Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: O άνδρας, η γυναίκα και τα μονοπάτια του έρωτα

O άνδρας, η γυναίκα και τα μονοπάτια του έρωτα

https://www.youtube.com/watch?v=EPAhwJs_6Rw&list=PLCjT9ILXi93w-AW5LYulHmkpZFlEgCbnI

Μόνο για συνδρομητές

Ξεκινώ λοιπόν. Είπατε ότι η γυναίκα έχει μέσα της ένα χάος — ένα γόνιμο χάος. Τι σημαίνει αυτό; Ζητήσατε να εξηγήσουμε περισσότερο εάν αυτό το πράγμα είναι όντως θηλυκό χαρακτηριστικό και γιατί κάποια χαρακτηριστικά που τα αποκαλούμε «θηλυκά» τα φοβόμαστε ή δεν τα καταλαβαίνουμε, άνδρες και γυναίκες.

Κατ’ αρχάς, οι διαφορές μας είναι δομικές. Είναι διαφορές στον εγκέφαλο, στα ημισφαίρια. Το δεξί ημισφαίριο στους άντρες είναι πιο αυξημένο· στις γυναίκες το αριστερό υπερτερεί. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένες δεξιότητες, διαφορετικές εστιάσεις. Υπάρχουν βιολογικές διαφορές πολύ συγκεκριμένες. Ένας ειδικός, αν δει έναν εγκέφαλο, στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να καταλάβει αν είναι ανδρικός ή γυναικείος. Είναι ασύμμετρο το όργανο. Ακόμα και το όργανο που ρυθμίζει τη σεξουαλικότητα, στον προμετωπιαίο λοβό, είναι δύο φορές μεγαλύτερο στους άντρες απ’ ό,τι στις γυναίκες· γι’ αυτό και η σεξουαλική ορμή είναι διαφορετική.

Όλα αυτά δείχνουν ότι τα φύλα είναι δύο, και μάλιστα με σαφείς δομικές βάσεις. Αν σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει μεταβολή στη δομή του εγκεφάλου, μπορεί να προκύψει ομοφυλοφιλία, αλλά πρόκειται για σπάνιες καταστάσεις με συγκεκριμένες νευροβιολογικές ενδείξεις. Στο γενικό πλαίσιο, όμως, αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι ένα δημιούργημα το οποίο δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε ή να το κρίνουμε με την έννοια της αξίας. Δεν είμαστε εμείς οι κατασκευαστές του ανθρώπου.

Το κοριτσάκι έχει έναν «συναισθησιακό» κόσμο πολύ γόνιμο. Αργότερα, αυτός μπορεί να εξελιχθεί σε ισχυρό κοινωνικό αισθητήριο. Στο διάβασμα της θεολογίας, για παράδειγμα, άντρες και γυναίκες διαβάζουν τα ίδια κείμενα, αλλά δεν ακούνε το ίδιο. Προσλαμβάνουν διαφορετικά πράγματα. Αυτό είναι διαφορά χαρίσματος, όχι έλλειψη ή κατωτερότητα.

Ο μέσος όρος της νοημοσύνης δεν διαφέρει ανάμεσα στα φύλα. Αυτό που διαφέρει είναι η «διακύμανση»· στους άνδρες βρίσκουμε συχνότερα ακραίες τιμές — πολύ υψηλές αλλά και πολύ χαμηλές. Οι γυναίκες κινούνται πιο κοντά στον μέσο όρο. Αλλά η συνολική νοητική ικανότητα δεν είναι διαφορετική. Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνει κανείς τον κόσμο, λόγω της διαφορετικής δομής του εγκεφάλου. Κι αυτή η διαφορά είναι όμορφη· δεν είναι λόγος υποτίμησης.

Αν κοιτάξετε τα πράγματα από τη νευροβιολογική πλευρά, θα αποκτήσετε μεγάλη συμπάθεια για όλους τους ανθρώπους, διότι θα δείτε πόσο πολύ είμαστε καθορισμένοι από τα νευροβιολογικά μας θεμέλια. Κι όμως, υπάρχει ένας βαθμός ελευθερίας. Σήμερα, σχεδόν επιστημονικά πλέον, ξέρουμε ότι υπάρχει ψυχή. Υπάρχουν μάλιστα πολλά επιχειρήματα, όχι μεταφυσικά — βιολογικά. Η ψυχή είναι γεγονός που ξεπερνά τη βιοχημεία. Είναι ο φορέας της ελευθερίας.

Έχω μαζέψει δεκάδες επιστημονικές δημοσιεύσεις καθαρά νευροβιολογικές για την ύπαρξη του ψυχικού παράγοντα, μιλώντας ως κλινικός. Και εδώ είναι σημαντικό ότι η ψυχή γνωρίζει τον κόσμο έμφυλα. Δεν υπάρχει άφυλη ψυχή. Από την πρώτη στιγμή είναι συνδεδεμένη με ένα συγκεκριμένο σώμα, έναν συγκεκριμένο εγκέφαλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι περιορίζεται, αλλά ότι προσλαμβάνει τον κόσμο μέσα από αυτή τη δομή.

Ο Τερτυλιανός είχε πει — αιώνες πριν — ότι η ψυχή είναι «έμφυλη». Το εξηγεί λογικά: χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο σώμα και βλέπει τον κόσμο μέσα από αυτό, άρα φέρει στοιχεία του έμφυλου. Η έμφυλη εμπειρία δημιουργεί νοητικές διαφοροποιήσεις. Αυτό δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να έχουν ζήτημα, αναζήτηση, έλξη, και γι’ αυτό ο Θεός δεν μας έφτιαξε άφυλους. Έδωσε και αυτή την γενετική και σεξουαλική διάσταση, η οποία είναι μόνο μία από τις διαστάσεις του άνδρα και της γυναίκας.

Όλα αυτά μαζί μας δείχνουν ότι έχουμε μπροστά μας ένα πλάσμα με τεράστιο βάθος. Κάθε άνθρωπος είναι κάτι τεράστιο σε διαστάσεις και σε πολυπλοκότητα.

Επίσης, κάτι πολύ σημαντικό: διαθέτουμε αισθητήρια που δεν γνωρίζουμε. Δεν εννοώ τις πέντε αισθήσεις· υπάρχουν εκατοντάδες «κατάλληλες» αισθήσεις, τρόποι αντίληψης. Ο άνθρωπος αισθάνεται τα πάντα και μάλιστα, συχνά, δεν καταλαβαίνει καν τι είναι αυτό που αισθάνεται.

Ένα από τα πράγματα που οι Πατέρες ασκούν στον μυστικισμό — με την ησυχαστική προσευχή, τον ενδοσκοπισμό, την καθαρότητα της καρδιάς — είναι ότι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πράγματα που δεν αντιλαμβάνονται οι κοινοί άνθρωποι. Είναι σαν να βλέπεις το πλήρες φάσμα των ήχων ή του φωτός. Με τη χάρη μπορείς να καταλάβεις πράγματα που λίγο ξεφεύγουν από τους νόμους της φυσικής και λίγο από την κοινή ζωή.

Αυτό γίνεται γιατί όταν ο άνθρωπος προσεύχεται και ηρεμεί, η θεία ενέργεια επεμβαίνει στον εγκέφαλο — ξεκάθαρα. Και τότε γράφει ποιήματα, βλέπει μέσα του, νιώθει χαρά. Δεν συμβαίνει σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες αυτό. Αλλά η ενέργεια του Θεού δεν δημιουργεί μια «νέα φύση». Επεκτείνει την υπάρχουσα. Αναδεικνύει δυνατότητες που έχει η φύση μας, αλλά δεν μπορεί μόνη της να τις φέρει στο φως.

Υπάρχουν πάρα πολλές κρυμμένες δυνάμεις μέσα μας. Γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι ολόκληρος κόμβος, μια απερίγραπτη πολυπλοκότητα. Δεν το φαντάζονται οι άνθρωποι. Η Ορθόδοξη ασκητική το λέει αυτό: η «εντός ημών βασιλεία» περιλαμβάνει καθάρσεις, αλλοιώσεις, φωτισμούς· όχι απλώς λογικά σχήματα. Σήμερα νομίζουμε ότι τα πάντα είναι λογική. Αλλά ανοίγει η θέα του Πνεύματος και βλέπεις ότι υπάρχουν άπειρες δυνατότητες. Δεν φτιάχνει ο Θεός έναν άνθρωπο διαφορετικό από αυτόν που είναι· τον επεκτείνει.

Πιστεύω ότι το χειρότερο που κάνει το σύγχρονο lifestyle είναι ότι περιορίζει τον άνθρωπο πάρα πολύ. Στο Παιδαγωγικό, όπου κάνω μάθημα, μια φοιτήτρια μου είπε: «Το παιδί χρειάζεται καλή διατροφή, υγεία, πειθαρχία, αγάπη, φροντίδα, εκπαίδευση· αυτά είναι». Της είπα: «Παιδιά, το σκέφτεστε λίγο μονοδιάστατα». Δεν βλέπουμε πόσο ατελεύθετος είναι ο άνθρωπος. Δεν έχει αρχή στη σκέψη του Θεού, ούτε τέλος στην πραγματικότητα. Όσο επεκτείνεσαι μπροστά και πίσω, όσο σκέφτεσαι, όσο προχωράς, ανακαλύπτεις πως βυθίζεσαι μέσα στο βάθος της θεότητας. Ο άνθρωπος δεν εξαντλείται.

Κι όμως, η εποχή μας μάς περιορίζει. Λέμε ότι η εποχή είναι επιτρεπτική, αλλά στην πραγματικότητα είναι απαγορευτική. Μας επιτρέπει μόνο αυτά που εγκρίνει το σύστημα. Αυτό είναι ο «βελούδινος ολοκληρωτισμός» που περιγράφω στο βιβλίο μου: σου λέει «πάρε τα όλα», αλλά αυτά τα «όλα» είναι μόνο όσα εκείνος θεωρεί ότι χρειάζεσαι. Τα πραγματικά ανθρώπινα ερωτήματα — τα βαθιά, τα υπαρξιακά — απαγορεύονται. Δεν τίθενται καν. Κι όταν τα θέτεις, σε εξαφανίζουν με ευγένεια.

Αυτό ισχύει ακόμη και στους θεολογικούς κύκλους. Το βλέπω και στους καθολικούς. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη παντού. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η Ορθοδοξία έχει τεράστιο μέλλον στον κόσμο. Έρχονται άνθρωποι από παντού. Πρόσφατα με βρήκε ένας αρχιεπίσκοπος πέντε εκατομμυρίων πιστών και μου είπε: «Είμαι ορθόδοξος». Και άλλοι φίλοι του το ίδιο. Είναι φοβερό.

Διάβαζα πρόσφατα Χρυσόστομο για τη γυναίκα (το λέει ένας νεαρός, που θέλει να ρωτήσει. Ο Λ. γελάει…). Έγραφε πρακτικά πράγματα. Έλεγε ότι οι γυναίκες, επειδή είναι γεμάτες υπερηφάνια και μπορούν εύκολα να παρασυρθούν από την αγάπη της δόξας, αν προστεθεί και αυτό και εκείνο, τι πλήθος παθών μπορεί να δημιουργηθεί.

Είχε και αυτός το πρόβλημα. Αλλά υπάρχει η προαίρεση, αυτή η λεπτή ύλη της ελευθερίας. Το ίδιο και στους άντρες — που είναι πιο επιθετικοί. Η προαίρεση είναι το κέντρο: αυτό που καθορίζει, όχι η βιολογία μόνη της.

Υπάρχει όμως και το άλλο ζήτημα: ορισμένες αντιλήψεις μάς αποξενώνουν από την πραγματικότητα της γυναίκας. Εγώ έχω εμπειρία από τις γυναίκες σε ρόλους που ο Χρυσόστομος δεν είχε. Την έχω γνωρίσει ως μητέρα, ως αδελφή, ως σύζυγο, ως κόρη, ως εγγονή, ως φοιτήτρια, ως υφισταμένη, ως προϊσταμένη. Δεν υπάρχει ρόλος που να μη συναντήσω. Και τότε καταλαβαίνω ότι πρέπει να πορευόμαστε θετικά, όπως ο Χριστός: θετικά, όχι καταγγελτικά. Να βλέπεις δίπλα σου ένα πλάσμα με τόσες τρομακτικές δυνατότητες — τι φαντάζεσαι πως είναι αυτό; Είναι η τελευταία δημιουργία. Το τελευταίο έργο του Θεού.

Το πρόβλημα είναι πως η γυναίκα το ξέρει αυτό μέσα της, και συχνά υποτάσσεται στις δυσκολότερες πλευρές του χαρακτήρα της. Όπως και ο άντρας: παριστάνει τον «άντρα» και χάνει το χάρισμα του αντρισμού του. Έτσι η γυναίκα χάνει το χάρισμα του να είναι γυναίκα. Δεν μιλάμε για την έκπτωση· μιλάμε για την αλήθεια των φύλων.

ΕΧΕΙ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΥΣ Ο ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΟΤΙ ΟΙ ΡΟΛΟΙ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ. ΠΑΝΤΩΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ. ΚΑΘΟΤΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΝΕΑ ΦΥΣΗ, ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ. Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΑΦΟΡΗ ΤΑΥΤΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ. ΚΑΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ; ΑΚΛΗΡΟΣ ΣΑΝ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ ΕΤΕΡΟΤΗΤΕΣ.


Η μοναχική ζωή — ιδίως σε ένα γυναικείο μοναστήρι — έχει τα δικά της. Αν θέλεις να γελάσεις, άκου τι μου είπε κάποτε ένας μοναχός για το τι κάνουν οι γυναίκες όταν μπαίνουν στο μοναστήρι. Υπάρχουν υπερβολές· αλλά εγώ δεν έχω το κουράγιο να τα πω όλα αυτά δημόσια. Μου είχε πει κι ένα ανέκδοτο για τον Πάπα: ότι είναι «ελάχιστος» επειδή δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Το έλεγε με το χαρακτηριστικό χιούμορ του.

Θυμάμαι έναν νεαρό καθολικό διάκονο, 32 χρονών, εξαιρετικά ευαίσθητο παιδί. Εξαιρετικό μυαλό. Αλλά κάθε τόσο είχε πειρασμούς, προβλήματα. Τον είδα και του είπα: «Παιδί μου, ένα σπίτι σαν κι εσένα χρειάζεται οικογένεια». Μου είπε: «Πού το ξέρετε, πάτερ;». «Έλα να τα πούμε», του λέω. Στο τέλος μου είπε: «Θα γίνω ορθόδοξος». Με ρώτησε: «Δεν νιώθετε δεσμευμένος που είστε παντρεμένος;». Έπρεπε να του πω «ναι», αλλά η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν το ένιωσα. Όμως, αν δεν του το έλεγα, η «κυρία» που του κάνει τις κλήσεις — η ψυχική του δίνη — θα τον παρέσερνε ξανά.

Στη Γαλλία, όταν σπούδαζα στο Καθολικό Ινστιτούτο, ζούσαμε σε κοινόβιο. Χιλιάδες παιδιά, όλοι παπάδες. Δεν άφηναν κανέναν. Μετά από λίγο έβλεπες να πέφτουν σε πειρασμούς. Δεν τους φαντάζεσαι. Εγώ ήμουν ο μόνος χωρίς προβλήματα· παντρεμένος. Μία γυναίκα ήρθε κάποτε και άρχισε να με πολιορκεί. Της είπα: «Είμαι παντρεμένος». Και μου απαντάει με γαλλική άνεση: «Έχετε τη γυναίκα σας… αλλά έχετε και την μαμά σας;». Τρομερό. Αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, και αυτές δεν είχαν κακή πρόθεση — η ανθρώπινη ανάγκη τις κινούσε.

Οι καλοί μοναχοί έχουν προβλήματα ακριβώς επειδή είναι καλοί. Έχουν ευαισθησία. Στα μοναστήρια τους απαγορεύουν κινητά, επαφές, οτιδήποτε μπορεί να τους αποσπάσει. Είναι σκληρή δουλειά. Αν αρχίσει ο μοναχός να εκτροχιάζεται, μετά δύσκολα σταματά. Στα γυναικεία μοναστήρια, οι δυσκολίες είναι ακόμη μεγαλύτερες. Η γυναίκα δεν έχει τις ίδιες ανάγκες με τον άντρα· η σεξουαλικότητα είναι διαφορετική, πιο ανθρώπινη, πιο πολύπλοκη.

Μπορεί όμως η συναισθηματική αστάθεια της γυναίκας να γίνει παραγωγική; Ναι. Καταρχάς η συναισθηματική αστάθεια, εκ της φύσεως, είναι παραγωγική. Σημαίνει ότι η γυναίκα θέλει να ζει τον κόσμο συναισθηματικά πλούσια — συνέχεια. Αυτό αρδεύει και τη ζωή των παιδιών, όταν είναι μάνα, και τη ζωή του συζύγου. Αρκεί ο σύζυγος να δείχνει πως την αγαπάει. Μόνο να κάνει πως την αγαπάει, και εννέα στις δέκα γυναίκες θα το πιστέψουν. Ακούστε τι σας λέω.

Είναι εννέα στις δέκα που θα το πιστέψουν. Κι αν πραγματικά την αγαπάει, τόσο το καλύτερο — αυτό είναι αυτονόητο. Αλλά η ανάγκη της γυναίκας να αγαπήσει και να αγαπηθεί είναι τόσο μεγάλη, ώστε πολλές φορές δεν υπολογίζει ούτε το ενδεχόμενο να αγαπάει αυταπατώμενη. Η δυσκολία του ανθρώπου σήμερα είναι ακριβώς αυτή: να σωθεί, και—καλά—να βοηθήσει και τον άλλον. Έχουμε φτάσει σε σημείο να ζούμε τύφλα. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ξέρει τι έχει μέσα του. Αν γνωρίζαμε έστω λίγα από πνευματικά, θα ήμασταν τόσο λεπτοί, τόσο τρυφεροί μεταξύ μας, τόσο εύσπλαχνοι, ώστε θα απορούσαμε με τον εαυτό μας. Αλλά αυτό λείπει.

Μπαίνουμε στον μικρό δρόμο. Ο καθένας ελαύνεται από αυτά που τον ταλαιπωρούν περισσότερο. Υπάρχει μια επιστροφή σε συντηρητικές τάσεις, σε ορισμένες χώρες. Αλλά συχνά αυτό δεν είναι χριστιανισμός ως βίωμα· είναι χριστιανισμός ως πολιτιστικό σύμβολο. Είναι μια πρώτη αντίδραση — ανθρώπινη μεν, ρηχή δε.

Το ερώτημα είναι: πώς το πράγμα αυτό μπορεί να γίνει πραγματική, σωστή, βαθιά προσέγγιση; Πώς μπορεί να γίνει βίωμα και όχι σύνθημα;

Έχω πρόσφατες εμπειρίες από συζητήσεις με ανθρώπους που έφτασαν σε μια χριστιανική ταυτότητα πολιτιστικά, όχι υπαρξιακά. Μια Γερμανίδα, πολύ «public scholar», με τεράστια αυτοπεποίθηση, αυτοθαυμασμό θα έλεγα. Τόσος αυτοθαυμασμός που, αν αντιδρούσε κάποιος, θα ήταν χειρότερος και από τον εγωισμό του αδελφού της. Ήταν απροσπέλαστη. Τέλεια στα μάτια της, χωρίς κανένα πνευματικό δίπλωμα ζωής.

Η κουλτούρα μας, ειδικά στους πανεπιστημιακούς χώρους, καλλιεργεί αυτό το πράγμα: μια αίσθηση πρεστίζ, αυτονομιμοποίησης, αυτοθαυμασμού. Και βλέπεις πως οι περισσότεροι είναι χωρισμένοι, μόνοι, διαλυμένοι εσωτερικά. Εκεί καταλαβαίνει κανείς πόσο σωτήριο είναι να μείνει κανείς ερασιτέχνης — με την αρχαία έννοια: εραστής, αναζητητής, άνθρωπος που δεν έχει πάψει να ποθεί τα μεγάλα ταξίδια της ψυχής.

Αυτό παραδόξως σε σώζει από έναν λόγο κυριαρχικό, ξηραντικό, άδειο. Ο Θεός είναι κάτι ζωντανό. Είναι όπως να βάζεις το χέρι σου στην πρίζα — αλλά όχι μεταφορικά: ως εμπειρία. Έτσι το έχω ζήσει. Είναι κάτι πραγματικό.

Εμείς όμως δεν Τον βλέπουμε έτσι. Τον τοποθετούμε μέσα στα σχήματα των συνηθειών μας, σαν μέρος της «μαρμελάδας» που τρώμε κάθε πρωί: μία ιδιότητα ανάμεσα στις άλλες. Εκείνος όμως είναι πολυτεπινός· δεν θα μπει να σου πει: «Ξέρεις ποιος είμαι;». Θα σε αφήσει. Και έτσι σιγά-σιγά καταπίπτεις πνευματικά.

Μα όταν ξεσπάσει μια πραγματικά δύσκολη κατάσταση, μια οριακή στιγμή, όταν βρεθείς στα άκρα, τότε ακουμπάς την πρίζα. Και τότε καταλαβαίνεις ότι είναι κάτι εκρηκτικά πραγματικό. Αυτό θα το δει ο καθένας μας κάποτε. Από εκεί αρχίζει μια άλλη όραση.

Είναι σαν να έχεις ένα πρόσωπο που το αγαπάς πολύ. Η παρουσία του έχει μια οντότητα που δεν αμφισβητείται. Έτσι είναι ο Θεός: πιο πραγματικός από τον πιο αγαπημένο άνθρωπο. Κι όμως εμείς έχουμε το επίτευγμα να Τον κάνουμε αφηρημένη ιδέα. Φοβερό πώς το καταφέρνουμε.

Η «πρίζα» — πού είναι; Στους πειρασμούς που έρχονται. Εκείνοι είναι που σε τραβούν στο όριο. Εκεί πας να ανοίξεις τον κόσμο. Εκεί έρχεται η τάση του Θεού. Ένα λάθος, μία κίνηση, και ο Θεός —από αγάπη— σου δίνει την εμπειρία που χρειάζεσαι.

Και τώρα το ερώτημα:

Είμαστε καταδικασμένοι να περιμένουμε τις οριακές στιγμές για να πάρουμε τα συναισθηματικά σοκ;

Ναι, είμαστε. Χωρίς οριακές στιγμές μένουμε στη φυλαυτία μας, στις μεταμφιέσεις μας. Είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας και δεν μπορούμε να βγούμε από αυτό το πράγμα. Οπότε αναπόφευκτα περιμένουμε τις ρωγμές και τα αδιέξοδα να έρθουν για να τις «πληρώσουμε». Θα έρθουν. Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συμβούν. Και θα είναι οπωσδήποτε προσωπικές, ιδιωτικές, μοναδικές.

Αλλά δεν είναι αυτές η διέξοδος. Δεν είναι αυτές που σε σώζουν. Το ερώτημα είναι: ποια είναι η στάση σου μέχρι τότε;

Η στάση είναι απλή: ζεις. Χαίρεσαι τη ζωή. Δεν φοβάσαι. Ο Θεός δεν είναι φθονερός. Είναι μπροστά σου και σου λέει: «Κοίταξέ με. Είμαι εδώ». Είναι σαν αεράκι, όπως λέει ο Ησαΐας: «φωνή αύρας λεπτής». Είναι απαλός, είναι λεπτός, είναι μετρημένος. Το μόνο σίγουρο λάθος που κάνουμε είναι πως Τον φανταζόμαστε πιο άτεγκτο από όσο είναι. Εκείνος είναι υπερβολικά ταπεινός. Πουθενά αλλού δεν θα συναντήσεις τέτοια λεπτότητα, τέτοια σεμνότητα, τέτοια ευγένεια.

Ρωτάς: «Για να νιώσω την πρίζα, πρέπει να περιμένω;» Η λέξη «νιώσω» δεν μου αρέσει· δεν είναι στόχος να νιώσεις κάτι. Η εμπειρία δεν επιδιώκεται. Έρχεται απρόοπτα. Πάντα απρόοπτα. Δεν την περιμένεις με το ρολόι στο χέρι. Δεν λες: «Τώρα είναι η στιγμή, αυτή εδώ η δυσκολία είναι το μήνυμα». Όχι. Αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί μπορεί να προσκολληθείς σε κάτι που δεν είναι από τον Θεό, να απογοητευτείς, να εξαντληθείς και να χαθείς.

Η αλήθεια είναι πως ο Θεός, με την προαίρεσή μας —την όποια προαίρεση έχουμε— στήνει μικρές ενέδρες. Πάντα. Αλλά μη νομίζεις πως κάθε τι που συμβαίνει είναι σημάδι. Συνήθως είμαστε τόσο βουτηγμένοι στην αυτάρκεια και στην αναλγησία μας, ώστε προηγηθούν είκοσι μηνύματα και να μη δούμε κανένα.

Το θέμα είναι η ανεπάρκεια. Είμαστε εξαίσια πλάσματα, αλλά φτιαγμένα για να ζήσουμε με τον Άλλον, όχι μόνοι μας. Από τη στιγμή που είσαι εξαίσιος, είσαι και τραγικός. Γιατί δεν έχεις καμιά δύναμη να σηκώσεις μόνος σου αυτό που είσαι. Θέλεις κάποιον να σε σηκώσει. Και όταν εμφανιστεί ο Θεός και σου δείξει το μεγαλείο σου —πόσο μοναδικός είσαι, πόσο επιθυμητός, πόσο προσωπικά ασχολείται μαζί σου— αυτό σε ρίχνει κάτω. Είναι συγκλονιστικό. Και δεν το αντέχεις εύκολα.

Αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα από αυτά, αν δεν σταματήσει η διαδικασία του διαλόγου με τον εαυτό. Αν δεν λήξει ο εσωτερικός μονόλογος όπου εσύ ορίζεις τα πάντα. Αλλιώς ο Χριστιανισμός καταλήγει ηθικισμός: «Πρέπει να κάνω αυτό, μετά πρέπει να κάνω εκείνο, μετά πρέπει να κάνω το άλλο». Δεν αντέχεται αυτό το πράγμα. Είναι κούφιο. Είναι καταπίεση.

Όταν ο Χριστιανισμός γίνει ηθικολογία, πετιέται στα σκουπίδια — και δικαίως. Δεν μιλάμε θεωρητικά· όλα αυτά είναι πρακτικά, απολύτως πρακτικά.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα εντελώς βιολογικός και εντελώς μη βιολογικός. Η υπόσταση της ψυχής σημαίνει ότι εδράζεται σε μια πραγματικότητα πολύ ανώτερη από ό,τι διδάσκει το life-science. Γι’ αυτό και πρέπει να δουλέψουμε με το βάθος των εμπειριών, των αισθημάτων, των κατανοήσεων, που δεν δικαιολογούνται μόνον από τη βιολογία.

Πάρτε το πιο κοινό πράγμα: τον ανθρώπινο έρωτα. Τα δυναμικά του είναι τρομακτικά, ασύλληπτα. Ο Κίτσος συναντάει την Κίτσα — τίποτα το ιδιαίτερο. Και όμως, εκείνη τη στιγμή ενεργοποιούνται ασύλληπτες δυνάμεις που δεν μπορούν να εξηγηθούν με ψυχολογία μόνο.

Είναι τρομακτικά αυτά τα πράγματα που συμβαίνουν στον έρωτα. Απίστευτα πράγματα, που ούτε φανταζόμαστε ότι μπορούμε να κάνουμε. Όπως λέει και το τραγούδι των 10cc, The things we do for love. Τα ερωτικά μας μπορούν να κάνουν επανάσταση στον κόσμο. Τα ερωτικά μου, το καθαρά προσωπικό, έχει μια εκρηκτικότητα που ανατρέπει τα πάντα.

Το σπουδαίο εδώ είναι πως ο έρωτας είναι πάντα απέναντι. Αυτό το κατάλαβε ο Πλάτων καλύτερα από όλους. Πετάγεται κανείς από τον έρωτα ενός σώματος στον έρωτα του ενός, γιατί τα πράγματα συνδέονται μεταξύ τους. Και ενώ λες «αγαπάω τη Γκούλα», στην πραγματικότητα αγαπάς το είναι, την αρμονία μέσα στα πράγματα. Όταν χάσεις αυτήν την αρμονία, χάνεις τη ζωή σου. Και μπαίνεις σε μια σκοτεινιά που μοιάζει σαν να έχει σβήσει ο κόσμος ολόκληρος.

Αυτό δείχνει κάτι συγκλονιστικό: κάθε άνθρωπος, στη σχέση, είναι μια εκδοχή του Θεού. Αυτό είναι το μυστικό της σάρκας. Το μυστικό του Χριστιανισμού: κάθε άνθρωπος είναι μια εκδοχή του Θεού. Και μια μέρα θα θεωθούμε όλοι, θα γίνουμε θεοί κατά χάριν. Αλλά αν η θέωση αυτή δεν είναι συντονισμένη με την αγάπη, γίνεται κόλαση. Θέωση είναι και η κόλαση: η παρουσία του Θεού που βιώνεται ως φωτιά, ως ξύλο. Δεν αφήνεται, δεν αλλάζει το Πνεύμα του. Θέλει ο άνθρωπος να αλλάξει τον Θεό και να πει «έχεις άδικο». Αυτό κάνει ο διάβολος: πάει να αναποδογυρίσει τον Θεό. Γι’ αυτό είναι τόσο επικίνδυνος.

Αυτά που λέμε είναι υψηλά, αλλά ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τα αφήσαμε και πιαστήκαμε με τα χαζά που λέγαμε μια ζωή. Δεν συμφωνείτε; Εγώ τον «καλό χριστιανούλη» τον έχω πατήσει τόσο στον λαιμό στη ζωή μου, που κανένας από εσάς δεν πρέπει να τον φοβάται όσο τον φοβάμαι εγώ. Τον έχω ισοπεδώσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το καθωσπρέπει θρησκευτικό προσωπείο.

Κι όμως, αυτά που λέμε εδώ είναι αλήθεια. Όταν όμως μας τα έλεγαν κάτι «κατηχητικά», κάτι δασκάλες περίεργες που μας μιλούσαν για τα «καλά παιδιά», μου σηκωνόταν η τρίχα. Ήθελα να γίνω κακό παιδί. Παιδιάστικη αντίδραση; Ναι. Αλλά αυτή η αντίδραση με έσωσε από το να γίνω υποκριτής. Πλήρωσα αργότερα ακριβά, αλλά με κράτησε αληθινό.

Ρώτησα κάποτε τον πατέρα Παΐσιο: «Γιατί να αποκαλύψω στον Θεό κάτι; Δεν έκανα τίποτα». Και μου είπε: «Τότε δεν θα τα έκανες, αν δεν τα αποκάλυπτες». Ο άνθρωπος σήμερα έχει πάθει τρομερή ζημιά. Μαθαίνει δικαιώματα, όχι καρδιά.

Με ρώτησε κάποιος: «Πώς μεταθέτουμε τον έρωτα από τον άνθρωπο στον Θεό;» Η απάντηση είναι ότι δεν τον μεταθέτεις. Δεν μπορείς. Αν τον μεταθέσεις «στο Θεό» τεχνητά, θα γίνει ένα ψεύδος ακόμα. Αυτό που γίνεται είναι κάτι άλλο: όταν ο άνθρωπος έχει καλή προαίρεση, εκεί που δεν το περιμένει, στρέφεται. Ξαφνικά. Μοιάζει τυχαίο αλλά δεν είναι.

Ξέρω άνθρωπο που δεν ήξερε τίποτα από εκκλησία. Μόνο «Δόξα σοι ο Θεός» έλεγε. Τίποτα άλλο. Το έλεγε όμως για ό,τι έβλεπε. «Δόξα τω Θεώ, έχουμε φαγητό». Έβλεπε τη γυναίκα του: «Ζεις; Δόξα τω Θεώ». Πέθανε σε βαθιά γαλήνη. Μια ολόκληρη ζωή χωρίς «θεολογία» αλλά με αναφορά. Αυτό μετράει: η αναφορά.

Γι’ αυτό και στο γεροντικό λέει εκείνο το περιστατικό: μοναχός κλωτσάει έναν βράχο συνέχεια και του λέει ο διάβολος: «Χάνεις τη ζωή σου, βλάκα». Κι εκείνος απαντά: «Το κάνω για τον Θεό». Λάθος πράγμα έκανε. Άστοχο. Κουτό. Κι όμως, η αναφορά ήταν καθαρή. Όπως ο Δαυίδ, που χόρευε γυμνός μπροστά στην Κιβωτό. Κανένας άλλος δεν το έκανε. Αλλά η αναφορά του ήταν σωστή.

Σχέση σημαίνει αναφορά. Γάμος σημαίνει ότι παίρνεις αυτόν που αγαπάς από το χέρι και τον πηγαίνεις στο Πρόσωπο. Αυτό είναι. Όχι θέατρο, όχι κοινωνική σύμβαση. Περιπέτεια ατελεύτητη.

Κι εκεί μέσα, αν το δεις ανοιχτά, με θυσία, προλαβαίνεις να δεις την ιστορία που σου υφαίνει ο Θεός. Και τότε και οι πειρασμοί έχουν τη θέση τους. Η αναφορά τους τα εξαγιάζει όλα.

Η ζωή με τον Θεό δεν έχει τραγωδία. Έχει δυσκολίες, ναι, έχει πειρασμούς — γιατί τους χρειαζόμαστε. Αλλά τραγωδία δεν έχει. Στο τέλος όλα βγαίνουν σε καλό. Είναι φοβερό πράγμα αυτό. Ότι μπορείς να φτάσεις στην πιο δύσκολη κατάσταση και να μην καταστραφείς.

Και ναι, βλέπεις τη γειτόνισσα και σου αρέσει. Ανθρώπινο. Η αναφορά όμως είναι αλλού. Θα το παλέψεις. Μια ζωή θα το παλέψεις. Το θέμα είναι να μη γίνει η γειτόνισσα η προτεραιότητα, η αναφορά. Αλλιώς, στο τέλος εκείνη θα σε κανονίζει — και όχι με καλό τρόπο.

Αυτό είναι το μυστικό: πού στρέφεται ο άνθρωπος. Σε ποιον απευθύνεται. Εκεί κρίνεται όλη η ζωή του.

Γι’ αυτό το λέω: στη γειτόνισσα θα βρει αυτό που νομίζεις ότι σου λείπει. Το μυστικό της γειτόνισσας είναι ότι δεν σε ξέρει. Γι’ αυτό φαίνεται ιδανική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σήμερα γυναίκες της προκοπής. Υπάρχουν — και μάλιστα πολλές. Αλλά το θέμα είναι πως ο Θεός βλέπει πολύ σοβαρά το τι κάνεις, πώς το κάνεις και από ποια διάθεση το κάνεις. Γι’ αυτό και οι πνευματικοί, όταν ξέρουν αυτά τα πράγματα, έχουν διάκριση και σοβαρότητα.

Κοιτάξτε τον Χριστό. Η γυναίκα που πήγαν να λιθοβολήσουν είχε κάνει μοιχεία. Εσύ τι θα έλεγες; Τι θα έλεγε ένας τυχαίος παπάς; «Παιδάκι μου, δεν ντρέπεσαι; Απάτησες τον άνθρωπό σου;» Ο Θεός όμως, που την έπλασε, βλέπει την πληγωμένη ψυχή που έχει απέναντί του. Ξέρει τι τράβηξε από τον άντρα της – λέμε ένα παράδειγμα. Και παίρνει το μέρος της. Αυτό δεν είναι κατάργηση της ηθικής. Είναι υπέρβαση όταν χρειάζεται.

Γι’ αυτό και οι μεγάλοι πνευματικοί, οι άγιοι, όσοι γνωρίσαμε, είχαν αυτή τη διάκριση. Έμπαιναν μέσα στο πραγματικό πρόσωπο, στο τι έχει μπροστά τους, όχι σε γενικές κρίσεις. Γι’ αυτό και δεν έκαναν ποτέ «γενικά» κηρύγματα. Εγώ μπορώ να κάνω κήρυγμα, να λέω ωραία πράγματα. Αλλά όχι όταν έχω μπροστά μου τον άνθρωπο. Εκεί δεν κουνάς δάχτυλο.

Και μέχρι τώρα, δεν έχω κουνήσει δάχτυλο σε άνθρωπο. Αν το κάνω, το κάνω συνειδητά, όχι από υπεροψία. Γιατί ξέρω και τον χώρο μου και τις αδυναμίες μου. Έχω διδάξει σε 31 πανεπιστήμια, έχω έργα μεταφρασμένα, έχω βιβλία, έχω κριτικές που με αποθεώνουν. Αυτά δεν λένε τίποτα. Αν τα βάλω σε ένα «εικονοστάσι» και αρχίσω να τα θυμιατίζω, τελείωσα. Πνευματικά διαλύθηκα.

Σαν επιστήμονας μπορεί να είμαι πρώτος. Αλλά αυτό δεν με κάνει τίποτα μπροστά στον Θεό. Κανονικά, έτσι όπως θα έπρεπε να είμαι, με αυτά που κουβαλάω, θα έπρεπε να είμαι νεκρός, ηλίθιος ή υπό διάλυση. Αλλά με ταπεινώνει ο Θεός. Με συγκρατεί για να μην τρελαθώ.

Θυμάμαι έναν πολύ πλούσιο άντρα. Καθόταν απέναντί μου και του λέω: «Θα μπορούσες να σκύβεις σαν σκυλί τώρα, αν ο Θεός δεν σε κρατούσε». Και μου λέει με περηφάνεια: «Εγώ δούλεψα συστηματικά και τα έφτιαξα όλα μόνος μου». Του λέω: «Μην το ξαναπείς αυτό, γιατί του χρόνου μπορεί να μην είσαι εκεί που είσαι». Και όντως, την επόμενη χρονιά έπαθε εγκεφαλικό. Τετέλεσται. Και μετά έλεγε μόνο «Παναγία μου, δεν πέθανα».

Ήρθε κάποτε σε μία ομιλία μου. Εγώ μιλούσα για τη δημόσια ζωή, για την ευθύνη. Και εκείνος είχε τρυπώσει για να με ακούσει κρυφά. Και στο τέλος ήρθε και μου λέει: «Πάτερ, θέλω να δώσω χρήματα». «Σε ποιον;» του λέω. «Όπου θέλετε». Βγάζει εκατοστάρικα, πενηντάρικα. Τα κοιτάζω. Του λέω: «Ένα σουβλάκι να πας να φας δεν καταδέχεσαι με αυτά τα λεφτά, και μου τα δίνεις; Κοροϊδία είναι αυτό. Δεν κοροϊδεύεις εμένα. Κοροϊδεύεις τον Θεό».

Μετά από έξι μήνες τον ξαναβλέπω. «Τι έγινε;» του λέω. «Δεν είμαι καλά. Ο γιος μου έκανε τρομερά πράγματα, ξόδευε, κατέστρεφε τον εαυτό του». Και τότε κατάλαβε. Όχι ότι ο Θεός «εκδικείται» — ο Θεός δεν εκδικείται ποτέ. Αλλά ότι κάποια πράγματα, όταν τα αποδίδεις στον εαυτό σου, όταν λες «εγώ τα έκανα όλα», ο Θεός σε αφήνει να δεις μόνος σου τι σημαίνει αυτό. Σε αφήνει να δεις την αλήθεια.

Γι’ αυτό λέω: μην μιλάς στο όνομα του Θεού. Μην λες «εγώ είμαι, εγώ τα έκανα, εγώ μπορώ». Ο Θεός σου λέει: «Πρόσεχε. Δεν είσαι εσύ. Εγώ είμαι». Το μεγαλύτερο μάθημα είναι αυτό.

Με ρώτησες: «Δεν είναι ένας βασικός τρόπος να πολεμήσουμε την έπαρση το να νιώθουμε ξένοι προς τα χαρίσματά μας;» Ναι, αυτό είναι. Να είμαστε ξένοι προς αυτά που έχουμε. Αλλά αυτό δεν το νιώθει κανείς μόνος του. Ούτε εγώ το ένιωσα, ούτε εσύ το νιώθεις. Χρειάζεται να συμβεί μια διαδικασία. Μια παιδαγωγική του Θεού.

Γιατί νομίζουμε ότι η μετάνοια είναι δική μας. Ότι εμείς την κάνουμε. Αλλά είναι όλα ανοησίες αυτά. Η μετάνοια είναι δώρο. Δεν την «καλλιεργείς» μόνος σου. Ο Θεός τη φέρνει.

Σκέψου λίγο: ακόμη και τα αρνητικά που έχεις από τους γονείς σου, ακόμη και τα στραβά σου, ο Θεός τα χρησιμοποιεί. Εκεί που νομίζεις ότι εσύ δουλεύεις, Εκείνος εργάζεται μέσα σου. Ο άνθρωπος δεν είναι αυτοαναφορικό ον. Είμαστε πλάσματα που υπάρχουμε επειδή ο Θεός θέλει και ενεργεί μέσα μας.

Η χειρότερη ζημιά που έγινε στον φιλοσοφικό χώρο της Δύσης ήταν η ανάδυση του αυτοαναφορικού υποκειμένου. Εγώ, στο τέλος ενός βιβλίου μου, το ονομάζω «αυτοκαθολικοποίηση». Στον Ιχνευτή του Ευαγγελίου το λέω έτσι: αυτοκαθολικοποίηση. Να θεωρείς ότι εσύ είσαι το κέντρο, το μέτρο των πάντων.

Αυτό γεννήθηκε ήδη μέσα στον χώρο του ασκητισμού. Κάποιοι ασκητές νόμισαν ότι «πέτυχαν τον στόχο». Ότι έφτασαν στον Θεό και, άρα, κατέχουν πλέον κάτι απόλυτο. Σήμερα αυτό που βλέπουμε στις αμερικάνικες ταινίες, στην κουλτούρα του εγωκεντρισμού, θεωρείται αυτονόητο. Δεν είναι αυτονόητο. Κατασκευάστηκε ιστορικά.

Στον χριστιανισμό, αντίθετα, υπάρχει κίνηση προς το να χαθείς για χάρη του άλλου: στην προσπάθεια προσφοράς και θυσίας να χάσεις τον εαυτό σου. Κι εκεί, ακριβώς εκεί, να τον βρεις. Στο τελευταίο μου βιβλίο — δεν έχει σημασία ποιο — έχω ένα κεφάλαιο όπου βάζω τον Μάξιμο Ομολογητή να «συνομιλεί» με τον Κόχουτ, τον Ρότζερς, τον Γιάλομ κ.ά. Και λέω αυτό: όσο περισσότερο μοιράζεσαι, τόσο περισσότερο μετέχεις. Φοβερό. Ο τρόπος για να μετέχεις είναι να μοιράζεσαι. Σταματάς να μοιράζεσαι, σταματάς να μετέχεις.

Κάποια μέρα η ανθρωπότητα θα τα καταλάβει αυτά. Δεν ξέρω αν θα ζω τότε, αλλά θα γίνει. Θα χρειαστούν πολλά βάσανα ώσπου να το πάρει χαμπάρι και η «ελληνική διανόηση της πεντάρας» — τους εκτιμώ όλους, αλλά το λέω έτσι, λίγο ειρωνικά. Και τότε θα πουν: «Για κοίτα, για κοίτα…».

Εμείς, μεταξύ μας, είμαστε όλο γλύκες: «Τι κούκλα είσαι, τι ωραία που είσαι, θα το πάρω εγώ όλο, μην το δώσεις αλλού…». Αισθανόμαστε ότι αγαπάμε, αλλά πολλές φορές ένας υπερβολικός «θυσιαστικός» ζήλος καταλήγει σε μίσος, σε πίκρα, σε παραπόνo. Ο θυσιαστικός ζήλος, όταν δεν συνοδεύεται από διάκριση, από ασκητική, γίνεται παθολογία.

Όταν κάνεις καλό στον άλλον, πρέπει να το κάνεις σαν να μην το κάνεις. Να εξαφανίζεσαι από πίσω του. Αυτό περνάει και στις ερωτικές σχέσεις. Σκεφτείτε πόσο ερωτικός θα ήταν κάποιος που θα σας αγαπούσε με τέτοια λεπτότητα, ώστε να «σβήνει» πίσω από εσάς. Δεν θα το καταλαβαίνατε αμέσως, αλλά κάπου μέσα σας θα γεννιόταν μια φοβερά ζεστή, σταθερή, όμορφη σχέση.

Και γιατί να μην είσαι εσύ αυτός; Γιατί πάντα περιμένουμε τον άλλον να είναι έτσι; Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρουμε τον τρόπο να αγαπηθούμε. Θέλουμε τρελά να αγαπηθούμε, αλλά δεν ξέρουμε να αγαπήσουμε. Κι όμως, ο τρόπος είναι πολύ απλός: αγαπάς τον άλλον χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση, χωρίς να κρατάς λογαριασμό, χωρίς να διογκώνεις τον ναρκισισμό σου.

Η ερωτική αγάπη, θα μου πείτε, έχει μέσα της βία. Σήμερα, ναι. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Σήμερα η λέξη «πάθος» σημαίνει συχνά κατοχή, χρήση, κατανάλωση. Θα μπορούσε να μην είναι καθόλου έτσι.

Τώρα που μιλήσαμε για βία, να πούμε και κάτι ακόμα: ο έρωτας μπορεί από κάτι πολύ όμορφο να γίνει κάτι πολύ άσχημο. Πώς; Όταν αποκοπεί από την προσφορά και γίνει καθαρή ηδονή, τεχνική, αυτοερωτισμός. Σήμερα, για να το πω ευγενικά, η σεξουαλικότητα δεν υπάρχει πια ως σχέση. Παλιά μιλούσαμε για «σεξουαλική επανάσταση» και νιώθαμε ότι κάτι αλλάζει. Τώρα πια δεν είναι επανάσταση – είναι βιομηχανία αυνανισμού, ας το πούμε με το όνομά του. Το λέω στους φοιτητές και κοκκινίζουν.

Αυτό δημιουργεί ψυχολογική ανικανότητα, ειδικά στους άντρες. Θέλει πολλή προσοχή. Σιγά-σιγά η συναισθηματική και σωματική λειτουργία διαλύονται. Το ίδιο παθαίνουν και οι γυναίκες, αλλά με πιο περίπλοκο τρόπο, πιο λανθάνοντα. Και ύστερα φτάνουν στα 30–40 και σου λένε: «Δεν μπορώ να δεθώ με κανέναν». Μα πώς να δεθείς, όταν έχεις μάθει τον εαυτό σου να ζει μόνος του, σε μια οθόνη;

Έχω ζευγάρια που έρχονται και μου λένε: «Πάτερ, το σεξ τελείωσε, δεν υπάρχει τίποτα πια». Και τους ρωτάς λίγο και καταλαβαίνεις ότι έχει προηγηθεί μια ολόκληρη ιστορία με πορνογραφία, με φαντασιώσεις, με εθισμό. Αυτό καταστρέφει τη δυνατότητα αληθινής σχέσης. Δεν έχει πια καμία σχέση με την ανθρώπινη πλευρά του έρωτα. Ούτε καν με την απλή ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Είναι ένα ψέμα από την αρχή μέχρι το τέλος.

Και μέσα σε αυτό το ψέμα, ποιος να μιλήσει για ένωση ψυχής και σώματος; Ποιος να μιλήσει για το μυστήριο του γάμου; Θα σου πουν: «Είσαι παλιομοδίτης, είσαι τρελός». Κι όμως, μόνο εκεί, σε μια σχέση όπου το σώμα, η καρδιά και η ψυχή είναι μαζί, μπορεί ο έρωτας να γίνει ευλογία και όχι καταστροφή.

Εσύ δεν το πιστεύεις. Κι όμως, ακόμη και από ψυχολογικής απόψεως, ο έρωτας μπορεί να ξεφύγει πάρα πολύ. Πώς μπορεί να κρατηθεί; Όλα, μα όλα, είναι θέμα ισορροπίας. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια παραπάνω· το ζήτημα είναι πάντα εκεί.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα τελείως βιολογικός και τελείως πνευματικός. Γι’ αυτό και το σώμα διαμαρτύρεται όταν κακομεταχειρίζεται. Υφίσταται τραύματα, αναπτύσσει ψυχικά και σωματικά συμπτώματα, μόνο και μόνο για να φωνάξει: «Δεν είμαι καλά. Κάτι κάνεις λάθος». Αυτό είναι σήμερα το πρόβλημα: δεν είμαστε καλά και, αντί να το δούμε, μπαίνουμε σε παραστάσεις για να πείσουμε τον εαυτό μας ότι «είμαστε μια χαρά».

Όπως σας είπα, σήμερα δεν υπάρχει κανένας που να είναι τελείως ισορροπημένος. Οι άνθρωποι φοβούνται ο ένας τον άλλον, ακόμη και μια αγκαλιά. Ο καημένος ο άντρας φοβάται να αγγίξει την άλλη μήπως τον κατηγορήσει για επίθεση. Έχουμε φτάσει σ’ έναν παράξενο αυτοερωτικό πουριτανισμό. Πες το όπως θέλεις.

Ρωτάς αν υπάρχει τύχη. Πώς να υπάρχει τύχη; Τύχη παίζουν τα φρουτάκια. Αν υπάρχει πρόνοια, τότε δεν υπάρχει τύχη. Είπες πριν ότι «τυχαία» συνάντησα κάποιον στο δρόμο. Ποια τύχη; Πρόνοια ήταν. Και δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο. Τα σημαντικά πράγματα έρχονται με πρόνοια. Τώρα, αν σπάσει το αυγό στο τηγάνι, δεν θα επέμβει ο Θεός… μιλάμε για τα σοβαρά.

Με ρώτησες: η τύχη δεν παίζει ρόλο στον έρωτα; Όχι. Ούτε ένα τοις εκατό. Όχι επειδή ο Θεός «σπρώχνει», αλλά επειδή εσύ επιλέγεις — πάντα με κριτήρια, έστω ασυνείδητα. Επιλέγεις αυτό που σε θεραπεύει ή αυτό που σε καταστρέφει. Αλλά επιλέγεις. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν δύο ίδια ζευγάρια. Τα καλά ζευγάρια δεν είναι ποτέ ίδια. Η διαφορά είναι το μόνο ερωτικό γεγονός. Η απόλυτη ομοιότητα δεν μπορεί να σταθεί· σε λίγο θα βαριέσαι τον άλλον γιατί θα βλέπεις τον εαυτό σου.

«Κι αν δεν βρω ανταπόκριση;» ρωτάς. Μπορεί ο άλλος να μην είναι έτοιμος τη συγκεκριμένη στιγμή. Συνήθως, όταν ένας έρωτας είναι μεγάλος, είναι σχεδόν πάντα αμοιβαίος. Ελάχιστες φορές έχω δει μεγάλο έρωτα που να μη γίνει τελικά αμοιβαίος. Μπορεί όχι αμέσως, αλλά γίνεται. Αν δεν γίνει ποτέ, τότε κάτι λείπει, κάτι δεν λειτουργεί μέσα στον άλλο. Συνήθως όμως τα πράγματα είναι συμμετρικά — με τον τρόπο τους.

Και το πιο ελπιδοφόρο: στα καλά ζευγάρια, μετά από χρόνια, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν πόσο «παραδεδομένοι» ήταν ο ένας στον άλλον από την πρώτη μέρα, χωρίς καν να το ξέρουν.

Λοιπόν, επειδή η ώρα πήγε και εγώ αντέχω μέχρι το πρωί, αλλά ο πατέρας μου δεν αντέχει μέχρι το πρωί, πρέπει να το κλείσουμε αυτό. Ευχαριστούμε πολύ. Σας ευχαριστώ.

Όλα αυτά που λέμε είναι καλά, αλλά στην ουσία είναι ανακύκλωση ιδεών. Η ζωή, όμως, είναι πολύ ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: