει ακόμη να το κατανοήσετε; Δεν αντιλαμβάνεστε ότι ό,τι μπαίνει στον άνθρωπο από το στόμα περνά στο στομάχι και στα έντερα και αποβάλλεται; Αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα —λόγια και πράξεις γενικά— προέρχεται από το εσωτερικό της ψυχής, και αυτά μπορούν να είναι καθαρά ή ακάθαρτα, ιερά ή ασεβή. Από την ψυχή ξεπηδούν οι κακές σκέψεις, οι φόνοι, οι μοιχείες, οι κλοπές, οι ψευδομαρτυρίες, οι βλασφημίες, ο φθόνος, η υπεροψία, η ακολασία, η πλεονεξία· αυτά είναι τα ελαττώματα που αποϊεροποιούν τον άνθρωπο — όχι το αν έτυχε να μην πλύνει τα χέρια του με νερό πριν καθίσει στο τραπέζι.»
Όταν ο Ιησούς κάποια άλλη φορά δίδασκε δημόσια μέσα στον ναό, οι Φαρισαίοι του αντιτάχθηκαν ρωτώντας ποια μαρτυρία μπορούσε να παρουσιάσει που να εγγυάται σε αυτόν και στους άλλους την αλήθεια των διδαχών του· εκείνοι απολάμβαναν, έλεγαν, το προνόμιο να έχουν ένα πολίτευμα και νόμους που είχαν νομιμοποιηθεί μέσω επίσημων θεϊκών αποκαλύψεων.
Ο Ιησούς τους απάντησε: «Πιστεύετε τάχα πως η Θεότητα έριξε το ανθρώπινο γένος μέσα στον κόσμο, παραδομένο στη φύση, χωρίς νόμο, χωρίς επίγνωση του σκοπού της ύπαρξής του, χωρίς τη δυνατότητα να ανακαλύψει μέσα του πώς θα μπορούσε να γίνει αρεστό στη Θεότητα; — ότι αποτελεί ζήτημα τύχης το να γνωρίζει κανείς τους ηθικούς νόμους, και ότι η γνώση αυτή έχει αποδοθεί αποκλειστικά σε εσάς, μόνο σε αυτή τη γωνιά της γης, χωρίς να ξέρει κανείς γιατί, και σε καμία άλλη από τις φυλές της γης; Αυτό σας το κάνει να το πιστεύετε η εγωιστική στενότητα της σκέψης σας. Εγώ στηρίζομαι μόνο στην ανόθευτη φωνή της καρδιάς και της συνείδησής μου· όποιος την ακούει ειλικρινά, βλέπει να ανατέλλει από αυτήν η αλήθεια. Να ακούν αυτήν τη φωνή, αυτό μόνο ζητώ από τους μαθητές μου. Αυτός ο εσωτερικός νόμος είναι νόμος ελευθερίας, στον οποίο ο άνθρωπος υποτάσσεται εκούσια, επειδή τον θεωρεί σαν νόμο που ο ίδιος έχει θέσει. Είναι αιώνιος· μέσα του βρίσκεται το αίσθημα της αθανασίας. Για το καθήκον μου να κάνω τους ανθρώπους γνωστούς με αυτόν, είμαι έτοιμος — όπως ο πιστός βοσκός για το ποίμνιό του — να δώσω τη ζωή μου· κι αν την πάρετε εσείς, δεν μου την αφαιρείτε, αλλά εγώ ο ίδιος την προσφέρω ελεύθερα. Εσείς είστε δούλοι, γιατί βρίσκεστε κάτω από τον ζυγό ενός νόμου που έχει επιβληθεί απ’ έξω, κι έτσι δεν έχει τη δύναμη να σας αποσπάσει από τη δουλεία των παθών μέσω του σεβασμού προς τον εαυτό σας».
Η εχθρική διάθεση που συνάντησε ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ, η στάση των Ιουδαίων, και ιδιαίτερα των ιερέων, οι οποίοι είχαν λάβει την απόφαση να θέσουν στο ανάθεμα και να αποκλείσουν από τη συμμετοχή στη λατρεία και στη δημόσια διδασκαλία όσους θα θεωρούσαν τον Ιησού ως τον Μεσσία (για τον οποίο εκείνος ποτέ δεν είχε ισχυριστεί κάτι τέτοιο δημόσια) — αυτή η εχθρική στάση του έδινε μια προαίσθηση των βιαιοπραγιών που ίσως (ίσως και τον θάνατο) θα είχε ακόμη να υπομείνει· και μοιράστηκε αυτές τις σκέψεις και με τους μαθητές του.
Ο Πέτρος είπε: «Ας μην το ελπίζουμε αυτό! Ο Θεός να φυλάξει!»
Ο Ιησούς απάντησε: «Πώς; Είσαι τόσο αδύναμος ώστε να μην είσαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, ή — χειρότερα ακόμη — να πιστεύεις ότι εγώ δεν είμαι προετοιμασμένος; Πόσο υλικά σκέφτεσαι ακόμη! Δεν γνωρίζεις ακόμη τη θεϊκή δύναμη που δίνει τον σεβασμό προς το καθήκον, ώστε για χάρη του να υπερνικά κανείς τις απαιτήσεις των παθών, ακόμη και την αγάπη για τη ζωή!»
Ύστερα στράφηκε στους υπόλοιπους μαθητές:
«Όποιος θέλει να ακολουθήσει την αρετή πρέπει να ξέρει να υποβάλλεται σε στερήσεις· όποιος θέλει να της μείνει αμετακίνητα πιστός πρέπει να είναι έτοιμος να προσφέρει και τη ζωή του. Όποιος αγαπά τη ζωή του υπερβολικά, εξευτελίζει την ψυχή του· όποιος την περιφρονεί για χάρη του καλύτερου εαυτού του, τον διασώζει από τον ζυγό της φύσης. Τι αξία θα είχε για τον άνθρωπο, αν αποκτούσε όλον τον κόσμο, αλλά έχανε τον εαυτό του; Ποιο τίμημα θα μπορούσε να υπάρξει που να αποζημιώσει για την απώλεια της αρετής; Κάποτε ο καταπιεσμένος θα λάμψει μέσα στη δόξα, και ο ορθός λόγος, αποκατεστημένος στα δικαιώματά του, θα απονείμει στον καθέναν τον μισθό των πράξεών του».
Μετά από μεγαλύτερη παραμονή στην Ιερουσαλήμ απ’ ό,τι συνήθως (διότι έμεινε από τη Γιορτή των Σκηνών έως τη Γιορτή των Εγκαινίων τον Δεκέμβριο), ο Ιησούς επέστρεψε — και μάλιστα για τελευταία φορά — στον τόπο που ήταν ο συνήθης χώρος της δράσης του, στη Γαλιλαία. Κατά τη διάρκεια αυτής της παραμονής του φαίνεται πως δεν δίδαξε πλέον, όπως παλαιότερα, μπροστά σε μεγάλο πλήθος, αλλά ασχολήθηκε κυρίως με τη διαμόρφωση των μαθητών του.
Στην Καπερναούμ τού ζήτησαν τον ετήσιο φόρο για τη συντήρηση του ναού.
«Τι νομίζεις, Πέτρε;» είπε σε εκείνον καθώς μπήκαν στο σπίτι. «Οι βασιλιάδες της γης εισπράττουν φόρους από ποιους — από τα παιδιά τους ή από τους άλλους;»
«Από τους άλλους», απάντησε ο Πέτρος.
«Άρα λοιπόν τα παιδιά είναι ελεύθερα», συνέχισε ο Ιησούς· «κι εμείς, που λατρεύουμε τον Θεό στο αληθινό πνεύμα της λέξης, δεν θα χρειαζόταν να συμβάλουμε στη συντήρηση ενός ναού που δεν έχουμε ανάγκη για να λατρεύουμε τον Θεό, διότι προσπαθούμε να το κάνουμε αυτό με έναν καλό τρόπο ζωής. Ωστόσο, για να μην προκαλέσουμε σκάνδαλο, και για να μη δείξουμε περιφρόνηση σε ό,τι είναι τόσο ιερό για εκείνους — πλήρωσε για μας».
Συνεχίζεται
ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ. ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΣΟΥΝ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΣ. ΠΑΡΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΤΑΘΕΡΑ ΤΟΥΣ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ.
Ο ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΤΕΛΙΚΑ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ, Η ΑΙΡΕΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΜΟΝΟ ΑΙΡΕΣΗ. ΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΣΤΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΤΟΥ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΠΟΛΛΟΥΣ. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΕΠΙΣΗΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΟΥΝ ΤΟΥΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΣΟΦΩΝ.
ΑΣ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙΡΟΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου