Συνέχεια από: Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (2η συνέχεια)
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (2η συνέχεια)
Εφόσον, εξάλλου, μόνο ο μυθικός-ηρωικός άνθρωπος έχει διασωθεί ζωντανός στην παράδοση και η αρχαιολογική έρευνα μπορεί καθημερινά να φέρνει νέα πορίσματα, δεν θα μας απασχολήσει εδώ ούτε το ερώτημα ποιοι ήταν οι άρχοντες και ποιοι οι υπηρέτες στην παλαιά Ίλιον, στον Ορχομενό, στην Τίρυνθα, στις Μυκήνες· και μόνο επιγραμματικά θα επισημάνουμε ότι οι Έλληνες βρίσκονται τεκμηριωμένοι εκτός της χώρας τους, προτού εμφανιστούν μυθικά «με δική τους ευθύνη» εντός της ίδιας της χώρας τους.
Σκεφτόμαστε εδώ τις αιγυπτιακές επιγραφές του 14ου αιώνα, οι οποίες περιέχουν τα ονόματα των Dardani (Δάρδανοι), Daanau (Δαναοί), Tekkra (Τεύκροι), Achaiuscha (Αχαιοί) κ.ο.κ. ως αιχμαλώτων των Αιγυπτίων και —εφόσον η ερμηνεία των ονομάτων είναι ορθή— υποδηλώνουν ληστρικές επιδρομές εναντίον της Αιγύπτου, οι οποίες, ως προς το εύρος της απόστασης, βρίσκουν το ανάλογό τους μόνο στις επιδρομές των Βίκινγκ.
Ο μύθος των ηρώων χωρίζει αυτόν τον πανάρχαιο κόσμο από τον ιστορικό άλλοτε σαν λεπτό, διάφανο πέπλο και άλλοτε σαν πυκνή, στέρεη αυλαία· από την άλλη πλευρά βλέπουμε να τρεμοφέγγει κάτι ή ακούμε μονάχα τον κρότο όπλων και τον καλπασμό ίππων, τις βουερές κραυγές και το χτύπημα των κουπιών· είναι η αρχαία πραγματικότητα, που όμως πια δεν μπορεί να διεισδύσει ως τέτοια μέχρι εμάς. Και δεν είναι καθόλου κρίμα· οι παλιοί πειρατές μάλλον θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι που δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο γι’ αυτούς· δεν θα ήταν καθόλου οικοδομητικό. Μόνον η αυλαία (η κουρτίνα) μετατρέπει το πραγματικό, δηλαδή το φθαρτό, σε άφθαρτο.
Περαιτέρω, πρέπει επίσης να παραλείψουμε εδώ τους θρύλους των περιπλανώμενων και τις πρωιμότατες μυθικές κατακτήσεις πόλεων. Όσον αφορά τους πρώτους, τα χρήσιμα για εμάς στοιχεία έχουν ήδη συζητηθεί σε προηγούμενη ευκαιρία· όσον αφορά τις δεύτερες, οι κατακτήσεις πόλεων από τον Ηρακλή έχουν ουσιαστικά και χρονικά πολύ διαφορετική προέλευση. Σε κάθε περίπτωση, μεμονωμένες πόλεις, όπως η Αθήνα και η Θήβα (της Βοιωτίας) είχαν ήδη βιώσει αναρίθμητα γεγονότα προτού εισέλθουν στην τεκμηριωμένη ιστορία, και θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο υπήρξε άλλη πόλη με τόσα προοιμιακά και σημαντικά μοιραία προηγούμενα όσο η αρχαία Θήβα.
Τέλος, πρέπει εδώ να παραλειφθεί και κάθε χαρακτηρισμός, καθε χαρακτηριστική ταξινόμηση κατά φυλές, όσο κι αν οι αντιθέσεις τονίζονται έντονα κατά την ίδρυση αποικιών και αργότερα ακόμη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο· και αφού ήδη, π.χ., στον Θουκυδίδη (I, 124) οι Κορίνθιοι ισχυρίζονται: «πρέπει να βοηθήσουμε τους Ποτίδαιους, διότι είναι Δωριείς και πολιορκούνται από Ιώνες». Αυτές οι αντιθέσεις, τουλάχιστον στη μεταγενέστερη εποχή, ανακαλούνταν μόνο όταν εξυπηρετούσαν κάποιο σκοπό.
Ο λαός που στον κόσμο ονομαζόταν «Έλληνες» είχε, στις διαφορετικές εποχές της ζωής του, εντελώς διαφορετική έκταση, και πρέπει πάντοτε να λαμβάνουμε υπόψη τον διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωγραφικό του ορίζοντα. Έτσι, ακόμη και για τον μύθο—τόσο για την προτρωική όσο και για την τρωική γενεά και για τους Νόστους—ανακύπτει το ερώτημα του χώρου δράσης, και θέλουμε εδώ να παρακάμψουμε το γεγονός ότι το ίδιο το έδαφος βρισκόταν τότε ακόμη σε «μετακίνηση», αφού ο Ελλήσποντος, ο Εύριπος και ο Φάρος της Σικελίας λέγεται ότι είχαν κάποτε σχίσει μια ενιαία στεριά, και ότι η Λέσβος θεωρείτο θραύσμα της Ίδης (το μεγάλο ορεινό σύμπλεγμα της Τρωάδας), η Όσσα θραύσμα του Ολύμπου κ.ο.κ.
Ως χώροι των μύθων λαμβάνονται φυσικά κυρίως υπ’ όψιν η Πελοπόννησος μαζί με τα δυτικά νησιά, η Ἑλλάς και η Θεσσαλία· αλλά τότε ήταν περίφημη και η Αιτωλία, και ακόμη και η Ήπειρος. Επιπλέον, προϋποτίθεται ως ελληνικός ένας σημαντικός παράκτιος χώρος στη Μακεδονία και στη Θράκη: στην περραιβο-μαγνητική Γυρτώνη, στους πρόποδες του Ολύμπου, βασίλευαν ο Πειρίθοος και ο Ιξίων· στη χερσόνησο της Παλλήνης κατοικούσαν οι Γίγαντες, τους οποίους εξολόθρευσε ο Ηρακλής· ο Αστεροπαίος, γιος του Πηλεγόνα, κατάγεται από τη μεταγενέστερη Μακεδονία· τα Άβδηρα ονομάζονταν έτσι από τον Άβδηρο, τον οποίο κατασπάραξαν τα άλογα του Διομήδη· στη Σαμοθράκη κατοικούσαν ο Ιάσων και ο Δάρδανος—για να μη μιλήσουμε για τον Ορφέα, ο οποίος ανήκει στη θρακική χώρα των αοιδών, δηλαδή στην Πιερία, και κατοικούσε, μεταξύ άλλων, στο χωριό Πιμπληία κοντά στο Δίον.
Επιπλέον, η βορειοδυτική γωνία της Μικράς Ασίας μαζί με τη Λέσβο είναι εξόχως περίφημη στον μύθο. Η Ιλιάδα δείχνει μια εξαιρετικά λεπτομερή γνώση ολόκληρης της περιοχής γύρω από την Ίδη· στα ανάκτορα της περιοχής αυτής θα πρέπει να είχαν τραγουδήσει οι προκάτοχοι του Ομήρου τα ποιήματά τους. Επίσης, η πορεία των Αργοναυτών έως την Κολχίδα έχει ενσωματωθεί στον μεγάλο, ηρωικό μύθο, και προς νότον ο ίδιος επεκτείνεται μέχρι το Πέργαμον της Μυσίας—γνωστό τουλάχιστον μέσω των μεταγενέστερων περιπετειών της Αυγής και του Τήλεφου — έως το όρος Σίπυλος, όπου κατοικούν ο Τάνταλος, ο Πέλοψ και η Νιόβη.
Αντιθέτως, ολόκληρη η Ιωνία, όπου ωστόσο έζησε και απήγγειλε ο Όμηρος, καθώς και η Καρία, είναι σαν να έχουν αποκοπεί από τον συνολικό μύθο, παρόλο που σε όλη εκείνη την ακτή δεν έλειπαν οι επιμέρους θρησκευτικοί μύθοι. Ο πληθυσμός φαίνεται πως, με κάποιον τρόπο, είτε δεν διέθετε τις δυνάμεις είτε έχασε την κατάλληλη στιγμή για να υφανθεί μέσα στον μυθικό ιστό· γι’ αυτό και η υπόθεση του Curtius ότι οι πληθυσμοί αυτοί ήταν ήδη πριν από τη δωρική μετανάστευση αρχαιοελληνικοί, δεν μας φαίνεται απολύτως ασφαλής.
Μόνον η Ρόδος αποτελεί εκ νέου, ήδη από τα πανάρχαια χρόνια, την έδρα των Τελχίνων που ήρθαν από την Κρήτη, και το ιερό της Αθηνάς στο Λίνδο είχε ιδρυθεί από τις Δαναΐδες. Αλλά τώρα ακολουθεί εντελώς απροσδόκητα η Λυκία, μια περιοχή φημισμένη για τους μύθους της, με την αρχαία λατρεία του Απόλλωνα, με τους μύθους της για τη Λητώ, η οποία με τα παιδιά της βρήκε εδώ καταφυγή, και με τον μύθο του Βελλεροφόντη και της Χίμαιρας.
Μυθολογικά διάσημα είναι επίσης αρκετά νησιά, και ιδιαιτέρως η σημασία της Κρήτης για τον μύθο θα παραμένει πάντα αξιοπρόσεκτη. Όσον αφορά όμως τις μεταγενέστερες αποικίες στις ακτές της Παμφυλίας, της Κιλικίας και της Κύπρου, δεν θα μπορέσουμε ποτέ πια να διεισδύσουμε στη διαδικασία μέσω της οποίας υπήρξαν ή έγιναν ελληνικές· πέρα από εκείνες που αποκαλύπτουν ως μεταηρωικές τις σχέσεις τους με τους Νόστους, υπάρχει και μία, λ.χ., που θέλει να θεωρείται σαφώς αρχαιότερη. Όπου δε ο μύθος απλώνεται προς τη Φοινίκη και προς την Αίγυπτο (Ανδρομέδα, Βούσιρις, Πρωτεύς), είναι απλώς ωραία μυθοπλασία.
Όπως συμβαίνει με τη νότια μικρασιατική ακτή, έτσι θα μπορούσε κανείς να θέσει και για τη Δύση το ερώτημα σε ποιον βαθμό ο μύθος είναι πανάρχαιος και σε ποιον βαθμό αποτελεί απλώς αντανάκλαση του μεταγενέστερου αποικισμού· ωστόσο, τις περισσότερες φορές είναι ολοφάνερο πως πέρασε εκεί μαζί με τους αποίκους. Εδώ λαμβάνονται υπόψη οι άνθρωποι του Ιόλαου στη Σαρδηνία, οι διάφορες τοπικές αποδόσεις του Ηρακλή μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες που φέρουν το όνομά του, οι διηγήσεις για Τρώες φυγάδες —όπως ο Αντήνωρ, ιδρυτής της Πάδοβας, ο Αινείας που άγγιξε τη Σικελία και έφθασε μέχρι το Λάτιο (αυτή η πόλη θα γινόταν αργότερα η γενέτειρα των Ρωμαίων), και οι Τρώες στην Ελύμη της Σικελίας— καθώς και οι “Νόστοι των Αχαιών ηρώων”, ιδίως του Διομήδη, του οποίου η κυριαρχία στην Αδριατική επιβεβαιωνόταν από τα insulae Diomedeae (Διομήδειες Νήσοι - επίσης γνωστά ως νησιά Τρέμιτι), και ο οποίος στους Βένετους, ακόμη και στον καιρό του Στράβωνα, τιμούνταν με θεϊκές τιμές.
Επίσης, για τη Δύση υπήρχε πρόχειρος ένας βασιλιάς, ο Λατίνος, που είχε διαθέσιμες κόρες για οποιουσδήποτε νεοεισερχόμενους —όπως η Λαυρίνη για τον Λόκρο— για να μη μιλήσουμε για τον Φαέθοντα στον Ηριδανό, για τους Πελασγούς που ήρθαν από τη Θεσσαλία ως ιδρυτές της Καίρε– Αγκύλλας(Cäre–Agylla), για τους Πιζάνους του Νέστορα ως ιδρυτές της ιταλικής Πίζας, για τον Ιάσονα στην Έλβα και τους Αργοναύτες στην Ιστρία· για τον Εύανδρο στον Παλατίνο λόφο· για τον Πολίτη, σύντροφο του Οδυσσέα, στην Τεμέσα· την ίδρυση των λουκανικών πόλεων Πετηλίας και Κριμίσσης από τον Φιλοκτήτη, για την τοπική απόδοση του ομηρικού Αιόλου στις Αιολίδες νήσους, και πολλά άλλα.
Παντού, λοιπόν, έλαβαν χώρα δύο παράλληλες διαδικασίες: αφενός, οι Έλληνες διέθεταν μύθους για ανθρώπους του έθνους τους που ταξίδεψαν πολύ μακριά, καθώς και την επιθυμία να διατηρήσουν αυτούς τους μύθους· αφετέρου, όλα τα άλλα έθνη, όπου κι αν έφθανε ο ελληνικός πολιτισμός, υποδέχονταν τον μύθο ως ένα θαυμαστό δημιούργημα και επιθυμούσαν να συνδεθούν με αυτόν. Τον βαθμό όμως τόσο της ελληνικής επιθυμίας να διαδοθούν όσο και της ανταπόκρισης των άλλων λαών δεν θα μπορέσουμε ποτέ πλέον να τον καθορίσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου